← Κύπρος

ΑΡΓΥΡΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ICE DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 659/12, 29/3/2013

ΑΡΓΥΡΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ICE DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 659/12, 29/3/2013 ακύρωση και ή τον παραμερισμό της τελικής απόφασης του Δικα ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 659/12 Μεταξύ: ΑΡΓΥΡΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Εναγόντων - και - ICE DEVELOPERS LTD Εναγομένων Αίτηση για παραμερισμό απόφασης ημερ. 30.5.12 Ημερομηνία: 29.3.2013. Για Αιτητές - Εναγόμενους: κ. Καλαβάς. Για Καθ' ων η αίτηση - Ενάγοντες: κ. Γ. Σιαηλής. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι (στο εξής οι Αιτητές) αιτούνται διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η απόφαση, η οποία εκδόθηκε εναντίον τους, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, στις 8.5.12. Ζητούν επίσης όπως το Δικαστήριο τους επιτρέψει την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και έκθεσης υπεράσπισης. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 30.5.12 και βασίζεται στις Δ.17 Κ.10 και Δ.48 Κ.1, 2, 3, 7 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του Παύλου Ελευθεριάδη διευθυντή των Αιτητών, στην οποία υποστηρίζει τα ακόλουθα: Την 25.5.12 του επιδόθηκε με δικαστικό επιδότη ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 211(
  2. e)του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 με την οποία καλούνται οι Αιτητές να καταβάλουν εντός 21 ημερών ποσόν €66.848,48 πλέον τόκους προς 5,5% το χρόνο από 13.3.12 πλέον έξοδα εκ €985 με τόκο 5,5% πλέον Φ.Π.Α. και €11 έξοδα επίδοσης. Στην εν λόγω ειδοποίηση επισυνάπτεται και αντίγραφο της απόφασης, την οποία οι Ενάγοντες (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) εξασφάλισαν την 8.5.12 στην ανωτέρω αγωγή. Ως εκ των άνω οι Αιτητές έλαβαν για πρώτη φορά γνώση για έκδοση της πιο πάνω απόφασης την 25.5.12. Από έρευνα που διενήργησε στα γραφεία των Αιτητών διαπίστωσε ότι η αγωγή επιδόθηκε στον ίδιο την 2.4.12. Δεν επισκέφθηκε το δικηγόρο των Αιτητών και δεν έδωσε οδηγίες για καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως λόγω προβλημάτων υγείας. Συγκεκριμένα έπασχε από πόνους στον αριστερό νεφρό και αιματουρία λόγω πέτρας στα νεφρά. Η κατάσταση του επιδεινώθηκε την επόμενη ημέρα από την επίδοση της αγωγής και έτσι επισκέφθηκε το χειρούργο-­ουρολόγο ιατρό Δρα Κώστα Παπαδόπουλο, ο οποίος του σύστησε συντηρητική φαρμακευτική αγωγή για αποβολή του λίθου, συχνές εξετάσεις για παρακολούθηση της κατάστασης του και τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης σε περίπτωση μη βελτίωσης. Παρόλο που η κατάσταση του βελτιώθηκε μετά τη λήψη φαρμάκων και οι πόνοι δεν ήταν τόσο έντονοι όσο προηγουμένως, δεν υπήρξε πλήρης αποθεραπεία. Προς απόδειξη των ανωτέρω ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι υπέβαλε στην ασφαλιστική του εταιρεία απαίτηση για κάλυψη των ιατρικών του εξόδων και έτσι ο Δρ. Παπαδόπουλος συμπλήρωσε έντυπο της ασφαλιστικής εταιρείας, το οποίο περιέχει πλήρη περιγραφή των προβλημάτων που αντιμετώπισε (αντίγραφο αυτού επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α). Λόγω των πιο πάνω προβλημάτων υγείας πρωταρχικό μέλημα του ήταν η βελτίωση της υγείας του και όχι η αντιμετώπιση της εναντίον των Αιτητών αγωγής. Περαιτέρω λόγω της κατάστασης της υγείας του, χωρίς να έχει οιαδήποτε πρόθεση καταφρόνησης του Δικαστηρίου, δεν έδωσε τη σημασία που θα έπρεπε στην αγωγή, το κλητήριο ένταλμα της οποίας τοποθέτησε σε ντουλάπι στα γραφεία των Αιτητών και παρέμεινε ξεχασμένο εκεί. Περαιτέρω οι Αιτητές έχουν καλή υπεράσπιση διότι: (α) Ουδέποτε πραγματοποιήθηκε επιμέτρηση και/ή καταγραφή των εργασιών που κατ' ισχυρισμόν διενεργήθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση. Ο ισχυρισμός αυτών για εργασίες αξίας €378.206,31 είναι μονομερής και αυθαίρετος. Με το ποσόν που οι Καθ' ων η αίτηση παραδέχονται ότι εισέπραξαν υπήρξε πλήρης εξόφληση των όποιων εργασιών έγιναν. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε απέστειλαν προς τους Αιτητές οποιονδήποτε λογαριασμό. (β) Οι Καθ' ων η αίτηση δεν περιγράφουν στην έκθεση απαιτήσεως και/ή δεν αποκαλύπτουν λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμόν οφειλής ή των εργασιών τις οποίες επικαλούνται. (γ) Οι Καθ' ων η αίτηση υπερχρέωναν τους Αιτητές. Το ποσό που διεκδικούν οι Καθ' ων η αίτηση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία των εργασιών που διενεργήθηκαν. (δ) Οι διάδικοι συμφώνησαν να αγοράσουν οι Καθ' ων η αίτηση ένα διαμέρισμα από τους Αιτητές δηλαδή το διαμέρισμα με το διακριτικό αριθμό 203, Block Ε στο κτιριακό συγκρότημα ELEONORA. Το τίμημα πωλήσεως του ακινήτου θα εξοφλείτο με αποκοπή ποσοστού 30% από τα ποσά που κατά καιρούς οφείλονταν προς τους Καθ' ων η αίτηση δυνάμει τιμολογίων. Η συμφωνία για την αγορά του διαμερίσματος ουδέποτε τερματίστηκε και ουδέποτε απεσύρθη από το Κτηματολόγιο. Την 28.5.12 ο μάρτυρας εξασφάλισε αντίγραφο της συμφωνίας, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β). (ε) Κάθε φορά που εκδίδονταν τιμολόγια από τους Καθ' ων η αίτηση, ποσοστό 70% των τιμολογίων εξοφλείτο με μετρητά, ενώ το υπόλοιπο 30% λογιζόταν ως πληρωμή από τους Καθ' ων η αίτηση έναντι του τιμήματος του ακινήτου, που συμφώνησαν να αγοράσουν. Εάν αποδείξουν οι Καθ' ων η αίτηση ότι ποσοστό εργασίας, που διενήργησαν, δεν πληρώθηκε τοις μετρητοίς, η αξία της εργασίας αυτής λογίσθηκε ως πληρωμή του διαμερίσματος το οποίο αγοράσθηκε από τους Αιτητές. (ζ) Ο δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση κάλεσε τους Αιτητές με επιστολή ημερ. 29.2.12 (αντίγραφo της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ) να επιστρέψουν ποσόν €80.538,98 το οποίο κατ' ισχυρισμόν κατεβλήθη υπό μορφή αποκοπής (αντιπαροχής) για την ανέγερση του διαμερίσματος. Εν όψει όλων των ανωτέρω πιστεύει ότι είναι δίκαιο, εύλογο και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να παραμερισθεί η εναντίον των Αιτητών απόφαση. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν στις 13.3.13 ένσταση στην αίτηση, η οποία στηρίζεται στις Δ.35 Κ.18 και Δ.48 Κ.1-9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1. Ο τίτλος της αίτησης είναι λανθασμένος. 2. Η ένορκη δήλωσης του διευθυντή των Αιτητών δεν αποκαλύπτει νομικό υπόβαθρο ή πραγματικά γεγονότα για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. 3. Θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να παραμεριστεί η απόφαση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που αποκαλύπτονται στην ένορκη δήλωσης των Αιτητών και ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για παραμερισμό. 4. Οι Αιτητές δεν έχουν καμία και/ή καμία βάσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. 5. Δεν παρέχονται καθόλου και/ή επαρκή και/ή βάσιμα δικαιολογητικά για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση Σωφρόνη Σωφρονίου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Το κλητήριο ένταλμα στην αγωγή επιδόθηκε στους Αιτητές την 2.4.12 και εκδόθηκε εναντίον τους απόφαση στις 8.5.12 λόγω παράλειψης καταχωρήσεως σημειώματος εμφανίσεως. Στις 22.5.12 οι Καθ' ων η αίτηση απέστειλαν επιστολή μέσω του δικηγόρος τους προς τους Αιτητές και καλούσαν όπως εντός 21 ημερών από την επίδοση της επιστολή πληρώσουν το ποσό της απόφασης αλλιώς θα προχωρούσαν στην αίτηση διάλυσης της εταιρείας. Η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε στους Αιτητές την 5.6.12 και όχι στις 22.5.12 ως αναληθώς ισχυρίζεται ο διευθυντής των Αιτητών. Οι Αιτητές έλαβαν γνώση της ύπαρξης της αγωγής αυτής από τις 2.4.12 που τους επιδόθηκε και παρέλειψαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφανίσεως και/ή να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα για την υπεράσπιση της. Προχώρησαν δε σε καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 30.5.12 και αφού ο διευθυντής τους ομολογεί ότι δεν έδωσε οδηγίες ως έπρεπε έστω και αν μπορούσε να πράξει τούτο. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφορικά με το λόγο που οι Αιτητές δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης αλλά και για την ύπαρξη υπεράσπισης είναι αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι. Ουδέποτε οι Αιτητές επικοινώνησαν με τους Καθ' ων η αίτηση για να διαμαρτυρηθούν για την καταχώρηση της αγωγής. Αντί αυτού έγινε συνάντηση στο γραφείο του δικηγόρου των Αιτητών με μοναδικό σκοπό την εξεύρεση λύσης για πληρωμή των Αιτητών όπου ενώπιον του διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση και των δικηγόρων έγινε παραδοχή για την ύπαρξη της οφειλής. Ως εκ τούτου οι Αιτητές καμία και/ή καμία βάσιμη υπεράσπιση έχουν στην αγωγή και ο μοναδικός σκοπός για τον οποίο καταχώρησαν την αίτηση παραμερισμού είναι για σκοπούς καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης για διάλυσης της εταιρείας και για να αποποιηθούν των ευθυνών τους. Ως εκ των άνω ζητείται η απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον των Αιτητών. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό. Νομική Πτυχή. Οι αρχές που διέπουν το θέμα του παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Evans v. Bartlam

(1937)2 All E.R. 646 και έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται και στην Κυπριακή νομολογία (βλ. Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Η γενική αρχή του Δικαίου όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο Αιτητής πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του να εμφανισθεί (βλ. Phylactou ανωτέρω) και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης μπορεί να αποτελέσουν λόγους για απόρριψη της αίτησης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36). Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχει διακριτικό χαρακτήρα. Μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιακούς για την απονομή της δικαιοσύνης ήτοι από τη μια την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη της ταχείας διεκπεραίωσης των διαδικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Phylactou ανωτέρω, πέραν των πιο πάνω, προστίθεται ότι «η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας». Το βάρος απόδειξης φέρει σε τέτοιους είδους αιτήσεις ο Εναγόμενος - Αιτητής. Όσον αφορά το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης αυτή πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou (ανωτέρω) επεξηγήθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το αποδεικτικό δε αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί για το σκοπό αυτό από τον Αιτητή πρέπει να είναι λοιπόν υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλης έγγραφης μαρτυρίας που να επισυνάπτεται σε αυτήν, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 Κ.1 (βλ. Evans ανωτέρω και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Χρειάζεται δηλ. κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής από τον Αιτητή διαφορετικής από αυτή του Καθ' ου η αίτηση. Πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εξυπακούεται ότι πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών (βλ. Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1Α Α.Α.Δ. 364 με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει αναφερθεί ότι το «απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση» (βλ. και Phylactou ανωτέρω). Συνεπώς προκύπτει από τη νομολογία ότι με μόνη την αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος ο παραμερισμός της απόφασης. Η αίτηση μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Το γεγονός πως ένας Αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά ικανοποιητική δικαιολογία. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (βλ. Miluca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Κουμουλή ν. Yasmingh κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφόρου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2000)1 Α.Α.Δ. 86 και Φραντζής ανωτέρω). Πριν προχωρήσω στην ουσία της παρούσας αίτησης θα εξετάσω τον πρώτο λόγο ένστασης των Καθ' ων η αίτηση ότι δηλ. ο τίτλος της αίτησης είναι λανθασμένος. Η Δ.48 Κ.2
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προβλέπει ότι μια αίτηση δια κλήσεως πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον Τύπο 46 που περιλαμβάνεται στο Παράρτηµα Α (Appendix Α). Στον εν λόγω Τύπο φαίνεται ότι στο σώμα (τίτλο) της αίτησης πρέπει να αναγράφονται οι διάδικοι. Σε περίπτωση λοιπόν που δεν έχει επέλθει, μετά την καταχώρηση της αγωγής, οποιαδήποτε τροποποίηση του τίτλου της τότε θα πρέπει λογικά να αναφέρονται οι αρχικώς αναγραφόμενοι διάδικοι. Στην παρούσα περίπτωση πράγματι στον τίτλο της αίτησης αναγράφονται ως Ενάγοντες οι «ΑΡΓΥΡΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΛΤΔ» αντί οι «ΑΡΓΥΡΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ» ως αναγράφεται στον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος. Είναι λοιπόν εμφανές ότι η αίτηση, όσον αφορά το εν λόγω θέμα, δεν συμμορφώνεται με τον προβλεπόμενο για αυτές τις περιπτώσεις Τύπο 46 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα λοιπόν που εγείρεται είναι κατά πόσο ενόψει αυτού η υπό κρίση αίτηση διασώζεται από τις διατάξεις της Δ.64. Στην Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 κρίθηκε ότι ο σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση, η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη. Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία, η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
  1. Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα. Τονίστηκε δε ότι η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς και δεν παρέχεται εξουσία να θεραπεύει θεμελιώδεις παραλείψεις. Αναφέρθηκε επίσης ότι η Δ.64 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο, στο βαθμό που αυτό είναι εύλογο και ορθό, για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο λόγω της αλόγιστης προσήλωσης στους διαδικαστικούς θεσμούς. Στην ίδια υπόθεση εξετάσθηκε πως επιτυγχάνεται η θεραπεία της παρατυπίας με βάση τη Δ.64 και τέθηκαν οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  6. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον"». Στην κρινόμενη περίπτωση πρόκειται απλώς για μη συμμόρφωση με τον προβλεπόμενο από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Τύπο της αίτησης. Δεν πρόκειται για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ούτε για παραβίαση βασικών νομικών αρχών. Πρόκειται λοιπόν περί παρατυπίας, η οποία είναι θεραπεύσιμη. Σίγουρα οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν παραιτηθεί από το δικαίωμα που τους παρέχεται λόγω της παρατυπίας. Οι Αιτητές δε δεν έλαβαν μέτρα για θεραπεία αυτής. Από την άλλη όμως είναι εμφανές από το σώμα της αίτησης ότι με αυτήν επιδιώκεται ο παραμερισμός της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσης αγωγής υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και όχι υπέρ κάποιου άλλου προσώπου. Στον δε τίτλο της αίτησης δεν αναγράφεται κάποιο εντελώς διαφορετικό όνομα από αυτό των Εναγόντων αλλά απλώς απουσιάζουν οι λέξεις «& ΥΙΟΙ». Δεν υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία ως προς το εναντίον ποιού εγείρεται η παρούσα αίτηση. Περαιτέρω κρίνω ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν υποστεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Αντίθετα έχουν λάβει μέρος στη διαδικασία και έχουν υποστηρίξει τις θέσεις τους έχοντας υπόψη όλα τα δεδομένα. Το μέγεθος δε της παρατυπίας αυτής δεν είναι, ενόψει και των όσων έχουν προαναφερθεί, μεγάλο. Ως έχει προλεχθεί, η Δ.64 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε διάδικο λόγω της τυπικής προσήλωσης στους διαδικαστικούς κανονισμούς. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει την ευχέρεια να απονέμει δικαιοσύνη επί της ουσίας και όχι να απορρίπτονται διαδικασίες με την διαπίστωση απλών παρατυπιών. Ενόψει των ανωτέρω ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδω διάταγμα απαλλαγής από την υπό αναφορά παρατυπία. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Στη συνέχεια θα προχωρήσω στην εξέταση του θέματος της παράλειψης ή μη των Αιτητών να εμφανιστούν καθώς επίσης και το κατά πόσο υπάρχει καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Για το σκοπό δε αυτό κρίνω ότι είναι αναγκαίο όπως προβώ σε μια αναδρομική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Από την εξέταση του φακέλου της υπόθεσης προκύπτουν λοιπόν τα ακόλουθα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 13.3.
  7. Στο φάκελο υπάρχει ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 9.4.12 στην οποία αναφέρεται ουσιαστικά ότι αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκε στους Αιτητές, μέσω του διευθυντή αυτών Παύλου Ελευθεριάδη, στις 2.4.
  8. Δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης για τους Αιτητές και στις 20.4.12 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν, ενόψει αυτού, αίτηση για απόφαση εναντίον των Αιτητών. Στη βάση της πιο πάνω αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστήριζε εκδόθηκε στις 8.5.12, εναντίον των Αιτητών, η απόφαση της οποίας με την παρούσα ζητείται ο παραμερισμός. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε ως προαναφέρθηκε στις 30.5.
  9. Αναφορικά με το κατά πόσο υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης το θέμα αυτό προφανώς κρίνεται με βάση το χρόνο που διέρρευσε από τότε που οι Αιτητές έλαβαν γνώση της έκδοσης της εναντίον τους απόφασης μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης. Οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι έλαβαν γνώση της απόφασης στις 25.5.12 όταν επιδόθηκε στον διευθυντή αυτών ειδοποίηση, δυνάμει του άρθρου 211(e) του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στην οποία επισυναπτόταν και η απόφαση. Από την άλλη οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι έστειλαν τέτοια ειδοποίηση στις 22.5.12 αλλά αυτή επιδόθηκε στους Αιτητές την 5.6.
  10. Σε σχέση όμως με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν είναι λογικό οι Αιτητές να έλαβαν γνώση της απόφασης με τον τρόπο αυτό στις 5.6.12 εφόσον η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε στις 30.5.12 δηλ. πριν την ισχυριζόμενη επίδοση. Εν πάση δε περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και να μην γινόταν δεκτό ότι οι Αιτητές έλαβαν γνώση της απόφασης την 25.5.12 ως ισχυρίζονται, με δεδομένο ότι η αίτηση καταχωρήθηκε ουσιαστικά 22 μόνο μέρες μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης, κρίνω ότι στοιχειοθετείται η μη ύπαρξη ιδιαίτερης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση της. Όσον αφορά την παράλειψη των Αιτητών να εμφανισθούν στην αγωγή αυτοί δέχονται ότι η αγωγή τους επιδόθηκε μέσω του διευθυντή τους στις 2.4.12 αλλά υποστηρίζουν ότι ο τελευταίος λόγω προβλήματος υγείας ουσιαστικά αμέλησε να αναθέσει την υπόθεση σε δικηγόρο ώστε να καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης. Σε σχέση με αυτό πρέπει να λεχθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβήτησαν ουσιαστικά την ύπαρξη του προαναφερόμενου προβλήματος υγείας καθώς και ότι αυτό εμφανίσθηκε στις 3.4.12 δηλ. την επομένη της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος αλλά το μόνο που αναφέρουν είναι ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι. Η ύπαρξη όμως του εν λόγω προβλήματος επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο Α, που συνοδεύει την ένορκη δήλωση του Παύλου Ελευθεριάδη, το οποίο είναι αντίγραφο εγγράφου ημερ. 3.4.12, υπογραμμένο από τον Δρα Παπαδόπουλο, χειρουργό-ουρολόγο. Στο Τεκμήριο Α φαίνεται ότι στις 3.4.12 ο διευθυντής των Αιτητών παρουσίασε μακροσκοπική αιματουρία και κωλικό του αριστερού νεφρού με άλγος στην αριστερή νεφρική χώρα, λόγω μικρού λίθου στον αριστερό ουρητήρα. Δόθηκε δε σε αυτόν συντηρητική αγωγή για αποβολή του λίθου για 15 ημέρες και συνεστήθη σε περίπτωση μη αυτόματης αποβολής χειρουργική επέμβαση. Όσον αφορά την περαιτέρω κατάσταση της υγείας του διευθυντή των Αιτητών, οι Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβήτησαν και πάλι ουσιαστικά ότι παρά το ότι η κατάσταση του βελτιώθηκε μετά τη λήψη φαρμάκων, δεν υπήρξε πλήρης αποθεραπεία. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω κρίνεται βάσιμη η δικαιολογία ότι πρωταρχικό μέλημα του διευθυντή των Αιτητών ήταν η βελτίωση της υγείας του και όχι η αντιμετώπιση της εναντίον των Αιτητών αγωγής και ότι λόγω αυτού δεν έδωσε τη δέουσα σημασία και το κλητήριο ένταλμα της αγωγής παρέμεινε ξεχασμένο σε ντουλάπι στα γραφεία των Αιτητών όπου ο διευθυντής αυτών το τοποθέτησε. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω αλλά και το ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε στις 2.4.12, η μονομερής αίτηση για έκδοση της επίδικης απόφασης καταχωρήθηκε στις 20.4.12 και η απόφαση εκδόθηκε στις 8.5.12 δηλ. ο χρόνος από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Αιτητές μέχρι την έκδοση της απόφασης δεν ήταν μεγάλος, κρίνω ότι έχει καταδειχθεί ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη αδιαφορία και παράλειψη των Αιτητών να εμφανισθούν στην αγωγή και μάλιστα τέτοια ώστε να προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των αντιδίκων τους. Ερχόμενος τώρα στο καίριο θέμα του κατά πόσο οι Αιτητές έχουν αποκαλύψει στο δέοντα βαθμό εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η αξίωση των Εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης είναι για το ποσό των €68,848.48, ως υπόλοιπο οφειλής των Εναγομένων για ξυλουργικές εργασίες που τους πρόσφεραν οι Ενάγοντες στα πλαίσια πολυετούς συνεργασίας τους (οι εργασίες ήταν συνολικού ύψους €378,206.31 και πληρώθηκε ποσό €311,357.83). Περαιτέρω αναφέρεται ότι κατά ή περί την 2.11.11 οι Ενάγοντες απέστειλαν στους Εναγόμενους συνολική κατάσταση λογαριασμού όπου φαινόταν το πιο πάνω αναφερόμενο υπόλοιπο και οι Εναγόμενοι υποσχέθηκαν ότι ήταν θέμα χρόνου η εξόφληση της οφειλής τους αλλά παρά το ότι ειδοποιήθηκαν σχετικά πολλές φορές παρέλειψαν να εξοφλήσουν. Οι σχετικοί ισχυρισμοί των Αιτητών έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω. Οι Καθ' ων η αίτηση με την ένορκη δήλωση του διευθυντή αυτών αρνούνται ουσιαστικά τους ισχυρισμούς αυτούς. Είναι σαφές δε ότι δεν τίθεται θέμα απόδειξης των ισχυρισμών του Αιτητή ούτε και αξιολόγησης της μαρτυρίας με σκοπό την κατάρριψη αντιφατικών ισχυρισμών ή διαπίστωση γεγονότων στο στάδιο αυτό (βλ. Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας ν. Δέσποινας Αρτέμη
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1762). Παρόλα αυτά, ως έχει προαναφερθεί, για να αποδείξουν οι Αιτητές την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην παρούσα χρειάζεται κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα ανωτέρω, από τα όσα παρέθεσαν οι Αιτητές παρατηρούνται τα ακόλουθα: Οι Αιτητές ουσιαστικά ισχυρίζονται κατ' αρχήν ότι ουδέποτε πραγματοποιήθηκε επιμέτρηση και/ή καταγραφή των εργασιών που κατ' ισχυρισμόν διενεργήθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση και ότι ο ισχυρισμός των τελευταίων για εργασίες συνολικής αξίας €378.206,31 είναι μονομερής και αυθαίρετος καθώς και ότι οι Καθ' ων η αίτηση τους υπερχρέωναν. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε τους απέστειλαν οποιονδήποτε λογαριασμό και ότι με το ποσόν που οι Καθ' ων η αίτηση παραδέχονται ότι εισέπραξαν υπήρξε πλήρης εξόφληση των όποιων εργασιών έγιναν. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι συμφώνησαν με τους Καθ' ων η αίτηση να αγοράσουν οι Καθ' ων η αίτηση ένα διαμέρισμα από τους Αιτητές σε συγκεκριμένο κτιριακό συγκρότημα και το τίμημα πωλήσεως θα εξοφλείτο με αποκοπή ποσοστού 30% από τα ποσά που κατά καιρούς οφείλονταν προς τους Καθ' ων η αίτηση δυνάμει τιμολογίων για εργασίες που θα εκτελούσαν οι τελευταίοι σε όλα τα εργοτάξια των Αιτητών. Αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας, που επιβεβαιώνει τα πιο πάνω, επισυνάπτεται από τους Αιτητές ως Τεκμήριο Β. Το ότι τηρείτο αυτός ο τρόπος πληρωμής του τιμήματος πώλησης φαίνεται και από το περιεχόμενο επιστολής του δικηγόρου των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 29.2.12 (Τεκμήριο Γ), δηλ. 13 ημέρες πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, με την οποία επιστολή οι Αιτητές καλούνται να επιστρέψουν ποσόν €80.538,98 το οποίο κατ' ισχυρισμόν κατεβλήθη υπό μορφή αποκοπής (αντιπαροχής) για την ανέγερση του διαμερίσματος και προειδοποιούνται, μεταξύ άλλων, ότι σε αντίθετη περίπτωση θα κινηθούν δικαστικά. Αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους Καθ' ων η αίτηση όπως ούτε το γεγονός ότι η προαναφερόμενη συμφωνία ουδέποτε τερματίστηκε και ουδέποτε απεσύρθη από το Κτηματολόγιο. Σε συνδυασμό δε με τα ανωτέρω οι Αιτητές ισχυρίζονται τέλος ότι κάθε φορά που εκδίδονταν τιμολόγια από τους Καθ' ων η αίτηση, ποσοστό 70% των τιμολογίων εξοφλείτο με μετρητά, ενώ το υπόλοιπο 30% λογιζόταν ως πληρωμή από τους Καθ' ων η αίτηση έναντι του τιμήματος του ακινήτου. Εάν δε κάποιο ποσοστό εργασίας δεν πληρώθηκε τοις μετρητοίς, η αξία της εργασίας λογίσθηκε ως πληρωμή του διαμερίσματος. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί θεωρώ ότι αποτελούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Ως εκ τούτου η απόφαση ημερ. 8.5.12 παραμερίζεται υπό τον όρο ότι οι Εναγόμενοι - Αιτητές θα καταβάλουν στους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση, όλα τα έξοδα που χάνονται λόγω της παράλειψης των πρώτων να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης καθώς και τα έξοδα της παρούσας αίτησης - τα οποία επιδικάζονται υπέρ των τελευταίων. Προς υπολογισμό των εν λόγω εξόδων από τον Πρωτοκολλητή και έγκριση τους από το Δικαστήριο, οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση να υποβάλουν σχετικό κατάλογο εξόδων εντός 15 ημερών από σήμερα. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές να καταβάλουν το ποσό των εγκριθέντων εξόδων εντός 45 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης του ποσού αυτού στον συνήγορο τους. Ακολούθως εντός 10 ημερών από την πληρωμή του εν λόγω ποσού οι Εναγόμενοι - Αιτητές να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης και κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. (Υπ.) ............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση παραμερισμού απόφασης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.