ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ NIKOLAY F PILAVOV (ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΙΛΑΒΙΔΗ), Αίτηση έκδοσης: 3/2011, 23/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Αίτηση έκδοσης: 3/2011 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟ, Ν97/70 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ NIKOLAY F. PILAVOV (ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΙΛΑΒΙΔΗ) Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου 2013 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα E. Λοιζίδου Για τον καθ΄ου η αίτηση: κ. Π. Φιλίππου Καθ΄ου η αίτηση: παρών ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η H παρούσα διαδικασία αφορά αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση στην εν λόγω χώρα του Nikolay Fyodorovich Pilavov, γεννηθείς στις 30.5.1982 στο χωρίο Suvorovskaya της περιοχής Podgorny της επαρχίας Stavropol της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ο οποίος κατηγορείται ότι μαζί με άλλα πρόσωπα συνωμότησε με σκοπό να κλέψουν και να αποσπάσουν από πιστωτικά ιδρύματα, με τη δημιουργία και παρουσίαση πλαστών εγγράφων το χρηματικό ποσό των 14.790.000 Ρουβλιών. Κατά την ακρόαση της αίτησης κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους των αιτητών δύο μάρτυρες, ο Ανδρέας Κυριακίδης (Μ.1), Διοικητικός Λειτουργός Α στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και ο Αστ. 3070 Ανδρέας Τσεκούρας (Μ.2) που υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου ενώ εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση κατέθεσε ο ίδιος ο καθ΄ου η αίτηση. O M.1, εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως στην Μονάδα Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας στην οποία υπάγονται οι υποθέσεις που αφορούν τις διαδικασίες έκδοσης Φυγόδικων και τα όσα γνωρίζει για την υπόθεση προέρχονται από τα στοιχεία των φακέλων που έχει χειριστεί η μονάδα στην οποία εργάζεται. Σύμφωνα με τον Μ.1, στις 28.11.2011 εκδόθηκε η εξουσιοδότηση του Υπουργού (Τεκμήριο Α) για την έναρξη της διαδικασίας μετά την παραλαβή των εγγράφων δια μέσω της διπλωματικής οδού. Όπως ανάφερε, στις 28.11.2011, παραλήφθηκε επιστολή της πρεσβείας της Ρωσίας (Τεκμήριο 3) στην Λευκωσία μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών με την οποία διαβιβάστηκε επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσίας ημερομηνίας 24.11.2011, μετάφραση της καθώς και άλλα έγγραφα, όπως το ένταλμα σύλληψης (Τεκμήρια 4Α και 4Β), η έκθεση γεγονότων (Τεκμήρια 5 Α και 5 Β), το κατηγορητήριο (Τεκμήρια 6 Α και 6 Β), Ρωσική Νομοθεσία (Τεκμήρια 7 Α και 7 Β), πληροφορίες για τον φυγόδικο (Τεκμήρια 8 Α και 8 Β), Διαταγή για έρευνα (Τεκμήρια 9 Α και 9 Β) και διαταγή για διεθνή αναζήτηση (Τεκμήρια 10 Α και 10 Β). Μετά την παραλαβή των πιο πάνω εγγράφων, τα οποία ο Μ.1 κατάθεσε ως τεκμήρια στο Δικαστήριο και την έκδοση της εξουσιοδότησης (Τεκμήριο Α), από πληροφορίες που δόθηκαν από τον συνήγορο του καθ΄ου η αίτηση, ζήτησαν από την αιτήτρια χώρα διευκρινιστικά στοιχεία σε σχέση με την νομοθεσία της Ρωσίας καθώς και με την εμπλοκή του καθ΄ου η αίτηση σε υποθέσεις που εκδικάστηκαν στην Ρωσία και αφορούσαν τον πατέρα του και προς τούτο έλαβαν το Τεκμήριο
- Στις 26.1.2012 έλαβαν επίσης, μετά που ζητήθηκε να δοθούν διευκρινήσεις αναφορικά με την σφραγίδα που φέρουν τα Τεκμήρια 4 Α και 4 Β, το Τεκμήριο
- Ο ίδιος προσωπικά, ερωτηθείς σχετικά είπε ότι δεν μελέτησε τα πιο πάνω έγγραφα, όμως αυτά μελετήθηκαν από λειτουργούς του Τμήματος που εργάζεται που είναι Νομικοί. Διαπίστωσε όμως ότι τα έγγραφα φέρουν πρωτότυπες σφραγίδες. Γνωρίζει επίσης, ότι το Υπουργείο Εξωτερικών έκδωσε πιστοποιητικό κατά εφαρμογή του Περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμου που πιστοποιεί ότι η Ρωσική Ομοσπονδία έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων (Τεκμήριο 1) και το οποίο, όπως ανάφερε, στάληκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης στις 16.1.2012 μαζί με επιστολή ημερομηνίας 16.1.2012 (Τεκμήριο 2). O M.1 αντεξετάστηκε επί μακρώ αναφορικά με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατάθεσε. Ο Μ.2 ήταν ο αστυνομικός ο οποίος συνέλαβε τον καθ΄ου η αίτηση δυνάμει του εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 16). Όπως ανάφερε στην μαρτυρία του, στις 9.4.2011 ενημερώθηκε το ΤΑΕ από την Ιντερπόλ Λευκωσίας για το αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και επίσης ότι ο καθ΄ου η αίτηση πιθανόν να βρίσκεται στην Πάφο αφού στην ΥΑΜ είχε δηλώσει διεύθυνση στην Πάφο. Το ΤΑΕ ενημερώθηκε με την επιστολή ημερ. 6.4.2011 (Τεκμήριο 14) στην οποία επισυνάπτετο και επιστολή της Ιντερπόλ Μόσχας (Τεκμήριο 15). Μετά την λήψη των πιο πάνω, έγιναν εξετάσεις για να διαπιστωθεί αν το αναφερόμενο στα έγγραφα πρόσωπο διέμενε στην διεύθυνση Γεωργίου Νεάρχου 6 Διαμ. 102 στην Πάφο, που ήταν η διεύθυνση που δηλώθηκε στα γραφεία της ΥΑΜ και διαπιστώθηκε ότι δεν διέμενε εκεί, αλλά στην οδό Αγ. Λαυρεντίου 1 Naxos Gardens στην Πάφο. Την 9.5.2011 ο συνάδελφος του Αστ. 3894 ανέλαβε την διαδικασία για τον εντοπισμό του και ο ίδιος έλαβε οδηγίες από τον Λοχία του να βοηθήσει τον συνάδελφο του για τον εντοπισμό του καθ΄ου η αίτηση. Ο καθ΄ ου η αίτηση αναζητήθηκε στην πιο πάνω διεύθυνση χωρίς αποτέλεσμα. Μια κοπέλα που διέμενε στην ίδια περιοχή όταν της υποδείχτηκε φωτογραφία του καθ΄ου η αίτηση, τους ανάφερε ότι διέμενε εκεί στο παρελθόν, ότι έχει μετακομίσει αλλά πιθανόν να διαμένει στην ίδια περιοχή γιατί τον βλέπει συχνά να κινείται με το όχημα. Ακολούθησε διαδικασία από πόρτα σε πόρτα προς αναζήτηση του όπου στις 21.10.2011 εντοπίστηκε η σύζυγος και της ζητήθηκε να ενημερώσει τον σύζυγο της ότι τον θέλει η αστυνομία και να επικοινωνήσει με το ΤΑΕ. Την ίδια ημέρα και ώρα 1200 ο καθ΄ου η αίτηση επικοινώνησε με το ΤΑΕ και ο Λοχίας 2192 Γ. Κωνσταντίνου του ζήτησε να μεταβεί εκεί, χωρίς όμως να του αναφέρει τον λόγο, πράγμα το οποίο ο καθ΄ου η αίτηση έπραξε η ώρα 1530 όπου και συνελήφθηκε από τον Μ.
- Ο Μ.2, με αναφορά στο ημεδαπό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του καθ΄ου η αίτηση, είπε ότι, την ένορκη δήλωση για την έκδοση του την ετοιμάστηκε ο ίδιος σε συνεργασία με την Νομική Υπηρεσία και ένα αστυνομικό του σταθμού Γερμασόγειας. Ο Μ.2 ανάφερε ότι ο καθ΄ου η αίτηση σύμφωνα με την ΥΑΜ αφίχθηκε στην Κύπρο το 2006 με Ελληνικό Διαβατήριο με το όνομα Νικόλαος Πιλαβίδης και όχι Nikolay Pilavov, δηλαδή με το όνομα που τον έψαχναν οι Ρωσικές Αρχές και αυτός φαίνεται είπε, να είναι και ο λόγος που δεν εντοπιζόταν από τις Κυπριακές Αρχές αφού το όνομα Nikolay Pilavov δεν εντοπίζονταν στα αρχεία της Κυπριακής Δημοκρατίας. O M.2 αντεξετάστηκε αναφορικά με το ποια έγγραφα και πληροφορίες χρησιμοποίησε και έλαβε υπόψη μου για την ετοιμασία του όρκου για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του καθ ου η αίτηση, λέγοντας ότι επρόκειτο για την αλληλογραφία που είχε σταλεί στο ΤΑΕ μέσω της Ιντερπόλ Λευκωσίας από την Ιντερπόλ Μόσχας. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 5Β και ερωτήθηκε αν έχει ξανά δει αυτό το έγγραφο ο μάρτυρας απάντησε, πιθανόν αλλά η αλληλογραφία που αναφέρθηκε πιο πάνω ήταν πιο μεγάλη σε όγκο και ότι το Τεκμήριο 5Β μπορεί να αποτελεί μέρος της. Περαιτέρω του υποβλήθηκαν ερωτήσεις που αφορούσαν το περιεχόμενο του όρκου στη βάση του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης εναντίον του καθ΄ου η αίτηση για να επαναλάβει σε κάθε περίπτωση ότι για την ετοιμασία του όρκου λήφθηκε υπόψη η οποία πάνω αλληλογραφία και τα στοιχεία που περιέχονταν σε αυτή. Του υποβλήθηκε η θέση ότι ο καθ΄ου η αίτηση δεν υπήρξε ποτέ διευθυντής της εταιρείας Fant, απαντώντας ο Μ.2 ότι σύμφωνα με τις Ρωσικές Αρχές και την αλληλογραφία υπήρξε και ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει κάτι τέτοιο. Ερωτήθηκε επίσης ως προς τα άλλα πρόσωπα που σύμφωνα με τον ισχυρισμό, συνωμότησε ο καθ΄ου η αίτηση και ανάφερε ότι πρόκειται για την μητέρα του χωρίς να γνωρίζει περαιτέρω στοιχεία είτε για αυτή είτε για τα άλλα πρόσωπα ενώ από ανεπίσημες πληροφορίες έμαθε ότι ένας από αυτούς ήταν και ο πατέρας του. Ερωτήθηκε αναφορικά με το καθεστώς παραμονής του καθ΄ου η αίτηση στην Δημοκρατία, για την διεύθυνση διαμονής του, για χρονικό διάστημα που διαμένει στην Κύπρο, αναφορικά με ζητήματα που σχετίζονται με την στράτευση του στην Ελλάδα, την εργασία του στην Κύπρο, την σύλληψη του κ.α. Ο καθ΄ου η αίτηση στην ένορκη κατάθεση του ανάφερε ότι ονομάζεται Πιλαβίδης Νικόλαος ενώ το ρωσικό του όνομα είναι Nιkolay Pilavov και ότι από τον Ιούνιο του 2007 εργάζεται στην PIΖΖA HUT. Αναφέρθηκε στις προηγούμενες εργασίες που έκανε από τον Απρίλιο του 2007 όπου και παρουσίασε σχετικά με τις αποδοχές του έγγραφα (Τεκμήρια 17, 18 , 19 και 20). Περαιτέρω αναφέρθηκε στις προσωπικές του συνθήκες και περιστάσεις και κατάθεσε πιστοποιητικό γέννησης της κόρης του (Τεκμήριο 21). Γεννήθηκε στις 30.5.1982 και διέμενε με τους γονείς στην πόλη Suvorovkaya ενώ από το 1998 που τελείωσε το σχολείο μέχρι το 2004 σπούδαζε στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Pitsigkóski όπου και διέμενε και μετά που τελείωσε τις σπουδές του έκανε το στρατιωτικό του στην Ελλάδα για 3 μήνες (Τεκμήριο 22 και 23). Κατά την περίοδο των διακοπών του, ενώ σπούδαζε, έκανε διάφορα ταξίδια στο εξωτερικό και επισκεπτόταν τους γονείς του 2 με 3 φορές τον μήνα, ημέρες Σάββατο ή Κυριακή. Ο πατέρας του ονομάζεται Pilavon Fyodor Alexeyevich και η μητέρα του Pilavova Taisiya Filippovna, και έχει ένα μεγαλύτερο αδελφό. Οι γονείς του κατοικούν στο Suvorovskaya. Όταν ήρθε στην Κύπρο αρχικά έμενε στην οδό Γεωργίου Νεάρχου 6 και μετά μετακόμισε στην οδό Αγ. Λαυρεντίου 1 και στις δύο διευθύνσεις διέμενε με την πεθερά του ενώ ακολούθως μετακόμισε αλλού και διέμενε με την πεθερά του την γυναίκα του και την κόρη του. Όταν ήρθε στην Κύπρο έκανε εγγραφή στο Imigration όπου δήλωσε και την διεύθυνση του χωρίς όμως να ενημερώσει για την αλλαγή αυτή στη συνέχεια, καθότι, όπως ανέφερε, δεν γνώριζε ότι χρειαζόταν να κάνει κάτι τέτοιο. Κατέχει και Ελληνικό και Ρώσικο διαβατήριο (Τεκμήριο 24). Το Ρωσικό διαβατήριο του εκδόθηκε στις 20.11.2003 και αναφέρθηκε αλλά και υπόδειξε τις ημερομηνίες που αποχώρησε και επέστρεψε στην Ρωσία, ενώ από τις 8.10.2006 που είναι η τελευταία φορά που έφυγε από την Ρωσία, δεν ξανά επέστρεψε. Ερωτηθείς αν γνωρίζει τον λόγο που είναι στο Δικαστήριο είπε ότι δεν μπορεί να καταλάβει για ποιο συγκεκριμένο λόγο τον κατηγορούν, γιατί δεν έχει κάνει οποιοδήποτε παράπτωμα, δεν έχει κάνει κάτι σχετικά με τον νόμο της Ρωσίας και της Κύπρου παράνομα. Με τους γονείς του τον χρονικό διάστημα που απουσιάζει από την Ρωσία διατηρεί επικοινωνία. Γνωρίζει ότι όταν συνέλαβαν τον πατέρα του τηλεφώνησε η μητέρα του και του είπε ότι του έβαλαν κρυφά κάποια ναρκωτικά και ένα πιστόλι με μη νόμιμο τρόπο και επίσης του ανάφερε ότι είχε κάποια οικονομικά προβλήματα σε σχέση με την επιχείρηση. Όπως του εξήγησε η μητέρα του, ο πατέρας του δανειζόταν χρήματα από ανθρώπους με ψηλό τόκο και τα προβλήματα σχετίζονταν με το ότι δεν κατάφερε να επιστρέψει όλα τα χρήματα λόγω της οικονομικής κρίσης. Ο πατέρας του δικάστηκε σε δικαστήριο της Ρωσίας και του επιβλήθηκε πρόστιμο €25.000 δεν γνωρίζει όμως σε πόσες κατηγορίες και πόσοι ήταν οι παραπονούμενοι. Ο πατέρας του συνελήφθηκε από την αστυνομία της Ρωσίας τον Φεβρουάριο του 2007 και τελούσε υπό κράτηση για 4 χρόνια. Στην υπόθεση του πατέρα του ήταν κατηγορούμενοι και ο αδελφός του και η μητέρα του. Ο πατέρας του αθωώθηκε στις πιο πολλές κατηγορίες ενώ σε άλλες του επιβλήθηκε το πρόστιμο που ανάφερε πιο πάνω. Ο ίδιος είδε την απόφαση στην υπόθεση του πατέρα του την οποία του την έστειλε. Μετά την έκδοση της απόφασης από το Ρωσικό διαβατήριο ο πατέρας του ζήτησε αποζημιώσεις ύψους 15,000.000 ρούβλια για παράνομη κράτηση και για παραπτώματα της αστυνομίας, ενώ αναφορικά με το ζήτημα των ναρκωτικών και του πιστολιού που του τοποθέτησαν παράνομα, έδιωξαν τον αστυνομικό που τον συνέλαβε. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν ήταν διευθυντής της εταιρείας του πατέρα του ενώ με τον πατέρα του δεν δούλεψε καμία φορά. Ο ίδιος ουδέποτε αλλά ούτε και οι γονείς του εκ μέρους του χρησιμοποίησαν δικηγόρο για αυτόν στην Ρωσία αναφορικά με την υπόθεση αυτή και δεν γνωρίζει κανένα δικηγόρο με το όνομα Chrisoforov. Ο καθ΄ου η αίτηση αντεξετάστηκε από την κα Λοιζίδου αναφορικά με τις προβαλλόμενες θέσεις του και αμφισβητήθηκε εντόνως ως προς τους ισχυρισμούς που προέβαλε. Αγορεύσεις Η κα Λοιζίδου υποστήριξε ότι το αίτημα για έκδοση του καθ΄ου η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Τούτο γιατί όλα τα προαπαιτούμενα από τον Νόμο έχουν ικανοποιηθεί. Αγόρευσε αρχικά για να υποστηρίζει ότι με την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει το Δικαστήριο να κάνει δεχτό το αίτημα για την έκδοση του καθ΄ου η αίτηση και επί συγκεκριμένων ζητημάτων που εγέρθηκαν στην διαδικασία και αφορούσαν τόσο τις τυπικές όσο και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος, παρέπεμψε το Δικαστήριο σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στην μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Η αγόρευση του συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση, κάλυψε και αφορούσε σχεδόν όλα τα ζητήματα που αφορούν διαδικασίες αυτού του είδους, από την εξουσιοδότηση του Υπουργού (Τεκμήριο Α), το ένταλμα σύλληψης (Τεκμήρια 4 Α και Β), τα γεγονότα, την παραγραφή των αδικημάτων, ζητήματα που αφορούν την δίκαιη δίκη του κατηγορούμενου στη Ρωσία σε περίπτωση που εκδοθεί κ.α. με τελική εισήγηση πως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Στα ζητήματα που ήγειρε ο κ. Φιλίππου δευτερολογώντας απάντησε η κα Λοζίδου. Επειδή ως θα φανεί κατωτέρω για κάθε θέμα που εγέρθηκε στη διαδικασία γίνεται ειδική αναφορά κρίνω σκόπιμο όπως μη καταγράψω σε αυτό το σημείο το τι ακριβώς λέχθηκε στο στάδιο των αγορεύσεων. Ο Μ.1 και ο Μ.2 κρίνονται αξιόπιστοι. Οι δύο αυτοί μάρτυρες έχουν αναφέρει τα όσα οι ίδιοι έχουν πράξει και την ακριβή ανάμιξη που είχαν στην παρούσα υπόθεση. Ο Μ.1, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε δεν μελέτησε τα έγγραφα στις λεπτομέρειες τους, όμως γνώριζε τι αφορά το καθένα από τα έγγραφα που κατάθεσε στο δικαστήριο και εξήγησε τον τρόπο που αυτά έχουν σταλεί από την Ρωσική Ομοσπονδία και τι το καθένα από αυτά αφορά. Σαφώς ο Μ.1 δεν ήταν σε θέση και δεν μπορούσε, να επιβεβαιώσει τα όσα στα έγγραφα αναφέρονται ως γεγονότα, απάντησε όμως σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν στο στάδιο της αντεξέτασης του που αφορούσε το περιεχόμενο τους, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς προσπάθεια να παραποιήσει οτιδήποτε αναφέρεται σε αυτά. Η μαρτυρία του Μ.2 που ήταν σχετική με τον εντοπισμό και την σύλληψη του καθ΄ου η αίτηση γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο. Ο Μ.2 εξήγησε με πιο τρόπο έγινε κατορθωτός ο εντοπισμός του και η σύλληψη του καθ΄ ου η αίτηση και γενικά τον τρόπο και πως ο ίδιος αναμίχθηκε στην υπόθεση αυτή και τον ρόλο του και δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο η μαρτυρία του κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Παρά το ότι αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης δεν είναι η διαπίστωση της ενοχής ή της αθωότητας του καθ΄ου η αίτηση, αλλά, το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για σκοπούς έκδοσης του, εντούτοις, για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια θεωρώ ότι ο καθ΄ου η αίτηση δεν είπε την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Με τον τρόπο που μαρτυρούσε αλλά και από αυτά που ανάφερε έγινε εμφανές ότι ήθελε να αποκρύψει κάποια γεγονότα και στοιχεία που ο ίδιος θεωρούσε, όπως μπορώ να υποθέσω, ότι ήταν επιβαρυντικά για την υπόθεση του αλλά και την εκδοχή που παρουσίασε. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει παρουσιάσει έστω τον αριθμό της υπόθεσης ή της διαδικασίας που ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του ήγειρε στη Ρωσική Ομοσπονδία παρά το ότι ισχυρίστηκε ότι τον έχει. Εμφανιζόταν ότι γνώριζε λεπτομέρειες της υπόθεσης του πατέρα του ενώ κατά στο στάδιο της αντεξέτασης του απαντούσε με γενικότητες. Ενώ υποστήριξε ότι οι γονείς του κατοικούν στην Suvorovskaya όταν ερωτήθηκε για την μητέρα του είπε ότι δεν έχει επικοινωνία μαζί της και ο λόγος είναι ότι δεν έχει τηλέφωνο ενώ σε κάποιο στάδιο υποστήριζε ότι ενημερωνόταν από αυτή σε σχέση με τον πατέρα του. Το γεγονός επίσης ότι στην Κύπρο μερίμνησε και γράφτηκε με το ελληνικό του όνομα και όχι με το ρωσικό, δημιουργεί και τις ανάλογες αμφιβολίες σε σχέση με τα όσα ανάφερε για την φυγή του από την Ρωσία και την μη επιστροφή του έκτοτε. Ο δε ισχυρισμός του ότι δεν υπήρξε ποτέ διευθυντής της εταιρείας Fant LCC και της Fant LCC 1, βρίσκεται σε αντίθεση με τα ενώπιον μου κατατεθέντα στοιχεία, σε σχέση με την εταιρεία Fant LCC, ενόψει βέβαια και της διαδικασίας αυτής το δικαστήριο δεν μπορεί να μπορεί να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα ως προς την ουσία των γεγονότων και συνεπώς δεν μπορεί να αξιολογηθεί ο ισχυρισμός του αυτός. Η άγνοια η οποία δήλωσε αναφορικά με την αναζήτηση του και την ύπαρξη διαδικασίας εναντίον στη Ρωσική Ομοσπονδία δεν συνάδει με την θέση που παρουσίασε ότι μιλούσε με τον πατέρα του και ενημερωνόταν για την υπόθεση του. Όπως φάνηκε τα γεγονότα που ενέπλεκαν τον πατέρα του ενέπλεκαν και τον ίδιο συνεπώς ήταν απόλυτα λογικό να ήταν ενήμερος τουλάχιστον από τον πατέρα του. Το θέμα που εξετάζεται στην παρούσα διαδικασία διέπεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την έκδοση Φυγοδίκων που κυρώθηκε από τον Περί Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόμο του 1970, 95/70 ο οποίος είναι υπέρτερους ισχύος και από τον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο του 1970 Ν. 97/
- Ο κυρωτικός Νόμος Ν.95/70καθορίζει τις προϋποθέσεις για έκδοση φυγοδίκων μεταξύ χωρών που προσχώρησαν στην σύμβαση. Ο Νόμος Ν.97/70ο οποίος στην πραγματικότητα θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τη λειτουργία και εφαρμογή της Σύμβασης ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία έκδοσης Φυγοδίκων. Η διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου εδράζεται στις διεθνείς υποχρεώσεις από αμοιβαίες συμφωνίες μεταξύ διαφόρων χωρών, υποχρεώσεις που συνεπάγονται πλήρη ευθύνη και η δέσμευση από την κάθε συμβαλλόμενη χώρα (βλ. Petrov v. Διευθυντή Φυλακών
(1996)1 ΑΑΔ 856 και In re Vaskevitch
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 136). Η νομοθεσία που αφορά και σχετίζεται με την έκδοση φυγοδίκων σκοπό έχει να εμποδίσει τον φυγόδικο, ο οποίος διέπραξε αδίκημα σε μια χώρα, να βρει άσυλο σε άλλη στην οποία καταφεύγει και έτσι να αποφύγει την δίκη και την τιμωρία. Βασίζεται πάνω στις απλές αρχές της δικαιοσύνης. Είναι, η νομοθεσία αυτή, ύψιστης σπουδαιότητας και σημασίας για τη δημόσια απονομή της δικαιοσύνης και την εσωτερική ασφάλεια των διαφόρων χωρών (βλ. Altieri αρ. 2
(1993)2 Α.Α.Δ 576, Benwell v. Attorney-General
(1986)LRC 2 (Const) 246, Γενικός Εισαγγελέας v. Nahum Vaskevitch 1 ΑΑΔ 136, 146). Αρχικά εισηγείται ο συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση ότι, σύμφωνα με την νομολογία, το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν στη διαδικασία, δεν γίνεται αυτομάτως αποδεκτό έστω και αν κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, αλλά απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας για απόδειξη του περιεχόμενου τους. Στην υπόθεση In re El-Bustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736, 742, λέχθηκαν τα εξής: «Η εισήγηση ότι το Δικαστήριο καθοδηγήθηκε από μη παραδεκτά στοιχεία για τους σκοπούς της έκδοσης παραγνωρίζει δύο πράγματα: (α) Ότι ο ίδιος ο νόμος (Ν.97/70)καθιστά την έκθεση γεγονότων, η οποία υποβάλλεται από την αιτούσα χώρα ως το απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό για έκδοση σε χώρες που προσυπόγραψαν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν 97/70, και (β) την προσαγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και των καταθέσεων των μαρτύρων που στοιχειοθετούν τα γεγονότα τα οποία περιλαμβάνονται στην έκθεση. .....» Το άρθρο 12 του Ν 95/70 με τίτλο «Αίτησις και δικαιολογητικά στοιχεία» προβλέπει τα ακόλουθα: 2. Προς υποστήριξη της αιτήσεως θέλουσι προσαχθεί: (α) το πρωτόκολλον ή επίσημον αντίγραφο, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλματος συλλήψεως ή έτερας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδόμενης κατά τας τύπους τους καθοριζόμενους υπό της Νομοθεσίας του αιτούντος Μέρους (β) έκθεσις των πράξεων δι΄ ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόμον χαρακτηρισμός και αι παραπομπαί εις στα νομοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρμογην και αίτινες δέον να εμφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον (γ) αντίγραφον των κατ΄εφαρμογήν διατάξεων ή, εφ΄ όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρμογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητούμενου ατόμου και πάσα ετέρα πληροφορία δυνάμενη να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου. Στην υπόθεση Altieri (Αρ.2) ν. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1993)1 ΑΑΔ 576, λέχθηκαν τα εξής: «Ο δικηγόρος του εφεσείοντα δεν υπέδειξε κανένα ή οποιοδήποτε μέρος των αποδεικτικών στοιχείων το οποίο δεν είναι αποδεκτό ως μαρτυρία με βάση την Κυπριακή Νομολογία. Αόριστοι, θεωρητικοί ισχυρισμοί δεν στηρίζουν υπόθεση. Ο λόγος αυτός είναι τελείως ατεκμηρίωτος και αβάσιμος.» Η παράθεση των πιο πάνω άρθρων και των λεχθέντων στην υπόθεση In re El-Bustani, και Altieri (Aρ. 2) απαντούν στην θέση του συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση. Η απόδειξης της Σύμβασης και των επιφυλάξεων της Ρωσική Ομοσπανδίας Το τεκμήριο 1 κατατέθηκε από τον Μ.1 για τους σκοπούς απόδειξης της προσχώρησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Σύμβαση και των επιφυλάξεων της. Το Τεκμήριο 1, Πιστοποιητικό, εκδόθηκε από την Υπουργό Εξωτερικών δυνάμει του Περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμου 103
(1)/
- Ο συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση πρόβαλε την θέση ότι οι παράγραφοι 2 και 3 του Τεκμηρίου 1, είναι πέραν των εξουσιών της Υπουργού που της παρέχονται με τον πιο πάνω Νόμο και ότι δεν έχει προσκομιστεί αποδεχτή μαρτυρία ότι η Ρωσική Ομοσπονδία διατύπωσε επιφυλάξεις. Επίσης σύμφωνα με τον κ. Φιλίππου, το Παράρτημα 1 στο Τεκμήριο 1, οι επιφυλάξεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας, από την όψη του φαίνεται να έχει εκτυπωθεί από το διαδίκτυο, είναι αγνώστου πατρότητας, είναι χωρίς υπογραφή ή μονογραφή της Υπουργού, που και αν ακόμα υπήρχαν (υπογραφή ή μονογραφή), όπως ανάφερε, δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία. Είναι επίσης θέση της υπεράσπισης ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ότι δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα η προσχώρηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας και οι τυχόν επιφυλάξεις της ώστε να δημιουργεί έδαφος για την έκδοση του Τεκμήριου
- Θα ξεκινήσω από την πρώτη εισήγηση του συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση που αφορά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και αν αυτά που η Υπουργός με το τεκμήριο αυτό βεβαιώνει εντάσσονται στις εξουσίες που της παρέχει ο πιο πάνω Νόμος. Το τεκμήριο 1 εκδόθηκε από την Υπουργό Εξωτερικών, δυνάμει των εξουσιών που της παρέχονται από το άρθρο 4
(2)(α) του Νόμου, όπως στο ίδιο το Τεκμήριο 1 αναφέρεται, αυτό είναι πρωτότυπο και φέρει την υπογραφή της Υπουργού Εξωτερικών Ερατώς Κοζάκου Μαρκουλλή. Το άρθρο 4
(2)(α) του Ν 103
(1)/2002 αναφορικά με ένα τέτοιο πιστοποιητικό, προβλέπει ότι μπορεί να πιστοποιεί τα ακόλουθα: (β) ...... (
- i)Ότι, συγκεκριμένη Διεθνής Σύμβαση δεσμεύει την Δημοκρατία και/ή (
- ii)Ότι, υπάρχει επιφύλαξη από μέρους της Δημοκρατίας σε συγκεκριμένη Διεθνή Σύμβαση και το περιεχόμενο αυτής και/ή (iii) Ότι, συγκεκριμένο ξένο κράτος έχει προσχωρήσει σε συγκεκριμένη Διεθνή Σύμβαση και/ή (
- iv)Ότι, υπάρχει επιφύλαξη από μέρους του συγκεκριμένου ξένου κράτους σε συγκεκριμένη Διεθνή Σύμβαση, και το περιεχόμενο αυτής. Στην παρ. 1 του Τεκμήριου 1 πιστοποιείται ότι η Ρωσική Ομοσπονδία έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων που έχει συναφθεί στο Παρίσι στις 13.12.1957, στο Πρόσθετο Πρωτόκολλο (ΕΤS no 086) της εν λόγω Σύμβασης, που έχει συναφθεί στο Στρασβούργο στις 15.10.1975, καθώς και στο Δεύτερο Πρόσθετο Πρωτόκολλο (ΕΤS no 098) της ίδιας Σύμβασης, που έχει συναφθεί στο Στρασβούργο στις 17.3.1978. Στην παρ. 2 του Τεκμηρίου 1 αναφέρεται ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση και τα Πρωτόκολλα της ισχύον καθ΄ όσον αφορά την Ρωσική Ομοσπονδία από τις 9.3.2000, ενώ στην παρ. 3 του Τεκμηρίου 1, αναφέρεται ότι σε σχέση με την πιο πάνω Σύμβαση και τα πρόσθετα Πρωτόκολλα της υπάρχουν επιφυλάξεις/δηλώσεις/ενστάσεις από μέρους της Ρωσικής Ομοσπονδίας, το περιεχόμενο των οποίων και επισυνάπτεται ως Παράρτημα I. Συνεπώς τα όσα περιέχονται στο Τεκμήριο 1, έχοντας υπόψη το πιο πάνω άρθρο, στο σύνολο τους, εμπίπτουν σε αυτά που ο Υπουργός Εξωτερικών σε κάθε περίπτωση έχει εξουσία να βεβαιώσει και να εκδίδει προς τον σκοπό αυτό πιστοποιητικό δυνάμει του προαναφερόμενου Νόμου. Υπό τις περιστάσεις, η εισήγηση του συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση κρίνεται αβάσιμη. Ακόμα όμως και αν στο Τεκμήριο 1, περιέχονταν στοιχεία ή γεγονότα για τα οποία δεν είχε εξουσία η Υπουργός να βεβαιώσει με βάση τον Νόμο, θεωρώ ότι δεν θα τίθετο ζήτημα επηρεασμού της εγκυρότητας του, νοουμένου ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του, σε σχέση με αυτά που μπορεί να βεβαιώσει και έχει εξουσία σύμφωνα με τον Νόμο. Σύμφωνα με τον πιο πάνω Νόμο και το άρθρο που παρέθεσα, μεταξύ άλλων, ένα τέτοιο πιστοποιητικό μπορεί να βεβαιώνει και να πιστοποιεί ότι, υπάρχει επιφύλαξη από μέρους του συγκεκριμένου ξένου κράτους σε συγκεκριμένη Διεθνή Σύμβαση και το περιεχόμενο της. Στην προκειμένη, τούτο βεβαιώνεται στην παρ. 3 του Τεκμηρίου 1 και επίσης επισυνάπτεται το περιεχόμενο των επιφυλάξεων/δηλώσεων/ενστάσεων της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το εν λόγω παράρτημα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του πιστοποιητικού που έκδωσε και υπογράφει η Υπουργός εξωτερικών και η μη υπογραφή του ή μονογραφή του δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο ως επίσης και το γεγονός ότι σε αυτό, το Τεκμήριο 1, δε αναφέρεται η πηγή προέλευσης του κάτι το οποίο δεν απαιτείται με βάση τον Νόμο. Ο Νόμος στον οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω, προβλέπει ότι η χορήγηση και υπογραφή πιστοποιητικού από τον Υπουργό Εξωτερικών γίνεται μόνο σε περίπτωση που η Διεθνής Σύμβαση ή η επιφύλαξη της Δημοκρατίας ή η επιφύλαξη ξένου κράτους, σε σχέση με την οποίο υποβάλλεται το συγκεκριμένο αίτημα, δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (βλ. άρθρο 4
(2)(α)). Ο συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση ουσιαστικά αμφισβητεί την εγκυρότητα του Τεκμηρίου 1, καθότι δεν έχει σύμφωνα με τον ίδιο, παρουσιαστεί στο Δικαστήριο μαρτυρία ότι δεν έχουν γίνει οι σχετικές δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, όπου σε αντίθετη περίπτωση, η Υπουργός δεν θα είχε εξουσία να εκδώσει το πιστοποιητικό, Τεκμήριο 1. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, ως επίσης και το γεγονός ότι στον Μ.1, που κατάθεσε το Τεκμήριο 1, δεν έχει υποβληθεί θέση ότι αυτό εκδόθηκε κατά παράβαση του Νόμου ή κάτω από περιστάσεις που να καθιστούν την έκδοση του μη νόμιμη, λειτουργεί το τεκμήριο της κανονικότητας το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 1 έχει εκδοθεί νομότυπα και ότι προϋπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του όπως και το γεγονός ότι δεν έχουν γίνει οι σχετικές δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας όπως το άρθρο 4
(1)(β) του Νόμου 103
(1)/2003 αναφέρει. Υπό τις περιστάσεις οι πιο πάνω θέσεις του συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση κρίνονται στο σύνολο τους αβάσιμες. Καταλήγω ότι το Τεκμήριο 1 συνιστά ικανοποιητική μαρτυρία για την απόδειξη της Σύμβασης και των επιφυλάξεων της. Η εφαρμογή του Άρθρο 9
(5)(α) του Νόμου 97/70 Η κα Λοιζίδου εισηγείται, προς απάντηση της θέσης του κ. Φιλίππου, ότι στην παρούσα διαδικασία δεν απαιτείται μαρτυρία προς ικανοποίηση του άρθρου 94 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και ότι με βάση την Σύμβαση και την Νόμο είναι αρκετό να παρουσιάζονται μόνο τα στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 12 της Σύμβασης, ενώ ο κ. Φιλίππου προβάλλει την θέση ότι το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό που καθορίζεται με από το άρθρο 94 της Ποινικής Δικονομίας. Ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στο παρόν στάδιο και σημείο, ενόψει της αμέσως προηγούμενης κατάληξης του δικαστηρίου που αφορά το Τεκμήριο 1 και τα όσα βεβαιώνει. Όπως έχει κριθεί η διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου συνιστά πολιτική διαδικασία και είναι ιδιότυπη (sui generis). Η απουσία των προϋποθέσεων για την χορήγηση θεραπείας καταρρίπτει και το βάθρο για την έκδοση διαταγής για την έκδοση του καθ΄ου η αίτηση καθόσον η συνύπαρξη των προϋποθέσεων για την έγκυρη εξουσιοδότηση της διαδικασίας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας προς έκδοσης φυγοδίκου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (αρ.3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 1009, Τζεννάρο Περέλλα (αρ.2) 1996 1 Α.Α.Δ. 1009, Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α.
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2261). Προκύπτει από την νομολογία ότι η παρ. (α) του εδαφίου
(5)του άρθρου 9 της Σύμβασης δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση αίτησης έκδοσης δυνάμει της Σύμβασης. Τα δικαιολογητικά στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 12 της Σύμβασης είναι αρκετά (βλ. άρθρο 9
(5)(γ) και 13
(3)του Νόμου, Altieri ν. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1993)1 ΑΑΔ 576). Το άρθρο 9
(5)(α) του Ν 97/70 προβλέπει τα εξής: 9.
(1)............. ..............
(5)Εφ΄όσον η εξουσιοδότησης διά την έναρξιν της διαδικασίας εκδόσεως ήθελε παρασχεθή το δε επιληφθέν της εκδόσεως Δικαστήριον ήθελεν ικανοποιηθή, δυνάμει των προσαχθέντων προς υποστήριξιν της αιτήσεως εκδόσεως αποδεικτικών στοιχείων, ή των κατ΄αυτής προσαχθέντων τοιούτων ότι το αδίκημα εις ο αφορά η τοιαύτη εξουσιοδότησις είναι αδίκημα δι΄ό δύναται κατά νόμον να χωρήση έκδοσις, προς τούτοις δε ικανοποιηθεί- (α) εν μεν τη περίπτωσει προσώπου διωκόμενου δια την διάπραξιν του εν λόγω αδικήματος, ότι τα προσαχθέντα ενώπιον αυτού αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή ώστε να δικαιολογώσι την παραπομπήν αυτού εις δίκην δια το εν λόγω αδίκημα, εφ΄όσον τούτο διεπράττετο εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. (β).......... (γ) Νοείται ότι σε περίπτωση αιτήσεως εκδόσεως δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων που κυρώθηκε με τον Νόμο 95/70 εφαρμόζονται οι διατάξεις της ειρημένης Σύμβασης αντί των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου 5 του άρθρου 9 του παρόντος Νόμου. Στην υπόθεση In re El-Bustani (πιο πάνω) στη σελ. 742 λέχθηκαν τα εξής: «Προς το σκοπό άρσης οποιασδήποτε αμφιβολίας για τις συνέπειες στο κυπριακό νομικό στερέωμα των δύο νομοθετημάτων, διευκρινίζεται ότι ο Ν 97/70 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έκδοση φυγοδίκων, ενώ ο Ν 95/70 καθορίζει με την κύρωση της Συνθήκης τις προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκων. Ο Ν 97/90 βεβαιώνει ότι το απαιτούμενο για τους σκοπούς έκδοσης αποδεικτικό υλικό, σε χώρες που ισχύει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση, είναι εκείνο το οποίο προβλέπεται από τη Σύμβαση (Άρθρο 3 - Ν 97/90). (Προφανώς η αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση In re El-Bustani, σε Ν.97/90είναι λανθασμένη). Σχετικά με το ζήτημα αυτό είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Andrei Colov v. Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών
(2001)1 ΑΑΔ 1109: «Εξάλλου δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η διαδικασία βασιζόταν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων, η οποία δεν απαιτεί την προσαγωγή μαρτυρίας που να δημιουργεί το τεκμήριο ενοχής του άρθρου 94 του Κεφ. 155». Συνεπώς από τα πιο πάνω καθίσταται εμφανές ότι η θέση του συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 9
(5)(α) του Νόμου δεν ευσταθεί. Η εξουσιοδότηση του Υπουργού - Τεκμήριο Α και το Ένταλμα σύλληψης Τεκμήρια 4 Α και 4Β: Στις 28.11.2011, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης υπέγραψε εξουσιοδότηση (Τεκμήριο Α) για έναρξη της διαδικασίας έκδοσης εναντίον του καθ΄ου η αίτηση στην οποία μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όπως περιγράφεται στα έγγραφα τα οποία διαβιβάστηκαν με την πιο πάνω αίτηση μέσω της διπλωματικής οδού, την περίοδο 2003 μέχρι 2007 ο NIKOLAY FYODOROVICH PILALOV μαζί με άλλα πρόσωπα συνωμότησε με σκοπό να κλέψουν και να αποσπάσουν από πιστωτικά ιδρύματα, με τη δημιουργία και παρουσίαση πλαστών εγγράφων, το χρηματικό ποσό των 14 790 000 Ρουβλιών. Επειδή οι πιο πάνω εγκληματικές πράξεις, εκτός από την παράβαση της νομοθεσία της ρηθείσας χώρας, συνιστούν και παράβαση της Κυπριακής νομοθεσίας και συγκεκριμένα των Άρθρων 297, 298 (απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις), Συνομωσία για διάπραξη κακουργήματος), 255 (Κλοπή), 262 (ποινή κλοπής), 300 (Απάτη), 371 (συνομωσία για διάπραξη κακουργήματος), άρθρο 372 (συνομωσία για διάπραξη πλημμελήματος) του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα 154, αδικήματα που επιφέρουν ποινή φυλάκισης πέραν του ενός έτους.» Η εγκυρότητα της πιο πάνω εξουσιοδότησης, αμφισβητείται. Η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι αυτή είναι άκυρη καθότι το φερόμενο ως ένταλμα σύλληψης (Τεκμήρια 4 Α και 4 Β), όπως το χαρακτήρισε ο συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση, δεν αποτελεί ένταλμα σύλληψης εντός της έννοιας του νόμου και ως εκ τούτου η εξουσιοδότηση (Τεκμήριο Α) εξεδόθη καθ΄ υπέρβαση εξουσίας. Στην υπόθεση Dmitry Kotlyarenko ν. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών Πολιτική Έφεση 280/2010 ημερ. 17.3.2011, με αναφορά στα όσα το άρθρο 7
(2)(α) του Ν. 97/70 προνοεί, τονίστηκε ότι το ζήτημα της νομιμότητας του εντάλματος σύλληψης, σύμφωνα με του νόμους της αιτήτριας χώρας, είναι ουσιώδους σημασίας για την έκδοση του διατάγματος έκδοσης φυγοδίκου. Το Τεκμήριο 4Β που είναι η μετάφραση του Τεκμηρίου 4 Α, του Ρωσικού κειμένου, φέρει τον τίτλο Warrant of Arrest, στο έγγραφο αυτό αναφέρονται τα αδικήματα τα οποία κατ΄ ισχυρισμό διάπραξε ο καθ΄ου η αίτηση αλλά και τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ανάμιξη και τον τρόπο διάπραξη τους από τον καθ΄ου η αίτηση και από άλλα πρόσωπα. Ο συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση υποστηρίζει ότι το Τεκμήριο 4 Α, αυτοτιτλοφορείται ένταλμα σύλληψης αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι ένταλμα σύλληψης εντός της έννοιας του Νόμου αλλά περιέχει απόφαση για προληπτική κράτηση του καθ΄ου η αίτηση για 2 μήνες. Στην υπόθεση Vladimr Petrov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1996)1 Α.Α.Δ 856 ένας από τους λόγους Έφεσης ήταν το κατά πόσο το ένταλμα που επισυνάφθηκε στην αίτηση ικανοποιούσε τις απαιτήσεις του Νόμου περί εντάλματος. Στην σελ. 860, της πιο πάνω απόφασης μεταξύ άλλων λέχθηκαν τα εξής: «...Το γεγονός ότι υπάρχει εισήγηση όπως τεθεί υπό κράτηση για να του επιβληθεί πρόστιμο και να τιμωρηθεί για την διαφυγή του προς αποφυγή της ποινικής διαδικασίας, δεν επηρεάζει το υπό κρίση θέμα: είναι φανερό από το όλο περιεχόμενο του εγγράφου καθώς και από την έγκριση που δίδεται στο άνω μέρος της πρώτης σελίδας από τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της περιοχής για σύλληψη του καθ΄ου η αίτηση και με ερμηνεία της όλης σχετικής νομοθεσίας κάτω από το πνεύμα που αναφέραμε πιο πάνω, ότι τούτο πρέπει να θεωρηθεί ως «ένταλμα» εντός της έννοιας του νόμου, ασχέτως της δομής του και του τρόπου που έχει συνταχθεί στη χώρα που εξεδόθη.» Επίσης αναφέρει ο συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση στο Τεκμήριο 4 Α Warrant of Arrest αναφέρεται ότι εκδόθηκε στις 13.7.2009 στην παρουσία του καθ΄ου η αίτηση, ο οποίος από το 2006 βρίσκεται στην Κύπρο και δεν ήταν στο Δικαστήριο εκείνη την ημερομηνία. Φαίνεται έτσι, σύμφωνα με τον δικηγόρο του ότι δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν, είτε αυτό δεν αφορά τον εκζητούμενο, είτε πρόκειται για ψεύτικο κατασκεύασμα. Το ότι η αίτηση καθώς και όλα τα σχετικά έγγραφα που έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αφορούν τον καθ΄ου η αίτηση δεν έχει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αμφισβητηθεί. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί σε καμία περίπτωση ότι το πρόσωπο που είναι ενώπιον του δικαστηρίου είναι το πρόσωπο που σε κάθε έγγραφο αναφέρεται ως Nikolay Pilavov, όπως και στο Τεκμήριο 4 Β. Συνεπώς η θέση ότι το Τεκμήριο 4 Β αφορά άλλο πρόσωπο δεν ευσταθεί. Άλλωστε ο συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση αρχίζοντας την αγόρευση του, δήλωσε ότι το πρόσωπο που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και το πρόσωπο που αναφέρεται στην αίτηση είναι το ίδιο και τούτο γιατί ο καθ΄ου η αίτηση φέρει και το ελληνικό όνομα Νικόλαος Πιλαβίδης. Επίσης η ταυτότητα του καθ΄ου η αίτηση διαπιστώθηκε και στα αρχικά στάδια της διαδικασίας τούτης. Στο δε Τεκμήριο 4 Β γίνεται ρητή αναφορά σε Nikolay Pilavov. Από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 Β, σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει ότι ο καθ΄ου η αίτηση ήταν παρών σε οποιοδήποτε στάδιο στη διαδικασία έκδοσης του. Αν ήταν παρών αρχικά δεν θα υπήρχε λόγος να μην συλληφθεί παραύτα. Η αναφορά στο τεκμήριο 4 Β The defender τόσο στην πρώτη όσο και στην προτελευταία σελίδα, δείχνουν ότι πρόκειται για δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον καθ΄ου η αίτηση στην διαδικασία εκείνη, του οποίου και το όνομα αναφέρεται (A.A. Crtistoforov) και ο αριθμός της άδειας του ως δικηγόρος καθώς και οι θέσεις του (βλ. προτελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 4 Β, 4η παρ. από το τέλος) για απόρριψη της αίτησης γιατί ο Ν.F. Pilavov εγκατέλειψε την Ρωσική Ομοσπονδία πριν την αναγγελία ότι αυτός αναζητείται, κάτι το οποίο επιβεβαιώνει ότι αυτός δεν ήταν παρών. Η θέση επίσης ότι είναι ανυπόγραφο το Τεκμήριο 4Β δεν ευσταθεί, τόσο το Τεκμήριο 4 Α το Ρωσικό κείμενο όσο και το Τεκμήριο 4Β που είναι η μετάφραση του φέρουν υπογραφές και σφραγίδες που βεβαιώνουν την γνησιότητα του, ενώ με επιπρόσθετες διευκρινήσεις που ζητήθηκαν και δόθηκαν, όπως ο Μ.1 ανάφερε, αναφορικά με τις σφραγίδες που φέρουν τα Τεκμήρια 4 Α και 4Β, σχετικό είναι το Τεκμήριο 12 που κατέθεσε, βεβαιώνεται ότι πρόκειται για πιστά αντίγραφα καθώς και η γνησιότητα των σφραγίδων που φέρουν και η προέλευση τους. Σύμφωνα με τα όσα ο Μ.1 ανέφερε, η εξουσιοδότηση του Υπουργού (Τεκμήριο Α) εκδόθηκε στη βάση της αίτησης και των εγγράφων που στάληκαν από την αιτούσα χώρα. Ανάμεσα στα έγγραφα που ο Μ.1 κατέθεσε ως τεκμήρια, αναφέροντας ότι ήταν αυτά που παραλήφθηκαν, ήταν και τα Τεκμήρια 4 Α και 4 Β. Συνεπώς εφόσον τα τεκμήρια 4 Α και 4 Β είναι επίσημα αντίγραφα, έχουν ικανοποιηθεί οι πρόνοιες του άρθρου 12
(2)της Σύμβασης. Το ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε από τον δικαστή V.M. Lopushanskaya του Επαρχιακού Δικαστηρίου της περιοχής Predgorny της Επαρχίας Stavropol στην παρουσία των όσων αναφέρονται στην αρχή της πρώτης σελίδας. Το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 4 Β, στο ένταλμα σύλληψης, περιγράφεται και το ένδικο μέσο για την προσβολή του δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την εγκυρότητα του ή αλλοιώνει τον χαρακτήρα του ως ένταλμα σύλληψης. Το Τεκμήριο 4 Α και 4 Β από το περιεχόμενο του είναι φανερό ότι πρόκειται για ένταλμα σύλληψης και τούτο πρέπει να θεωρηθεί ως ένταλμα σύλληψης εντός της έννοιας του Νόμου, ασχέτως της δομής του και του τρόπου που έχει συνταχθεί στη χώρα που εξεδόθη. Συνεπακόλουθα η εξουσιοδότηση που εκδόθηκε από τον Υπουργό Τεκμήριο Α, ο οποίος μεταξύ άλλων και πέραν του πιο πάνω εντάλματος σύλληψης έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία διαβιβάστηκαν με την αίτηση του Αναπληρωτή Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα τα οποία σύμφωνα με τον Μ.1 ήταν, η έκθεση γεγονότων (Τεκμήρια 5 Α και 5 Β), το κατηγορητήριο (Τεκμήρια 6 Α και 6 Β), η Ρωσική Νομοθεσία (Τεκμήρια 7 Α και 7 Β), πληροφορίες για τον φυγόδικο (Τεκμήρια 8 Α και 8 Β), Διαταγή για έρευνα (Τεκμήρια 9 Α και 9 Β) και διαταγή για διεθνή αναζήτηση (Τεκμήρια 10 Α και 10 Β) δεν πάσχει με οποιοδήποτε τρόπο. Αναφορικά με την εξουσιοδότηση Τεκμήριο Α, σχετικό είναι και το ζήτημα της υποβολής της αίτησης όχι από τον Υπουργό Δικαιοσύνης αλλά από την Γενική Εισαγγελία στης Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπου σύμφωνα με την θέση του συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση, η εξουσιοδότηση (Τεκμήριο Α) που εκδόθηκε από τον Υπουργό, για τον λόγο αυτό, καθίσταται ελαττωματική. Σχετικά με το θέμα αυτό αναφορά γίνεται αμέσως πιο κάτω. Η υποβολή από της αίτησης από την Γενική Εισαγγελία της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Είναι η θέση του συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση ότι, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την έκδοση φυγοδίκων, αρμόδιος να ζητήσει την έκδοση είναι ο Υπουργός της Ρωσίας και όχι ο Γενικός Εισαγγελέας, ενώ και αν ακόμα γίνει δεκτό ότι αρμόδιο όργανο είναι ο Γενικός Εισαγγελέας, ο βοηθός Γενικός Εισαγγελέα ουδεμία αρμοδιότητα έχει. Η πιο πάνω εισήγηση επεκτείνεται και στην εξουσιοδότηση που έκδωσε ο Υπουργός, η οποία καθίσταται για τον πιο πάνω λόγο ελαττωματική. Η θέση ότι η σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση καθορίζει ως αρμόδιο να ζητήσει την έκδοση είναι ο Υπουργός της Ρωσίας (Υπουργός Δικαιοσύνης), είναι λανθασμένη. Το άρθρο 12 της Σύμβασης αναφέρει ότι η αίτησις θέλει διατυπωθεί εγγράφως και υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και δεν καθορίζει το όργανο που είναι αρμόδιο να υποβάλει την αίτηση. Στην υπό κρίση περίπτωση είναι παραδεκτό και αναμφίβολο ότι η αίτηση και τα έγγραφα που την συνοδεύουν υποβλήθηκαν από τη Ρωσική Ομοσπονδία στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω της διπλωματικής οδού. Πιο πάνω, έχω καταλήξει ότι, το Τεκμήριο 1 συνιστά ικανοποιητική μαρτυρία για την απόδειξη της Σύμβασης και των επιφυλάξεων της. Σύμφωνα λοιπόν με το Τεκμήριο 1, η Ρωσική Ομοσπονδία έχει επιφυλάξει το δικαίωμα της να μην εφαρμόσει το Κεφάλαιο V του Δευτέρου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης. Στην υπόθεση Alexandra Atapina ν. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(2002)1 Α.Α.Δ. 1208, μεταξύ άλλων, ήταν η θέση της αιτήτριας ότι η αίτηση έπρεπε να έχει υποβληθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ρωσικής Ομοσπονδίας και όχι από τη Γενική Εισαγγελία θέση η οποία απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ένας από τους λόγους έφεσης αφορούσε την πιο πάνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και το Εφετείο ανάφερε τα εξής: «Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης δεν περιέχει πρόνοιες ως προς το όργανο που είναι αρμόδιο για υποβολή αίτησης. Επομένως εναπόκειται στο κάθε κράτος να καθορίσει το όργανο το οποίο είναι αρμόδιο για τέτοιο σκοπό. Η Ρωσική Ομοσπονδία έχει αναθέσει την σχετική αρμοδιότητα στη Γενική Εισαγγελία. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδεικνύει ότι η ανάθεση δεν ήταν νομότυπη. Λειτουργεί επομένως το τεκμήριο της κανονικότητας το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ανάθεση είχε συντελεστεί νομότυπα.» Το ζήτημα της σπουδαιότητας των ζητημάτων που εγείρουν οι επιφυλάξεις, αναφέρεται στην υπόθεση Atapina (πιο πάνω), με αναφορά και στο σύγγραμμα Oppenheim´s International Law Vol. I σελ. 1244. Επίσης στην Atapina (πιο πάνω), αναφέρεται ότι το ζήτημα της επιφύλαξης διέπεται από τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών η οποία έχει κυρωθεί από τον περί της Συμβάσεως της Βιέννης επί του Δικαίου των Συνθηκών (Κυρωτικό) Νόμο του 1976 (Ν.62/76)όπου και γίνεται αναφορά στα άρθρα 2
(1)(δ) 19 και 21 της Σύμβασης. Συνεπώς, η Ρωσική Ομοσπονδία δεν δεσμεύεται από τις πρόνοιες του Κεφαλαίου V και δεν υπέχει υποχρέωση να υποβάλει την αίτηση μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με δεδομένο λοιπόν ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως Φυγοδίκων δεν περιέχει πρόνοιες ως προς το όργανο που είναι αρμόδιο για υποβολή της αίτησης και το κάθε κράτος δύναται να καθορίσει το όργανο που είναι αρμόδιο για τον σκοπό αυτό, η Ρωσική Ομοσπονδία, που μας ενδιαφέρει εδώ, ανάθεσε την σχετική αρμοδιότητα στη Γενική Εισαγγελία. Όπως και στην υπόθεση Atapina (πιο πάνω), λειτουργεί το τεκμήριο της κανονικότητας το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ανάθεση είχε συντελεστεί νομότυπα. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να αποδεικνύει το αντίθετο. H υπόθεση Meshanov ν. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(2001)1 ΑΑΔ 1228. εμφανώς διαφοροποιείται από την παρούσα καθότι εκεί δεν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Ρωσική Ομοσπονδία είχε επιφυλάξει το δικαίωμα της να μη εφαρμόσει το Κεφάλαιο V του Δεύτερου Πρωτοκόλλου. Η παράκληση της Ρωσικής Ομοσπονδίας ημερ. 28.11.2011, Τεκμήριο 3, δια της οποίας υποβάλλεται η αίτηση με τα σχετικά έγγραφα, αναφέρεται σε αίτημα της Γενικής Εισαγγελίας (Prosecutor´s General Office), επισυνάπτει την αίτηση ημερ. 24.11.2011, της Γενικής Εισαγγελίας την οποία και υπογράφει ο Deputy Prosecutor General of the Russian Federatiion G.B. Lopatin, δηλαδή ο Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και όχι ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, όπως ο συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση ανάφερε. Το γεγονός ότι την αίτηση υπογραφεί ο Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας και όχι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε από την Γενική Εισαγγελία της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Άλλωστε όπως και ο όρος υποδηλεί, το πιο πάνω πρόσωπο, αναπλήρωνε τον Γενικό Εισαγγελέα στα καθήκοντα του που δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι είχε δικαίωμα να εκτελεί τα ίδια ακριβώς καθήκοντα και να ασκεί τις ίδιες εξουσίες με το πρόσωπο που αναπλήρωνε. Δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο τεθεί ενώπιον μου ότι η Αναπλήρωση του Γενικού Εισαγγελέα και η υπογραφή της αίτησης από τον Αναπληρωτή του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν ήταν νομότυπη συνεπώς και εδώ λειτουργεί το τεκμήριο ότι όλα έγιναν νομότυπα. Ακολουθεί με βάση το πιο πάνω σκεπτικό ότι η εισήγηση του συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η Έκθεση Γεγονότων του άρθρου 12 της Σύμβασης. Είναι η θέση του συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση ότι δεν δεν πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 7
(2)(β) του Ν 97/70 και του άρθρου 12
(2)(β) της Σύμβασης καθότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφο το οποίο να αποτελεί την έκθεση γεγονότων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης και ότι η παραπομπή στα διάφορα έγγραφα οδηγεί σε δαιδαλώδη πορεία ανίχνευσης πράξεων για τις οποίες τυγχάνει εφαρμογής ο λόγος της υπόθεσης Δημοκρατίας ν. Ivan Kolesnikov
(2008)1 AAΔ 594. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε στην Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1 AAΔ 1228 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Από τη σχετική διάταξη του νόμου δεν συνάγεται υποχρέωση από τη χώρα που ζητά την έκδοση να συγκεντρώνει τα γεγονότα σε ένα και μοναδικό τυποποιημένο έγγραφο. Δυσκολεύομαι να αποδώσω τέτοια πρόθεση στους συντάκτες της Σύμβασης να δημιουργήσουν τέτοια στεγανά. Δεν έχει θέση, κατά τη γνώμη μου, η προτεινόμενη συσταλτική ερμηνεία. Θα μπορούσε για παράδειγμα να γίνει παραπομπή σε άλλο έγγραφο το οποίο περιέχει συμπληρωματικούς ισχυρισμούς. Ως ένα βαθμό αυτό έγινε στην παρούσα περίπτωση, όπως μπορεί να συναχθεί από την παράγραφο την οποία αντέγραψα από την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα για την ποινική δίωξη του αιιτητή.» Στην υπόθεση Kolesnikov αναφορικά με το σημαντικό αυτό στοιχείο σε αίτηση έκδοσης φυγοδίκου λέχθηκαν τα εξής: «Η προσαγωγή της έκθεσης των πράξεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την έκδοση φυγοδίκων. Η μη προσαγωγή του συγκεκριμένου αυτού στοιχείου, χωρίς δυνατότητα λογικής υποκατάστασής του από άλλα αξιόπιστα στοιχεία που προσάγονται για σκοπούς έκδοσης αναπόφευκτα καθιστά απορριπτέα την αίτηση έκδοσης. Στην προκειμένη περίπτωση ο πρωτόδικος δικαστής ορθά διέκρινε τη Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1 AAΔ 1228 από την παρούσα υπόθεση καθότι στη Mechanov υπήρχε ένα δισέλιδο έγγραφο που δεν είχε επικεφαλίδα τη φράση «Έκθεση πράξεων». Ωστόσο, το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αποτελούσε ουσιαστικά «έκθεση πράξεων» στην έννοια του άρθρου 12
(2)(β) της Σύμβασης, ικανοποιώντας έτσι τη σχετική προϋπόθεση.» Στην υπόθεση Kolesnikov, το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπέχει θέση έκθεσης των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση του καθ΄ου η αίτηση και απέρριψε την αίτηση για τον λόγο αυτό, θεωρώντας ότι δεν είχαν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις του άρθρο 12.2. της Σύμβασης. Κρίθηκε κατ΄ έφεση ορθή η πιο πάνω διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου και λέχθηκαν τα εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να επιλέξει σε ποια από αυτά τα έγγραφα θα μπορούσε ενδεχομένως να εντοπιστεί η λεπτομερείς περιγραφή των πράξεων ούτε και να ταξινομήσει, σύμφωνα με τη δική του κρίση, τις οποίες πράξεις θεωρούσε ότι ενδεχομένως συνιστούν τα ποινικά αδικήματα για τα οποία αντιμετωπίζει κατηγορίες ο εκζητούμενος. Αυτή η υποχρέωση βαρύνει αποκλειστικά το μέρος το οποίο ζητά την έκδοση. Στην προκειμένη περίπτωση η παράλειψη της Ρωσικής Ομοσπονδίας να υποβάλει την έκθεση των πράξεων ως είχε υποχρέωση, άφησε κενό που δεν μπορούσε υπό τις περιστάσεις να συμπληρωθεί με άλλο τρόπο, όπως ορθά έκρινε ο πρωτόδικος δικαστής.» Στην προκειμένη περίπτωση, ενώπιον μου έχει κατατεθεί το Τεκμήριο 5Β που φέρει τον τίτλο «Information about the circumstances of the crime incriminates for N.F. Pilavov» το οποίο παραπέμπει στο έγγραφο που φέρει τον τίτλο «Decree on indictment as a defendant» που είναι το Τεκμήριο 6 Β, τα οποία περιγράφουν και εκθέτουν τα γεγονότα αλλά και αποδίδουν εγκληματική συμπεριφορά στον καθ΄ου η αίτηση. Συνεπώς τυπικά θα έλεγα «έκθεση πράξεων» υπάρχει. Τα πιο πάνω έγγραφα, σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία, αποτελούσαν μέρος των εγγράφων που χρησιμοποιήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη για τους σκοπούς έκδοσης της εξουσιοδότησης (Τεκμήριο Α). Τίθεται όμως ζήτημα επάρκειας του περιεχομένου των πιο πάνω τεκμηρίων ώστε και ουσιαστικά να καθίστανται «έκθεση πράξεων». Ισχυρίζεται ο συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση ότι, λόγω του όγκου των εγγράφων και των αντιφάσεων που αυτά περιέχουν κατέστει αδύνατος ο ασφαλής προσδιορισμός των κολάσιμων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση του καθ΄ου η αίτηση και ότι η πολλαπλότητα των εγγράφων που περιέχουν γεγονότα, προκάλεσε σύγχυση τον αιτητή και συνεπώς επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του για Δίκαιη Δίκη. Οι αντιφάσεις σύμφωνα με τον δικηγόρο του, αφορούν τον ισχυρισμό ότι ήταν διευθυντής της εταιρείας Fant και Fant 1 αφού σε κάποια έγγραφα αναφέρεται ότι ήταν διευθυντής της Fant σε άλλα ότι ήταν διευθυντής της Fant και της Fant 1, ενώ σε ένα άλλο έγγραφο ότι ήταν γενικός διευθυντής της Fant και της Fant 1, επίσης υπάρχει διαφορά στον αριθμό των περιπτώσεων διάπραξης ξεχωριστών αδικημάτων με τα οποία ζημίωσαν κάποια πρόσωπα στα διάφορα τεκμήρια, σύγχυση υπάρχει ως προς το ποσό που κατ΄ ισχυρισμό έκλεψε ο καθ΄ου η αίτηση και δεν υπάρχουν λεπτομέρειες σε ότι αφορά τον ακριβή χρόνο της ισχυριζόμενης διάπραξης των αδικημάτων που του αποδίδονται επίσης ότι υπάρχει διαφορά στα έγγραφα ως προς τα αδικήματα που ο καθ΄ου η αίτηση ζητείται να εκδοθεί όπου σε κάποια έγγραφα αναφέρεται το άρθρο 159.4 και σε κάποια το άρθρο 159.3 και 159.2 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα. Στο Τεκμήριο 5 Β, αναφέρεται ότι Ν.F. Pilavov κατηγορείται ότι ενώ ήταν διευθυντής της Fant LLC ενεργώντας ως μέλος ομάδας δια συμφωνίας που προηγήθηκε, με κίνητρα συμφέροντος και με σκοπό να κλέψουν χρηματικά ποσά από πιστωτικά ιδρύματα με την σύναψη δανείων, χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του, παραπλάνησε του εργοδοτούμενος της Fant LLC και της Fant 1 LLC να συνάψουν δάνεια από τα πιο πάνω πιστωτικά ιδρύματα για τους σκοπούς της Fant LLC και της Fant 1 LLC με την υπόσχεση ότι θα συνεχίσει να πληρώνει τα δάνεια με έξοδα των πιο πάνω εταιρειών. Ο Ν.F. Pilavov ενεργώντας ως μέλος ομάδας ατόμων, κατάρτισε πλαστά έγραφα για δικούς τους σκοπούς, αιτήσεις πιστοποιητικά αποδοχών, profiles στο όνομα των εργαζομένων της Fant LLC και της Fant 1 LLC για τους σκοπούς απόκτησης των δανείων. Στη συνέχεια εργοδοτούμενος του παραρτήματος αρ. 30 της North Caucasiam Bank of Savings Bank της Ρωσικής Ομοσπονδίας, στη βάση των φανταστικών εγγράφων ετοίμαζε τα έγγραφα των εγγυήσεων και των πιστωτικών συμφωνιών με ιδιώτες που ζητούσαν να λάβουν δάνεια και στη συνέχεια παραχωρούσε τα δάνεια στους δανειζόμενους. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, κατά την περίοδο από 2003 μέχρι 2007 δια εξαπατήσεως κλάπηκε χρηματικό ποσό από δύο εμπορικές εταιρείας συνολικού ύψους 14 790 000 Ρουβλιών. Το τεκμήριο 5 Β παραπέμπει και στο έγγραφο με τίτλο «Decree on indictment as a defendant»,που είναι το Τεκμήριο 6 Α και 6 Β ενώπιον του δικαστηρίου, στο οποίο, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 5 Β, σε αυτό το έγγραφο (Τεκμήριο 6Β) δίδεται λεπτομερείς κατάλογος των προσώπων που υπέφεραν από την εγκληματική δραστηριότητα του Ν.F. Pilavov Το τεκμήριο 6 Β, που συμπληρώνει το περιεχόμενο του Τεκμήριου 5 Β, αφού το τελευταίο παραπέμπει στο συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο είναι και πολυσέλιδο, ως προς την ουσία των γεγονότων δεν διαφοροποιείται κατά τρόπο που να αναιρεί την ουσία του Τεκμηρίου 5 Β, το οποίο πρόκειται για ένα δισέλιδο κείμενο. Ενόψει και του όγκου του Τεκμηρίου 6 Β, που είναι το κατηγορητήριο, σε αυτό δίδονται περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες, όπως, αναφέρει στα ονόματα των προσώπων που αποτελούσε η ομάδα και δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες των ενεργειών, των πράξεων, της συμπεριφοράς και της δραστηριότητας του καθ΄ου η αίτηση για κάθε περίπτωση, λεπτομέρειες επίσης ως προς την συμμετοχή και το είδος της συμμετοχής άλλων προσώπων, ονόματα προσώπων που επηρεάστηκαν από την δραστηριότητα του καθ΄ου η αίτηση κ.α Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμήριου 6 Β, το ποσό των δανείων αποσπάστηκε δια απάτης από τον καθ΄ου η αίτηση και τους συνεργάτες του και χρησιμοποιήθηκε για δικούς τους σκοπούς. Έχω με ιδιαίτερη προσοχή διεξέλθει των δύο πιο πάνω τεκμήριων (Τεκμήριο 5 Β και 6 Β) και δεν έχω διαπιστώσει να γίνεται αναφορά ότι ο καθ΄ου η αίτηση ήταν διευθυντής της Fant 1 LCC. Τόσο στο Τεκμήριο 5 Β όσο και στο Τεκμήριο 6 Β ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρεται ως διευθυντής Fant LCC. Σε ότι αφορά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν 95/70, το οποίο πιο πάνω καταγράφεται, για την υποστήριξη της αίτησης θα πρέπει να προσαχθεί έκθεση των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, ο τόπος και χρόνος πράξεως. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα ενώπιον μου κατατεθέντα τεκμήρια, καθορίζεται ο χρόνος. Στο τεκμήριο 6 Β, αναφέρεται για πράξεις που έγιναν και καλύπτουν το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 2003 μέχρι τον Απρίλιο του 2006 όπου για κάθε περίπτωση γίνεται ξεχωριστή αναφορά και στον μήνα και στο έτος. Το γεγονός ότι δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένη ημερομηνία δεν σημαίνει ότι δεν καθορίζεται ο χρόνος έτσι που να μην υπάρχει συμμόρφωση με το άρθρο 12 του Νόμου. Σε ότι αφορά το ποσό, δεν έχει υποδειχτεί από τον συνήγορο του καθ΄ ου η αίτηση που υπάρχει διαφορά και αντίφαση στα έγραφα. Στο Τεκμήριο 5 Β γίνεται αναφορά στο συνολικό ποσό (14 790 000 Ρούβλια) ενώ στο Τεκμήριο 6 Β γίνεται αναφορά για το ποσό που αποσπάστηκε σε κάθε περίπτωση. Συνεπώς η εισήγηση του συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση ότι στην παρούσα περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο λόγος της υπόθεσης Δημοκρατίας ν. Ivan Kolesnikov
(2008)1 AAΔ 594 δεν ευσταθεί. Εδώ υπάρχει επαρκής υλικό (Τεκμήριο 5 Β και Τεκμήριο 6 Β) ούτως ώστε να ικανοποιείται η σχετική προϋπόθεση του άρθρου 12
(2)(β) της Σύμβασης. Το ένταλμα σύλληψης (Τεκμήριο 4Β) εκδόθηκε, όπως αυτό προκύπτει από την πρώτη παράγραφο της πρώτης σελίδας, για αδικήματα που κατηγορείται ότι διέπραξε ο καθ΄ου η αίτηση κατά παράβαση του μέρους 4 του άρθρου 159 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα. Στη συνέχεια στην ίδια σελίδα κάτω από τον τίτλο HAS ESTABLISHED THE FOLLOWING γίνεται αναφορά και το άρθρο 159.3 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα. Στην δεύτερη από το τέλος σελίδα του τεκμηρίου αυτού αναφέρεται ότι στις 30.6.2009 εκδόθηκε διαταγή για δίωξη του καθ΄ου η αίτηση για την διάπραξη αδικημάτων κατά παράβαση του άρθρου 159.4 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα και στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 4 Β γίνεται αναφορά και πάλι στο ίδιο πιο πάνω άρθρο. Στο Τεκμήριο 3, το οποίο απευθύνεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης γίνεται αναφορά στα άρθρα 159.2 και 159.3 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα ενώ στο Τεκμήριο 5 Β που είναι η έκθεση γεγονότων και αποτελούσε μέρος των εγγράφων που διαβιβάστηκαν μαζί με το Τεκμήριο 3, γίνεται αναφορά για την ύπαρξη ποινική υπόθεσης που αφορά τον καθ΄ου η αίτηση για αδικήματα κάτω από το άρθρο 159.4 ενώ το Τεκμήριο 6 Β αναφέρεται σε αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 159.2 και 159.3. Το δε τεκμήριο 11, το οποίο στάληκε συμπληρωματικά των αρχικών εγγράφων, αναφέρεται στην σελίδα με τίτλο INFORMATION στην πορεία της υπόθεσης του πατέρα του καθ΄ου η αίτηση και προκύπτει από αυτό ότι για τα αδικήματα που ο πατέρας του έχει αθωωθεί και αφορούσαν το άρθρο 159.4 παράβαση του άρθρου στο σύνολο 21 δεν θα κατηγορηθεί ο καθ΄ου η αίτηση. Η κα Λοιζίδου εισηγήθηκε ότι μέσα από τα διάφορα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, «δεν ζητούν την έκδοση του για το άρθρο 159.4 και αν ακόμα την ζητούσαν, μετά τις διευκρινήσεις, Τεκμήριο 11, είναι σαφές ότι είναι για το άρθρο 159.3 που το ζητούν όχι για το 159.4» και «είναι γεγονός ότι σε κάποια έκθεση αναγράφεται και το άρθρο 159.4 αλλά εισηγούμαι ότι αυτό έχει διασαφηνιστεί με το Τεκμήριο 11 ότι μετά την αθώωση του πατέρα του καθ΄ου δεν πρόκειται να διωχθεί για το 159.4» Αντλώντας καθοδήγηση από την σχετική επί του θέματος νομολογία (βλ Colov (πιο πάνω), In re Hachem
(1991)1 ΑΑΔ 723, Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 ΑΑΔ 191, Mechanov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(2001)1 ΑΑΔ 1228) , η οποία καθιερώνει την αρχή ότι το κριτήριο κατά την απόφαση έκδοσης φυγοδίκου δεν είναι το κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου, αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά που φυγόδικου, αν αυτή παρατηρήθηκε στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας αυτή, κρίνω ότι η πιο πάνω διαφορά που παρατηρείται δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε την αίτηση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 ΑΑΔ 191, η έρευνα της μαρτυρίας συγκεντρώνεται στα αδικήματα για τα οποία παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση. Στην ίδια επίσης απόφαση γίνεται δεκτή η θέση ότι ο χαρακτηρισμός των αδικημάτων στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης δεν έχει καθοριστική σημασία, αρκεί όμως το αδίκημα για το οποίο αξιώνεται η έκδοση να αναγνωρίζεται ως ουσιαστικά παρόμοιο και στις δύο χώρες. Επίσης στην Mechanov (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής: «Επιτρέπεται η έκδοση μόνο για τα αδικήματα που περιγράφονται στην εξουσιοδότηση. Νομιμοποιεί την έκδοση μόνο για αδικήματα στα οποία αυτή αναφέρεται. Τόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της.» Η σημασία της εξουσιοδότησης και ο ρόλος της σε διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου επίσης αναφέρεται πιο πάνω. Το στοιχείο της διπλής ή αμφιτερόπλευρης εγκληματικότητας (double criminality rule) To άρθρο 2 της Σύμβασης καθιερώνει την αρχή της διπλής ή αμφιτερόπλευρης εγκληματικότητας (double criminality rule). Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό η έκδοσης διατάσσεται για πράξεις που είναι ποινικά κολάσιμες τόσο από τους νόμους του κράτους που ζητά την έκδοση όσο και από τους νόμους του κράτους που από την οποία ζητείται η έκδοση. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Victor Nicolaevich Makushin Πολιτική Έφεση 370/2011 ημερ. 29.3.2012 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το κριτήριο για την έκδοση φυγόδικου είναι κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου, όπως περιγράφεται στην Έκθεση Γεγονότων καθώς και στα όποια δικαιολογητικό έγγραφα κτλ, αναλόγως συνιστά παρόμοιο αδίκημα με βάση τους νόμους της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση. Ο απλός χαρακτηρισμός των αδικημάτων στα έγγραφα της αιτούσας χώρας δεν έχει καθοριστική σημασία. Αυτό που απαιτείται είναι η πραγματική περιγραφή των πράξεων, των γεγονότων και γενικά της επιλήψιμης συμπεριφοράς ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αναγνωρίσεως τους ως ουσιωδώς παρομοίων και στις δύο χώρες. Βλ. Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών ν. Golov
(2001)1 ΑΔΔ 1109, Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1 ΑΑΔ 1228 και Δημοκρατία ν. Kolesnikov
(2008)1 AAΔ 594.» Στην υπόθεση Mechanov αρ.2 (πιο πάνω) ο Νικήτας, Δ, αναφέρει: «Η υπόθεση Hatchem επιβεβαιώνει τον κανόνα ότι ο προσδιορισμός των αδικημάτων στο αλλοδαπό ένταλμα δεν έχει καθοριστικές συνέπειες. Δεν χρειάζεται, ούτε είναι δυνατό να υπάρχει, σε πολλές περιπτώσεις, η ταύτιση των αδικημάτων στο ένταλμα και την εξουσιοδότηση. Προφανώς λόγω των διαφορών μεταξύ του νομικού συστήματος κάθε χώρας. Δεν πρέπει όμως να είναι άσχετα μεταξύ τους. Χρειάζεται ομοιότητα. Η Υπόθεση Golov αποτελεί παράδειγμα λανθασμένης αντιμετώπισης, που στηρίχθηκε σε τυπικά κριτήρια. Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου διέταξε την απόλυση φυγοδίκου με habeas corpus, αφού έκρινε ότι η κατηγορία της κλοπής δεν περιλαμβάνεται στο ένταλμα, που περιλάμβανε μόνο αδικήματα πλαστογραφίας, συνωμοσίας προς καταδολίευση, απάτης, κλεπταποδοχής και παραβίασης της ιδιωτικής ζωής. Η Ολομέλεια, ακολουθώντας την προγενέστερη νομολογία της, επέτρεψε την έφεση, αποφαινόμενη στην ουσία ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να προσκολλάται στα εξωτερικά γνωρίσματα των αδικημάτων.» Οι πράξεις και εν γένει η συμπεριφορά του καθ΄ ου η αίτηση όπως πιο πάνω περιγράφεται, χωρίς να κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τα όσα πιο πάνω έχω αναφέρει, κρίνω ότι συνιστούν αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον Κυπριακό νόμο σε περίπτωση που η διάπραξη τους λάμβανε χώρα στην Κύπρο. Αυτά είναι τα αδικήματα που περιγράφονται στην εξουσιοδότηση του Υπουργού (Τεκμήριο Α), χωρίς ανάγκη επανάληψης τους. Σε ότι αφορά την εισήγηση ότι μέσα από τα γεγονότα δεν αποκαλύπτεται ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά από μέρους του καθ΄ου η αίτηση η απάντηση δίδεται πιο πάνω. Τα γεγονότα της υπόθεση Makushin (πιο πάνω) είναι όμοια με της παρούσας υπόθεσης και είχαν ως εξής: Ο εφεσίβλητος μεταξύ Ιανουαρίου 2008 και Μαΐου 2009 κατείχε τη θέση του Προέδρου του συγκροτήματος εταιρειών MAIR. Ενώ κατείχε τη θέση αυτή, συνωμότησε με υφιστάμενους του, διευθυντές και υπαλλήλους των εταιρειών, να εξαπατήσουν βάσει σχεδίου την Join Stock Commercial Savings Bank (OJSC). Υπό το πρόσχημα της τεχνικής αναβάθμισης, επέκτασης και εκσυγχρονισμού των υποδομών της μεταλλουργικής βιομηχανίας του συγκροτήματος των εταιρειών, πέτυχαν τη συνομολόγηση συμφωνιών δανείου μεταξύ της εταιρείας «ARZIL» OJSC και της προαναφερόμενης τράπεζας. Οι συμφωνίες προνοούσαν άνοιγμα πιστώσεων συνολικού ύψους 2 δισεκατομμυρίων ρουβλιών, περίπου 50 εκατομμυρίων ευρώ. Το εν λόγω ποσό ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε, σύμφωνα με τα έγγραφα των ρωσικών αρχών, για τους σκοπούς τους οποίους χορηγήθηκαν τα δάνεια. Τα χρήματα περιήλθαν δολίως στην κατοχή του εφεσίβλητου γεγονός το οποίο προκάλεσε ζημιά στην τράπεζα της τάξης των 50 εκατομμυρίων ευρώ. Κατά την τέλεση των αδικημάτων υπήρξε συνέργεια εταιρειών οι οποίες τελούσαν υπό τον έλεγχο του εφεσίβλητου. Οι εν λόγω εταιρείες εμφανίζονταν ως εγγυητές των συμβατικών υποχρεώσεων που είχαν αναληφθεί έναντι της προαναφερόμενης τράπεζας. Το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως η έκθεση γεγονότων ως είναι διατυπωμένη δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε επιλήψιμη συμπεριφορά η οποία να συνιστά ποινικό αδίκημα με βάση τον κυπριακό νόμο, ιδιαίτερα αδίκημα κλοπής, απάτης, ή απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, οι αποδιδόμενες στον εφεσίβλητο ψευδείς παραστάσεις δεν περιγράφονται πουθενά ούτε και αναφέρεται ο αποδέκτης τους. Ενόψει των πιο πάνω και κατ΄εφαρμογή του κανόνα της διπλής ή αμφιτερόπλευρης εγκληματικότητας κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να διαταχθεί η έκδοση του εφεσίβλητου. Το Εφετείο κατέληξε με αναφορά στα γεγονότα, πως αν η τέλεση των προαναφερόμενων πράξεων και ενεργειών του εφεσίβλητου γίνονταν στην Κύπρο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ποινικώς επιλήψιμη συμπεριφορά και στη βάση των επιμέρους γεγονότων θα μπορούσε να στοιχειοθετήσουν κατηγορίες για σοβαρά ποινικά αδικήματα όπως τα αδικήματα της συνομωσίας προς καταδολίευση πιστωτή, απάτης, κλοπής απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κλπ. Σε ότι αφορά την θέση ότι δεν είναι ποινικά κολάσιμη η συμπεριφορά που καθ΄ου η αίτηση αλλά τα γεγονότα αποκαλύπτουν αστική διαφορά στην υπόθεση In re El-Bustani (πιο πάνω), υπήρξε ανάλογη εισήγηση και σε αναφορικά με αυτή λέχθηκαν τα εξής: « Πρέπει όμως να επισημάνουμε, αναφορικά με την εισήγηση ότι τα γεγονότα αποκαλύπτουν αστική διαφορά, ότι η διαγωγή η οποία συνιστά έγκλημα δε χάνει τον εγκληματικό της χαρακτήρα αν, συγχρόνως, εκθέτει τον φυγόδικο και σε αστική ευθύνη.» Παραγραφή αδικημάτων Το άρθρο 10 της σύμβασης προβλέπει τα ακόλουθα: «Δεν παρέχεται έκδοσις, εφ΄όσν, κατά την Νομοθεσία του αιτούντος Μέρους, ή του παρ΄ου αιτείται η έκδοσις, έλαβε χώραν παραγραφή της αγωγής ή της επιβληθείσης ποινής πράξεων». Ο συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση για να υποστηρίζει την εισήγηση του ότι τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του καθ΄ου η αίτηση έχουν παραγραφεί παρέπεμψε στο Τεκμήριο 7Β και στα άρθρα 15 και 78 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας (Τεκμήριο 7Β), τα αδικήματα χωρίζονται σε κατηγορίες ανάλογα με την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή από την οποία καθορίζεται και η βαρύτητα τους και αποδίδεται σε αυτά και ο ανάλογος χαρακτηρισμός. Τα αδικήματα για τα οποία η ποινή φυλάκισης που προβλέπεται είναι μέχρι 2 χρόνια, χαρακτηρίζονται ως αδικήματα little gravity, για αυτά που η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης είναι μέχρι 5 χρόνια ως αδικήματα medium-gravity crimes και για αυτά που η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης είναι μέχρι 10 χρόνια ως grave crimes. Το άρθρο 78 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας (Τεκμήριο 7Β), καθορίζει την περίοδο της παραγραφής των πιο πάνω αδικημάτων ανάλογα σε ποια κατηγορία αυτά ανήκουν. Πρόσωπο που διέπραξε αδίκημα που εμπίπτει στην πρώτη κατηγορία σύμφωνα με το άρθρο 78, απαλλάσσεται της ποινικής ευθύνης δύο χρόνια μετά την διάπραξη του, για αδίκημα που εμπίπτει στην δεύτερη κατηγορία έξι χρόνια και για αδίκημα της τρίτης κατηγορίας δέκα χρόνια. Η περίοδο παραγραφής, σύμφωνα άρθρο 78 (Τεκμήριο 7 Β) διακόπτεται αν το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα αποφεύγει την διερεύνηση ή την δίκη και αρχίζει όταν αυτός συλληφθεί ή αναγνωρίζει την ενοχή του. Ο καθ΄ου η αίτηση με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, κατηγορείται για αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά παράβαση άρθρου 159.3 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα το οποίο σύμφωνα με τα Τεκμήρια 7 Β και 11 τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή από 2 μέχρι 6 χρόνια. Τα αδικήματα συνεπώς που διέπραξε ο κατηγορούμενος εμπίπτουν στην τρίτη πιο πάνω περίπτωση και αφού η προβλεπόμενη ποινή είναι μέχρι 6 αυτά παραγράφονται στα δέκα χρόνια. Αποτελεί μέρος της πιο πάνω εισήγησης του ότι ενώπιον του δικαστηρίου δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι τίθεται ζήτημα αναστολής της παραγραφής διότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο καθ΄ου η αίτηση απόφευγε την διερεύνηση της υπόθεσης ή την εκδίκαση της εναντίον του από το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη ότι ουσιώδης χρόνος έναρξης της κατ΄ ισχυρισμό διάπραξης των αδικημάτων είναι η είναι το έτος 2003 και ο καθ΄ου η αίτηση εγκατέλειψε την Ρωσική Ομοσπονδία, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε από το έτος 2006 και εναντίον του εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης από το 2009 (Τεκμήριο 4 Β), στο οποίο αναφέρεται ότι ο καθ΄ου η αίτηση κρυβόταν από τα σώματα της διερεύνησης και αναβρέθηκε το έτος 2011 στη Κυπριακή Δημοκρατία, κρίνω ότι δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής των αδικημάτων. Και αν ακόμα δεν ήθελε διακοπεί η περίοδος παραγραφής τους, τα αδικήματα που αφορούν το πρώτο έτος δηλαδή το 2003, παραγράφονται το τρέχων έτος. Άρθρο 10
(3)(γ) Ν. 97/70. Ο συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση εισηγείται ότι κατηγορίες δεν έγιναν με καλή πιστή ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και υπό περιστάσεις η έκδοσης του είναι άδικο μέτρο και/ή καταπιεστικό σύμφωνα με άρθρο 10
(3)(γ) Ν. 97/70. Το άρθρο στο οποίο έκανε ο συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση αναφέρεται στην αίτηση για Habeas Coprus και συνεπώς δεν μπορεί η πιο πάνω εισήγηση να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας κάτω από το προαναφερόμενο άρθρο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση In re El-Bustani (πιο πάνω) σελ. 738, «Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού παρέχεται εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως για την έκδοση εντάλματος Habeas Corpus, να διατάξει την απόλυση του φυγόδικου και, κατ΄ επέκταση, τη ματαίωση της έκδοσης του, παρά τη θεμελίωση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για το σκοπό αυτό, εφόσον διαπιστώνεται ότι οι κατηγορίες που του προσάπτονται δεν έγιναν καλόπιστα ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, και νοουμένου κρίνεται ότι η έκδοση θα αποτελούσε, υπό το πρίσμα όλων των περιστατικών της υπόθεσης, άδικο ή καταπιεστικό μέτρο. Πρόκειται για συμπληρωματική εξουσία με την οποία περιβάλλεται το Ανώτατο Δικαστήριο να ματαιώσει τη διαταχθείσα έκδοση φυγοδίκου παρά τη στοιχειοθέτηση υπόθεσης για την έκδοση του. Το συμφέρον της δικαιοσύνης, με την ευρύτερη έννοια της αποτροπής της χρήσης της ποινικής διαδικασίας για αλλότριους ή επουσιώδεις σκοπούς, είναι το κυρίαρχο στοιχείο που θέτει ο νόμος για την άσκηση της εξουσίας που παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο με τις διατάξεις του Άρθρ. 10
(3)του νόμου.» Ο Αλλότριος σκοπός της αίτησης Είναι η θέση της υπεράσπισης και του καθ΄ου η αίτηση ότι η έκδοση του καθ΄ου η αίτηση επιδιώκεται για την εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών. Συγκεκριμένα ότι η έκδοση του ζητείται ώστε να εκβιαστεί ο πατέρας του «για να δώσει κάποια πράγματα στους αστυνομικούς», όπως ακριβώς ανάφερε ο καθ΄ου η αίτηση στην μαρτυρία του. Ερωτηθείς ο καθ΄ου η αίτηση μετά την πιο πάνω αναφορά του και κατά την κυρίως εξέταση του, να πει τι νομίζει ότι θα γίνει αν εκδοθεί, είπε ότι από την συνομιλία που είχε με τον πατέρα του κατάλαβε ότι θα τον βάλουν φυλακή για περίοδο 4 με 5 χρόνια πριν να αποδείξει ότι δεν είναι ένοχος και με αυτό τον τρόπο θα εκβιάσουν τον πατέρα του και την οικογένεια του να δώσουν κάποια χρήματα και να αποσύρει την αίτηση αποζημίωσης. Η γενικότητα της θέσης του καθ΄ου η αίτηση, η μη στήριξη της άποψης του ουσιαστικά από οποιοδήποτε στοιχείο που να την ενισχύει δεν μπορεί παρά να μην γίνει αποδεχτή. Ακόμα και η ύπαρξη διαδικασίας από τον πατέρα του εναντίον της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο αποδειχτεί. Ο ίδιος ανάφερε ότι έχει τον αριθμό της υπόθεσης του πατέρα του και ενώ προκλήθηκε με ερωτήσεις που του τέθηκαν στο στάδιο της αντεξέτασης του να τον αναφέρει στο Δικαστήριο και αυτός είπε θα το πράξει σε επόμενη ημερομηνία, στη συνέχεια και ενώ του δόθηκε η ευκαιρία δεν έκανε καμία αναφορά. Δίκαιη Δίκη Είναι η θέση του καθ΄ου η αίτηση σε περίπτωση που εκδοθεί στην Ρωσία αυτός δεν θα τύχει δίκαιης δίκης, αφού όπως και ο πατέρας του, θα κρατηθεί για χρονικό διάστημα 4 με 5 χρόνια Αρχικά δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ενώπιον μου ότι ο πατέρας του καθ΄ου η αίτηση δεν έτυχε δίκαιης δίκης. Και αν ακόμα ο πατέρας του κρατήθηκε για 4 ή και 5 χρόνια δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι και ο καθ΄ου η αίτηση θα κρατηθεί για το ίδιο χρονικό διάστημα. Η κράτηση ή όχι του πατέρα του δεν μπορεί να κρίνει τον σημαντικό αυτό ισχυρισμό του καθ΄ου η αίτηση. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του ότι δεν θα τύχει δίκαιης δίκης στην Ρωσική Ομοσπονδία σε περίπτωση που εκδοθεί. Επί αυτού του σημείου να αναφέρω ότι η μη παρουσίαση από μέρους της αιτούσας χώρας της απόφασης που αφορά τον πατέρα του καθ΄ου η αίτηση, που εκδικάστηκε από Ρωσικό Δικαστήριο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράληψη που επενεργεί με οποιοδήποτε τρόπο στο αίτημα δεδομένου ότι δεν αποτελεί έγγραφο που είχαν υποχρέωση με βάση τον νόμο και την Σύμβαση να προσκομίσουν. Κατάληξη Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την προφυλάκιση (κράτηση) του καθ΄ου η αίτηση μέχρις ότου χωρέσει η έκδοση του. Διατάσσεται συνεπώς η κράτηση του καθ΄ου η αίτηση μέχρις ότου χωρέσει η έκδοση του. (Πληροφορείται ο καθ΄ο υ η αίτηση σε κοινή γλώσσα περί του δικαιώματος του να υποβάλλει αίτηση για Habeas Corpus.) Η απόφαση να κοινοποιηθεί αμελλητί στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. (Υπ.).......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο