← Κύπρος

ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 940/04, 11/2/2013

ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 940/04, 11/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A30 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 940/04 Μεταξύ:

  1. ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ ΑΛΕΚΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ Ως Διαχειριστριών της Περιουσίας του Παναγιώτη Γ. Παπακόκκινου.
  2. ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ προσωπικά
  3. ΑΛΕΚΑ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ προσωπικά Εναγουσών - και - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια του Γενικού Εισαγγελέως Εναγομένων ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες: κα Αλ. Παπακόκκινου (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Μητίδης) Για Εναγόμενο: κα Μ. Αλεξάνδρου (Για να ακούσει απόφαση η κα Κόκκινου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγουσες διεκδικούν την επιδίκαση αποζημιώσεων, τόσο υπό την ιδιότητα των διαχειριστριών της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους, Π. Παπακόκκινου, όσο και υπό την προσωπική τους τοιαύτη. Σύμφωνα με όσα η έκθεση απαίτησης διαλαμβάνει, ο ρηθείς αποβιώσας ήταν ιδιοκτήτης αρκετής ακίνητης ιδιοκτησίας στην Πάφο, όπου εδραστηριοποιείτο επαγγελματικά και διατηρούσε εργοστάσια επεξεργασίας κουκουλιών, βυρσοδεψείου, χαρουποεργοστασίου, σταθμού πώλησης πετρελαιοειδών, περιβολιού και ξυλοσχιστικής μηχανής μεγάλης αξίας. Τον Δεκέμβριο του 1963 υπάλληλοι των αρχών της Δημοκρατίας και/ή του Επάρχου Πάφου παρεμπόδισαν με πράξεις και/ή παραλείψεις τους, τον ανωτέρω αποβιώσαντα από την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και την εκτέλεση των εργασιών του. Οι πράξεις αυτές χαρακτηρίζονται ως αμελείς και παρατίθενται τέτοιες λεπτομέρειες. Χαρακτηρίζονται επίσης παράνομες, αντισυνταγματικές κλπ. Ο εναγόμενος αρνείται της αποδοθείσες σε αυτόν ενέργειες όπως και τις αναφερόμενες ζημιές και αξιούμενες αποζημιώσεις και εγείρει τρεις προδικαστικές ενστάσεις. Με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 31.10.2012 το Δικαστήριο αποφάσισε (κατόπιν ακρόασης σχετικής αίτησης) ότι μπορούν να εκδικαστούν προδικαστικά οι υπό στοιχεία 1(α) και 1(γ) ήτοι: «(α) Δια της Έκθεσης Απαίτησης τους οι Ενάγουσες αναφέρονται σε γεγονότα ελλειπή και/ή ασαφή που δεν αποκαλύπτουν ούτε προβάλλουν οποιαδήποτε αιτία αγωγής (No cause of Action) εναντίον του Εναγόμενου. .............................. (γ) Το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών για Αμέλεια εναντίον του Εναγομένου έχει παραγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 2

(1)του Πίνακα του Περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις Νόμου) του 1990 αφού η ισχυριζόμενη αμέλεια έγινε για ισχυριζόμενες πράξεις που έλαβαν χώρα πριν τις 31.10.1984». Παραγραφή Το ζήτημα τούτο, όπως υποδεικνύεται στην απόφαση Α. Χ"Στυλλής ν. Moude C. Papadema κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ 551 ανάγεται σε πρώτο προς εξέταση θέμα και παραλληλίστηκε με τις προθεσμίες που συναντούνται στις υποθέσεις της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας για «να καταδειχθεί η σπουδαιότητα του ζητήματος της παραγραφής». «Εφόσον τίθεται στη δικογραφία, είναι καταλυτικό διότι άπτεται της ίδιας εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης και έτσι το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει επί τούτου». Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι: «Από τη στιγμή που τίθεται θέμα παραγραφής δεν πρέπει να προωθείται οτιδήποτε άλλο εκτός αν πρώτα το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν ευσταθεί. Εφόσον όμως το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι πράγματι υπάρχει ζήτημα παραγραφής τότε υπάρχει απόλυτη αδυναμία να τεθεί οποιοδήποτε άλλο θέμα για εξέταση». Είναι σαφές και αναντίρρητο πως το αναπόδραστο αποτέλεσμα, της κρίσης περί ύπαρξης παραγραφής οδηγεί αναπόφευκτα στην τελείωση της αγωγής, χωρίς συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Το δικαίωμα προσφυγής σε αρμόδιο δικαστήριο για διεκδίκηση αστικής φύσεως δικαιωμάτων και απόδοση θεραπειών, είναι δεδομένο αναφαίρετο και κατοχυρωμένο συνταγματικά, τόσο στην Κύπρο όσο και σε κάθε χώρα στην οποία υπάρχει σεβασμός προς τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της. Προς το σκοπό όμως της πιο εύρυθμης και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, κρίνεται σαν λογικό να επιβάλλονται περιορισμοί στο δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο. Τέτοιοι περιορισμοί οι οποίοι έχουν καθιερωθεί, είναι είτε τοπικοί, είτε χρονικοί, ή παράγοντες όπως η ανικανότητα, η ηλικία κλπ. Περιορισμοί χρονικοί με την έννοια των προθεσμιών που πρέπει να τηρηθούν, συναντώνται βέβαια σε πολλές πτυχές του δικαίου. Το ίδιο το Σύνταγμα για παράδειγμα θέτει απόλυτη προθεσμία 75 ημερών, εντός της οποίας ένας πολίτης έχει το δικαίωμα να προσβάλει μια πράξη ή παράλειψη της διοίκησης. «. Ο Νομοθέτης έχει την ευχέρεια, ανάλογα με την περίπτωση που αφορά το νομοθέτημα, να ορίζει τις περιόδους παραγραφής που θεωρεί κατάλληλες .. Ας μη λησμονούμε πως είναι επιθυμητό το ζύγιασμα των δικαιωμάτων ενάγοντα και εναγομένου. Ο νομοθέτης μπορεί , μεταξύ άλλων, να διασφαλίσει πως το χρονικό διάστημα που πέρασε από τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος και της καταχώρισης της αγωγής δεν επενεργεί στην εξάλειψη μαρτυρικού υλικού .» (Φεσσά & άλλη ν. Κασάπη
(1996)1 Α.Α.Δ. 337 στη σελ. 343). Η γενική αρχή που αναδύεται από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, είναι πως το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο υπόκειται σε θεμιτούς περιορισμούς, ακριβώς για την ορθολογική λειτουργία του προς όλους τους ενδιαφερομένους στη δικαστική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κρίνει πως η περίοδος παραγραφής δικαιώματος εξυπηρετεί θεμελειώδεις σκοπούς άρρηκτα συνυφασμένους με τη βεβαιότητα για τα δικαιώματα των ατόμων που αποσκοπεί στην τελεσιδικία της διαφοράς (Γ. Φοινικαρίδου ν. Γ. Οδυσσέως
(2001)1 ΑΑΔ σελ. 1745). Στη Γιωργαλλά ν. Χ"Χριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060 εξάλλου υπογραμμίσθηκε ότι: «Ο καθορισμός προθεσμίας συναρτάται με τη λελογισμένη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τις επιπτώσεις που ενέχει η χρονικά απεριόριστη δυνατότητα διεκδίκησης τους στα δικαιώματα και υποχρεώσεις τρίτων. Η απουσία προθεσμιών, εξ αντικειμένου, δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας στο τι ανήκει στο άτομο και ποιες είναι οι υποχρεώσεις του. Το επιβεβλημένο της επιβολής χρονικών περιορισμών στη διεκδίκηση δικαιωμάτων αναγνωρίστηκε από το δίκαιο της επιείκειας, προ πολλού χρόνου, με την καθιέρωση της αρχής ή του δόγματος «laches» (ολιγωρία), σύμφωνα με το οποίο ουσιαστική καθυστέρηση στην άσκηση δικαιωμάτων, συνοδευόμενη από συνθήκες που καθιστούν άδικη την προβολή τους, παρεμβάλλει εμπόδιο στη διεκδίκηση τους». Ο περί Παραγραφής Νόμος Κεφ. 15 προέβλεπε διάφορες περιόδους παραγραφής για συγκεκριμένες αιτίες και βάσεις αγωγής. Με το άρθρο 10(d) εξαιρούσε από τις διατάξεις του περιόδους παραγραφής που ετίθοντο με άλλους Νόμους. Της θέσπισης του Κεφ.15 ακολούθησαν οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι 57/64 και 36/82 οι οποίοι υπό τους όρους και προϋποθέσεις που έθεταν, ανέστελλαν κάθε περίοδο παραγραφής υπό οποιονδήποτε Νόμο αυτή επιβαλλόταν. Στην υπόθεση Φεσσά ν. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337 λέχθηκε ότι ήταν σαφής η βούληση του Νομοθέτη όταν θέσπιζε το Νόμο 57/64, να αναστείλει οποιοδήποτε δικαίωμα παραγραφής ίσχυε κατά την ημερομηνία έναρξης του Νόμου εκείνου. Με τον Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (προσωρινές διατάξεις Ν. αρ. 110
(1)/2002) επιτεύχθηκε άρση των θεσπισθέντων αναστολών. Ο ανωτέρω Νόμος παρά το ότι θεσπίστηκε τον Ιούλιο του 2002, τέθηκε σε ισχύ την 1ην Ιουνίου
  1. Συνεπώς δεν εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση. Εφαρμογής τυγχάνει ο Ν.217/90, όπως κατωτέρω εξηγείται. Στη γραπτή της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου, αφού κάνει μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό του Νόμου περί Παραγραφής και των Αναστολών, υποδεικνύει πως: Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η απόφαση ενός Δικαστηρίου περί ύπαρξης παραγραφής οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της αγωγής χωρίς συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Εισηγείται δε πως είναι σαφές ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις διατάξεις του Ν.217/90, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου δεν μπορεί να εγερθεί αγωγή για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας μετά την 31.12.1993 αν η πράξη ή η παράλειψη για την οποία εγείρεται έγινε πριν την 31.10.
  2. Η συνήγορος των εναγουσών και ενάγουσα και η ίδια κα Α. Παπακόκκινου, υπεραμυνόμενη της θέσης για μη ύπαρξη παραγραφής υπέδειξε περαιτέρω πως, εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση τυγχάνει η εξαίρεση που τέθηκε με το άρθρο 3 του Ν.217/
  3. Όπως ανωτέρω λέχθηκε, ο εφαρμοζόμενος στην κρινόμενη περίπτωση Νόμος είναι ο Περί Παραγραφής (Προσωρινές διατάξεις) Νόμος αρ. 217/90 ο οποίος επέφερε σημαντική διαφοροποίηση στην όλη εξελικτική πορεία του θέματος της παραγραφής και της συνεχιζόμενης για δεκαετίες, αναστολής της. Με τη ρηθείσα Νομοθεσία έγινε πρόνοια ότι οι περί Αναστολής της Παραγραφής νόμοι του 1964 και 1982, δεν εφαρμόζονται αναφορικά με αγωγές για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας. Σύμφωνα με τον πίνακα του άρθρου 2: «Δεν εγείρεται αγωγή μετά την 31η Δεκεμβρίου 1993 για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας αν η πράξη ή παράλειψη για την οποία εγείρεται έγινε πριν την 31η Οκτωβρίου 1984». Οι φερόμενες ως αμελείς και παράνομες πράξεις τοποθετούνται χρονικά στο Δεκέμβριο του 1963, ήτοι πριν τον Οκτώβριο του 1984, ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε το 2004, δηλαδή πολύ αργότερα της 31ης Δεκεμβρίου
  4. Το άλλο δε, σημαντικό μέρος της ίδιας Νομοθεσίας, ήταν ότι εισήγαγε μια άλλη καινοτομία σύμφωνα με την οποία για πρώτη φορά οι επιπτώσεις από τη συνεχιζόμενη κατάσταση λόγω της εισβολής και κατοχής δεν θα μπορούσαν πλέον να συνιστούν εξ ορισμού εμπόδιο στην παραγραφή. Η κατάσταση όμως αυτή σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου θα συνιστούσε εμπόδιο και θα ανέστελλε την παραγραφή στις περιπτώσεις των εν λόγω αγωγών εάν ο εγείρων την αγωγή αποδείκνυε στο Δικαστήριο ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμο δικαίωμά του. (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Παρά δηλαδή την αναγνώριση πλέον ότι οι επιπτώσεις της εισβολής δεν συνιστούσαν δικαιολογία για τη μη έγκαιρη προσφυγή στο Δικαστήριο και συνακόλουθα τη μη παραγραφή μιας νόμιμης αξίωσης, εντούτοις παρέχεται η δυνατότητα και ευκαιρία στον ενάγοντα να αποδείξει πειστικά ότι, συνεπεία ακριβώς της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε να προσφύγει εντός της περιόδου αναστολής της παραγραφής. Στο δικαιολογητικό Νομοσχέδιο του Νόμου του 1990 (Ε.τ.Κ. Παρ. έκτον (6ον) του 1990 σελ. 53-54), είχε αναφερθεί ότι οι προηγούμενοι Νόμοι του 1964 και 1982 είχαν αναστείλει, λόγω της έκρυθμης κατάστασης, τον χρόνο παραγραφής που καθοριζόταν σε διάφορους νόμους περί Παραγραφής, αλλά κρίθηκε ορθό να αναστέλλεται εφεξής η παραγραφή μόνο όταν αποδεικνύεται ότι ο διάδικος δεν μπορούσε να προωθήσει αποτελεσματικά με αγωγή το δικαίωμα του λόγω της έκρυθμης κατάστασης, διότι κατά τ' άλλα η συνέχιση της αναστολής της παραγραφής για πολλά χρόνια δημιουργούσε δυσχέρειες στη διατήρηση και την ανεύρεση αποδεικτικών μέσων και ήταν πλέον σκόπιμο να τερματιστεί. Οι ενάγουσες τόσο με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένσταση για εκδίκαση των προδικαστικών θεμάτων όσο και με την Απάντηση αλλά και την αγόρευση της συνηγόρου τους, προβάλλουν ως αδυναμία έγερσης ενωρίτερα της αγωγής, το γεγονός της μεταφοράς του αρχείου του πατέρα τους από την Πάφο στη Λευκωσία και τη φύλαξη του σε ακίνητο που γειτνίαζε με την κατεχόμενη Λευκωσία και την για αρκετά χρόνια απουσία τους στο εξωτερικό, αλλά και την καταστροφή μεγάλου μέρους των εγγράφων και των απαιτούμενων στοχείων. Τα γεγονότα αυτά θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να αποφασίσει επί του εγειρόμενου θέματος της παραγραφής. Ελλειπή και ασαφή γεγονότα που δεν αποκαλύπτουν αιτία αγωγής Αναφέρει σχετικά επί του θέματος τούτου η κα Μ. Αλεξάνδρου: «Η παρούσα αγωγή εστιάζεται στα αστικά αδικήματα της
(1)Παράνομης επέμβασης
(2)Αμέλειας
(3)Οχληρίας. Είναι η θέση του Αιτητή ότι σε γενικές γραμμές ελλείπουν από την αγωγή εκείνα τα στοιχεία στα οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί και να πεισθεί ότι στοιχειοθετείται αιτία αγωγής. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης οι Ενάγουσες προβάλλουν αόριστους ισχυρισμούς περί ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης του Εναγομένου δια του τερματισμού της επιχείρησης του πατέρα τους χωρίς να προσδιορίζουν με ποιο τρόπο και για ποιόν λόγο ο Εναγόμενος προέβη σε τέτοια ενέργεια. Χωρίς επίσης να προσδιορίζουν ποιο αποτέλεσμα είχαν οι ισχυριζόμενες ενέργειες της Δημοκρατίας: τον τερματισμό, την μείωση της εργασίας του πατέρα τους, την επιβολή όρων στην εργασία του πατέρα τους, την μείωση της οικονομικής αξίας των ακινήτων, ποιο από όλα; Επίσης η Έκθεση Απαίτησης των Εναγουσών στερείται εκείνων των γεγονότων και/ή στοιχείων που να στοιχειοθετούν το αδίκημα της οχληρίας (παράγρ. 15). Όσον αφορά δε το ισχυριζόμενο αδίκημα της Αμέλειας, αυτό είναι επικαλεσθέν από τον Καθ' ου η Αίτηση διάσπαρτα στην αγωγή είτε από μόνο του είτε σε συνδυασμό με άλλο αστικό αδίκημα με τέτοιο ασαφές τρόπο έτσι ώστε να μην επιτυγχάνεται η στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου αδικήματος. Πέραν της ισχυριζόμενης έλλειψης, τα γεγονότα περιγράφονται με τρόπο μπερδεμένο και ασαφή έτσι ώστε να μην δύναται κάποιος να οδηγηθεί σε ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα και/ή εάν καταλήγει κάποιος σε κάποιο συμπέρασμα, να μην είναι εύκολο να εντοπισθούν κάποιος τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στο συγκεκριμένο συμπέρασμα». Η αντίθετη άποψη της κας Παπακόκκινου είναι πως το δικόγραφο τους είναι πλήρες και σαφές και αποκαλύπτει όχι μία, αλλά πολλές αιτίες αγωγών. Εισηγείται ότι τα δικαιώματα των διαδίκων πρέπει να διαγιγνώσκονται σε ακροαματική διαδικασία και όχι συνοπτικά, καθ' ότι παραβλάπτονται τα Συνταγματικά Δικαιώματα τους. Επικαλούμενη νομολογία και αυθεντίες όπως Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings 12η έκδ., σελ. 140, Halsbury's Laws of England, 4th ed., σελ. 320, Dyson v. Attorney General
(1911)1 K.B 410, υπέδειξε πως η συνοπτική διαδικασία επιτρέπεται μόνο σε υποθέσεις απλές και πασιφανείς, όπου η υπόθεση είναι καθαρή χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία. Είναι νομολογημένο πως κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. (Βλ. Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R 425). Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δηλαδή χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Το θέμα τούτο πραγματεύεται και εξετάζει ο Δ. Καλλής στην G.C.C Computers Ltd v. Αλετρά κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 104 όπου αναφέρει τα εξής στη σελ. 111: «Στην In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246, 258 απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε - λέχθηκε: «Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου. Επομένως το Εφετείο είναι σε θέση ουσιαστικά, όπως και το Πρωτόδικο Δικαστήριο, να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με τη δικαιϊκή υπόσταση δικογράφου». Η απόφαση στην In re Pelmako Development Ltd (πιο πάνω) υιοθετήθηκε στην Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119, 1121-1122 - απόφαση Κωνσταντινίδη, Δ. Λέχθηκαν τα εξής: «Η δικανική κρίση στο στάδιο αυτό μπορεί να είναι μόνο το αποτέλεσμα νομικής ανάλυσης. Το έργο της διαπίστωσης της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας εύλογης αιτίας αγωγής δεν έχει να κάμει με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Επομένως, το Ανώτατο Δικαστήριο, με όμοιο το υπόβαθρο των συλλογισμών που η περίπτωση δικαιολογεί, μπορεί, το ίδιο όπως και το Πρωτόδικο Δικαστήριο, να καταλήξει σε όσα προκύπτουν ως ορθά συμπεράσματα. Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (Βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R 246). Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Βλ. Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 C.L.R. 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305». (Στην ανωτέρω απόφαση το θέμα εκδικάστηκε προδικαστικά, αφού είχε εγερθεί με την έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων ως προδικαστική ένσταση). Έχει ανωτέρω καταγραφεί η αξίωση των εναγουσών. Από τη μελέτη της έκθεσης απαίτησης, προκύπτει ότι: Ο αποβιώσας Π. Παπακόκκινος ήταν ιδιοκτήτης και κάτοχος ακίνητης περιουσίας στην Πάφο, όπου εδραστηριοποιείτο επιχειρηματικά. Ο εναγόμενος, διά των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων του, προέβη σε κάποιες ενέργειες και έδωσε εντολές και οδηγίες με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση του Παπακόκκινου από την άσκηση των εργασιών του και μείωση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του. Σχετικές αναφορές γίνονται κυρίως στις παραγράφους 10, 11 και 12. Με αυτές τις περιγραφές οι ενάγουσες επικαλούνται και διάπραξη οχληρίας, αμέλειας και καταπάτηση Συνταγματικών δικαιωμάτων. Στην παρ. 24 όπου παρατίθενται οι προκληθείσες ζημιές, γίνεται αναφορά σε ζημιές σε κτίρια, αποθηκευτικούς χώρους και εμπορεύματα. Για ευνόητους λόγους δεν θα ήταν ορθό να γίνει ανάλυση και εξέταση της νομικής πτυχής είτε της επικαλούμενης παράνομης επέμβασης είτε της οχληρίας είτε της αμέλειας. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας κρίνεται ότι υπάρχουν οι αναγκαίες αναφορές έτσι ώστε να αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα, το οποίο να οδηγήσει την αγωγή σε εκδίκαση, σε ακροαματική διαδικασία. Έχοντας υπ' όψη τις ανωτέρω αναφερθείσες αυθεντίες και νομολογία, κρίνεται πως το συμφέρον της δικαιοσύνης επιτάσσει, αλλά και δικαιολογεί, όπως η αγωγή μη αποφασισθεί προδικαστικά αλλά στα πλαίσια της δίκης να αποφασισθούν τα δικαιώματα των διαδίκων. Τα έξοδα της διαδικασίας αυτής, κρίνεται ορθό, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της δίκης. (Υπ.) .............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Προδικαστικές ενστάσεις παραγραφής - Αγώγιμο δικαίωμα. /Σ.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.