Alpha Bank Cyprus Ltd ν. SIMPSON RICHARD WILLIAM κ.α., Αρ. Αγωγής: 1057/12, 6/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1057/12 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσας και
- SIMPSON RICHARD WILLIAM
- ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED Εναγομένων Αίτηση ημερ. 1.11.12 για ακύρωση και/ή παραμερισμό του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 22.6.12 για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στο εξωτερικό καθώς και της επίδοσης του Κλητηρίου Ημερομηνία: 6 Φεβρουαρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή- Εναγόμενο 1: κ. Κ. Κουκούνης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κα Σ. Πολυβίου (κα Α. Κακογιάννη ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση του ο Εναγόμενος 1 εξαιτείται: Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή να παραμερίζεται το διάταγμα ημερομηνίας 22.6.12 διά του οποίου επιτρέπετο η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και της Ειδοποίησης του ομού μετά των μεταφράσεων τους εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στον Εναγόμενο
- Β) Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το πιο πάνω διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.6.12 για επίδοση του Κλητηρίου και της Ειδοποίησης του στον Εναγόμενο 1 μέσω της δικαιοδοσίας που προνοείται από τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/01 και 1393/
- Γ) Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται ή να παραμερίζεται η επίδοση προς τον Εναγόμενο 1 κατά/ή περί τις 19.10.12 του πιστού αντιγράφου της ένορκης δήλωσης της Δανάης Μαππής ημερομηνίας 14.8.12 ομού μετά των επισυνημμένων εγγράφων ως άκυρης ή παράνομης ή παράτυπης ή αντικανονικής. Δ) Διάταγμα με το οποίο να διατάττεται ή να δηλώνεται ότι οποιαδήποτε επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και της Ειδοποίησης του μαζί με τις μεταφράσεις τους καθώς και η επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 22.6.12 είναι άκυρη ή παράνομη ή παράτυπη ή αντικανονική ή κακή. Ε) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία Στ) Τα έξοδα της αίτησης. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.5, θ.1 - 10, Δ.6 θ.1 - 7
(1)(α) - (δ),
(2)
(3), 8, 9, Δ.15 θ. 1 - 9, Δ.16 θ.1 - 9, Δ.39, Δ.48 θ. 1-13 και Δ.51, θ.1, 2, 2 Α, 3 - 7, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς (Ε.Κ.) 44/2001 και (Ε.Κ.) 1393/07, στα άρθρα 3 και 9 του Κεφ. 6, στις συμφυείς εξουσίες, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου καθώς επίσης και στη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Ζαντή δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Εναγόμενου 1, ημερομηνίας 1.11.
- Στην ένορκη της δήλωση η Ζαντή αναφέρει ότι κατά ή περί τις 19.10.12 επιδόθηκαν στον πελάτη της τα εξής έγγραφα τα οποία επισύναψε στην ένορκη δήλωση της:
- Πιστό αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.6.12 στην Ελληνική γλώσσα.
- Πιστό αντίγραφο της ένορκης δήλωσης της Δανάης Μαππής ημερομηνίας 14.8.12 μαζί με τα επισυναπτόμενα σ΄ αυτή έγγραφα δηλαδή: α) πιστό αντίγραφο του Kλητηρίου Eντάλματος μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα, β) πιστό αντίγραφο του Kλητηρίου Eντάλματος στη Ελληνική γλώσσα, γ) πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης του Kλητηρίου Eντάλματος μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα, και δ) πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Ελληνική γλώσσα. Είναι η θέση της ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να επιδόσουν τα εξής έγγραφα: α) Πιστό αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος στην Ελληνική γλώσσα. β) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα του Κλητηρίου Εντάλματος. γ) Πιστό αντίγραφο της Ειδοποίησης του Kλητηρίου Eντάλματος στην Ελληνική γλώσσα. δ) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα της Ειδοποίησης του Kλητηρίου Eντάλματος. ε) Πιστό αντίγραφο της μονομερούς αίτησης στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 22.6.12, στην Ελληνική γλώσσα. στ) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα της πιο πάνω μονομερούς αίτησης των Εναγόντων. ζ) Πιστό αντίγραφο της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την πιο πάνω μονομερή αίτηση μαζί με τα όποια επισυναπτόμενα έγγραφα στην Ελληνική γλώσσα. η) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την μονομερή αίτηση μαζί με τα όποια επισυναπτόμενα έγγραφα. θ) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση του διατάγματος ημερομηνίας 22.6.12 στην Αγγλική γλώσσα ι) Επεξηγηματική επιστολή στην Αγγλική γλώσσα σε σχέση με τα επισυναπτόμενα έγγραφα και δικαιώματα των Αιτητών, και κ) Γραπτή τυποποιημένη βεβαίωση/πιστοποιητικό σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙ (Αnnex II) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07 με την οποία να πληροφορείται ο πελάτης τους των δικαιωμάτων του να αρνηθεί ή να απορρίψει την επίδοση. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Ζαντή στην ένορκη δήλωση της ότι συνεπεία των πιο πάνω παραλείψεων ο πελάτης τους αποστερήθηκε του δικαιώματος του να ενημερωθεί γραπτώς στην Αγγλική γλώσσα για τις διαδικασίες και για το δικαίωμα του να αρνηθεί την επίδοση, να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να υπερασπιστεί. Αντ΄ αυτών της επιδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 22.6.12 στην Ελληνική γλώσσα που είναι ακατανόητη γλώσσα για τον πελάτη της. Λόγω των πιο πάνω παραβάσεων ο πελάτης αποστερήθηκε σημαντικών πληροφοριών σε σχέση με την επίδοση των εγγράφων και δεν έτυχε πλήρους ενημέρωσης περί της βάσης εξασφάλισης του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.6.
- Προσβάλλει τέλος την πιστότητα της μετάφρασης των εγγράφων που επιδόθηκαν υποβάλλοντας ότι η Μαππής δεν αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων της για τις δύο γλώσσες που δήθεν γνωρίζει δηλαδή την Ελληνική και Αγγλική και ότι η μετάφραση δεν έγινε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόντων της οποίας η κύρια νομική βάση είναι περίπου η ίδια με εκείνη της αίτησης. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της Κάκιας Χριστοδουλίδη, υπαλλήλου των Εναγόντων, ημερομηνίας 4.1.
- Στην ένσταση προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: α) Ο Εναγόμενος 1 κωλύεται από του να προβάλλει ισχυρισμούς περί κακής επίδοσης εφόσον έλαβε πλήρη γνώση περί της ύπαρξης της Αγωγής και του αντικειμένου της καθώς και του χρονοδιαγράμματος προς λήψη μέτρων από μέρους του. β) Οι Ενάγοντες ακολούθησαν την ορθή διαδικασία επίδοσης στη βάση των οδηγιών του Δικαστηρίου και θεσμών. γ) Η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένα άρθρα των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και λανθασμένους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. δ) Ο Εναγόμενος 1 δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. ε) Η αίτηση αποτελεί προσπάθεια αποφυγής και/ή δικαιολόγησης της παράλειψης συμμόρφωσης των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες. στ) Τυχόν επιτυχία της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες. ζ) Σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης η απονομή της δικαιοσύνης θα πληγεί. η) Η αίτηση συνιστά περιφρόνηση του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και κατάχρηση της διαδικασίας. θ) Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική εφόσον η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει γίνεται από δικηγόρο και είναι παντελώς ανυπόστατη. ι) Η αίτηση είναι ελλιπής και δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση. Στην ένορκη της δήλωση η Χριστοδουλίδη επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης υποστηρίζοντας ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε γνώση περί της ύπαρξης της Αγωγής καθώς και των δικαιωμάτων του μέσω των εγγράφων που του έχουν επιδοθεί και στα οποία αφορούσε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.6.12 του οποίου σκοπείται η ακύρωση με την παρούσα αίτηση. Στις γραπτές αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στο κατάλληλο στάδιο. Αν και η θέση περί αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση γιατί προέρχεται από δικηγόρο συνιστά ένα από τους λόγους ένστασης, εντούτοις ο συγκεκριμένος λόγος δεν προωθήθηκε κατά την αγόρευση της δικηγόρου των Εναγόντων γι΄ αυτό θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει αν και σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπιθύμητο δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις για λογαριασμό των πελατών τους εντούτοις, ενόψει της φύσης της αίτησης και των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου κυρίως του γεγονότος ότι ο Εναγόμενος 1 είναι μόνιμος κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου, εξού και επιχειρήθηκε η επίδοση του Κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, δεν βρίσκω οτιδήποτε το μεμπτό σε σχέση με την ένορκη δήλωση της Ζαντή που συνοδεύει την αίτηση. Θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης στη βάση των γεγονότων που αποκαλύπτονται από τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση εφόσον καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλουσών. Χρήσιμη για το θέμα που εξετάζεται κρίθηκε η αναδρομή στο φάκελο της υπόθεσης όπου διαφάνηκαν τα εξής: Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.4.12 και στις 11.6.12 καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων αίτηση για επίδοση του Kλητηρίου Eντάλματος και της ειδοποίησης του εκτός δικαιοδοσίας στον Εναγόμενο 1, μέσω της διαδικασίας των Κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/2001 και 1393/
- Στις 22.6.12 εκδόθηκε στη βάση της πιο πάνω αίτησης, που στηρίχθηκε κυρίως στη Δ.6 θ.4, το εξής διάταγμα του Δικαστηρίου: « ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και ειδοποίησης περί αυτού καθώς και μετάφρασης αυτών στον εναγόμενο αρ. 1 εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και διά του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και ειδοποίησης περί αυτού καθώς και μετάφρασης αυτών στον εναγόμενο αρ. 1, μέσω της δικαιοδοσίας ως προνοείται από τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/01 και 1393/
- ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΔΕΙ ΟΔΗΓΙΕΣ όπως ο εναγόμενος αρ. 1 - Καθ΄ ου η αίτηση καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης εντός 60 ημερών από την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως σε περίπτωση μη καταχώρησης εμφάνισης μέσα στην πιο πάνω προθεσμία, τότε οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση θα θεωρείται ότι του έχει επιδοθεί εάν αντίγραφο αυτής αναρτηθεί στον πίνακα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για περίοδο πέντε
(5)ημερών». Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση διαφαίνονται τα εξής: Με την επιστολή του ημερομηνίας 12.11.12 που είναι επισυνημμένη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ως Τεκμήριο 2, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κύπρου, επιβεβαιώνει στους δικηγόρους των Εναγόντων ότι τα έγγραφα που τους είχαν δοθεί επιδόθηκαν σε αριθμό προσώπων, των οποίων τα ονόματα εμφαίνονται στην επιστολή τους μεταξύ των οποίων και στον Εναγόμενο 1 στη βάση της βεβαίωσης επίδοσης ημερομηνίας 1.11.12, σύμφωνα με τον Ε.Κ.1393/
- Η βεβαίωση φέρει την επίσημη σφραγίδα της αρμόδιας υπηρεσίας της Αγγλίας και μαρτυρεί ότι τα έγγραφα που είναι επισυνημμένα στη βεβαίωση επιδόθηκαν στον Εναγόμενο 1 σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους, δηλαδή της Αγγλίας, στις 22.10.
- Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι η επίδοση έγινε στις 22.10.12 και όχι στις 19.10.12, όπως διατείνεται ο Αιτητής. Οι ενόρκως δηλούσες συμφωνούν ως προς τα εξής έγγραφα ότι επιδόθηκαν στον Εναγόμενο 1: η βεβαίωση της Μαππής που προέβη στις σχετικές μεταφράσεις στην οποία επισυνάπτονται το Κλητήριο Ένταλμα και η Ειδοποίηση περί αυτού και τα δύο στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα καθώς και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.6.12 στην Ελληνική γλώσσα. Είναι περαιτέρω θέση της Χριστοδουλίδη στην ένορκη δήλωση της ότι μαζί με τα πιο πάνω έγγραφα επιδόθηκαν και το Έντυπο που προνοείται από το άρθρο 4 του Ε.Κ. 1393/07 και το Παράρτημα Ι (Annex I) καθώς και η επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 30.8.12 προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης με την οποία ζητείτο η επίδοση των πιο πάνω εγγράφων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σημειώνεται ότι δεν προνοείται στον Κανονισμό 1393/07 ή σε άλλη νομοθεσία ή νομολογία περί της αναγκαιότητας επίδοσης και των συγκεκριμένων εγγράφων. Αν πράγματι μαζί με τα πιο πάνω έγγραφα για τα οποία δεν υπάρχει διαφωνία ότι είχαν επιδοθεί, επιδόθηκαν και αυτά δεν ενέχει καμία βαρύτητα για το υπό εξέταση θέμα δηλαδή της νομιμότητας της επίδοσης του Κλητηρίου. Εν πάση περιπτώσει το Έντυπο - Παράκληση για επίδοση εγγράφων που είναι επισυνημμένο στην επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και ετοιμάστηκε από τους ίδιους, δηλώνει στην παράγραφο 6.3 που αναφέρεται στη γλώσσα των εγγράφων ότι είναι η Ελληνική και ότι υπάρχει μετάφραση τους στην Αγγλική. Στη βάση του Εντύπου αυτού η αρμόδια αρχή στην Αγγλία προχώρησε με την επίδοση τους ως η σχετική Παράκληση. Η πιο πάνω παρατήρηση έγινε γιατί σχετίζεται με το λόγο ένστασης ότι η επίδοση του Κλητηρίου και της Ειδοποίησης του ήταν καθόλα σύμφωνη με τις πρόνοιες του πιο πάνω Κανονισμού. Ειδικότερα για το θέμα αυτό θα ασχοληθώ πιο κάτω. Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με την Δ.16 θ.9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που προβλέπει ότι ο Εναγόμενος δικαιούται χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει διάταγμα του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρίσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να υποβάλει αίτηση για τον παραμερισμό της επίδοσης προς αυτόν του Κλητηρίου Εντάλματος. Η νομολογία έχει καθιερώσει και δεύτερο τρόπο για την προώθηση αίτησης παραμερισμού του Κλητηρίου Εντάλματος που είναι η ταυτόχρονη καταχώρηση τέτοιας αίτησης μαζί με την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης (βλ. Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 ΑΑΔ 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 AAΔ 1090). Ο δικηγόρος του Εναγόμενου 1 ενεργώντας στη βάση της πιο πάνω νομολογίας καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και την ίδια μέρα προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ήταν εισήγηση του δικηγόρου του Αιτητή στη γραπτή του αγόρευση προς υποστήριξη του αιτήματος του για ακύρωση της επίδοσης του Κλητηρίου ότι οι Ενάγοντες δεν επέδωσαν στον πελάτη του όλα τα έγγραφα τα οποία θα έπρεπε να επιδώσουν, σύμφωνα με τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς. Συγκεκριμένα παρέλειψαν να επιδώσουν την μονομερή αίτηση στη βάση της οποίας εξασφαλίστηκε το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνόδευε ως επίσης και τις πιστές μεταφράσεις τους στην αγγλική γλώσσα. Δεν επέδωσαν επίσης το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 22.6.2012 μεταφρασμένο στην αγγλική γλώσσα που είναι η γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο πελάτης του. Η εισήγηση του αυτή βασίστηκε στη Δ.48 θ.θ.12 και 13 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που προβλέπει τα εξής: «48....
- Κάθε διάταγμα πρέπει από την ημερομηνία που φέρει να είναι δεσμευτικό στο πρόσωπο εκ μέρους του οποίου έγινε η αίτηση για το διάταγμα και σε όλους τους διαδίκους στην αγωγή στους οποίους επιδόθηκε κανονικά ειδοποίηση της αίτησης. Όταν σε οιονδήποτε διάδικο στην αγωγή δεν έγινε κανονική επίδοση ειδοποίησης της αίτησης, τέτοιο διάταγμα θα είναι δεσμευτικό σ΄ αυτό το διάδικο από την ημερομηνία της επίδοσης επισήμου αντιγράφου του διατάγματος στο διάδικο αυτό.
- Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε.» Είναι παραδεκτό ότι μεταξύ των εγγράφων που επιδόθηκαν ήταν και το διάταγμα ημερ. 22.6.2012 στην Ελληνική γλώσσα χωρίς όμως την μετάφραση του στην αγγλική. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι μεταξύ των εγγράφων που επιδόθηκαν απουσιάζει η μονομερής αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα καθώς και η ένορκη δήλωση που τη συνόδευε μαζί με τη μετάφραση τους στην Αγγλική γλώσσα. Στην υπόθεση Earnsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A.N.KYJMIN
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1350 που αφορούσε επίσης σε επίδοση δικογράφου εκτός δικαιοδοσίας είχαν τεθεί δύο ερωτήματα. Το πρώτο είναι, ποιά ακριβώς έγγραφα είχαν υποχρέωση να επιδώσουν οι Ενάγοντες και το δεύτερο κατά πόσο η υποχρέωση τους να μεταφράσουν επεκτείνεται σε όλα τα έγγραφα που ζήτησαν να επιδοθούν ή μόνο σε εκείνα στα οποία είχαν υποχρέωση να επιδώσουν. Σημειώνεται ότι το ίδιο το διάταγμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου διέτασσε όπως επιδοθούν τρία έγγραφα: (α) η Ειδοποίηση, (β) η αίτηση και (γ) το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάσισε ότι η νομική υποχρέωση επίδοσης των πιο πάνω εγγράφων προκύπτει όχι μόνο από το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου αλλά επιπρόσθετα και από τη Δ.48 θ.13. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την σελίδα 1356 της απόφασης που τονίζει την αναγκαιότητα επίδοσης του διατάγματος μαζί με τη μονομερή αίτηση: «Αναφορικά με το Διάταγμα ημερ. 21.12.05, η Δ.48, θ.12 προβλέπει ότι σε περίπτωση διατάγματος που εξασφαλίζεται μετά από μονομερή αίτηση, τέτοιο διάταγμα θα είναι δεσμευτικό για το διάδικο από την ημερομηνία επίδοσης σ΄ αυτόν επίσημου αντιγράφου της μονομερούς αίτησης. Η συγκεκριμένη πρόνοια κατά την κρίση μας επιβεβαιώνει έστω και εμμέσως ότι τόσο το διάταγμα όσο και η μονομερής αίτηση θα πρέπει να επιδίδονται. Εν πάση περιπτώσει το Διάταγμα ούτως ή άλλως θα έπρεπε να επιδοθεί, ώστε να λάβουν γνώση οι Εφεσίβλητοι της πρόνοιας για το χρόνο μέσα στον οποίο θα έπρεπε να καταχωρίσουν εμφάνιση (βλ. Δ.6, θ.5). Το ότι η Διαταγή 6 δεν προβλέπει ρητά για επίδοση του Διατάγματος, δεν αναιρεί την υποχρέωση για επίδοση, εφόσον σε διαφορετική περίπτωση το Διάταγμα δεν θα μετατρεπόταν σε δεσμευτικό, τουλάχιστον αναφορικά με το χρόνο εμφάνισης. Το ότι η Δ.6, θ.7
(1)(α) προβλέπει για «το έγγραφο το οποίο θα επιδοθεί» δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού το θέμα διέπεται ειδικότερα από τις γενικές πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα τις πρόνοιες της Δ.48, θθ.12 και 13. Επομένως, όλα τα έγγραφα που επισύναψαν οι Εφεσείοντες ήταν στο πλαίσιο νομικής υποχρέωσης που οι ίδιοι είχαν δυνάμει τόσο του Διατάγματος όσο και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και όχι για μια «πιο ολοκληρωμένη ενημέρωση των εφεσιβλήτων», όπως εισηγήθηκε ο δικηγόρος τους». Ως εκ των ανωτέρω οι Ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να επιδώσουν, εκτός των εγγράφων που αναφέρονται στο διάταγμα ημερομηνίας 22.6.12 και τη μονομερή αίτηση καθώς και την ένορκη δήλωση που την συνόδευε μαζί με όλα τα τυχόν επισυναπτόμενα έγγραφα. Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις («επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων») δεν ακυρώνει και ούτε αναστέλλει τις πρόνοιες των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Οι δικοί μας θεσμοί αποτελούν το νομικό πλαίσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας στους οποίους ρητά αναφέρεται ότι στην περίπτωση που ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς θα πρέπει να επιδίδονται μαζί και η μονομερής αίτηση στην βάση του οποίου εκδόθηκε και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Στην ένσταση τους οι Ενάγοντες επικαλούνται επιπρόσθετα τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001 για να καταδείξουν ότι επιδόθηκαν στην Εναγόμενη 1 όλα τα αναγκαία και ορθά έγγραφα. Ο συγκεκριμένος Κανονισμός αφορά στη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και Εκτέλεση αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές υποθέσεις ενώ το άρθρο 34
(2)του Κανονισμού στο οποίο στηρίχθηκαν για υποστήριξη της συγκεκριμένης θέσης τους οι Ενάγοντες, σχετίζεται με την αναγνώριση απόφασης και όχι με την επίδοση δικαστικών ή εξωδικαστικών εγγράφων. Η πιο πάνω παράλειψη των Εναγόντων να επιδώσουν και τη μονομερή αίτηση μαζί με την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν μπορεί να αποτελεί απλή παρατυπία που να θεραπεύεται με τη Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Στην υπόθεση Πετρίχου ν. Χ"Iωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (αρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356 τόνισε ότι η Δ.64 δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να επεμβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις. Το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Η Δ.64 δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφόσον αυτές είναι βέβαια θεραπεύσιμες. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να επιδώσουν στον Εναγόμενο 1 τα αναγκαία έγγραφα δυνάμει του δικαίου που ισχύει στην Κύπρο, δηλαδή την μονομερή αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνόδευε μαζί με τη μετάφραση τους στα Αγγλικά ως επίσης και το διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να καταχωρήσει ο Εναγόμενος 1 σημείωμα εμφάνισης μεταφρασμένο επίσης στην αγγλική γλώσσα που είναι η γλώσσα η κατανοητή στον Εναγόμενο 1, συνιστά παράβαση της Δ.48, θ.θ.12 και
- Η δυνατότητα πληροφόρησης του Αιτητή περί της ύπαρξης της παρούσας Αγωγής με τα έγγραφα που του έχουν επιδοθεί και η τυχόν μεταγενέστερη ενημέρωση που μπορούσε να τύχει ο Εναγόμενος 1 με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης με δικηγόρο, υπό διαμαρτυρία, δεν επενεργούν ως κώλυμα (estoppel) αλλ΄ ούτε υπερφαλαγγίζουν τις πρόνοιες των θεσμών περί της αναγκαιότητας επίδοσης της μονομερούς αίτησης μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνόδευε. Ο σκοπός της Δ.48 θ.13 είναι προφανώς να γνωρίζει ο Καθ΄ ου η Αίτηση τις θέσεις των Εναγόντων που προωθήθηκαν και εξασφαλίστηκε μονομερώς το διάταγμα. Όσον αφορά την εισήγηση του δικηγόρου του Αιτητή ότι θα έπρεπε να ζητείτο η άδεια του Δικαστηρίου και για την επίδοση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνόδευε εκτός δικαιοδοσίας, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η Δ.6 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αναφέρεται σε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του Κλητηρίου Εντάλματος ή της ειδοποίησης του και δεν επεκτείνεται σε αιτήσεις. Η συγκεκριμένη αίτηση αφορούσε ακριβώς στην εξασφάλιση αυτής της άδειας. Η ανάγκη επίδοσης της μονομερούς αίτησης, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 22.6.12, μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι προϋπόθεση για να καταστεί δεσμευτικό το διάταγμα και δεν είναι απαραίτητη η εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου περί επίδοσης τους εκτός δικαιοδοσίας. Όσον αφορά την αναγκαιότητα μετάφρασης του διατάγματος στην Αγγλική γλώσσα, εφόσον έχει κριθεί ότι ήταν μεταξύ των εγγράφων για τα οποία υπήρχε νομική υποχρέωση επίδοσης του, τότε θα έπρεπε να είχε μεταφραστεί και αυτό στην Αγγλική γλώσσα όπως έγινε και με τα υπόλοιπα έγγραφα που επιδόθηκαν. Η μη μετάφραση του στην γλώσσα που είναι κατανοητή στην Εναγόμενη 1, ενέχει σοβαρές επιπτώσεις σύμφωνα με τον ΕΚ. 1393/07 εφόσον σε τέτοια περίπτωση δίνεται η δυνατότητα στον παραλήπτη άρνησης παραλαβής του. Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά άρθρα του Ε.Κ.1393/07: « Άρθρο 5 Μετάφραση των πράξεων
- Η υπηρεσία διαβίβασης στην οποία κατατίθεται η προς διαβίβαση πράξη επισημαίνει στον αιτούντα ότι ο παραλήπτης μπορεί να αρνηθεί να παραλάβει την πράξη αν αυτή δεν έχει συνταχθεί σε μια από τις γλώσσες που ορίζει το άρθρο 8». « Άρθρο 8 Άρνηση παραλαβής της πράξης
- Η υπηρεσία παραλαβής ενημερώνει τον παραλήπτη, μέσω της έντυπης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ, ότι μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης ή μπορεί να επιστρέψει την πράξη στην υπηρεσία παραλαβής εντός μιας εβδομάδας, εφόσον η πράξη που επιδίδεται ή κοινοποιείται δεν έχει συνταχθεί ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε μία από τις ακόλουθες γλώσσες: α) σε γλώσσα την οποία ο παραλήπτης κατανοεί, ή β) στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής ή, εάν αυτό το κράτος έχει περισσότερες επίσημες γλώσσες, στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση ή η κοινοποίηση». Οι ίδιες πρόνοιες εντοπίζονται και στο εδάφιο 12 του προοιμίου του πιο πάνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Ασφαλώς ούτε και αυτή η παράβαση των προνοιών του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07 μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία ώστε προς άρση της να τεθεί θέμα δυνατότητας εφαρμογής των προνοιών της Δ.
- Όσον αφορά την ορθότητα της μετάφρασης του Κλητηρίου Εντάλματος και της Ειδοποίησης του παρά τις γενικές αναφορές στην ένορκη δήλωση της Ζαντή δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένη θέση ή στοιχεία ως προς το ότι οι μεταφράσεις των πρωτότυπων εγγράφων που είναι στην Ελληνική γλώσσα στα Αγγλικά δεν αποδίδουν τη σωστή ερμηνεία του Ελληνικού κειμένου. Από την άλλη δεν υπάρχει καμιά νομοθετική πρόνοια που να υποστηρίζει την εισήγηση του δικηγόρου του Αιτητή στη γραπτή του αγόρευση περί της αναγκαιότητας πιστοποίησης της μετάφρασης από μέρους του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνεπώς η πιο πάνω θέση παραμένει μετέωρη και απορρίπτεται. Ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι δεν τίθεται θέμα αντικανονικότητας της επίδοσης των εγγράφων εφόσον αυτή έγινε από την αρμόδια υπηρεσία της Αγγλίας σύμφωνα με τον Ε.Κ.1393/07 και αυτό επιβεβαιώνεται από τη βεβαίωση/πιστοποιητικό επίδοσης των εγγράφων. Αντίθετη άποψη εξέφρασε ο δικηγόρος του Εναγόμενου
- Ότι δηλαδή ναι μεν επιδόθηκαν τα έγγραφα, σύμφωνα με το Νόμο που ισχύει στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά η αρμόδια αρχή δεν έδωσε στον Εναγόμενο 1 την τυποποιημένη βεβαίωση σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ε.Κ.1393/07 Παράρτημα ΙΙ του Κανονισμού 1393/07 με την οποία να πληροφορείται περί του δικαιώματος του να αρνηθεί παραλαβή των εγγράφων. Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 8
(1)και παραγράφους 11 και 12 του προοιμίου του Κανονισμού 1393/07 ότι ο παραλήπτης θα πρέπει να ενημερωθεί από την υπηρεσία παραλαβής, μέσω της βεβαίωσης, ότι μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή των εγγράφων εφόσον η πράξη που του κοινοποιείται δεν είναι συνταγμένη σε γλώσσα την οποία κατανοεί. Αυτό γίνεται μέσω της έντυπης βεβαίωσης. Αντίθετη βεβαίως ήταν η άποψη της δικηγόρου των Εναγόντων ότι δηλαδή δεν ήταν απαραίτητη η βεβαίωση στη βάση του άρθρου 8 στην παρούσα περίπτωση, θεωρώντας ότι η πρόνοια αυτή δεν τύγχανε εφαρμογής λόγω μετάφρασης στ΄ Αγγλικά των υπόλοιπων εγγράφων που αφορούσαν στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.6.
- Από μια ενδελεχή μελέτη της βεβαίωσης επίδοσης των εγγράφων που εκδόθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο εντοπίζεται το σημείο 12.3 που αναφέρεται ακριβώς στο υπό κρίση θέμα όπου δεν δίνεται καμία ένδειξη ότι υπήρξε συμμόρφωση με τον όρο αυτό. Θα πρέπει όμως το θέμα να εξεταστεί σε συνάρτηση με τα στοιχεία που δόθηκαν στην αρμόδια για επίδοση αρχή από μέρους των Εναγόντων, που είναι το Έντυπο/Παράκληση για επίδοση (η επισυναπτόμενη αίτηση στο Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης της Χριστοδουλίδη) από την οποία εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αίτηση δεν αφορούσε σε έγγραφο που είναι σε γλώσσα ακατανόητη για τον Εναγόμενο
- Όπως ανέφερα ανωτέρω, τα δεδομένα που τέθησαν υπόψη της αρμόδιας αρχής για επίδοση με το Έντυπο/Παράκληση σύμφωνα με το άρθρο 4
(3)του Ε.Κ. 1393/07 είναι ότι η γλώσσα των εγγράφων ήταν η Ελληνική και συνοδεύοντο με τη μετάφραση τους στα Αγγλικά. Συνεπώς δεν αποκλείεται με τα δεδομένα που είχε υπόψη της η αρμόδια για επίδοση αρχή να έχει παραπλανηθεί εξού και καμιά αναφορά κάμνει στην παράγραφο 12.3 του πιστοποιητικού επίδοσης (Τεκμήριο 2(α) της ένορκης δήλωσης της Ζαντή) αν δόθηκε ή όχι το απαραίτητο έντυπο. Εφόσον όμως μεταξύ των εγγράφων που επιδόθηκαν στον Εναγόμενο 1 περιλαμβάνετο και το διάταγμα ημερομηνίας 22.6.12 χωρίς τη μετάφραση του στα Αγγλικά θα έπρεπε σίγουρα να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 8 του Ε.Κ. 1393/07 και να πληροφορείτο γραπτώς σύμφωνα με τον τύπο του Παραρτήματος ΙΙ, που προνοεί ο Κανονισμός περί του δικαιώματος του ν΄ αρνηθεί την επίδοση. Συνεπώς η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και γι΄ αυτό το λόγο. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω να εξετάσω και ορισμένα από τα άλλα θέματα που ηγέρθησαν στην παρούσα αίτηση. Ήταν περαιτέρω εισήγηση του δικηγόρου του Εναγόμενου 1 ότι το Κλητήριο Ένταλμα και η Ειδοποίηση περί αυτού, χωρίς ημερομηνία, με την επισύναψη τους στην ένορκη δήλωση της Μαππής απώλεσαν την αυτοτελή ιδιότητα τους και αποτελούν πλέον Τεκμήρια της ένορκης δήλωσης. Είναι γεγονός ότι το πιστό αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος και η Ειδοποίηση περί αυτού, όπως είχαν επιδοθεί, συνιστούσαν Τεκμήρια της ένορκης δήλωσης της Δανάης Μαππής. Στην ένορκη δήλωση της η Μαππής δίνει περιγραφή των εγγράφων που μετέφρασε που είναι το Κλητήριο Ένταλμα και η Έκθεση Απαίτησης στην Αγωγή 1057/12. Δεν γίνεται καμιά αναφορά για μετάφραση και της Ειδοποίησης του Κλητηρίου. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν πρέπει να ιδωθούν μεμονωμένα αλλά σε συνάρτηση με τα εξής: τη διαφορετική προθεσμία που δίνουν τα δύο έγγραφα στον παραλήπτη για το δικαίωμα του να εμφανιστεί και να υπερασπίσει τον εαυτό του στην υπόθεση, όπου στο Κλητήριο αναφέρονται δέκα μέρες από την επίδοση ενώ στην Ειδοποίηση 60 μέρες. Την απουσία επίσης επεξηγηματικής επιστολής σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στα πλαίσια της οποίας επιδόθηκαν τα έγγραφα. Συνεπώς με τα πιο πάνω δεδομένα είναι πιθανόν να παραπλανηθεί ο Εναγόμενος 1 ως προς τη σημασία των εγγράφων που του επιδόθηκαν και να του προκαλέσουν σύγχυση ως προς το χρόνο εντός του οποίου έχει δικαίωμα καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και να μην τους δοθεί περαιτέρω η ανάλογη προσοχή. Ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι τυχόν επιτυχία της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία στους Ενάγοντες λόγω των εξόδων που έχουν ήδη υποστεί και θα υποστούν ξανά ως αποτέλεσμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα καταβολής των εξόδων για επίδοση εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 11 του Κανονισμού 1393/07 τα έξοδα «για την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών πράξεων προερχομένων από άλλο κράτος μέλος, δεν καταβάλλονται ούτε επιστρέφονται τέλη ή έξοδα για τις υπηρεσίες που προσέφερε το κράτος μέλος παραλαβής». Ασφαλώς και θα υπάρξει ταλαιπωρία και απώλεια χρόνου, δικηγορικών και ίσως άλλων εξόδων στην περίπτωση νέας προσπάθειας από μέρους των Εναγόντων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Δεν συνιστά όμως λόγο που να δικαιολογεί τη μη εφαρμογή των προνοιών των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και να καθιστά νόμιμη την επίδοση. Παρέμεινε τέλος να εξεταστεί το θέμα της παράλειψης εξασφάλισης εκ των προτέρων διατάγματος σφράγισης του Κλητηρίου, που ήγειρε ο δικηγόρος της Αιτήτριας στην αγόρευση του γεγονός που οδηγεί, σύμφωνα με την άποψη του, σε ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 22.6.12 και της επίδοσης δυνάμει αυτού. Από τη μελέτη της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, δεν υπάρχει καμιά αναφορά για τη συγκεκριμένη εισήγηση περί παράλειψης δηλαδή σφράγισης του Κλητηρίου. Η αίτηση αναφέρεται γενικά σε παράβαση των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας εξειδικεύοντας τις συγκεκριμένες παραβάσεις τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Παρά τις σοβαρές επιπτώσεις που ενέχει στην όλη διαδικασία το θέμα σφράγισης του Κλητηρίου και στην εγκυρότητα του διατάγματος του οποίου επιζητείται ο παραμερισμός, πιστεύω ότι δεν είναι επιτρεπτό αλλ΄ ούτε και δίκαιο για τους Ενάγοντες, να εξεταστεί στην παρούσα διαδικασία για τον πιο πάνω λόγο. Κρίνω επιπρόσθετα ότι δεν είναι θέμα που και αυτεπάγγελτα μπορεί να εγερθεί από το Δικαστήριο. Συνεπώς η αίτηση επιτυγχάνει. Η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και της Ειδοποίησης περί αυτού καθώς και η επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 22.6.12 ακυρώνονται. Οι Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση να πληρώσουν στον Αιτητή-Εναγόμενο 1 τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό διατάγματος του Δικαστηρίου για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στο εξωτερικό καθώς και της επίδοσης του cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο