← Κύπρος

Ανδρέα Κωνσταντίνου ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χαραλάμπους Στυλιανού ν. Ανδρέα Ιωάννου Κουρίδη, Αγωγή 3011/08, 13/3/2013

Ανδρέα Κωνσταντίνου ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χαραλάμπους Στυλιανού ν. Ανδρέα Ιωάννου Κουρίδη, Αγωγή 3011/08, 13/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αγωγή 3011/08 Ανδρέα Κωνσταντίνου ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χαραλάμπους Στυλιανού, τέως από τη Λεμεσό Ενάγοντα V Ανδρέα Ιωάννου Κουρίδη από την Πάφο Εναγομένου _____________________ 13.03.2013 Για τον Ενάγοντα: κ. Στέλιος Χαραλάμπους για Καραπατάκης-Παυλίδης Για τον Εναγόμενο: κα. Ευαγγελία Πουλλά Ενάγοντας: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον όπως το κτήμα με αριθμό τεμαχίου 249 φυλ/σχέδιο 45/28 έκτασης 6355 τ.μ. το όλο μερίδιο του χωρίου Κοίλη εγγραφεί επ' ονόματι του Ενάγοντα. Β. Απόφαση του δικαστηρίου ότι ο Ενάγων νομιμοποιείται να εγγραφεί εξ' ολοκλήρου ιδιοκτήτης του κτήματος με αριθμό τεμαχίου 249 φυλ/σχέδιο 45/28 έκτασης 6355 τ.μ. του χωρίου Κοίλης. Γ. Διάταγμα διατάττον το Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Λειτουργόν Πάφου όπως προχωρήσει και εγγράψει το κτήμα με αριθμό τεμαχίου 249 φυλ/σχέδιον 45/28 έκτασης 6355 τ.μ. το όλον μερίδιο του χωρίου Κοίλη επ' ονόματι του Ενάγοντα. Δ. Εξοδα, πλέον Φ.Π.Α». Δικόγραφα Ο Ενάγοντας στην έκθεση απαίτησής του ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: « -Το κτήμα με αριθμό τεμαχίου 249 φυλ/σχέδιο 45/28 έκτασης 6355 τ.μ. του χωρίου Κοίλη στην Πάφο έχει καταχωρηθεί κατά τη Γενική Χωρομετρία και Επανεκτίμηση στο όνομα της Μαρίας Γ. Κόκκινου και εξακολουθεί να ευρίσκεται μέχρι σήμερα καταχωρημένο στα φορολογικά μητρώα στο όνομά της. -Η Μαρία Γιαννή Κόκκινου απεβίωσε το 1933 και άφησε ως μοναδική κληρονόμο της την θυγατέρα της Μαρία Χαραλάμπους Στυλιανού. -Το πιο πάνω περιγραφόμενο κτήμα μετά το θάνατο της Μαρίας Γιαννή Κόκκινου περιήλθε στην κατοχή της θυγατέρας της Μαρίας Χαραλάμπους Στυλιανού η οποία συνέχισε να το κατέχει και να το καρπούται μέχρι την ημερομηνία του θανάτου της

(2007)και μετά το θάνατό της περιήλθε στην κατοχή του διαχειριστή της περιουσίας της, ο οποίος το κατέχει μέχρι σήμερα αδιαφιλονίκητα και ανενόχλητα. -Η Μαρία Χαραλάμπους Στυλιανού κατά το έτος 1985 όταν εξακρίβωσε ότι το επίδικο κτήμα ήταν καταχωρημένο στα κτηματικά μητρώα στο όνομα της μητέρας της χωρίς τίτλο, εξασφάλισε πιστοποιητικό κατοχής από την χωρητική Αρχή του χωρίου Κοίλη και κατέθεσε την αίτηση Α1264/85 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου για την έκδοση τίτλου επ' ονόματί της. -Η έκδοση τίτλου στο όνομά της δεν συμπληρώθηκε επειδή η χωρητική αρχή απέσυρε το αρχικό της πιστοποιητικό και το 2005 η Μαρία Χαραλάμπους Στυλιανού εξασφάλισε νέο πιστοποιητικό κατοχής από την χωριτική Αρχή του χωρίου Κοίλη και κατέθεσε την αίτηση Α477/2005 για την έκδοση τίτλου επ' ονόματί της. -Μετά την επιτόπια έρευνα η χωριτική Αρχή απέσυρε και πάλι το αρχικό της πιστοποιητικό μετά από οδηγίες και/ή υποδείξεις του υπαλλήλου του Κτηματολογίου που διεξήγαγε την επιτόπια έρευνα. -Ο Εναγόμενος με επιστολή του η οποία ετοιμάστηκε από τον υπάλληλο του Κτηματολογίου που διεξήγαγε την επιτόπια έρευνα έφερε ένσταση, ισχυριζόμενος ότι το επίδικο κτήμα είναι δικό του ισχυριζόμενος ότι το αγόρασε το 1968 για άγνωστο ποσό χρημάτων από κάποιο Σάββα Εμμανουήλ. -Μετά την ένσταση του Εναγομένου ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου με την επιστολή του με ημερομηνία 3/10/2005 πληροφόρησε τη Μαρία Χαραλάμπους Στυλιανού ότι η έκδοση τίτλου στο όνομά της όσον αφορά το τεμάχιο 249 δεν θα προχωρήσει επειδή η χωρητική Αρχή απέσυρε το αρχικό της πιστοποιητικό. -Ο Εναγόμενος αφού εξασφάλισε πιστοποιητικό κατοχής από την χωρητική Αρχή Τσάδας κατεχώρησε την αίτηση Α737/05 για την έκδοση τίτλου επ' ονόματί της, όσον αφορά το επίδικο κτήμα. -Η Ενάγουσα έφερε ένσταση για την έκδοση τίτλου στο όνομα του Εναγόμενου και παρόλο που η χωριτική αρχή Κοίλης κατά την επιτόπια έρευνα που έγινε στο πλαίσιο της αίτησης Α737/05 επέμενε ότι το κτήμα κατέχεται από τη Μαρία Χαραλάμπους Στυλιανού, ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου με την επιστολή του με ημερομηνία 19/8/08πληροφόρησε τα παιδιά της αποβιωσάσης Μαρίας Χαραλάμπους Στυλιανού ότι δεν θα εκδοθεί τίτλος στο όνομά της επειδή το κτήμα είναι διαφιλονικούμενο». Ο Εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισής του προβάλλει, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους ισχυρισμούς: «-Ότι το τεμάχιο 249 Φ/Σχ. 45/28 του χωριού Κοίλη, έκτασης 6355 τ.μ. και το τεμάχιο 726 του Φ/Σχ. 45/28 του χωριού Τσάδα, έκτασης 9477 τ.μ. και αρ. εγγραφής 10279 είναι όμορα τεμάχια. -Το τεμάχιο 249 του Φ/Σχ. 45/28 του χωριού Κοίλη φαίνεται στα μητρώα και βιβλία του Κτηματολογίου ότι είναι καταχωρημένο στο όνομα κάποιου προσώπου ονόματι Αναστασία Θεοδόση από 1/1/1925, της οποίας είναι άγνωστοι μέχρι σήμερα τυχόν κληρονόμοι της. - Ο Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ τέως από τη Τσάδα αγόρασε από την αποβιώσασα Μαρία Χαραλάμπους τέως από τη Λεμεσό με την Δήλωση με αρ. DS 2104/1951 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου το τεμάχιο 726 του Φ/Σχ. 45/28 του χωριού Τσάδα. - Ο αποβιώσας Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ κατέστη ιδιοκτήτης και κάτοχος του τεμαχίου 726 του Φ/Σχ. 45/28 του χωριού Τσάδα. - Έκτοτε ή/κα ενωρίτερον ο αποβιώσας Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ κατείχε διανοία κυρίου (animo domini) και το όμορο τεμάχιο 249 του Φ/Σχ. 45/28 του χωριού Κοίλη δυνάμει συνεχούς, αδιάλειπτης και αδιαφιλονίκητης εχθρικής κατοχής. - Ο Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ κατά ή περί το 1968 επώλησε στον Εναγόμενο τα τεμάχια 726 και 249 τα οποία επί του εδάφους και/ή επί τόπου ήταν ένα συνεχές κτήμα και του παράδωσε την κατοχή των ο οποίος τα κατείχε έκτοτε διανοία κυρίου (animo domini). - Στις ή γύρω στις 23/2/1970 ο Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ μεταβίβασε στον Ενάγοντα με τη Δήλωση Πώλησης Π554/70 ημερομηνίας 24/2/1970 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου το τεμάχιο 726 για το οποίο υφίστατο τίτλος. - Ο Ενάγοντας είχε την πεποίθηση όταν αγόρασε από τον Γεώργιο Σάββα Εμμανουήλ ότι το τεμάχιο 249 μαζί με το τεμάχιο 726 αποτελούσαν ένα τίτλο, καθότι επί του εδάφους και/ή επί τόπου ήταν και είναι ένα συνεχές κτήμα. - Ο Ενάγοντας κατείχε από το 1968 τα πιο πάνω αναφερόμενα τεμάχια και κατά ή περί το 1971 εφύτευσε αμπέλι σ' αυτά και συνέχισε να τα κατέχει διανοία κυρίου συνεχώς, αδιάλειπτα, αδιαφιλονίκητα και αδιαμφισβήτητα εναντίον οιουδήποτε προσώπου. - Είναι ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι από το 1968 κατείχε διανοία κυρίου (animo domini) το τεμάχιο 249 του Φ/Σχ. 45/28 του χωριού Κοίλη δυνάμει συνεχούς, αδιάλειπτης και αδιαφιλονίκητης εχθρικής κατοχής έναντι οιουδήποτε προσώπου. - Το Επαρχιακό Κτηματολόγιο στους παλαιούς τίτλους που εξέδιδε έκαμνε αναφορά στα σύνορα και στον εκάστοτε ιδιοκτήτη και κάτοχο και στους διάφορους τίτλους και/ή μαρτυρικά έγγραφα γίνεται αναφορά για το τεμάχιο 249 από το έτος 1950 ότι ανήκε στον Γεώργιο Σάββα Εμμανουήλ και μεταγενέστερα στον Ανδρέα Ιωάννου Κουρίδη. - Η αποβιώσασα Μαρία Χαραλάμπους με αίτηση της με αρ. Α1264/1985 ημερομηνίας 28/11/1985 που έγινε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου αιτήθηκε την εγγραφή στο όνομα της διαφόρων τεμαχίων και μεταξύ αυτών και του τεμαχίου 249 χρησιμοποιώντας πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής του χωριού Κοίλη ότι τα είχε στην ανενόχλητη και αδιαφιλονίκητο κατοχή της δυνάμει κληρονομιάς και διανομής από την μητέρα της Αναστασία Ιωάννου Κόκκινου τέως εκ Κοίλης. - Κατά την εξέταση της αίτησης στις ή γύρω στις 16/1/1986 ο Κοινοτάρχης Κοίλης Ανδρέας Ιωάννου και τα Μέλη της Χωρητικής Αρχής απέσυραν το δοθέν πιστοποιητικό για διάφορα τεμάχια και μεταξύ αυτών και το τεμάχιο 249 λόγω λανθασμένων πληροφοριών οι οποίες εδόθηκαν και η αίτηση της απερρίφθη. - Η αποβιώσασα Μαρία Χαραλάμπους με νέα αίτηση της με αρ. Α477/05 ημερομηνίας 30/5/2005 που έγινε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου αιτήθηκε ξανά την εγγραφή στο όνομα της διαφόρων τεμαχίων και μεταξύ αυτών και του τεμαχίου 249 χρησιμοποιώντας πιστοποιητικό κατοχής του Προέδρου της Χωρητικής Αρχής του χωριού Κοίλη Μιχάλη Ευθυμίου ότι τα κατείχε συνέχεια και αδιαφιλονίκητα πέραν των 35 ετών δυνάμει κληρονομιάς από την μητέρα της Αναστασία Γιαννή Κόκκινου. - Στις 3/8/2005 ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοίλης απέσυρε το Πιστοποιητικό που είχε παραχωρήσει στην αποβιώσασα Μαρία Χαραλάμπους για κάποια από τα κτήματα μεταξύ των οποίων και το τεμάχιο 249 και η αίτηση της προχώρησε για την εγγραφή ενός μόνον κτήματος. - Ο Εναγόμενος στην αίτηση της αποβιώσασας Μαρίνας Χαραλάμπους Στυλιανού για έκδοση τίτλου στο όνομα της αναφορικά με το εν λόγω τεμάχιο 249, ενέστη πρώτον κατά ή περί τις 24/8/2005 σε έντυπο το οποίο υπέγραψε και το οποίο ετοίμασε ο Κτηματολογικός Γραφέας Ανδρέας Κωνσταντίνου αφού πληροφορήθηκε ότι το προαναφερόμενο τεμάχιο το οποίο κατείχε δυνάμει συνεχούς, αδιάλειπτης και αδιαφιλονίκητης εχθρικής κατοχής διανοία κυρίου (animo domini) από το 1968 το οποίο αγόρασε από τον Γεώργιο Σάββα Εμμανουήλ ο οποίος το κατείχε δυνάμει συνεχούς, αδιάλειπτης και αδιαφιλονίκητης εχθρικής κατοχής διανοία κυρίου (animo domini) από το 1951 και κατά δεύτερον με κανονική επιστολή που στάληκε κατά ή περί τις 26/8/2005 προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου. - Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας και/ή η αποβιώσασα δεν νομιμοποιούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο στην έκδοση οιουδήποτε τίτλου στο όνομα των για το τεμάχιο 249 του Φ/Σχ. 45/28 του χωριού Κοίλη και ουδέποτε κατείχε καθ' οιονδήποτε τρόπο το εν λόγω τεμάχιο η αποβιώσασα και/ ή οι προπάτορες της και/ ή εκ μέρους της οποιοδήποτε πρόσωπο και/ή οι κληρονόμοι της και/ή ο Ενάγοντας σαν Διαχειριστής της περιουσίας της μέχρι σήμερα. - Κατά ή περί τις 30/8/2005 ο Εναγόμενος με την αίτηση Α737/05 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου αιτήθηκε την εγγραφή του τεμαχίου 249 του Φ/Σχ. 45/28 του χωριού Κοίλη όπως εγγραφεί στο όνομα του, αφού συμπλήρωσε την υπό του Νόμου προβλεπόμενη περίοδο χρησικτησίας. - Η πιο πάνω αίτηση του Εναγόμενου εξετάστηκε στις 20/5/
  1. - Στις 19/8/2008 ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου με επιστολή του ενημέρωνε τον Εναγόμενο ότι η αίτηση του εξετάστηκε στις 20/5/2008, υποβλήθηκαν ενστάσεις από άλλα πρόσωπα τα οποία διεκδικούν την κατοχή του τεμαχίου 249 του Φ/Σχ. 45/28 του χωριού Κοίλη και δια τούτο τον πληροφορούσε ότι δεν θα εκδίδετο τίτλος στο όνομα του εκτός εάν προσκόμιζε Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διέτασσε την έκδοση τίτλου στο όνομα του και ως εκ τούτου η αίτηση του θα παραμερίζετο. - Μετά από έρευνα η οποία έγινε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου διεφάνηκε ότι: - Ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοίλης Μιχάλης Ευθυμίου με Πιστοποιητικό του ημερομηνίας 25/9/2006 αναφέρει ότι επανερχόταν στο θέμα και πιστοποιούσε ότι το τεμάχιο 249 ήταν ιδιοκτησία της Αναστασίας Γιαννή Κόκκινου που πέθανε γύρω στο 1930 και άφησε κληρονόμο της την ανήλικη θυγατέρα της Μαρία Χαραλάμπους Στυλιανού, ο πατέρας της πέθανε 10 χρόνια αργότερα, η Μαρία όταν ενηλικιώθηκε ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας της μητέρας της μέχρι το 1966 που μετοίκησε οικογενειακώς στην Λεμεσό και τη διαχείριση του τεμαχίου 249 ανέλαβε με τη συγκατάθεση της Μαρίας ο Κώστας Λοΐζου (Κωστέρη) ο οποίος κατάγεται από την Κοίλη και κατοικεί στην Τσάδα και ότι ο άνθρωπος αυτός του ανέφερε ότι καλλιεργούσε και εκμεταλλευόταν το τεμάχιο αυτό μέχρι το 1980 που διπλανοί ιδιοκτήτες του ζητούσαν να τους πουλήσει το συγκεκριμένο τεμάχιο και δεν γνώριζαν ότι δεν είναι δικό του. Μετά την εγκατάλειψη του τεμαχίου από τον Κώστα Λοΐζου διπλανός ιδιοκτήτης έκανε αυθαίρετη επέμβαση στο τεμάχιο και ότι με αυτά τα νέα στοιχεία πίστευε ότι το τεμάχιο ανήκει στην Μαρία Χαραλάμπους και παρακαλούσε να εκδοθεί τίτλος στο όνομα της. - Με επιστολή προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου του δικηγόρου της αποβιώσασας ημερομηνίας 27/1/2006 ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της, ενίστατο στην έκδοση τίτλου στο όνομα του Εναγομένου/Αιτητή στην αίτηση Α737/
  2. Με την ίδια επιστολή ζητούσε επίσης όπως προχωρήσει η εξέταση της αίτησης της με αρ. Α477/05 και ότι θα προσκόμιζε νέα στοιχεία και μαρτυρικό υλικό για το ποιος πράγματι κατείχε και εκαρπούτο το τεμάχιο
  3. - Ο Ενάγοντας με επιστολή χωρίς ημερομηνία η οποία λήφθηκε από το Κτηματολόγιο στις 14/5/2008 προέβαλλε διάφορα για την μη έκδοση τίτλου στο όνομα της αποβιώσασας. - Ότι με επιστολή ημερομηνίας 19/8/2008 εκ μέρους του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου ενημερώνοντο οι Ανδρέας Κωνσταντίνου, Γεώργιος Κωνσταντίνου και Χαράλαμπος Κωνσταντίνου, ότι η ένσταση των ημερομηνίας 27/1/2006 που αφορούσε την αίτηση Α737/05 του Εναγομένου θα παραμερίζετο και δεν θα εκδίδετο τίτλος στο όνομα του.» Με την ανταπαίτησή του ο Εναγόμενος ζητά τις ακόλουθες θεραπείες: «(Α) Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι ο Εναγόμενος δικαιούται και/ή είναι το δικαιούμενο πρόσωπο να εγγραφεί σύμφωνα με το Νόμο ως νόμιμος ιδιοκτήτης και κάτοχος του τεμαχίου 249 του Φ/Σχ. 45/28 του χωριού Κοίλη, έκτασης 6355 τ.μ., το όλον μερίδιο, δυνάμει χρησικτησίας και/ή δυνάμει συνεχούς, αδιάλειπτης και αδιαφιλονίκητης εχθρικής κατοχής διανοία κυρίου (animo domini) και/ή διαφορετικά από το 1968 μέχρι σήμερα μετά την αγορά του από τον Γεώργιο Σάββα Εμμανουήλ και συνεχίζοντας την κατοχή του, ο οποίος το κατείχε διανοία κυρίου (animo domini) δυνάμει συνεχούς, αδιάλειπτης και αδιαφιλονίκητης εχθρικής κατοχής από το 1951, εναντίον της Αναστασίας Θεοδόση και των τυχόν κληρονόμων της και/ή οιουδήποτε άλλου προσώπου συμπεριλαμβανομένης της Μαρίας Χαραλάμπους και/ή του Ενάγοντα και/ή οποιουδήποτε προσώπου έλκει από αυτούς δικαιώματα. (Β) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου όπως εγγράψει επ' όνόματι του Εναγομε΄νου σύμφωνα με το Νόμο το τεμάχιο 249 του Φ/Σχ. 45/28 του χωριού Κοίλη, έκτασης 6355 τ.μ. το όλον μερίδιο, δυνάμει χρησικτησίας και/ή δυνάμει συνεχούς, αδιάλειπτης και αδιαφιλονίκητης εχθρικής κατοχής διανοία κυρίου (animo domini) και/ή διαφορετικά από το 1968 μέχρι σήμερα μετά την αγορά του από τον Γεώργιο Σάββα Εμμανουήλ και συνεχίζοντας την κατοχή του, ο οποίος το κατείχε διανοία κυρίου (animo domini) δυνάμει συνεχούς, αδιάλειπτης και αδιαφιλονίκητης εχθρικής κατοχής από το 1951, εναντίον της Αναστασίας Θεοδόση και των τυχόν κληρονόμων της και/ή οιουδήποτε άλλου προσώπου συμπεριλαμβανομένης της Μαρίας Χαραλάμπους και/ή του Ενάγοντα και/ή οποιουδήποτε προσώπου έλκει από αυτούς δικαιώματα.» Στην απάντησή του στην υπεράσπιση και στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση ο Ενάγοντας, μεταξύ άλλων, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου στα σημεία που έρχονται σε αντίθεση ή δεν συμφωνούν με τις θέσεις του όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση απαίτησής του, και ισχυρίζεται ότι η Αναστασία Θεοδόση ή Αναστασία Γιαννή Κόκκινου είναι το ίδιο πρόσωπο. Παραδέχεται το περιεχόμενο των παραγράφων 6,7,18,19,20,21 και 26 της Έκθεσης Υπεράσπισης και ισχυρίζεται ότι η απόσυρση του πιστοποιητικού έγινε ύστερα από υπόδειξη του Κτηματολογικού υπαλλήλου, ο οποίος άσκησε πίεση στον Κοινοτάρχη και απέσυρε το πιστοποιητικό. Όσον αφορά το περιεχόμενο της παρ. 24 της Έκθεσης Υπεράσπισης ο Ενάγοντας παραδέχεται μόνο ότι ο Εναγόμενος αιτήθηκε την εγγραφή του επίδικου κτήματος επ' ονόματί του, αλλά δεν παραδέχεται ότι συμπλήρωσε την υπό του νόμου προβλεπόμενη περίοδο χρησικτησίας. Ο Ενάγοντας επίσης παραδέχεται το περιεχόμενο των παρ. 27.1, 27.2, 27.3 και 27.4 της Έκθεσης Υπεράσπισης και ισχυρίζεται ότι λανθασμένα ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός δεν προχώρησε στην εγγραφή του επίδικου κτήματος επ' ονόματί του. Ως υπεράσπιση στην ανταπαίτηση ο Ενάγοντας προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην έκθεση απαίτησής του και ζητά την απόρριψη της ανταπαίτησης με έξοδα προς όφελός του. Μαρτυρικό υλικό Για την απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα έδωσε ένορκη μαρτυρία ο ίδιος (Μ.Ε.1) και οι Μιχάλης Ευθυμίου (Μ.Ε.2) και Μάρω Ιωάννου (Μ.Ε.3). Για την απόδειξη της υπεράσπισης και της ανταπαίτησης έδωσε ένορκη μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος (Μ.Υ.17) και οι Αντιγόνη Κουρίδη (Μ.Υ.1), Χριστάκης Σόλωνος (Μ.Υ.2), Κώστας Θεοχαρίδης (Μ.Υ.3), Ιορδάνης Δημητρίου (Μ.Υ.4), Γαλάτεια Χαραλάμπους-Καμαρίτη (Μ.Υ.5), Αφροδίτη Κουρίδη (Μ.Υ.6), Σάββας Φειδίας Γεωργίου (Μ.Υ.7), Αντρέας Κωνσταντίνου (Μ.Υ.8), Γεώργιος Παναγιώτου Λαπέρτας (Μ.Υ.9), Χαράλαμπος Κανάρη (Μ.Υ.10), Αντρέας Δημητρίου (Μ.Υ.11), Γιάννης Κουρίδης (Μ.Υ.12), Δέσπω Λάμπρου (Μ.Υ.13), Αντρέας Χαραλάμπους (Μ.Υ.14), Χρίστος Κουρίδης (Μ.Υ.15) και Δανιήλ Κουρίδης (Μ.Υ.16). Πέραν των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν συνολικά και 77 τεκμήρια, που βρίσκονται έκτοτε στο φάκελο της υπόθεσης και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μαρτυρικού υλικού. Όλα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις γραπτές αγορεύσεις τους παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία και με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία υποστήριξαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Παραδεκτά γεγονότα Από την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του Ενάγοντα, προκύπτουν ως παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα:
  4. Ο Εναγόμενος είναι μόνιμος κάτοικος Τσάδας (παρ. 6 Ε/Υ).
  5. Tο τεμάχιο με αρ. 249, Φ./Σχ. 45/28 του χωρίου Κοίλη, έκτασης 6355 τ.μ. και το τεμάχιο 726, Φ./Σχ. 45/28 του χωρίου Τσάδα, έκτασης 9477 τ.μ. και αρ. εγγραφής 10279 είναι όμορα τεμάχια (παρ. 7 Ε/Υ).
  6. Η αποβιώσασα Μαρία Χαραλάμπους με την αίτησή της με αρ. Α1264/85, ημερ. 28.11.1985, που έγινε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, αιτήθηκε την εγγραφή στο όνομά της διαφόρων τεμαχίων και μεταξύ αυτών και του τεμαχίου 249, χρησιμοποιώντας πιστοποιητικό της Χωριτικής Αρχής του χωρίου Κοίλη, ότι τα είχε στην ανενόχλητη και αδιαφιλονίκητη κατοχή της, δυνάμει κληρονομιάς και διανομής από τη μητέρα της Αναστασία Ιωάννη Κόκκινου, τέως από την Κοίλη (παρ. 18 Ε/Υ).
  7. Κατά την εξέταση της αίτησης στις ή γύρω στις 16.01.1986 ο Κοινοτάρχης Κοίλης Ανδρέας Ιωάννου και τα Μέλη της Χωριτικής Αρχής απέσυραν το δήθεν πιστοποιητικό για διάφορα τεμάχια και μεταξύ αυτών και για το τεμ. 149, λόγω λανθασμένων πληροφοριών, οι οποίες εδόθησαν και η αίτησή της απορρίφθηκε (παρ. 19 Ε/Υ).
  8. Η αποβιώσασα Μαρία Χαραλάμπους με νέα αίτησή της με αρ. Α477/05, ημερ. 30.05.2005, που έγινε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, αιτήθηκε ξανά την εγγραφή στο όνομά της διαφόρων τεμαχίων και μεταξύ αυτών και του τεμαχίου 249, χρησιμοποιώντας πιστοποιητικό κατοχής του Προέδρου της Χωριτικής Αρχής του χωρίου Κοίλη Μιχάλη Ευθυμίου ότι τα κατείχε συνέχεια και αδιαφιλονίκητα πέραν των 35 ετών δυνάμει κληρονομιάς από τη μητέρα της Αναστασία Γιαννή Κόκκινου (παρ. 20 Ε/Υ).
  9. Στις 03.08.2005 ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοίλης απέσυρε το Πιστοποιητικό που είχε παραχωρήσει στην αποβιώσασα Μαρία Χαραλάμπους για κάποια από τα κτήματα μεταξύ των οποίων και για το τεμάχιο 249 και η αίτησή της προχώρησε για την εγγραφή ενός μόνο κτήματος (παρ. 21 Ε/Υ).
  10. Κατά ή περί τις 30.08.2005 ο Εναγόμενος με την αίτηση Α737/05 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου αιτήθηκε την εγγραφή στο όνομά του του τεμ. 249, Φ./Σχ. 45/28 του χωρίου Κοίλη, λόγω χρησικτησίας (μέρος παρ. 24 Ε/Υ).
  11. Στις 19.08.2008 ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου με επιστολή του ενημέρωνε τον Εναγόμενο ότι η αίτησή του εξετάσθηκε στις 20.05.2008, υποβλήθηκαν ενστάσεις από άλλα πρόσωπα, τα οποία διεκδικούν την κατοχή του τεμ. 249, Φ./Σχ. 45/28, του χωρίου Κοίλη, και για αυτό τον πληροφορούσε, ότι δεν θα εκδιδόταν τίτλος στο όνομά του, εκτός εάν προσκόμιζε διάταγμα του Δικαστηρίου που να διέτασσε την έκδοση τίτλου στο όνομά του και ως εκ τούτου η αίτησή του θα παραμεριζόταν (παρ. 26 Ε/Υ).
  12. Ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοίλης Μιχάλης Ευθυμίου με Πιστοποιητικό του ημερ. 25.09.2006 αναφέρει ότι επανερχόταν στο θέμα και πιστοποιούσε ότι το τεμ. 249 ήταν ιδιοκτησία της Αναστασίας Γιαννή Κόκκινου που πέθανε γύρω στο 1930 και άφησε κληρονόμο της την ανήλικη θυγατέρα της Μαρία Χαραλάμπους Στυλιανού, ο πατέρας της πέθανε 10 χρόνια αργότερα, η Μαρία όταν ενηλικιώθηκε ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας της μητέρας της μέχρι το 1966 που μετοίκησε οικογενειακώς στη Λεμεσό και τη διαχείριση του τεμαχίου 249 ανέλαβε με τη συγκατάθεση της Μαρίας ο Κώστας Λοϊζου (Κωστέρη) ο οποίος κατάγεται από την Κοίλη και κατοικεί στην Τσάδα και ότι ο άνθρωπος αυτός του ανέφερε ότι καλλιεργούσε και εκμεταλλευόταν το τεμάχιο αυτό μέχρι το 1980 που διπλανοί ιδιοκτήτες του ζητούσαν να τους πουλήσει το συγκεκριμένο τεμάχιο και δεν γνώριζαν ότι δεν είναι δικό του. Μετά την εγκατάλειψη του τεμαχίου από τον Κώστα Λοΐζου διπλανός ιδιοκτήτης έκανε αυθαίρετη επέμβαση στο τεμάχιο και ότι με αυτά τα νέα στοιχεία πίστευε ότι το τεμάχιο ανήκει στη Μαρία Χαραλάμπους και παρακαλούσε να εκδοθεί τίτλος στο όνομά της (παρ. 27.1 Ε/Υ).
  13. Με επιστολή προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου του δικηγόρου της αποβιώσασας, ημερ. 27.01.2006, ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της ενίστατο στην έκδοση τίτλου στο όνομα του Εναγόμενου/Αιτητή στην αίτηση Α737/
  14. Με την ίδια επιστολή ζητούσε επίσης όπως προχωρήσει η εξέταση της αίτησής της με αρ. Α477/05 και ότι θα προσκόμιζε νέα στοιχεία και μαρτυρικό υλικό για το ποιος πράγματι κατείχε και εκαρπούτο το τεμ. 249 (παρ. 27.2 Ε/Υ).
  15. Ο Ενάγοντας με επιστολή, χωρίς ημερομηνία, η οποία λήφθηκε από το Κτηματολόγιο στις 14.05.2008 προέβαλλε διάφορα για την μη έκδοση τίτλου στο όνομα της αποβιώσασας (παρ. 27.3 Ε/Υ).
  16. Με επιστολή, ημερ. 19.08.2008, εκ μέρους του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου, ενημερώνονταν οι Ανδρέας Κωνσταντίνου, Γεώργιος Κωνσταντίνου και Χαράλαμπος Κωνσταντίνου, ότι η ένσταση τους, ημερ. 27.01.2006, που αφορούσε την αίτηση Α737/05 του Εναγόμενου, θα παραμεριζόταν και δεν θα εκδιδόταν τίτλος στο όνομά του (παρ. 27.4 Ε/Υ). Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιόν μου, παρακολούθησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και κατά συνέπεια είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους, αντιπαραβάλλοντας τις μαρτυρίες τους, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιόν μου. O M.E.1, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Μαρίας Χαραλάμπους Στυλιανού, δυνάμει διατάγματος διαχείρισης με αρ. 574/2008 Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκ. 2), ισχυρίζεται στη γραπτή του δήλωση (Τεκ. 1), ότι το επίδικο κτήμα, με αρ. τεμαχίου 249, Φ./Σχ. 45/28, εκτάσεως 6.355 τ.μ., που βρίσκεται στην τοποθεσία «Χότζινες» του χωρίου Κοίλη (που στο εξής θα καλείται «το 249»), κατά τη Γενική Χωρομετρία και Επανεκτίμηση καταχωρήθηκε, σύμφωνα με τη φόρμα F115, στο όνομα της γιαγιάς του Αναστασίας Γιαννή Κόκκινου. Η γιαγιά του ήταν μόνιμος κάτοικος του χωρίου Κοίλη μέχρι το 1933, οπότε απεβίωσε, και άφησε ως μοναδική κληρονόμος της, τη μητέρα του Μαρία Χαραλάμπους Στυλιανού. Μέχρι το θάνατό της η γιαγιά του είχε στην κατοχή της το
  17. Μετά το θάνατό της η κατοχή του περιήλθε στη μητέρα του και μετά το θάνατό της μητέρας του η κατοχή του περιήλθε στον ίδιο, ως διαχειριστή της περιουσίας της. Ο Μ.Ε.1 ισχυρίζεται ότι το 1966 η οικογένεια μετακόμισε στη Λεμεσό και ότι μέχρι τότε το κατείχε και το καλλιεργούσε η μητέρα του. Μετά τη μετοίκηση της οικογένειας στη Λεμεσό η διαχείριση του 249 ανατέθηκε από τη μητέρα του στον Κώστα Λοϊζου Κωστερή, ο οποίος το καλλιεργούσε μέχρι το 1980, με την εξουσιοδότηση της μητέρας του. Τόσο ο ίδιος, όσο και η μητέρα του νόμιζαν μέχρι το 1985 ότι το 249 ήταν τίτλος στο όνομα της μητέρας του. Τότε, μετά από έρευνα που έκανε η μητέρα του στο Κτηματολόγιο, έμαθαν ότι ήταν καταχωρημένο στο όνομα της γιαγιάς του χωρίς τίτλο. Αποτελεί ισχυρισμό του Μ.Ε.1 ότι το επίδικο κτήμα ήταν πάντα στην κατοχή, πρώτα της γιαγιάς του, μετά της μητέρας του και στη συνέχεια της δικής του, ως διαχειριστή της περιουσίας της μητέρας του. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος δεν έχει άλλα κτήματα στην περιοχή και η παρουσία του σε αυτή άρχισε το 1970, όταν αγόρασε το κτήμα με αρ. τεμ. 726, Φ./Σχ. 45/28 του χωρίου Τσάδα από κάποιο Γεώργιο Σάββα Εμμανουήλ. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο Γεώργιος Σάββας Εμμανουήλ ουδέποτε είχε στην κατοχή του το επίδικο κτήμα, ουδέποτε το καλλιέργησε και ουδέποτε απέκτησε δικαίωμα χρησικτησίας επί αυτού, καθώς και ότι ο Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ ουδέποτε πώλησε το επίδικο κτήμα στον Εναγόμενο γιατί δεν ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης. Στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίσθηκε ότι μέχρι το 1966 θυμόταν ότι πήγαιναν στο 249 όχι συχνά, μάζευαν χόρτα, πήγαιναν τις κατσίκες και μάζευαν τους καρπούς από αμυγδαλιές και μοσφιλιές. Πρέπει να ήταν 10-11 χρονών. Θυμόταν μάλιστα ότι στην περιοχή υπήρχε ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου και ότι κάθε Τρίτη της Λαμπρής γινόταν εκκλησιασμός και πήγαιναν. Στην αντεξέτασή του ο Μ.Ε.1 επέμεινε στην πιο πάνω εκδοχή του. Υποστήριξε ότι και μετά τη μετακόμιση της οικογένειας στη Λεμεσό είχαν επαφή με το χωριό. Ισχυρίσθηκε ότι το 249 απέχει σε ευθεία γραμμή περίπου δυο χλμ. από την Κοίλη. Με το αυτοκίνητο η απόσταση είναι 4 με 5 χλμ. περίπου. Σύμφωνα με τον ίδιο, πριν το 1966, πήγαιναν με τα γαϊδούρια και με τα πόδια, τόσο στο 249, όσο και σε άλλα κτήματα πιο μακριά από αυτό. Η μητέρα του και άλλες γυναίκες πήγαιναν και βοσκούσαν τα ζώα. Ο ίδιος και ο πιο μικρός αδελφός του πήγαιναν τις Κυριακές, τις αργίες και όταν έκλειναν τα σχολεία και έμεναν όλη την ημέρα. Θυμόταν ότι κουβαλούσαν τα χόρτα στην πλάτη και ότι τα αμύγδαλα που μάζευαν τα έβαλαν στο καλάθι. Θυμόταν επίσης ότι είχε μονοπάτι μήκους 2 μ. για να μπουν στο
  18. Το μονοπάτι δεν πήγαινε μέχρι το 249, διότι από την πλευρά της Κοίλης είχε γκρεμό, όχτο και σκαρφάλωναν για να ανέβουν πάνω. Η μητέρα του, σύμφωνα με το Μ.Ε.1, τους είχε πει ότι είχε πουλήσει το τεμ. 726 (όμορο του 249) στο Γεώργιο Σάββα Εμμανουήλ και ότι μεταξύ 726 και 249 υπήρχε ανάχωμα. Θυμόταν μάλιστα ότι στα διπλανά χωράφια από το 249 δεν πήγαιναν ούτε για χόρτα ούτε για να κόψουν σταφύλια. Ο Μ.Ε.1 ισχυρίσθηκε ότι το 249 το έσπερναν ρόβη και σιτάρια ο πατέρας του και η μητέρα του έως το 1964-
  19. Ο ίδιος πήγαινε με τη μητέρα του όταν το θέριζε για τα ζώα. Μετά το 1965 ο πατέρας του πήγαινε στο χωριό, διότι του άρεσε η γεωργία και ήταν από τους πρώτους που αγόρασε χειροκίνητο τρακτεράκι. Γύρω στο 1978-1979 ο πατέρας του είχε προβλήματα με την υγεία του και πέθανε το
  20. Λόγω της εξέλιξης αυτής δεν πήγαιναν έκτοτε συχνά στο χωριό. Ο Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι ποτέ δεν φύτεψαν το 249 αμπέλι, λόγω του δύσβατου της περιοχής. Σε υποβολή ότι το 249 το κατείχε ο Εναγόμενος από το 1968 και το φύτεψε αμπέλι το 1971 μέχρι πριν μερικά χρόνια που το εκρίζωσε απάντησε ότι δεν ήρθε σε γνώση τους ότι το χωράφι καλλιεργήθηκε από τον Εναγόμενο και ότι ο πατέρας του πήγαινε στο
  21. Το 1984-1985 ήρθε σε γνώση τους από τον Κωστέρη ότι ο Εναγόμενος του ζήτησε να το αγοράσει, αλλά ο ίδιος τον ενημέρωσε ότι δεν ήταν δικό του και ότι το καλλιεργούσε για λογαριασμό της μητέρας του Ενάγοντα. Στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι ήταν αμπέλι πριν μερικά χρόνια, αλλά ισχυρίσθηκε ότι πρόκειται για παράνομη επέμβαση. Υποστήριξε επίσης ότι ο Κωστέρης είχε βρει τον Εναγόμενο και ότι ο Εναγόμενος του είπε ότι θα το καλλιεργούσε λίγα χρόνια και θα το έδινε πίσω. Προσδιόρισε χρονικά αυτή τη συνάντηση στο 1980, πριν το θάνατο του πατέρα του. Αρνήθηκε επίμονα ότι ο Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ αγόρασε το 1951, τόσο το 249, όσο και το 726, υποστηρίζοντας ότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα ζητούσε από τη μητέρα του να του μεταβιβάσει και το 249 και όχι μόνο το 726, κάτι που ο Εμμανουήλ δεν ζήτησε, ούτε και έκανε κάποια ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση. Αρνήθηκε επίσης ότι ο Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ κατείχε το 249 από το 1951 μέχρι το 1968, που το πούλησε στον Εναγόμενο, καθώς και ότι ο Εναγόμενος το κατέχει από το 1968 μέχρι σήμερα. Στην πιο πάνω μαρτυρία συνοψίζεται η εκδοχή του Μ.Ε.1 για την κατοχή του
  22. Απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 στο σύνολό της, καθώς κρίνω ότι δεν είπε την αλήθεια, ούτε για την περίοδο πριν το 1966, τότε δηλ. που η οικογένειά του μετοίκησε στη Λεμεσό, ούτε για την περίοδο από το 1968 και μέχρι σήμερα. Για την περίοδο πριν το 1966 η μαρτυρία του αντικρούεται από τη μαρτυρία συγκεκριμένων μαρτύρων υπεράσπισης, την οποία αποδέχομαι, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια της απόφασης, ως αξιόπιστη. Περαιτέρω από την υπόλοιπη μαρτυρία προκύπτει σαφέστατα ότι το 249 ήταν και είναι ενιαίο επί τόπου με το τεμ. 726, χωρίς οποιαδήποτε φυσικά σύνορα (βλ. Τεκ. 70) και ότι μεταξύ 726 και 249 δεν υπάρχει, ούτε υπήρχε ποτέ οποιοδήποτε ανάχωμα, όπως ισχυρίσθηκε ο Μ.Ε.1 στην αντεξέτασή του. Όπως επίσης θα διαφανεί στη συνέχεια δόμη υπάρχει στο τεμ. 726, που το διαχωρίζει πλαγίως στη μέση (βλ. Τεκ. 70 και μαρτυρία Μ.Υ.11). Για την περίοδο από το 1968 και μέχρι σήμερα έχει καταστεί ξεκάθαρο από την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία συγκεκριμένων μαρτύρων υπεράσπισης (βλ. ιδιαίτερα Μ.Υ.10) ότι το 249 μαζί με μέρος του 726 είχαν φυτευτεί αμπέλι από τον Εναγόμενο το 1971, το οποίο εκριζώθηκε το 2005 και στη συνέχεια φυτεύτηκε με ελιές από τον Εναγόμενο, οι οποίες υπάρχουν μέχρι σήμερα και σε καμιά περίπτωση δεν ήταν χωράφι σε όλη αυτή την περίοδο, όπως ισχυρίσθηκε ο Μ.Ε.
  23. Ο Μ.Ε.2 είναι ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοίλης από το 1994 μέχρι και σήμερα. Για το ζήτημα της κατοχής ο συγκεκριμένος μάρτυρας είμαι πεπεισμένος ότι δεν είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Και αυτό διότι και αυτός ο μάρτυρας προσπάθησε να πείσει το δικαστήριο ότι το 249 είναι χωράφι, ότι κατέχεται από τη μητέρα του Ενάγοντα μέχρι το θάνατό της και μέχρι σήμερα από τον Ενάγοντα ως διαχειριστή της περιουσίας της, ότι το περιεχόμενο του Τεκ. 10 ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι ο Εναγόμενος έκανε αυθαίρετη επέμβαση στο τεμάχιο μετά την εγκατάλειψή του το 1980 από τον Κώστα Λοΐζου (Κωστέρη), ο οποίος μέχρι τότε το καλλιεργούσε για λογαριασμό της μητέρας του Ενάγοντα. Για τους ίδιους λόγους που απέρριψα τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, απορρίπτω ως παντελώς αναξιόπιστη και τη μαρτυρία του Μ.Ε.
  24. Η Μ.Ε.3 είναι Βοηθός Κτηματολογικός Λειτουργός, έμπειρη υπάλληλος με 30 χρόνια υπηρεσίας και εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις, τόσο κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, όσο και της αντεξέτασης, με ευθύτητα, αμεσότητα και αντικειμενικότητα. Δεν είχε κανένα συμφέρον στην υπόθεση για να καταθέσει, είτε υπέρ της μιας, είτε υπέρ της άλλης πλευράς. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Η Μ.Ε.3 διευκρίνισε ότι η γενική χωρομετρία στην Κοίλη άρχισε στις 22.11.
  25. Σε σχέση με τη διαφορά στο όνομα του ιδιοκτήτη του 249 που εμφανίζεται στα Τεκ. 14 και 23 (Θεοδόση Αναστασία και Κόκκινου-Θεοδόση Γιαννή Αναστασία αντίστοιχα) ξεκαθάρισε, ότι το σωστό είναι το Τεκ. 23, διότι το 1952 το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων έστειλε επιστολή στο Κτηματολόγιο και με το φάκελο του Κτηματολογίου με αρ. Α4/30/52 έγινε συγχώνευση των σελίδων της Αναστασίας Θεοδόση με την Αναστασία Γιαννή Κόκκινου. Όπως είπε και η μάρτυρας, το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από το Τεκ. 13, στο οποίο το 249 είναι καταχωρημένο στο όνομα της Αναστασίας Γιαννή Κόκκινου ή Θεοδόση. Μάλιστα η Μ.Ε.3 κατέθεσε ως τεκμήριο τη φορολογική σελίδα της Αναστασίας Θεοδόση (Τεκ. 28). Η μαρτυρία της Μ.Ε.3 είναι σημαντική για την υπόθεσή μας διότι ξεκαθάρισε ότι η Αναστασία Θεοδόση και η Αναστασία Γιαννή Κόκκινου είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο. Επί της ουσίας πρόκειται για τη γιαγιά του Μ.Ε.1 και μητέρα της μητέρας του Μαρίας Χαραλάμπους Στυλιανού. Στην αντεξέτασή της η Μ.Ε.3 ανέφερε ότι όταν ένα τεμάχιο είναι καταχωρημένο στις φορολογικές σελίδες στο όνομα κάποιου, αυτό σημαίνει ότι το πρόσωπο αυτό δικαιούται εγγραφής. Επίσης υποστήριξε ότι στη μηχανογράφηση (στα μηχανογραφημένα αρχεία του Κτηματολογίου) μεταφέρθηκε μόνο το όνομα Θεοδόση, καθώς και ότι έστω και εάν είχε αυτό το πρόσωπο πριν το 1952, που έγινε η ενοποίηση των σελίδων, αυτό το γεγονός δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τις σελίδες. Η Μ.Ε.3 πληροφόρησε το δικαστήριο ότι στη Γενική Χωρομετρία έγινε επί τόπου έρευνα στην παρουσία της Θεοδόση και στην παρουσία του Κοινοτάρχη και κατέθεσε προς επίρρωση του ισχυρισμού της το Τεκ.
  26. Περαιτέρω η Μ.Ε.3 διευκρίνισε ότι πάντα στα πιστοποιητικά έρευνας του Κτηματολογίου αναφέρεται ότι κατέχει μέχρι σήμερα κάποιος ένα ακίνητο, όταν το ακίνητο δεν έχει εγγραφεί στο όνομα κάποιου. Η διευκρίνιση αυτή της Μ.Ε.3 είναι εξίσου σημαντική για την υπόθεσή μας, διότι σημαίνει ότι η αναφορά στο Τεμ. 23 ότι η Αναστασία Γιαννή Κόκκινου ή Θεοδόση κατέχει το 249 μέχρι σήμερα δεν έχει καμιά αποδεικτική αξία για το ζήτημα της κατοχής. Μάλιστα η Μ.Ε.3 ανέφερε ότι σήμερα βάζουν μια σφραγίδα στα πιστοποιητικά έρευνας, που αφορούν τεμάχια που δεν είναι εγγεγραμμένα, ότι το περιεχόμενό τους είναι υπό επιφύλαξη και είπε ότι ήταν παράλειψη της συναδέλφου της να μη βάλει αυτή τη σφραγίδα στα Τεκ. 14 και
  27. Κατέθεσε δε εκ συμφώνου νέο πιστοποιητικό έρευνας για το 249, ημερ. 02.04.2012, το Τεκ. 29, στο οποίο υπάρχει η σφραγίδα στην οποία αναφέρθηκε η μάρτυρας. Σχολιάζοντας τα Τεκ. 16,17 και 18 η Μ.Ε.3 ξεκαθάρισε ότι η αναγραφή στα σύνορα των ονομάτων του Γεώργιου Σάββα και του Εναγόμενου στο τεμ. 249 σημαίνει ότι είναι είτε οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες, είτε δικαιούχοι εγγραφής. Σε σχέση με την αίτηση της μητέρας του Ενάγοντα με αρ. Α1264/85 (Τεκ. 30) για εγγραφή επ' ονόματί της, μεταξύ άλλων τεμαχίων, και του 249, η Μ.Ε.3 επισήμανε, ότι μετά τη μη έκδοση του τίτλου, η αιτήτρια μπορούσε να προσφύγει στο δικαστήριο. Η Μ.Υ.1 , σύζυγος του Εναγόμενου, ισχυρίσθηκε, στην κυρίως εξέτασή της, για το 249, ότι από τότε που πήγαινε εκεί πάνω ήταν του Γιώργου Εμμανουήλ. Υστερα αυτός ήθελε να το πουλήσει και πήγε και το έδωσε στον άντρα της. Όπως επίσης ισχυρίσθηκε τη Μαρία Χαραλάμπους Στυλιανού δεν την ξέρει ούτε την είδε από κοντά ποτέ της. Περαιτέρω υποστήριξε ότι το αγόρασαν το 1968 και το έκαναν αμπέλι το
  28. Σήμερα, όπως είπε, είναι χωράφι και έχουν φυτέψει μόνο ελιές. Στην αντεξέτασή της διευκρίνισε ότι είναι από το 1950 που πήγαινε στην περιοχή και ότι ο Γιώργος Εμμανουήλ τους είχε πει από το 67-68 να τους το πουλήσει. Η ίδια δεν ήξερε πόσα χρήματα του έδωσαν, ισχυρίσθηκε όμως ότι το κτήμα που αγόρασαν τους το μεταβίβασε. Όπως είπε το κοτσάνι έγραφε ότι τους το μεταβίβασε όλο και επέμεινε ότι το κτήμα που αγόρασαν και τους μεταβίβασε ο Εμμανουήλ είναι το
  29. Όπως επίσης ισχυρίσθηκε το 1971 το έβαλαν αμπέλι με άδεια και επέμεινε ότι έχει την άδεια και που το έβαλε και που το έβγαλε. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Υ.1, διότι είναι προφανές από το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, Ενάγοντα και Εναγόμενου, ότι το κτήμα που μεταβίβασε στις 23.02.1970 ο Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ στον Εναγόμενο με τη δήλωση μεταβίβασης με αρ. Π554/70 (Τεκ. 45) δεν είναι το 249, στο οποίο αναφέρθηκε η μάρτυρας, αλλά το γειτονικό του
  30. Αυτό αποδεικνύεται άλλωστε και από την Άδεια Φύτευσης του Αμπελιού, ημερ. 17.03.1971 (Τεκ. 66), από το Πιστοποιητικό Καταγραφής, ημερ. 21.03.1995 (Τεκ. 67), από την Άδεια για Εκρίζωση του αμπελιού, ημερ. 18.01.2005 (Τεκ. 65), από τη Βεβαίωση του Συμβουλίου Αμπελοοινικών Προϊόντων, ημερ. 03.10.2012 (Τεκ. 68) και από το περιεχόμενο του Τεκ.
  31. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2, γαμπρού του Εναγόμενου, αφορά την κατοχή του 249 από το 1999 μέχρι και σήμερα. Όπως ανέφερε ο Εναγόμενος είναι πεθερός του από το 1999 και από τότε πήγαινε συνέχεια στο 249 και το καλλιεργούσαν. Ήταν αμπέλι και τώρα έχει ελιές. Ο ίδιος ποτέ από το 1999 δεν είδε τον Ενάγοντα να το καλλιεργεί. Το 249 είναι συνεχόμενο με το 726 και το
  32. Το 726 ανήκει αυτή τη στιγμή στη γυναίκα του. Στην αντεξέτασή του παραδέχθηκε ότι ο ίδιος προσωπικά δεν γνωρίζει τίποτα για την κατοχή του 249 πριν το
  33. Ο ίδιος και ο πεθερός του πριν από 3-4 χρόνια φύτεψαν τις ελιές που υπάρχουν σήμερα. Ο ίδιος τις φροντίζει και κάποτε τον βοηθά και ο Εναγόμενος. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 για την κατοχή του 249 από το 1999 μέχρι και σήμερα. Δεν αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία του για το ίδιο ζήτημα για οποιαδήποτε χρονική περίοδο πριν το έτος αυτό, διότι τα όσα σχετικά ανέφερε δεν αποτελούν προσωπική του γνώση, αλλά πληροφορίες που, όπως και ο ίδιος είπε, πήρε από άλλα πρόσωπα, που δεν ήρθαν μάλιστα να καταθέσουν στο Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω, σε σχέση με τις υπεύθυνες δηλώσεις (Τεκ. 37), στις οποίες έκανε αναφορά ο Μ.Υ.2, ότι κρίνω ότι δεν έχει καμιά αποδεικτική αξία οποιαδήποτε τέτοια δήλωση, όταν το πρόσωπο που την έκανε, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε ικανοποιητική δικαιολογία, δεν έχει κληθεί για να δώσει ένορκη μαρτυρία. Η μαρτυρία του Μ.Υ.3 δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή από το δικαστήριο και απορρίπτεται, ενόψει του ότι ο μάρτυρας, όπως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση (Τεκ. 46), την οποία υιοθέτησε ως την κυρίως εξέτασή του, ούτε όταν πριν από 20 χρόνια περίπου που πήγε να καλλιεργήσει ένα αμπέλι του Εναγόμενου, ήξερε την περιοχή, ούτε και σήμερα είναι σε θέση να το βρει εάν πάει επιτόπου. Οι ισχυρισμοί του Μ.Υ.3 στην παρ. 7 της γραπτής του δήλωσης ότι ήταν ένα μακρύ ορθογώνιο μονοκόμματο κτήμα, ότι δεν υπήρχαν δρόμοι ή όχτοι, ότι ήταν ένα μεγάλο τεμάχιο γιατί έφαγε αρκετή ώρα να το καλλιεργήσει και ότι το σύνορό του ήταν ως το γκρεμό βορειοδυτικά, προς δυσμάς ήταν το χωριό Κοίλη και ανατολικά το χωριό Τσάδα, δεν κρίνονται ως ειλικρινείς και πειστικοί, με τη λογική ότι ένας άνθρωπος που πήγε μια φορά σε ένα κτήμα πριν από 20 χρόνια και δεν είναι σε θέση να το βρει σήμερα, είναι πιο πιθανό να μη θυμάται και πολύ περισσότερο να μην γνωρίζει τον προσανατολισμό και τη θέση του κτήματος και μάλιστα με τόση λεπτομέρεια, όπως ισχυρίσθηκε ο Μ.Υ.3, παρά το αντίθετο. Ο Μ.Υ.4, Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Τσάδας τα τελευταία 11 χρόνια, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Τεκ. 47) ως την κύρια εξέτασή του. Σε αυτή ισχυρίζεται ότι πολλές φορές, τόσο ο ίδιος, όσο και η γυναίκα του, όπως και άλλοι κάτοικοι της Τσάδας, βοηθούσαν την οικογένεια του Εναγόμενου στη συγκομιδή των σταφυλιών και εκείνοι με τη σειρά τους τους βοηθούσαν στη συγκομιδή των δικών τους σταφυλιών. Σύμφωνα με το Μ.Υ.4, ο Εναγόμενος είχε και άλλη περιουσία στην περιοχή Χότζινη και κατείχε το 249 το οποίο είχε φυτέψει το 1971 αμπέλι ντόπιο μαύρο, το οποίο εκρίζωσε το
  34. Το τεμάχιο 726 και το 249 κατέχονται μαζί και ουδέποτε είχαν επί τόπου σύνορα. Το 249 επί τόπου τους το έδειξε ο Κτηματολόγος όταν πήγαν μαζί με τον Εναγόμενο, την κόρη του Αφροδίτη (Μ.Υ.6), το σύζυγό της (Μ.Υ.2), τον Κοινοτάρχη Κοίλης (Μ.Ε.2) και τους άλλους ενδιαφερόμενους. Από ότι ο ίδιος γνωρίζει, καμιά φορά κανένα πρόσωπο δεν ήρθε επί τόπου να καλλιεργήσει το 249, εκτός από τον Εναγόμενο και γι' αυτό έδωσε το πιστοποιητικό κατοχής, όταν του ζητήθηκε (Τεκ. 8). Το 249 είναι περίκλειστο, δεν έχει δημόσιο δρόμο ή μονοπάτι και ο Εναγόμενος κουβαλούσε τα σταφύλια με ζώα, μέχρι ότου έφτιαξε ιδιωτικό δρόμο για τα τεμ. 726 και 249 από άλλα διπλανά οικογενειακά τεμάχια. Στην αντεξέτασή του ο Μ.Υ.4 επέμεινε στους πιο πάνω ισχυρισμούς του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του για το ζήτημα της κατοχής του 249 για την χρονική περίοδο από το 1969 μέχρι σήμερα. Και αυτό διότι όπως ο ίδιος ο Μ.Υ.4 αναφέρει στη γραπτή του δήλωση (Τεκ. 47 παρ. 4) και επανέλαβε στην αντεξέτασή του, είναι ηλικίας 63 ετών σήμερα, κατάγεται από την Καλλιέπεια και στην Τσάδα πήγε το 1969 όταν παντρεύτηκε. Επομένως δεν έχει καμιά προσωπική γνώση για το ζήτημα της κατοχής του 1969 πριν την ημερομηνία αυτή. Αλλωστε ούτε ο Μ.Υ.4 αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε προγενέστερα του 1969 γεγονότα. Η μαρτυρία της Μ.Υ.5, αδελφής της Μ.Υ.1, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται, ενόψει του ότι, τόσο από την κύρια εξέτασή της (Τεκ. 48), όσο και από την αντεξέτασή της, δεν είναι ξεκάθαρο εάν η μάρτυρας αναφέρεται στο τεμ. 726 ή στο
  35. Η σύγχυση αυτή επιτείνεται από το γεγονός ότι στην αντεξέτασή της η Μ.Υ.5 υποστήριξε ότι ο Σάββας Εμμανουήλ μεταβίβασε στον Εναγόμενο το κτήμα που του είχε πωλήσει, που βεβαίως δεν είναι το 249, αλλά το
  36. Η Μ.Υ.6, θυγατέρα του Εναγόμενου, σύζυγος του Μ.Υ.2 και σημερινή ιδιοκτήτρια του Τεμ. 726, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης (Τεκ. 49), ως την κύρια εξέτασή της. Η μάρτυρας, πολιτική μηχανικός στο επάγγελμα, ήταν 46 χρονών στις 02.07.2012, που παρουσιάσθηκε στο δικαστήριο, που σημαίνει ότι γεννήθηκε το
  37. Όπως ισχυρίζεται στη γραπτή της δήλωση, από τον καιρό που θυμάται τον εαυτό της γνωρίζει ότι ο πατέρας της κατείχε το 249, το οποίο είχε φυτέψει το 1971 αμπέλι ντόπιο μαύρο και το οποίο εκρίζωσαν το 2005 και ο πατέρας της αργότερα το φύτεψε ελιές βοηθούμενος από το σύζυγό της (Μ.Υ.2). Το 726 και το 249 κατέχονται επί τόπου μαζί και ουδέποτε είχαν επί τόπου σύνορα. Από ότι θυμάται η ίδια καμιά φορά δεν ήρθε επί τόπου οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από τον πατέρα της, να καλλιεργήσει το
  38. Δεν γνώριζαν ότι το 249 δεν ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του πατέρα της. Ο λόγος είναι γιατί δεν είχαν δει καμιά φορά τα κοτσάνια των κτημάτων και τα χωρομετρικά τους σχέδια. Το ανακάλυψαν όταν ενημερώθηκε ο πατέρας της από το Κτηματολόγιο ότι το διεκδικούσε άλλο πρόσωπο. Τότε συμβούλευσαν τον πατέρα της από το Κτηματολόγιο να κάνει αίτηση για να εγγραφεί στο όνομά του το
  39. Το 249 είναι περίκλειστο, δεν έχει δημόσιο δρόμο ή μονοπάτι ή δικαίωμα διαβάσεως. Ο πατέρας της έφτιαξε ιδιωτικό χωματόδρομο για να εξυπηρετούνται τα τεμ. 726 και 249 από άλλα διπλανά τεμάχια που ανήκαν στην οικογένειά τους. Η ίδια βοηθούσε τον πατέρα της στο μουττόκομμα, στο κλάδεμα και στη συγκομιδή των αμπελιών. Τα σταφύλια μάλιστα τα παλιότερα τα κουβαλούσαν με τα γαϊδούρια και μετά που έφτιαξε ο πατέρας της το δρόμο με τα φορτηγά. Στην αντεξέτασή της η Μ.Υ.6 επέμεινε στους πιο πάνω ισχυρισμούς της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της για το ζήτημα της κατοχής του 249 για τη χρονική περίοδο από το 1968 και μέχρι σήμερα, καθώς η ίδια δεν έχει και ούτε υποστήριξε ότι έχει, ούτε και μπορούσε να έχει, προσωπική γνώση για γεγονότα πριν από αυτό το έτος. Για τον ίδιο λόγο δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ότι από ότι τους έλεγε ο πατέρας της αγόρασε από το χωριανό τους Γεώργιο Εμμανουήλ το 1968 το 249 και ότι ο Γεώργιος Εμμανουήλ το αγόρασε με τη σειρά του από τη Μαρία Χαραλάμπους το
  40. Επίσης δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ότι η διεκδίκηση του 249 από τον Ενάγοντα ή τη μητέρα του έγινε για πρώτη φορά το 2005, διότι με βάση την ενώπιόν μου μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο Μ.Υ.7, υιός του Γεώργιου Σάββα Εμμανουήλ, προηγούμενου ιδιοκτήτη του τεμ. 726, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Τεκ. 50), ως την κύρια εξέτασή του. Τόσο από το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης, όσο και από την αντεξέταση και την επανεξέτασή του, προκύπτει αναμφίβολα ότι ο μάρτυρας αναφερόταν στο τεμ. 726 και όχι στο 249, ενόψει του ότι επέμεινε ότι ο πατέρας του πώλησε και μεταβίβασε στον Εναγόμενο το χωράφι τους. Επομένως η μαρτυρία του Μ.Υ.7 δεν είναι σχετική με το επίδικο ζήτημα της κατοχής του 249 και για αυτό το λόγο απορρίπτεται. Ο Μ.Υ.8, υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, είναι ο υπάλληλος, που, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, εξέτασε στις 16.01.1986 το φάκελο Α1264/85, και μερικά χρόνια αργότερα το φάκελο Α477/
  41. Με βάση, τόσο τα παραδεκτά γεγονότα και την ενώπιόν μου μαρτυρία, με τις ανωτέρω αιτήσεις η μητέρα του Ενάγοντα ζητούσε την εγγραφή επ΄ ονόματί της, μεταξύ άλλων τεμαχίων, και του
  42. Πέραν των όσων ανέφερε ο Μ.Υ.8, στην κύρια εξέτασή του, κατέθεσε στο δικαστήριο και τα Τεκ. 51 έως και
  43. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας κρίνω ότι δεν είχε διάθεση να πει την αλήθεια στο δικαστήριο και αυτό κατέστη προφανές από την αντεξέτασή του. Στη δική μου αντίληψη ο Μ.Υ.8 ήρθε στο δικαστήριο με σαφή πρόθεση να βοηθήσει την πλευρά του Εναγόμενου και όχι για να υποβοηθήσει το δικαστήριο στο έργο του, ως είχε υποχρέωση, ως υπάλληλος του Κτηματολογίου, σε αντίθεση με τη Μ.Ε.
  44. Αναφέρω ενδεικτικά τα ακόλουθα σημεία που προέκυψαν από την αντεξέτασή του και καταδεικνύουν την έλλειψη αξιοπιστίας του Μ.Υ.8: Α) Ενώ επιβεβαίωσε τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 για τη συγχώνευση των σελίδων της Αναστασίας Θεοδόση με την Αναστασία Γιαννή Κόκκινου, αναφέροντας ότι αυτό φαίνεται στα μητρώα του Κτηματολογίου, αρνήθηκε να επιβεβαιώσει ότι η Αναστασία Γιαννή Κόκκινου και η Αναστασία Θεοδόση είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, λέγοντας ότι εάν το επίθετο Θεοδόση δεν ανήκει στο συγκεκριμένο άτομο και έγινε κάποιο λάθος δεν μπορεί να το γνωρίζει και ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν είναι το ίδιο επίθετο ή όχι, γιατί δεν έχει επίσημο έγγραφο του κράτους μπροστά του που να του αναφέρει γιατί το Θεοδόση χρησιμοποιήθηκε σαν επίθετο στο Γιαννή Κόκκινου. Β) Ο Μ.Υ.8 ισχυρίσθηκε ότι δεν θυμόταν, λόγω του μακρού χρόνου όπως ανέφερε, εάν προέβη σε επιτόπια εξέταση κατά την εξέταση της αίτησης Α1264/
  45. Βεβαίως από έναν υπάλληλο του Κτηματολογίου δεν αναμένεται να θυμάται γεγονότα μιας υπόθεσης, αλλά να καταγράφει τις ενέργειές του στο σχετικό φάκελο. Η δικαιολογία, που ανέφερε, ότι για κτήματα για τα οποία αποσυρόταν το Πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη, όπως συνέβη για το 249, για οποιαδήποτε ενέργεια γινόταν δεν αναφέρονταν περισσότερα γεγονότα, δεν κρίνεται ότι καλύπτει την παράλειψη του Μ.Υ.8 να καταγράψει στο φάκελο της υπόθεσης εάν και πότε προέβη σε επιτόπια εξέταση στο
  46. Γ) Κατέστη προφανές από τη μαρτυρία του Μ.Υ.8 ότι ο ίδιος ουδέποτε ενημέρωσε γραπτώς τη μητέρα του Ενάγοντα, ούτε για τη μη εγγραφή επ' ονόματί της του Τεμ. 249 (στα πλαίσια της αίτησης Α1264/85), ούτε για τους λόγους της απόρριψης της αίτησής της, τόσο για αυτό το τεμάχιο, όσο και για το τεμ.
  47. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, η απλή σημείωση επί του φακέλου του ίδιου Μ.Υ.8, ότι έλαβε γνώση η αιτήτρια και η θέση του ότι αυτή ήταν η τακτική που ακολουθούσε τότε το Κτηματολόγιο και ότι αυτή την τακτική την ακολούθησε όχι μόνο σε αυτό το φάκελο, αλλά και σε πάρα πολλούς άλλους και το Κτηματολόγιο την έκανε αποδεκτή, δεν αποτελούν απόδειξη ότι η μητέρα του Ενάγοντα ειδοποιήθηκε, έστω και προφορικά για την τύχη της αίτησής της. Δ) Ο Μ.Υ.8 είχε εμφανή δυσκολία, ακατανόητη για υπάλληλο του Κτηματολογίου, να συμφωνήσει με τον ευπαίδευτο δικηγόρο του Ενάγοντα, στην αυτονόητη υποβολή του, ότι το γεγονός ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο Κοίλης εξέδωσε πιστοποιητικό κατοχής το 2005 και εκδόθηκε τίτλος στο όνομα της μητέρας του Ενάγοντα για το τεμ. 347 σήμαινε ότι η απόσυρση του ανάλογου πιστοποιητικού του έτους 1985 από το ίδιο Κοινοτικό Συμβούλιο ήταν λανθασμένη. Ε) Ο Μ.Υ.8 παραδέχθηκε, τόσο στην κυρίως εξέτασή του, όσο και στην αντεξέτασή του, ότι ο ίδιος συνέταξε χειρόγραφα την ένσταση του Εναγόμενου στην αίτηση Α477/2005 (Τεκ. 32). Το γεγονός αυτό, κατά την κρίση του δικαστηρίου, καταδεικνύει την έλλειψη αμεροληψίας και αντικειμενικότητας του Μ.Υ.
  48. Η δικαιολογία που προέβαλε, ότι κάτι τέτοιο επιτρεπόταν από τις γενικές οδηγίες του γραφείου δεν κρίνεται ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. ΣΤ)Ο Μ.Υ.8, στην αντεξέτασή του, αποκάλυψε ότι η ημερομηνία 03.08.2005 στο Πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη Κοίλης (Τεκ. 7), το οποίο επίσης έγραψε ο ίδιος ο Μ.Υ.8, πιθανότατα να μην είναι η ημερομηνία σύνταξής του και ότι υπάρχει η πιθανότητα το πιστοποιητικό να συντάχθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία και να μπήκε η ημερομηνία της επιτόπιας έρευνας. Πέραν των πιο πάνω παρατηρήσεων, σε όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του Μ.Υ.8 ήταν εμφανής η διάθεσή του να αποφύγει την απάντηση σε ερωτήσεις που αποκάλυπταν τις προθέσεις του και την έλλειψη αντικειμενικότητάς του, απαντώντας ότι δεν θυμόταν. Με τη διαφορά ότι η απώλεια μνήμης του Μ.Υ.8 περιορίστηκε μόνο σε γεγονότα, που δυνατόν να βοηθούσαν, σύμφωνα με όσα πίστευε ο ίδιος, την υπόθεση του Ενάγοντα. Με το πιο πάνω σκεπτικό απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Υ.
  49. Η μαρτυρία του Μ.Υ.9, σύγαμπρου του Εναγόμενου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται, ενόψει του ότι, τόσο από την κύρια εξέτασή του (Τεκ. 63), όσο και από την αντεξέτασή του, δεν είναι ξεκάθαρο εάν ο μάρτυρας αναφέρεται στο τεμ. 726 ή στο
  50. Η σύγχυση αυτή, όπως και στην περίπτωση της Μ.Υ.5, επιτείνεται από το γεγονός ότι στην αντεξέτασή του ο Μ.Υ.9 υποστήριξε ότι ο Γιώργος Εμμανουήλ Σάββα κοτσάνιασε στον Εναγόμενο το κτήμα που του είχε πωλήσει, που βεβαίως δεν είναι το 249, αλλά το
  51. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τη στενή εξ' αγχιστείας συγγένεια του Μ.Υ.9 με τον Εναγόμενο, δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι ο ίδιος από το 1954 δεν είδε κανέναν από την οικογένεια του Ενάγοντα να πάνε στην περιοχή, όπως και τη θέση του ότι σε καμιά περίπτωση, είτε ο πατέρας, είτε η μητέρα του Ενάγοντα δεν του ανέφεραν ότι είχαν κτήμα στην περιοχή Χότζιηνη, για τον επιπρόσθετο λόγο, ότι κανένας από αυτούς δεν είναι σήμερα εν ζωή για να τον ακτικρούσει, αλλά και διότι, το γεγονός ότι τους έκτισε το σπίτι και ότι ο πατέρας του Ενάγοντα ήταν πρώτος ξάδελφος της μητέρας του δεν εξυπακούει, ούτε προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία, ότι είχαν τέτοιες στενές προσωπικές και οικογενειακές σχέσεις για να συζητούν μαζί του τέτοια θέματα. Περαιτέρω από τα παραδεκτά γεγονότα και την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι η ίδια η μητέρα του Ενάγοντα, όταν ακόμη ήταν εν ζωή διεκδίκησε την εγγραφή επ΄ονόματί της του 249, δυο φορές (το 1985 και το 2005), επομένως διέψευσε στην πράξη την ανωτέρω μαρτυρία του Μ.Υ.
  52. Ο Μ.Υ.10, Ανώτερος Επόπτης Αμπελοοινικών Προϊόντων, στην κύρια εξέτασή του, ανέφερε, ότι το 2005 είχαν προκηρύξει το μέτρο εκρίζωσης και οριστικής εγκατάλειψης και η Μ.Υ.6, ως ιδιοκτήτρια δυο τεμαχίων αμπελώνων παρουσιάστηκε στις 18.01.2005 στο γραφείο του και υπέβαλε αίτηση για να τα εκριζώσει (Τεκ. 65). Στις 28.03.2005 εγκρίθηκε η αίτησή της και προέβη στην εκρίζωση των αμπελώνων στις 20.03.
  53. Όταν υπέβαλε την αίτησή της η Μ.Υ.6 επιθυμούσε να εκριζώσει ακόμη ένα τεμάχιο αμπέλι, το οποίο φαινόταν από τα αρχεία τους ότι δεν ήταν καταγραμμένο σαν αμπέλι. Της το είπαν και μετά από δική της πρωτοβουλία το εκρίζωσε. Σύμφωνα με το Μ.Υ.10 το αμπέλι αυτό ήταν το 249 συνεχόμενο του 726 που ήταν καταγραμμένο. Το 249 ήταν επί τόπου αμπέλι και αυτό αποδεικνύεται από τη δορυφορική εικόνα του 2003, την οποία κατέθεσε ως Τεκ.
  54. Ο Μ.Υ.10, αναφερόμενος στο Τεκ. 64, είπε ότι ο αμπελώνας που βρίσκεται στο 726, το ήμισυ του 726 είναι φυτεία του 1960, σύμφωνα πάντοτε με τα αρχεία της αρμόδιας αρχής του Συμβουλίου, φαίνεται λίγο πιο σκούρο το χρώμα λόγω του τρόπου φύτευσης. Τα αμπέλια τότε πριν το 1969 φυτεύονταν ακανόνιστα, δεν ήταν γραμμικό το σύστημα, όπως είναι το υπόλοιπο μέρος του 726 που αποδεικνύεται συνεχόμενο με το 249 ότι είναι μια φυτεία της ίδιας χρονολογίας του 1969, για την οποία εκδόθηκε άδεια φύτευσης από την αρμόδια αρχή. Φαίνεται πιο ξεκάθαρο, πιο άσπρο το σχήμα στο τοπογραφικό στα 726 και 249 και λόγω του τρόπου φύτευσης των γραμμών φαίνεται ότι έχει σχηματισθεί και φυτευτεί την ίδια ακριβώς εποχή. Στη συνέχεια ο Μ.Υ.10 κατέθεσε ως Τεκ. 66 την άδεια προς φύτευσιν αμπέλων (Τύπος 2), η οποία χορηγήθηκε από το Συμβούλιο Αμπελοοινικών Προϊόντων στις 17.03.1971 στον Εναγόμενο για το τεμ. 726 (πρώην 527/1). Σύμφωνα με το Μ.Υ.10 στο Τεκ. 64 φαίνεται στο ενδιάμεσο του τεμ. 726 μια ξερολιθία, δηλ. ένα κτίσιμο με πέτρες, για να συγκρατεί το έδαφος. Όπως φαίνεται από το σχέδιο, η έκταση που αντιπροσωπεύει την έκταση της άδειας φύτευσης για το 726, καλύπτει μέρος του 726 και το
  55. Σύμφωνα επίσης με το Μ.Υ.10 το 1960 όταν δημιουργήθηκε η υπηρεσία τους δεν εκδίδονταν άδειες φύτευσης. Οι άδειες φύτευσης άρχισαν να εκδίδονται μετά το 1969 με βάση το αρχείο που είχαν. Το 1971 κατέγραψαν τους αμπελώνες σε ολόκληρη την Κύπρο και ξεκίνησαν να εκδίδουν άδειες φύτευσης. Τότε ο αιτητής ή ο ιδιοκτήτης ενός τεμαχίου προσερχόταν στα γραφεία τους, έφερνε τον τίτλο ιδιοκτησίας και τους έλεγε ότι θέλει να φυτεύσει ένα αμπέλι σε συγκεκριμένο τεμάχιο. Αυτοί σαν υπηρεσία έλεγχαν το συγκεκριμένο τεμάχιο, ότι πράγματι μπορεί να φυτευτεί με αμπέλι. Εξέδιδαν την άδεια φύτευσης, ο ιδιοκτήτης προέβαινε στη φύτευση και τους ειδοποιούσε γραπτώς ότι την έκανε. Πήγαιναν επιτόπου πάντοτε δυο υπάλληλοι, έβλεπαν τον αμπελώνα και έβλεπαν αν είχε φυτευτεί επιτυχώς και στο συγκεκριμένο τεμάχιο. Δυστυχώς τότε η υπηρεσία τους δεν είχε όργανα για να ταυτοποιά ότι πράγματι το συγκεκριμένο τεμάχιο για το οποίο εκδόθηκε η άδεια είναι αυτό που έχει φυτευτεί. Εκείνο που τους ενδιέφερε είναι εάν η έκταση που είχαν καθορίσει είχε φυτευτεί όλη. Την έκταση δεν είχαν τα όργανα να τη μετρήσουν, τη μετρούσαν απλώς με το μάτι και την εμπειρία που είχαν, στο περίπου. Μετά το 2004, που αγόρασαν G.P.S., μέσω δορυφορικής λήψης, πηγαίνεις επί τόπου και σου υποδεικνύει το τεμάχιο που είσαι μέσα, σου λέει είναι το συγκεκριμένο τεμάχιο, όπως επίσης και τα κτηματολογικά του σύνορα. Τότε ανακάλυψαν ότι όταν είχε φυτευτεί ο αμπελώνας το 1971 είχε φυτευτεί μερικώς στο 726 και ο υπόλοιπος στο
  56. Από τη μέτρηση που έκανε στο κομπιούτερ προκύπτει ότι από τα 9.4 δεκάρια, τα οποία εκριζώθηκαν το 2005, τα 4.5 δεκάρια ήταν μέσα στο 726 και τα υπόλοιπα στο
  57. Στην αντεξέτασή του ο Μ.Υ. 10 επέμεινε στους πιο πάνω ισχυρισμούς του. Περαιτέρω στο στάδιο αυτό κατέθεσε τα Τεκ. 67, 68 και
  58. Σχολιάζοντας το περιεχόμενο του Τεκ. 45, δηλ. τη δήλωση μεταβίβασης του τεμ. 726, ανάφερε ότι δεν μπορεί να πει γιατί έχει μεταβιβασθεί ως χωράφι, ενώ ήταν αμπέλι. Διευκρίνισε επίσης ότι το 249 δεν ήταν καταγραμμένο στα αρχεία τους ως αμπέλι, γι΄ αυτό και όταν η Μ.Υ.6 ζήτησε να το συμπεριλάβει στην αίτησή της για εκρίζωση και επειδή δεν είχε και τίτλο ιδιοκτησίας, της το αρνήθηκαν. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.10, με τη διευκρίνιση, ότι όσα ανέφερε στο δικαστήριο για τα γεγονότα του έτους 1971 δεν αποτελούν προσωπική του γνώση, εφόσον ο μάρτυρας εργάζεται στο Συμβούλιο Αμπελοοινικών Προϊόντων από το 1980, αλλά συμπεράσματα του μάρτυρα, που όμως δεν είναι αυθαίρετα, αλλά απολύτως βάσιμα και εύλογα, ως απόρροια των 31 χρόνων υπηρεσίας του. Άλλωστε το ζήτημα του χρόνου φύτευσης του αμπελιού στο 249 συνάδει και με την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί στο δικαστήριο από την πλευρά του Εναγόμενου. Ο Μ.Υ.11 είναι Κτηματολογικός Λειτουργός στον Κλάδο Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Στην κύρια εξέτασή του, σε σχέση με το Τεκ. 56 (ορθοφωτογραφία του 2008), ανέφερε ότι το κτηματολόγιο διεξάγει κατά καιρούς αεροφωτογραφήσεις που είναι μεγαλύτερης ακρίβειας και πολύ μεγαλύτερης ευκρίνειας. Η συγκεκριμένη αεροφωτογραφία ονομάζεται ορθοφωτογραφία, διότι τυγχάνει επεξεργασίας, ώστε να μπορούν να κάνουν σχετικά ακριβείς μετρήσεις, όσον αφορά γωνίες, αποστάσεις και εμβαδά. Σύμφωνα με το Μ.Υ.11, στο Τεκ. 56 φαίνονται τα τεμ. 703, 249 και
  59. Τα σύνορα που φαίνονται με γαλάζιο χρώμα στο σχέδιο είναι κατά προσέγγιση πλην-συν τρία μέτρα. Εντός του τεμ. 726 ουσιαστικά φαίνεται να το διαχωρίζει μια ισχυρή επί τόπου κατάσταση που λογικά επηρεάζει και την κατοχή του. Φαίνεται να κατέχεται επί τόπου βασικά το μισό, χωρίζεται βασικά στα δυο. Το ίδιο ισχύει και για το 249 και για το
  60. Δηλ. τα εγγεγραμμένα σύνορα δεν συνάδουν με την υφιστάμενη κατάσταση, δηλ. τις υφιστάμενες καλλιέργειες, τους όχτους και τις δόμες που υπάρχουν. Είναι προφανές από το σχέδιο ότι η κατοχή των τεμαχίων είναι διαφορετική από ότι τα εγγεγραμμένα τους σύνορα. Βέβαια μπορεί οι ιδιοκτήτες να το γνωρίζουν, μπορεί και όχι. Πάντως το σίγουρο είναι ότι η επί τόπου κατάσταση διαφέρει πολύ από τα εγγεγραμμένα σύνορα. Στο Τεκ. 57 (ορθοφωτογραφία του 1963), σύμφωνα με το Μ.Υ.11, ισχύουν τα ίδια χαρακτηριστικά για τη συγκεκριμένη αεροφωτογραφία. Είναι επίσης από αεροφωτογράφηση που λήφθηκαν αυτές οι εικόνες. Στη συγκεκριμένη εικόνα δεν φαίνεται να υπάρχουν τόσες καλλιέργειες, όσο στην προηγούμενη του 2008, όμως εξακολουθεί να φαίνεται η διαφορά της επί τόπου κατάστασης όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό όσο της πρόσφατης αεροφωτογραφίας του
  61. Ειδικά όμως για το 726 είναι εμφανές ότι επιτόπου είναι χωρισμένο στα δυο. Συγκρίνοντας με τεμάχια πιο γειτονικά φαίνεται να μην καλλιεργούνται τα συγκεκριμένα τεμάχια. Στη συνέχεια ο Μ.Υ.11 προσκόμισε ένα τοπογραφικό χάρτη με ενδεικτική ημερομηνία 1973, στον οποίο απεικονίζεται το τοπογραφικό υπόβαθρο της περιοχής, το ψηφιοποιημένο σχέδιο και τα ανθρωπογενή στοιχεία που υπάρχουν στην περιοχή (Τεκ. 70). Ο Μ.Υ.11 εξήγησε ότι όταν λέμε τοπογραφικό υπόβαθρο εννοούμε ουσιαστικά το ανάγλυφο του εδάφους, που φαίνεται με τις ισοϋψείς καμπύλες, οι οποίες καταδεικνύουν το ανάγλυφο του εδάφους. Με άλλους χρωματισμούς φαίνονται τα ανθρωπογενή στοιχεία, όπως κάποια πετρόκτιστη δόμη ή υφιστάμενοι δρόμοι. Η συγκεκριμένη περιοχή φαίνεται να καλύπτεται ολόκληρη από αμπελώνες. Σύμφωνα με το Μ.Υ.11 από ότι φαίνεται στο Τεκ. 70 όλη η περιοχή καλύπτεται από αμπελώνες, όπως και τα τεμ. 249, 726 και
  62. Το σύμβολο για τους αμπελώνες είναι το πράσινο σύμβολο που είναι το επίσημο χαρτογραφικό σύμβολο του αμπελώνα που καταδεικνύει τη φυτεία που υπάρχει στην περιοχή. Όλες τις αεροφωτογραφήσεις τις διεξάγει ο κλάδος Φωτογραμμετρίας που είναι στα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Ουσιαστικά αξιοποιούν και ερμηνεύουν αεροφωτογραφίες σε συνδυασμό με επιτόπιες εξετάσεις, ώστε να δημιουργούν τοπογραφικούς χάρτες όπως το Τεκ.
  63. Ο Μ.Υ.11 ξεκαθάρισε ότι, σύμφωνα με το Τεκ. 70, το 1973 το 249 ήταν αμπελώνας. Στη συνέχεια κατέθεσε, ως Τεκ. 71, μια ορθοφωτογραφία με ενδεικτική ημερομηνία 1993, στην οποία απεικονίζεται το ψηφιοποιημένο κτηματικό σχέδιο, καθώς και η ορθοφωτογραφία της περιοχής, στην οποία φαίνεται, όπως ανέφερε, μια φυτεία μέσα στο 249, η οποία είναι συνεχόμενη μέχρι το νότιο σύνορο του 726, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει εάν είναι αμπελώνας ή όχι. Τέλος ο μάρτυρας ανέφερε ότι από το Τεκ. 70 φαίνεται το τεμάχιο να είναι συνεχές από το βόρειο σύνορο του 249 μέχρι τη δόμη που διαχωρίζει το τεμ. 726, η οποία φαίνεται με μαύρο χρώμα και ουσιαστικά διαχωρίζει πλαγίως το 726, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχει κάτι άλλο ενδιάμεσο που να διαχωρίζει τα τεμ. 249 και
  64. Στην αντεξέτασή του ο Μ.Υ.11 επανέλαβε ότι το τεμ. 726 χωρίζεται επί τόπου στη μέση με δόμη, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να προσδιορίσει το ύψος της. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι δεν ξέρει εάν ο ιδιοκτήτης του 726 το γνώριζε ότι το τεμάχιό του εκτεινόταν και πέραν της δόμης, είτε πιο ψηλά, είτε πιο χαμηλά. Το μόνο σίγουρο συμπέρασμα που βγαίνει από το Τεκ. 70 είναι ότι επί τόπου το τεμ. 726 χωρίζεται στα δυο. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.
  65. Αλλωστε στα πλείστα σημεία της ο Μ.Υ.11 δεν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του Ενάγοντα. Ο Μ.Υ.12, υιός του Εναγόμενου, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Τεκ. 72) ως την κύρια εξέτασή του. Σε αυτή ο Μ.Υ.12 ισχυρίζεται ότι ο πατέρας του κατείχε το 249 από το
  66. Μαζί με το τεμ. 726 αποτελούσαν ένα ενιαίο χωράφι το οποίο η οικογένεια φύτεψε το 1971 αμπέλι ποικιλίας ντόπιο μαύρο. Το 2005 ο πατέρας του το εκρίζωσε και αργότερα το φύτεψε ελιές. Από ότι του είπε ο πατέρας του, το χωράφι (το 249 και το 726) το αγόρασε από το συγχωριανό τους Γεώργιο Σάββα Εμμανουήλ ο οποίος με τη σειρά του το αγόρασε από τη μητέρα του Ενάγοντα. Το συγκεκριμένο χωράφι (τεμ. 249 και 726) το γνωρίζει πολύ καλά γιατί συνόρευε με δικά τους τεμάχια και ήταν ένα ενιαίο χωράφι χωρίς να υπάρχουν σύνορα μεταξύ των τεμαχίων 249 και
  67. Από 6 χρονών (έχει γεννηθεί το 1959) βοηθούσε τους γονείς του σε διάφορες αγροτικές εργασίες. Θυμάται ότι πριν το 1968 το καλλιεργούσε ο Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ και επειδή δεν υπήρχε δρόμος πρόσβασης περνούσε μέσα από τα δικά τους τεμάχια. Καμιά φορά κανένα πρόσωπο δεν πήγε επί τόπου να διεκδικήσει το 249 από τον πατέρα του. Το 249 είναι περίκλειστο, δεν έχει δημόσιο δρόμο ή μονοπάτι ή δικαίωμα διάβασης. Ο πατέρας του έφτιαξε ιδιωτικό χωματόδρομο για τα τεμ. 726 και 249 από άλλα διπλανά τεμάχια της οικογένειάς τους. Ο ίδιος βοηθούσε τον πατέρα του στο μουττόκομμα, στο κλάδεμα, στο όργωμα και στη συγκομιδή των αμπελιών. Τα σταφύλια μάλιστα τα παλιότερα χρόνια τα κουβαλούσαν με τα γαϊδούρια και μετά που έφτιαξε ο πατέρας του τον δρόμο τα φορτηγά μπορούσαν να έρθουν κοντά. Στην αντεξέτασή του ο Μ.Υ.12 επέμεινε στους ανωτέρω ισχυρισμούς του. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος όσο ήταν μαθητής, όσο ήταν στην Κύπρο, μέχρι το 1981, τα Σαββατοκύριακα, τις αργίες και τα καλοκαίρια ήταν μέσα στα αμπέλια της οικογένειας και στο 249 και βοηθούσε σε όλες τις αγροτικές ασχολίες. Το 1981 έφυγε για Ελλάδα για σπουδές και επέστρεψε το
  68. Τα καλοκαίρια που ερχόταν πίσω βοηθούσε πάλι στις αγροτικές δουλειές, ενώ το 1985 έμεινε στην Κύπρο για έξι μήνες διότι είχε τελειώσει την ιατρική σχολή και περίμενε ειδικότητα και το διάστημα εκείνο για έξι μήνες ήταν μέσα στο αμπέλι και σε αυτά τα τεμάχια όπου έκανε όλες τις αγροτικές ασχολίες, οργώνοντας με το μηχάνημα, κλαδεύοντας και όλες τις υπόλοιπες ασχολίες. Το 1989 επέστρεψε στην Κύπρο και μέχρι το 2005, είχε το ιατρείο του και βοηθούσε στον τρύγο, τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο. Ξέρει ότι το 2005 βγήκε το αμπέλι και έκτοτε δεν έχει ξαναπάει, εκτός τώρα τελευταία για να βεβαιωθεί για τους τόπους. Σήμερα τα κτήματα στην περιοχή τα έχει δώσει ο πατέρας τους στην αδελφή του (Μ.Υ.6), η οποία τα καλλιεργεί και ο πατέρας του εξακολουθεί να πηγαίνει εκεί. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.12, αφενός μεν διότι δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση κατά την αντεξέταση,, αφετέρου δε διότι συνάδει με την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Η Μ.Υ.13, υπάλληλος στον Τομέα Επανεκτίμησης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, κατέθεσε στο δικαστήριο το Τεκ. 73, στο οποίο δεν αναγράφεται, σύμφωνα με όσα είπε, ημερομηνία επιτόπιας έρευνας, που σημαίνει ότι στις 20.03.1986 δεν έγινε επιτόπια έρευνα και κατά συνέπεια αυτό που αναγράφεται στο Τεκ. 62 ότι έγινε επιτόπια έρευνα τη συγκεκριμένη ημερομηνία δεν ευσταθεί. Στην αντεξέτασή της διευκρίνισε ότι λογικά θα πρέπει μεταξύ του 1982 και της 20.03.1986 να πήγε ο εκτιμητής επί τόπου, όμως ανέφερε ότι δεν έχει κάποιο φάκελο του γραφείου που να αναφέρεται κάτι τέτοιο. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Υ.
  69. Ο Μ.Υ.14, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Τεκ. 74), ως την κύρια εξέτασή του και αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του Ενάγοντα. Η μαρτυρία του είναι σχετική κυρίως με την εκρίζωση των αμπελιών του Εναγόμενου το
  70. Κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν υπέπεσε σε καμιά ουσιώδη αντίφαση, κατά την αντεξέτασή του και κατά συνέπεια η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Ο Μ.Υ.15, υιός του Εναγόμενου και Ειδικός Παθολόγος στο Γενικό Νοσοκομείου Πάφου, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Τεκ. 75), ως την κύρια εξέτασή του. Το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσής του ταυτίζεται με το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του Μ.Υ.
  71. Στην αντεξέτασή του επέμεινε στους ισχυρισμούς της γραπτής δήλωσής του και διευκρίνισε ότι ο ίδιος προσωπικά βοηθούσε τον πατέρα του στην καλλιέργεια του επίδικου τεμαχίου από το 1968 που το αγόρασε. Προσωπικά δεν είδε κανένα, ούτε πήγε κανένας στο σπίτι τους, ούτε πήγε κανένας σε αυτό το αμπέλι για να το διεκδικήσει. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.
  72. Ο Μ.Υ.16, υιός του Εναγόμενου και Καθηγητής Βιολογίας, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης, ως την κύρια εξέτασή του. Το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσής του ταυτίζεται με το περιεχόμενο των γραπτών δηλώσεων του Μ.Υ.12 και του Μ.Υ.
  73. Στην αντεξέτασή του επέμεινε στους ισχυρισμούς της γραπτής δήλωσής του και περαιτέρω ανέφερε ότι μέχρι το 1985 ο ίδιος δεν γνωρίζει να ήρθε κανένας να διεκδικήσει το 249, που είναι ενιαίο με το 726, χωρίς φυσικά σύνορα και δρόμο πρόσβασης, από τότε που αγοράσθηκε μαζί με το
  74. Ο πατέρας του, όπως είπε ο Μ.Υ.16, που δεν ήξερε ότι δεν είχε τίτλο για το 249, ειδοποιήθηκε το 1985 από το Κτηματολόγιο να πάει να κανονίσει για να γραφτεί το 249 σε αυτόν, εφόσον το καλλιεργούσε από το 1971 και ήταν στην κατοχή του από το
  75. Γι΄ αυτό το λόγο και δεν το μεταβίβασε στην αδελφή του μέχρι να διευθετήσει την όλη κατάσταση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.
  76. Ο Μ.Υ.17, Εναγόμενος, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Τεκ. 77), ως την κύρια εξέτασή του. Σε αυτή αναφέρει ότι κατάγεται από την Τσάδα και είναι 79 χρονών σήμερα. Παντρεύτηκε με τη σύζυγό του (Μ.Υ.1) το
  77. Πριν παντρευτεί το σπίτι του ήταν απέναντι από το σπίτι του Γεώργιου Σάββα Εμμανουήλ και ήταν καλοί φίλοι. Αργότερα όταν παντρεύτηκε και πέρασαν κάποια χρόνια ήρθε ο Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ και του ζητούσε να αγοράσει ένα κτήμα του στην περιοχή Χότζιηνη, όπου η οικογένεια της γυναίκας του είχε πολλή περιουσία. Ο ίδιος του είπε ότι δεν ενδιαφέρεται. Πήγε στο σπίτι και άλλη φορά και του ζητούσε το ίδιο αλλά και πάλι του αρνήθηκε γιατί μάλωνε και η γυναίκα του. Αυτό έγινε δυο τρεις φορές ώσπου μια μέρα πήγε στο μαγαζί του που έκανε καρέκλες και τον παρακαλούσε ότι είχε ανάγκη και τελικά συμφώνησε να το αγοράσει. Συμφώνησε να το αγοράσει για το ποσό των Λ.Κ.100, δεν θυμάται όμως ακριβώς το ποσό σήμερα. Ηταν το έτος 1968 και του το κοτσάνιασε ύστερα από δυο χρόνια. Ο Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ ολόκληρο το χωράφι που του πούλησε το έσπερνε σιτάρι. Ο Μ.Υ.17 μαζί με τη γυναίκα του το φύτεψαν αμπέλι ποικιλίας ντόπιο μαύρο, το οποίο εκρίζωσαν το 2005 και το φύτεψαν ελιές μαζί με το γαμπρό του. Κανένα πρόσωπο δεν ήρθε επιτόπου να διεκδικήσει το
  78. Εμαθε ότι το κτήμα ήταν δυο τεμάχια όταν αποτάθηκε η κόρη του (Μ.Υ.6) να εκριζώσει το αμπέλι και περίπου την ίδια περίοδο το διεκδίκησε μέσω του Κτηματολογίου η μητέρα του Ενάγοντα. Τον συμβούλεψαν από το Κτηματολόγιο, επειδή ακριβώς κατείχε το τεμάχιο από το 1968 και συνέχισε την κατοχή του Γεώργιου Εμμανουήλ, να κάνει αίτηση για να εγγραφεί στο όνομά του το 249, που όπως φάνηκε δεν είχε τίτλο. Το 249 είναι περίκλειστο, δεν έχει δημόσιο δρόμο ή μονοπάτι ή δικαίωμα διαβάσεως. Ο ίδιος έφτιαξε ιδιωτικό χωματόδρομο για τα τεμ. 726 και 249 από άλλα διπλανά τεμάχια της οικογένειάς του. Κανένας δεν ήρθε ποτέ να καλλιεργήσει ή διεκδικήσει αυτό το τεμάχιο, εκτός από τότε που άρχισε η διεκδίκηση από τη μητέρα του Ενάγοντα. Τα δυο κτήματα το 726 και το 249 επί τόπου φαίνονται ένα κτήμα και όχι δυο. Δεν είχαν σύνορα επί τόπου, όταν τα αγόρασε. Τα αγόρασε ως ένα κτήμα και έτσι του πουλήθηκαν. Τα κατείχε μαζί σαν ένα τεμάχιο μέχρι που μεταβίβασε στην κόρη του (Μ.Υ.6) το 726 που είχε τίτλο. Στην αντεξέτασή του ο Μ.Υ.17 επέμεινε στους ανωτέρω ισχυρισμούς του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του, καθώς συνάδει και με την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Το εάν το αγόρασε το 1971 Λ.Κ.100, όπως είπε στη μαρτυρία του ή Λ.Κ.330, όπως προκύπτει από το Τεκ. 33, δεν αποτελεί ουσιαστική αντίφαση, κατά την κρίση του δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη ότι μιλάμε για έναν άνθρωπο 79 ετών σήμερα, ούτε μπορεί να κριθεί αναξιόπιστος απλά και μόνο διότι δεν μέτρησε πόσες σκάλες χωράφι αγόρασε από το Σάββα Εμμανουήλ. Στο μόνο σημείο που δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.17 είναι στο ότι ειδοποιήθηκε για πρώτη φορά ότι η μητέρα του Ενάγοντα διεκδικεί το 249 το 2005, καθώς, όπως προκύπτει από την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία της πλευράς του Εναγόμενου (βλ. Μ.Υ.16) αυτός ειδοποιήθηκε για πρώτη φορά το
  79. Πραγματικά γεγονότα Η γενική χωρομετρία στην Κοίλη άρχισε στις 22.11.
  80. Το επίδικο τεμάχιο 249, Φ.Σχ. 45/28, έκτασης 6.355 τ.μ. είναι καταχωρημένο μέχρι σήμερα στο όνομα της Αναστασίας Γιαννή Κόκκινου-Θεοδόση, γιαγιάς του Ενάγοντα και μητέρας της μητέρας του Μαρίας Στυλιανού Χαραλάμπους. Η Αναστασία Γιαννή Κόκκινου ή Θεοδόση απεβίωσε το 1933 και άφησε ως μόνη κληρονόμο της τη μητέρα του Ενάγοντα. Στις 07.08.1950 η μητέρα του Ενάγοντα με την αίτηση Α1486/50 αιτήθηκε την εγγραφή επ' ονόματί της διαφόρων τεμαχίων. Με το φάκελο αυτό εκδόθηκε τίτλος στο όνομά της για τα τεμάχια 527/1 (νυν 726) και 527/
  81. Αρχικά το τεμ. 527 ήταν καταχωρημένο στο όνομα της Αννας Κυριάκου Κόκκινου, η οποία το 1927 (Δ.655/27) το μεταβίβασε στη Χριστοδούλα Κωνσταντή. Αργότερα η μητέρα του Ενάγοντα με την αίτηση Α1486/50 και με Πιστοποιητικό του Κοινοτικού Συμβουλίου Τσάδας αιτήθηκε την εγγραφή επ' ονόματί της του τεμ. 527, δυνάμει κληρονομιάς. Κατά την επιτόπια εξέταση διαπιστώθηκε ότι κατά λάθος το 527/2 χωρομετρήθηκε με το 527/
  82. Το 527/2 κατέληξε στην εγγραφή 10280 με συνιδιοκτήτριες την Ισμήνη, τη Γαλάτεια και την Αντιγόνη Δανιήλ Χαραλάμπους. Το 1/3 η Ισμήνη το μεταβίβασε στη Γαλάτεια και την Αντιγόνη, οι οποίες έγιναν συνιδιοκτήτριες κατά 1/
  83. Με την αίτηση 326/79 έγινε διαχωρισμός σε δυο τίτλους με αρ. εγγραφής 12917 και
  84. Το υπ' αρ. εγγραφής 12917 ήταν το τεμ. 527/2/2, σημερινό 728, που κατέληξε σήμερα στη Χριστιάνα Παντελή Χαραλάμπους και το υπ' αρ. εγγραφής 12916 ήταν το τεμ. 527/2/1, σημερινό 727, που κατέληξε σήμερα στην Αφροδίτη Ανδρέα Κουρίδη. Το 527/1, σημερινό 726, με αρ. εγγραφής 10279 και με την αίτηση Α1486/50 εκδόθηκε τίτλος στο όνομα της μητέρας του Ενάγοντα, η οποία το πώλησε στο Γεώργιο Σάββα Εμμανουήλ στις 26.07.1951 (αρ. φακέλου 2104/51), ο οποίος το πώλησε στις 24.02.1970 στον Εναγόμενο (αρ. φακέλου 554/70), ο οποίος το μεταβίβασε, δυνάμει δωρεάς, στη θυγατέρα του Αφροδίτη Κουρίδη στις 13.05.2004 (αρ. φακέλου Δ.2065/04). Ο Εναγόμενος κατάγεται από την Τσάδα και είναι 79 χρονών σήμερα. Παντρεύτηκε με τη σύζυγό του Αντιγόνη Κουρίδου το
  85. Πριν παντρευτεί το σπίτι του ήταν απέναντι από το σπίτι του Γεώργιου Σάββα Εμμανουήλ και ήταν καλοί φίλοι. Αργότερα όταν παντρεύτηκε και πέρασαν κάποια χρόνια ήρθε ο Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ και του ζητούσε να αγοράσει ένα κτήμα του στην περιοχή Χότζιηνη, όπου η οικογένεια της γυναίκας του είχε πολλή περιουσία. Ο ίδιος του είπε ότι δεν ενδιαφέρεται. Πήγε στο σπίτι και άλλη φορά και του ζητούσε το ίδιο αλλά και πάλι του αρνήθηκε γιατί μάλωνε και η γυναίκα του. Αυτό έγινε δυο τρεις φορές ώσπου μια μέρα πήγε στο μαγαζί του που έκανε καρέκλες και τον παρακαλούσε ότι είχε ανάγκη και τελικά συμφώνησε να το αγοράσει για το ποσό των Λ.Κ.
  86. Η συμφωνία αυτή έγινε το
  87. Η συμφωνία του Εναγόμενου με το Γεώργιο Σάββα Εμμανουήλ αφορούσε τόσο το τεμ. 726, όσο και το
  88. Αυτό συνέβη διότι τα δυο αυτά κτήματα (726 και 249) επί τόπου ήταν τότε και είναι και μέχρι σήμερα ένα ενιαίο κτήμα. Δεν είχαν σύνορα επί τόπου, όταν τα αγόρασε ο Εναγόμενος και δεν έχουν σύνορα μέχρι σήμερα. Ο Γεώργιος Σάββα Εμμανουήλ τα έσπερνε ενιαία με σιτάρι. Ο Εναγόμενος τα αγόρασε ως ένα κτήμα και έτσι του πουλήθηκαν από το Γεώργιο Σάββα Εμμανουήλ. Ο Εναγόμενος τα κατείχε από το 1968 μαζί σαν ένα τεμάχιο, μέχρι που μεταβίβασε στην κόρη του το 726 που είχε τίτλο. Η σχετική μεταβίβαση του 726 από το Γεώργιο Σάββα Εμμανουήλ στον Εναγόμενο για το ποσό των Λ.Κ.110 έγινε στις 23.02.1970 (αρ. φακέλου Π554/1970). Το κτήμα είναι συνεχές από το βόρειο σύνορο του 249 μέχρι τη δόμη που διαχωρίζει το τεμ. 726, η οποία ουσιαστικά διαχωρίζει πλαγίως το 726, ενώ δεν υπάρχει κάτι άλλο ενδιάμεσο που να διαχωρίζει τα τεμ. 249 και
  89. Επί τόπου το τεμ. 726 χωρίζεται στη μέση με τη δόμη, της οποίας δεν έχει προσδιοριστεί το ύψος. Ο Εναγόμενος, μαζί με τη γυναίκα του, φύτεψαν το κτήμα (το 249 και το μέρος του 726 μέχρι τη δόμη) αμπέλι ποικιλίας ντόπιο μαύρο το 1971, με άδεια φύτευσης από το Συμβούλιο Αμπελοοινικών Προϊόντων, με αρ. 1283/71, η οποία εκδόθηκε μόνο για το 726, για το οποίο είχε τίτλο ο Εναγόμενος, το οποίο ο Εναγόμενος εκρίζωσε το 2005 και το φύτεψε ελιές μαζί με το γαμπρό του Χριστάκη Σόλωνος. Το 249 είναι περίκλειστο, δεν έχει δημόσιο δρόμο ή μονοπάτι ή δικαίωμα διαβάσεως. Ο Εναγόμενος έφτιαξε ιδιωτικό χωματόδρομο για τα τεμ. 726 και 249 από άλλα διπλανά τεμάχια της οικογένειάς του. Κανένας δεν ήρθε ποτέ να καλλιεργήσει ή διεκδικήσει αυτό το τεμάχιο, εκτός από τότε που άρχισε η διεκδίκησή του από τη μητέρα του Ενάγοντα το έτος 1985, οπότε το πληροφορήθηκε και ο Εναγόμενος. Η αποβιώσασα Μαρία Χαραλάμπους με την αίτησή της με αρ. Α1264/85, ημερ. 28.11.1985, που έγινε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, αιτήθηκε την εγγραφή στο όνομά της διαφόρων τεμαχίων και μεταξύ αυτών και του τεμαχίου 249, χρησιμοποιώντας πιστοποιητικό της Χωριτικής Αρχής του χωρίου Κοίλη, ότι τα είχε στην ανενόχλητη και αδιαφιλονίκητη κατοχή της, δυνάμει κληρονομιάς και διανομής από τη μητέρα της Αναστασία Ιωάννη Κόκκινου, τέως από την Κοίλη. Κατά την εξέταση της αίτησης στις ή γύρω στις 16.01.1986 ο Κοινοτάρχης Κοίλης Ανδρέας Ιωάννου και τα Μέλη της Χωριτικής Αρχής απέσυραν το δήθεν πιστοποιητικό για διάφορα τεμάχια και μεταξύ αυτών και για το τεμ. 149, λόγω λανθασμένων πληροφοριών, οι οποίες εδόθησαν και η αίτησή της απορρίφθηκε. Η αποβιώσασα Μαρία Χαραλάμπους με νέα αίτησή της με αρ. Α477/05, ημερ. 30.05.2005, που έγινε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, αιτήθηκε ξανά την εγγραφή στο όνομά της διαφόρων τεμαχίων και μεταξύ αυτών και του τεμαχίου 249, χρησιμοποιώντας πιστοποιητικό κατοχής του Προέδρου της Χωριτικής Αρχής του χωρίου Κοίλη Μιχάλη Ευθυμίου ότι τα κατείχε συνέχεια και αδιαφιλονίκητα πέραν των 35 ετών δυνάμει κληρονομιάς από τη μητέρα της Αναστασία Γιαννή Κόκκινου. Στις 03.08.2005 ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοίλης απέσυρε το Πιστοποιητικό που είχε παραχωρήσει στην αποβιώσασα Μαρία Χαραλάμπους για κάποια από τα κτήματα μεταξύ των οποίων και για το τεμάχιο 249 και η αίτησή της προχώρησε για την εγγραφή ενός μόνο κτήματος. Κατά ή περί τις 30.08.2005 ο Εναγόμενος με την αίτηση Α737/05 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου αιτήθηκε την εγγραφή στο όνομά του του τεμ. 249, Φ./Σχ. 45/28 του χωρίου Κοίλη, λόγω χρησικτησίας. Στις 19.08.2008 ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου με επιστολή του ενημέρωνε τον Εναγόμενο ότι η αίτησή του εξετάσθηκε στις 20.05.2008, υποβλήθηκαν ενστάσεις από άλλα πρόσωπα, τα οποία διεκδικούν την κατοχή του τεμ. 249, Φ./Σχ. 45/28, του χωρίου Κοίλη, και για αυτό τον πληροφορούσε, ότι δεν θα εκδιδόταν τίτλος στο όνομά του, εκτός εάν προσκόμιζε διάταγμα του Δικαστηρίου που να διέτασσε την έκδοση τίτλου στο όνομά του και ως εκ τούτου η αίτησή του θα παραμεριζόταν. Ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοίλης Μιχάλης Ευθυμίου με Πιστοποιητικό του ημερ. 25.09.2006 αναφέρει ότι επανερχόταν στο θέμα και πιστοποιούσε ότι το τεμ. 249 ήταν ιδιοκτησία της Αναστασίας Γιαννή Κόκκινου που πέθανε γύρω στο 1930 και άφησε κληρονόμο της την ανήλικη θυγατέρα της Μαρία Χαραλάμπους Στυλιανού, ο πατέρας της πέθανε 10 χρόνια αργότερα, η Μαρία όταν ενηλικιώθηκε ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας της μητέρας της μέχρι το 1966 που μετοίκησε οικογενειακώς στη Λεμεσό και τη διαχείριση του τεμαχίου 249 ανέλαβε με τη συγκατάθεση της Μαρίας ο Κώστας Λοϊζου (Κωστέρη) ο οποίος κατάγεται από την Κοίλη και κατοικεί στην Τσάδα και ότι ο άνθρωπος αυτός του ανέφερε ότι καλλιεργούσε και εκμεταλλευόταν το τεμάχιο αυτό μέχρι το 1980 που διπλανοί ιδιοκτήτες του ζητούσαν να τους πουλήσει το συγκεκριμένο τεμάχιο και δεν γνώριζαν ότι δεν είναι δικό του. Μετά την εγκατάλειψη του τεμαχίου από τον Κώστα Λοϊζου διπλανός ιδιοκτήτης έκανε αυθαίρετη επέμβαση στο τεμάχιο και ότι με αυτά τα νέα στοιχεία πίστευε ότι το τεμάχιο ανήκει στη Μαρία Χαραλάμπους και παρακαλούσε να εκδοθεί τίτλος στο όνομά της. Με επιστολή προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου του δικηγόρου της αποβιώσασας, ημερ. 27.01.2006, ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της ενίστατο στην έκδοση τίτλου στο όνομα του Εναγόμενου/Αιτητή στην αίτηση Α737/
  90. Με την ίδια επιστολή ζητούσε επίσης όπως προχωρήσει η εξέταση της αίτησής της με αρ. Α477/05 και ότι θα προσκόμιζε νέα στοιχεία και μαρτυρικό υλικό για το ποιος πράγματι κατείχε και εκαρπούτο το τεμ.
  91. Ο Ενάγοντας με επιστολή, χωρίς ημερομηνία, η οποία λήφθηκε από το Κτηματολόγιο στις 14.05.2008 προέβαλλε διάφορα για την μη έκδοση τίτλου στο όνομα της αποβιώσασας. Με επιστολή, ημερ. 19.08.2008, εκ μέρους του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου, ενημερώνονταν οι Ανδρέας Κωνσταντίνου, Γεώργιος Κωνσταντίνου και Χαράλαμπος Κωνσταντίνου, ότι η ένσταση τους, ημερ. 27.01.2006, που αφορούσε την αίτηση Α737/05 του Εναγόμενου, θα παραμεριζόταν και δεν θα εκδιδόταν τίτλος στο όνομά του. Νομική Πτυχή Η λέξη χρησικτησία αναφέρεται στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ.
  92. Τα άρθρα 9, 10 και 10Α του Νόμου περιέχουν πρόνοιες αναφορικά με τη χρησικτησία, δηλαδή την απόκτηση δικαιώματος κυριότητας ακίνητης ιδιοκτησίας, δυνάμει εχθρικής κατοχής. Συγκεκριμένα μόνο το άρθρο 10 καθορίζει τις προϋποθέσεις που χρειάζεται να αποδείξει ο απαιτητής τέτοιου δικαιώματος πριν δικαιωθεί στην απαίτησή του και πριν επιτύχει εγγραφή της ξένης περιουσίας επ' ονόματί του. Τα άρθρα 9 και 10Α περιέχουν στην πραγματικότητα διατάξεις απαγορευτικές που αποκλείουν σε ορισμένες περιπτώσεις την απόκτηση δικαιώματος με βάση τη χρησικτησία. Το άρθρο 10 παρέχει δικαίωμα κυριότητας και εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας λόγω χρησικτησίας, στο πρόσωπο εκείνο που θα αποδείξει αδιαφιλονίκητη και αδιάλειπτη εχθρική κατοχή τέτοιας ιδιοκτησίας από τον ίδιο ή από τους προκατόχους του για περίοδο τριάντα τουλάχιστον χρόνων. Το άρθρο περιλαμβάνει δυο επιφυλάξεις που έχουν πολύ ουσιώδη σημασία. Η πρώτη επιφύλαξη είναι ότι οι πρόνοιες του άρθρου δεν επηρεάζουν την περίοδο χρησικτησίας αναφορικά με οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία που άρχισε πριν την 1.9.1946 και όλα τα θέματα που αφορούν τη χρησικτησία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου θα ρυθμίζονται όχι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 10, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες των νομοθετημάτων που καταργήθηκαν με το άρθρο 10, δηλ. βασικά εκείνες του Οθωμανικού Δικαίου. Η δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 10 αναφέρεται στις πρόνοιες των Νόμων για χρησικτησία που βρισκόντουσαν σε ισχύ μέχρι την 1.9.1946, σύμφωνα με τις οποίες η περίοδος της χρησικτησίας ήταν δυνατό να παραταθεί για ακαθόριστο χρόνο εάν υπήρχε κάποια αναγνωρισμένη ανικανότητα του ιδιοκτήτη της επίδικης περιουσίας. Σαν αποτέλεσμα της δεύτερης αυτής επιφύλαξης του άρθρου 10, η περίοδος χρησικτησίας δεν παρατείνεται πέραν των 30 χρόνων έστω και εάν τέτοια ανικανότητα εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη συμπλήρωση της χρησικτησίας. Οι πρόνοιες του άρθρου 10 δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Στην Χρίστου Χ΄΄ Λοϊζου Στόκκα V Χριστίνας Αργυρού Σολωμή
(1956)21 CLR. 209, ο εφεσείων πρόβαλε το επιχείρημα ότι η ορθή ερμηνεία του άρθρου 10 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η περίοδος παραγραφής αναφορικά με μη εγγεγραμμένη περιουσία που άρχισε πριν το 1946 και δεν συμπληρώθηκε μέχρι το 1946 θα πρέπει να είναι 30 χρόνια, δηλ. αυτή που προνοείται στο άρθρο
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση και είπε ότι όπου η παραγραφή αφορά ακίνητη περιουσία μη εγγεγραμμένη, εάν η περίοδος άρχισε πριν την 1.9.1946, όλα τα σχετικά με την παραγραφή θέματα, συμπεριλαμβανομένης της χρονικής της διάρκειας, καθορίζονται από τον παλαιό Νόμο, ανεξάρτητα αν η περίοδος παραγραφής έχει συμπληρωθεί ή όχι πριν την 1.9.
  2. Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Χριστοφή Γιαννή Δίπλαρου V Φωτούς Νικόλα
(1974)1 CLR. 198. Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται κάποιος για να επιτύχει σε απαίτηση που στηρίζεται στη χρησικτησία είναι η κατοχή κάποιας ακίνητης ιδιοκτησίας από μη δικαιούμενο πρόσωπο. Το βάρος απόδειξης, όχι μόνο αναφορικά με τη χρονική διάρκεια της κατοχής, αλλά και αναφορικά με τη φύση και έκταση της κατοχής βρίσκεται πάνω στους ώμους εκείνου του προσώπου που χωρίς να έχει δικαίωμα που να πηγάζει είτε από αγορά είτε από κληρονομία της επίδικης περιουσίας προβάλλει την απαίτηση να αναγνωρισθεί σαν ιδιοκτήτης της και βασίζει την απαίτησή του στη χρησικτησία. Στην υπόθεση Αγάθης Χαραλάμπους, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του Χαράλαμπου Νεοφύτου V Ιωάννη Κ. Ιωαννίδη
(1969)1 C.L.R. 72, αποφασίσθηκε ότι η κατοχή πρέπει να αποδειχθεί με μαρτυρία που να δεικνύει ότι το μη δικαιούμενο πρόσωπο κάνει όλες τις πράξεις που συνθέτουν την κατοχή που η φύση της ακίνητης ιδιοκτησίας επιτρέπει. Πρέπει να υπάρχει κατοχή και ουσιαστική χρήση όλης της έκτασης της επίδικης περιουσίας αποκλειστικά από το μη δικαιούμενο πρόσωπο με τρόπο και σε βαθμό που να αποκλείει τον ιδιοκτήτη από οποιαδήποτε κατοχή ή χρήση της ίδιας περιουσίας. Ο τρόπος άσκησης της κατοχής εξαρτάται από τη χρήση της ακίνητης ιδιοκτησίας και είναι ανάλογη προς τη χρήση ή κάρπωση που είναι δυνατό να τύχει αυτή η περιουσία. Το σημαντικότερο κριτήριο είναι η ουσιαστικότητα της κατοχής. Στις αποφάσεις τονίζεται επανειλημμένα ότι η κατοχή πρέπει να είναι ουσιαστική (substantial) και πραγματική (actual). Πρέπει επίσης να υπάρχει σε αυτή το animus domini, δηλαδή να ασκείται με τρόπο που να φανερώνει την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας πάνω σε αυτή. Η όλη συμπεριφορά του προσώπου που ασκεί την κατοχή θα πρέπει να είναι συμπεριφορά ιδιοκτήτη. Η κατοχή πρέπει να είναι φανερή και συνεχής (βλ. σχετικά Αννα Σωτηρίου V Κληρονόμοι Δέσποινας Χ΄΄ Πασχάλη
(1962)C.L.R. 280, Θέκλα Γιάγκου Αραδιππιώτη V Χρίστος Κυριάκου και άλλοι
(1971)1 C.L.R. 381 και Χριστοφής Γιαννή Δίπλαρος V Φωτούς Νικόλα
(1974)1 C.L.R. 198). Η ανέγερση οικοδομών πάνω στην επίδικη ιδιοκτησία από το πρόσωπο που ασκεί την κατοχή χωρίς άδεια οικοδομής αποτελεί μεν αδίκημα, όμως δεν καθιστά την κατοχή της περιουσίας παράνομη ώστε να είναι αδύνατο να λογίζεται προς όφελος του κατόχου για σκοπούς χρησικτησίας. Η παράνομη οικοδομική πράξη πάνω στην περιουσία δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι το πρόσωπο κατέχει την περιουσία nec vi, nec clam, nec precario, δηλ. όχι σαν αποτέλεσμα βίας, όχι κρυφά και όχι με την άδεια του ιδιοκτήτη. Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Κεφ. 224 "εχθρική κατοχή", μαζί με τις γραμματικές παραλλαγές και συγγενείς εκφράσεις του όρου αυτού, σημαίνει κατοχή από πρόσωπο που δεν δικαιούται σε αυτή, όταν η ρητή ή η εξυπακουόμενη συναίνεση ή άδεια του προσώπου που δικαιούται με τον τρόπο αυτό στην κατοχή αυτή δεν δόθηκε ή λήφθηκε. Επομένως δεν μπορεί να υπάρχει εχθρική κατοχή και συνακόλουθα χρησικτησία εάν υπάρχει η ρητή ή εξυπακουόμενη συγκατάθεση ή άδεια του δικαιούχου. Περαιτέρω για να είναι αποτελεσματική η κατοχή πρέπει να είναι όχι μόνο εχθρική, αλλά και αδιαφιλονίκητη (undisputed) και αδιάλειπτη (uninterrupted). Και οι δυο έννοιες έχουν πάντοτε ερμηνευθεί σε συνάρτηση η μια με την άλλη. Η ύπαρξη φιλονικίας ή αμφισβήτησης προκαλεί κατά νόμο διακοπή της κατοχής. Εάν ένα περιστατικό αναγνωρισμένης από το νόμο φιλονικίας, όπως και οποιοσδήποτε άλλος αναγνωρισμένος λόγος προκαλέσει διακοπή της κατοχής πριν συμπληρωθεί η αναγκαία διάρκειά της, η περίοδος που παρήλθε μέχρι τη διακοπή δεν λογίζεται για σκοπούς χρησικτησίας. Εάν βεβαίως, μετά το συμβάν που προκάλεσε τη διακοπή, το μη δικαιούμενο πρόσωπο συνεχίσει να κατέχει την ακίνητη ιδιοκτησία, η περίοδος παραγραφής αρχίζει από την αρχή. Η περίοδος παραγραφής δεν λογίζεται εάν είναι αποτέλεσμα αθροίσματος δυο ή περισσοτέρων περιόδων κατοχής. Για να είναι αποτελεσματική πρέπει να είναι μια, συνεχής και αδιάλειπτη. Τι είδους φιλονικία ή αμφισβήτηση (dispute) όμως είναι ικανή να διακόψει την κατοχή; Αρκεί μια διαμαρτυρία ή αποστολή επιστολών μέσω δικηγόρου; Η απάντηση είναι αρνητική. Στην υπόθεση Σάββα Χ΄΄ Κυριάκου V Διευθυντή Δασών 3 C.L.R. 87, η φράση «άνευ φιλονικίας» (without dispute) στο σχετικό με τη χρησικτησία άρθρο 78 του Οθωμανικού Περί Γαιών Κώδικα, ερμηνεύθηκε ότι καλύπτει μόνο φυσική ενόχληση ή αμφισβήτηση, με δικαστική αγωγή. Η ίδια ερμηνεία πρέπει να δοθεί και στη λέξη «αδιαφιλονίκητη» (undisputed) που χρησιμοποιείται στο άρθρο 10 του Κεφ. 224. Η καταχώρηση αγωγής θεωρήθηκε ότι προκάλεσε διακοπή της παραγραφής και στην υπόθεση Ελένη Αγγελή V Σάββα Λαμπή και άλλων
(1963)2 C.L.R.
  1. Στην υπόθεση της Αννούς Χ΄΄ Ττοφή Κανναφκιά V Κλεοπάτρας Αργυρού και άλλων (19 C.L.R. 186) η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι η κατοχή από την εναγόμενη διακόπηκε το 1929 γιατί η ενάγουσα είχε τότε υποβάλει στο Κτηματολόγιο αίτηση για την εγγραφή της επίδικης περιουσίας στο όνομά της και ότι το γεγονός αυτό αποτελούσε αμφισβήτηση ή φιλονικία (dispute) από μέρους της ενάγουσας στην ξένη κατοχή της περιουσίας, αρκετή για να προκαλέσει διακοπή της παραγραφής. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό της ενάγουσας. Εφαρμογή νομικής πτυχής στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης Από την αξιολόγηση της μαρτυρίας έχει απορριφθεί η εκδοχή του Ενάγοντα για την κατοχή και χρήση του επίδικου τεμαχίου 249 πριν το
  2. Αντίθετα έχει προκύψει, ως πραγματικό γεγονός, ότι ο Εναγόμενος κατείχε το 249 από το 1968 μαζί σαν ένα τεμάχιο με το 726 και ότι ο Εναγόμενος, μαζί με τη γυναίκα του, φύτεψαν το κτήμα (το 249 και το μέρος του 726 μέχρι τη δόμη) αμπέλι ποικιλίας ντόπιο μαύρο το 1971, με άδεια φύτευσης από το Συμβούλιο Αμπελοοινικών Προϊόντων, με αρ. 1283/71, η οποία εκδόθηκε μόνο για το 726, για το οποίο είχε τίτλο ο Εναγόμενος, το οποίο ο Εναγόμενος εκρίζωσε το 2005 και το φύτεψε ελιές μαζί με το γαμπρό του Χριστάκη Σόλωνος. Από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχει επίσης προκύψει, ότι, κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου, κανένας δεν επιχείρησε ποτέ να καλλιεργήσει ή διεκδικήσει αυτό το τεμάχιο, εκτός από τότε που άρχισε η διεκδίκησή του από τη μητέρα του Ενάγοντα το έτος 1985, οπότε το πληροφορήθηκε και ο Εναγόμενος, καθώς επίσης ότι, πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 17.12.2008, η διεκδίκηση του 249 από την αποβιώσασα Μαρία Χαραλάμπους περιορίστηκε στην καταχώρηση δυο αιτήσεων στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για την εγγραφή του επ' ονόματί της λόγω χρησικτησίας (Α1264/85 και Α477/05). Συνακόλουθα ο Εναγόμενος, κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 10 του Κεφ. 224, εφόσον κατείχε, αδιαφιλονίκητα και αδιάλειπτα, το 249 για πλήρη περίοδο πέραν των τριάντα ετών (από το 1968 μέχρι το 1998 και μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής), είναι το πρόσωπο που δικαιούται να το εγγράψει στο όνομά του. Κατάληξη Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω, ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την απαίτησή του και ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Περαιτέρω κρίνω ότι ο Εναγόμενος έχει αποδείξει την ανταπαίτησή του και ως τούτου εκδίδεται: Α) Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίζεται ότι ο Εναγόμενος είναι το πρόσωπο που δικαιούται να λογίζεται ως ο κύριος και να εγγραφεί ως ο νόμιμος ιδιοκτήτης του τεμαχίου 249, Φ./Σχ. 45/28 του χωριού Κοίλης, έκτασης 6355 τ.μ., μερίδιο ΟΛΟ, δυνάμει αδιαφιλονίκητης και αδιάλειπτης εχθρικής κατοχής, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Κεφ.
  3. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάσσεται το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου να εγγράψει στο όνομα του Εναγόμενου το Πιστοποιητικό Εγγραφής του τεμαχίου 249, Φ./Σχ. 45/28 του χωριού Κοίλης, έκτασης 6355 τ.μ., μερίδιο ΟΛΟ. Οσον αφορά τα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα. Ενόψει της συνεκδίκασης της αγωγής και της ανταπαίτησης ο Εναγόμενος δικαιούται στην πληρωμή ενός σετ εξόδων. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Χρησικτησία, δυνάμει αδιαφιλονίκητης και αδιάλειπτης εχθρικής κατοχής - Ανάλυση προνοιών άρθρου 10 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Εγγραφή, Διακατοχή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 - Σε ποιες περιπτώσεις διακόπτεται η περίοδος παραγραφής). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.