← Κύπρος

Κοινοτικού Συμβουλίου Κουκλιών ν. Σπύρου Κόλιαρου, Αρ. Αγωγής: 3858/12, 28/2/2013

Κοινοτικού Συμβουλίου Κουκλιών ν. Σπύρου Κόλιαρου, Αρ. Αγωγής: 3858/12, 28/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3858/12 Μεταξύ: Κοινοτικού Συμβουλίου Κουκλιών Εναγόντων και Σπύρου Κόλιαρου Εναγόμενου Αίτηση ημερ. 6.12.12 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 28.2.2013 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Σαββίδης. Για Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση: κ. Καλογήρου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με την υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, την οποία καταχώρησαν στις 6.12.12 ζητούν απόφαση και/ή διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος να διατάζεται όπως άρει την παράνομη επέμβαση του στα γραφεία και/ή υποστατικά τους, όπως παύσει να προσέρχεται και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επεμβαίνει και/ή παραμένει και/ή προβαίνει σε χρήση των εν λόγω γραφείων και/ή υποστατικών καθώς και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Την ίδια μέρα ήτοι στις 6.12.12 οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) με μονομερή αίτηση τους αιτούνται, εναντίον του Εναγόμενου (στο εξής ο Καθ' ου η αίτηση), διατάγματος με το οποίο ο τελευταίος να διατάζεται όπως άρει την παράνομη επέμβαση του στα γραφεία και/ή υποστατικά τους, τα οποία βρίσκονται επί της οδού Μιχαλάκη Χριστοδούλου 4, Τ.Κ. 8500 στα Κούκλια της Επαρχίας Πάφου και/ή ειδικότερα να παύσει να εισέρχεται και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επεμβαίνει και/ή παραμένει και/ή προβαίνει σε χρήση των εν λόγω γραφείων και/ή υποστατικών χωρίς άδεια και/ή εξουσιοδότηση και/ή έγκριση των Αιτητών. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στις Δ.39 και Δ.48 Κ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Yποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Σόλωνος, Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κουκλιών, στην οποία αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Οι Αιτητές είναι το νόµιµα εκλελεγµέvo Κοινοτικό Συµβούλιο της Κοινότητας Κουκλιών της Επαρχίας Πάφου και νόµιμοι ιδιοκτήτες και κάτοχοι των γραφείων/υποστατικών του Συµβουλίου, τα οποία βρίσκονται επί της οδού Μιχαλάκη Χριστοδούλου 4, στα Κούκλια. Ο Καθ' ου η αίτηση είναι ο τέως Γραµµατέας του Κοινοτικού Συµβουλίου Κουκλιών, ο οποίος είχε διοριστεί από το Συµβούλιο και ασκούσε µέχρι τις 22.10.12 όλα τα προβλεπόµενα καθήκοντα και εξουσίες που προβλέπει ο Περί Κοινοτήτων Νόµος 86

(1)/99. Κατόπιν έρευνας εκ µέρους των Αιτητών αναφορικά µε ενδεχόµενο συµφέρον και γενικά εµπλοκή του Καθ' ου η αίτηση σε εργασία που έχει εκτελεστεί για το Συµβούλιο και η οποία αφορούσε την πώληση και προµήθεια προς το Συµβούλιο καυσίµων, κατά παράβαση του άρθρου 56 του Νόµου 86
(1)/99, ο Καθ' ου η αίτηση κλήθηκε από τους Αιτητές σε ειδική συνεδρία του Συµβουλίου στις 19.7.12 έτσι ώστε να του δοθεί το δικαίωµα ακροάσεως και να διαπιστωθεί κατά πόσο όντως συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου
  1. Κατά την εµφάνισή του στην ως άνω ειδική συνεδρία ο Καθ' ου η αίτηση επέλεξε να µην απαντήσει σε καµία ερώτηση και να µην αναφέρει οτιδήποτε επί του θέµατος. Avτ' αυτού προσκόµισε επιστολή του δικηγόρου του σύµφωνα µε την οποία αµφισβητούσε τη νοµιµότητα της διαδικασίας. Στις 22.10.12, στα πλαίσια συνέχισης και ολοκλήρωσης της ως άνω ειδικής συνεδρίας, το Κοινοτικό Συµβούλιο, αφού αξιολόγησε όλα τα γεγονότα της υπόθεσης, κατέληξε στην διαπίστωση ότι είχαν παραβιαστεί οι πρόνοιες του άρθρου 56 από τον Καθ' ου η αίτηση και ως εκ τούτου, όπως προκύπτει και από το γράµµα της συγκεκριµένης διάταξης, ο Γραµµατέας του Συµβουλίου κατέστη ευθέως εκ του Νόµου έκπτωτος της θέσης του (αντίγραφο του σχετικού πρακτικού επισυνάπτεται ως Tεκµήριο 1). Με επιστολή ηµερ. 23.10.12 οι Αιτητές γνωστοποίησαν στον Καθ' ου η αίτηση την πιο πάνω διαπίστωση τους ενηµερώνοντας τον για την απευθείας εκ του Νόµου διακοπή των υπηρεσιών του προς το Κοινοτικό Συµβούλιο Κουκλιών (αντίγραφο της επιστολής επισυνάπτεται ως Tεκµήριο 2). Ο Καθ' ου η αίτηση παρά την ως άνω γνωστοποίηση εξακολουθεί µέχρι και σήµερα να προσέρχεται και να παραµένει εντός των γραφείων/υποστατικών του Κοινοτικού Συµβουλίου καθ' όλη τη διάρκεια των ωραρίου εργασίας του Συµβουλίου και να προβαίνει σε χρήση των εγκαταστάσεων, συµπεριλαµβανοµένων των τηλεφωνικών γραµµών και των οχηµάτων, του Συµβουλίου. Περαιτέρω εξακολουθεί µέχρι και σήµερα αδικαιολόγητα και χωρίς άδεια ή οποιαδήποτε έγκριση από το Συµβούλιο να συµπεριφέρεται ως υπάλληλος του Κοινοτικού Συµβουλίου και να παρουσιάζεται και να συστήνεται ως Γραµµατέας αυτού, εκµεταλλευόµενος την συνεχή παρουσία του στα γραφεία/υποστατικά του Συµβουλίου. Λόγω της ταλαιπωρίας των συνεχών εντάσεων, του άγχους, της σύγχυσης και του εκνευρισµού που προκαλεί η ως άνω συµπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση τόσο στον Πρόεδρο των Αιτητών αλλά και σε µέλη και σε υπαλλήλους αυτών, ο κ. Σόλωνος, επανειληµµένα, τόσο προφορικά όσο και γραπτώς, επέστησε την προσοχή του Καθ' ου η αίτηση στο περιεχόµενο της προς αυτόν ως άνω επιστολής του ηµερ. 23.10.12 καλώντας τον όπως παύσει άµεσα να προβαίνει στην ως άνω συµπεριφορά και ιδίως όπως αποχωρήσει άµεσα από τα γραφεία του Συµβουλίου. Αρνούµενος να συµµορφωθεί τόσο µε το περιεχόµενο της ως άνω επιστολής όσο και µε τις επανειληµµένες υποδείξεις του κ. Σόλωνος, ο Καθ' ου η αίτηση προκλητικά και αδικαιολόγητα, διατείνεται ότι εξακολουθεί να κατέχει τη θέση του Γραµµατέα του Συµβουλίου και θα συνεχίσει να προσέρχεται στα γραφεία του Συµβουλίου µε αυτή την ιδιότητα. Συνεπεία της ως άνω συµπεριφοράς και προθέσεων του Καθ' ου η αίτηση οι Αιτητές τον ενηµέρωσαν µε επιστολή ηµερ. 4.12.12 ότι δεν προτίθενται να ανεχτούν περαιτέρω την εν λόγω συµπεριφορά εκ µέρους του και τον προειδοποίησαν µε την λήψη δικαστικών µέτρων (αντίγραφο της επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκµήριο 3). Επιδεικνύοντας αδιαφορία και αγνοώντας παντελώς το περιεχόµενο και της ως άνω επιστολής, ο Καθ' ου η αίτηση εξακολουθεί µέχρι και σήµερα να προβαίνει στην πιο πάνω συµπεριφορά. Από τα πιο πάνω καθίσταται ξεκάθαρο ότι ο Καθ' ου η αίτηση παρανοµεί και παραβιάζει τα δικαιώµατα των Αιτητών όσον αφορά την ανεµπόδιστη χρήση των γραφείων/υποστατικών του Συµβουλίου. Ο Καθ' ου η αίτηση χωρίς καµία άδεια ή έγκριση εκ µέρους του Συµβουλίου παραγνωρΙζει την πραγµατικότητα της µη συνέχισης της εργοδότησης του και συµπεριφέρεται ωσάν να είναι υπάλληλος του Συμβουλίου και ωσάν να εξακολουθεί να λειτουργεί υπό την ιδιότητα του Γραµµατέα αυτού. Το γεγονός αυτό δηµιουργεί προβλήµατα λειτουργικότητας στο Συµβούλιο, προσκόµµατα στην διεκπεραίωση του έργου του και σύγχυση σε ό,τι αφορά την ιδιότητα του Καθ' ου η αίτηση. Συνεπεία της διαµορφωθείσας αυτής κατάστασης προκαλούνται εσωτερικές αναταράξεις και ιδιαίτερες εντάσεις με αρνητικό αντίκτυπο στην γενικότερη λειτουργία του Συµβουλίου. Περαιτέρω ο Καθ' ου η αίτηση έχει καταχωρήσει προσφυγή κατά της απόφασης ημερ. 22.10.12, η οποία και αποτελεί αντικείµενο εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ως εκ των άνω πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόµος και η νοµολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγµατος. Επίσης η παρούσα κατάσταση τείνει να προκαλέσει περαιτέρω και σοβαρότατες προστριβές και έριδες µεταξύ µελών και υπαλλήλων του Κοινοτικού Συµβουλίου και του Καθ' ου η αίτηση που στο άµεσο µέλλον ενδεχόµενα να οδηγήσει σε σοβαρότερα προβλήµατα καθώς και ζηµιές (π.χ. να εκστοµιστούν ύβρεις εκατέρωθεν και να δηµιουργηθεί συµπλοκή). Ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει την πρόθεση να παύσει τις πιο πάνω ενέργειές του και να άρει την εν λόγω συµπεριφορά του και το πρόβληµα δεν θα επιλυθεί παρά µόνο εάν το αιτούµενο διάταγµα εκδοθεί κάτι που αποτελεί άµεση και επιβαλλόµενη αναγκαιότητα για την αποκατάσταση της νοµιµότητας και την οµαλή λειτουργία του Συµβουλίου. Στις 13.12.12, ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά, το Δικαστήριο για τους λόγους που εξηγούνται στο σχετικό πρακτικό του έκρινε ότι αυτή δεν μπορούσε να προχωρήσει μονομερώς και έτσι την όρισε για επίδοση στον Καθ' ου η αίτηση στις 20.12.12, ημερομηνία κατά την οποία εμφανίσθηκε για τον Καθ' ου η αίτηση δικηγόρος, ο οποίος ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Η εν λόγω ένσταση καταχωρήθηκε στις 7.1.
  2. Βασίζεται δε στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60, στα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στις Δ.38 Κ.1-3 και 9, Δ.39 Κ.1 και Δ.48 Κ1-3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και Επιείκειας, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
  3. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  4. Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένα και/ή ανεπαρκή και/ή ψευδή και/ή παραπλανητικά γεγονότα.
  5. Οι Αιτητές αυθαίρετα και καταχρηστικά καταχώρησαν την παρούσα αγωγή και αίτηση.
  6. Η διαφορά δεν είναι ιδιωτικού δικαίου αλλά διοικητικού δικαίου και το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα.
  7. Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν ουσιαστικά γεγονότα τα οποία αφορούν την υπόθεση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Η απόφαση των Αιτητών να τερµατίσουν, κατά τον τρόπο που έγινε, τις υπηρεσίες του από τη θέση του Γραµµατέα αντίκειται τόσο στους Νόµους 86
(1)/99 και 158
(1)/99 καθώς και στους Κανονισµούς 55, 63 και 64 της Κ.Δ.Π. 278/2002 αφού αν και η υπόθεση ήταν πειθαρχικής φύσεως εντούτοις δεν εφαρµόστηκαν οι σχετικές διατάξεις αφού απoλύθηκε χωρίς πειθαρχική δίωξη και δίκη και χωρίς να του δοθεί το δικαίωµα να ακουστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Περαιτέρω δεν συγκλήθηκε κανονική συνεδρίαση του Κοινοτικού Συµβουλίου για σκοπούς λήψης της απόφασης. Η εν λόγω απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση του Νόµου και ως εκ τούτου είναι άκυρη και παράνοµη. Για αυτό και εναντίον της καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο την προσφυγή µε αριθµό 1884/2012 (αντίγραφο αυτής επισυνάπτεται ως Τεκµήριο 1) το περιεχόµενο της οποίας επαναλαµβάνει και υιοθετεί. Επειδή ακριβώς οι Αιτητές παρέκαµψαν και δεν συµµορφώθηκαν µε τις ορθές και νόµιµες διαδικασίες και τον Νόµο γενικά, ο Έπαρχος Πάφου παρενέβη µε επιστολή του ηµερ. 6.11.12 προς τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συµβουλίου Κουκλιών, η οποία κοινοποιήθηκε επίσης προς τον Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών, τα µέλη του Κοινοτικού Συµβουλiου Κουκλιών και στον ίδιο (αντίγραφο της επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκµήριο 2). Περαιτέρω ο Έπαρχος Πάφου µε νέα επιστολή του προς τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συµβουλίου Κουκλιών µε ηµερ. 5.12.12 ενηµερώνει τους Αιτητές ότι σε περίπτωση που επιµένουν στην αρχική τους απόφαση τότε θα εισηγηθεί στην Υπουργό Εσωτερικών να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 45 του Νόµου 86
(1)/99 (αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3). Στη συνέχεια ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών µε επιστολή του ηµερ. 17.12.12 επιβεβαιώνει την άποψη του Επάρχου Πάφου ως προς την παρανοµία της απόφασης και καλεί τους Αιτητές όπως ανακαλέσουν την παράνοµη απόφαση τους εντός 30 ηµερών και να τον επαναφέρουν στην θέση που κατείχε. Περαιτέρω µε την ως άνω επιστολή του ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών προειδοποιεί ότι σε περίπτωση µη συµµόρφωσης θα διορίσει τον Έπαρχο Πάφου αρµόδιο για την εκτέλεση της απόφαση για επαναφορά του στην θέση του σύµφωνα µε τις πρόνοιες του άρθρου 45 του Νόµου 86
(1)/99 (αvτίγραφo της εν λόγω επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4). Από την στιγµή που εκκρεµεί προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είναι αρµόδιο να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης γιατί κατά το Άρθρο 146
(1)του Συντάγµατος αποκλειστική αρµοδιότητα έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι Αιτητές αυθαίρετα και καταχρηστικά καταχώρησαν την παρούσα αγωγή επιδιώκοντας να µετατρέψουν µια διαφορά διοικητικού δικαίου σε διαφορά ιδιωτικού δικαίου. Από το γεγονός ότι ενώ εκκρεµεί προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο αλλά και άλλες διαδικασίες από άλλα διοικητικά όργανα, που σύµφωνα µε τον νόµο έχουν εξουσία εποπτείας των Αιτητών, αυτοί επέλεξαν να αρχίσουν ακόµα µια διαδικασία, προκύπτει σαφέστατα ζήτηµα κατάχρησης και πολλαπλότητας των διαδικασιών. Όπως είναι σε θέση να γνωρίζει ο Καθ' ου η αίτηση και όπως τον ενηµερώνουν τα µέλη του Κοινοτικού Συµβουλίου, ο Πρόεδρος αυτού ενεργεί από µόνος του εν αγνοία των υπολοίπων µελών και χωρίς να συγκαλεί συνεδρίαση και να λαµβάνει προς τούτο σχετική απόφαση. Συγκεκριµένα δεν έχει συγκληθεί συνεδρίαση και δεν έχει ληφθεί απόφαση του Κοινοτικού Συµβουλίου αναφορικά µε την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αίτησης όπως επίσης για την καταχώρηση προσφυγής εναvτίoν της απόφασης του Έπαρχου Πάφου (αντίγραφο επιστολής 4 εκ των µελών του Κοινοτικού Συµβουλίου Κουκλιών προς τον Έπαρχο Πάφoυ ηµερ. 21.12.12 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5). Περαιτέρω οι Αιτητές επιδιώκουν µε την παρούσα αίτηση την έκδοση προσωρινού διατάγµατος που αποτελεί την ίδια ουσιαστικά θεραπεία με αυτήν που ζητείται με την αγωγή. Είναι φανερό ότι οι Αιτητές δεν θα επηρεαστούν µε οποιοδήποτε τρόπο από την µη έκδοση του διατάγµατος, ούτε και θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεµηθεί δικαιοσύνη σε µεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούµενο διάταγµα. Ούτε και οι άλλες δύο βασικές προυποθέσεις προς έκδοση προσωρινού διατάγματος πληρούνται αφού η απόφαση των Αιτητών να τον παύσουν είναι καταφανώς παράνοµη και αντίθετη στο Νόµο που σε καµία περίπτωση δεν µπορεί να παραµείνει σε ισχύ. Ως εκ τούτου οι Αιτητές δεν έχουν πιθανότητες να δικαιούνται στην αιτούµενη θεραπεία. Περαιτέρω και ανεξάρτητα µε τα πιο πάνω οι Αιτητές έχουν άλλους τρόπους να προστατευθούν σε περίπτωση που οι ισχυρισμοί τους γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Οι Αιτητές αναφέρονται σε ισχυριζόµενη επέµβαση σε κλειστό χώρο, δηλαδή στα γραφεία και τις εγκαταστάσεις του Κοινοτικού Συµβουλίου και δεν απαιτείται η έκδοση δικαστικού διατάγµατος για παρεµπόδιση οποιουδήποτε να εισέλθει σε αυτά. Επίσης οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο την ύπαρξη των επιστολών του Επάρχου Πάφου προς το Κοινοτικό Συµβούλιο. Τέλος η αίτηση είναι αβάσιµη και είναι ορθό και δίκαιο να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των Αιτητών. Κατά την ακροαματική διαδικασία και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία και δεν αντεξέτασαν κανένα από τους ενόρκως δηλούντες. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and another
(1982)1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη,
  2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία,
  3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως και πάλι δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos ανωτέρω, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι. Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση δηλ. να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία δηλ. πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Δηλ. πρέπει να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Έχοντας υπόψη τις νομικές αρχές που αναφέρθηκαν πιο πάνω θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω τα όσα έχουν τεθεί στην παρούσα υπόθεση. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, από την έκθεση απαίτησης κρίνω ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Συγκεκριμένα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση, η οποία αφορά τη διεκδίκηση από τους Ενάγοντες - Αιτητές θεραπειών για ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση του Καθ' ου η αίτηση - Εναγόμενου στα γραφεία και/ή υποστατικά των Αιτητών - Εναγόντων. Στα πλαίσια αυτά οι Αιτητές ζητούν συναφείς θεραπείες ήτοι διατάγματα άρσης της εν λόγω επέμβασης καθώς και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Αυτό θα γίνει όταν το Δικαστήριο θα ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Ό,τι πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας, οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802). Συνεπώς το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Στην παρούσα τα γεγονότα που τίθεται από τις δύο πλευρές στην ουσία δεν είναι ούτε αμφισβητούμενα αλλά ούτε και αντικρουόμενα. Ο ισχυρισμός των Αιτητών για παράνομη επέμβαση εδράζεται στο ότι με βάση την απόφαση αυτών ημερ. 22.10.12 ο Καθ' ου η αίτηση κατέστη ευθέως εκ του Νόµου έκπτωτος της θέσης του ως Γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου και παρά τούτο αλλά και τις σχετικές ειδοποιήσεις των Αιτητών, συνεχίζει να προσέρχεται και να παραµένει εντός των γραφείων/υποστατικών του Κοινοτικού Συµβουλίου καθ' όλη τη διάρκεια των ωραρίου εργασίας, να προβαίνει σε χρήση των εγκαταστάσεων και των οχηµάτων, να συµπεριφέρεται ως υπάλληλος του Κοινοτικού Συµβουλίου και να παρουσιάζεται και να συστήνεται ως Γραµµατέας αυτού. Από την άλλη η θέση του Καθ' ου η αίτηση δεν είναι ότι δεν λήφθηκε η πιο πάνω απόφαση ούτε ότι αυτός δεν προβαίνει στις πιο πάνω ενέργειες αλλά ότι η εν λόγω απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση του Νόµου και ως εκ τούτου είναι άκυρη και παράνοµη. Για αυτό άλλωστε, αναφέρει, εναντίον της καταχώρησε προσφυγή προς ακύρωση της στο Ανώτατο Δικαστήριο. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει την αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη θέση του Καθ' ου η αίτηση εφόσον η εν λόγω απόφαση των Αιτητών, ως είναι ουσιαστικά κοινώς παραδεκτό, αποτελεί διοικητική πράξη, η κρίση ως προς την εγκυρότητας της οποίας ανήκει, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, αποκλειστικά στο Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας (εξέταση προσφυγής). Αποτελεί όμως βασική αρχή του Διοικητικού Δικαίου, ότι μια διοικητική πράξη, τεκμαίρεται νόμιμη και συνεπώς παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο στα πλαίσια της προβλεπόμενης εκ του νόμου διαδικασίας προσβολής της (βλ. Coussoumides v. The Republic
(1966)3 C.L.R. 1, Makrides v. The Republic
(1967)3 C.L.R. 147 και Georghiades v. The Republic
(1980)3 C.L.R. 525). Περαιτέρω ως έχει λεχθεί στην Νεοφύτου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση 423/2002, ημερ. 21.4.03, «Το Ανώτατο Δικαστήριο στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία εκδίδει ακυρωτικές αποφάσεις, με υποχρέωση του διοικητικού οργάνου να συμμορφωθεί. Δεν υποκαθιστά όμως τη δική του κρίση, στην επίδικη απόφαση, σ' αυτή του διοικητικού οργάνου που, συμμορφούμενο με το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, θα επανεξετάσει και θα λάβει νέα απόφαση». Όσον δε αφορά τις υπόλοιπες ενέργειες της Διοίκησης σε σχέση με την προαναφερόμενη απόφαση ημερ. 22.10.12, από τα τεκμήρια που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση φαίνονται τα ακόλουθα: Στις 6.11.12 με επιστολή του Επάρχου Πάφου, ο οποίος εκ του άρθρου 42 του Νόμου 86(Ι)/99 έχει εξουσία να ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων των Κοινοτικών Συμβουλίων, επισημαίνεται ότι η απόφαση των Αιτητών ημερ. 22.10.12 ενόψει του ότι «η όλη υπόθεση ήταν πειθαρχικής φύσης» και δεν τηρήθηκαν οι σχετικές πρόνοιες της νομοθεσίας και των Κανονισμών είναι «τυπικά και ουσιαστικά παράνομη» και καλούνται αυτοί να τηρήσουν τη σχετική νομοθεσία, τις αρχές της χρηστής διοίκησης και τη νομολογία. Στη επιστολή δε του Επάρχου ημερ. 5.12.12 ουσιαστικά επιβεβαιώνονται τα πιο πάνω και αναφέρεται ότι όσον «αφορά τη συνέχιση των υπηρεσιών του Γραμματέα του Συμβουλίου, είναι θέμα που αφορά το Συμβούλιο το οποίο θα πρέπει στον περαιτέρω χειρισμό του να συνυπολογίσει και την πιο πάνω απόφαση του Επάρχου» καθώς και ότι σε περίπτωση που το Συμβούλιο επιμείνει στην αρχική του απόφαση θα γίνει εισήγηση στην Υπουργό Εσωτερικών να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 45 του Νόμου 86(Ι)/
  1. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι σε περίπτωση που το Συμβούλιο παραλείπει να εκτελέσει οποιοδήποτε επιβαλλόμενο από τον εν λόγω Νόμο καθήκον ή να εφαρμόσει οποιαδήποτε διάταξη του, ο Υπουργός δύναται να καλέσει το Συμβούλιο να εκτελέσει μέσα σε εύλογη προθεσμία το καθήκον αυτό ή να προβεί στην εφαρμογή της διάταξης και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, ο Υπουργός έχει την εξουσία να διορίσει τον Έπαρχο αρμόδιο για την εκτέλεση ή την εφαρμογή των πιο πάνω. Στη συνέχεια με επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, εφόσον ουσιαστικά επαναλαμβάνονται τα λεχθέντα στην επιστολή του Επάρχου ημερ. 6.11.12, οι Αιτητές «παρακαλούνται όπως σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 45» ανακαλέσουν την «παράνομη απόφαση» τους για απόλυση του Καθ' ου η αίτηση εντός 30 ημερών από την λήψη της επιστολής και επαναφέρουν αυτόν στην θέση που κατείχε. Προειδοποιούνται δε ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης η Υπουργός Εσωτερικών θα διορίσει σύμφωνα με το άρθρο 45 του Νόμου 86(Ι)/99 τον Έπαρχο Πάφου αρμόδιο για την εκτέλεση ή την εφαρμογή των πιο πάνω. Ο συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση στις αγορεύσεις του δεν τοποθετήθηκε σε σχέση με τη φύση των πιο πάνω επιστολών και ιδιαίτερα αναφορικά με το κατά πόσο αυτές συνιστούν αποφάσεις διοικητικών οργάνων που έχουν κάποια επίδραση στην απόφαση των Αιτητών ημερ. 22.10.
  2. Εν πάση όμως περιπτώσει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου συνάγεται αναμφισβήτητα ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρέμβαση με βάση το άρθρο 45 του Νόμου 86(Ι)/99 και άρα εξακολουθεί να είναι έγκυρη και να ισχύει άμεσα η εν λόγω απόφαση των Αιτητών. Ως εκ των άνω κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν καταδείξει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή τους όσον αφορά τις αξιώσεις τους. Το ότι η εν λόγω απόφαση έχει προσβληθεί με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αφής στιγμής δεν έχει αποφασισθεί αναστολή εκτέλεσης της, δεν μεταβάλει το πιο πάνω γεγονός. Τούτων δεδομένων και της κατ' επέκταση διαπίστωσης ότι στην παρούσα υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη καθώς και ορατή πιθανότητα να δικαιούνται οι Αιτητές στις αστικής φύσεως θεραπείες που επιζητούν δηλ. πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους, κρίνω ότι η θέση του Καθ' ου η αίτηση (η οποία επίσης δεν προωθήθηκε με τις αγορεύσεις του κ. Καλογήρου) ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της αγωγής και της παρούσας αίτησης δεν ευσταθεί. Στα πλαίσια ελέγχου συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Στην Parico ανωτέρω λέχθηκε σχετικά ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο αιτητής πετύχει στην αξίωση του στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο καθ' ου η αίτηση θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του αιτητή. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 όμως επιβεβαιώθηκε η θέση ότι ο χρηματικός παράγων της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση της τρίτης προυπόθεσης. Ως δε λέχθηκε στην Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφεση 304/08, ημερ. 21.10.11: «Έχει σαφώς νομολογηθεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 240. Στην υπόθεση Cambridge Nutrition Ltd v. British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523, έγινε δεκτό ότι στην ενάσκηση της εξισορροπητικής άσκησης μεταξύ της παρουσίασης σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και του ισοζυγίου της ευχέρειας, ο χρηματικός παράγων για σκοπούς αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά επενεργούν και άλλοι ...». Στην παρούσα οι Αιτητές ζητούν πέραν από τις γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις και διατάγματα άρσης της παράνομης επέμβασης. Αποτελεί δε ισχυρισμό των Αιτητών, ο οποίος δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί, ότι ο Καθ' ου η αίτηση παρά την γνωστοποίηση σε αυτόν της απόφασης ημερ. 22.10.12 εξακολουθεί µέχρι και σήµερα να προσέρχεται και να παραµένει εντός των γραφείων/υποστατικών του Κοινοτικού Συµβουλίου καθ' όλη τη διάρκεια των ωραρίου εργασίας του Συµβουλίου και να προβαίνει σε χρήση των εγκαταστάσεων, συµπεριλαµβανοµένων των τηλεφωνικών γραµµών και των οχηµάτων του Συµβουλίου, να συµπεριφέρεται ως υπάλληλος του Συµβουλίου, να παρουσιάζεται και να συστήνεται ως Γραµµατέας και παρά το ότι κλήθηκε γραπτώς όπως παύσει άµεσα να προβαίνει στην ως άνω συµπεριφορά και ιδίως όπως αποχωρήσει άµεσα από τα γραφεία του Συµβουλίου αρνείται να το πράξει και συµπεριφέρεται σαν να εξακολουθεί να είναι ο Γραμματέας του Συμβουλίου προκαλώντας προβλήµατα λειτουργικότητας στο Συµβούλιο, προσκόµµατα στην διεκπεραίωση του έργου του και σύγχυση σε ό,τι αφορά την ιδιότητα του Καθ' ου η αίτηση. Εδώ να σημειωθεί ότι με βάση τα άρθρα 2 και 49-58 του περί Κοινοτήτων Νόμου 86(Ι)/99 ο Γραμματέας ενός Κοινοτικού Συμβουλίου είναι υπάλληλος αυτού, διοριζόμενος από το Συμβούλιο για εκτέλεση καθηκόντων ή εξουσιών που του αναθέτει το Συμβούλιο. Συνεπώς πέραν από καθήκοντα που έχει στα πλαίσια της εργασίας του ένας Γραμματέας έχει και κάποιες εξουσίες που του ανατίθενται και εκτελεί προφανώς για λογαριασμό του Κοινοτικού Συμβουλίου. Οι εν λόγω εξουσίες είναι κατ' επέκταση συνυφασμένες με τις αρμοδιότητες, υποχρεώσεις και εξουσίες του Συμβουλίου, που ως αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης επηρεάζει με τις πράξεις και αποφάσεις του τη ζωή των υπαγόμενων σε αυτό πολιτών-διοικουμένων. Συνεπώς οι ενέργειες του Γραμματέα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του αλλά και των παρεχόμενων σε αυτόν εξουσιών ενέχουν νομικές και άλλες συνέπειες, οι οποίες δεσμεύουν το Συμβούλιο, επηρεάζοντας όχι μόνο τη λειτουργία αυτού και τις έννομες σχέσεις του αλλά και τη ζωή των υπαγόμενων σε αυτό πολιτών. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το ότι στην παρούσα ο Καθ' ου η αίτηση παρά την απόφαση των Αιτητών ημερ. 22.10.12, σύμφωνα με την οποία ουσιαστικά δεν θα πρέπει να ασκεί πλέον τα καθήκοντα του Γραμματέα, συνεχίζει να εισέρχεται στα γραφεία/υποστατικά των Αιτητών και να χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσεις αυτών αλλά και να συστήνεται και να συμπεριφέρεται ως ο Γραμματέας αυτών, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις όχι μόνο καθίσταται αδύνατος ο υπολογισμός αποζημιώσεων αλλά μπορεί να προκληθεί στους Αιτητές και ανεπανόρθωτη ζημιά. Συνεπώς κρίνω κατ' επέκταση ότι σε περίπτωση που δεν αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Παρά το ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία, στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, υπέρ της έκδοσης ή μη του αιτούμενου διατάγματος. Οι σχετικοί με την άσκηση της διακριτικής εξουσία του Δικαστηρίου παράγοντες εξετάζονται με γνώμονα τις ανάγκες της δικαιοσύνης όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, στα πλαίσια του έργου της στάθμισης των αντίστοιχων αναγκών ή συμφερόντων των διαδίκων, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη η έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος. Στην περίπτωση που οι διάφοροι παράγοντες που είναι σχετικοί στη στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων ή αναγκών των διαδίκων ισοζυγίζονται, πρέπει να επενεργεί στην απόφαση, το στοιχείο της διατήρησης του status quo ante, της διατήρησης, δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο εναγόμενος άρχισε την δραστηριότητα της οποίας επιδιώκεται η παρεμπόδιση (βλ. Κ. Κωσταντινίδη, Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση παρεπιμπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, CORPUS DE JURE CYPRII, σελ. 179 όπου γίνεται σχετικά αναφορά στην υπόθεση American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504). Όσον αφορά τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη η έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος, από τα όσα έχουν τεθεί ανωτέρω προκύπτει ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Καθ' ου η αίτηση συνεχίσει την προαναφερόμενη συμπεριφορά του αυτοί που ενδεχομένως θα ζημιωθούν, με κίνδυνο μάλιστα να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, είναι οι Αιτητές. Αντίθετα δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση ότι αυτός θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Εν πάση περιπτώσει με δεδομένο ότι η απόφαση των Αιτητών ημερ. 22.10.12, με την οποία ο Καθ' ου η αίτηση ουσιαστικά δεν θα πρέπει να ασκεί τα καθήκοντα του Γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου, ισχύει και συνεπώς δεν υπάρχει λόγος ο τελευταίος να εισέρχεται και να πράττει οποιεσδήποτε ενέργειες στα υποστατικά των Αιτητών χωρίς την άδεια αυτών, κρίνω ότι αυτός δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Σε περίπτωση δε ακύρωσης της εν λόγω απόφασης τότε ο Καθ' ου η αίτηση θα έχει την ευχέρεια επαρκώς να διεκδικήσει νομικά τα όποια δικαιώματα του. Όσον αφορά την εξέταση της διατήρησης του status quo ως αναφέρθηκε ανωτέρω τέτοια γίνεται και λαμβάνεται υπόψην στην περίπτωση που οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι πράγμα που ως προκύπτει από τα ανωτέρω δεν ισχύει στην παρούσα. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει σαφώς υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και ότι αυτό είναι ορθό και δίκαιο. Όσον δε αφορά τη θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι με το αιτούμενο διάταγμα ζητείται ουσιαστικά η ίδια θεραπεία που ζητείται με την αγωγή πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Πράγματι ως έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του ότι, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής, ούτως ώστε να αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις (βλ. Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578 και Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14). Στην πολύ πρόσφατη Avila Management Services Limited κ.α. v. Frantisek Stepanek, Πολ. Έφεση Αρ.54/12, ημερ. 27.6.12 λέχθηκαν όμως τα εξής: «Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ΄ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). (Βλ. επίσης Re Χ΄Κωνσταντή
(1998)1Γ A.A.Δ. 1827 και Κυρίσαββα ανωτέρω). Στην προκειμένη θα πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι με την αγωγή τους οι Καθ' ων η αίτηση παράλληλα ζητούν και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις και συνεπώς το αιτούμενο διάταγμα δεν ταυτίζεται πλήρως με τις αξιούμενες στην αγωγή θεραπείες. Εν πάση όμως περιπτώσει λαμβάνοντας υπόψην το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, κρίνω ότι ορθά και δίκαια ζητείται η αιτούμενη θεραπεία, η οποία συνίσταται άλλωστε σ' ένα απαγορευτικό διάταγμα όχι στο διηνεκές αλλά μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Συνεπώς κρίνω ότι ούτε αυτή η θέση του Καθ' ου η αίτηση ευσταθεί. Όσον αφορά τώρα τη θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από πλευράς των Αιτητών και συγκεκριμένα ότι απέκρυψαν την ύπαρξη των επιστολών του Επάρχου Πάφου προς το Κοινοτικό Συµβούλιο, οι οποίες ήταν προγενέστερες της ημερομηνίας καταχώρησης της αίτησης, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Πράγματι είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει και μόνο για το λόγο ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Νο. 2) ν. Σαββίδης
(1979)1 C.L.R. 349, Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583 και Γρηγορίου κ.α. ανωτέρω). Η αρχή όμως αυτή ισχύει μόνο στην περίπτωση που το διάταγμα εκδίδεται αρχικά χωρίς να ακουσθεί η άλλη πλευρά μετά από μονομερή αίτηση εφόσον η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση τέτοιου διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο (βλ. The Timberland Co of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ. ά.
(1998)1(B) ΑΑΔ 1179). Στην Demstar Limited v. Ζim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva, Πολ. Εφέσεις 130 και 131/09, ημερ. 29.1.10). Πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου οπόταν, στην απουσία του, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής (βλ. Resola ανωτέρω). Στην παρούσα όμως το Δικαστήριο δεν προχώρησε στην έκδοση διατάγματος στην απουσία του Καθ' ου η αίτηση εφόσον παρά το ότι η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής δεν προχώρησε ως τέτοια αλλά, ως προαναφέρθηκε, διατάχθηκε να επιδοθεί και δόθηκε η ευκαιρία στον Καθ' ου η αίτηση να ακουστεί. Συνεπώς ούτε η εν λόγω θέση ευσταθεί εφόσον δεν τίθεται θέμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο προχωρά στην κρίση του στην παρούσα έχοντας ενώπιον του όλα τα γεγονότα δηλ. και αυτά που ο Καθ' ου αναφέρει ότι αποκρύφθηκαν. Όσον αφορά το λόγο ένστασης ότι οι Αιτητές καταχώρησαν καταχρηστικά την παρούσα αίτηση και αγωγή θα πρέπει να λεχθεί ότι ως φαίνεται από τις αγορεύσεις του συνηγόρου του Αιτητή η θέση αυτή δεν προωθείται και θεωρείται ως εγκαταλειφθήσα. Εν πάσει όμως περιπτώσει, εφόσον ως έχει προαναφερθεί, κρίνεται ότι στην παρούσα υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη καθώς και ορατή πιθανότητα να δικαιούνται οι Αιτητές σε θεραπεία δηλ. πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, δεν μπορεί να τίθεται θέμα κατάχρησης και πολλαπλότητας διαδικασιών εκ του ότι εκκρεµεί προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο αλλά και άλλες διαδικασίες από άλλα διοικητικά όργανα εφόσον με τις εν λόγω διαδικασίες δεν επιδιώκεται η ίδια θεραπεία που επιδιώκεται με την παρούσα, η οποία, αν και έχει ως βάση γεγονότων την απόφαση των Αιτητών ημερ. 22.10.12 εντούτοις, είναι καθαρά αστικής φύσεως. Καταληκτικά εν όψει όλων των ανωτέρω η αίτηση εγκρίνεται. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση διατάσσεται όπως άρει την παράνομη επέμβαση του στα γραφεία και/ή υποστατικά των Εναγόντων - Αιτητών, τα οποία βρίσκονται επί της οδού Μιχαλάκη Χριστοδούλου 4, Τ.Κ. 8500 στα Κούκλια της Επαρχίας Πάφου και/ή ειδικότερα όπως παύσει να εισέρχεται και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επεμβαίνει και/ή παραμένει και/ή προβαίνει σε χρήση των εν λόγω γραφείων και/ή υποστατικών χωρίς άδεια και/ή εξουσιοδότηση και/ή έγκριση των Εναγόντων - Αιτητών, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή µέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών και εναντίον του Εναγόμενου - Καθ' ου η αίτηση τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης στην παρούσα αγωγή. (Υπ.) ........... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Judgments Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.