← Κύπρος

OOO SYNTEZ ν. SYSTCOM LTD, Αρ. Γεν. Αίτησης: 2/10, 22/3/2013

OOO SYNTEZ ν. SYSTCOM LTD, Αρ. Γεν. Αίτησης: 2/10, 22/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 2/10 Αναφορικά με τον Περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο 84/79 και Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87) και Αναφορικά με Διαιτητική Απόφαση που έχει εκδοθεί στις 15.10.2010 σε διαδικασία διαιτησίας που είχε διεξαχθεί και αποπερατωθεί ενώπιον του Διαπεριφερειακού Διαιτητικού Δικαστηρίου (Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου) με έδρα τη Μόσχα Αναφορικά με τη διαιτησία Μεταξύ: OOO SYNTEZ Αιτητών και SYSTCOM LTD Καθ' ων η αίτηση ------------------------------------------------------------ Αίτηση ημερ. 3.1.2011 για παραμερισμό της εγγραφής διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 22 Μαρτίου 2013 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Σ. Πούγιουρος. (Για να ακούσει απόφαση κα Μ. Τιμοθέου). Για Καθ' ων η Αίτηση: κα Κυπριανού. (Για να ακούσει απόφαση κα Ε. Τούρβα) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν μονομερούς αίτησης των αιτητών στην κυρίως αίτηση (εν τοις εφεξής η SYNTEZ) εξεδόθη στις 3.12.2010 «διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η εγγραφή και/ή αναγνώριση και/ή εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 15.10.2010 που εκδόθηκε από το Διαπεριφερειακό Διαιτητικό / Μόνιμο Διαιτητικό Δικαστήριο με έδρα τη Μόσχα στη Ρωσσική Ομοσπονδία στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση». Με την ανωτέρω απόφαση επιδικαζόταν υπέρ της Syntez και εναντίον της καθ' ης η αίτηση (εν τοις αφεξής η SYSTCOM), ποσό Δολ. ΗΠΑ 2999,775:- Σύμφωνα με κοινώς αποδεκτά γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις αιτητών και καθ' ων η αίτηση, η οφειλή της SYSTCOM προέκυψε και βασίσθηκε σε σύμβαση εγγύησης την οποία υπέγραψε με τη SYNTEZ και με την οποία εγγυόταν τις υποχρεώσεις της εταιρείας KOMPANIA SET η οποία συνήψε ενοικιαστήριο έγγραφο με την SYNTEZ. Με την κρινόμενη αίτηση η Systcom αιτείται έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς και/ή να απορρίπτεται και/ή παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται: 1. Η Γενική Αίτηση αρ. 2/10, και/ή 2. Το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 3.12.2010, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια μονομερούς αίτησης των Αιτητών και σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η εγγραφή και/ή αναγνώριση και/ή εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 15.10.2010 που εκδόθηκε από το Διαπεριφερειακό Διαιτητικό Δικαστήριο (Μόνιμο Διαιτητικό Δικαστήριο) με έδρα τη Μόσχα στη Ρωσσική Ομοσπονδία. Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση και τα οποία αποτελούν και τη βάση της προσφέρονται με την ένορκη δήλωση του Θεόδωρου Θεοδώρου και αυτή των Σεργκέϊ Λάσνεβ και Αρκαντιϋ Γκολούμπερ, εγγεγραμμένων και αδειούχων δικηγόρων με δικαίωμα άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος στη Ρωσσική Ομοσπονδία. Η δεύτερη αυτή ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση της ένστασης της SYNTEZ. Υποβάλλονται με την αίτηση διάφοροι λόγοι οι οποίοι καθιστούν την εγγραφή της απόφασης ακυρωτέα. Τόσο διαδικαστικής φύσεως όσον και επί της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων - μερών. Αναφέρεται στα γεγονότα των ενόρκων δηλώσεων πως: - Η αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης έπρεπε να γίνει διά κλήσεως και όχι μονομερώς και συνεπώς έχουν παραβλαφθεί τα δικαιώματα της SYSTCOM και οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. - Αναγράφεται λανθασμένα η επωνυμία των αιτητών στην κυρίως αίτηση, δηλαδή «ΟΟΟ SYNTEZ» αντί του ορθού ονόματος «OOO SINTEZ». - Η σύμβαση ενοικίασης με αρ. 1-09 ημερ. 1.3.2009 η οποία συνάφθηκε μεταξύ της SYNTEZ και της KOMPANIA STEK την οποία εγγυήθηκε η SYSTCOM φέρει πλαστογραφημένη υπογραφή του εκπροσώπου της KOMPANIA και συνεπώς είναι άκυρη. Ακυρότητα η οποία συμπαρασύρει τη σύμβαση εγγύησης αλλά και τον όρο περί παραπομπής σε διαιτησία. Δεδομένου πως σε εκείνη τη συμφωνία στηρίχθηκε το Διαιτητικό Δικαστήριο για να εκδώσει την επίδικη απόφαση, τότε αυτή πρέπει να ακυρωθεί. - Στην ίδια ένορκη δήλωση περιλαμβάνονται και εισηγήσεις και αναφορές για ακυρότητα της σύμβασης ενοικίασης καθόσον αυτή ενώ συνήφθηκε για περίοδο ενός έτους, που σύμφωνα με τον Ρωσσικό Νόμο τέτοια σύμβαση πρέπει να υπόκειται σε κρατική εγγραφή, άλλως πως είναι άκυρη, τέτοια εγγραφή δεν έγινε. Περιλαμβάνονται αναφορές για τη δυνατότητα παράτασης της σύμβασης όσο και για τη χρήση του ακινήτου ως κέντρου επεξεργασίας δεδομένων η οποία δεν κατέστη δυνατή λόγω του ότι η SYNTEZ δεν προέβη στις ουσιαστικές και αναγκαίες για τον σκοπό αυτό αλλαγές και διαρρυθμίσεις. Η SYNTEZ ενίσταται ως είναι φυσικό στην επίδικη αίτηση και θεραπεία και εγείρει τους πιο κάτω λόγους ένστασης. (Παρατίθεται το κείμενο αυτολεξεί). (
  2. i)Η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 15.10.2010 είναι απόφαση που έχει ήδη αναγνωριστεί και αποτελεί έγκυρη απόφαση αναγνωρισμένου διαιτητικού δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας η οποία δεν έχει ούτε ανασταλεί ούτε ακυρωθεί. (
  3. ii)Η αίτηση για εγγραφή και/ή αναγνώριση και/ή εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 22.11.2010 καταχωρίστηκε σύμφωνα με τον τύπο και τη διαδικασία που απαιτούνται από τα Κυπριακά Δικαστήρια και/ή που προβλέπεται από τις σχετικές Διεθνείς Συμφωνίες. (iii) Δεν υπάρχει οποιοδήποτε σφάλμα στον τίτλο της αίτησης ημερομηνίας 22.11.2010 και/ή ακόμα να υπήρχε τέτοιο σφάλμα δεν είναι ποτέ δυνατόν να επηρεάσει την τύχη της αίτησης. (
  4. iv)Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να εισέλθει στην ουσία της απόφασης που εκδόθηκε στη Ρωσία. (
  5. v)Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να εισέλθει στα θέματα δικαιοδοσίας του Διπεριεφερειακού Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας. (
  6. vi)Οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε αμφισβήτησαν και/ή αμφισβήτησαν δεόντως τη δικαιοδοσία του Διπεριφερειακού Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας. (vii) Οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν τα δέοντα μέτρα παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης στη Ρωσική Ομοσπονδία όταν ενημερώθηκαν για την εναντίον τους απόφαση. (viii) Η διαιτητική απόφαση δεν εκδόθηκε με δόλο. (
  7. ix)Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό και/ή ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 3.12.2010. (
  8. x)Η διαιτητική απόφαση αναγνωρίστηκε έγκαιρα, έγκυρα και νομότυπα. (
  9. xi)Η αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 3.12.2010 σε σχέση με την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική και/ή σκανδαλώδης και/ή αποσκοπεί στο να αποστερήσει την Αιτήτρια από το να πάρει το λαβείν της και/ή αποσκοπεί στο να δοθεί η ευχέρεια στην Καθ' ης η Αίτηση να αποξενώσει περιουσιακά της στοιχεία για να καταστήσει αδύνατη και/ή άνευ ουσίας την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. (xii) Η δικονομική βάση της αίτησης ημερομηνίας 3.1.2011 πάσχει και/ή είναι λανθασμένη και/ή συμπεριλαμβάνει άσχετες με την παρούσα διαδικασία νομικές πρόνοιες και/ή αποσκοπεί στο να παρασύρει το Σεβαστό Δικαστήριο να υιοθετήσει αρχές του Κυπριακού Δικαίου κατά την εξέταση της ουσίας της διαφοράς. (xiii) Η Καθ' ου η Αίτηση επιχειρεί να καταστήσει το Σεβαστό Δικαστήριο ως Εφετείο και/ή ως δευτεροβάθμιο αναθεωρητικό δικαστήριο ως προς το αντικείμενο της διαφοράς και/ή της διαιτητικής απόφασης». Τα γεγονότα που στηρίζουν την ένσταση περιέχονται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις της κας Πέτροβα Λιουτμίλα Πάβλοβα, του κ. Αντρέι Γκριμπανοφ, του κ. Μάριου Χριστοδούλου και της κας Μαρίνας Φωτίου. Οι δύο τελευταίοι έχουν μεταφράσει τις ένορκες δηλώσεις των δύο πρώτων. Εξηγούνται με αυτές, η διαδικασία έκδοσης της επίδικης απόφασης και αμφισβητούνται οι αναφορές και αιτιάσεις της SYSTCOM για πλαστογράφηση και ακυρότητα του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι η SYSTCOM ουδέποτε αμφισβήτησε την εγκυρότητα της διαδικασίας, ότι συμμετείχε οικειοθελώς σ' αυτή χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Η SYSTCOM επανήλθε, καταχωρώντας μετά από άδεια του Δικαστηρίου ένορκη δήλωση των Σεργκέϊ Λάσνεβ και Αρκαντίϋ Γκολούμπερ, οι οποίοι ενεργούσαν πάντοτε ως δικηγόροι για την ΕΤΕ Companiya STEK, του φερόμενου ως ενοικιαστή στην επίμαχη σύμβαση ενοικίασης. Αναφέρουν πως η SYNTEZ υπέβαλε, καθώς υποχρεούτο να το πράξει, δυνάμει του δικαίου της Ρωσσικής Ομοσπονδίας, αίτηση στο Διαιτητικό Δικαστήριο της περιφέρειας της Μόσχας για έκδοση εκτελεστού τίτλου για αναγκαστική εκτέλεση της επίδικης απόφασης ημερ. 15.10.2010. Η ΕΤΕ Companiya ήγειρε ανταπαίτηση στην εν λόγω αίτηση ζητώντας την ακύρωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Το ανωτέρω Δικαστήριο εξέδωσε στις 30.5.2011 απόφαση (επισυν. Τ2) με την οποία θεώρησε το ενοικιαστήριο έγγραφο εξ υπαρχής άκυρο (null and void) διότι η υπογραφή στο έγγραφο αυτό που τέθηκε εκ μέρους του ενοικιαστή ήταν πλαστογραφημένη. Με την ίδια απόφαση τόσο η σύμβαση ενοικίασης όσο και η σύμβαση εγγύησης θεωρήθηκαν άκυρα. Στην ίδια απόφαση σημειώνεται επίσης πως εφόσον το ενοικιαστήριο έγγραφο είναι άκυρο, τότε και η ρήτρα διαιτησίας στην οποία εδράζεται η επίδικη απόφαση είναι επίσης άκυρη. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση της SYNTEZ για έκδοση εκτελεστού τίτλου. Δηλώνεται βέβαια με την ίδια ένορκη δήλωση ότι η ανωτέρω απόφαση έχει εφεσιβληθεί. Επί του ιδίου θέματος επανήλθε απαντώντας η SYNTEZ όπου με την ένορκη δήλωση του Μ. Χριστοδούλου (που καταχωρήθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου) δηλώνεται ότι, στις 25.7.2011, μετά από αίτημα της, το Δικαστήριο Διαιτησίας Περιφέρειας Μόσχας, εξέδωσε απόφαση με την οποία αποφάσισε να ακυρώσει την απόφαση ημερ. 30.5.2011 σχετικά με την αρνητική απάντηση για την χορήγηση του εντάλματος υποχρεωτικής εκτέλεσης της απόφασης και να σταλεί το θέμα για επανεξέταση στο Δικαστήριο Διαιτησίας της Περιφέρειας Μόσχας. Ακολούθησε έκδοση νέας απόφασης ημερ. 28.11.2011 εναντίον της οποίας η SYNTEZ υπέβαλε έφεση στο αρμόδιο Δικαστήριο, το οποίο την 1.2.2012 εξέδωσε απόφαση με την οποία αποφασίστηκε όπως το διάταγμα 28.11.2011 ακυρωθεί και εξέδωσε διαταγή εκτελέσεως για επιτακτική εκτέλεση της επίδικης απόφασης 15.10.2010. Στις 25.6.2012 μετά από αίτημα της KOMPANIA STEK περί επανεξέτασης του διατάγματος ημερ. 1.2.2012, το αρμόδιο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα. Περαιτέρω, στις 21.6.2012 το Διαιτητικό Εφετικό Δικαστήριο αρ. 9, απέρριψε έφεση της KOMPANIA STEK εναντίον απόφασης με την οποία οι αξιώσεις της για κήρυξη της επίδικης σύμβασης άκυρης, παρέμειναν χωρίς ικανοποίηση. Συνεπώς, καταλήγει η ένορκη δήλωση, οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί στη Ρωσσία είναι υπέρ της SYNTEZ και δεν έχουν ανατρέψει το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης ημερ. 15.10.2010. Οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους με αναφορά σε νομολογία τις εκατέρωθεν θέσεις. Ειδική αναφορά σε αυτές γίνεται κατωτέρω, όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο. Έχει επισημανθεί με την αγόρευση του κ. Πούγιουρου, τόσο τη γραπτή όσο και την προφορική ενώπιον του Δικαστηρίου ως ένας από τους τρεις κύριους λόγους που στηρίζει την αίτηση του πως η κατατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι επικυρωμένη όπως προνοεί η Νομοθεσία και ο Ν.172/86. Ο λόγος τούτος δεν περιλαμβάνεται στους λόγους που καταγράφονται στην κρινόμενη αίτηση και οι οποίοι συνιστούν λόγους ακυρότητας του διατάγματος. Η συνήγορος της Syntez, μετά την αγόρευση του συνηγόρου της Systcom, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης και της ένστασης της χωρίς ειδική αναφορά και απάντηση επί τούτου. Ο λόγος 13 της ένστασης εισηγείται πως «Η καθ' ης η αίτηση επιχειρεί να καταστήσει το Σεβαστό Δικαστήριο ως Εφετείο και/ή ως δευτεροβάθμιο αναθεωρητικό δικαστήριο ως προς το αντικείμενο της διαφοράς και/ή της διαιτητικής απόφασης». Θεωρώ πως το Δικαστήριο όχι μόνο έχει δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να εξετάσει τις προϋποθέσεις που τίθενται από τη Σύμβαση για την εγγραφή της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Έρεισμα για τούτο παρέχει η απόφαση A. Groutas Co Ltd v. Πεπελάση

(1998)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην ανωτέρω υπόθεση, είχε κατόπιν μονομερούς αίτησης εκδοθεί διάταγμα για εγγραφή απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταχωρήθηκε αίτηση παραμερισμού. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση δεν εγειρόταν θέμα κεκυρωμένου αντιγράφου. Ηγέρθηκε μέσω της αγόρευσης αλλά το Πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν μπορούσε να το εξετάσει. Προχώρησε όμως και το σχολίασε. Στάση την οποία δεν επικρότησε το Εφετείο, τονίζοντας και επισημαίνοντας πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο μπορούσε και όφειλε να εξετάσει αυτεπάγγελτα το θέμα που προέκυψε αφού αυτό ήταν νομικό, παρόλο ότι δεν είχε εγερθεί στην ένορκη δήλωση. Επισημάνθηκε επίσης στην ανωτέρω απόφαση πως ο ουσιώδης χρόνος για ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Σύμβαση για αναγνώριση είναι ο χρόνος κατά τον οποίο το διάταγμα εξεδόθη. Χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις. Το επίδικο διάταγμα του οποίου η ακύρωση αξιώνεται, εκδόθηκε με βάση το Νόμο 84/79 ο οποίος επικύρωσε τη Σύμβαση περί Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων η οποία συνήφθηκε στη Ν. Υόρκη την 10η Ιουνίου
  2. Η Σύμβαση αυτή αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο ενώ ο Ν.121
(1)/2000 (τον οποίο επικαλέστηκε ο κ. Πούγιουρος για να υποδείξει ότι η διαδικασία αναγνώρισης της διαιτητικής απόφασης έπρεπε να γίνει με αίτηση δια κλήσεως και όχι μονομερή) είναι διαδικαστικής φύσεως. «Ο Νόμος 121
(1)/2000 δεν προσθέτει στο ουσιαστικό δίκαιο. Εξαντλείται στην ακολουθητέα διαδικασία με δοσμένη την κατά τον τρόπο που εξειδικεύει ύπαρξη υποχρέωσης αναγνώρισης και εγγραφής» (Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, κατόπιν αιτήσεως της Barbara Doris Bauer μέσω της αρμόδιας Αρχής της Γερμανίας ν. Χρ. Καπαρατάκη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 503). Όπως υποδεικνύεται περαιτέρω στην υπόθεση Beogradska Banka D.D. αίτηση για έκδοση εντάλματος Certiorari
(1995)1 A.A.Δ 737, οι πρόνοιες του Ν.84/79 που κυρώνει τις πρόνοιες της Σύμβασης, έχουν αυξημένη ισχύ, έναντι οιουδήποτε ημεδαπού Νόμου. Όπως επίσης υποδεικνύεται στην ίδια πιο πάνω απόφαση, ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης «είναι εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών». Το άρθρο IV
(1)(α)(β) της Σύμβασης προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Προς επίτευξιν της εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν μέρος οφείλει, κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως, να προσκομίση: (α) το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής× (β) το πρωτότυπον της εν άρθρω II αναφερομένης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής». Περαιτέρω το ίδιο άρθρο θέτει και την εξής υποχρέωση: «
  2. Εάν η ειρημένη απόφασις ή συμφωνία δεν συνετάχθη εις την επίσημον γλώσσαν της χώρας εις την οποίαν γίνεται επίκλησις αυτής, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν της αποφάσεως μέρος δέον να προσκομίση μετάφρασιν των εγγράφων τούτων, εις την γλώσσαν ταύτην. Η μετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήμου ή ορκωτού μεταφραστού ή υπό διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου». Παρόμοιες πρόνοιες που αφορούν την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων περιλαμβάνονται και στα άρθρα 35 και 36 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν.101/87). Δυνάμει του εν λόγω άρθρου της Σύμβασης κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης θα πρέπει να προσκομίζεται κεκυρωμένο πρωτότυπο ή πιστοποιημένο αντίγραφο της απόφασης, το πρωτότυπο ή πιστοποιημένο αντίγραφο της Συμφωνίας διαιτησίας και μετάφραση των εγγράφων τούτων στην επίσημη γλώσσα της χώρας στην οποία επιδιώκεται η αναγνώριση. Το βάρος απόδειξης των προαπαιτούμενων του άρθρου IV το έχει ο αιτητής ο οποίος αφ' ης στιγμής προσκομίσει τα εν λόγω έγγραφα, επιτυγχάνει την αναγνώριση και εκτέλεση. Οπόταν το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στους ώμους του καθ' ου η αίτηση να αποδείξει ένα από τους λόγους που καταγράφονται στο άρθρο V για την ακύρωση και παραμερισμό της αναγνώρισης. Στην κρινόμενη περίπτωση εξετάζεται η πλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης, αυτής του κεκυρωμένου πρωτοτύπου της απόφασης. Στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσης του Alibekov Badrudtin που συνόδευε την αίτηση για εγγραφή αφού γίνεται αναφορά στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης καταγράφεται το εξής: «Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στη Ρωσσική γλώσσα στις 15.10.
  3. Οι αιτητές έλαβαν γραπτώς την απόφαση στις 15.11.
  4. Το πρωτότυπο της εν λόγω απόφασης επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 6(α). Στην παρούσα επισυνάπτεται πιστοποιημένη πιστή μετάφραση του προαναφερόμενου τεκμηρίου 6(β) στην Ελληνική γλώσσα». Το τεκμήριο 6(α) φέρει την υπογραφή τριών ατόμων και μια σφραγίδα, που όπως μεταφράζεται στο τεκμήριο 6(β) είναι οι υπογραφές των Διαιτητών και η σφραγίδα του Διαπεριφερειακού Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας. Το ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι αν αυτό το πρωτότυπο έγγραφο με τις υπογραφές, ικανοποιεί την προϋπόθεση και έννοια του κεκυρωμένου πρωτοτύπου. Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση δεν χαρακτηρίζεται ως τέτοιο (δηλ. κεκυρωμένο). Στην υπόθεση Groutas (ανωτέρω) εξετάστηκε η έννοια «επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης» όπως αυτή εμφανίζεται στο άρθρο 24.
  5. του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου του 1984 (Ν.55/84)και στο οποίο προβλέπονται οι προϋποθέσεις για εγγραφή της αλλοδαπής απόφασης. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το αντίγραφο το οποίο είχε επισυναφθεί στην αρχική μονομερή αίτηση για εγγραφή, ήταν επικυρωμένο εφόσον υπογράφθηκε από το Δικαστή και το Γραμματέα του Δικαστηρίου και έφερε τη σφραγίδα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, ωστόσο, κατ' έφεση το εύρημα αυτό ανατράπηκε και υποδείχθηκε πως: «Τέτοια επικύρωση θα έπρεπε να προέρχεται από αρμόδιο πρόσωπο που θα επιβεβαίωνε το γνήσιο των υπογραφών καθώς και της σφραγίδας. Η ύπαρξη και μόνο υπογραφών και σφραγίδας χωρίς επικύρωση της γνησιότητας του, δεν καθιστά το έγγραφο "επικυρωμένο αντίγραφο"». Προχώρησε δε περαιτέρω η απόφαση τονίζοντας πως ούτε εκ των υστέρων μαρτυρία για το γεγονός της επικύρωσης μπορεί να αντικαταστήσει την αναγκαιότητα να φαίνεται από το ίδιο αντίγραφο της απόφασης η επικύρωση. Υιοθέτηση της θέσης αυτής έγινε από το Ανώτατο στην υπόθεση Bristol Business Corporation v. Besuno Limited, Πολ. Έφεση 321/2007 ημερ. 30.5.
  6. Αφορούσε και πάλιν αίτηση για εγγραφή αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης η οποία πρωτόδικα απορρίφθηκε λόγω της μη δέουσας παρουσίασης της διαιτητικής συμφωνίας. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο με αναφορά στην Groutas ανέφερε πως ναι μεν η Groutas «αφορούσε εγγραφή αλλοδαπής δικαστικής απόφασης, αλλά με αναφορά στην απαίτηση αυτή να είναι επικυρωμένη. Εξηγήθηκε πως «τέτοια επικύρωση θα έπρεπε να προέρχεται από αρμόδιο πρόσωπο που θα επιβεβαίωνε το γνήσιο των υπογραφών, καθώς και της σφραγίδας». Εκ του περισσού θα σημείωνα τον ορισμό του ρήματος «κυρώνω» που δίδεται στο λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη: «... πιστοποιώ την εγκυρότητα (εγγράφου κειμένου) από επίσημο φορέα ..». Συνεπώς, καθίσταται φανερό ότι η ύπαρξη των υπογραφών και της σφραγίδας δεν είναι αρκετές για να καταστήσουν το πρωτότυπο που οι αιτητές επισύναψαν με την ένορκη δήλωση τους, «δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον» ή «duly authenticated original award» όπως απαντάται η προϋπόθεση αυτή στο Αγγλικό κείμενο της Σύμβασης, ελλείψει ιδίως μαρτυρίας ότι έτσι είναι σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας στην οποία εξεδόθη η διαιτητική απόφαση. Αναφορικά με το τελευταίο, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα Halsbury's Statutes, 4η έκδοση, τόμος 2 σελ. 606 όπου αναφέρεται στο υποσημείωμα αναφορικά με τη φράση «duly authenticated original award or a duly certified copy of it» στο άρθρο 4 του Arbitration Act 1975 το οποίο θεσπίστηκε για να τεθεί σε εφαρμογή η Σύμβαση: «... this means duly authenticated or duly certified in the manner required by the law of the country in which the award was made». Περαιτέρω και πάλιν εκ του περισσού σημειώνεται το εξής: Το τεκμήριο 6(β) της ένορκης δήλωσης που στήριξε τη μονομερή αίτηση που χαρακτηρίζεται ως πιστή μετάφραση του πρωτοτύπου της απόφασης τεκμήριο 6(α), αποτελεί εξ όσων αποκαλύπτει η επί αυτού σφραγίδα του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, μετάφραση του συνημμένου στο τεκμήριο 6(β) φωτοαντιγράφου της απόφασης, το οποίο το ίδιο Γραφείο χαρακτηρίζει ως γνήσιο αντίγραφο του πρωτοτύπου. Σίγουρα για σκοπούς της μετάφρασης και σίγουρα εξ όσων ανωτέρω αναφέρθηκε δεν μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι πληρεί την προϋπόθεση του «δεόντως πιστοποιημένου αντιγράφου». Συνακόλουθα, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνεται ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η επιτακτική προϋπόθεση του άρθρου IV
(1)(α) της Σύμβασης για την προσκόμιση του δεόντως κεκυρωμένου πρωτοτύπου της απόφασης. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εν' όψει της κατάληξης αυτής, θεωρώ ότι παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων. Το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 3.12.2010 το οποίο επέτρεπε εγγραφή και αναγνώριση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 15.10.2010 που εκδόθηκε από το Διαπεριφερειακό Διαιτητικό Δικαστήριο με έδρα τη Μόσχα, ακυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των αιτητών στην παρούσα αίτηση και εναντίον των καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό της εγγραφής διαιτητικής απόφασης /Σ.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.