← Κύπρος

ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ)ΛΤΔ ν. Ανδρέας Ιακώβου κ.α., Αρ. Αγωγής: 706/2004, 28/2/2013

ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ)ΛΤΔ ν. Ανδρέας Ιακώβου κ.α., Αρ. Αγωγής: 706/2004, 28/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 706/2004 Μεταξύ: ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ)ΛΤΔ από την Λευκωσία Ενάγουσα και 1.Ανδρέας Ιακώβου εκ Κανναβιούς Πάφου 2.Αλέκος Ανδρέα Ιακώβου εκ Λεμεσού 3.Μαρία Ευθυμίου εκ Κανναβιούς Πάφου Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 16.1.2012 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 2 /Αιτητή: κα. Μ. Ιακώβου για κ. Τσίκκο Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κα. Κλεάνθους για κ. Παπαζαχαρία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος 2 Αιτητής, ζητά Διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στις 10.5.2004 στην παρούσα αγωγή. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.17, θ.θ.3,5,7 και 10, Δ.48, θ.θ.1,2,3,4,8 και 9, Δ.26,θ.14 και Δ.64,θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: ● Στις 10.5.2004 λόγω παράλειψης του ιδίου να εμφανισθεί στη αγωγή, εκδόθηκε απόφαση εναντίον του για το ποσό των £7965,26 με τόκο 12.5% το χρόνο στα ακόλουθα ποσά: - στο μηνιαίο ποσό των £186,26 από 28.8.2003 μέχρι τις 28.2.2004 - στο μηνιαίο ποσό των £268,24 προστιθέμενο ισόποσα κάθε μήνα από 28.9.2003 και ούτω καθ' εξής την 28η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι 28.2.2004 συμπεριλαμβανομένων - στο ποσό των £1795,70 από 28.2.2004 μέχρι εξοφλήσεως. Πλέον £424,50 έξοδα της αγωγής με τόκο 8% από 19.3.2004 μέχρι εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α.. ● Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, ο ίδιος δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί ουδέποτε του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα με αποτέλεσμα να μην έρθει σε γνώση του η υπόθεση έτσι ώστε να διορίσει δικηγόρο και να υπερασπίσει τον εαυτό του. Σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο για πρώτη φορά έλαβε γνώση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης, περί τον Απρίλιο του 2011, όταν πληροφορήθηκε από τους ίδιους τους Ενάγοντες την ύπαρξη εναντίον του της συγκεκριμένης απόφασης. Ο ίδιος, ουδέποτε ανέλαβε δέσμευση και/ή υποχρέωση έναντι των Εναγόντων για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού, και το ποσό το οποίο αφορά η απόφαση ημερομηνίας 10.5.2004 είναι αποτέλεσμα πλαστογραφίας γεγονός το οποίο κατήγγειλε ήδη στην αστυνομία. Τα αποτελέσματα του γραφολογικού ελέγχου κοινοποιήθηκαν στον ίδιο τον Δεκέμβριο του 2012 και στην συνέχεια ο ίδιος τα κοινοποίησε στον δικηγόρο του προκειμένου να λάβει δικαστικά μέτρα για παραμερισμό της εν λόγω απόφασης. · Σύμφωνα επίσης με τον εναγόμενο 2 το κλητήριο ένταλμα ουδέποτε επιδόθηκε στον ίδιο, αλλά στη σύζυγο του Ελλάδα Αλέκου, στις 3.4.
  2. Σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως, την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε διάσταση με την σύζυγο του με αποτέλεσμα να μην ειδοποιηθεί και να μην λάβει γνώση για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής. Ήταν η θέση του ότι εάν γνώριζε την παρούσα αγωγή θα διόριζε δικηγόρο για να υπερασπίσει τον εαυτό του καθότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυητής του Εναγόμενου 1 στο επίδικο συμβόλαιο. · Με βάση την γραφολογική εξέταση/έρευνα η οποία έγινε από την αστυνομία, διαφάνηκε ότι η υπογραφή στο συγκεκριμένο συμβόλαιο είναι πλαστογραφημένη. Καταθέτει δε σαν συνοδευτικά τεκμήρια τα οποία υποστηρίζουν την ένορκη του δήλωση, τόσο το πόρισμα της αστυνομίας, όσο και την επίδοση στην εν διαστάσει σύζυγο του. · Καταληκτικά αναφέρει ότι απ' ότι τον πληροφορεί ο δικηγόρος του και με βάση όλων των ανωτέρω, αφ' ενός έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στην ικανοποίηση της απαίτησης τους, αφ' ετέρου δε η μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο δεν ήταν σκόπιμη, ούτε κακόπιστη και, ως εκ τούτου, είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο παραμερίσει την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση ώστε να μπορέσει να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να ασκήσει το συνταγματικό του δικαίωμα για παράσταση και ακρόαση ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία έχει ως βασική νομική βάση τη Δ.17,θ.10, Δ.33,θ.θ.1-4,5,6-15, Δ.48,θ.θ.2(1-3),3,4

(1)
(2)5-7,8,9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: ■ Η Αίτηση είναι ελαττωματική, αντικανονική και δεν συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων του Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. ■ Καταστρατηγείται η αρχή της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών αποφάσεων. ■ Η Αίτηση δεν καταδεικνύει την ύπαρξη καλής και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης επί της ουσίας της υπόθεσης. ■ Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει κανένα στοιχείο ως προς την Υπεράσπιση και για το πώς δικαιολογείται να επιτραπεί από το Δικαστήριο το επανάνοιγμα της υπόθεσης. ■ Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα αγωγή. ■ Η συμπεριφορά που επέδειξαν οι Αιτητές είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας. ■ Η Αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα. ■ Σε περίπτωση ακύρωσης και/ή παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης οι Ενάγοντες θα στερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους και θα καταπατηθούν οι αρχές που αναφέρονται στην αναγκαιότητα για ταχεία διεκπεραίωση των αγωγών καθώς και στην αναγκαιότητα διατήρησης της ισχύος των αποφάσεων. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση, του Νεόφυτου Νεοφύτου υπαλλήλου των Εναγόντων ημερομηνίας 26.4.2012 στην οποία επαναλαμβάνονται οι λόγοι την ένστασης. Ειδικότερα οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αγωγή επιδόθηκε στον Εναγόμενο 2 στις 3.4.2004, και συγκεκριμένα στη σύζυγο και συγκάτοικο του, Ελλάδα Αλέκου, στην κοινή διεύθυνση τους στην Λεμεσό. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο ισχυρισμός που προβάλλεται από πλευράς αιτητή δεν υποστηρίζεται με οιανδήποτε μαρτυρία και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί που προβάλλει στην ένορκη του δήλωση δεν μπορούν να ευσταθήσουν. Ο χρόνος ο οποίος έχει παρέλθει από την έκδοση της απόφασης μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αίτησης είναι τέτοιος που δεν δικαιολογεί τον παραμερισμό της από το παρών Δικαστήριο. Επίσης είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο Εναγόμενος δεν μπορεί να πετύχει με τον ισχυρισμό της πλαστογραφίας στην παρούσα διαδικασία καθότι η μαρτυρία η οποία έχει προσκομιστεί δεν είναι μαρτυρία εμπειρογνώμονα η οποία να την αποδεικνύει. Κατά την ακρόαση της αίτησης αξίζει να σημειωθεί ότι και οι δυο πλευρές αποποιήθηκαν του δικαιώματος αντεξέτασης και δεν αιτήθηκαν την έκδοση σχετικών διατάγματων για να αντεξετάσουν επί των ενόρκων δηλώσεων, αλλά περιορίστηκαν μόνο σε γραπτές αγορεύσεις για να υποστηρίξει η κάθε πλευρά την θέση της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εξέταση Αιτήσεως για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις πιο κάτω Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (α) Δ.17,θ.10 που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. (β) Δ.26,θ.14 που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. (γ) Δ.33,θ.5 που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανιστεί την ημέρα της δίκης. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1 A.A.Δ. 129, η Δ.33, θ.5 προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17, θ.10 και της Δ.26, θ.14 και επομένως μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται γενικά στις πιο πάνω πρόνοιες. Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην Αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο Ενάγοντας σε απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο Εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Στην πρώτη περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στη δεύτερη περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνιση του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Θα σκιαγραφήσω στη συνέχεια τις νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν εξετάζεται η δεύτερη περίπτωση που αναφέρθηκε ανωτέρω. Το Δικαστήριο διατηρεί αναμφίβολα διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση του πλαισίου εξουσίας του με παράγοντες που σχετίζονται με την αιτιολόγηση της απουσίας του διαδίκου κατά την ημερομηνία που εξεδόθη η απόφαση στην απουσία του αφενός και με την ευρύτερη επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του αφετέρου. Ως πρόσθετος γενικός παράγοντας είναι και η πιστοποίηση ότι ο διάδικος δεν επέδειξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία ούτε βέβαια και πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης του. Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της Δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλει τη θέση του και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης θα αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Για το λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τη μέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης καθώς και οι επεξηγήσεις που δίδονται γιατί αφέθηκε η υπόθεση να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης χωρίς να καταχωρηθεί υπεράσπιση. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο Αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση, πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Ο Αιτητής οφείλει εδώ να παραθέσει τα γεγονότα που, κατά τη θέση του, εγείρουν μια καλή υπόθεση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους των Αιτητών. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Ο Αιτητής, Εναγόμενος 2 εκείνο που αναμένεται να πράξει, είναι να παραθέσει τα γεγονότα εκείνα που, κατά τη θέση του, εγείρουν υπεράσπιση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς ακόμα και στην περίπτωση όπου οι Καθ΄ων η Αίτηση -Ενάγοντες αμφισβητούν τα γεγονότα αυτά, δεν γεννάται υποχρέωση στους Αιτητές να αποδείξουν την αλήθεια τους. Όπως έχει τονισθεί από τον Έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Π. Αρτέμη στην υπόθεση Έλλη Κ. Χ"Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179 στη σελίδα 1181: «. . . Όσον αφορά αξιολόγηση επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων [Evans v. Bartlam (ανωτέρω)] και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ 1596 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πικής συμπύκνωσε τις αρχές που διέπουν αιτήσεις παραμερισμού στις ακόλουθες προτάσεις:- «(α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής Υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται Υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση, στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» Το ζήτημα της επίδοσης Βέβαια, όλα τα πιο πάνω εφαρμόζονται υπό την προϋπόθεση ότι η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, αφού σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι εκεί όπου παρουσιάζεται αντικανονικότητα στην έκδοση της απόφασης της οποίας ζητείται ο παραμερισμός, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση στη βάση ex debito justitiae με έξοδα υπέρ του αιτητή (εναγόμενου) χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του (βλ. Νικόλας Γιωργαλλίδης v. Χρυσοστόμου Χρίστου (Ττομή)
(1997)1(Α) ΑΑΔ 247, Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 ΑΑΔ 43 και J.Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1151). Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (4η έκδοση), Τόμος 26, στην παράγραφο 559 σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than is due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defense on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order. Στον δε Τόμο 37 του ιδίου συγγράμματος και συγκεκριμένα στην παράγραφο 403 και σελίδα 297 αυτού επισημαίνονται τα ακόλουθα: «In the case of an irregular judgment, the defendant is entitled to have it set aside ex debito justitiae and the court should not impose any terms whatsoever upon the defendant.» Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι χωρίς νόμιμη ή παραδεκτή επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να προχωρήσει να δικάσει την υπόθεση αφού η επίδοση είναι το θεμέλιο της δικαιοδοσίας (βλέπε Philippou ν. Philippou
(1986)1 CLR 689, Sekavin v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 CLR 69 και Lion Insurance v. Νικολάου
(2004)1 ΑΑΔ 1610). Στην ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος 2, αιτητής στην παρούσα διαδικασία, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε επιδόθηκε στον ίδιο το κλητήριο ένταλμα, αλλά στην σύζυγο του Ελλάδα Αλέκου με την οποία ο ίδιος βρισκόταν σε διάσταση, με αποτέλεσμα να μην λάβει γνώση ποτέ της ύπαρξης της αγωγής και να υπερασπίσει τον εαυτό του. Ο αιτητής δεν αντεξετάστηκε αφού οι καθ' ων η αίτηση δεν έκαναν χρήση του δικαιώματος τους αυτού και περιορίστηκαν μόνο σε αγορεύσεις. Συνεπώς στη βάση των πιο πάνω δηλώσεων και της μη αμφισβήτησης τους ουσιαστικά, θεωρώ ότι δεν πληρούνται οι πρόνοιες της Δ.5 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που διέπει το ζήτημα της επίδοσης και διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (
  1. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or (
  2. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affidavit of service shall state (if such be the case) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment. (Form 5.)
(2)The affidavit of service endorsed upon, or having attached thereto as an exhibit, a duplicate of the copy of the writ of summons served, shall be sworn and filed within seven days after service. The registrar shall, within forty-eight hours after the affidavit of service is filed, give the plaintiff notice of the date on which the service was effected.» Ως προς την ερμηνεία του όρου «member of the family» (μέλος της οικογένειας) που προβλέπεται στη Δ.5 Θ. 2
(1)(i) σχετική είναι η υπόθεση Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου κ.ά. ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 ΑΑΔ 1305 (βλέπε σελίδες 1310 - 1312). Επομένως, με βάση τα πιο πάνω είναι η θέση μου, ότι η θέση του αιτητή περί κακής επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος, δεν μπορεί να μην ευσταθήσει, αφού η θέση του δεν αμφισβητήθηκε, αφού δεν αντεξετάστηκε από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση και έτσι οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί, παραμένουν μετέωροι. Στη συνέχεια παρόλο που έχω αποφασίσει για το θέμα της επίδοσης θα προχωρήσω να εξετάσω και κατά πόσο ευσταθούν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που έχει θέσει με βάση τη Νομολογία: Τίθενται λοιπόν τα εξής ερωτήματα προς εξέταση και είναι τα ακόλουθα: I. Κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 έχει δώσει εύλογο και καλό λόγο για την παράλειψη του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. II. Κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 προχώρησε άμεσα με την λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης μόλις έλαβε γνώση αυτής, και III. Κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 έχει αποκαλύψει στοιχεία και λεπτομέρειες συζητήσιμης υπεράσπισης. Όπως προκύπτει από το φάκελο της παρούσας υπόθεσης η αγωγή καταχωρήθηκε μέσω κλητηρίου ειδικώς οπισθογραφημένου στις 19.3.2004 και επιδόθηκε μεταξύ άλλων και στην Ελλάδα Αλέκου στις 3.4.
  1. Λόγω της παράλειψης τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης εντός της προβλεπόμενης από τους Θεσμούς προθεσμίας οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση για απόφαση η οποία ορίστηκε στις 10.5.2004 ημερομηνία κατά την οποία, αφού οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένορκη δήλωση προς τον σκοπό απόδειξης της υπόθεσης τους, το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων ως η απαίτηση των Εναγόντων. Προχωρώ να εξετάσω εν πρώτοις το κατά πόσο οι Αιτητές/Εναγόμενοι έχουν καταδείξει σοβαρό λόγο για την παράλειψη τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης μετά που τους επεδόθη το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. I. Κατά πόσο έχει καταδειχθεί σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όπως ήδη αναφέρθηκε στο στάδιο που σκιαγραφήσαμε τη νομική πτυχή σε αιτήσεις αυτού του είδους η παράλειψη εμφάνισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Με βάση τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 2 οι οποίοι, όπως αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που καταχώρησε, το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε στον ίδιο αλλά στην εν διαστάσει σύζυγο του Ελλάδα Αλέκου, με αποτέλεσμα να μην λάβει γνώση της αγωγής και να μην καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Παρά το γεγονός ότι η πλευρά των Εναγόντων μέσω της ένορκης δήλωσης του υπαλλήλου των Εναγόντων αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 2 όσον αφορά τους λόγους για τη μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στο Δικαστήριο επικαλούμενος ότι αυτούς τους ισχυρισμούς τους προβάλει εκ των υστέρων για να δικαιολογήσει την θέση του, δεν μεσολάβησε, όπως θα μπορούσε να γίνει, αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση στη βάση της ένορκης δήλωσης που καταχώρησε. Εν πάση δε περιπτώσει δεν εντοπίζω κανένα λόγο για να μην αποδεχθώ την βασιμότητα του λόγου που προβλήθηκε και της εξήγησης που δόθηκε για το πιο πάνω ζήτημα από μέρους του Εναγομένου
  2. II. Κατά πόσο οι Εναγόμενοι προχώρησαν άμεσα με την λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης μόλις έλαβαν γνώση αυτής Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο υπήρχε ή όχι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Είναι νομολογημένο ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό απόφασης αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την απόρριψη της αίτησης. Επισημαίνω ότι ακόμη και εκεί όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση αλλά η συμπεριφορά του διάδικου είναι ενδεικτική αδιαφορίας για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει εναντίον του την ευχέρεια και να απορρίψει το αίτημα να ακυρώσει την απόφαση. Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, αφού γίνεται μια εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας και υιοθετήθηκαν οι αρχές όπως καθορίστηκαν στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R. 204, τονίστηκε από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική ότι η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Τονίστηκε, επίσης, στην ίδια απόφαση ότι, σε διαφορετική περίπτωση, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή. Στην Milouca (ανωτέρω) παρόλο που το Δικαστήριο είχε καταλήξει στο εύρημα ότι οι εφεσείοντες (εναγόμενοι) είχαν αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση, εντούτοις απέρριψε την έφεση διότι θεώρησε ότι η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη των εναγομένων να εμφανιστούν και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή τους να αποταθούν για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης μπορούσε βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη αιτήματος για παραμερισμό. Στην υπόθεση Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου και Σία Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ 1101 καθυστέρηση δυόμισι περίπου μηνών που σημειώθηκε μετά την έκδοση της απόφασης και την καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό θεωρήθηκε τελείως ανεξήγητο γιατί δεν είχαν δοθεί οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν να προσφέρουν οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ 1283 καθυστέρηση τεσσάρων μηνών για υποβολή αίτησης παραμερισμού κρίθηκε αδικαιολόγητη. Λέχθηκε, επίσης, ότι το γεγονός ότι ο συνήγορος των εφεσειόντων συζητούσε με την άλλη πλευρά για εκ συμφώνου ακύρωση της απόφασης και γι΄ αυτό το λόγο καθυστέρησε στην υποβολή της αίτησης δεν εξηγεί επαρκώς και δεν αποτελεί δικαιολογία για την καθυστέρηση για τέσσερις ολόκληρους μήνες. Όπως δε το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε το ζήτημα το θέμα ήταν σημαντικό και οι εφεσείοντες όφειλαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να επιτευχθεί τελεσιδικία εντός λογικού χρονικού διαστήματος. Υπεμνήσθη δε η αρχή ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση για υποβολή αιτήματος παραμερισμού απόφασης μπορεί βάσιμα να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη του γιατί διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα. Προκύπτει ότι καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 16.1.
  1. Αφού ο δικηγόρος του Εναγόμενου 2, αιτητή μελέτησε τα αποτελέσματα του γραφολογικού ελέγχου από πλευράς Αστυνομίας, τα οποία επιβεβαίωσαν το πλαστογραφημένο της υπογραφής του, ο κρίσιμος χρόνος θεωρώ δεν είναι η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο ο Εναγόμενος 2 έλαβε γνώση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του, δηλαδή τον Απρίλιο του
  2. Τα όσα ακολούθησαν μετά περιέχονται στην ένορκη του δήλωση η οποία να σημειωθεί και πάλι δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση με την αντεξέταση του ενόρκως δηλούνται και ότι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2, δεν κλονίστηκαν σε κανένα βαθμό. Θεωρώ λοιπόν, ότι, από τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο ο Εναγόμενος 2 αιτητής έλαβε γνώση της επίδικης απόφασης δεν καθυστέρησε να προβεί στα συγκεκριμένα διαβήματα εκείνα τα οποία θα τον οδηγήσουν στην αμφισβήτηση της απόφασης. Το ένταλμα κατάσχεσης κίνητης περιουσίας, με αρ. Σιέριφ Πάφου 2221/11 και αρ. Εντάλματος 040685, δεν βοηθά καθόλου το Δικαστήριο στην κατάληξη του, αφού αυτό εκδόθηκε μετά που ο Εναγόμενος 2 προέβη στην σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Το ένταλμα δε, επεστράφη ανεκτέλεστο αφού δεν υπάρχουν τα συγκεκριμένα αυτοκίνητα στην συγκεκριμένη δοθείσα διεύθυνση. Απ' όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 2 έδρασε άμεσα και προχώρησε χωρίς καθυστέρηση με την λήψη μέτρων για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Δέχομαι ότι ο λόγος της μερικής καθυστέρησης, ο οποίος μπορεί να επήλθε ήταν γιατί ο ίδιος ανέμενε τα αποτελέσματα του γραφολογικού ελέγχου. III. Κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση Έχοντας λοιπόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δόθηκε από τους Αιτητές/Εναγόμενους ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα αγωγή προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Αιτητές έχουν αποκαλύψει καλή και ή συζητήσιμη Υπεράσπιση. Τι επικαλούνται λοιπόν οι Αιτητές στην υπό εξέταση Αίτηση σε ό,τι αφορά το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως καλής Υπεράσπισης. Ο Εναγόμενος 2 στην ένορκη του δήλωση θέτει το ζήτημα της πλαστογραφίας, ότι δηλαδή, ουδέποτε υπέγραψε σαν εγγυητής του Εναγόμενου 1 και επισυνάπτει το πόρισμα της Αστυνομίας το οποίο επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του. Όπως εξάγεται και από την απόφαση Phylactou v. Michael (πιο πάνω), όταν εξετάζεται αίτηση για παραμερισμό απόφασης το έργο του Δικαστή δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσον αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης. Επίσης, όπως προκύπτει από την απόφαση K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω, ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. Γενικότερα μπορεί να λεχθεί ότι η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή. Έπεται ότι απλοί ισχυρισμοί και αόριστες και μη τεκμηριωμένες θέσεις δεν είναι αρκετές ώστε να καταδειχθεί η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης (βλ. Βύρων Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 ΑΑΔ 289, Χριστάκης Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 1761, Ξενοφών Κάλλης ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793, Γιώργος Ανδρέου ν. Severis & Athienitis Securities Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1694). Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, και αντιπαραβάλλοντας τις δύο εκδοχές με σκοπό τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλέπε Claire Morris v. Saratoge Swimming Pools Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2009, απόφαση ημερομηνίας 10.4.2012), έχω ικανοποιηθεί ότι εγείρεται κάποια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση από μέρους του, την οποία θα μπορούσε να προβάλει στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής, χωρίς να εισηγούμαι ότι η εν λόγω υπεράσπιση θα ευσταθήσει. Η κατάληξη μου αυτή βασίζεται στην ύπαρξη της Αστυνομικής Έκθεσης ημερομηνίας 23.11.12 η οποία αναφέρει ότι πράγματι η υπογραφή του Εναγόμενου 2 είναι πλαστογραφημένη. Ακολουθώντας, όμως, τις αρχές της νομολογίας κρίνω ότι θα ήταν αδόκιμο να προχωρήσω σε εξέταση της ουσίας της προβαλλόμενης υπεράσπισης και να καταλήξω σε συμπέρασμα εάν αυτή ευσταθεί ή είναι αβάσιμη. Το εγχείρημα αυτό γίνεται στην εξέταση της ουσίας της αγωγής, που θα γίνει μόνο εάν και εφόσον παραμεριστεί η απόφαση ημερομηνίας 10/5/2004 και δοθεί στον Αιτητή το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Στη βάση των ανωτέρω κρίνω ότι πράγματι ο αιτητής ανέμενε το αποτέλεσμα της γραφολογικής εξέτασης, όχι για να του επιβεβαιώσει το πλαστογραφημένο της υπογραφής του, αλλά για να προχωρήσει με αποδείξεις και τεκμήρια ως προς την αίτηση του για παραμερισμό της απόφασης για να έχει αυξημένες πιθανότητες επιτυχίας και αν μην παραμείνουν μετέωροι οι ισχυρισμοί του. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του Αιτητή. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει και η απόφαση ημερομηνίας 10.5.2004 παραμερίζεται υπό τον όρο ότι ο Εναγόμενος 2 Αιτητής θα καταβάλει στους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση τα έξοδα της παρούσας αίτησης τα οποία λόγω της φύσης της αίτησης και παρά το ότι ο Εναγόμενος έχει επιτύχει στην αίτηση του επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδονται, επομένως, οδηγίες προς την πλευρά των Εναγόντων όπως υποβάλουν σχετικό κατάλογο εξόδων εντός 30 ημερών από σήμερα. Τίθεται σαν όρος του παραμερισμού της απόφασης ότι ο Εναγόμενος 2 θα καταβάλει το ποσό των εγκριθέντων εξόδων προς την Ενάγουσα εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία θα γνωστοποιηθεί στη δικηγόρο του το ποσό αυτό. Ακολούθως, ο Εναγόμενος να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης εντός 10 ημερών από την ημερομηνία της πληρωμής των εν λόγω εξόδων. (Υπ). ............... Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.