Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Lapertas Fisheries πρώην Dapa Fisheries Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 1016/1999, 24/1/2013 (ΜΕ1), Άντρη Ευαγγέλου (ΜΕ2), Καίτη Ματθαίου (ΜΕ3), Μάριος Γεωργίου (ΜΕ4), Παναγιώτης Μαρτούδης (ΜΕ5) ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A12 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΜΑΡΚΟΥ, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1016/1999 Μεταξύ: Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- Lapertas Fisheries πρώην Dapa Fisheries Ltd
- Δανιήλ Κουρίδη
- Πανίκου Λαπέρτα
- Παναγιώτη Παναγιώτου Λαπέρτα
- Μαρίας Γεωργίου Παναγιώτου
- Θέκλας Νίκου Παναγή
- Δανιήλ Χαραλάμπους Καμαρίτη
- Γιαννάκη Ανδρέα Κουρίδη
- Γεώργιου Παναγιώτη Λαπέρτα
- Ισμήνης Δανιήλ Χαραλάμπους
- Αντιγόνης Δανιήλ Καμαρίτη Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερ. 12/01/2012* για άδεια εκτέλεσης απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 5, 6, 8, 9, 10 και 11 Ημερομηνία: 24/01/2013 Για τους Αιτητές/Ενάγοντες: κα Χρ. Μαυρικίου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενους: κα Κάιζερ για Α. Ταμάσιο & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ------------------- (*Παρόλο το ότι στην αγόρευση τους οι Αιτητές/Ενάγοντες αναφέρουν ως ημερομηνία της επίδικης αίτησης την 27/12/2011, εντούτοις κατά την ημερομηνία της ακρόασης διευκρινίστηκε ότι η ορθή ημερομηνία της επίδικης αίτησης είναι η 12/01/2012, εξάλλου αυτό προκύπτει από την ίδια την αίτηση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΦΑΚΕΛΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ - ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ Στην παρούσα αγωγή εμφάνιση είχε καταχωρηθεί από πλευράς όλων των Εναγομένων, πλην των Εναγομένων 4 και
- Την 13/04/2000 εκδόθηκε στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εκ συμφώνου απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 6, 8 και 11 οι οποίοι είχαν εκπροσωπηθεί από τους δικηγόρους τους. Την ίδια ημερομηνία, δηλαδή την 13/04/2000, ο δικηγόρος των Εναγομένων 5, 9 και 10 αποσύρθηκε και αφού οι εν λόγω Εναγόμενοι δεν είχαν εμφανιστεί, παρά το ότι τους είχε δοθεί ειδοποίηση για την ημερομηνία 13/04/2000, το Δικαστήριο εξέδωσε συνοπτική απόφαση εναντίον τους με βάση τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Περιληπτικά εκδόθηκε απόφαση για το μέγιστο ποσό των £171.375,15 εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και επιπρόσθετα εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των £64.076,85 πλέον τόκους και έξοδα και για μικρότερα ποσά εναντίον των Εναγομένων 5, 6, 8, 9 10 και 11, πλέον τόκους και έξοδα. Εκδόθηκε επίσης διάταγμα πώλησης του αυτοκινήτου της Εναγόμενη 1 εταιρίας, υπ' αριθμό εγγραφής CAR
- Εκδόθηκαν επίσης διατάγματα πώλησης ενυπόθηκης περιουσίας της Εναγόμενης 5 (Υ1296/93, Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου), των Εναγομένων 9 και 10 (Υ1300/93, Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου), της Εναγόμενης 6 (Υ1297/93, Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου), του Εναγόμενου 8 (Υ1299/93, Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου) και της Εναγόμενης 11 (Υ1380/93 και Υ1302/93, Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου). (Βλ. παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της κας Δήμητρας Ττοφή που συνοδεύει την επίδικη αίτηση ημερομηνίας 12/01/2012, καθώς και τη συνταχθείσα απόφαση (Τεκμήριο Β της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως).) Η απόφαση τελούσε υπό αναστολή για τρεις μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της. Η πιο πάνω απόφαση συντάχθηκε την 23/05/
- Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ Με την επίδικη Αίτηση η οποία καταχωρήθηκε την 12/01/2012 οι Αιτητές/Ενάγοντες αιτούνται άδεια εκτελέσεως της ως άνω απόφασης. Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 θ.8 και Δ.48 θ.2, 8
(1)(ΚΚ)
(2). Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Δήμητρας Ττοφή, στην οποία αναφέρει τα εξής: «
- Είμαι υπάλληλος των δικηγόρων της Κυπριακής Τραπέζης Αναπτύξεως δημόσια Εταιρεία Λτδ, όπως έχουν μετονομασθεί οι ενάγοντες και λειτουργούν από την 23.8.05, είμαι δε εξουσιοδοτημένη να κάμω την παρούσα ένορκο δήλωση. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α σχετική ειδοποίηση προς το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
- Την 13.4.00 εξεδόθη απόφαση εις την άνω αγωγή εναντίον των εναγομένων και υπέρ των εναγόντων αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β, για το ποσόν των £171.375,15 (€292.811,83), πλέον τόκο και έξοδα. Μέχρι σήμερα ουδέν ποσόν επληρώθη έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €292.811,
- Για πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων οι ενάγοντες κατέθεσαν επί της ακινήτου περιουσίας των εναγομένων 5, 6, 9, 10 & 11 τις αιτήσεις για πώληση ακινήτων με αρ. ΑΔ70/03, ΑΔ71/03, ΑΔ72/03, ΑΔ73/03 & ΑΔ74/03 του Κτηματολογίου Πάφου. Στις 9.2.04 οι ενάγοντες καταχώρησαν ένταλμα κινητών εναντίον των εναγομένων 1 & 3 το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο.
- Οι εναγόμενοι ζητούσαν κατά καιρούς παράταση χρόνου προς διευθέτηση τρόπου πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους τους και οι ενάγοντες συγκατατίθεντο και/ή παραχώρησαν τον απαιτούμενο χρόνον εις τους Εναγόμενους προς διευθέτηση πληρωμής του χρέους των.
- Επειδή παρήλθον 6 έτη από της ημερομηνίας εκδόσεως των αποφάσεων και οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν το άνω ποσόν, παρακαλείται το Σεβαστόν Δικαστήριον όπως εκδώσει το αιτούμενον διάταγμα δι εκτέλεσιν των αποφάσεων.» Η ΕΝΣΤΑΣΗ Την 16/05/2012 καταχωρήθηκε ένσταση στην επίδικη Αίτηση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων 1, 2, 3, 5, 6, 8, 9, 10 και
- Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.12 θ.4 και 5, Δ.40 θ.8, Δ.48 θ.1 έως 7, θ.8
(1)(κκ), 9, 11 και 12, στο Αγγλικό Annual Practice του 1959, Δ.17 Κ.4 σελίδα 421, στο Practice Direction 1965
(1)All E.R. σελ. 43, στον Περί Εταιρειών Νόμο άρθρο 19
(4), στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «(α) Το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει δεν στοιχειοθετεί και δεν θεμελιώνει τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (β) Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και κατ' επέκταση η ανανέωση της απόφασης παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της δίκαιης δίκης, η οποία περιλαμβάνει και καλύπτει και το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης. (γ) Η πολυετής αδράνεια και αδιαφορία που επέδειξαν οι αιτητές σε σχέση τόσο με τη λήψη μέτρων εκτέλεσης όσο και με την ανανέωση της απόφασης είναι τέτοια που τους στερεί το δικαίωμα να προωθούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (δ) Η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα. (ε) Το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι δίκαιο, ούτε ορθό να εγκριθεί. (στ) Η καταχώριση της αίτησης συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος των εναγόντων/αιτητών για εκτέλεση της απόφασης μετά την έλευση της σχετικής προθεσμίας, καθώς επίσης επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα τν εναγομένων. (ζ) Οι ενάγοντες/αιτητές δεν καταδεικνύουν ειδικό λόγο για τον οποίο θα πρέπει να γίνει παρέκκλιση του γενικού κανόνα ότι μια απόφαση πρέπει να εκτελείται εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. (η) Οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εμφανίζονται ως διάδικοι και να προωθούν την παρούσα αίτηση καθότι δεν έχει τηρηθεί η σχετική διαδικασία και οι σχετικοί δικονομικοί θεσμοί για την αλλαγή του ονόματος των εναγόντων. (θ) Δεν εξειδικεύεται το οφειλόμενο ποσό που δικαιούται να διεκδικούν οι ενάγοντες από τον κάθε εγγυητή και εν πάση περιπτώσει το οφειλόμενο ποσό αν υπάρχει είναι πολύ μικρότερο από αυτό που αναφέρεται στην αίτηση.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ού η Αίτηση/Εναγόμενου 3, κ. Πανίκου Λαπέρτα, ο οποίος αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκη δήλωση από όλους τους Εναγόμενους που τους αφορά η επίδικη αίτηση. Προσθέτει ότι εκτός που ρητά προβαίνει σε παραδοχή, αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Ακολούθως σχολιάζει την εν λόγω ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Επισημαίνει ότι σύμφωνα με την εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 13/4/2000 το ποσό των ΛΚ.171.375,15 αφορά μόνο τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, ενώ οι άλλοι Εναγόμενοι οφείλουν με βάση την απόφαση μικρότερα ποσά, τα οποία δεν εξειδικεύονται στην ένορκη δήλωση των Αιτητών/Εναγόντων. Αναφέρει περαιτέρω ότι οι Αιτητές/Ενάγοντες είσπραξαν τον Μάιο του 2000 Λ.Κ.20.000,00, τον Οκτώβριο του 2000 Λ.Κ.5.500 και τον Δεκέμβριο του 2000 Λ.Κ.31.
- Επισημαίνει ειδικότερα ότι το ως άνω ποσό των Λ.Κ.5.500 καταβλήθηκε κατόπιν συμφωνίας με τους Αιτητές/Ενάγοντες από τον Εναγόμενο 8 προς πλήρη απαλλαγή του σύμφωνα με την απόφαση. (Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο επιστολής των Αιτητών/Εναγόντων προς τον Καθ' ού η Αίτηση/Εναγόμενο 8 ημερομηνίας 21/11/2002 με την οποία τον πληροφορούν ότι έχει ακυρωθεί η υποθήκη Υ1299/93 επί των κτημάτων του. Επισυνάπτει επίσης ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο απόδειξης είσπραξης για το ποσό των Λ.Κ5.500 από τον Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενο 8.) Προσθέτει ότι κατά το έτος 2008 οι Αιτητές/Ενάγοντες έχουν απαλλάξει την Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενη 6 από οποιαδήποτε υποχρέωση της και προς τούτο διέγραψαν την εξασφάλιση στην περιουσία της από το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 7 έχει αποβιώσει. Είναι η θέση του ότι οι Αιτητές/Ενάγοντες δεν έδωσαν επαρκή στοιχεία για τις αιτήσεις για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων ή το ένταλμα κινητών εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Περαιτέρω απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση ότι δηλαδή οι Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενοι ζητούσαν κατά καιρούς παράταση χρόνου προς διευθέτηση της πληρωμής και ότι οι Αιτητές/Ενάγοντες συγκατατίθονταν. Είναι μεταξύ άλλων η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι οι Αιτητές/Ενάγοντες καθυστέρησαν αδικαιολόγητα και χωρίς να δίδουν οποιαδήποτε εξήγηση στη λήψη μέτρων εκτέλεσης όσο και στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης και ότι δεν έχουν δείξει ότι η ανανέωση θα είναι επωφελής. Είναι γενικότερα η θέση του ότι οι Αιτητές/Ενάγοντες δεν αιτιολόγησαν δεόντως την επίδικη αίτηση. Ακολούθως αναφέρει ότι στο μεταξύ έχουν διαφοροποιηθεί οι οικονομικές συνθήκες και δυνατότητες των τον Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενων. Παρατίθεται μέρος των σχετικών αποσπασμάτων: «
- Η εναγόμενη εταιρεία 1, της οποίας ήμουν διευθυντής μέχρι και την 30.9.04, βρισκόταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση του 2000.... Δυστυχώς το 2002 άρχισαν τα μεγάλα προβλήματα με την εταιρεία, αρχής γενομένης με την ποινική καταδίκη εμένα του διευθυντή της αλλά μέχρι να αθωωθώ στην έφεση η εταιρεία είχε υποστεί τεράστιο πλήγμα... η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση το 2004.... ενώ από την 8.6.06 έχει διοριστεί ως εκκαθαριστής της εταιρείας ο κος Ανδρέας Αχιλλέως εις αντικατάσταση του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη..... Συνεπεία αυτών των εξελίξεων η εταιρεία σήμερα δεν έχει κανένα περιουσιακό στοιχείο..............
- Ο εναγόμενος 2 ήταν 33 ετών κατά την σύναψη του δανείου το 1993 και έχαιρε άκρας υγείας, εργαζόταν και είχε ικανοποιητικό εισόδημα. Σήμερα είναι 51 ετών, είναι διαζευγμένος και έχει παιδί το οποίο είναι φοιτητής. Πέραν τούτου αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας με τη σπονδυλική του στήλη γεγονός το οποίο επέφερε μερική παράλυση του κάτω δεξιού άκρου και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχει επωμιστεί τα έξοδα φοίτησης του υιού του μαζί με τα ιατρικά του έξοδα αδυνατεί πλέον να ανταποκριθεί σε άλλες οικονομικές υποχρεώσεις.
- Εγώ.. ήμουν 40 ετών κατά την έκδοση της απόφασης και είχα πολύ καλά εισοδήματα από τη διαχείριση της εταιρείας..... Από το 2002 που ξεκίνησε η καταστροφή της εταιρείας έχω χάσει τα προσωπικά περιουσιακά μου στοιχεία ...... Μέχρι σήμερα λόγω του ότι με κυνηγά ακόμη η ποινική μου καταδίκη δεν έχω καταφέρει να εξασφαλίσω σταθερή εργασία και ουσιαστικά επιβιώνω με βοήθεια συγγενικών και φιλικών προσώπων.
- Η εναγόμενη 5 ήταν 42 ετών....με σταθερή εργασία.. Σήμερα είναι 54 ετών και λόγω προβλήματος με την όραση της εργάζεται πλέον εποχιακά ενώ κατά τη χειμερινή περίοδο δεν έχει καθόλου εργασία.... Ο σύζυγος της είναι πλέον συνταξιούχος και έχει σοβαρά προβλήματα υγείας λόγω του καπνίσματος και δεν μπορεί να προσφέρει εισόδημα στην οικογένεια.
- Η εναγόμενη 6 ενώ το 2000 είχε εργασία και ικανοποιητικά εισοδήματα το 2004 έχασε την εργασία της λόγω πολλών προβλημάτων που αντιμετώπιζε από το 2004 οι ίδιοι οι ενάγοντες την απάλλαξαν από κάθε υποχρέωση της το 2008 για ανθρωπιστικούς λόγους.
- Ο εναγόμενος 8 κατέληξε σε συμφωνία απαλλαγής του ..... (τεκμήρια 3 και 4)..........
- Ο εναγόμενος 9 ήταν 65 κατά την έκδοση της απόφασης. Η υγεία του ήταν αρκετά καλή........ Δυστυχώς η κατάσταση της υγείας του άρχισε να καταστρέφεται από το 2002.... Συνεπεία των ανωτέρω προβλημάτων αδυνατεί να εργαστεί από το 2004 και λαμβάνει μόνο σύνταξη ύψους €561,86 μηνιαίως, με αποτέλεσμα να έχει στο μεταξύ δημιουργήσει και επιπρόσθετο χρέος ύψους €30.000 για την κάλυψη των ιατρικών του εξόδων.
- Η εναγόμενη 10 είναι η σύζυγος του εναγομένου
- Το 2000 ήταν 73 ετών.... Από το 2005 άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας...... Σήμερα είναι 85 ετών, δεν εργάζεται καθόλου από το 2007 και το μόνο της εισόδημα είναι η σύνταξη της.
- Η εναγόμενη 11 ήταν 71 ετών κατά την έκδοση της απόφασης το
- Η υγεία της ήταν σχετικά καλή και καλλιεργούσε αμπέλια εξασφαλίζοντας ικανοποιητικό για τη διαβίωση της εισόδημα. Σήμερα είναι 83 ετών και δεν εργάζεται καθόλου από το 2004, συνεπεία των πολλών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει .............» (Ολόκληρη η ένορκη δήλωση της ένστασης αποτελείται από 21 παραγράφους.) ------------------- Ακολούθησαν αγορεύσεις. ------------------- Λόγος ένστασης (η) Κρίνεται χρήσιμο όπως εξεταστεί ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης σ' αυτό το στάδιο. Με αυτόν τον λόγο ένστασης οι Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν έχει τηρηθεί η σχετική διαδικασία για την αλλαγή του ονόματος των Αιτητών/Εναγόντων. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι κατά το χρόνο έκδοσης της πιο πάνω απόφασης το όνομα των Εναγόντων ήταν «ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΛΤΔ». Ακολούθως μετονομάστηκαν σε «ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ». Το Δεκέμβριο του 2011 οι Αιτητές/Ενάγοντες ενημέρωσαν γραπτώς τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου για την πιο πάνω αλλαγή του ονόματος. Είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων ότι η απλή καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης στο Πρωτοκολλητείο δεν νομιμοποιεί τη συμμετοχή της Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην παρούσα διαδικασία και συνεπώς ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενοι παρέπεμψαν κατά την αγόρευση τους στο Annual Practice του 1958 και στο σύγγραμμα Bullen & Leake. Επίσης παρέπεμψαν στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέα Θεοδώρου κ.α., Πολιτική Έφεση 240/05 ημερ. 18/12/2008 και στις εξής αποφάσεις: Στην Αρ. Αγωγή 541/97 - Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Kyriakides Bros (Meters) Ltd κ.ά., ημερ. 17/11/2011, Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, και στην Αρ. Αγωγή 594/97 - Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημος Παραλήπτης, ως εκκαθαριστής της περιουσίας της D.K. Intercity Buses Larnacas Ltd κ.ά., ημερ. 30/09/2011, Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Σε σχέση με τα πιο πάνω παρατηρούνται τα εξής: πράγματι στα πιο κάτω καταγράφεται ότι αλλαγή ονόματος θα πρέπει να κοινοποιείται και στους διαδίκους. Στο Annual Practice του 1958, στη σελίδα 421, βρίσκουμε το εξής απόσπασμα: «..A written notice of the change of name should be filed at the Action Department, Central Office or in District Registry actions, in the District Registry, and a copy served on the other parties to the proceedings, and the new name of the company inserted in all future proceedings instead of the old name." Στο σύγγραμμα Bullen & Leake, 12η έκδοση, στη σελίδα 170 στην υποσημείωση αρ. 99, βρίσκουμε το εξής απόσπασμα: "Where the name of a limited liability company is changed after action brought, the action is continued by or against the company under its new name (see Companies Act 1948, s. 18
(4), but a written notice of the change of name must be filed at the appropriate office, and served on all other parties, and in all future proceedings, the new name of the company substituted with the former name mentioned in brackets, see Queen's Bench Masters' Practice Directions, No. 13
(3); Supreme Court Practice 1973, Vol. 2, para. 914." · Να σημειωθεί όμως ότι με την επίδικη αίτηση επισυνάπτεται η ειδοποίηση αλλαγής του ονόματος των Αιτητών/Εναγόντων. Και προφανώς έστω και με αυτό τον τρόπο οι ως άνω Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενοι έχουν λάβει γνώση της αλλαγής αυτής αφού εμφανίζονται στην παρούσα διαδικασία εκπροσωπούμενοι από δικηγόρο. Εξάλλου, δεν έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε πρόνοια ή αναφορά ως προς οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό στα πλαίσια του οποίου θα πρέπει να διεκπεραιώνεται η κοινοποίηση τέτοιας αλλαγής στους διαδίκους. · Με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Θεοδώρου (πιο πάνω) δεν αποφασίστηκε ότι μια δικαστική διαδικασία ακυρώνεται ή ότι μπορεί να παραμεριστεί σε περιπτώσεις όπου δεν ειδοποιούνται οι διάδικοι για τέτοια αλλαγή. Η ουσία της εν λόγω απόφασης περιστρέφεται γύρω από την τυπικότητα του θέματος για την αλλαγή του ονόματος με βάση το άρθρο 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και το Δικαστήριο είχε προσθέσει ως θέμα γεγονότος ότι σ' εκείνη την περίπτωση είχε δοθεί ειδοποίηση τόσο στο Πρωτοκολλητείο όσο και στους διαδίκους για να λάμβαναν γνώση της τυπικής αλλαγής του ονόματος. · Το άρθρο 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 προνοεί τα εξής: «19
(4)Αλλαγή ονόματος από εταιρεία που έγινε βάσει του άρθρου αυτού δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα ή υποχρεώσεις της εταιρείας ή καθιστά ελαττωματική οποιαδήποτε νομική διαδικασία από ή εναντίον της και οποιαδήποτε νομική διαδικασία που δυνατό να συνεχίζεται ή άρχισε εναντίον της με προηγούμενό της όνομα, δύναται να συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της με το νέο της όνομα.» Πιστεύω ότι τυχόν απόρριψη της επίδικης αίτησης ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου επισυνάπτεται σχετική ειδοποίηση της αλλαγής του ονόματος στην αίτηση, και συνεπώς οι Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενοι έχουν λάβει γνώση της αλλαγής, θα ισοδυναμούσε με παράβαση του ως άνω άρθρου 19
(4). Συνεπώς ο λόγος ένστασης (η) απορρίπτεται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ Δ.40 Θ.8 Ο νέος Κανονισμός 8 της Δ.40 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 09/09/2011, έχει ως εξής: «8. Όταν παρέλθουν δέκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι.» Ο πιο πάνω νέος Κανονισμός αντικατέστησε τον παλαιό Κανονισμό 8 της Δ.40 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος προνοούσε μεταξύ άλλων ότι άδεια για εκτέλεση χρειαζόταν μετά την παρέλευση έξι ετών από την ημερομηνία της απόφασης ή του διατάγματος. Σχεδόν πανομοιότυπη με τον δικό μας Κανονισμό 8 Δ.40, πριν και μετά την τροποποίηση, ήταν η παλαιά Δ.42 θ.23 των Αγγλικών Θεσμών. Οπότε ανατρέχοντας στη σχετική ανάλυση στο Annual Practice του 1958, στη σελίδα 1020, βρίσκουμε το εξής απόσπασμα: «..application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue." Η Αγγλική υπόθεση Duer v. Fraser
(2001)1 All E.R. 249, υιοθετήθηκε στην Κύπρο σε σειρά πρωτόδικων αποφάσεων ως καθοδηγητική των αρχών και παραγόντων που πρέπει να λαμβάνει υπόψη του Δικαστήριο προτού δώσει άδεια για εκτέλεση απόφασης. Να διευκρινιστεί εδώ ότι κατά το χρόνο έκδοσης της εν λόγω αγγλικής απόφασης ίσχυε πλέον η αγγλική Δ.46 θ.2, απόσπασμα της οποίας έχει ως εξής: «
(1)A writ of execution to enforce a judgment or order may not issue without the permission of the Court in the following cases, that is to say - (a) where six years or more have elapsed since the date of the judgment or order...» Παρατίθεται επίσης απόσπασμα του σκεπτικού της εν λόγω απόφασης: «...the court would not, in general, extend time beyond the six years save where it is demonstrably just to do so. The burden of demonstrating this should, in my judgment, rest on the judgment creditor. Each case must turn of its own facts but, in the absence of very special circumstances such as were present in the National Westminster Bank case, the court will have regard to such matters as the explanation given by the judgment creditor for not issuing execution during the initial six-year period, or for any delay thereafter in applying to extend that period, and any prejudice which the judgment debtor may have been subject to as a result of such delay including, in particular, any change of position by him as a result which has occurred. The longer the period that has been allowed to lapse since the judgment the more likely it is that the court will find prejudice to the judgment debtor.» (Βλ. επίσης The Society of Lloyd's v. Jean Pierre Longtin
(2005)E.W.H.LC. 2491: «The Law is this: are there facts which take the case out of the general rule that execution will not be allowed after 6 years? The exercise of my discretion must be directed to doing justice between the parties, having regard to all the circumstances of the case.») Ταυτόχρονα επισημαίνεται το εξής απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ και Κρίνος Ζ. Μακρίδης κ.α., Πολιτικές Εφέσεις αρ. 122/2009 και 124/2009, ημερ. 07/06/2012: «...Το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε, κατά την κρίση μας και θεωρώντας ότι οι τότε αιτητές (εφεσείοντες) θα έπρεπε να είχαν αναφερθεί σε «ειδικές περιστάσεις» οι οποίες τους έδιδαν δικαίωμα εκτέλεσης μετά την παρέλευση έξι ετών. Κάτι τέτοιο όμως δεν επιβάλλει ούτε δικαιολογεί η Δ.40 θ.8 στην οποία αναγράφεται απλά ότι ο αιτών διάδικος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δικαιούται να εκτελέσει την υπέρ του απόφαση.» Με βάση το πιο πάνω απόσπασμα ενδεχόμενα να παρέχεται πεδίο επιχειρηματολογίας ότι τουλάχιστο με την συγκεκριμένη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου δεν υιοθετείται απόλυτα το σκεπτικό της Duer (ανωτέρω) ή της Longtin (ανωτέρω). Σε κάθε περίπτωση, με βάση τη Δ.40 Καν.8, η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης μετά την παρέλευση δέκα ετών (έξι ετών πριν την αντικατάσταση της παλαιάς Δ.40 Καν.8) εναπόκειται στην άδεια του Δικαστηρίου. Το κατά πόσο θα δοθεί ή όχι τέτοια άδεια εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Ως προς το πώς θα ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου μετά την παρέλευση των δέκα ετών (προηγουμένως έξι ετών) από την ημερομηνία της απόφασης, πρωτίστης σημασίας έχουν τα σχετικά γεγονότα της κάθε υπόθεσης. ----------------------- Λόγος ένστασης (θ) Με αυτό το λόγο ένστασης οι Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενοι παραπονούνται ότι με την επίδικη αίτηση δεν εξειδικεύεται το οφειλόμενο ποσό που δικαιούνται να διεκδικούν οι Αιτητές/Ενάγοντες από τον κάθε εγγυητή και ότι το οφειλόμενο ποσό, αν υπάρχει, είναι πολύ μικρότερο από αυτό που αναφέρεται στην αίτηση. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση θα μπορούσε να εμπεριέχοντο περαιτέρω στοιχεία. Όμως με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση επισυνάπτεται και αντίγραφο της ίδια της συνταχθείσας απόφασης (βλ. Τεκμήριο Β). Οπότε εξετάζοντας συνολικά την επίδικη αίτηση, είναι ξεκάθαρο για ποιο ποσό εκδόθηκε απόφαση για κάθε Εναγόμενο. Ως προς το υπόλοιπο κατά την ημερομηνία της επίδικης αίτησης, θα ήταν επιθυμητό αν οι Αιτητές/Ενάγοντες εξειδίκευαν στην αίτηση τους ποιο είναι το οφειλόμενο ποσό από κάθε Εναγόμενο, κατά την ημερομηνία της επίδικης αίτησης. Το γεγονός όμως ότι επέλεξαν να καταγράψουν το μέγιστο οφειλόμενο κατ' εκείνη την ημερομηνία χωρίς να εξειδικεύουν τι οφείλεται από κάθε Εναγόμενο, δεν μπορεί να αποτελεί κατ' ανάγκη λόγο απόρριψης της αίτησης. (Αντιλαμβάνομαι ότι τα μικρότερα ποσά της απόφασης περιλαμβάνονται στο συνολικό απαιτούμενο ποσό και δεν είναι επιπρόσθετα.) Ως προς τον τρόπο που αντιμετώπισε το Ανώτατο Δικαστήριο το θέμα του οφειλόμενου ποσού σε δυο πρόσφατες αποφάσεις, βλ. σχετικά αποσπάσματα: (Ι) Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κρίνος Ζ. Μακρίδης κ.α., Πολιτικές Εφέσεις 122/2009 και 124/2009, ημερ. 07/06/
- «Το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε και το ζήτημα του κατά πόσον το εξ αποφάσεως χρέος είχε εξοφληθεί, όπως ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι. Αυτό όμως δεν είναι, κατά την κρίση μας, ζήτημα που αφορά άμεσα στην παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης. Εφόσον παραχωρηθεί άδεια εκτέλεσης μιας παλιάς απόφασης το ζήτημα του οφειλομένου υπολοίπου είναι, κατά την αντίληψη μας, θέμα ορθού υπολογισμού.» (ΙΙ) Πολιτική Αίτηση 7/2012 αναφορικά με την Αίτηση της Ελένης Μιχαήλ, ημερ. 08/02/
- «Τα στοιχεία αυτά φαίνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και από τα οποία προέκυπτε ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν είχε ακόμη εξοφληθεί, παρά την πληρωμή κάποιων ποσών. Δεν συμφωνώ με το δικηγόρο της Αιτήτριας ότι θα έπρεπε να τεθούν ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου επιπρόσθετα στοιχεία που να εξειδικεύουν τα μέτρα εκτέλεσης που είχαν ληφθεί μέχρι τότε. Το γεγονός ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν είχε ακόμα εξοφληθεί, κατά την άποψη μου, ήταν αρκετό για να επιτρέψει στο Δικαστήριο να εκδώσει το διάταγμα, δίδοντας άδεια για τη λήψη μέτρων εκτέλεσης. Δεν βλέπω γιατί ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση, θα έπρεπε να επισυνάψει στην αίτηση του κατάσταση λογαριασμού, όπως εισηγήθηκε ο κ. Πολυχρόνης. Το γεγονός ότι ενόρκως δηλωνόταν ότι το χρέος δεν είχε εξοφληθεί, ήταν κατά την κρίση μου αρκετό.» Με βάση όλα τα πιο πάνω ο λόγος ένστασης (θ) απορρίπτεται. Λόγοι ένστασης (α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ) και (ζ) αναφορικά με τους Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενους 2, 3, 5, 9, 10 και 11 Εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων 2, 3 και 11 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση. Εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 για ποσό £171.375,15 και εναντίον της Εναγόμενης 11 για το ποσό των £19.000 και για το ποσό των £13.000, πλέον τόκους και έξοδα. Στα πλαίσια της ίδιας απόφασης εκδόθηκε διάταγμα πώλησης των ακινήτων της Εναγόμενης 11 αναφορικά με τις υποθήκες Υ1302/93 και Υ1380/
- Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω και όπως προκύπτει από το φάκελο, εκδόθηκε επίσης απόφαση εναντίον των Εναγομένων 5, 9 και 10 αφού προηγουμένως είχε αποσυρθεί ο δικηγόρος τους, ο οποίος προηγουμένως τους είχε ενημερώσει για την ημερομηνία που θα εκδιδόταν η απόφαση. Εναντίον της Εναγόμενης 5 εκδόθηκε απόφαση για το ποσό των £12.000 πλέον τόκους και έξοδα και ταυτόχρονα εκδόθηκε διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος της Εναγόμενης 5 με βάση την υποθήκη Υ1269/
- Εναντίον των Εναγομένων 9 και 10 εκδόθηκε απόφαση για το ποσό των £54.000 και ταυτόχρονα εκδόθηκε διάταγμα πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων των Εναγομένων 9 και 10 με βάση την υποθήκη Υ1300/
- Συνεπώς: Ι) Από τα πιο πάνω προκύπτει κατ' αρχή ότι όλοι οι πιο πάνω Εναγόμενοι έλαβαν γνώση άμεσα για την έκδοση της απόφασης. Ούτε και υπάρχει οποιοδήποτε παράπονο από οποιοδήποτε ότι δεν είχε λάβει γνώση της απόφασης άμεσα ή ότι έμαθαν για την απόφαση όταν οι Ενάγοντες προχώρησαν με την επίδικη αίτηση. ΙΙ) Έκτοτε (μετά την πάροδο της περιόδου αναστολής) οι πιο πάνω Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφωθούν με την απόφαση. Μάλιστα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 3 προκύπτει ότι τουλάχιστο κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης οι ίδιοι παραδέχονται έμμεσα ότι είχαν τη δυνατότητα ικανοποίησης της απόφασης (στο βαθμό που αφορά τον καθένα). ΙΙΙ) Από το σύνολο της επίδικης αίτησης και ένστασης δεν διαφαίνεται ότι οι Αιτητές έδωσαν την εντύπωση στους Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν θα προχωρούσαν με την εκτέλεση της απόφασης. IV) Δεν έχει αμφισβητηθεί επαρκώς και αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι για πρόσθετη εξασφάλιση οι Αιτητές/Ενάγοντες κατέθεσαν επί της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων 5, 6, 9, 10 και 11 τις αιτήσεις για πώληση ακινήτων όπως αυτές καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. (Από τον αριθμό που τους δόθηκε φαίνεται ότι αυτές καταχωρήθηκαν το 2003 (π.χ. ΑΔ70/03 κλπ).) Το γεγονός ότι κατέθεσαν στο Κτηματολόγιο τις πιο πάνω αιτήσεις για πώληση των σχετικών ακινήτων είναι αρκετό και δείχνει ότι οι Αιτητές/Ενάγοντες δεν εγκατέλειψαν την εκτέλεση της απόφασης. Το δε Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση ότι οι διαδικασίες σε τέτοιες αιτήσεις πώλησης ακινήτων είναι χρονοβόρες. Προκύπτει επίσης ότι εναντίον του Εναγόμενου 3 (όπως και της Εναγόμενης 1) το ένταλμα κινητών το οποίο είχε καταχωρηθεί το 2004, είχε επιστραφεί ανεκτέλεστο. V) Τα πιο πάνω δείχνουν πιστεύω μια λογική προσπάθεια των Εναγόντων για να εισπράξουν την απόφαση. Το σκεπτικό των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων, κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου έρχεται σε αντίθεση με τη φιλοσοφία ενός δίκαιου συστήματος θέτοντας τους Αιτητές/Ενάγοντες, οι οποίοι πέτυχαν μια δικαστική απόφαση, σε μειονεκτική θέση έναντι των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων οι οποίοι αποδέχθηκαν (και οι υπόλοιποι εν γνώσει τους άφησαν) να εκδοθεί η εν λόγω δικαστική απόφαση και οι οποίοι προφανώς όφειλαν και οφείλουν στο βαθμό που αφορά τον καθένα να συμμορφωθούν. VΙ) Εφόσον οι Αιτητές/Ενάγοντες κατέθεσαν τις σχετικές αιτήσεις πώλησης ακίνητης περιουσίας που αφορούν συγκεκριμένους Εναγόμενους, προφανώς ευελπιστώντας με αυτό τον τρόπο να εισπράξουν τουλάχιστο μέρος της απόφασης, αυτό δεν σημαίνει ότι οι Αιτητές/Ενάγοντες εγκατέλειψαν ή έδωσαν την εντύπωση ότι εγκατέλειψαν την απαίτηση τους εναντίον των υπόλοιπων Εναγομένων. Ούτε και δικαιούται ο Εναγόμενος 2 (ο οποίος γνώριζε εξ' αρχής το περιεχόμενο όλης της απόφασης και την ύπαρξη των υποθηκών) εύλογα να ισχυρίζεται ότι εφόσον δεν είχε ληφθεί μέτρο εκτέλεσης εναντίον του τότε αφέθηκε να είναι με την εντύπωση ότι οι Αιτητές/Ενάγοντες ουδέποτε θα προωθήσουν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του. VΙΙ) Και κάτι επιπρόσθετο. Οι Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενοι επισήμαναν ότι οι Αιτητές/Ενάγοντες επέδειξαν αδιαφορία αφού δεν αιτήθηκαν άδεια για εκτέλεση της απόφασης αμέσως μετά την πάροδο των έξι ετών από την απόφαση ως ίσχυε η Δ.40 θ.8 πριν την τροποποίηση. (Αποτελεί κοινό έδαφος ότι με την επίδικη αίτηση πρώτη φορά ζητείται από τους Αιτητές/Ενάγοντες άδεια για εκτέλεση της απόφασης.) Οι Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενοι προέκτειναν την επιχειρηματολογία τους ισχυριζόμενοι ότι οι Αιτητές/Ενάγοντες «..οδήγησαν τους Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενους να πιστέψουν ή να σχηματίσουν την εντύπωση ότι δεν θα λαμβάνονταν μέτρα για εκτέλεση της απόφασης...» (Βλ. παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση.) Από τη στιγμή όμως που εν γνώσει όλων των πιο πάνω Εναγόμενων εκδόθηκε η απόφαση με εξασφάλιση τις διάφορες υποθήκες, και από τη στιγμή που οι σχετικές υποθήκες δεν έχουν διαγραφεί (και τουλάχιστον για τις υποθήκες που αφορούν τους Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενους 5, 9, 10 και 11, δεν υπάρχει καν ισχυρισμός ότι διαγράφησαν), τότε το θέμα της αίτησης για άδεια εκτέλεσης τουλάχιστον στην προκειμένη περίπτωση είναι μάλλον τυπικό. Αυτό ενδυναμώνεται και από το γεγονός ότι πριν τη λήξη της απόφασης οι Αιτητές/Ενάγοντες κατέθεσαν στο Κτηματολόγιο τις πιο πάνω αιτήσεις πώλησης ακινήτων. Συνεπώς με βάση την πιο πάνω ανάλυση, όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης σε σχέση με τους πιο πάνω Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενους απορρίπτονται και η επίδικη αίτηση σε σχέση με τους συγκεκριμένους Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενους θα πρέπει να εγκριθεί. Επιπρόσθετα, ανεξαρτήτως οποιονδήποτε πληρωμών προκύπτει ότι η επίδικη απόφαση στο βαθμό που αφορά τον καθένα Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενο δεν έχει εξοφληθεί (πλην όπως καταγράφεται πιο κάτω, σε σχέση με τον Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενο 8). Ενόψει δε όλων των πιο πάνω, το κατά πόσο οι Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενοι ζητούσαν ή όχι παράταση χρόνου δεν καθορίζει τη τύχη της επίδικης αίτησης. Αναφορικά με τον Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενο 8 Η απόφαση εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενου 8 ήταν για το ποσό των £3.000 πλέον τόκους και έξοδα. Με βάση την ίδια απόφαση, εκδόθηκε επίσης διάταγμα για εκποίηση της υποθήκης Υ1299/93 αναφορικά με την περιουσία του για το εν λόγω ποσό των £3.000 πλέον τόκους και έξοδα. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση (και τα επισυναπτόμενα Τεκμήρια 3 και 4) προκύπτει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενος 8 πλήρωσε την 22/10/2002 ποσό £5.500 (Τεκμήριο 4) και την 21/11/2002 η πλευρά των Αιτητών/Εναγόντων απέστειλε επιστολή προς τον Εναγόμενο 8, πληροφορώντας τον ότι η ως άνω υποθήκη Υ1299/93 είχε ακυρωθεί την 20/11/
- Αυτό σε συνδυασμό με την αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι ο Εναγόμενος 8 έχει καταλήξει σε συμφωνία απαλλαγής του, δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους Αιτητές/Ενάγοντες. Εξάλλου, και οι αιτήσεις για τις πωλήσεις ακινήτων οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 3 της επίδικης αίτησης δεν αφορούν την περιουσία του Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενου
- Έχω κατά νου τον λόγο της Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κρίνος Ζ. Μακρίδης κ.α. (πιο πάνω) ότι το κατά πόσο το χρέος έχει εξοφληθεί δεν είναι ζήτημα που αφορά άμεσα την παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης. Κατά την κρίση μου το σκεπτικό αυτό δεν αποκλείει την απόρριψη αιτήματος για εκτέλεση στις περιπτώσεις όπου ο χρεώστης αποδεικνύει σε αιτήσεις όπως στην επίδικη, με τρόπο συγκεκριμένο και αδιαμφισβήτητο ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε χρέος δυνάμει της δικαστικής απόφασης, Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές/Ενάγοντες δεν έχουν δείξει ότι δικαιούνται σε μέτρα εκτέλεσης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενου 8 καθότι έχουν δοθεί από την πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενου 8 συγκεκριμένα στοιχεία που υποστηρίζουν τον ισχυρισμό του για απαλλαγή του. Οπότε οι Αιτητές/ Ενάγοντες όφειλαν να τα αντικρούσουν αν δεν ευσταθούσαν. Συνεπώς η επίδικη αίτηση σε σχέση με τον Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενο 8 θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά με την Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενη 6 Εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενης 6 η εκ συμφώνου απόφαση αφορούσε το ποσό των £33.000 πλέον τόκους και έξοδα και ταυτόχρονα εκδόθηκε διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της με βάση την υποθήκη Υ1297/
- Στην προκειμένη περίπτωση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση με γενικότητα (σε αντίθεση με την περίπτωση του Καθ' ου η Αίτηση 8) τίθεται ο ισχυρισμός ότι κατά το έτος 2008 οι Αιτητές/Ενάγοντες έχουν απαλλάξει την Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενη 6 και ότι προς τούτο διέγραψαν και την εξασφάλιση στην περιουσία της από το Κτηματολόγιο. Το βάρος απόδειξης για τον ισχυρισμό αυτό τον φέρει ο ίδιος ο διάδικος ο οποίος τον επικαλείται οπότε και η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενης 6 όφειλε να επισυνάψει με την ένορκη δήλωση τουλάχιστο τα ελάχιστα αποδεικτικά στοιχεία (όπως έπραξε και με την περίπτωση του Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενου 8) ή τουλάχιστο να εξηγήσει γιατί (σε αντίθετη με την περίπτωση του Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενου 8) δεν επισύναψε αποδεικτικά στοιχεία. Τότε μόνο κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου οι Αιτητές/Ενάγοντες θα είχαν το βάρος να απαντήσουν σε συγκεκριμένους τεκμηριωμένους ισχυρισμούς. Συνεπώς για σκοπούς της επίδικης αίτησης η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενης 6 δεν έχει αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό. Να σημειωθεί ότι τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κάτω από τον τίτλο «Λόγοι ένστασης (α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ) και (ζ) αναφορικά με τους Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενους 2, 3, 5, 9, 10 και 11», εφαρμόζονται κατ' αναλογία και για την περίπτωση της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενης
- Οπότε με βάση τα πιο πάνω, κρίνεται ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί και σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενη
- Αναφορικά με τους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση (βλ. παράγραφος 18) για αλλαγή της κατάστασης των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων με την πάροδο του χρόνου - γενικό σχόλιο Ακόμα και με το σκεπτικό της απόφασης Duer (πιο πάνω) οποιαδήποτε αλλαγή θα ήταν σχετική εάν οι Αιτητές/Ενάγοντες είχαν κωλυσιεργήσει με τρόπο μάλιστα αδικαιολόγητο στην εκτέλεση της απόφασης. Εφόσον όμως δεν είναι τέτοια η προκειμένη περίπτωση (πρωτίστως αφού προώθησαν αιτήσεις πώλησης ακινήτων) η οποιαδήποτε αλλαγή της κατάστασης των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων δεν είναι σχετική. Είναι γεγονός ότι μετά τον Απρίλιο του 2006 με βάση την παλαιά Δ.40 θ.8 οι Αιτητές/Ενάγοντες χρειάζονταν να εξασφαλίσουν άδεια του Δικαστηρίου για την περαιτέρω εκτέλεση της απόφασης. Όμως οι αιτήσεις πώλησης είχαν ήδη κατατεθεί το 2004 στο Κτηματολόγιο, πριν τη λήξη της απόφασης, και εν πάση περιπτώσει με βάση τα αναφερόμενα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση σχεδόν σε όλους τους Εναγόμενους η οποιαδήποτε αλλαγή κατάστασης επήλθε σύμφωνα και με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, πριν την αρχική λήξη της απόφασης. Αναφορικά με την Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενη 1 Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, η εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενης 1 είναι για το ποσό των £171.375,15 και για το επιπρόσθετο ποσό των £64.076,85 πλέον τόκους και έξοδα. Από την ένσταση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων προκύπτει ότι η Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενη 1 εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση το 2004 ενώ από την 08/06/2006 έχει διοριστεί εκκαθαριστής κάποιος κ. Αχιλλέας Αχιλλέως. Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, την 09/02/2004 οι Αιτητές/Ενάγοντες είχαν καταχωρήσει ένταλμα κινητών εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενης 1 το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Εφόσον (κρίνοντας σφαιρικά τη συμπεριφορά των Αιτητών/Εναγόντων) για λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι Αιτητές/Ενάγοντες είχαν κωλυσιεργήσει, με τρόπο δυσμενή για τους Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενους, κρίνεται ορθό όπως δοθεί άδεια για εκτέλεση και για την Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενη
- (Το κατά πόσο η εκτέλεση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενης 1 θα είναι δύσκολη, αυτό δεν αφορά άμεσα την επίδικη αίτηση υπό το φως των συγκεκριμένων περιστάσεων.) Με βάση όλα τα πιο πάνω δίδεται άδεια στους Αιτητές/Ενάγοντες για εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 13/04/2000 καθόσον αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενους 1, 2, 3, 5, 6, 9, 10 και
- Τα έξοδα, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών/Εναγόντων και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων 1, 2, 3, 5, 6, 9, 10 και
- Σε σχέση με τον Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενο 8, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα κατά το 1/9 επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση/Εναγόμενου 8 και εναντίον των Αιτητών/Εναγόντων, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο