← Κύπρος

STASSINOS INVESTMENT AND FINANCE LIMITED ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής 1191/05, 27/3/2013

STASSINOS INVESTMENT AND FINANCE LIMITED ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής 1191/05, 27/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1191/05 Μεταξύ: STASSINOS INVESTMENT AND FINANCE LIMITED Ενάγουσας και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

  1. ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Μαρτίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Αλέκος Μαρκίδης (κ. Ν. Παπακλεοβούλου ν΄ ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο 1: κα Έλσα Κόκκινου Για τον Εναγόμενο 2: κ. Α. Δημητριάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με τη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 15.6.74 η οποία εγκρίθηκε από την Τουρκική Κοινοτική Συνέλευση, το ΕΒΚΑΦ εκμίσθωσε στην Ενάγουσα το ακίνητο της με αριθμό τεμαχίου 1224/2/3 Φ/Σχ. LI.3.4.IX, στην Πάφο, για περίοδο 30 χρόνων από τις 13.6.74 μέχρι και τις 12.6.04 με σκοπό την ανέγερση και εκμετάλλευση καταστημάτων, γραφείων και διαμερισμάτων, έναντι ενοικίου. Ακολούθησε στις 13.7.74 η καταχώρηση από μέρους του ΕΒΚΑΦ της αίτησης με αριθμό 125/74 προς τον Δήμο Πάφου (Εναγόμενο 2) για την εξασφάλιση της σχετικής άδειας οικοδομής. Κατόπιν απώλειας του σχετικού φακέλου από μέρους του Δήμου Πάφου υποβλήθηκε από την Ενάγουσα στις 13.2.76 η νέα αίτηση με αριθμό 449/76 που ήταν πανομοιότυπη με την προηγούμενη. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις προς την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου και τον Εναγόμενο 2 ουδέποτε λήφθηκε απάντηση επί της αίτησης της Ενάγουσας για άδεια οικοδομής. Αντίθετα κατά τους τελευταίους μήνες του 1974 η Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και ο Εναγόμενος 2 αυθαίρετα και παράνομα ανέλαβαν κατοχή του επίδικου ακινήτου. Συγκεκριμένα η μεν Αστυνομία εγκατέστησε σ΄ αυτό λυόμενες εγκαταστάσεις για εξυπηρέτηση των αναγκών της, ο δε Εναγόμενος 2 άρχισε να το χρησιμοποιεί ως χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, έναντι αμοιβής. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω παράνομων ενεργειών των Εναγομένων η Ενάγουσα υπέστη ζημιά ύψους Λ.Κ.981.615 ποσό που θα εισέπραττε από την εκμετάλλευση του ακινήτου της και επιπλέον Λ.Κ.328.500 ως απώλεια εισοδήματος, ποσά που αξιώνει υπό τύπο αποζημιώσεων. Επίσης με την αγωγή της η Ενάγουσα αξιώνει λογαριασμούς από την εκμετάλλευση του ακινήτου της ως χώρου στάθμευσης καθώς και τιμωρητικές αποζημιώσεις για αντισυνταγματική συμπεριφορά και λόγω παράβασης του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Προασπίσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που κυρώθηκε με το Νόμο 39/
  2. Τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτουν από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Ο Εναγόμενος 1 στην Υπεράσπιση του προβάλλει κατ΄ αρχήν την προδικαστική ένσταση ότι η επίδικη περιουσία περιήλθε μετά την Τουρκική εισβολή στην κατοχή του Επάρχου Πάφου ως καταπιστευματοδόχου του ΕΒΚΑΦ (όπως ήταν τότε), ο οποίος απαίτησε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας που απορρέουν από την επίδικη συμφωνία με το ΕΒΚΑΦ, χωρίς όμως ανταπόκριση. Θέτει επίσης θέμα ακυρότητας της συμφωνίας μίσθωσης με το ΕΒΚΑΦ λόγω της μη αποδοχής και αναγνώρισης της από μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, γι΄ αυτό και η συμφωνία στερείται οποιασδήποτε ισχύος. Παραδέχεται όμως ότι μέρος του ακινήτου χρησιμοποιούσε από πριν το 1974 για τις ανάγκες της Αστυνομίας Πάφου. Από την άλλη στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος 2 προβάλλει δικαίωμα κατοχής από μέρους του τμήματος της επίδικης περιουσίας που του είχε παραχωρηθεί από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, το οποίο διαμόρφωσε ακολούθως σε χώρο στάθμευσης. Η Ενάγουσα προς υποστήριξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα τον Βάσο Βασιλειάδη και ο Εναγόμενος 2 τον Σάββα Σάββα. Από μέρους του Εναγόμενου 1 δεν κλήθηκε προφορική μαρτυρία. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι η συνολική έκταση του ακινήτου του ΕΒΚΑΦ που αφορούσε η παράνομη επέμβαση ανέρχεται σε 32.800 τετραγωνικά πόδια και όχι μέτρα όπως αναγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε επιπρόσθετα ένας μεγάλος αριθμός εγγράφων ως Τεκμηρίων. Ειδική αναφορά στο καθένα θα γίνεται στα σημεία που παρίσταται ανάγκη. Σημειώνεται ότι ουσιαστική αμφισβήτηση επί των γεγονότων δεν φαίνεται να υπάρχει μεταξύ των διαδίκων. Η διαφορά τους εστιάζεται μόνο στη νομική πτυχή της υπόθεσης και ειδικότερα στη νομιμότητα των κατ΄ ισχυρισμών δικαιωμάτων της Ενάγουσας επί του ακινήτου, καθώς και ο καθορισμός των αποζημιώσεων. Θα παραθέσω αμέσως πιο κάτω συνοπτικά τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί σε αντιπαραβολή της με τα Τεκμήρια. Ο Βάσος Βασιλειάδης, γενικός διευθυντής της Ενάγουσας στη μαρτυρία του αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης που ξεκινά με τον καταρτισμό της γραπτής συμφωνίας ενοικίασης (Τεκμήριο 6) ημερομηνίας 15.6.74 του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 1224/2/3, Φ/Σχ. LI.3.4.IX στην Πάφο (στο εξής καλουμένου «το ακίνητο») μεταξύ της Ενάγουσας ως ενοικιάστριας και του Ιδρύματος Βακουφίου (ΕΒΚΑΦ) ως ιδιοκτήτη (στο εξής καλουμένης «η συμφωνία»). Του καταρτισμού της συμφωνίας προηγήθηκαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των συμβαλλομένων. Η ενοικίαση αφορούσε σε περίοδο 30 χρόνων δηλαδή από τις 13.6.74 μέχρι τις 12.6.04 και σκοπό είχε την υπό της Ενάγουσας ανέγερση καταστημάτων, γραφείων και διαμερισμάτων έναντι ενοικίου. Του καταρτισμού της συμφωνίας ακολούθησε η έγκριση της από την Τουρκική Κοινοτική Συνέλευση γεγονός που γνωστοποιήθηκε στην Ενάγουσα από το ΕΒΚΑΦ με την επιστολή του ημερομηνίας 20.6.74 (Τεκμήριο 7). Κατά ή περί τις 20.6.74 η Ενάγουσα κατέβαλε προς το ΕΒΚΑΦ Λ.Κ.1.000 ως «premium» για επικύρωση της συμφωνίας, Λ.Κ.500 έναντι ενοικίου για το πρώτο έτος της εκμίσθωσης και Λ.Κ.1.000 έναντι ενοικίων για το πρώτο εξάμηνο του δεύτερου έτους δηλαδή για την περίοδο από 15.6.75 μέχρι 14.12.
  3. Ακολούθησε από μέρους της Ενάγουσας η ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων της προτιθέμενης αξιοποίησης του ακινήτου (Τεκμήριο 9) τα οποία το ΕΒΚΑΦ προώθησε στις 13.7.74 με την υποβολή της αίτησης με αριθμό 125/74 (Τεκμήριο 10) προς τον Εναγόμενο 2 για έκδοση οικοδομικής άδειας. Κατά τη διερεύνηση της τύχης της αίτησης η Ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι ο Φάκελος της αίτησης είχε απολεσθεί συνεπεία των γεγονότων που μεσολάβησαν εν τω μεταξύ με την Τουρκική εισβολή και κλήθηκε να υποβάλει νέα αίτηση πανομοιότυπη με την αρχική, όπως και έπραξε στις 13.2.76 (Τεκμήριο 11) που πήρε αριθμό 449/
  4. Με την επίταξη των τουρκοκυπριακών περιουσιών από μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Ενάγουσα γνωστοποίησε τόσο στον Έπαρχο Πάφου όσο και στον Πρόεδρο της Επιτροπής Διαχείρισης Τουρκοκυπριακής Περιουσίας την ύπαρξη της συμφωνίας και το συνεχές ενδιαφέρον της για αξιοποίηση του ακινήτου, με τις επιστολές της ημερομηνίας 7.11.75 (Τεκμήριο 12) και 23.2.76 (Τεκμήριο 13) αντίστοιχα. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Διαχείρισης Τουρκοκυπριακής Περιουσίας με επιστολή του ημερομηνίας 8.4.76 (Τεκμήριο 14) παρέπεμψε την Ενάγουσα στον Έπαρχο. Σε απάντηση της επιστολής της Ενάγουσας, η Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου με επιστολή της ημερομηνίας 19.4.76 (Τεκμήριο 15) πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι η Κυβέρνηση θα ενεργούσε από τούδε και στο εξής ως καταπιστευματοδόχος του ΕΒΚΑΦ και ότι η Ενάγουσα θα μπορούσε να θεωρεί τη συμφωνία σε ισχύ εφόσον κατέβαλλε το συμφωνηθέν με το ΕΒΚΑΦ ενοίκιο, στο γραφείο της Επιτροπής Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Πάφου. Ζητείτο επιπρόσθετα η καταβολή του ποσού των Λ.Κ.3.500 που αντιπροσώπευε τα δεδουλευμένα ενοίκια, δυνάμει της συμφωνίας, που δεν πλήρωσε η Ενάγουσα με το δικαιολογητικό ότι ουδέποτε ανέλαβε κατοχή του ακινήτου και ότι ο Εναγόμενος 2 δεν προωθούσε την αίτηση της για άδεια οικοδομής. Ακολούθησε αίτημα της Ενάγουσας στον Έπαρχο με την επιστολή της ημερομηνίας 19.4.76 (Τεκμήριο 16) για ορισμένες τροποποιήσεις της αρχικής συμφωνίας με το ΕΒΚΑΦ ο οποίος όμως με την επιστολή του ημερομηνίας 21.5.76 (Τεκμήριο 17) έθεσε ως όρο την προηγούμενη εξασφάλιση της άδειας οικοδομής. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες και οχλήσεις δι΄ επιστολών (Τεκμήρια 18, 19 και 20) από μέρους της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος 2 συνέχισε να παραλείπει την έκδοση της αιτούμενης άδειας. Στην τελευταία επιστολή της ημερομηνίας 6.11.91 (Τεκμήριο 27) ο Δημοτικός Μηχανικός (Μ.Υ.1) με την επιστολή του ημερομηνίας 5.5.92 (Τεκμήριο 28) πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι η αίτηση της εξεταζόταν από την Τεχνική Υπηρεσία του Εναγόμενου 2 η οποία θα την προωθούσε περαιτέρω στο νέο Δημοτικό Συμβούλιο γι΄ απόφαση. Αντί απάντησης, ο Εναγόμενος 2 το 1978, σε συνεργασία με τον Εναγόμενο 1, επενέβησαν παράνομα στο ακίνητο ο μεν Εναγόμενος 2 με την χρησιμοποίηση του ως χώρου στάθμευσης οχημάτων επ΄ αμοιβή, η δε Εναγόμενη 1 με την εγκατάσταση λυόμενων υποστατικών για τις ανάγκες της Αστυνομίας Πάφου. Η Ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε με επιστολή της ημερομηνίας 8.10.03 (Τεκμήριο 29) στον Υπουργό Εσωτερικών και με άλλη ημερομηνίας 21.10.03 (Τεκμήριο 30) στον Πρόεδρο της Δημοτικής Επιτροπής Πάφου και κάλεσε τον Εναγόμενο 2 να εκδώσει απόφαση επί της αίτησης της για άδεια οικοδομής. Το Υπουργείο Εσωτερικών με την επιστολή του ημερομηνίας 8.12.03 (Τεκμήριο 31) πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι το θέμα διερευνάτο από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Επιπλέον η Ενάγουσα καταχώρησε τις Προσφυγές 836/04 και 837/04 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου εναντίον της παράλειψης του Εναγόμενου 2 να εκδώσει απόφαση επί της αιτήσεως της για άδεια οικοδομής οι οποίες στις 17.6.09 απορρίφθηκαν επί προδικαστικού σημείου (βλ. απόφαση Τεκμήριο 32). Ο Σάββας Σάββα (Μ.Υ.1), δημοτικός μηχανικός του Δήμου Πάφου, στη μαρτυρία του αφού επιβεβαίωσε τον Μ.Ε.1 σ΄ όσον αφορά τα διάφορα διαβήματα της Ενάγουσας για έκδοση άδειας οικοδομής επί των αιτήσεων 125/74 και 449/76 πρόσθεσε ότι στην πορεία μελέτης των αιτήσεων προέκυψε η ανάγκη επικοινωνίας με το ΕΒΚΑΦ για διάφορα θέματα, που δεν κατέστη εφικτή λόγω της Τουρκικής Εισβολής. Αυτός ήταν και ο λόγος παράλειψης έκδοσης άδειας οικοδομής. Δεν αρνήθηκε την υπό του Εναγόμενου 2 λήψη κατοχής, περί τα τέλη όμως του 1989, μέρους του ακινήτου και συγκεκριμένα έκτασης εκ 450 τ.μ. την οποία ασφαλτόστρωσε και μετέτρεψε σε δημόσιο χώρο στάθμευσης, χωρίς να εισπράττει δικαίωμα. Αυτό έγινε κατόπιν προφορικής άδειας από μέρους υπαλλήλων της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Για την ενέργεια αυτή του Εναγόμενου 2 η Ενάγουσα ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Οι δικηγόροι των διαδίκων στις τελικές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις τους παραθέτοντας και σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στο κατάλληλο στάδιο. Τα κύρια ζητήματα προς εξέταση είναι κατά πόσο με βάση το μαρτυρικό υλικό η Ενάγουσα νομιμοποιείτο στην αποκλειστική κατοχή του επίδικου ακινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο, και αν ναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι μπορούν να κριθούν ένοχοι παράνομης επέμβασης επ΄ αυτού. Αν η απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα είναι καταφατική, θα εξεταστεί ακολούθως το θέμα των θεραπειών που δικαιούται η Ενάγουσα. Σ΄ όσον αφορά το δικαίωμα κατοχής επί του ακινήτου αυτό πηγάζει, σύμφωνα με την Ενάγουσα, από τη συμφωνία ενοικίασης του με το ΕΒΚΑΦ (Τεκμήριο 6). Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το ΕΒΚΑΦ ήταν και εξακολουθεί να είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου. Κρίνω το Μ.Ε.1 ως μάρτυρα της αλήθειας. Ήταν ειλικρινής και έθεσε με σαφήνεια τα στοιχεία επί των οποίων η Ενάγουσα στηρίζει την υπόθεση της όπως εξάγοντο από τα Τεκμήρια που κατέθεσε και αφορούσαν σε χρονική περίοδο τόσο πριν το 1978 που δεν βρισκόταν στην υπηρεσία της Ενάγουσας αλλά και μεταγενέστερα. Ουσιαστικά ο Μ.Ε.1, η μαρτυρία του οποίου ως επί τω πλείστον ήταν τυπική, δεν αντεξετάστηκε επί των γεγονότων που αφορούν στις συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας και των διαβημάτων που ακολούθησαν για έκδοση άδειας οικοδομής. Η αντεξέταση του από μέρους του Εναγόμενου 2, περιορίστηκε στην πολιτική πτυχή του θέματος και το χρόνο κατά τον οποίο ο Εναγόμενος 2 προέβη σε διαμόρφωση μέρους του ακινήτου σε χώρο στάθμευσης. Σημειώνεται ότι δεν αντεξετάστηκε ο Μ.Ε.1 καθόλου από μέρους του Εναγόμενου
  5. Όπως προκύπτει από την Υπεράσπιση του Εναγόμενου 2 και τη γραμμή αντεξέτασης του Μ.Ε.1, δεν αμφισβητείται η υπό του Εναγόμενου 2 λήψη της κατοχής το 1989 μέρους του ακινήτου και η μετατροπή του σε χώρο στάθμευσης, κατόπιν ασφαλτόστρωσης του. Η παραδοχή αυτή έγινε σε σχετική υποβολή του δικηγόρου του Εναγόμενου 2 στον Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του. Γι΄ αυτή την ενέργεια του Εναγόμενου 2 η Ενάγουσα ουδέποτε του παραπονέθηκε ή ζήτησε την επιστροφή του. Ο Μ.Ε.1 παραδέχθηκε επιπρόσθετα ότι η Ενάγουσα ουδέποτε ανέλαβε τη φυσική κατοχή του ακινήτου και ούτε ενδιαφέρετο για αξιοποίηση του ως χώρου στάθμευσης. Σημειώνεται επίσης από τη μαρτυρία του η αναφορά του ότι από το 1978 και μετέπειτα το ακίνητο χρησιμοποιείτο ως χώρος στάθμευσης από πολίτες. Για τους πιο πάνω λόγους δέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι αντιπροσωπεύει τα πραγματικά γεγονότα σ΄ όσον αφορά τις συνθήκες σύναψης και υπογραφής της συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και του ΕΒΚΑΦ και της αλληλογραφίας που ακολούθησε μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων ή άλλων κυβερνητικών αρχών και παραγόντων. Από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 το Δικαστήριο απορρίπτει το μέρος εκείνο που αφορά στις θεραπείες που αξιώνει η Ενάγουσα και το ύψος των αποζημιώσεων, σύμφωνα με προσωπική του εκτίμηση, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω. Την ίδια καλή εντύπωση προκάλεσε στο Δικαστήριο και ο Μ.Υ.1 που είναι ο δημοτικός μηχανικός του Εναγόμενου
  6. Παραδέχεται τα διαβήματα της Ενάγουσας για έκδοση άδειας οικοδομής και έδωσε τους λόγους για τους οποίους η Ενάγουσα δεν έτυχε απάντησης από μέρους του Δήμου Πάφου στις δύο αιτήσεις της. Αυτοί συνοψίζονται στην έκρυθμη κατάσταση λόγω της Τουρκικής Εισβολής που είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη επικοινωνίας με το ΕΒΚΑΦ προς επίλυση προβλημάτων που ανέκυψαν κατά την εξέταση της αίτησης. Και ο Μ.Υ.1 συμφωνεί ότι ανταλλάχθηκε αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων για το θέμα και ότι το 1989 ο Εναγόμενος 2 κατόπιν προφορικής διευθέτησης με υπαλλήλους της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών προέβη σε ασφαλτόστρωση έκτασης 450 τ.μ. που μετέτρεψε σε χώρο στάθμευσης. Παραδέχθηκε επίσης ότι τα τελευταία 6-7 χρόνια ο Εναγόμενος 2 εγκατέστησε μηχανές είσπραξης δικαιωμάτων για κάλυψη των αναγκών καθαρισμού του χώρου προσθέτοντας ότι πριν 7 μήνες περίπου κάποιο τρίτο άτομο επενέβη στο ακίνητο και χρησιμοποιεί το χώρο στάθμευσης για δικούς του σκοπούς ο οποίος εισπράττει δικαιώματα με τη χρήση των μηχανών που εγκατέστησε ο Εναγόμενος
  7. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης βρίσκω ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 15.6.74 υπεγράφη η συμφωνία (Τεκμήριο 6) δυνάμει της οποίας το ΕΒΚΑΦ ενοικίασε στην Ενάγουσα το ακίνητο για περίοδο 30 ετών από τις 13.6.74 έναντι ενοικίου εκ £500 τον πρώτο χρόνο το οποίο θα αυξάνετο σταδιακά. Η συμφωνία επικυρώθηκε ακολούθως από την Τουρκική Κοινοτική Συνέλευση, γεγονός που γνωστοποιήθηκε στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα εκτός του ποσού των £1.000 ως premium και άλλες £1.500 έναντι ενοικίων δεν πλήρωσε κανένα άλλο ποσό στο ΕΒΚΑΦ ή σε άλλο πρόσωπο ή Αρχή ως ενοίκια. Η Ενάγουσα προέβη σε ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων τα οποία το ΕΒΚΑΦ προώθησε στον Εναγόμενο 2 για άδεια οικοδομής. Λόγω απώλειας της αρχικής αίτησης η Ενάγουσα κατέθεσε νέα αίτηση πανομοιότυπη με την προηγούμενη για την οποία ουδέποτε έλαβε απάντηση παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της προς τους Εναγόμενους δι΄ επιστολών της. Η Ενάγουσα ουδέποτε χρησιμοποίησε το ακίνητο ως χώρο στάθμευσης και ούτε ενδιαφέρθηκε ποτέ για αξιοποίηση του ως τέτοιο. Κατά ή περί το 1978 ο Εναγόμενος 1 άρχισε να χρησιμοποιεί μέρος του ακινήτου για τις ανάγκες της Αστυνομίας Πάφου, με την εγκατάσταση λυόμενων κατασκευών. Από την άλλη ο Εναγόμενος 2 το 1989 διαμόρφωσε μέρος του δηλαδή 450 τ.μ. σε οργανωμένο χώρο στάθμευσης. Πριν 6-7 χρόνια ο Εναγόμενος 2 εγκατέστησε μηχανές είσπραξης δικαιώματος για στάθμευση προς κάλυψη των εξόδων καθαριότητας του χώρου τις οποίες σήμερα εκμεταλλεύεται κάποιο τρίτο πρόσωπο από πριν 6-7 μήνες περίπου. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων θα πρέπει να απαντηθεί κατά πρώτο το ερώτημα κατά πόσο η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο δηλαδή κατά την περίοδο της ενοικίασης που αφορούσε η συμφωνία με το ΕΒΚΑΦ δηλαδή από 13.6.74 μέχρι 12.6.04 είχε το δικαίωμα της αποκλειστικής κατοχής του ακινήτου ώστε να τίθεται θέμα παράνομης επέμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα), (Προσωρινές Διατάξεις), Νόμου του 1991, Ν.139/91: «"Τουρκοκυπριακή περιουσία" περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία.» Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται ότι: «"Τουρκοκύπριος" σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ». Το επίδικο ακίνητο συνιστά βακούφια περιουσία και ως τέτοια εμπίπτει στην έννοια της Τουρκοκυπριακής περιουσίας η οποία τυγχάνει της προστασίας του Κηδεμόνα και/ή διαχειριστή της σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 139/
  8. Από τη μαρτυρία ενώπιον μου διαφαίνεται ότι ο Κηδεμόνας και προηγουμένως η Κεντρική Επιτροπή ως διαχειριστές του ακινήτου ουδέποτε προχώρησαν σε διαβήματα λήψης της φυσικής κατοχής ή παραχώρησης της κατοχής του σε τρίτο πρόσωπο. Η αναφορά του Μ.Υ.1 σε παραχώρηση προφορικής άδειας χρήσης μέρους του ακινήτου στον Εναγόμενο 2 για χρησιμοποίηση του ως χώρου στάθμευσης αφορούσε σε υπαλλήλους της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και όχι στην Επιτροπή ή στον Κηδεμόνα, όπως ισχυρίστηκε αρχικά. Εξάλλου δεν τίθεται θέμα Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών πριν την 1.7.91 που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 139/91, σύμφωνα με το άρθρο
  9. Από την αλληλογραφία μεταξύ της Ενάγουσας και του Επάρχου Πάφου διαφαίνεται ότι η Επιτροπή Διαχείρισης Τουρκοκυπριακής Περιουσίας αποδέχετο και αντιμετώπιζε την Ενάγουσα ως τη νόμιμη κάτοχο του ακινήτου. Η πιο πάνω Επιτροπή σε κανένα διάβημα δεν προέβη είτε για ακύρωση της συμφωνίας λόγω μη πληρωμής ενοικίων είτε για την εκτέλεση της με την λήψη μέτρων για είσπραξη των ενοικίων. Τον ίδιο τρόπο αντιμετώπισης της συμφωνίας ακολούθησε και ο Κηδεμόνας ο οποίος αντλούσε το δικαίωμα καταγγελίας της συμφωνίας από το άρθρο 6(ζ) του Ν.139/
  10. Ο Έπαρχος Πάφου ήταν γνώστης της ύπαρξης της συμφωνίας ενοικίασης εφόσον η Ενάγουσα τον πληροφόρησε σχετικά με την επιστολή της ημερομηνίας 7.11.75 (Τεκμήριο 12) με την οποία τον καλούσε να τοποθετηθεί κατά πόσο επιβάλλετο η σύναψη νέας συμφωνίας με τον ίδιο. Επιστολή με παρόμοιο περιεχόμενο απεστάλη και στον Πρόεδρο της Επιτροπής Διαχείρισης Τουρκοκυπριακής Περιουσίας (Τεκμήριο 13) ο οποίος με την επιστολή του (Τεκμήριο 14) παρέπεμψε την Ενάγουσα στον Έπαρχο Πάφου στον οποίον είχε ήδη δώσει οδηγίες για χειρισμό της υπόθεσης. Σημειώνεται ότι τα πιο πάνω γεγονότα που συνιστούν και ευρήματα μου είναι αναντίλεκτα εφόσον ο Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε από μέρους του Εναγόμενου
  11. Ο Έπαρχος με την επιστολή του (Τεκμήριο 15) επέτρεπε ουσιαστικά την εφαρμογή της συμφωνίας νοουμένου όμως ότι και η πλευρά της Ενάγουσας συμμορφωθεί με τις δικές της υποχρεώσεις, περί πληρωμής ενοικίων στον ίδιο, ως καταπιστευματοδόχο του ΕΒΚΑΦ. Για το θέμα των ενοικίων ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ τους και ανταλλαγή απόψεων χωρίς όμως να ληφθούν ποτέ οποιαδήποτε μέτρα από μέρους του Επάρχου. Με τα πιο πάνω δεδομένα δεν τίθεται θέμα περί άκυρης και/ή άνευ νομικής ισχύος συμφωνίας, ως η θέση της Εναγόμενης 1 στην Υπεράσπιση της και ούτε καταδεικνύει έλλειψη δικαιώματος της Ενάγουσας προς κατοχή του ακινήτου, ως η σχετική εισήγηση των δικηγόρων των Εναγομένων 1 και 2 στις αγορεύσεις τους. Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου (βλ. Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα κ.α.

(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1516). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974)1 CLR 100, η παραμικρή κατοχή (the slightest possession) είναι αρκετή για να νομιμοποιεί τον Ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του Εναγομένου για παράνομη επέμβαση. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 CLR 122 λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Συμπεριφορά που αποδεικνύει κατοχή ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο του ακινήτου. Στην περίπτωση κτήματος στο οποίο δεν υπάρχουν οικοδομές η κατοχή αποδεικνύεται με πράξεις απόλαυσης της ίδιας της περιουσίας, όπως η ανέγερση τοίχου ή το μάζεμα χόρτων κ.α. (βλ. Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδ., παρ. 19-13, σελ. 1228). Στην περίπτωση συμφωνίας διάθεσης της κατοχής ακινήτου, όπως ενοικίασης, σημασία για το θέμα της παράνομης επέμβασης ενέχει το κατά πόσο με τη συμφωνία παραχωρείται στην πραγματικότητα η αποκλειστική κατοχή του ακινήτου. Αναφέρεται πιο κάτω στην παρ. 19-19 σελ. 1232 του ιδίου συγγράμματος ότι σε περίπτωση που παραλείπεται η λέξη «μίσθωση» από μια συμφωνία που είναι ενδεικτική του δικαιώματος του μισθωτή σε κατοχή, το Δικαστήριο απλά διαγιγνώσκει από το όλο περιεχόμενο της συμφωνίας αν αυτή δημιουργεί δικαίωμα αποκλειστικής κατοχής (βλ. Antoniades v. Villiers
(1990)1 AC 417 και Mikeoven Ltd v. Brady
(1989)3 ALL E.R. 618). Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα αν και δεν ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου είχε το δικαίωμα της αποκλειστικής κατοχής και φυσικού ελέγχου επ΄ αυτού, για σκοπούς παράνομης επέμβασης, από τις 13.6.74 μέχρι τις 12.6.2004 που αφορούσε η περίοδος ενοικίασης δυνάμει της συμφωνίας της με το ΕΒΚΑΦ. Αυτό εξάγεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  1. Συνεπώς δικαιούτο στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας της κατά τον πιο πάνω χρόνο. Θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω αν οι Εναγόμενοι προέβησαν καθ' οιονδήποτε χρόνο διαρκούσης της περιόδου μεταξύ 13.6.74 μέχρι 12.6.04, που η Ενάγουσα ήταν η αποκλειστική δικαιούχα στην κατοχή του ακινήτου, σε παράνομη επέμβαση επ΄ αυτού. Από τα ευρήματα μου τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και ο Εναγόμενος 2 διέπραξαν το αδίκημα της παράνομης επέμβασης με τις εξής ενέργειες τους: O μεν πρώτος με το να εισέλθει κατά ή περί το 1978 στο ακίνητο και να αρχίσει να χρησιμοποιεί μέρος του, απροσδιόριστης έκτασης, για τις ανάγκες της Αστυνομίας Πάφου, ο δε δεύτερος με το να διαμορφώσει και χρησιμοποιήσει έκταση 450 τ.μ. ως χώρο στάθμευσης από το 1989 μέχρι τη λήξη της περιόδου ενοικίασης, δηλαδή μέχρι τις 12.6.
  2. Για τις συγκεκριμένες πράξεις τους κανένας εξ αυτών δεν είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της Ενάγουσας ή του ΕΒΚΑΦ ούτε και εξάλλου υπήρξε τέτοια εισήγηση από πλευράς Εναγομένων. Με την αγόρευση του δικηγόρου της η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, ως απώλεια εισοδήματος, ανερχόμενες σε €467.729,64 και ταυτόχρονα τιμωρητικές και ονομαστικές αποζημιώσεις. Με δεδομένο ότι υπήρξε παράνομη επέμβαση στο ακίνητο από τους Εναγόμενους, το Δικαστήριο θα προχωρήσει με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Είναι παραδεκτό από τον Μ.Ε.1 ότι καμιά ζημιά δεν προκλήθηκε στην Ενάγουσα από την παράνομη επέμβαση. Η ζημιά της, σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 προέρχεται από την παράλειψη έκδοσης άδειας οικοδομής. Σημειώνεται ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης τεκμηριώνει αγώγιμο δικαίωμα per se, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη ζημιάς (βλ. Παπακόκκινου ν. Θεοδοσίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 379, Τταντής ν. Hadjimichael κ.α.
(1982)CLR 301 και Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυριακίδης
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 789). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1836 η ενοικιαστική αξία αποτελεί το μέτρο της συνήθους αποζημίωσης σε περιπτώσεις παράνομης επέμβασης και ότι το βάρος απόδειξης παραμένει στους ώμους της Ενάγουσας (βλ. επίσης Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυριακίδη (ανωτέρω). Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 882 λέχθηκε ότι το μέτρο αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή το κριτήριο για την αποζημίωση είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του ακινήτου. Η καταβολή αποζημίωσης επιβάλλεται, έστω και αν ο ιδιοκτήτης της περιουσίας δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahcecioglou κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ
  1. Για το θέμα των αποζημιώσεων η μοναδική μαρτυρία ενώπιον μου είναι αυτή του Μ.Ε.
  2. Συγκεκριμένα ο Μ.Ε.1 υπολογίζει, από δικές του εκτιμήσεις, ποσό εκ £25 ημερησίως ως αποζημίωση έχοντας ως βάση την έκταση του ακινήτου και τη χρήση του ως χώρου στάθμευσης. Παραδέχθηκε όμως ότι ουδέποτε η Ενάγουσα διαμόρφωσε το ακίνητο ή μέρος του ως χώρο στάθμευσης ή είχε ποτέ τέτοια πρόθεση. Στην R. v. Silverlock
(1894)2 Q.B. 766 αποφασίστηκε ότι σε κανένα δεν πρέπει να επιτραπεί να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας εκτός αν το επάγγελμα ή οι σπουδές του δίνουν σ΄ αυτόν περισσότερες ευκαιρίες να κρίνει από άλλους ανθρώπους. Στην υπόθεση Evangelou & Another v. Ambizas and Another
(1982)1 AAΔ 41, 57 η αποδοχή από το πρωτόδικο Δικαστήριο μαρτυρίας εμπειρογνώμονα χωρίς αυτό να είναι επιτρεπτό και δικαιολογημένο κρίθηκε εσφαλμένη. Στην υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας,
(1990)1 ΑΑΔ 934 κρίθηκε ότι «Το κατά πόσο ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας είναι ζήτημα που εμπίπτει στην σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση 316/10, ημερομηνίας 21.2.
  1. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα μόνα προσόντα του Μ.Ε.1, όπως ο ίδιος ανέφερε, είναι ότι τυγχάνει γενικός διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα ενοικίασε το ακίνητο για σκοπούς αξιοποίησης του προς ανέγερση οικοδομής για εκμετάλλευση της δεν προσδίδει στον Μ.Ε.1 αυτόματα την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα επί του εξεταζόμενου θέματος, του καθορισμού δηλαδή της αποζημίωσης στη βάση της απώλειας εισοδημάτων κατά τον ουσιώδη χρόνο που αφορούσε η παράνομη επέμβαση. Ούτε ο Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι κατέχει γνώσεις ή απέκτησε πείρα σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας και να αποδεχθεί την εκτίμηση του. Επιπρόσθετα η μαρτυρία του για το θέμα και η κατάληξη του στο ποσό των £25 ημερησίως για απώλεια εισοδήματος από τη χρήση του ακινήτου ως χώρου στάθμευσης, χωρίς μαρτυρία για υποδομή, μόνο αυθαίρετη μπορεί να χαρακτηριστεί, εφόσον κρίνεται αόριστη και χωρίς την απαραίτητη τεκμηρίωση που απαιτείται. Ο Μ.Ε.1 δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα στοιχείο που να υποστηρίζει το κονδύλι των £25 την ημέρα που απαιτεί η Ενάγουσα ότι αντιπροσωπεύει την απώλεια εισοδήματος της κατά το χρόνο της επέμβασης. Εκτός της πιο πάνω αδυναμίας στη μαρτυρία από πλευράς Ενάγουσας, ακόμη και η μέθοδος υπολογισμού των αποζημιώσεων που χρησιμοποίησε, εκείνη δηλαδή της απώλειας του ιδιοκτήτη, δεν είναι η ορθή υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης που αφορά σε παράνομη κατοχή ακινήτου, σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία. Όπως τονίστηκε στις υποθέσεις Adrian Holdings και Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω), το κριτήριο είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του ακινήτου. Δεν προσφέρθηκε καμιά μαρτυρία σ΄ όσον αφορά την ενοικιαστική αξία του μέρους του ακινήτου που αφορά η επέμβαση. Μια βάση υπολογισμού της ενοικιαστικής αξίας του χώρου της επέμβασης θα μπορούσε να αποτελέσει το ενοίκιο που προνοείτο στη συμφωνία ενοικίασης με το ΕΒΚΑΦ όπου για το 1978 μέχρι 1979 το ενοίκιο είχε συμφωνηθεί σε £2.000 ετησίως, από το 1979 μέχρι 1984 σε £2.457, από το 1984 μέχρι 1994 σε £3.465, από 1994 μέχρι 1999 σε £4.115, από 1999 μέχρι 2004 σε £4.
  2. Η πλευρά της Ενάγουσας όμως ακολούθησε κατά την ακρόαση μέσω της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 άλλη βάση για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων υιοθετώντας εκείνο της απώλειας εισοδήματος και όχι της ενοικιαστικής αξίας. Η ίδια βάση υιοθετείται και στην Έκθεση Απαίτησης. Συγκεκριμένα στις Λεπτομέρειες Ζημιών στην παράγραφο 15 αξιώνεται ποσό που θα εισέπραττε η Ενάγουσα εκμεταλλευόμενη την αξιοποίηση στην οποία θα προέβαινε, απώλεια εισοδήματος από την εκμετάλλευση του ακινήτου προς £30 ημερησίως και σε απόδοση λογαριασμών σε σχέση με την εκμετάλλευση του ακινήτου καθώς και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Την ίδια γραμμή πλεύσης ακολούθησε και ο δικηγόρος της στην αγόρευση του. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο δεν κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, όπου η επέμβαση αφορά σε τμήμα μόνο του ακινήτου, να προβεί από μόνο του σε μαθηματικούς υπολογισμούς και να καθορίσει αποζημιώσεις στη βάση του ετήσιου ενοικίου για όλο το ακίνητο καθιστώντας τοιουτοτρόπως τον εαυτό του εμπειρογνώμονα. Σημειώνεται ότι τέτοιο εγχείρημα εκτός του ότι θα ήταν άδικο για την Υπεράσπιση εφόσον δεν είχε την ευκαιρία να απαντήσει ξεφεύγει και από τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας. Συνεπώς για τους πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο απορρίπτει τη μέθοδο υπολογισμού των αποζημιώσεων από μέρους της Ενάγουσας και συνακόλουθα την αξίωση της για €467.729,64 ως απώλεια εισοδημάτων. Καταλήγοντας εκείνο το οποίο δικαιούται η Ενάγουσα είναι μόνο σε ονομαστικές αποζημιώσεις εναντίον και των δύο Εναγομένων για παράνομη επέμβαση επί του ακινήτου τις οποίες καθορίζω σε €1.000, λαμβάνοντας υπόψη και την μεγάλη χρονική περίοδο που αυτή αφορούσε. Η Ενάγουσα απαιτεί επιπρόσθετα τιμωρητικές αποζημιώσεις για αντισυνταγματική συμπεριφορά. Η επιδίκαση τέτοιου είδους αποζημιώσεων έχει ως πυρήνα την συμπεριφορά του Εναγόμενου και κάτω από αυτό το πρίσμα εξετάζεται ο τρόπος αντίδρασης του. Εάν η συμπεριφορά του είναι ετσιθελική, πλήττουσα τα δικαιώματα της Ενάγουσας ή συνοδεύεται από θόρυβο ή άλλου είδους ενόχληση επιδικάζονται τέτοιες αποζημιώσεις (βλ. Chamberlain v. Greenfield
(1772)3 Wils. 292). Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Εταιρεία Surebuild Construction Ltd v. Παπακόκκινου (Αρ. 2)
(2008)1 (Α) ΑΑΔ 550, Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυριακίδη (ανωτέρω) και Thanos Hotels Limited κ.α. v. Γεώργιου Ιωακείμ
(2004)1 (Β) ΑΑΔ 1167. Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd (ανωτέρω) στη σελίδα 1846 αναφέρθησαν τα εξής για το συγκεκριμένο είδος αποζημιώσεων: «Στο δίκαιο που διέπει το θέμα παραδειγματικών αποζημιώσεων, εξέχουσα θέση κατέχει η αγγλική απόφαση στην υπόθεση Rookes v. Barnard [1964] 1 ALL E.R. 367, όπου τέθηκαν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Στην Papakokkinou and Οthers v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, το Εφετείο, χωρίς να αποφανθεί τελικά αν οι αρχές της Rookes v. Barnard τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο, προτίμησε την ευρύτερη αρχή που επιτρέπει επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος.» Στην υπόθεση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 ΑΑΔ 558, 576, το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε το ποσό των £5.000 που επιδικάστηκε πρωτόδικα στον Ενάγοντα για παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής του ζωής ως δίκαιη αποζημίωση απαλλαγμένη από οποιοδήποτε στοιχείο τιμωρίας ή παραδειγματισμού. Στην προκειμένη περίπτωση όπου ο Εναγόμενος 2 το 1989 διαμόρφωσε έκταση 450 τ.μ. από τα 32.800 τ.πόδια της συνολικής έκτασης του ακινήτου και ο Εναγόμενος 1 είχε τοποθετήσει κατά ή περί το 1978 λυόμενες κατασκευές για τις ανάγκες της Αστυνομίας, χωρίς ποτέ η Ενάγουσα να απαιτήσει την άρση της επέμβασης ή να διαμαρτυρηθεί έστω, παρά μόνο διαμαρτυρήθηκε κατά τον τελευταίο χρόνο της ενοικίασης στον Εναγόμενο 1, είμαι της γνώμης ότι η συμπεριφορά των Εναγομένων δεν θα μπορούσε να αιτιολογήσει την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων προς όφελος της Ενάγουσας. Όσον αφορά τα έξοδα η πάγια αρχή, όπως έχει προσδιοριστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός όπου συντρέχει και εξειδικεύεται λόγος για άλλη εξέλιξη (βλ. Φιλίππου ν. Γιαννήταη κ.α.
(1996)1 (Β) ΑΑΔ 1314). Στην προκειμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δηλαδή εκείνου της παράνομης επέμβασης εκ μέρους των Εναγομένων. Γι΄ αυτό κρίνω δίκαιο όπως επιδικαστούν στην Ενάγουσα τα έξοδα της επί της κλίμακος των ονομαστικών αποζημιώσεων που της έχουν επιδικαστεί. Ενόψει όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ομού και κεχωρισμένως για €1.000 ως ονομαστικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση από μέρους των Εναγομένων 1 και 2. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και σε βάρος των Εναγομένων όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: (Καταβολή αποζημιώσεων) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.