ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ ν. Ιωσήφ Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Γεν. Αίτησης: 169/12, 28/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 169/12 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ Αιτητών και Ιωσήφ Χριστοδούλου, από Έμπα(πρωτοφειλέτης) Αντρούλλα Χριστοδούλου, από Έμπα (πρωτοφειλέτρια) Νεόφυτου Χριστοδουλίδη, από Κονιά (εγγυητή) Μαρία Χριστοδούλου, από Κονιά (εγγυήτρια) Σάββα Χριστοδούλου, από Έμπα (εγγυητής) Καθ'ων η αίτηση Ημερομηνία: 28.2.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Σωτηριάδης Για τους Καθ'ων η αίτηση 3 και 4: κα Δημοσθένους για Α. Χρ. Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση της η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπιού (πιο κάτω θα αναφέρεται σαν η αιτήτρια) ζητά όπως η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 στις 30.5.2011 καταχωρηθεί και εγγραφεί για εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 όπως τροποποιήθηκε, στο άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.48 Θ.2 και επί της εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ο κ. Μήρος Γιάγκου, αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της αιτήτριας, είναι εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει τα γεγονότα τόσο από προσωπική γνώση όσο και από έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή του. Στις 30/5/2011 εκδόθηκε εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 διαιτητική απόφαση, η οποία τους επιδόθηκε δεόντως. Τα σχετικά επιδοτήρια επισυνάπτονται σαν τεκμήριο Α στην αίτηση. Οι καθ΄ ων η αίτηση όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών δεν αμφισβήτησαν και ούτε άσκησαν οποιοδήποτε ένδικο μέσο εναντίον της απόφασης του διαιτητή η οποία επισυνάπτεται επίσης σαν τεκμήριο Β και έτσι η αιτήτρια υπέβαλε την παρούσα αίτηση για να της παραχωρηθεί άδεια για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Η αίτηση της αιτήτριας προσέκρουσε στην ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4, οι οποίοι προβάλλουν με ιδιαίτερα αναλυτικό τρόπο τους λόγους της ένστασης τους, οι οποίοι αφορούν, είτε θέματα διαδικασίας που ακολουθήθηκε από το Διαιτητή, είτε θέματα που αφορούν την ουσία της διαφοράς. Δεν προτίθεμαι να αναλύσω τους λόγους οι οποίοι προτάθηκαν προς το Δικαστήριο από τις δυο πλευρές είτε από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, είτε από την πλευρά των αιτητών. Θα αναφερθώ σ' αυτούς όπου κρίνω ότι είναι απαραίτητο αφού αυτοί βρίσκονται ήδη καταχωρημένοι εντός τους φακέλου της υπόθεσης. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Νεόφυτου Χριστοδουλίδη, στην οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από την καθ΄ ης η αίτηση 4 να προβεί σ΄ αυτήν και παραθέτει το ιστορικό της παροχής του δανείου για το οποίο καταλογίζει δόλο ή περιστάσεις που ισοδυναμούν με δόλο στο γραμματέα της αιτήτριας. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι η υπόδειξη για συνομολόγηση των γραμματίων στο όνομα των καθ΄ ων η αίτηση ήταν επινόηση και τέχνασμα της αιτήτριας. Η πλευρά των αιτητών, ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση περί αντισυνταγματικότητας των προνοιών του άρθρου 52
(5)δεν μπορούν να ευσταθήσουν, αφού οι αιτητές είχαν την ευκαιρία να προβάλουν τους τυχόν λόγους που αναφέρονται στην έφεση αν και εφόσον τους καταχωρούσαν και κατά συνέπεια δεν μπορούν να εξεταστούν στην παρούσα διαδικασία. Περαιτέρω, όπως αναφέρει στην αγόρευση του ο κ. Σωτηριάδης τα όσα αναφέρονται επί της ένστασης και επί των αγορεύσεων των καθ' ων η αίτηση, δεν αποτελούν θέματα με τα οποία θα πρέπει να ασχοληθεί το Δικαστήριο για να εξετάσει την έκβαση της υπόθεσης, αφού το θέμα της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης είναι θέμα τυπικό και τα επίδικα θέματα με τα οποία θα πρέπει να ασχοληθεί είναι περιορισμένα. Αντίθετη είναι η θέση της κας Δημοσθένους η οποία αναφέρει στην αγόρευση της ότι το άρθρο 5 του άρθρου 52 στερεί από τους καθ'ων η αίτηση 3 και 4 δικαιώματα που κατοχυρώνονται, τόσο από το άρθρο 30.1 και 30.2 του Συντάγματος και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όσο και από την οδηγία 93/13/ΕΟΚ που απαιτεί από Εθνικό Δικαστήριο όπου εγείρονται ενώπιον του ισχυρισμοί για καταχρηστική ρήτρα να εκτιμά την ακυρότητα της σύμβασης περί διαιτησίας και να την ακυρώνει με το αιτιολογικό ότι η εν λόγω σύμβαση εμπεριέχει καταχρηστική ρήτρα έστω και αν ο καταναλωτής δεν επικαλέστηκε την ακυρότητα στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας αλλά αποκλειστικώς με την δικαστική διαδικασία. Σχετικά με το θέμα της αντισυνταγματικότητας στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αχιλλέα Η. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 45 αναφέρθηκαν τα εξής: «πάγια είναι και η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματα αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφαση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκασης υπόθεσης». Εφ' όσον οι καθ'ων οι αίτηση ισχυρίζονται ότι το άρθρο 52
(5)παραβιάζει το άρθρο 30.1 και 2 του Συντάγματος και κατά συνέπεια ουσιαστικά συνταγματικά τους δικαιώματα θεωρώ ότι έχει τεθεί με τον προσήκοντα τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο θα εξετάσει πρώτα το θέμα αυτό το οποίο αν είναι βάσιμο θα είναι καταλυτικό για την υπόθεση των καθ'ων η αίτηση. Το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφέρει τα εξής:
- Εις ουδένα δύναται ν'απαγορευθεί η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου εις ο δικαιούται να προσφύγει δυνάμει του Συντάγματος. Η σύσταση δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνομα απαγορεύεται.
- Έκαστος κατά την διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε καθ' αυτού ποινικής κατηγορίας δικαιούται ανεπηρεάστου δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου αμερόληπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου ιδρυομένων δια νόμου». Κατ' αρχή θα πρέπει να τονιστεί ότι η διαδικασία διαιτησίας δεν αποτελεί ούτε δικαστική επιτροπή ούτε έκτακτο Δικαστήριο αλλά διαδικασία που προνοείται σε συγκεκριμένο νόμο και στην οποία κλήθηκαν να παραστούν. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι καθ' ων η αίτηση ότι η προθεσμία των 21 ημερών που δίνεται ως χρονικό όριο για να εφεσιβληθεί η απόφαση του διαιτητή είναι περιοριστική των δικαιωμάτων τους και παραβιάζει τα θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα τους και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για της Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπως παραδέχονται οι καθ'ών η αίτηση 3 και 4 ο Νόμος δίδει χρονικό όριο 21 ημερών για να εφεσιβληθεί η απόφαση του Διαιτητή και το γεγονός αυτό κατοχυρώνει κατά την κρίση μου τα δικαιώματα τους αφού τους δίνει την δυνατότητα έφεσης. Η παράλειψη των καθ'ων η αίτηση να ασκήσουν έγκαιρα το δικαίωμα τους και μέσα στα χρονικά πλαίσια του νόμου δεν μπορεί να ερμηνεύεται από αυτούς σαν περιοριστικό των δικαιωμάτων τους. Ως εκ τούτου και με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 30 του συντάγματος. Σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση, το άρθρο 52 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων 1985-2003 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση γιατί η αιτήτρια δολίως και παράνομα απαίτησε τόκους και χρεώσεις που ήταν ενσωματωμένοι στο διεκδικούμενο ποσό του γραμματίου. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η συμπεριφορά του Διαιτητή να αποδεχτεί τόκο προς 9% επί του εκάστοτε υπολοίπου ενώ αυτό συνιστά ποινική ρήτρα δεν είναι η πρέπουσα και κακώς έχει διεξάγει την διαιτησία. Έχει επίσης επιδείξει κακή συμπεριφορά και χειρίστηκε κακώς την υπόθεση και η απόφαση του δεν είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη. Δεν ήγειραν όπως περαιτέρω αναφέρουν, τα θέματα αυτά ενώπιον του Διαιτητή καθότι η αιτήτρια τους πληροφόρησε ότι ήταν μια φιλική και τυπική διαδικασία η οποία δεν θα επηρέαζε τα δικαιώματα τους. Κατόπιν συμβουλής από τον δικηγόρο τους αντιλήφθηκαν ότι είχαν πλανηθεί αναφορικά με την σκοπιμότητα και το αντικείμενο της διαιτησίας. Το άρθρο 52, εδάφιο 1 αναφέρει τα εξής: «52.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας- (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλοςυ ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ΄ οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι- (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμβισβητείται.» Ο Κανονισμός 78 της ΚΔΠ 142/87 ρυθμίζει το ζήτημα παραπομπής διαφοράς στον Έφορο ακολουθώντας τις πρόνοιες του Άρθρου 52 του Νόμου και έχει ως εξής: «78.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά, αυτή παραπέμπεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 52 εις τον Έφορον.
(2)Η τοιαύτη παραπομπή θα γίνεται δι΄ εγγράφου εκθέσεως η οποία θα χρονολογήται και απευθύνεται προς τον ΈΦορον, θα υπογράφεται υπό του μέρους το οποίον συντάσσει ταύτην, θα ορίζη την διαφοράν και θα περιέχη πλήρεις λεπτομέρειες αυτής.
(3)Άμα τη λήψει της τοιαύτης παραπομπής ο Έφορος δύναται: α) Να επιχειρήσει συνδιαλλαγή ή β) να παραπέμψει τη διαφορά προς επίλυση εις ένα ή τρεις διαιτητάς.» Σύμφωνα με το εδάφιο 4 του άρθρου 52 οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή μπορεί να την εφεσιβάλει στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της γνωστοποιήσης της σ΄ αυτόν και στην περίπτωση που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί μέσα στην πιο πάνω αναφερόμενη προθεσμία τότε η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο όπως να ήταν απόφαση Πολιτικού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου 110/95
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, αναφέρθηκαν τα εξής: «Δεν είναι αντικείμενο όντως της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και εν πάση περιπτώσει επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν.22/85 παρέχει σε όποιο θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει.» Είναι σαφές κατά την κρίση μου από τα πιο πάνω ότι οι καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4, είχαν το δικαίωμα να εφεσιβάλουν την απόφαση του Διαιτητή εντός 21 ημερών από την γνωστοποίηση της σ΄ αυτούς. Η απόφαση επιδόθηκε στους καθ΄ ων η αίτηση και αυτό δεν αμφισβητήθηκε, στις 13/9/11 χωρίς να καταχωρηθεί έφεση μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των 21 ημερών και ως εκ τούτου οι αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση για εγγραφή στις 16/5/2012. Οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται όπως αναφέρω πιο πάνω ότι το άρθρο 52 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση για το λόγο ότι η αιτήτρια είναι ένοχη δόλου και τα εγειρόμενα θέματα πρέπει να κριθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποφασιστούν. Το άρθρο 9
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 προνοεί, σε ελεύθερη μετάφραση, τα εξής: «Όταν συμφωνία μεταξύ συμβαλλομένων προβλέπει ότι τυχόν διαφορές που δυνατόν να προκύψουν μεταξύ τους στο μέλλον παραπέμπονται σε διαιτησία και σε κάποια διαφορά που αναφύεται στην συνέχεια εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους έχει καταστεί ένοχος δόλου το Δικαστήριο έχει εξουσία, στην έκταση που είναι αναγκαίο όπως το ζήτημα αυτό αποφασιστεί από το Δικαστήριο, να διατάξει όπως η συμφωνία παύσει να ισχύει και να παραχωρήσει άδεια για ακύρωση οποιουδήποτε συνυποσχετικού που έγινε βάσει της συμφωνίας αυτής.» Οι πρόνοιες του άρθρου 9 του Κεφ. 4 εξετάστηκαν στις υποθέσεις Ψιλογένης κ.α. v. Νέας Συνεργατικής Πάνω Πλατρών
(2004)1 Α.Α.Δ. 243 και Φύτος Χριστοδούλου v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμιού, Πολιτική Έφεση 88/06, ημερ. 13/3/09 και υιοθετήθηκε η θέση ότι τα Δικαστήρια έχουν την διακριτική ευχέρεια να αποτρέπουν και/ή να εμποδίζουν τη διεξαγωγή διαιτησίας σε υποθέσεις στις οποίες εγείρονται θέματα δόλου. Από τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι θέματα δόλου θα πρέπει να τεθούν πριν την διεξαγωγή της διαιτησίας και με διαδικασία που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να εμποδίσει την διεξαγωγή της. Στα γεγονότα της παρούσας αίτησης οι καθ΄ ων η αίτηση όχι μόνο δεν προέβησαν σε τέτοιο διάβημα αλλά ούτε και καταχώρησαν όπως είχαν κάθε δικαίωμα έφεση στην απόφαση του Διαιτητή. Ως εκ τούτου κρίνω ότι το άρθρο 52 του Ν.22/85 αποτελεί δικαιοδοτική βάση της αίτησης και θα προχωρήσω στην εξέταση του που είναι και το μοναδικό αντικείμενο αυτής της αίτησης αφού όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, «η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης σαν απόφασης Δικαστηρίου είναι κατά την άποψη μας ζήτημα τύπου» και κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει θέματα που αφορούν την ουσία της απόφασης του Διαιτητή. Επανερχόμενη στα γεγονότα της αίτησης παρατηρώ ότι οι καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 παρουσιάστηκαν ενώπιον του Διαιτητή αφού όπως αναφέρουν στην ένορκη τους δήλωση τόσο ο Νεόφυτος Χριστοδουλίδης όσο και η Μαρία Χριστοδούλου δεν ήγειραν το θέμα ενώπιον του, γιατί πληροφορήθηκαν από την αιτήτρια ότι ήταν μια τυπική διαδικασία. Η ειδοποίηση των καθ΄ ων η αίτηση επιβεβαιώνεται επίσης από το κείμενο της απόφασης που εκδόθηκε στις 30/5/2011 αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση. Φαίνεται επίσης από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην αίτηση ότι η απόφαση του διαιτητή επιδόθηκε νόμιμα στους καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 στις 30/9/2011 και η προθεσμία των 21 ημερών έληξε χωρίς στο μεταξύ να καταχωρηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή. Η παρούσα αίτηση επιδόθηκε επίσης στους καθ΄ ων η αίτηση. Τα όσα οι καθ΄ ων η αίτηση αναφέρουν στην ένσταση τους θα μπορούσαν να τεθούν ενώπιον του Διαιτητή ή να είχαν προωθηθεί ως λόγοι έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης. Στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να αναθεωρηθεί η διαιτητική απόφαση. Ο δικαστικός έλεγχος ασκείται μόνο σε ότι αφορά τις τυπικές προϋποθέσεις του Νόμου και οι τυπικές αυτές προϋποθέσεις όπως αναφέρω πιο πάνω έχουν εκπληρωθεί. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 30/5/2011 στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου Πάφου. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Π.Παπαπέτρου - Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο