← Κύπρος

Ευριπίδη Ρουμπά, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 107/12, 27/2/2013

Ευριπίδη Ρουμπά, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 107/12, 27/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A43 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 107/12 Σε Πτώχευση: Ευριπίδη Ρουμπά, Αντώνη Δημοσθένους, Waterside Home 1, Μανδριά, Πάφος Χρεώστη Αίτηση παραμερισμού Ειδοποίησης Πτώχευσης ημερ. 28.11.12 Ημερομηνία: 27.2.2013 Για Αιτητή - Χρεώστη: κ. Τελώνης για Μ. Κυπριανού & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η αίτηση - Πιστωτή: κ. Γ. Δημητριάδης για Α. Χρ. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.3.12 μετά από μονομερή αίτηση εκδόθηκε ειδοποίηση πτώχευσης, η οποία απευθύνεται προς το φερόμενο χρεώστη Ευριπίδη Ρούμπα (στο εξής ο Aιτητής) και του ζητά όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πληρώσει συγκεκριμένο εξ αποφάσεως χρέος, λεπτομέρειες του οποίου αναφέρονται στην ειδοποίηση. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 2.4.12, η οποία υπάρχει στο φάκελο της υπόθεσης, η αίτηση για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης μαζί με την ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκαν στον χρεώστη προσωπικά στις 29.3.12. Η παρούσα αίτηση (στο εξής η αίτηση) καταχωρήθηκε στις 28.11.12. Με αυτήν ζητείται διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται η προαναφερόμενη Ειδοποίηση Πτώχευσης. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 3

(1)(ζ), 87, 88, 102(ι) και 108 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, στους Κ.2, 16, 17, 38, 39 και 40 των Πτωχευτικών Κανονισμών, στις Δ.48 Κ.1-9 και Δ.64 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 16 του Bankruptcy Act 1914, στη νομολογία, στους Κανόνες της Επιείκειας, στην πρακτική και στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ο Aιτητής υποστηρίζει βασικά τα ακόλουθα: Η ειδοποίηση πτώχευσης είναι παράτυπη, αβάσιµη, καταχρηστική, δεν µπορεί να προχωρήσει και δεν µπορεί να παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Συγκεκριµένα η ειδοποίηση αναφέρει ότι η αίτηση γίνεται από τον Χαράλαµπο Χριστοφόρου, εκ Πάφου (στο εξής ο Καθ' ου η αίτηση). Την ειδοποίηση όµως και την οπισθογράφηση την υπογράφει κάποιος δικηγόρος, ο κ. Ανδρέας Χρ. Δηµητριάδης, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι αντιπρόσωπος του Καθ' ου η αίτηση χωρίς να το τεκµηριώνει και χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε λόγο γιατί η ειδοποίηση και/ή η αίτηση δεν υπογράφεται από τον ίδιο τον Καθ' ου η αίτηση. Σύµφωνα µε τη νοµολογία όπου υπογράφει δικηγόρος ένορκες δηλώσεις πρέπει να δίδονται ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκισθεί και/ή υπογράψει ο ίδιος. Στην παρούσα πουθενά δεν δίδονται τέτοιες εξηγήσεις. Επιπρόσθετα η ειδοποίηση δεν υπογράφεται από τον ίδιο τον πιστωτή αλλά από τους δικηγόρους του και συνεπώς είναι άκυρη. Επίσης η ειδοποίηση πουθενά δεν αναγράφει και/ή αναφέρει την νοµική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται. Πέραν των ανωτέρω η ειδοποίηση γίνεται καταχρηστικά και/ή εκβιαστικά εναντίον του, αφού το ποσό που αναφέρεται σε αυτή έχει ολόκληρο εξοφληθεί, ενώ ταυτόχρονα ο Αιτητής έχει προβεί και σε συµφωνία µε τον Καθ' ου η αίτηση και/ή µε τον αντιπρόσωπο του τον κ. Σάββα Φασουλιώτη, ο οποίος τον εκπροσωπούσε στην Πολιτική Έφεση υπ' αριθµό 30/07 και τον δέσµευε µε την οποιαδήποτε συµφωνία προέβαινε με τον Αιτητή. Συγκεκριμένα ο κ. Φασουλιώτης διαβεβαίωσε γραπτώς τον Αιτητή και/ή του υποσχέθηκε και/ή συµφώνησε ότι δεν θα προχωρήσει µε οποιαδήποτε διαδικασία και/ή διαδικασία ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του καθότι µε την καταβολή του ποσού των €56,700 πλέον του ποσού των €4,000 περίπου το οποίο ποσό ήταν το µερίδιο του Aιτητή από τον κοινό λογαριασµό που διατηρούσε με τον Καθ' ου η αίτηση, η απαίτηση του Καθ' ου η αίτηση και τα δικηγορικά έξοδα διευθετούνται πλήρως (επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α αντίγραφο εγγράφου με τίτλο Απόδειξη). Με την έκδοση της υπό αναφορά ειδοποίησης πτώχευσης ο Καθ' ου η αίτηση παραβιάζει τη συµφωνία και/ή δήλωση του και/ή δήλωση του αντιπροσώπου του και προσπαθεί να εκβιάσει τον Aιτητή για να αποσπάσει χρηµατικό όφελος. Περαιτέρω επειδή ο Aιτητής έχει προβεί σε εξόφληση των οφειλών του προς τον Καθ' ου η αίτηση ο δικηγόρος που αντιπροσώπευε τον τελευταίο στην αγωγή υπ' αριθµό 38/03 και στην Πολιτική Έφεση υπ' αριθµό 30/07, κατά ή περί τις 23.1.12 ακύρωσε την εγγραφή δικαστικής απόφασης (memo) και δήλωσε ενώπιον του Επαρχιακού Κτηµατολογικού Γραφείου Πάφου, ότι δεν έχει οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση πάνω στην ακίνητη ιδιοκτησία του Aιτητή που περιλάµβανε το (memo), πράξη η οποία αποδεικνύει και εµπράκτως ότι ο Καθ' ου η αίτηση διαµέσου του αντιπροσώπου του αποδέχεται ότι δεν έχει οποιαδήποτε άλλη απαίτηση εναντίον του Αιτητή (επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β αντίγραφο εγγράφου με τίτλο Ακύρωση Εγγραφής Δικαστικής Απόφασης). Εφόσον ο Καθ' ου η αίτηση θεωρούσε ότι ο Αιτητής του οφείλει χρήµατα θα µπορούσε να λάβει μέτρα εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του τελευταίου, πράγμα το οποίο δεν έχει πράξει, καθώς και να µην αποσύρει και/ή ακυρώσει την εγγραφή της δικαστικής απόφασης εναντίον του και να προβεί σε αίτηση εκποίησης του memo. Αντ' αυτού το απέσυρε µέσω του αντιπροσώπου του και μετά επισκέφτηκε άλλο δικηγόρο - καθότι ο προηγούµενος δικηγόρος που τον εκπροσωπούσε αρνήθηκε και διαφώνησε έντονα µε την πρόθεση του να καταχωρηθεί ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του Αιτητή - και µε τον δικηγόρο αυτό, ο οποίος τον εκπροσωπεί σήμερα, προχώρησε καταχρηστικά και κακόβουλα στην πτωχευτική διαδικασία µε απώτερο σκοπό να εξαναγκάσει τον Αιτητή να του καταβάλει χρήµατα, ενώ δεν του οφείλει κανένα ποσό. Η ειδοποίηση πτώχευση είναι καταπιεστική για τον Αιτητή και αντίκειται στο σκοπό της πτωχευτικής διαδικασίας που είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του προς ικανοποίηση των πιστωτών του ενώ δεν έχει τέτοιους. Η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση καταχωρήθηκε στις 7.2.13 και στηρίζεται στα άρθρα 2, 3, 5-7, 87, 88, 90, 93, 102, 108 και 113 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, στους Κ.1-3, 6-8, 16-18 και 38-43 των Πτωχευτικών Κανονισμών, στη Δ.39, Δ.48 Κ.1-9, 11, 12 και Δ.64 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου, στους Κανόνες της Επιείκειας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης και στη σχετική νομολογία. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1. Η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη. 2. Τα θέματα που εγείρει η αίτηση είναι δεδικασμένα και/ή συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου καθότι το Δικαστήριο επιλήφθηκε παρόμοιων ισχυρισμών στην αίτηση ημερ. 23.5.12 με τους ίδιους διαδίκους και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή. 3. Δεν έχουν πληρωθεί τα έξοδα της αίτησης ημερ. 23.5.12 από τον Αιτητή. 4. Η σχετική διάταξη του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5, με την οποία τίθεται συγκεκριμένη προθεσμία επτά ημερών είναι επιτακτική.
  1. Ο χρόνος των 7 ημερών που τίθεται εκ του Νόμου, άπτεται της γενεσιουργού αιτίας του δικαιώματος παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, καθιστώντας ουσιαστικά άκυρη και εκ προοιμίου έκθετη σε απόρριψη την αίτηση.
  2. Με την παρέλευση των επτά ημερών που ο νόμος θέτει, έχει επέλθει εκ του νόμου, στη βάση της επιδοθείσας ειδοποίησης, πράξη πτώχευσης.
  3. Μετά που έχει επέλθει εκ του νόμου πράξης πτώχευσης, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να παρατείνει την περίοδο εκτέλεσης πράξης πτώχευσης.
  4. Έχει καταχωρηθεί Αίτηση Πτώχευσης ημερ. 7.1.13 εναντίον του Αιτητή.
  5. Έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης θα έπληττε ανεπανόρθωτα το κύρος, τη χρησιμότητα και την αξιοπιστία της πτωχευτικής διαδικασίας.
  6. Το Δικαστήριο στερείται του δικαιώματος έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος καθότι σε τέτοια περίπτωση θα ενεργεί ως Εφετείο του εαυτού του.
  7. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας.
  8. Δεν έχει εξοφληθεί το οφειλόμενο ποσό από τον Αιτητή.
  9. Δεν γίνεται αναφορά στον Κανονισμό 18 των Πτωχευτικών Κανονισμών, ο οποίος σε συνδυασμό με τον Κανονισμό 16 αποτελεί τη βάση τέτοιας αίτησης.
  10. Καταχρηστικά υποβλήθηκε η αίτηση με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας.
  11. Η αίτηση είναι αντίθετη με τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5 και τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς, ενώ δεν αποκαλύπτει ουσιαστικούς ή βάσιμους λόγους για τον παραμερισμό ή/και ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης, θεραπεία που εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παραχωρήσει. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση όπου ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους της ένστασης και προσθέτει τα ακόλουθα: Τα θέματα που εγείρει ο Αιτητής είναι δεδικασμένα και/ή συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας καθότι το Δικαστήριο επιλήφθηκε παρόμοιων ισχυρισμών στην αίτηση ημερ. 23.5.12 με τους ίδιους διαδίκους και απέρριψε το αίτημα. Η παρούσα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Μέχρι στιγμής ο Αιτητής έχει καταχωρήσει στις 3.4.12 ένσταση αντί ένορκης δήλωσης, την οποία απέσυρε στις 23.5.12 και καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης στις 23.5.
  12. Αφού το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ημερ. 23.5.12 ο Αιτήτης καταχώρησε νέα διαδικασία με την παρούσα που είναι παρόμοια αίτηση. Στις 3.6.10 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή για €39.308,08 πλέον τα πρωτόδικα έξοδα και ΦΠΑ, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και €2.500 πλέον ΦΠΑ έξοδα της έφεσης. Στις 7.10.10 ο Πρωτοκολλητής υπολόγισε τα έξοδα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €4.882,33 πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 7.1.03 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 14.10.08 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των €4.784,
  13. Περαιτέρω ο Καθ' ου η αίτηση κατέβαλε στις 19.4.07 στους δικηγόρους του Αιτητή ποσό €4,482,12 (Λ.Κ.2.623,27) για τα δικηγορικά τους έξοδα στην πρωτόδικη διαδικασία, οι οποίοι δεσμεύτηκαν να τα επιστρέψουν σε περίπτωση επιτυχίας του στο Ανώτατο Δικαστήριο, πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 7.1.03 μέχρι 14.10.08, πλέον τόκο προς 5.5% το χρόνο από 14.10.08 μέχρι εξοφλήσεως. Ο Αιτητής πλήρωσε στις 1.2.11 ποσό €56.700 στο δικηγόρο Σάββα Φασουλιώτη για το δικηγορικό γραφείο Χρήστος Πουργουρίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Το οφειλόμενο χρέος μετά την πιο πάνω πληρωμή ανερχόταν στο ποσό των €23.529,83 πλέον τόκους από 27.3.
  14. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας στο Ανώτατο η εξουδιότηση του Καθ' ου η αίτηση στο δικηγορικό γραφείο Χρήστος Πουργουρίδης & Σια ΔΕΠΕ έπαυσε να υφίσταται και ο δικηγόρος Σάββας Φασουλιώτης ή το δικηγορικό γραφείο Χρήστος Πουργουρίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. δεν είχαν εξουσιοδότηση να εκδώσουν απόδειξη εξοφλήσεως ή να χαρίσουν τα έξοδα ή το εξ αποφάσεως χρέος ή μέρος αυτών. Καμιά ενέργεια ή πράξη του Σάββα Φασουλιώτη, που δεν ήταν εξουσιοδοτημένη από τον Καθ' ου η αίτηση, δεν δεσμεύει αυτόν και δεν είναι έγκυρη. Περαιτέρω η χαριστική ενέργεια στην οποία προέβησαν οι πρώην δικηγόροι του χωρίς την εξουσιοδότηση του στερείται αντιπαροχής και είναι άκυρη ή μη εκτελεστή. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω είναι φανερό από το λεκτικό του Τεκµηρίου Α της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, ότι µεταξύ του Σάββα Φασουλιώτη και του Αιτητή δεν υπήρξε καµία συµφωνία για µείωση ή έκπτωση επί του οφειλόµενου ποσού και ο κ. Φασουλιώτης δεν είχε καµία χαριστική διάθεση προς τον Αιτητή. Αντίθετα ο κ. Φασουλιώτης λόγω λανθασµένων υπολογισµών θεωρούσε ότι το συνολικό ποσό ήταν €56.700 και ο Αιτητής σκόπιµα εκµεταλλεύτηκε το γεγονός και παρέλαβε απόδειξη για πλήρη εξόφληση. Περαιτέρω σε κανένα έγγραφο δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σχετικά µε κάποια συµφωνία για να χαριστεί κάποιο ποσό στον Αιτητή. Δεν θα ήταν λογικό να υπάρχει τέτοια πρόθεση αφού υπήρχε εγγραφή της δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ) επί της περιουσίας του Αιτητή. Αναφορικά µε το Τεκµήριο Β της ένορκης δήλωσης του Αιτητή είναι φανερό και φαίνεται και από την υπογραφή ότι η απόσυρση του ΜΕΜΟ έγινε από κάποιο δικηγόρο από το δικηγορικό γραφείο Χρήστος Πουργουρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και όχι από τον Καθ' ου η αίτηση και ούτε µε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση αυτού. Η πτωχευτική διαδικασία δεν αποτελεί διαδικασία για την εκτέλεση απόφασης και κατά συνέπεια τα όσα ισχυρίζεται ο Αιτητής για αναγκαιότητα να λάβει ο Καθ' ου η αίτηση µέτρα εκτέλεσης της απόφασης είναι άσχετα και αδιάφορα για την παρούσα διαδικασία. Εν πάση περιπτώσει ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται ότι εισέπραξε ποσό €56.700 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους καθώς και των εξόδων αλλά ισχυρίζεται ότι υπάρχει υπόλοιπο το οποίο ανερχόταν στις 26.3.12 στο ποσό των €23.529,83 πλέον τόκους από 27.3.
  15. Το εν λόγω χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό και άμεσα πληρωτέο. Στις 26.3.12 ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, η οποία συνοδευόταν από την αναγκαία οπισθογράφηση με βάση τον σχετικό Κ.40 των Πτωχευτικών κανονισμών, εναντίον του Αιτητή, η οποία εκδόθηκε αυθημερόν και επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή στις 29.3.
  16. Ο Αιτητής μετά την παρέλευση 5 ημερών και αφού είχε λήξει η περίοδος καταχώρησης ένορκης δήλωσης με βάση τις πρόνοιες του Κ.40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, που επενεργεί ουσιαστικά ως αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας πτωχευτικής ειδοποίησης, καταχώρησε στις 3.4.12 ένσταση αντί ένορκης δήλωσης, την οποία απέσυρε στις 23.5.12 αφού καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης ημερ. 23.5.
  1. Το Δικαστήριο στις 5.6.12 παρέτεινε το χρόνο διάπραξης της πράξης πτώχευσης μέχρις ότου ακουστεί η αίτηση ημερ. 23.5.
  2. Η απόφαση του Δικαστηρίου ηµερ. 23.11.12 επαναξεκινά την προθεσµία των 7 ηµερών ως τον χρόνο διάπραξης της πράξης πτώχευσης και ο Αιτητής δεν έχει αιτηθεί την παράταση του χρόνου αυτού ούτε και έχει παραχωρηθεί τέτοια παράταση. Η καταχώρηση αίτησης όπως η παρούσα, δεν έχει τις ίδιες συνέπειες που έχει η καταχώρηση ένορκης δήλωσης από τον χρεώστη, η οποία ταυτόχρονα αναστέλλει τον χρόνο διάπραξης πράξης πτώχευσης. Με την παρέλευση των 7 ηµερών χωρίς ο χρεώστης να πληρώσει το χρέος του έχει συντελεστεί πράξη πτώχευσης. Η σχετική διάταξη του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 105, με την οποία τίθεται συγκεκριμένη προθεσμία 7 ημερών είναι επιτακτική. Ο χρόνος που εκ του Νόμου τίθεται, άπτεται της γενεσιουργού αιτίας του δικαιώματος παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, καθιστώντας ουσιαστικά άκυρη και εκ προοιμίου έκθετη σε απόρριψη την υπό συζήτηση αίτηση. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης είναι παράτυπη γιατί υπογράφεται από τον δικηγόρο του πιστωτή, είναι ανυπόστατος καθώς τίποτε δεν υπάρχει στους σχετικούς Κανονισμούς, οι οποίοι ρυθμίζουν τον τύπο της αίτησης προς έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, που να υπαγορεύει στον αιτητή-πιστωτή να υπογράφει ο ίδιος την αίτηση του. Πέραν τούτου το έντυπο-φόρμα 3 στο Παράρτημα Α των Πτωχευτικών Κανονισμών προβλέπει ρητά για υπογραφή της αίτησης είτε από το δικηγόρο του πιστωτή είτε από τον ίδιο τον πιστωτή, όπως έγινε στην παρούσα όπου η αίτηση υπογράφεται από το δικηγόρο του εξ αποφάσεως πιστωτή. Εν πάση περιπτώσει ακόμη και να διαπιστωνόταν παρατυπία αυτή θα μπορούσε να θεραπευθεί δυνάμει του Κανονισμού 2 των Πτωχευτικών Κανονισμών και του άρθρου 102
(1)του Κεφ.
  1. Αιτήσεις όπως η παρούσα αντλούν τη δικαιοδοσία τους και τη βάση τους από τον συνδυασμό των Κανονισμών 16 και 18 των Πτωχευτικών Κανονισμών και στην παρούσα ο Αιτητής δεν συμπεριλαμβάνει στη βάση της αίτησης τον Κανονισμό
  2. Ως εκ τούτου η αίτηση είναι παράτυπη. Τέλος ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται ότι η αίτηση του για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης είναι καταχρηστική ή κακόβουλη ή καταπιεστική, ενώ ισχυρίζεται ότι αντίθετα αποσκοπεί στην προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του Αιτητή για ικανοποίηση των πιστωτών του. Η δε διαγραφή του ΜΕΜΟ έγινε χωρίς την εξουσιοδότηση του και τώρα δεν είναι ασφαλισμένος πιστωτής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο Καθ' ου η αίτηση ζητά όπως η αίτηση απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του Αιτητή Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. Νομική πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης εάν εντός επτά ημερών, από την επίδοση σε αυτόν, δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις ειδοποίησης πτώχευσης που αφορά χρέος, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση για οποιοδήποτε ποσό, της οποίας απόφασης η εκτέλεση δεν έχει ανασταλεί ή δεν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή για τουλάχιστο ισάξιο ποσό του χρέους και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση. Το άρθρο 3
(3)του Κεφ. 5 προβλέπει ότι η ειδοποίηση πτώχευσης θα γίνεται κατά τον καθορισμένο τύπο καθώς και το τι πρέπει να αναφέρει. Περαιτέρω η διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης και το περιεχόμενο αυτής ρυθμίζεται από το Μέρος III των Πτωχευτικών Κανονισμών και ειδικότερα από τους Κανονισμούς 38-43. Ως δε προκύπτει από τον Κ.39 η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης δεν απευθύνεται στον χρεώστη αλλά στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου από τον οποίο και εξαιτείται την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. Σύμφωνα δε με τον Κ.38 η έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης γίνεται από τον Πρωτοκολλητή. Από τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Δημητρίου
(2008)1Α Α.Α.Δ 425, όπου γίνεται αναφορά τόσο στο άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 όσο και στις πρόνοιες των Κ.40
(2)και 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών αλλά και στη σχετική κυπριακή και αγγλική νομολογία, προκύπτει ότι άλλοι λόγοι ακύρωσης ειδοποίησης πτώχευσης, πέραν αυτών που αναφέρονται στον Κ.40
(2)δηλ. ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμό, όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν να προβληθούν με καταχώρηση ξεχωριστής, ειδικής προς τούτο αίτησης, δηλαδή αίτησης προς ακύρωση και όχι με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στον Κ.40
(2). Επομένως το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τον παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης στη βάση λόγων, οι οποίοι δεν προβλέπονται από τον Κ.40
(2), αλλά μόνον εφόσον υποβληθεί προς το σκοπό αυτό η απαιτούμενη αίτηση. Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κανονισμού 40
(2)(βλ. και Αλωνεύτης ν. Alpha Bank Ltd
(2010)1Α Α.Α.Δ 475). Το δε βάρος απόδειξης στην περίπτωση αίτησης για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης είναι το ίδιο και βρίσκεται αποκλειστικά στους ώμους του χρεώστη, όπως στην περίπτωση της ένορκης δήλωσης του Κ.40
(2)(βλ. Re Ντίνος Ασπρής
(1988)1 J.S.C. 93 και Αλωνεύτης ανωτέρω). Ερχόμενος τώρα στην παρούσα αποτελεί θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι έχει συντελεσθεί η πράξη πτώχευσης και έχει καταχωρηθεί αίτηση πτώχευσης. Ως έχει προαναφερθεί για αιτήσεις, όπως η παρούσα, δεν ισχύει η προθεσμία των 3 ημερών που προβλέπει ο Κ.40
(3)για ένορκη δήλωση. Πουθενά δε στον περί Πτωχεύσεως Νόμο αλλά και στους Πτωχευτικούς Κανονισμούς δεν προβλέπεται συγκεκριμένη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού. Κρίνω όμως ότι το θέμα δεν μπορεί να συναρτηθεί με τον χρόνο μετά τη λήξη του οποίου θεωρείται εκ του νόμου ότι έχει συντελεσθεί πράξη πτώχευσης δηλ. τις 7 ημέρες από την επίδοση της ειδοποίησης, ως εισηγείται ο Καθ' ου η αίτηση. Με άλλα λόγια το γεγονός της καταχώρησης τέτοιας αίτησης μετά την παρέλευση του χρόνου των 7 ημερών δεν καθιστά αυτήν εκπρόθεσμη. Είναι σαφές από το λεκτικό του Νόμου και των Κανονισμών ότι η πρόθεση του νομοθέτη για επιβολή συγκεκριμένης προθεσμίας αφορά και περιορίζεται μόνο στην ένορκη δήλωση δυνάμει του Κ.40. Ως δε συνάγεται από τη σχετική νομολογία αίτηση παραμερισμού μπορεί να καταχωρηθεί και μετά την παρέλευση των 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης (βλ. Αλωνεύτης ανωτέρω όπου η αίτηση παραμερισμού είχε καταχωρηθεί 3 περίπου εβδομάδες μετά την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης όπως και στην Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1694). Άλλωστε προς επίρρωση του πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί ότι το κατά πόσο έχει συντελεσθεί πράξη πτώχευσης δεν αποτελεί αντικείμενο στην εξέταση αίτησης παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης αλλά στην εξέταση αίτησης πτώχευσης (βλ. άρθρα 3-6 του Κεφ. 5) όχι μόνο ως προς την ουσία της αλλά και την προθεσμία άσκησης της. Τυχόν δε επιτυχία αίτησης παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης θα ληφθεί φυσικά υπόψην από το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την αίτηση πτώχευσης στα πλαίσια της κρίσης του κατά πόσο διαπράχθηκε τελικά πράξη πτώχευσης. Ως εκ των άνω προκύπτει ότι το γεγονός ότι έχει παρέλθει η προθεσμία των 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης δεν συνιστά κώλυμα στην καταχώρηση αίτησης όπως η παρούσα. Κατ' επέκταση τέτοιο κώλυμα δεν συνιστά ούτε και η καταχώρηση αίτησης πτώχευσης που στηρίζεται στην ίδια ειδοποίηση. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω οι σχετικές θέσεις του Καθ' ου η αίτηση σχετικά με την επίδραση στην παρούσα αίτηση του γεγονότος της παρέλευσης της προθεσμίας των 7 ημερών καθώς και του γεγονότος ότι έχει ήδη καταχωρηθεί αίτηση πτώχευσης δεν ευσταθούν. Περαιτέρω δεν έχει εξηγηθεί και στοιχειοθετηθεί από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση κατά πόσο και με ποιο τρόπο επιδρά στην υπό εξέταση αίτηση το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν πλήρωσε τα έξοδα προηγούμενης παρόμοιας αίτησης, η οποία απορρίφθηκε. Αποτελεί επίσης θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι στην αίτηση δεν γίνεται αναφορά στον Κ.18 των Πτωχευτικών Κανονισμών, ο οποίος, σύμφωνα πάντα με την ίδια εισήγηση, σε συνδυασμό με τον Κ. 16 αποτελεί τη βάση τέτοιους είδους αίτησης. Σύμφωνα με την υπόθεση In re Costas Louca
(1987)2 J.S.C 428, η οποία αναφέρεται στην Δημητρίου ανωτέρω, αίτηση όπως την παρούσα θα πρέπει να καταχωρείται σύμφωνα με τον Κ.16 των Πτωχευτικών Κανονισμών. Βάσει του εν λόγω Κανονισμού κάθε αίτηση θα εκθέτει το Νόμο ή τους Κανονισμούς στους οποίους στηρίζεται και θα συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που βεβαιώνει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται. Τούτου λοιπόν δεδομένου αλλά και του ότι ο Κ.18 προνοεί για την καταχώρηση, το περιεχόμενο και τη μαρτυρία που πρέπει να περιλαμβάνει ένσταση σε αίτηση και όχι η ίδια η αίτηση, κρίνεται ότι ούτε αυτή η εισήγηση ευσταθεί (βλ. επίσης Μερκής ν. Intertobacco Ltd
(2006)1Β Α.Α.Δ 788). Όσον δε αφορά τη θέση ότι τα θέματα που εγείρει η παρούσα αίτηση είναι δεδικασμένα και συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας, αυτή στηρίζεται στο ότι το Δικαστήριο επιλήφθηκε παρόμοιων ισχυρισμών στην αίτηση ημερ. 23.5.12 με τους ίδιους διαδίκους και απέρριψε την εν λόγω αίτηση. Προς εξέταση της θέσης αυτής θα πρέπει να γίνει αναφορά στο ιστορικό της παρούσας, ως αυτό προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, από τον οποίο φαίνονται τα ακόλουθα: Η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης εκδόθηκε στις 26.3.12 και επιδόθηκε στον Χρεώστη-Αιτητή στις 29.3.
  1. Αυτός στις 3.4.12 δηλ. 5 ημέρες αργότερα και πριν την παρέλευση του χρόνου των 7 ημερών, καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στην αίτηση ειδοποίησης πτώχευσης. Την ίδια μέρα το Δικαστήριο όρισε την ειδοποίηση πτώχευσης για ακρόαση στις 2.5.12 και διέταξε όπως ο χρόνος διάπραξης της πράξης πτώχευσης παραταθεί μέχρις ότου ακουστεί και αποφασισθεί η ένσταση. Στις 2.5.12 εμφανίσθηκαν οι συνήγοροι των διαδίκων και το Δικαστήριο όρισε την ειδοποίηση πτώχευσης και πάλι για ακρόαση στις 5.6.
  2. Στις 23.5.12 ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε τον παραμερισμό της αίτησης για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, η οποία ορίσθηκε για πρώτη φορά επίσης στις 5.6.
  3. Στις 5.6.12 ο συνήγορος του Αιτητή ζήτησε άδεια να αποσύρει την προαναφερόμενη ένσταση ημερ. 3.4.12 και όπως ορισθεί η αίτηση ημερ. 23.5.
  4. Ο δε συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση συμφώνησε και ζήτησε χρόνο για καταχώρηση ένστασης στην αίτηση. Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο την ίδια μέρα έδωσε άδεια για απόσυρση της ένστασης ημερ. 3.4.12 και όρισε για οδηγίες την εν λόγω αίτηση στις 3.7.12 με οδηγίες όπως καταχωρηθεί ένσταση σε αυτήν μέχρι τότε. Περαιτέρω το Δικαστήριο την ίδια μέρα παρέτεινε το χρόνο διάπραξης της πράξης πτώχευσης μέχρι ότου ακουστεί η αίτηση εκείνη. Η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση καταχωρήθηκε τελικά στις 24.10.12 και την ίδια μέρα η αίτηση εκείνη ορίσθηκε για ακρόαση στις 13.11.12, οπόταν και έλαβε χώραν η ακροαματική διαδικασία περιοριζόμενη σε αγορεύσεις των δύο πλευρών. Στις 23.11.12 το Δικαστήριο με απόφαση του απέρριψε την εν λόγω αίτηση γιατί με αυτήν ζητείτο ο παραμερισμός όχι της επίδικης ειδοποίησης πτώχευσης αλλά της αίτησης με βάση την οποία αυτή εκδόθηκε δηλ. επιδίωκε ανύπαρκτη και άρα νόμω αβάσιμη θεραπεία. Ως δε προκύπτει από την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο ενόψει αυτής του της κατάληξης δεν προχώρησε στην εξέταση των υπόλοιπων θεμάτων που εγείρονταν. Στη συνέχεια ο Αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση στις 28.11.
  5. Όσον αφορά το θέμα του δεδικασμένου για να τύχει εφαρμογής ο εν λόγω κανόνας πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
(1)η προηγούμενη απόφαση να είναι τελεσίδικη,
(2)να υπάρχει ταύτιση διαδίκων,
(3)να υπάρχει ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων και
(4)να υπάρχει ταύτιση των επιδίκων θεμάτων (βλ. Πανέρα ν. Πανέρα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1684). Στην προκειμένη παρά το ότι συντρέχουν οι πρώτες τρεις προϋποθέσεις εντούτοις δεν υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων εφόσον με την αίτηση ημερ. 23.5.12 ζητείτο ο παραμερισμός της αίτησης με βάση την οποία εκδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης ενώ με την παρούσα ο παραμερισμός της ίδιας της ειδοποίησης πτώχευσης. Ακόμη όμως και να εθεωρείτο ότι με την αίτηση ημερ. 23.5.12 εγείρονταν τα ίδια θέματα με την παρούσα, και πάλι δεν μπορεί να λεχθεί ότι τίθεται θέμα δεδικασμένου εφόσον το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης εκείνης δεν εισήλθε στην εξέταση και δεν αποφάσισε επί της ουσίας των εκεί εγερθέντων θεμάτων αλλά περιορίσθηκε στην κρίση ότι η αίτηση επιδίωκε ανύπαρκτη θεραπεία (βλ. Evagorou v. Christodoulou
(1982)1 C.L.R. 771). Όσον αφορά το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας, ως έχει νομολογηθεί, τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή τέτοιας κατάχρησης. Ως επίσης έχει νομολογηθεί η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911 και Λούκος ν. Εθνική
(2001)1 Α.Α.Δ. 798). Στην Περρέλλα ανωτέρω αναφέρθηκε ότι «η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του». Ερχόμενος τώρα στη σχετική θέση του Καθ' ου η αίτηση πρέπει να λεχθεί ότι ενόψει του ότι, ως έχει προαναφερθεί, δεν στοιχειοθετείται η ύπαρξη δεδικασμένου από την απόρριψη της αίτησης ημερ. 23.5.12, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι με την παρούσα επαναφέρεται θέμα που είχε επιλυθεί δικαστικά προηγουμένως ώστε να θεωρηθεί ως τέτοιου είδους κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. Χριστοφή (Παπέττας) ν. Σ. & Μ. Φλόκκας Λτδ κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1703). Ως έχει όμως προαναφερθεί η κατάχρηση διαδικασίας μπορεί να λάβει και άλλες μορφές. Από το ιστορικό της υπό εξέταση ειδοποίησης πτώχευσης είναι εμφανές ότι ο Αιτητής επιδιώκει με την παρούσα, για τρίτη φορά, καταχωρώντας ένδικο βοήθημα (ένσταση ημερ. 3.4.12, αίτηση ημερ. 23.5.12 και η παρούσα αίτηση) την ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης πτώχευσης. Αυτό το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα τόσο από το περιεχόμενο της ένστασης ημερ. 3.4.12 όσο και από το περιεχόμενο της αίτησης ημερ. 23.5.12, παρά το ότι στην τελευταία προφανώς εσφαλμένα ζητείτο ο παραμερισμός της αίτησης αντί της ειδοποίησης πτώχευσης. Το γεγονός δε ότι τα δύο πρώτα δεν ήταν τα ορθά ένδικα βοηθήματα δεν μεταβάλλει το ότι στην ουσία με αυτά επιδιώκετο ο παραμερισμός της ειδοποίησης πτώχευσης. Συνεπώς τούτου δεδομένου αλλά και του ότι η παρούσα αίτηση ουσιαστικά καταχωρήθηκε 8 μήνες μετά την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης αλλά λαμβάνοντας υπόψην και την αναγκαιότητα προστασίας της άλλης πλευράς, η οποία καλείται ουσιαστικά να υπερασπιστεί τον εαυτό της σε μια τρίτη διαδικασία παρόμοιας φύσεως, κρίνω ότι η παρούσα συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. Loukos Trading Co Ltd κ.α. v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταιγκ Κο Λτδ
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1014). Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη υπό τις περιστάσεις θα οδηγούσε στο παράλογο και άδικο αποτέλεσμα, κάθε διάδικος να έχει το δικαίωμα να προβεί σε πολλαπλά και συνεχόμενα δικονομικά διαβήματα στην επιδίωξη του ίδιου σκοπού, μέχρι να πετύχει στο ορθό διάβημα την επιδιωκόμενη θεραπεία, ανεξαρτήτως του χρόνου, των εξόδων αλλά και των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς. Εδώ να σημειωθεί περαιτέρω ότι η επιδίκαση εξόδων εναντίον του Αιτητή δεν αποτελεί αντιστάθμισμα για την ταλαιπωρία την οποία έχει υποστεί ο Καθ' ου η αίτηση. Με δεδομένο λοιπόν ότι η άσκηση της σχετικής σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του (βλ. Constantinides ανωτέρω) κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας διαδικασίας πρέπει να δοθεί τέλος σε αυτήν με διάταγμα απόρριψης της αίτησης. Παρά τα πιο πάνω, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα εξετάσω και τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται. Είναι η θέση του Αιτητή ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είναι παράτυπη και αβάσιµη καθότι αν και γίνεται από τον Χαράλαµπο Χριστοφόρου, την ειδοποίηση πτώχευσης και την οπισθογράφηση την υπογράφει ο δικηγόρος του πιστωτή χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε λόγο γιατί η ειδοποίηση και/ή η αίτηση δεν υπογράφεται από τον ίδιο τον πιστωτή. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι η ειδοποίηση πτώχευσης δεν υπογράφεται από τους αιτητές - πιστωτές που ζητούν την έκδοση της αλλά, όπως έχει προαναφερθεί, από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, ο οποίος και την εκδίδει, όπως έγινε και στην παρούσα. Συνεπώς η θέση αυτή του Αιτητή δεν ευσταθεί. Εάν πάλι ο Αιτητής αναφέρεται όχι στην ειδοποίηση αυτή καθεαυτή αλλά στην αίτηση για έκδοσης αυτής και πάλι η θέση του δεν ευσταθεί. Αυτό γιατί τίποτε δεν υπάρχει στους σχετικούς Κανονισµούς, οι οποίοι ρυθµίζουν τον τύπο της αίτησης προς έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, που να υπαγορεύει στον αιτητή να υπογράφει ο ίδιος την αίτηση του. Πέραν τούτου το έντυπο-φόρμα 3 στο Παράρτημα Α των Πτωχευτικών Κανονισµών προβλέπει ρητά για υπογραφή της αίτησης είτε από τον ίδιο τον πιστωτή είτε από το δικηγόρο του πιστωτή, όπως έγινε στην παρούσα. Εν πάση περιπτώσει ακόµη και να διαπιστωνόταν παρατυπία αυτή θα μπορούσε να θεραπευθεί δυνάμει του Κανονισμού 2 των Πτωχευτικών Κανονισμών και του άρθρου 102
(1)του Κεφ. 5 (βλ. Σιάτης ν. Λοίζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 226). Η αναφορά δε του Αιτητή σε ένορκη δήλωση που υπεγράφη από δικηγόρο και ότι πρέπει να δοθούν ικανοποιητικές εξηγήσεις για αυτό, στερείται οποιουδήποτε πραγματικού ερείσματος καθότι η αίτηση για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση. Υποστηρίζει επίσης ο Αιτητής ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είναι παράτυπη καθότι πουθενά δεν αναγράφει και/ή αναφέρει την νοµική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται. Ούτε όμως αυτό ευσταθεί εφόσον ως φαίνεται πάνω στον τίτλο της ειδοποίησης πτώχευσης γίνεται αναφορά στον Κ.40 ως προβλέπεται στο σχετικό έντυπο-φόρμα 4 στο Παράρτημα Α των Πτωχευτικών Κανονισµών. Όσον αφορά την θέση του Αιτητή περί εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους αυτός επικαλείται προς απόδειξη αυτού τα Τεκμήρια Α και Β που επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α έχει ως ακολούθως: ΑΠΟΔΕΙΞΗ Εγώ ο πιο κάτω υπογεγραμμένος Σάββας Φασουλιώτης, δικηγόρος από τη Λεμεσό, παρέλαβα σήμερα 1/2/2011 από τον κ. Ευριπίδη Ρουμπά από την Πάφο για λογαριασμό του κ. Χαράλαμπο Χριστοφόρου από την Πάφο: (α) Το ποσό των € 27.900,00 σε μετρητά (β) Τραπεζική Επιταγή αρ. 4664539 για το ποσό των € 21.800,00 (γ) Μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 28/2/2011 με αρ.91259061 για το ποσό των € 7.000,00 (δ)Πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 17/1/2011 προς κ. Χαράλαμπο Χριστοφόρου Με την εξαργύρωση των πιο πάνω επιταγών και την είσπραξη από τον κ. Χριστοφόρου ολόκληρου του ποσού που είναι κατατεθειμένο στον κοινό τραπεζικό του λογαριασμό με τον κ. Ρουμπά, η οφειλή του κ. Ρουμπά προς τον κ. Χριστοφόρου σε σχέση με την Αγωγή υπ' αρ. 38/03 και την Έφεση υπ' αρ. 30/07 περιλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων, δηλαδή για συνολικό ποσό €56,700, διευθετείται πλήρως. Σύμφωνα με το Τεκμήριο Β που φέρει τίτλο Ακύρωση Εγγραφής Δικαστικής Απόφασης (ΜΕΜΟ) ημερ. 23.1.12, αναφορικά με την Έφεση 30/07 μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση και του Αιτητή, δικηγόρος που υπογράφει πάνω από σφραγίδα Χρήστος Πουργουρίδης και Σια Δ.Ε.Π.Ε., πληροφορεί τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου ότι δεν έχει οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση πάνω στην ακίνητη ιδιοκτησία του Αιτητή ήτοι στο ½ μερίδιο κτήματος με αρ. εγγραφής 3394 στα Μανδριά, που περιλαμβάνεται στο ΜΕΜΟ που έχει κατατεθεί με αρ. ΕΒ1611/10 και ημερ. 8.10.10. Ο Καθ' ου η αίτηση ουσιαστικά δέχεται ότι πληρώθηκε το πιο πάνω ποσό αλλά αμφισβητεί ότι το ποσό αυτό είναι εξοφλητικό ολόκληρου του εξ αποφάσεως χρέους και ισχυρίζεται ότι το ποσό που αναφέρεται στην ειδοποίηση πτώχευσης είναι το οφειλόμενο, κατά τις 26.3.12, υπόλοιπο του εν λόγω χρέους. Καταλήγει στο εν λόγω ποσό κάνοντας κάποιους συγκεκριμένους υπολογισμούς στους οποίους περιλαμβάνονται και τόκοι διαφόρων περιόδων. Η θέση λοιπόν του Αιτητή περί εξοφλήσεως του εξ αποφάσεως χρέους έχει αμφισβητηθεί από τον Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος με τη δική του μαρτυρία - ένορκη δήλωση έθεσε με συγκεκριμένο τρόπο το πως και γιατί εξακολουθεί να υπάρχει οφειλόμενο ποσό. Ο Αιτητής όμως δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά τη θέση του Καθ' ου η αίτηση εφόσον δεν ζήτησε να τον αντεξετάσει ώστε να αξιολογηθεί και να διαφανεί με τον τρόπο αυτό η ορθότητα ή μη της εν λόγω θέσης. Ως αποτέλεσμα ο ισχυρισμός περί μη εξόφλησης του χρέους να έχει παραμείνει αναντίλεκτος. Συνεπώς κρίνω ότι ο Αιτητής, που είναι αυτός που έχει το βάρος απόδειξης και της εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους, έχει αποτύχει να αποσείσει αυτό. Αποτελεί επίσης θέση του Αιτητή ότι η ενέργεια του Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του είναι εκδικητική, καταπιεστική, και καταχρηστική. Αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι ως έχει προαναφερθεί ο Αιτητής έχει αποτύχει να αποδείξει τον ισχυρισμό του περί εξόφλησης. Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η πτωχευτική διαδικασία, στην οποία περιλαμβάνεται και η έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του προς συγκεκριμένο πιστωτή αλλά στην «προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών» (βλ. London Clubs Ltd κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1699 και Αρέστη ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1258). Για αυτό, τόσο η αίτηση όσο και η ειδοποίηση πτώχευσης, άλλωστε και δεν περιλαμβάνονται στις μεθόδους εκτέλεσης, οι οποίες προβλέπονται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 (βλ. Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1255). Πέραν δε του ισχυρισμού για εξόφληση, ο οποίος δεν αποδείχθηκε, κανένα άλλο στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να τεκμηριώνει την ύπαρξη καταπίεσης ή κατάχρησης της πτωχευτικής διαδικασίας ή εκδικητικών προθέσεων εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση, ως ισχυρίζεται ο Αιτήτης (βλ. σχετικά την London Clubs Ltd ανωτέρω). Εδώ να σημειωθεί ότι τα οποιαδήποτε σχετικά με το πιο πάνω αναφέρει επιπρόσθετα στις αγορεύσεις του ο συνήγορος του Αιτητή, όπως και το ότι αυτός έχει περιουσία που θα μπορούσε να εκποιηθεί σε περίπτωση λήψης μέτρων εκτέλεσης, αναμφίβολα δεν αποτελούν μαρτυρία και επομένως δεν μπορεί να ληφθούν υπόψην. Φαίνεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση - πιστωτής δικαιωματικά εισάγει την ειδοποίηση πτώχευσης εν όψει της ύπαρξης του υπολοίπου της εξ αποφάσεως οφειλής. Δεν ήταν δε υποχρεωμένος αντί αυτού να προχωρήσει σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης και το γεγονός ότι δεν προχώρησε σε τέτοια μέτρα δεν καταδεικνύει τα όσα εισηγείται ο Αιτητής. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Μερκής ανωτέρω, σε σχέση με ισχυριζόμενη κατάχρηση, με αναφορά στην London Clubs ανωτέρω «Δεν ασκείται έλεγχος εσωτερικών ελατηρίων και δεν είναι με αναφορά σε τέτοια αλλά στον τρόπο χρησιμοποίησης των διαδικασιών που παραπέμπει η πιο πάνω απόφαση». Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση - Πιστωτή και εναντίον του Αιτητή - Χρεώστη, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Bankruptcy Notice/Final (Αναφορά: Ειδοποίηση Πτώχευσης - Αίτηση παραμερισμού) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.