Χαράλαμπος Κ. Σιαηλής ν. Αυγή Παναγιώτου Γεωργίου, Αρ. Αγωγής :- 103/2005, 12/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A88 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 103/2005 Μεταξύ :- Χαράλαμπος Κ. Σιαηλής Ενάγων Και Αυγή Παναγιώτου Γεωργίου Ενάγουσα Ημερομηνία :- Παρασκευή 12η Απριλίου 2013 Για τον ενάγοντα :- κος. Χρήστος Μ. Γεωργιάδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κος. Μιχάλης Λιώτης ) Για την εναγόμενη :- κος. Γεώργιος Κουκούνης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / .......... ) Περιεχόμενα
- ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ.. 3
- Η ΑΞΙΩΣΗ.. 4
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ.. 10
- Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ.. 11
- ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ.. 16
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. 19
- ΑΤΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ.. 20
- ΤΑ «ΜΕΣΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ». 29
- Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ. 45
- ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ.. 50
- ΤΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ.. 58
- Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΓΗΣ. 68
- Η ΑΜΟΙΒΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ.. 70
- ΘΕΜΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ. 78
- ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ. 83
- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ. 85
- ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ.. 97 ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ
- Αναπόδραστα καθορίζονται τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής από τα δικόγραφα. Η οποιαδήποτε απόπειρα αποφυγής αυτής της δικονομικής πραγματικότητας θα αντέβαινε την απλή αλλά πρακτική και δίκαιη λογική βάσει της οποίας λειτουργεί το σύστημα απονομής δικαιοσύνης κατά την εκδίκαση πολιτικών αγωγών. Τονίζεται η σημασία των δικογράφων καθότι ο ενάγων ανεπιτυχώς επεδίωξε την αποδοχή ερμηνείας μέρους του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης η οποία δεν συνάδει με την απλή και εύλογα κατανοητή έννοια αυτού.
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η αξίωση του ενάγοντα είναι για ποσό £80.000,00 ως υπόλοιπο συμφωνημένου ή «εύλογου οφειλόμενου» ποσού. Η εναγόμενη με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εγείρει διάφορα επιπρόσθετα θέματα. Όπως, παραδείγματος χάριν, θέμα επαγγελματικής αμέλειας του ενάγοντα ως δικηγόρου.
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η αξίωση του ενάγοντα δεν πηγάζει απλώς από τις υπηρεσίες τις οποίες παρείχε προς την εναγόμενη ως δικηγόρος, αλλά και ως αποτέλεσμα της επιχειρηματικής συνεργασίας μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης δια μέσω εταιρείας για την αγορά και ανάπτυξη ακίνητης ιδιοκτησίας, μερίδιο της οποίας ήδη ανήκε στην εναγόμενη ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια αυτού. Εγγραφή μεριδίου την οποία, όπως είναι κοινά αποδεκτό, ο ενάγων εξασφάλισε εκ μέρους της. Η ΑΞΙΩΣΗ
- Η όλη βάση της αξίωσης του ενάγοντα όπως αυτή προδιαγράφεται από την έκθεση απαίτησης παρατίθεται πιο κάτω σε όσο το δυνατό πιο κατανοητή μορφή, ακολουθώντας όμως πιστά τη διατύπωση των ισχυρισμών του ενάγοντα.
- Αξίζει να σημειωθεί αυτός ο δικονομικά απαιτούμενος προκαθορισμός των ισχυρισμών του ενάγοντα, έτσι ώστε να παρέχεται η ευχέρεια, εντός αυτής της απόφασης, της ανάδειξης είτε συμφωνίας της μαρτυρίας με αυτούς είτε της οποιασδήποτε προσπάθειας απόκλισης από αυτούς, δια μέσω της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη τους.
- Παρά και τη γενική επικράτηση χρονικής αοριστίας ως προς τη προβολή αυτών των ισχυρισμών (με μοναδική εξαίρεση την ύπαρξη της ημερομηνίας 7/6/2004) αυτοί στη παράθεση τους ακολουθούν μία εκ πρώτης όψεως φυσιολογική χρονική εξέλιξη αντίστοιχη με τη σειρά την οποία αυτοί παρατίθενται. Ακολουθείται αυτή η χρονική σειρά και από το Δικαστήριο κατά την παράθεση των ισχυρισμών αυτών.
- Οι ισχυρισμοί του ενάγοντα είναι οι ακόλουθοι. 7.
- Ο ίδιος ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας μητέρας της εναγομένης εξασφάλισε εγγραφή στο όνομα της εναγομένης κατά 3/16 μερίδια σε τρία τεμάχια γης, τα τεμάχια 485, 486 και 766, με αριθμούς εγγραφής 0/3804, 0/3805 και 0/3496 (στο εξής θα καλούνται τα «τεμάχια»). 7.
- Η εναγόμενη εξέφρασε την επιθυμία να αγοράσει τα μερίδια των συνιδιοκτητών της. 7.
- Ανάθεσε η εναγόμενη στον ενάγοντα να αγοράσει τα μερίδια αυτά αντί του συμφωνημένου και/ή εύλογου τιμήματος των £72.000,00 ανά σκάλα. 7.
- Ανάθεσε η εναγόμενη στον ενάγοντα «.να συστήσουν από κοινού.» εταιρεία για συνεταιρική εκμετάλλευση των συγκεκριμένων τεμαχίων. 7.
- Ο ενάγων αποδέχθηκε (τη πρόταση της εναγομένης σύστασης εταιρείας για συνεταιρική εκμετάλλευση των συγκεκριμένων τεμαχίων) και «.προχώρησε στη σύσταση της Εταιρείας NUTMEG HOLDINGS LTD." (στο εξής θα καλείται η «Nutmeg»). 7.
- Ο ενάγων συμμετείχε στη συσταθείσα εταιρεία ως συνέταιρος (αξίζει να σημειωθεί ότι αναφορικά με αυτή τη συμμετοχή ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ενεργούσε «.πάντοτε τη εντολή επιθυμία και εντολοδόχος της εναγομένης».) 7.
- Επειδή η εναγόμενη επέμενε για την αγορά των υπόλοιπων μεριδίων ο ενάγων με παρότρυνση και επιμονή της εναγομένης προέβη στην αγορά των ¾ μεριδίων των αδελφών της. 7.
- Η αγορά έγινε για το συνολικό ποσό των £720.000,00 με πωλητήρια έγγραφα ημερομηνίας 7/6/
- 7.
- Η αγορά έγινε από την εταιρεία Nutmeg Holdings Ltd. 7.
- Ο ενάγων συνέστησε αυτή την εταιρεία «.τη προτροπή, εντολή και επιμονή της εναγομένης και του συζύγου της.». 7.
- Ο ενάγων κατέβαλε ποσό £45.000,00 ως το ποσό της προκαταβολής. 7.
- Πλέον, ο ενάγων κατέβαλε, £12.000,00 «.μεσιτικά δικαιώματα για εξασφάλιση της αγοράς.». 7.
- Ο ενάγων ετοίμασε τα αναγκαία πωλητήρια έγγραφα, προέβη στη χαρτοσήμανση τους και στη συνέχεια τα κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. 7.
- Επιπλέον, ο ενάγων «.ως εντολοδόχος και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της εναγομένης.» ανέθεσε τον διαχωρισμό «.των αγορασθέντων κτημάτων.» σε ειδικό εμπειρογνώμονα. 7.
- Ο ειδικός εμπειρογνώμονας μετά από μελέτη προχώρησε σε διαχωρισμό 22 οικοπέδων. 7.
- Ο διαχωρισμός αυτός έτυχε της έγκρισης (αλλά «.και ικανοποίησης.») της εναγομένης. 7.
- Η εναγόμενη συμφώνησε να «.προχωρήσουν από κοινού μετά του ενάγοντος.» στην αξιοποίηση των κτημάτων και σε ανάπτυξη οικοδομικών εργασιών. 7.
- Με αυτό το σκοπό επισκέφθηκαν μαζί για εξασφάλιση δανεισμού τρεις τράπεζες (Κύπρου, Ελληνική και Εθνική). 7.
- «Όλως αιφνιδίως.» (και αφού πρώτα η εναγόμενη πίστεψε ότι η Εθνική Τράπεζα θα παραχωρούσε το αιτούμενο δάνειο) ζήτησε από τον ενάγοντα να μεταβιβάσει τις μετοχές του στην εταιρεία Nutmeg στο όνομα της. 7.
- Ο ενάγων μεταβίβασε τις μετοχές στην εναγόμενη. 7.
- Η εναγόμενη θα κατέβαλε στον ενάγοντα τόσο τα «.οποιαδήποτε χρήματα.» ο ενάγων κατέβαλε για την «.από κοινού αγοράν.» των μεριδίων όσο και τα οποιαδήποτε έξοδα για τις οποιεσδήποτε προσφερθείσες υπηρεσίες του. 7.
- Συμπεριλαμβάνονταν σε αυτές τις υπηρεσίες εκτιμητικά, έξοδα, χαρτοσημάνσεις εγγράφων, νομικές και άλλες υπηρεσίες και έξοδα του ως διαχειριστής. 7.
- Τα ποσά αυτά συμφωνήθηκαν στο συνολικό ποσό των £113.800,
- 7.
- Έναντι αυτού του «.συμφωνηθέντος οφειλομένου ποσού.» ο ενάγων «.έλαβε.» ποσό £33.790,00 το οποίο είχε στα χέρια του από λογαριασμό της εναγομένης. 7.
- Το ποσό αυτό το είχε στα χέρια του ο ενάγων για αγορά μεριδίων των συνιδιοκτητών αδελφότεκνων της εναγομένης. 7.
- Ο ενάγων είχε επανειλημμένα συσκέψεις και διαπραγματεύσεις με τους δικηγόρους Ναθαναήλ και Μιλτιάδους «.τη εντολή και εν γνώσει.» τόσο της εναγομένης (προφανώς εκ παραδρομής υπάρχει αναφορά δύο φορές σε «ενάγουσα» αντί «εναγόμενη») και του συζύγου της. 7.
- Η εναγόμενη ανέλαβε με τη μετάβαση της στην Αγγλία να έστελλε το συμφωνημένο υπόλοιπο των £80.000,00 όμως μέχρι και την έγερση της αγωγής παρέλειψε ή και αρνήθηκε να το πράξει αυτό.
- Ιδωμένοι ως έχουν εκ πρώτης όψεως φαίνονται αρκετά απλοί και εύκολα κατανοητοί οι ισχυρισμοί του ενάγοντα δίχως να χρήζουν οποιασδήποτε ιδιαίτερης ερμηνείας έτσι ώστε αυτοί να γίνουν αντιληπτοί με την απλή έννοια την οποία αυτοί προβάλλονται.
- Όμως ανεξάρτητα από την απλότητα των ισχυρισμών εντός της έκθεσης απαίτησης θα πρέπει να σημειωθεί το εξής αυτονόητο αναφορικά με την αξίωση του ενάγοντα. Είναι ο ίδιος ο ενάγων ως διάδικος ο οποίος έθεσε ως στόχο προς απόδειξη τα όσα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα αναφέρει εντός της έκθεσης απαίτησης του. Με αυτή την απόφαση κρίνεται κατά πόσο όντως πέτυχε να πείσει το Δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα αυτών των ισχυρισμών.
- Βεβαίως, το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο και τα όσα η εναγόμενη ισχυρίζεται εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της, ιδιαίτερα δε σε σχέση με την ανταπαίτηση της. Ως οι ισχυρισμοί ενός διαδίκου οι οποίοι υπόκεινται προς απόδειξη ανάλογα με τη μαρτυρία η οποία θα παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.
- Διευκρινίζεται απλά ότι το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και το περιεχόμενο του δεύτερου δικογράφου του ενάγοντα, δηλαδή της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση της εναγομένης. Δίχως όμως να διαπιστώνεται ότι εμπεριέχεται εντός αυτού η οποιαδήποτε διευκρίνιση η οποία να κρίνεται ως βοηθητική προς ενίσχυση των προσπαθειών του ενάγοντα να αποδείξει την αξίωση του μετά και που είχε την ευκαιρία να εξετάσει τους ισχυρισμούς της εναγομένης όπως αυτοί παρατίθενται εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Οι σημειώσεις του Δικαστηρίου καλύπτουν πέραν των 1.200 σελίδων. Έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια 75 έγγραφα. Προς απόδειξη της αξίωσης κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες. Προς υποστήριξη της υπεράσπισης και απόδειξη της ανταπαίτησης κατέθεσαν έξι μάρτυρες. Η ακροαματική διαδικασία διήρκεσε αρκετές δικασίμους. Ιδιαίτερα δε, στη κάθε περίπτωση, η προφορική κατάθεση του καθενός εκ των δύο διαδίκων.
- Παράθεση της μαρτυρίας στο σύνολο της εντός αυτής της απόφασης έστω και περιληπτικά θα απέληγε σε άσκοπη επανάληψη της και αχρείαστη αύξηση της ήδη μακροσκελούς έκτασης της απόφασης. Θεωρώ ότι επαρκής σύνοψη της μαρτυρίας προκύπτει από την αξιολόγηση της και από εξέταση των επίδικων θεμάτων ενώ τονίζω ότι επεξηγηματικές αναφορές στη μαρτυρία σε σχέση με την αξιολόγηση της παρατίθενται όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ
- Θα αρχίσω με ένα θέμα το οποίο αρχικά επηρέασε μερικώς και τη πορεία της ακροαματικής διαδικασίας. Αυτό είναι η προβαλλόμενη κατάσταση της υγείας του ενάγοντα. Προέκυπτε από αιτήματα αναβολής η εξής θέση του ενάγοντα. Αυτή της αντιμετώπισης προβλημάτων υγείας κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του. Θα εξηγήσω τη προσέγγιση του Δικαστηρίου ως προς την οποιαδήποτε σημασία είναι δυνατό να κριθεί ότι αυτή η θέση έχει ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας όχι μόνο του ενάγοντα αλλά κατ΄ επέκταση και της υπόλοιπης μαρτυρίας η οποία προσφέρθηκε προς απόδειξη της αξίωσης του.
- Παρουσιάστηκε μαρτυρία προς υποστήριξη αιτήματος αναβολής (αίτηση ημερομηνίας 8/3/2010) σύμφωνα με το οποίο ο ενάγων εμφάνιζε «.διαβητική και αλκοολική εγκεφαλοπάθεια με ανοϊκά στοιχεία και σοβαρή μελαγχολία στα πλαίσια μετατραυματικού συνδρόμου» (βλ. σχετικά ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Ηλία Νικολαΐδη, ημερομηνίας 5/3/2010).
- Τονίζω το εξής. Λόγω μη παρουσίασης σχετικής μαρτυρίας εμπειρογνώμονα κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής δεν παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο κατάληξης σε συγκεκριμένο εύρημα ως προς τη κατάσταση της υγείας του ενάγοντα κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του.
- Ανεξαρτήτως όμως αυτού του δεδομένου, καταγράφονται ως μέρος της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα οι ακόλουθες διαπιστώσεις, οι οποίες διευκρινίζω ότι θα προέκυπταν ακόμη και να μην είχε υποβάλει ο ενάγων τα συγκεκριμένα αιτήματα αναβολής υποστηριζόμενα από μαρτυρία αναφορικά με τη κατάσταση της υγείας του. Η οποία βεβαίως προσφέρθηκε εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτών των αιτημάτων. Αναμφίβολα η ίδια η ύπαρξη αυτών των αιτημάτων αποτελεί ένα δεδομένο το οποίο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί εντελώς έστω και εάν αυτό δεν αρκεί από μόνο του έτσι ώστε το Δικαστήριο να οδηγηθεί με ασφάλεια σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με τη κατάσταση της υγείας του ενάγοντα κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του. Οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είναι οι ακόλουθες.
- Η σύγχυση του ενάγοντα ως μάρτυρας ήταν ένα υπαρκτό στοιχείο καθ΄ όλη τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του το οποίο εμφανιζόταν με διάφορους τρόπους. Παραδείγματος χάριν, εμφανώς αναδεικνυόταν με ιδιαίτερα αξιοσημείωτο τρόπο από την αχρείαστη επανάληψη συγκεκριμένης πανομοιότυπης φράσης ωσάν αυτός να παραμιλούσε δίχως παράλληλα να φαινόταν ότι αντιλαμβανόταν αυτό το ίδιο το γεγονός της επανάληψης. Η φράση αυτή είχε σχέση με το πόσο κατά τον ίδιο «κατενθουσιασμένη» ήταν η εναγόμενη με τις ενέργειες του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή η επανάληψη δεν αποδίδεται σε μία συνήθη αβεβαιότητα ή διστακτικότητα ενός οποιουδήποτε μάρτυρα αλλά σε εμφανή έλλειψη συγκροτημένης σκέψης του ενάγοντα.
- Ένα άλλο παράδειγμα της τάσης επανάληψης απαντήσεων του ενάγοντα, σε άλλη δικάσιμο, είναι οι αναφορές του σε επισκέψεις σε τράπεζες μαζί με την εναγόμενη και τον σύζυγο της. Θέτοντας το όλο θέμα όσο πιο απλά γίνεται δεν είναι λίγες οι φορές κατά τις οποίες ο ενάγων δημιουργούσε την εντύπωση ότι ήταν «χαμένος», δίχως δηλαδή η σκέψη του ή ο τρόπος έκφρασης αυτής να τον βοηθούσε να απαντήσει με σαφήνεια και παράλληλα με αποφυγή στερεότυπης επανάληψης τη συγκεκριμένη ερώτηση ή υποβολή με την οποία βρισκόταν αντιμέτωπος και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις ανεξάρτητα και από το περιεχόμενο αυτής.
- Τονίζεται πως αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βασίζεται άρρηκτα στη ζωντανή εντύπωση του ενάγοντα ως μάρτυρας. Επί της ίδιας βάσης, αιτία αυτής της γενικής έλλειψης συγκροτημένης σκέψης ή έκφρασης αυτής αναμφίβολα διαπιστώνεται να ήταν η απουσία διανοητικής διαύγειας παρά η οποιαδήποτε επιτηδευμένη προσπάθεια υπεκφυγής του ως μάρτυρας. Απουσία διανοητικής διαύγειας όχι υπό την οποιαδήποτε ιατρική ή επιστημονική έννοια αλλά υπό την έννοια διαπίστωσης έλλειψης της δυνατότητας επίτευξης και διατήρησης καθαρότητας της σκέψης του ενάγοντα και έκφρασης αυτής. Δίχως βεβαίως η διαπίστωση αυτή να αποκλείει σε αρκετά σημεία της προφορικής κατάθεσης του ενάγοντα της συνύπαρξης του στοιχείου της υπεκφυγής και της καταφυγής σε αναληθείς ισχυρισμούς. Δηλαδή, οποιαδήποτε και να ήταν η δυσκολία την οποία ο ενάγων αντιμετώπιζε γενικά ως προς τη διατήρηση καθαρότητας της σκέψης του και έκφρασης αυτής, το δεδομένο αυτό δεν τον εμπόδιζε όπως σε ορισμένες περιπτώσεις καταφύγει σε προσπάθειες αποφυγής να απαντήσει ευθέως. Ιδιαίτερα δε σε σχέση με θέματα αναφορικά με τα οποία ήταν εμφανές ότι ο ίδιος επιθυμούσε να αποκρύψει τη πραγματικότητα όπως αυτή διαπιστώνεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου βασισμένα επί του συνόλου της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.
- Εντονότατη όμως παραμένει η εντύπωση την οποία το Δικαστήριο αποκόμισε τόσο ως προς την έκπτωση της μνήμης του ενάγοντα, ακόμη και εντός του ιδίου του πλαισίου της ακροαματικής διαδικασίας, όσο και της εμφανής αδυναμίας του να απαντά με σαφήνεια και σταθερότητα ακόμη και απλές ερωτήσεις αδυνατώντας παράλληλα να αποφύγει αχρείαστη επανάληψη προηγούμενων απαντήσεων του. Εντύπωση η οποία προκλήθηκε όχι μόνο κατά την αντεξέταση - στάδιο κατά το οποίο γενικά ένας αναξιόπιστος μάρτυρας είναι δυνατό να καταφύγει σε υπεκφυγή σε μία προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας - αλλά ακόμη και κατά τη διάρκεια της κύριας εξέτασης του. Στάδιο κατά τη διάρκεια του οποίου δεν αναμένεται ένας τόσο βασικός μάρτυρας όπως ο ίδιος ο διάδικος να μην είναι σε θέση να προετοιμαστεί και να προσαρμόζει ανάλογα τις απαντήσεις του με τους όσους ισχυρισμούς επιδιώκει να αποδείξει προς αποδοχή της αξίωσης του.
- Εντούτοις η γενική αυτή διαπίστωση ως προς την όλη εικόνα την οποία ο ενάγων παρουσίαζε ως μάρτυρας, όσο και να αποτελεί ένα από τα δεδομένα τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ενάγοντα ως μάρτυρα, δεν είναι λογικά δυνατό αλλά ούτε και θα ήταν ορθό και δίκαιο εν τέλει να λειτουργήσει αποκλειστικά προς όφελος του ενάγοντα και εις βάρος της εναγομένης.
- Στο στάδιο της προφορικής κατάθεσης του ο ενάγων αντιπροσωπευόταν από ικανούς και έμπειρους δικηγόρους (βλ. σχετικά τη παράγραφο 4 της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6/6/2011) οι οποίοι θα μπορούσαν να επιλέξουν εναλλακτικό χειρισμό της όλης προώθησης απόδειξης της αξίωσης του, παραδείγματος χάριν με τη παρουσίαση ιατρικής μαρτυρίας αναφορικά με τον αποκλεισμό δια παντός της δυνατότητας του ενάγοντα να καταθέσει ως μάρτυρας.
- Εν τέλει αυτή ήταν η ποιότητα και μορφή μαρτυρίας την οποία επέλεξαν να παρουσιάσουν και αναπόφευκτα το Δικαστήριο, όση κατανόηση και να είναι σε θέση να επιδείξει σε σχέση με την οποιαδήποτε δυσκολία ο ενάγων είχε είτε στην επίτευξη καθαρότητας της σκέψης του είτε της έκφρασης αυτής, δεν έχει άλλη επιλογή παρά από το να βασιστεί επί της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του, έτσι ώστε να αξιολογήσει όχι μόνο τη μαρτυρία και αξιοπιστία του ίδιου αλλά και των υπόλοιπων μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν προς απόδειξη της αξίωσης. Καθότι η μαρτυρία η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του ενάγοντα έχει θεμελιακή σημασία εφόσον επί αυτής επιδιώχτηκε στη συνέχεια να οικοδομηθεί το υπόλοιπο της μαρτυρίας προς απόδειξη της αξίωσης του.
- Τονίζω και πάλι πως κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από τη προφορική κατάθεση του ενάγοντα το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του την όλη εικόνα η οποία αποκομίστηκε αναφορικά με τον ενάγοντα ως μάρτυρα, όπως βεβαίως και σε κάθε περίπτωση οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα. Μέρος αυτής της εικόνας αναπόφευκτα αποτελούν και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ως προς την εντύπωση την οποία το Δικαστήριο διαμόρφωσε σε σχέση με τη κατάσταση της πνευματικής κατάστασης του ενάγοντα, όχι υπό οποιαδήποτε ιατρική έννοια αλλά με αναφορά στην εντύπωση ύπαρξης διαύγειας η μη στη σκέψη ή στην έκφραση της σκέψης του ενάγοντα. ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
- Αυτό το οποίο διευκρινίζεται πιο πάνω είναι ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του ενάγοντα δεν είναι δυνατό να διέπεται από επίδειξη υπέρμετρης κατανόησης ενόψει της εντύπωσης, την οποία ο ίδιος προκαλούσε ως μάρτυρας, ως προς τη κατάσταση της πνευματικής του υγείας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του ενάγοντα λογικά και αναπόφευκτα επηρεάζει την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στο σύνολο της.
- Διευκρινίζεται επιπλέον το εξής. Καταβάλλεται από το Δικαστήριο προσπάθεια θεματικής αξιολόγησης της μαρτυρίας στο σύνολο της.
- Ασφαλώς αξιολογείται ατομικά η αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα. Όμως αυτή η ατομική αξιολόγηση γίνεται εντός ενός πλαισίου εξέτασης γενικότερα της αξιοπιστίας της ανάλογης εκδοχής των διαδίκων αναφορικά με κάθε επίδικο θέμα.
- Καθώς δηλαδή προκύπτουν διάφορα θέματα σε σχέση με οποιοδήποτε από αυτά θα μπορούσε να κριθεί ως αξιόπιστη η εκδοχή ενός εκ των δύο διαδίκων ενώ σε σχέση με άλλο θέμα ενδεχομένως να προκύπτει το αντίθετο αποτέλεσμα. Η δε αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας αποτελεί συνδεδεμένο μεν αλλά ανεξάρτητο μέρος του έργου του Δικαστηρίου από την εξέταση της νομικής βασιμότητας της οποιασδήποτε θέσης των διαδίκων.
- Ως προς τη θεματική αξιολόγηση της μαρτυρίας έχει γίνει επιλογή θεμάτων κυρίως επί μίας χρονολογικής βάσης αναφορικά με την οποιαδήποτε σχέση μεταξύ των διαδίκων και τη φύση αυτής στο βαθμό στον οποίο αυτή η σχέση είναι δυνατό να εξαχθεί από τη μαρτυρία, με στόχο την επίτευξη της λογικότερης δυνατότητας εξέτασης όλων των επίδικων θεμάτων και ισχυρισμών των διαδίκων.
- Σύμφωνα με αυτή τη προσέγγιση τα επίδικα θέματα κατατάσσονται ως εξής. 31.
- Η διαθήκη της αποβιώσασας μητέρας της εναγομένης, η εκτέλεση της και η διαχείριση αυτής της κληρονομιάς με τον ενάγοντα ως διαχειριστή. Προς πιο συνοπτική αναφορά σε αυτό το θέμα θεωρώ ότι αυτά τα δεδομένα εμπίπτουν σε μία ενότητα την οποία θα αποκαλώ το κληρονομικό θέμα. 31.
- Η κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία ανάπτυξης γης μεταξύ των διαδίκων και το αποτέλεσμα εφαρμογής αυτής ως επίσης και ο βαθμός στον οποίο ο ενάγων με τους ισχυρισμούς του την συνέπλεκε με την επαγγελματική σχέση η οποία υπήρχε μεταξύ της εναγομένης και του ιδίου ως δικηγόρου της. 31.
- Το θέμα της αμοιβής του ενάγοντα είτε ως δικηγόρου είτε ως διαχειριστή αλλά και παράλληλα η πληρωμή την οποία ο ίδιος αξίωνε αναφορικά με υπηρεσίες τις οποίες παρείχε ή είχε εξασφαλίσει κατ΄ ισχυρισμό εκ μέρους της εναγομένης και προς όφελος της. 31.
- Η ύπαρξη επαγγελματικής αμέλειας του ενάγοντα.
- Τονίζεται παράλληλα ότι το Δικαστήριο αναμφίβολα διατηρεί υπόψη του το βαθμό στον οποίο τα προαναφερόμενα θέματα είναι αλληλένδετα μεταξύ τους. Όπως, παραδείγματος χάριν, το κληρονομικό θέμα, υπό την έννοια της διαθήκης και της εφαρμογής της, εμφανώς συνδέεται και με άλλα θέματα όπως αυτό της αμοιβής του ενάγοντα ή της κατ΄ ισχυρισμό επαγγελματικής αμέλειας του σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του αναφορικά με τη διεκπεραίωση αυτού του θέματος.
- Η πραγματικότητα βεβαίως είναι ότι, ενόψει και των γεγονότων υπό αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων, τόσο αυτό όσο και τα υπόλοιπα επίδικα θέματα αναπόφευκτα συνδέονται μεταξύ τους. Γεγονότα τα οποία καθορίζουν το καθένα ξεχωριστά παράλληλα αναδεικνύουν άμεση σχέση με γεγονότα τα οποία καθορίζουν τα υπόλοιπα επίδικα θέματα. Επομένως, στο βαθμό στον οποίο αυτό καθίσταται εφικτό το κάθε επίδικο θέμα θα ιδωθεί ξεχωριστά. Παράλληλα όμως δεν είναι λογικό να αγνοηθεί η οποιαδήποτε σύνδεση του με τα υπόλοιπα επίδικα θέματα.
- Όπως και στο κληρονομικό θέμα (βλ. σχετικά τη παράγραφο 32 αυτής της απόφασης) το ίδιο ισχύει βεβαίως σε σχέση με τα υπόλοιπα επίδικα θέματα. Αυτά προσεγγίζονται ξεχωριστά ώστε να αναδεικνύεται η σημασία του καθενός. Παράλληλα διατηρείται υπόψη η οποιαδήποτε λογική του σύνδεση με τα υπόλοιπα επίδικα θέματα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
- Ευχερής αφετηρία και σταθερός πυρήνας αξιολόγησης της κάθε θεματικής ενότητας της μαρτυρίας στο σύνολο της αποτελεί η μαρτυρία η οποία προέκυψε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του ενάγοντα. Καθότι επί αυτής οικοδομήθηκε η υπόλοιπη μαρτυρία προς απόδειξη της αξίωσης ενώ προς αντιπαράθεση αυτού του συνόλου και υποστήριξη της υπεράσπισης η εναγόμενη παρουσίασε τη δική της μαρτυρία παράλληλα βεβαίως προωθώντας και την ανταπαίτηση της.
- Πέραν και από τα δεδομένα της ιδιότητας του ενάγοντα ως ενός εκ των διαδίκων και το ρόλο κλειδί τον οποίο διαδραμάτισε σε σχέση με τα επίδικα θέματα η σημασία της μαρτυρίας του αναδεικνύεται και από το ενδεικτικό δεδομένο ότι από τα 75 τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου τα 50 κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του.
- Ευθύς εξ αρχής διευκρινίζεται ότι εν τέλει γενικά η εκδοχή της εναγομένης κρίνεται αξιόπιστη σε αντίθεση με αυτή του ενάγοντα. Το συμπέρασμα αυτό αιτιολογείται πιο κάτω έχοντας ως βάση τόσο την ατομική αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα όσο και τη θεματική αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με τα επίδικα θέματα. ΑΤΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
- Ασφαλώς διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται εντός αυτής της απόφασης και έχοντας ως βάση την αξιολόγηση της εκδοχής του κάθε διαδίκου είναι δυνατό λογικά να εξαχθεί και η ατομική αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα ο οποίος κατέθεσε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Παρατίθεται όμως πιο κάτω και μία συνοπτική αναφορά σε σχέση με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα.
- Ο ενάγων, ως ο Μ. Ε. 1, με τη καταχώρηση και προώθηση της αγωγής του προς εκδίκαση είχε επιφορτίσει τον εαυτό του με το βάρος απόδειξης της εκδοχής του όπως αυτή διατυπώνεται εντός των δικογράφων του. Αναλύοντας, με συσχετισμό των διαφόρων μερών της τη μαρτυρία η οποία προέκυψε από τη προφορική κατάθεση του αλλά και σε συνδυασμό με όλη τη μαρτυρία στο σύνολο της, κρίνεται ότι όχι μόνο ο ίδιος ως μάρτυρας αλλά ακόμη και με τη συνδρομή των μαρτύρων τους οποίους παρουσίασε απέτυχε πραγματικά να πείσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία αυτής της εκδοχής.
- Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι ο ενάγων ως μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει πειστικές και λογικές απαντήσεις σε σχέση με τα διάφορα ερωτήματα με τα οποία βρισκόταν αντιμέτωπος κατά την αντεξέταση του έτσι ώστε να πείσει το Δικαστήριο τόσο ως προς την αξιοπιστία του ιδίου όσο και ως προς τη βασιμότητα της αξίωσης του.
- Επιπλέον, επί οποιουδήποτε σημείου είναι δυνατό να κριθεί ότι η μαρτυρία του ενάγοντα, όπως αυτή δόθηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του, ξεφεύγει από τους ισχυρισμούς του, όπως αυτοί παρατίθενται εντός των δικογράφων του, τότε αναμφίβολα η αξιοπιστία του επηρεάζεται καθοριστικά και αρνητικά. Παραδείγματος χάριν, ο οποιοσδήποτε βαθμός αβεβαιότητας προκύπτει σε σχέση με τα όσα ισχυρίστηκε σε αντίθεση με την αναφορά εντός της έκθεσης απαίτησης στα «μεσιτικά δικαιώματα» (βλ. σχετικά επί αυτού του θέματος την επόμενη ενότητα αυτής της απόφασης).
- Αναφορικά με τη μαρτυρία του Μ. Ε. 2, δηλαδή του γιου του ενάγοντα, Γιώργου Σιαηλή, αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι όσο και να ήθελε ο μάρτυρας αυτός να βοηθήσει το Δικαστήριο στο να καταλήξει στην ανεύρεση της αλήθειας ο ίδιος δεν ήταν σε θέση από προσωπική γνώση να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τα ουσιώδη θέματα προς εξέταση με αυτή την αγωγή. Τα όσα κατέθεσε αποτελούν κυρίως προϊόν πληροφόρησης του από τον ενάγοντα ο οποίος ως μάρτυρας, βάσει του συνόλου της μαρτυρίας, κρίνεται αναξιόπιστος. Συνεπώς, σε σχέση με αυτή την εξ ακοής πτυχή της, η μαρτυρία του Μ. Ε. 2 δεν είναι δυνατό να κριθεί αξιόπιστη σε αντικατάσταση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία του ενάγοντα ως μάρτυρα. Εντούτοις, διατηρώντας υπόψη τη προαναφερόμενη διευκρίνιση, ο ίδιος ο Μ. Ε. 2 ως μάρτυρας, βάσει της θετικής ζωντανής εντύπωσης του, με εξαίρεση του ισχυρισμού του εντός της γραπτής του δήλωσης, διατηρώντας υπόψη τα όσα στη συνέχεια ανέφερε προφορικά, ως προς το ότι είχε προσωπική γνώση των υπηρεσιών που ο ενάγων προσέφερε στην εναγόμενη, κρίνεται αξιόπιστος αναφορικά με θέματα για τα οποία είχε ιδία γνώση και δυνατότητα αντίληψης. Παραδείγματος χάριν, ως προς αυτή τη δυνατότητα αντίληψης υπενθυμίζω ότι ο ίδιος ανέφερε ότι δεν ασχολείτο με διαθήκες και διαχειρίσεις ή ετοιμασία καταλόγων εξόδων. Ενώ χαρακτηριστικό παράδειγμα έλλειψης γνώσης του συγκεκριμένου μάρτυρα είναι ως προς τον αριθμό συναντήσεων που ο ενάγων κατ΄ ισχυρισμό είχε με τους κληρονόμους της αποβιώσασας. Διευκρινίζεται παράλληλα ότι η δική του κρίση αναφορικά με τη λογικότητα ή μη των χρεώσεων του ενάγοντα για τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος δεν είναι δυνατό να αντικαταστήσει αυτή του Δικαστηρίου, στο βαθμό στον οποίο κρίνεται αναγκαίο όπως αυτή ασκηθεί.
- Η έναρξη της προφορικής κατάθεσης του Μ. Ε. 3, δηλαδή του δικηγόρου Ηλία Ευθυμίου (στο εξής θα καλείται ο «Ευθυμίου»), και η απόπειρα κατάθεσης γραπτής δήλωσης του υπήρξε η αιτία τόσο της έκδοσης σχετικής ενδιάμεσης απόφασης, ημερομηνίας 13/5/2011, όσο και της καταχώρησης αίτησης τροποποίησης, ημερομηνίας 20/5/2011, η οποία απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 6/6/
- Ασφαλώς δεν κρίνεται απαραίτητο όπως επαναληφθεί το περιεχόμενο αυτών των δύο ενδιάμεσων αποφάσεων εντός αυτής της απόφασης όσο και εάν ανάγνωση αυτού θα βοηθούσε σε μία καλύτερη αντίληψη τόσο ως προς την μη αποδοχή μέρους της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα, η οποία εμπεριεχόταν στη προτεινόμενη γραπτή δήλωση του, όσο και της αξιολόγησης, μετά από το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του Ευθυμίου.
- Ο μάρτυρας αυτός είχε ίδιον όφελος από συναλλαγή και συνεργασία του με τον ενάγοντα σε σχέση με την υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων μεταξύ της Nutmeg και των αδελφών της εναγομένης. Σημειωτέον ότι τα αντισυμβαλλόμενα αδέλφια της εναγομένης ήταν πελάτες του Ευθυμίου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εισέπραξε το ποσό των £12.000,00 (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 7.12 αυτής της απόφασης) το οποίο ο ενάγων περιγράφει εντός της έκθεσης απαίτησης του ως «.μεσιτικά δικαιώματα για εξασφάλιση της αγοράς.».
- Βεβαίως ο ίδιος ο Ευθυμίου δεν αποδέχεται ότι όντως τα χρήματα τα οποία εισέπραξε ήταν «μεσιτικά δικαιώματα» ή θέτοντας το πιο απλά, προμήθεια για τη πώληση των μεριδίων των αδελφιών της εναγομένης στα τεμάχια. Επί αυτού του σημείου βεβαίως αξίζει να σημειωθεί ότι όπως ο Ευθυμίου είχε ίδιον όφελος είναι κατανοητό ότι είχε επίσης και ιδιαίτερο συμφέρον ως προς την αποφυγή αποδοχής οποιασδήποτε μαρτυρίας η οποία να τον ενέπλεκε με οποιαδήποτε συναλλαγή η οποία θα μπορούσε να κριθεί είτε ασυμβίβαστη με την άσκηση των καθηκόντων του ως δικηγόρος είτε ακόμη και παράνομη. Δηλαδή, ως προς την είσπραξη προμήθειας για τη πώληση μεριδίων στα τεμάχια. Διαπιστώνεται δηλαδή ότι είχε κίνητρο να απορρίψει το οποιοδήποτε ενδεχόμενο ο ίδιος να είχε εισπράξει ένα ποσό της τάξης των £12.000,00 ως προμήθεια και όχι ως δικηγορική αμοιβή. Ή θέτοντας το διαφορετικά ο συγκεκριμένος μάρτυρας είχε ισχυρό κίνητρο απόκρυψης από το Δικαστήριο της πραγματικότητας αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα.
- Το παράδοξο σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας την οποία ο ενάγων παρουσίασε στο σύνολο της είναι ότι εάν παρεχόταν η δυνατότητα ο ενάγων να κριθεί αξιόπιστος σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς εντός των δικογράφων του (δηλαδή εάν παρέμενε πιστός σε αυτούς) τότε αναπόφευκτα ο Ευθυμίου θα έπρεπε να κριθεί αναξιόπιστος. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτών των δύο μαρτύρων, δηλαδή του ενάγοντα και του Ευθυμίου, δεν είναι δυνατό να συγκεραστεί έτσι ώστε και οι δύο να κριθούν αξιόπιστοι.
- Επιπλέον οι οποιεσδήποτε προσπάθειες συμφωνίας των ισχυρισμών τους, οι οποίες εντοπίζονται μεταξύ της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του καθενός, οδηγεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι τόσο ο ενάγων όσο και ο Ευθυμίου θα πρέπει να κριθούν αναξιόπιστοι ως μάρτυρες και γι΄ αυτό το λόγο. Επιπλέον βεβαίως εντοπίζεται και μερική αντιφατικότητα μεταξύ των ισχυρισμών αυτών των μαρτύρων όμως στη περίπτωση αυτή δεν είναι οι αντιφάσεις οι οποίες έχουν τόση σημασία όσο η προσπάθεια η οποία καταβλήθηκε έτσι ώστε οι ισχυρισμοί του Ευθυμίου να συνάδουν με την εκδοχή η οποία έγινε προσπάθεια από τον ενάγοντα να προβληθεί ως αξιόπιστη και η οποία όμως βρισκόταν σε διάσταση με τους ισχυρισμούς του εντός των δικογράφων του. Το θέμα αυτό εξετάζεται σε εκτενέστερο βαθμό στην επόμενη ενότητα αυτής της απόφασης η οποία διαπραγματεύεται τόσο το θέμα των «μεσιτικών δικαιωμάτων» όσο και κατ΄ επέκταση το θέμα της ετοιμασίας των πωλητηρίων εγγράφων των τεμαχίων.
- Ο Μ. Ε. 4, Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ, αγρονόμος, τοπογράφος και μηχανικός κτηματολογίου και οδοποιίας, ισχυρίζεται εντός της γραπτής δήλωσης του ότι ο ενάγων το 2004, «.όπως και ο ίδιος ισχυρίστηκε.»[1], του ανέθεσε, ως αντιπρόσωπος της εναγομένης και του συζύγου της, να ετοιμάσει σχέδια διαχωρισμού των τεμαχίων 406, 485 και
- Εντός της γραπτής δήλωσης του ισχυρίζεται ότι ετοίμασε τα σχέδια σε συνεργασία με τον ενάγοντα, ότι χρέωσε ως αμοιβή το ποσό των £6.600,00 για το οποίο ουδέν ποσό πληρώθηκε προς τον ίδιο και πως ο ίδιος διεκδικούσε την αμοιβή του εναντίον του ενάγοντα και του ζεύγους Evans («των Evans»).
- Βεβαίως ο ίδιος ο ενάγων εντός του τεκμηρίου 19 αντιφατικά αναφέρεται σε πληρωμή και όχι χρέωση του Ιεζεκιήλ. Η πληρωμή αυτή δεν προβάλλεται ευθέως ως ξεχωριστός ισχυρισμός εντός της έκθεσης απαίτησης ή ως λεπτομέρεια λογαριασμού της εναγομένης αλλά προφανώς συμπεριλαμβάνεται σε γενική μορφή ως μέρος των εξόδων για τις οποιεσδήποτε προσφερθείσες υπηρεσίες του ενάγοντα. Προφορικά, τόνισε ο μάρτυρας αυτός ότι η συμφωνία ήταν μεταξύ του ιδίου και του ενάγοντα, ότι ο ενάγων του παρουσιάστηκε ως αντιπρόσωπος του ζεύγους Evans, ότι δεν είχε συναλλαγή με την εναγόμενη και, σε αντίφαση με τη γραπτή δήλωση του (βλ. σχετικά τη παράγραφο 49 αυτής της απόφασης), ότι διεκδικούσε την αμοιβή του από τον ενάγοντα.
- Διαπιστώνεται ότι η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα δεν έχει οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της εκδοχής του ενάγοντα. Ο Ιεζεκιήλ αν και κρίνεται αξιόπιστος ως μάρτυρας ήταν σε θέση να καταθέσει μόνο αναφορικά με τα όσα είχε σχετικά ενημερωθεί από τον ενάγοντα δίχως ο ίδιος να είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με την εναγόμενη ή να παρευρισκόταν σε οποιαδήποτε συνάντηση των διαδίκων αναφορικά με το θέμα του διαχωρισμού των τεμαχίων.
- Συνεπώς η μαρτυρία του δεν κρίνεται καθοριστική αναφορικά με οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα. Προκύπτει απλώς ως γεγονός ότι χρεώθηκε από τον ίδιο το ποσό το οποίο αναφέρεται στο τεκμήριο 19 σε σχέση με το διαχωρισμό στον οποίο αναφέρθηκε και πως το ποσό αυτό χρεώθηκε μόνο για μελέτες δίχως να είχε ακολουθήσει οποιαδήποτε διαδικασία σε οποιαδήποτε αρμόδια αρχή αναφορικά με την εφαρμογή του διαχωρισμού.
- Ασφαλώς η εναγόμενη, ως Μ. Υ. 1, όπως και ο ενάγων, είναι βασικός μάρτυρας σε αυτή την αγωγή. Ευθύς εξ αρχής καταγράφεται ότι η μάρτυρας αυτή κρίνεται αξιόπιστη. Η σαφής αλλά και σταθερή εικόνα την οποία αποκόμισε το Δικαστήριο ως προς τη μάρτυρα αυτή, από το σύνολο της προφορικής κατάθεσης της σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία, είναι ότι η ίδια εμπλάκηκε σε μία δικαστική διαδικασία για τη δημιουργία της οποίας δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη. Η όλη εκδοχή η οποία παρουσιάστηκε από αυτήν κρίνεται αξιόπιστη αν και σε ορισμένα σημεία το Δικαστήριο καταλήγει σε δικές του διαπιστώσεις ως προς ορισμένες λεπτομέρειες αυτής της εκδοχής.
- Σημασία έχει το δεδομένο ότι η εναγόμενη έχει πετύχει να πείσει το Δικαστήριο ως προς την ειλικρίνεια της ανεξάρτητα και από το βαθμό στον οποίο αυτή δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί πλήρως τη νομική σημασία των γεγονότων με τα οποία η ίδια βρέθηκε αντιμέτωπη. Παραδείγματος χάριν, δεν είναι δυνατό ή λογικό η εναγόμενη να κριθεί αναξιόπιστη αναφορικά με την αδυναμία της ως μη νομικός να αντιληφθεί τους περιορισμούς, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, ως προς τη διάθεση της περιουσίας ενός ατόμου δια μέσω της διαθήκης του.
- Επιπλέον, υπάρχει και ξεχωριστή συνοπτική ενότητα εντός αυτής της απόφασης αναφορικά με την εκδοχή της εναγομένης στην οποία γίνονται ορισμένες επιπρόσθετες επισημάνσεις από το Δικαστήριο.
- Ο Μ. Υ. 2, Ρίκκος Γιάννη, εκτιμητής ακινήτων, αναγνωρίζεται ως εμπειρογνώμονας από το Δικαστήριο ενώ αξιολογείται ως ένας αμερόληπτος και αξιόπιστος μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε εντός του πλαισίου της ειδικότητας του.
- Η μαρτυρία η οποία προέκυψε από τη προφορική κατάθεση της Μ. Υ. 3, Σοφίας Χαριλάου, η οποία εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, κρίνεται αξιόπιστη έχοντας υπόψη και την ενημερωτική της ουσιαστικά φύση υπό την έννοια μεταφοράς κάποιων δεδομένων από τη μάρτυρα προς το Δικαστήριο.
- Η μαρτυρία του δικηγόρου Κυριάκου Κουκούνη ως Μ. Υ. 4 κρίνεται αχρείαστη και άνευ σημασίας ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι δεν τίθεται θέμα κρίσης της αξιοπιστίας του μάρτυρα διατηρώντας υπόψη και το αντικείμενο της προφορικής κατάθεσης του. Τα όσα σχετικά κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός σε σχέση με την ύπαρξη κανονισμών για την αμοιβή δικηγόρων αποτελούν θέματα αναφορικά με τα οποία το ίδιο το Δικαστήριο είναι σε θέση να λάβει γνώση δίχως την αναγκαιότητα παρουσίασης της μαρτυρίας του (βλ. σχετικά το άρθρο 24
(1)(ια), (ιβ) και
(2)του περί Δικηγόρων Νόμου).
- Ο Μ. Υ. 5, Μιχάλης Καραγιάννης, υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας, έδωσε μαρτυρία η οποία κρίνεται τυπική και επεξηγηματική δίχως να τίθεται καν θέμα αμφισβήτησης της αξιοπιστίας αυτού του μάρτυρα. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη μαρτυρία η οποία προέκυψε από τη προφορική κατάθεση της Μ. Υ. 6, δηλαδή της Χρύσως Κάϊζερ, η οποία εκτελεί καθήκοντα ως Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. ΤΑ «ΜΕΣΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ»
- Όπως αναφέρεται και πιο πάνω ο ενάγων ισχυρίζεται πως κατέβαλε, £12.000,00 «.μεσιτικά δικαιώματα για εξασφάλιση της αγοράς.» των τεμαχίων.
- Θεώρησα ορθό όπως καταγραφεί σε ξεχωριστή ενότητα το θέμα της αναφοράς εντός της έκθεσης απαίτησης σε «μεσιτικά δικαιώματα» (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 7.12 αυτής της απόφασης) καθότι αυτό επηρεάζει δραστικά όχι μόνο την αξιοπιστία τόσο του ενάγοντα όσο και του Ευθυμίου αλλά γενικότερα και της εκδοχής του ενάγοντα όπως αυτή έγινε απόπειρα να παρουσιαστεί από ένα σημείο και μετά κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ιδιαίτερα δε κατά την έναρξη της κύριας εξέτασης του Ευθυμίου, ως Μ. Ε. 3, αλλά και ακολούθως με την καταχώρηση αίτησης τροποποίησης η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο (βλ. σχετικά την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 6/6/2011).
- Σύμφωνα και με την αξιολόγηση της μαρτυρίας ο Ευθυμίου δεν ήταν ειλικρινής σε σχέση με τη φύση του ποσού των £12.000,00 το οποίο πληρώθηκε προς αυτόν από τον ενάγοντα. Υπάρχουν διάφορα στοιχεία στη μαρτυρία στο σύνολο της βάσει των οποίων ανακύπτει η αναξιοπιστία αυτού του μάρτυρα.
- Παρατίθεται πιο κάτω αναφορά σε ένα στοιχείο αναφορικά με το οποίο δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από τον ίδιο τον Ευθυμίου ως ο εκδότης των συγκεκριμένων τεκμηρίων. Η ανυπαρξία τέτοιας εξήγησης επί ενός τόσο αξιοσημείωτα καθοριστικού και αντικειμενικού στοιχείου δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο έστω και εάν αυτή δεν ζητήθηκε ευθέως από αυτό τον μάρτυρα κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του.
- Εξέδωσε σε σχέση με τις πληρωμές των £15.000,00 ανά πωλητήριο έγγραφο τρεις ξεχωριστές αποδείξεις (τεκμήρια 41 έως 43) ενώ σε σχέση με τη πληρωμή μέρους του ποσού των £12.000,00 εξέδωσε μία ξεχωριστή απόδειξη (τεκμήριο 40) για το ποσό των £7.000,
- Υπενθυμίζω απλά, ότι σε σχέση με την απόδειξη για το υπόλοιπο ποσό των £5.000,00 (από το σύνολο των £12.000,00) υπήρξε ένσταση στη κατάθεση από τον ενάγοντα αυτής ως τεκμήριο καθότι, όπως υποστηρίχθηκε, αυτή δεν αφορούσε υπηρεσίες τις οποίες ο ενάγων προσέφερε προς την εναγόμενη. Ο δε ενάγων δεν ενέμεινε στη κατάθεση της. Η ανυπαρξία όμως της συγκεκριμένης απόδειξης ως τεκμήριο δεν αφαιρεί οτιδήποτε από τη σημασία της ύπαρξης του τεκμηρίου
- Αξίζει ιδιαίτερη αναφορά στο περιεχόμενο των συγκεκριμένων τεκμηρίων. Είναι εμφανές πόσο προσεχτικός και τυπικός κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Ευθυμίου ως δικηγόρος σε σχέση με τον τρόπο καταγραφής συναλλαγών εντός του πλαισίου άσκησης του επαγγέλματος του. Αποκαλύπτει δε με αυτό τον τρόπο μία επαγγελματική προνοητικότητα ως προς τη σημασία της διατύπωσης των οικονομικών του συναλλαγών προς αντιμετώπιση ασφαλώς του ενδεχομένου της αναγκαιότητας μελλοντικής αναφοράς σε αυτές.
- Επί του εντύπου «Απόδειξη Εισπράξεως» (τυπωμένο από τυπογραφείο με τα στοιχεία του Ευθυμίου επί αυτού), στο σημείο κάτω από το κενό όπου καταγράφεται χειρόγραφα σε κάθε περίπτωση συναλλαγής το σχετικό ποσό, υπάρχει ένας πίνακας ως ακολούθως, :- Ποσό Απαιτήσεως £ Δικηγορικά Έξοδα £ Πραγματικά Έξοδα £ Φ.Π.Α. επί των Δικηγ. εξόδων £ ΟΛΙΚΟΝ ΠΛΗΡΩΜΗΣ £ Παρατηρείται το εξής. Υπάρχει μία πολύ προσεκτική ταξινόμηση ή κατηγοριοποίηση καθορισμού της σημασίας του κάθε ποσού το οποίο είναι δυνατό να καταγραφεί επί του συγκεκριμένου εντύπου. Εμφανώς η αναφορά «Ποσό Απαιτήσεως» καλύπτει ποσά χρημάτων τα οποία δεν ανήκουν στον δικηγόρο ο οποίος τα εισπράττει αλλά σε πελάτες του. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο και στις τρεις περιπτώσεις (τεκμήρια 41 έως και 43) όπου ο Ευθυμίου εισέπραξε το ποσό των £15.000,00 για κάθε πωλητήριο έγγραφο, κάτω από τη βασική χειρόγραφη αναφορά στο ποσό το οποίο εισπράχθηκε συμπληρώθηκε (επίσης χειρόγραφα) μόνο αυτό το κενό σε συνδυασμό με το κενό για το «ΟΛΙΚΟΝ ΠΛΗΡΩΜΗΣ» (σχετικό είναι και το τεκμήριο 31, δηλαδή φωτοαντίγραφο των αντίστοιχων επιταγών για κάθε απόδειξη είσπραξης).
- Βεβαίως, πέραν από την αναγραφή του ποσού στο κενό για «Ποσό απαιτήσεως» υπάρχει επίσης και χειρόγραφη σημείωση στη κάθε περίπτωση όπου καταγράφεται ο αριθμός της επιταγής με αναφορά στη φύση του ποσού ως η προκαταβολή για το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 7/6/04 και αναφορά του ονόματος του κάθε πελάτη.
- Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι στη περίπτωση είσπραξης του ποσού των £7.000,00 το περιεχόμενο του τεκμηρίου 40 διαμορφώθηκε ως ακολούθως, :- Ποσό Απαιτήσεως £ Δικηγορικά Έξοδα £ Πραγματικά Έξοδα £ Φ.Π.Α. επί των Δικηγ. εξόδων £ ΟΛΙΚΟΝ ΠΛΗΡΩΜΗΣ £ 7000
- Λογικά θα ανέμενε το Δικαστήριο όπως σε περίπτωση είσπραξης ενός ποσού δικηγορικών εξόδων, όπως ήταν και ο ισχυρισμός του Ευθυμίου, να υπήρχαν δύο επιπρόσθετες αναφορές. Αναφορά στο κενό για τα δικηγορικά έξοδα και αναφορά στο κενό για το Φ. Π. Α. επί αυτών των εξόδων. Επισημαίνεται απλά ότι στην άνω δεξιά γωνία του συγκεκριμένου εντύπου υπάρχει και ο αριθμός εγγραφής του Ευθυμίου στο μητρώο του Φ. Π. Α..
- Το γεγονός ότι αυτές οι δύο αναφορές δεν υπάρχουν παρά μόνο υπάρχει η αναφορά του ολικού ποσού πληρωμής αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη ότι το ποσό αυτό δεν αποτελούσε πληρωμή ποσού δικηγορικών εξόδων.
- Υπενθυμίζω ότι το ποσό αυτό είναι μέρος του συνολικού ποσού των £12.000,00 το οποίο ο Ευθυμίου δεν αμφισβητεί ότι εισέπραξε. Αναδεικνύεται δηλαδή και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 40 η ανειλικρίνεια του συγκεκριμένου μάρτυρα επί αυτού του θέματος.
- Η δε αναφορά με χειρόγραφη σημείωση ότι το ποσό αυτό εισπράχθηκε «.για παροχή υπηρεσιών - εξόφληση» δεν περισώζει με οποιοδήποτε τρόπο την όλη εικόνα αναξιοπιστίας αυτού του μάρτυρα. Εάν όντως είχαν παρασχεθεί δικηγορικές υπηρεσίες (λογικά ο συγκεκριμένος μάρτυρας, ως δικηγόρος, δεν θα μπορούσε να παράσχει οτιδήποτε άλλο από δικηγορικές υπηρεσίες) τότε ποιος είναι ο λόγος που δεν υπάρχουν οι αναμενόμενες καταγραφές στο τεκμήριο αυτό; Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη ότι η μία από τις δύο εγγραφές θα είχε και σχέση με την αναμενόμενη υποχρέωση του Ευθυμίου να καταβάλει μέρος αυτού του ποσού ως Φ. Π. Α..
- Επιπρόσθετο σημείο ανάδειξης της αναξιοπιστίας αυτού του μάρτυρα αλλά και αυτού του μέρους της εκδοχής του ενάγοντα είναι ο οποιοσδήποτε βαθμός αντιφατικότητας ο οποίος είναι δυνατό να εντοπιστεί μεταξύ αυτών των δύο μαρτύρων αναφορικά με τις λεπτομέρειες σε σχέση με τον τρόπο ετοιμασίας των πωλητηρίων εγγράφων. Όμως πραγματικά δεν είναι αυτή η αντιφατικότητα η οποία έχει τόση σημασία όσο η ανεπιτυχής προσπάθεια η οποία καταβλήθηκε από αμφότερους τους μάρτυρες στη παρουσίαση μίας εκδοχής διαφορετικής από αυτή την οποία ο ενάγων αρχικά προέβαλε με τα δικόγραφα του. Επί του ιδίου θέματος δεν είναι δυνατό βεβαίως να αγνοηθεί και το ίδιο το περιεχόμενο του τεκμηρίου 19 και οι αναφορές επί αυτού σε σχέση με τη πληρωμή προς τον Ευθυμίου και οι χρεώσεις σχετικές με τα πωλητήρια έγγραφα (βλ. σχετικά τη παράγραφο 86 αυτής της απόφασης).
- Βασικός παράγοντας από τον οποίο προκύπτει η αναξιοπιστία του Ευθυμίου δεν είναι το γεγονός ότι ο ίδιος προέβαλε ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντίθετοι με τους ισχυρισμούς οι οποίοι εμπεριέχονται εντός των δικογράφων του ενάγοντα αλλά η οποιαδήποτε συμφωνία των δικών του ισχυρισμών με τους προφορικούς ισχυρισμούς του ενάγοντα σε σχέση με τους οποίους ένας βασικός παράγοντας για να είναι δυνατό να κριθούν αξιόπιστοι είναι ότι θα έπρεπε να βασίζονταν και να είναι σύμφωνοι με τα δικόγραφα του. Κάτι βεβαίως το οποίο δεν συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
- Υπενθυμίζω σχετικά ότι ο ενάγων αναφέρει εντός της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης του τα ποσά τα οποία κατέβαλε διαχωρίζοντας το ποσό της προκαταβολής των £45.000,00 από το ποσό των μεσιτικών δικαιωμάτων των £12.000,00 ενώ είναι στη συνέχεια όπου πλέον αναφέρεται στην ετοιμασία εγγράφων.
- Αποπειράθηκε ο Ευθυμίου να πείσει το Δικαστήριο ότι η ετοιμασία των πωλητηρίων εγγράφων έγινε σε συνεργασία μεταξύ του και του ενάγοντα και ότι το ποσό των £12.000,00 πληρώθηκε γι΄ αυτό το σκοπό.
- Εντούτοις ο ενάγων με τα όσα σχετικά ισχυρίζεται εντός της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 7.12 αυτής της απόφασης) ρητά συνέδεσε τη πληρωμή αυτού του ποσού με την εξασφάλιση της αγοράς των μεριδίων. Ενώ κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του ακούστηκαν και ισχυρισμοί οι οποίοι όντως συνέδεαν τη πληρωμή αυτή με αυτή την εξασφάλιση. Βεβαίως στη συνέχεια προέβαλε μία εκδοχή εντελώς αντίθετη με τα δικόγραφα του. Καθιστώντας αυτή την εκδοχή εκτός δικογράφων και συνεπώς αδύνατο να κριθεί καν ως σχετική μαρτυρία πόσο μάλλον και ως αξιόπιστη.
- Ερωτήθηκε σχετικά κατά την κύρια εξέταση του αναφορικά με το ποσό το οποίο πληρώθηκε στον Ευθυμίου και η απάντηση του ενάγοντα ήταν ασαφής αλλά συνδέθηκε με την αγορά των τεμαχίων. Αναφέρθηκε επίσης και στη σύσταση της εταιρείας Nutmeg. Σε καμία περίπτωση όμως δεν αναφέρθηκε σε ετοιμασία εγγράφων από κοινού με τον Ευθυμίου.
- Κατά την αντεξέταση του, σε διαφορετική και κατά πολύ μεταγενέστερη ημερομηνία, όταν ερωτήθηκε εάν το πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο 20) το ετοίμασε ο ίδιος ή ο πωλητής απάντησε ότι δεν θυμόταν προσθέτοντας ή ο ίδιος ή ο . , δίχως στη συνέχεια να αναφέρει οποιοδήποτε όνομα, ενώ ολοκλήρωσε την απάντηση του λέγοντας ότι νομίζει ότι είναι ο ίδιος που το έκανε.
- Ερωτήθηκε τότε σε σχέση με τη παράγραφο 4 στην έκθεση απαίτησης του όπου αναφέρεται σε ποσό £12.000,00 μεσιτικά δικαιώματα και ερωτήθηκε σε ποιόν κτηματομεσίτη πληρώθηκε αυτό το ποσό.
- Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε ο ενάγων όπου πλέον επικρατούσε το στοιχείο της υπεκφυγής. Απάντησε ότι δεν ήταν κτηματομεσίτης αλλά ο άνθρωπος ο οποίος έφερε τους πελάτες. Ερωτήθηκε τότε εάν πήρε αυτό το ποσό χωρίς να είναι κτηματομεσίτης. Επανέλαβε ότι δεν είναι κτηματομεσίτης αλλά «ασχολείται» προσθέτοντας ότι ασχολήθηκε με αυτή την υπόθεση και ο ίδιος πλήρωσε αυτό το ποσό. Πρόσθεσε μάλιστα ότι ενημέρωνε πάντοτε τους «αντίδικους» του. Ερωτήθηκε τότε εάν εννοούσε ότι πλήρωσε αυτό το ποσό ως μεσιτικά δικαιώματα όπως αναφέρει και στην έκθεση απαίτησης του. Αποφεύγοντας και πάλι να απαντήσει ευθέως, απάντησε εμφατικά ότι πλήρωσε με αναφορά και σε επιταγές, προσθέτοντας ότι ενημέρωνε την εναγόμενη. Ερωτήθηκε και πάλι εάν τις £12.000,00 τις πλήρωσε ως κτηματομεσιτικά δικαιώματα. Απάντησε, και πάλι αποφεύγοντας να απαντήσει ευθέως, ότι πλήρωσε αυτά τα λεφτά για να εξασφαλίσει τη περιουσία που ήθελαν να πάρουν προσθέτοντας ότι ήταν καθ΄ υπόδειξη της εναγομένης και του συζύγου της τους οποίους πάντοτε ενημέρωνε. Ερωτήθηκε τότε εάν δεν ήταν δικηγορικά αλλά μεσιτικά. Απάντησε αόριστα ότι του ιδίου του ζήτησαν αυτά τα πράγματα, δεν του είπαν κτηματομεσιτικά ή δικηγορικά, του είπαν πρέπει να αφήσει τα λεφτά για να προχωρήσουν.
- Στη συνέχεια η ερώτηση εάν αυτή η πληρωμή έγινε σαν προμήθεια συνάντησε την ένσταση του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενάγοντα η οποία αν και απορρίφθηκε φαίνεται να έδωσε την ευκαιρία στον ενάγοντα να ανασυγκροτήσει κάπως τις σκέψεις του επί του προκειμένου. Απάντησε τότε αρνητικά προσθέτοντας ότι ήταν διότι έκανε τα έγγραφα και ότι «πίστευε» ότι ήταν η αμοιβή του διότι ήταν κοντά του οι «πελάτες» και ότι έκανε το συμφωνητικό έγγραφο. Του υπενθύμισε τότε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης ότι ο ίδιος είπε ότι το τεκμήριο 20 το έκανε ο ίδιος. Απάντησε τότε ότι δεν είναι ο ίδιος που το έκανε, ότι βεβαίως το είδε αλλά πρόσθεσε - υπό μορφή ερώτησης - θα έλεγε του συναδέλφου του, φέρε μου το να το κάνω εγώ; Ερωτήθηκε ευθέως τότε ποιος είναι ο δικηγόρος ο οποίος έκανε το τεκμήριο 20 το οποίο αποτελείτο από 3 έγγραφα. Απάντησε ότι είναι ο συνάδελφος ο Ηλίας, προφανώς εννοώντας τον Ηλία Ευθυμίου. Ερωτήθηκε τότε εάν θα έπρεπε να γίνει αντιληπτό ότι πλήρωσε £12.000,00 αμοιβή για την ετοιμασία των συγκεκριμένων 3 εγγράφων και απάντησε ότι ήταν μέσα στους όρους που έβαλαν.
- Αφήνοντας σε αυτό το στάδιο την αναδρομή στη μαρτυρία από την προφορική κατάθεση του ενάγοντα[2] αξίζει να εξεταστεί η όλη εντελώς παράλογη προσέγγιση του ενάγοντα επί του συγκεκριμένου θέματος. Έτσι ώστε να αιτιολογηθεί η απόρριψη από το Δικαστήριο της εκδοχής αυτής ως αναξιόπιστης.
- Υπενθυμίζω σχετικά ότι το τεκμήριο 19, δηλαδή ο ούτω καλούμενος «Κατάλογος Εξόδων Avyis and Raymont», ουσιαστικά αποτελεί το λάβαρο της αξίωσης του ενάγοντα η οποία βασίζεται σε ισχυρισμό ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ως προς το ποσό το οποίο θα πληρωνόταν προς τον ενάγοντα.
- Επί αυτού το ποσό των £12.000,00 δεν αναφέρεται μόνο μία φορά αλλά σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις με αντίστοιχη αρίθμηση 2 και
- Η περιγραφή στη πρώτη περίπτωση είναι αυτολεξεί «Εις Ηλίαν Ευθυμίου, Δικηγόρον», δίχως οποιαδήποτε επεξήγηση, ενώ στη δεύτερη περίπτωση - τονίζω για το ίδιο ακριβώς ποσό - αναφέρεται η εξής φράση «Προσφερθείσες υπηρεσίες για αγοράν μεριδίων κατόπιν εντολής και συμφωνίας, συναντήσεις κλπ.». Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε ετοιμασία των πωλητηρίων εγγράφων. Το δε εκπληκτικά παράλογο στην όλη εκδοχή του ενάγοντα και αποκορύφωμα της αναξιοπιστίας της, είναι ότι επί του ιδίου τεκμηρίου υπάρχει χρέωση (με αριθμό 4) όπου το ποσό των £3.100,00 χρεώνεται στην εναγόμενη για την «Ετοιμασία 3 αγοραπωλητηρίων εγγράφων Δήμητρας, Κυριάκου και Μαρούλλας».
- Δηλαδή, αυτό το οποίο αναδεικνύεται από τη προφορική κατάθεση του ενάγοντα είναι ότι ενώ στην έκθεση απαίτησης του σε σχέση με το ποσό των £12.000,00 αναφέρεται σε μεσιτικά δικαιώματα στη συνέχεια συνδέει αυτό τον ισχυρισμό με την εκτός δικογράφων αναπάντεχη θέση ότι το ποσό αυτό χρεώθηκε ως δικηγορική αμοιβή.
- Επιπλέον, ενώ στην αρχή δεν ήταν σίγουρος εάν ο ίδιος ετοίμασε τα πωλητήρια έγγραφα εντούτοις ο ίδιος εν τέλει ισχυρίζεται ότι δεν είναι ο ίδιος ο οποίος ετοίμασε αυτά τα έγγραφα. Δίχως όμως αυτό να τον εμποδίζει από το να χρεώνει την εναγόμενη για την ετοιμασία των με το ποσό των £3.100,
- Όπως επίσης τη χρεώνει δύο φορές το ποσό των £12.000,00 για τους λόγους που αναφέρονται επί του τεκμηρίου
- Ενώ καμία διευκρίνιση δεν υπάρχει επί του τεκμηρίου αυτού ως προς το λόγο για τον οποίο το ποσό αυτό πληρώθηκε προς τον Ευθυμίου. Πραγματικά, πως θα ήταν δυνατό για οποιοδήποτε λογικό Δικαστήριο, βρισκόμενο αντιμέτωπο με τέτοιας φύσης μαρτυρία, να κρίνει τον ενάγοντα αξιόπιστο ως μάρτυρα; Ή, κατ΄ επέκταση, όχι μόνο να κρίνει τον Ευθυμίου αξιόπιστο αλλά και παράλληλα να δεχτεί τα όσα ο ενάγων ανέφερε σχετικά ως αξιόπιστους ισχυρισμούς επί των οποίων να γίνει δεκτή και η αξίωση του στο σύνολο της ή έστω αυτό της το μέρος.
- Η μοναδική λογική εξήγηση είναι ότι ο ενάγων δεν έλεγε την αλήθεια σε σχέση με το ποσό των £12.000,00 το οποίο, όπως διαπιστώνεται με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας, όντως πληρώθηκε ως μεσιτικά δικαιώματα, δηλαδή «για εξασφάλιση της αγοράς» όπως αναφέρεται και στην έκθεση απαίτησης του. Αυτός θα ήταν και ο μόνος ισχυρισμός ο οποίος θα μπορούσε να κριθεί ότι συνάδει με τα δικόγραφα του εάν αυτός είχε προβληθεί και προφορικά. Ένα ποσό το οποίο πληρώθηκε ως προμήθεια για την εξασφάλιση της αγοράς των μεριδίων των αδελφιών της εναγομένης και κατ΄ ισχυρισμό προς όφελος της εναγομένης.
- Δίχως παράλληλα τα αδέλφια της εναγομένης, όπως ο ίδιος ο Ευθυμίου ισχυρίστηκε, να γνώριζαν ότι η πώληση προς την εταιρεία Nutmeg ήταν ουσιαστικά πώληση προς την αδελφή τους. Καθότι ο ίδιος ως δικηγόρος τους, προ της υπογραφής των πωλητηρίων εγγράφων, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, απέκρυψε από αυτούς το γεγονός αυτό.
- Εμφανώς προκύπτει πως αυτό το οποίο συνέβη στη πραγματικότητα είναι ότι πληρώθηκε το συγκεκριμένο ποσό από τον ενάγοντα προς το συνάδελφο του, δίχως αυτός να είχε δικαίωμα - το οποίο βεβαίως να πηγάζει από την επαγγελματική του ιδιότητα - όπως το εισπράξει ως «μεσιτικά δικαιώματα» με αποτέλεσμα να έπρεπε ο ενάγων αλλά και ο Ευθυμίου ως μάρτυρες να σοφιστούν κάποιο τρόπο με τον οποίο το ποσό αυτό να μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε πληρωθεί από τον ενάγοντα και εισπραχθεί από τον Ευθυμίου εντός του πλαισίου μίας φαινομενικά αποδεκτής συναλλαγής υπό την έννοια της συμφωνίας από την εναγόμενη δια μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της (δηλαδή, του ενάγοντα) για την υποχρέωση πληρωμής της δικηγορικής αμοιβής του δικηγόρου των πωλητών.
- Δίχως όμως τέτοια υποχρέωση καν να αναφέρεται επί των πωλητηρίων εγγράφων (τεκμήριο 20). Η μοναδική υποχρέωση πληρωμής είναι των τελών χαρτοσήμανσης και των μεταβιβαστικών (όρος 3 στο τεκμήριο 20) ενώ η όλη προσπάθεια προσθήκης εξωγενούς μαρτυρίας υπό την έννοια προφορικής συμφωνίας πληρωμής της δήθεν δικηγορικής αμοιβής του δικηγόρου των πωλητών από την Nutmeg ή την εναγόμενη καθόλου δεν πείθει το Δικαστήριο.
- Όπως καθόλου δεν πείθει η όλη αυτή προσπάθεια διόρθωσης ουσιαστικά της εκδοχής του ενάγοντα όπως αυτή είχε αρχικά διατυπωθεί εντός των δικογράφων του. Ενώ ακόμη και η ίδια η εκδοχή ως προς την αποδοχή πληρωμής της δικηγορικής αμοιβής του δικηγόρου των πωλητών με παράλληλη υποχρέωση πληρωμής και του δικηγόρου του αγοραστή όχι μόνο είναι κάτι το οποίο δεν είναι γενικά αναμενόμενο σε τέτοιες περιπτώσεις αλλά παράλληλα ένας ισχυρισμός ο οποίος δημιουργεί από μόνος του υποψίες ως προς τη γνησιότητα του.
- Εύλογο είναι επίσης το ερώτημα το οποίο δημιουργείται ως προς το πώς είναι δυνατό ένας δικηγόρος, ο οποίος εκπροσωπεί αλλά παράλληλα οφείλει να προστατεύει τα συμφέροντα των πελατών του, να αποδέχεται τη πληρωμή της αμοιβής του από τον αντισυμβαλλόμενο του και μάλιστα υπό τις περιστάσεις που ισχυρίστηκε ο Ευθυμίου. Δηλαδή, μετά και από απόκρυψη της ταυτότητας του πραγματικού ατόμου φαινομενικά πίσω από τον μανδύα της εταιρείας (βλ. σχετικά τη παράγραφο 225 αυτής της απόφασης). Δημιουργείται με αυτό τον τρόπο η εντύπωση της ύπαρξης του κινδύνου ή της πιθανότητας ο ίδιος ως δικηγόρος να μην μεριμνούσε για τη προστασία των συμφερόντων των πελατών. Εφόσον δηλαδή πλέον καθίσταται προς όφελος του κυρίως η επίτευξη του στόχου του αντισυμβαλλόμενου παρά του συνόλου του στόχου των ίδιων των πελατών του. Δηλαδή η διάσωση επίτευξης της συμφωνίας ανεξάρτητα και από τη θέληση των ίδιων των ατόμων τα οποία εκπροσωπούσε τα οποία ήθελαν μεν να πωλήσουν τα μερίδια τους αλλά όχι στην αδελφή τους.
- Βεβαίως δεν είναι διάδικος ο Ευθυμίου και ούτε και κρίνεται ως αυτοσκοπός η ορθότητα του τρόπου με τον οποίο ενήργησε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όμως αυτό το οποίο κρίνεται με αυτή την απόφαση είναι η αξιοπιστία του.
- Απλά επισημαίνεται, πρώτο, η παραδεκτή, από τον ίδιο, προδιάθεση του να μην είναι πλήρως ειλικρινής με τους πελάτες του ως προς την αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας των αγοραστών μέχρι και την υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων έτσι ώστε να μην «χαλάσει» η συμφωνία όσο και δεύτερο, η κατ΄ ισχυρισμό ετοιμότητα του να αποδεχτεί τη πληρωμή της δικηγορικής του αμοιβής (ισχυρισμός ο οποίος βεβαίως απορρίπτεται από το Δικαστήριο) από το άτομο (δηλαδή, κατά τον ίδιο και τον ενάγοντα από την εναγόμενη, αλλά θεωρητικά από την εταιρεία ως νομική οντότητα ενώ στη πράξη, σύμφωνα και με το τεκμήριο 31, από τον ενάγοντα και τη σύζυγο του) σε σχέση με το οποίο άτομο ο ίδιος όφειλε όχι μόνο να μεριμνήσει να διαφυλάξει τα δικαιώματα και συμφέροντα των πελατών του αλλά και κατ΄ επέκταση να εφαρμόσει τις επιθυμίες τους.
- Επιθυμίες οι οποίες έμμεσα σε τέτοιες περιπτώσεις μετουσιώνονται σε οδηγίες. Οδηγίες πώλησης μεν των μεριδίων τους αλλά όχι προς την αδελφή τους, δηλαδή την εναγόμενη. Αντιθέτως επέλεξε όπως ο ίδιος αποφασίσει τι θα ήταν προς όφελος των πελατών του ανεξαρτήτως των επιθυμιών των και κατ΄ επέκταση των οδηγιών των.
- Όπως και να ιδωθούν αυτές οι ενέργειες αποτελούν ουσιαστικά το προϊόν μίας σειράς κρυφών συνεννοήσεων μεταξύ του ενάγοντα και του Ευθυμίου. Έστω και εάν αυτές εν τέλει δεν φαίνεται να προκάλεσαν ζημιά στους πελάτες του Ευθυμίου αλλά χρηματικό όφελος.
- Εν τέλει αυτό το οποίο διαπιστώνεται με αυτή την απόφαση είναι η ετοιμότητα του ενάγοντα να ενεργήσει ακόμη και αυτόβουλα προς προώθηση των δικών του συμφερόντων ανεξάρτητα και από τις επιθυμίες ή ακόμη και οδηγίες της εναγομένης ή ουσιαστικά και της ύπαρξης αυτών.
- Η συμπεριφορά αμφότερων των δικηγόρων στη συγκεκριμένη συναλλαγή αναδεικνύει μία αμφίπλευρη ετοιμότητα να μην υπολογίσουν και λογαριάσουν τις επιθυμίες των πελατών τους οποίους εκπροσωπούσαν προς προώθηση των δικών τους συμφερόντων. Έστω και εάν με βάση τη δική τους κρινόμενη ως απαράδεκτη λογική παράλληλα προωθούσαν και τα συμφέροντα των πελατών τους. Η λειτουργία αυτής της λογικής πραγματικά κρίνεται εκτός του εύλογα αναμενόμενου πλαισίου μίας ενδεδειγμένης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ δικηγόρου και πελάτη.
- Τέλος, επιστρέφοντας και στη μαρτυρία η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του ενάγοντα, αξιοσημείωτη είναι και η αβεβαιότητα του σε σχέση με τη σύνταξη των πωλητηρίων εγγράφων.
- Υπενθυμίζω επίσης τα όσα αναφέρει στην έκθεση απαίτησης του ως προς την ετοιμασία των πωλητηρίων εγγράφων από τον ίδιο (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 7.13 αυτής της απόφασης). Πέραν και των όσων ανέφερε σε άλλες ημερομηνίες, σε μεταγενέστερη ημερομηνία, κατά την αντεξέταση του στις 12/11/10, ερωτήθηκε σχετικά και απάντησε ότι είναι ο ίδιος ο οποίος συνέταξε τα πωλητήρια έγγραφα ή τουλάχιστον ότι πρέπει να είναι ο ίδιος ο οποίος τα συνέταξε. Μάλιστα προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός σε μεταγενέστερη ημερομηνία από αυτή κατά την οποία ισχυρίστηκε ότι τα πωλητήρια έγγραφα ετοιμάστηκαν από τον Ευθυμίου.
- Άλλη ένδειξη αβεβαιότητας, κατά την ίδια ημερομηνία της προφορικής κατάθεσης του, είναι η απάντηση του ότι όπως νομίζει για το τεκμήριο 20 (δηλαδή, τα πωλητήρια έγγραφα) δεν χρέωσε οποιοδήποτε ποσό, δηλαδή αμοιβή, αν και χρέωσε για τη χαρτοσήμανση. Βεβαίως αυτό δεν συνάδει με το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Θα μπορούσε αυτή η αβεβαιότητα αναφορικά με το τεκμήριο 20 να ενταχθεί στη γενικότερη εντύπωση σύγχυσης και αδυναμίας να θυμηθεί την οποία ο ενάγων προκαλούσε ως μάρτυρας. Θα ήταν όμως όχι μόνο ανορθόδοξο αλλά ακραίο και άδικο με μαρτυρία αυτής της ποιότητας, παράλληλα διατηρώντας υπόψη και την αναντιστοιχία της με τα δικόγραφα του ενάγοντα, γι΄ αυτό το λόγο να κριθεί εις βάρος της εναγομένης ότι ο ενάγων έλεγε την αλήθεια. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ
- Όπως αναφέρεται και πιο πάνω η εναγόμενη ως μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστη. Η παρουσίαση της εκδοχής της έγινε με τρόπο πηγαίο και πειστικό και παρά τη μακρά αντεξέταση την οποία η ίδια υπέστη καθόλου δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία της ως μάρτυρας.
- Σημαντικό στοιχείο αναφορικά με την εκδοχή της εναγομένης όπως αυτή παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της είναι ότι αυτή γενικά συνάδει με το δικόγραφο της. Σε αντίθεση με τη διάσταση η οποία διαπιστώνεται μεταξύ των δικογράφων του ενάγοντα και τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης του.
- Βεβαίως υπάρχει ένα σημείο το οποίο δεν πηγάζει ευθέως από το δικόγραφο της εναγομένης και αυτό έχει να κάνει με τη σύσταση της εταιρείας Nutmeg. Ο ισχυρισμός εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης σε σχέση με την εταιρεία είναι μεν ότι αυτή έγινε μετά από συμβουλή του ενάγοντα αλλά για φορολογικούς σκοπούς και όχι έτσι ώστε να μην γνωρίζουν τα αδέλφια της ότι η ίδια κρυβόταν πίσω από αυτή την αγορά. Ενώ κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της ισχυρίστηκε ότι αποδέχτηκε εισήγηση του ενάγοντα όπως η αγορά γίνει δια μέσω εταιρείας έτσι ώστε να μην καταστεί γνωστό προς τα αδέλφια της το ενδιαφέρον της για τη συγκεκριμένη αγορά.
- Επιπλέον, εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην ίδια παράγραφο (παράγραφος 17) ισχυρίζεται ότι η αποδοχή σύστασης εταιρείας έγινε με προοπτική εγγραφής των μεριδίων και τη προοπτική ανάπτυξης των κτημάτων. Δίχως βεβαίως η προοπτική αυτή να συνδέεται με επιχειρηματική συνεργασία μεταξύ των διαδίκων.
- Αναφορικά με το πληρεξούσιο έγγραφο εξηγεί το περιορισμένο σκοπό του. Δηλαδή, ότι δόθηκε στον ενάγοντα για την αγορά του σπιτιού στην Αναρίτα και όχι για οποιοδήποτε άλλο σκοπό.
- Εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης η εναγόμενη δέχεται ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του 2004 έδειξε ενδιαφέρον για την αγορά των μεριδίων δίχως όμως να είχε προβεί σε οποιαδήποτε συμφωνία ή να είχε κάνει οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.
- Αποδέχτηκε και προφορικά η εναγόμενη ότι εξέφρασε ενδιαφέρον για την αγορά της γης. Ότι δηλαδή εξέταζε την ιδέα προσθέτοντας όμως ότι ουδέποτε έδωσε συγκατάθεση για την αγορά στην οποία προέβη ο ενάγων.
- Πραγματικά κρίνεται λογική αλλά και αξιόπιστη η θέση ότι δεν θα προχωρούσε σε οτιδήποτε εάν δεν εξασφάλιζε πρώτα δάνειο από τράπεζα. Ισχυρίζεται ότι όλα σταμάτησαν τη στιγμή που αντιλήφθηκε ότι ο ενάγων συμμετείχε στην εταιρεία ως συνέταιρος. Ισχυρισμός ο οποίος συνάδει χρονικά με τα υπόλοιπα διάφορα δεδομένα δεκτά από το Δικαστήριο ως αξιόπιστα σε αυτή την αγωγή.
- Ανεξάρτητα όμως και από αυτό τον ισχυρισμό ο οποίος κρίνεται αξιόπιστος εγείρεται το εξής ερώτημα. Ακόμη και προτού να είχε αντιληφθεί ότι ο ενάγων συμμετείχε στην εταιρεία ποιος ήταν ο λόγος για τον οποίο επεδίωκε την εξασφάλιση δανείου τον Αύγουστο μετά που είχε ενημερωθεί για τις αγορές τις οποίες δεν ενέκρινε;
- Δεν θεωρώ όμως ότι είναι δυνατό να κριθεί ότι η έγερση αυτού του ερωτήματος υπονομεύει καταλυτικά την εκδοχή της εναγομένης στο σύνολο της. Αντιμέτωπη πλέον με τη γνώση της υπογραφής μίας συμφωνίας αγοράς, ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι αυτή έγινε δίχως τις οδηγίες της ή τη δική της συγκατάθεση, επέδειξε πλέον ενδιαφέρον για το ενδεχόμενο εξασφάλισης τραπεζικού δανείου. Επιπλέον δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι επέδειξε αυτό το ενδιαφέρον χωρίς να γνωρίζει τη κρυφή συμμετοχή και του ενάγοντα στην όλη συναλλαγή αγοράς των τεμαχίων ως αξιωματούχος αλλά και μέτοχος της εταιρείας Nutmeg.
- Ως προς τη σύσταση εταιρείας συνάδει ο προφορικός ισχυρισμός της με το δικόγραφο της ότι αυτό της το εισηγήθηκε ο ενάγων για φορολογικούς σκοπούς. Προσθέτει όμως και αναφορά εκτός δικογράφων πως της εισηγήθηκε ότι δια μέσω της εταιρείας τα αδέλφια της δεν θα γνώριζαν ότι η ίδια ενδιαφερόταν για την αγορά. Ισχυρίζεται όμως ότι ουδέποτε ζήτησε από τον ενάγοντα να συμμετέχει στην εταιρεία. Ότι δηλαδή δεν υπήρχε λόγος γι΄ αυτό. Πραγματικά δεν είναι δυνατό με οποιοδήποτε τρόπο να διαπιστωθεί ότι όντως υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε από αυτόν να κλονίζεται η αξιοπιστία του ισχυρισμού της εναγομένης επί αυτού του θέματος.
- Δεκτή ως αξιόπιστη κρίνεται και η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο μετά τη συνάντηση στη τράπεζα στην απουσία πλέον του ενάγοντα ανακάλυψε για πρώτη φορά την εμπλοκή και συμμετοχή του στην εταιρεία. Ο λόγος για τον οποίο ζήτησε τη μεταβίβαση των μετοχών ήταν η αφαίρεση του ονόματος του ενάγοντα είτε ως μέτοχος είτε ως αξιωματούχος της εταιρείας και όχι όπως ο ενάγων ισχυρίζεται εντός της έκθεσης απαίτησης διότι πίστευε ότι είχε εγκριθεί δάνειο από την Εθνική Τράπεζα (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 7.19 αυτής της απόφασης). Ουσιαστικά δέχεται η εναγόμενη πως γνώριζε ότι η αγορά θα γινόταν μέσω της εταιρείας αλλά όχι προτού εξασφαλιστεί δάνειο.
- Ως προς την αγορά των τεμαχίων γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη η θέση της ότι ο ενάγων ενήργησε από μόνος του δίχως τη δική της συμφωνία και ότι αυτό της προκάλεσε απογοήτευση και θυμό καθότι η σαφής εντύπωση η οποία δημιουργήθηκε ήταν ότι ο ενάγων ενεργούσε με στόχο το δικό του όφελος παρά το δικό της, δηλαδή την αποκόμιση κέρδους για τον ίδιο από αυτή τη συναλλαγή. Ουσιαστικά αναδεικνύεται από τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη ότι τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της επέδειξαν ενδιαφέρον για την αγορά των υπόλοιπων μεριδίων στα τεμάχια δίχως όμως αυτό να αποδεικνύει ότι δόθηκαν οποιεσδήποτε ρητές οδηγίες προς τον ενάγοντα να προχωρήσει στην υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων.
- Επίσης γίνεται δεκτή η θέση της εναγομένης πως ποτέ δεν συμφώνησε στη πληρωμή του ποσού το οποίο αναφέρεται επί του τεκμηρίου 19 το οποίο δόθηκε σε αυτή στις 20/8/2004 σε σχέση με το οποίο ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε αποδέχτηκε τη πληρωμή οποιουδήποτε ποσού το οποίο αναφέρεται επί αυτού.
- Αν και δέχεται ότι ο ενάγων δεν της είπε ποτέ ότι δεν θα τη χρεώσει για τις υπηρεσίες του εντούτοις αυτό το οποίο η ίδια πολύ λογικά έθετε ως προϋπόθεση ήταν η παροχή ενός λογαριασμού με σχετικές λεπτομέρειες και αποδείξεις έτσι ώστε η ίδια να ήταν σε θέση να γνωρίζει σε ποιες υπηρεσίες και πραγματικά έξοδα αυτές ανταποκρίνονταν και με αυτό τον τρόπο να της παρεχόταν και η εύλογη δυνατότητα ελέγχου του εύλογου των οποιωνδήποτε χρεώσεων του ενάγοντα. Κρίνεται ότι όντως το τεκμήριο 19 δεν ικανοποιεί αυτές τις πραγματικά στοιχειώδεις προϋποθέσεις. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
- Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας στο σύνολο της, το Δικαστήριο καταλήγει στις ακόλουθες διαπιστώσεις αναφορικά με τη πραγματική πτυχή αυτής της αγωγής. Παρά και το γεγονός ότι για ευκολότερη κατανόηση οι διαπιστώσεις αυτές καταγράφονται σε ξεχωριστές ενότητες ασφαλώς αυτές συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους. (α) Η εταιρεία 121.
- Κατ΄ αρχάς αναφορικά με την εταιρεία Nutmeg το Δικαστήριο καταλήγει στα εξής ευρήματα. 121.1.
- Παρά την επίδειξη ενδιαφέροντος από την εναγόμενη για την αγορά των μεριδίων των συνιδιοκτητών των τεμαχίων η ίδια ουδέποτε πρότεινε στον ενάγοντα να συστήσει εταιρεία για συνεταιρική εκμετάλλευση των τεμαχίων μαζί του. 121.1.
- Ούτε και κατέληξε ποτέ η εναγόμενη σε συμφωνία συνεργασίας και συνεταιρικής εκμετάλλευσης των τεμαχίων με τον ενάγοντα. 121.1.
- Όπως και ποτέ η ίδια δεν ανέθεσε στον ενάγοντα τη σύσταση εταιρείας για συνεταιρική εκμετάλλευση των τεμαχίων. 121.1.
- Επιπλέον η εναγόμενη ουδέποτε εξέφρασε την επιθυμία ή έδωσε εντολή στον ενάγοντα όπως συμμετέχει στην εταιρεία Nutmeg ως συνέταιρος. 121.1.
- Ο ενάγων δεν συνέστησε την εταιρεία Nutmeg εφόσον ήδη αυτή υπήρχε εγγεγραμμένη ως εταιρεία και απλά προέβη σε αλλαγές στους αξιωματούχους και μετόχους αυτής. 121.1.
- Ο ενάγων ενεργώντας από μόνος του προέβη σε αλλαγές στους αξιωματούχους και μετόχους της εταιρείας Nutmeg καθιστώντας τον εαυτό του τόσο διευθυντή όσο και μέτοχο δίχως προηγουμένως να είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της εναγομένης γι΄ αυτές του τις ενέργειες. 121.1.
- Οι προαναφερόμενες αλλαγές έλαβαν χώρα μία μέρα μετά από την υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων ημερομηνίας 7/6/
- 121.1.
- Η αποκάλυψη της συμμετοχής του ενάγοντα στην εταιρεία Nutmeg δεν έγινε από τον ίδιο αλλά από τραπεζικό υπάλληλο μετά από επίσκεψη σε τράπεζα από κοινού με τον ενάγοντα και το σύζυγο της εναγομένης και κατά την επακόλουθη επιστροφή της εναγομένης και του συζύγου της στη τράπεζα στην απουσία του ενάγοντα. 121.1.
- Η εναγόμενη ζήτησε μεταβίβαση των μετοχών στην εταιρεία Nutmeg όταν πλέον είχε αντιληφθεί ότι ο ενάγων ήταν μέτοχος και διευθυντής στην εταιρεία δίχως η ίδια προηγουμένως να γνώριζε ή να είχε εγκρίνει την απόκτηση αυτών των ιδιοτήτων από τον ενάγοντα. (β) Τα πωλητήρια έγγραφα 121.
- Δεύτερο, αναφορικά με την αγορά των μεριδίων στα τεμάχια και την υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων το Δικαστήριο καταλήγει στα εξής ευρήματα. 121.2.
- Παρά και την επίδειξη ενδιαφέροντος από την εναγόμενη για την αγορά των μεριδίων των συνιδιοκτητών των τεμαχίων η ίδια ούτε επέμενε ούτε παρότρυνε τον ενάγοντα όπως προβεί στην αγορά των μεριδίων των αδελφών της στα τεμάχια προτού εξασφαλιστεί πρώτα το απαιτούμενο τραπεζικό δάνειο προς επίτευξη της αγοράς των τεμαχίων. 121.2.
- Η ετοιμασία των πωλητηρίων εγγράφων έγινε δίχως προηγουμένως να είχαν δοθεί οδηγίες προς τον ενάγοντα γι΄ αυτό το σκοπό από την εναγόμενη. 121.2.
- Η εναγόμενη ενημερώθηκε για την αγορά και υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων ημερομηνίας 7/6/2004 μετά από την υπογραφή τους. 121.2.
- Κατά την ημερομηνία υπογραφής των πωλητηρίων εγγράφων ούτε ο ενάγων αλλά ούτε και η εναγόμενη ήταν είτε αξιωματούχοι είτε μέτοχοι της εταιρείας Nutmeg. 121.2.
- Ο ενάγων πλήρωσε ποσό £45.000,00 για την αγορά των μεριδίων των αδελφών της εναγομένης στα τεμάχια δίχως να είχε προηγουμένως ενημερώσει σχετικά την εναγόμενη και να είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση και έγκριση της γι΄ αυτή τη πληρωμή. 121.2.
- Επιπλέον, δίχως τη προηγούμενη ενημέρωση και εξασφάλιση της έγκρισης της εναγομένης ο ενάγων πλήρωσε ποσό £12.000,00 ως προμήθεια (δηλαδή, μεσιτικά δικαιώματα) προς τον δικηγόρο Ηλία Ευθυμίου για τη συνδρομή του στην εξασφάλιση της πώλησης των μεριδίων των πελατών του, δηλαδή των αδελφιών της εναγομένης, στα τεμάχια. (γ) Το ποσό των £33.828,00 121.
- Τρίτο, αναφορικά με την απόσυρση χρημάτων από τον τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης, το Δικαστήριο καταλήγει σε εύρημα ότι ο ενάγων, χρησιμοποιώντας σχετικό πληρεξούσιο, απέσυρε από τον τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης το ποσό των £33.828,00 με πρόθεση όπως αυτό χρησιμοποιηθεί (και το οποίο όντως χρησιμοποιήθηκε) για την αγορά των μεριδίων των αδελφιών της στα τεμάχια δίχως προηγουμένως να την είχε ενημερώσει σχετικά και να είχε λάβει τη συγκατάθεση της προς αυτό τον σκοπό. (δ) Ο διαχωρισμός 121.
- Τέταρτο, αναφορικά με το διαχωρισμό το Δικαστήριο καταλήγει στα εξής ευρήματα. 121.4.
- Η ανάθεση του διαχωρισμού των τεμαχίων στον Ιεζεκίηλ έγινε με πρωτοβουλία του ενάγοντα δίχως οποιαδήποτε εντολή της εναγομένης και δίχως η ίδια προηγουμένως να είχε ενημερωθεί σχετικά. 121.4.
- Ο Ιεζεκίηλ προέβη σε διαχωρισμό των τεμαχίων σε 22 οικόπεδα. 121.4.
- Η ανάθεση του διαχωρισμού έγινε δίχως προηγουμένως να είχε εξασφαλιστεί δάνειο για την ολοκλήρωση της αγοράς των μεριδίων των αδελφών της εναγομένης στα τεμάχια και δίχως να είχε προηγηθεί οποιαδήποτε συμφωνία για την αγορά του συνόλου του 1/16 μεριδίου των αδελφοτέκνων της. 121.4.
- Η εναγόμενη ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε ικανοποίηση αναφορικά με αυτόν ή ενέκρινε τον διαχωρισμό. (ε) Η συμφωνία ανάπτυξης γης 121.
- Πέμπτο, αναφορικά με τη συμφωνία ανάπτυξης γης μεταξύ των διαδίκων το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα. 121.5.
- Σε σχέση και με τη σύσταση εταιρείας η εναγόμενη δεν κατέληξε ποτέ σε συμφωνία συνεργασίας και συνεταιρικής εκμετάλλευσης των τεμαχίων με τον ενάγοντα. 121.5.
- Η εναγόμενη ουδέποτε συμφώνησε με τον ενάγοντα για να προχωρήσουν από κοινού μαζί για την αξιοποίηση των τεμαχίων και την ανάπτυξη οικοδομικών εργασιών. 121.5.
- Οι επισκέψεις για εξασφάλιση δανείου σε τράπεζες δεν έγιναν με σκοπό τη συνεταιρική εκμετάλλευση των τεμαχίων από αμφότερους τον ενάγοντα και την εναγομένη αλλά για διερεύνηση από την εναγόμενη της πιθανότητας εξασφάλισης δανείου για την αγορά των μεριδίων των συνιδιοκτητών της στα τεμάχια. 121.5.
- Η εναγόμενη δεν επεδίωξε αλλά ούτε και ζήτησε όπως ο ενάγων συνοδεύει την ίδια και το σύζυγο της κατά τις επισκέψεις αυτές αλλά ο ίδιος επέμεινε όπως τους συνοδεύει προφανώς με σκοπό να ελέγχει την όλη εξέλιξη αυτών των προσπαθειών αλλά και να διατηρεί κρυφή την όλη συμμετοχή του στην εταιρεία Nutmeg. (στ) Η συμφωνία πληρωμής 121.
- Τέλος, αναφορικά με τη προτεινόμενη από τον ενάγοντα διασύνδεση των προαναφερομένων γεγονότων με τη πληρωμή οποιουδήποτε ποσού είτε για τις υπηρεσίες του είτε για την υπογραφή της συμφωνίας αγοράς των μεριδίων στα τεμάχια ή ως αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση των μετοχών στην εταιρεία Nutmeg προς την εναγόμενη, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα. 121.6.
- Η μεταβίβαση των μετοχών από τον ενάγοντα προς την εναγόμενη δεν έγινε βάσει συμφωνίας ότι η εναγόμενη θα κατέβαλε προς τον ενάγοντα τα χρήματα τα οποία ο ίδιος είχε προηγουμένως ξοδέψει δίχως την έγκριση της για την υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων για αγορά των μεριδίων των αδελφιών της στα τεμάχια. 121.6.
- Ούτε και η μεταβίβαση των μετοχών από τον ενάγοντα προς την εναγόμενη έγινε βάσει συμφωνίας ότι η εναγόμενη θα κατέβαλε προς τον ενάγοντα τα οποιαδήποτε έξοδα για οποιεσδήποτε υπηρεσίες αυτός είχε προσφέρει προς αυτήν. 121.6.
- Ουδέποτε συμφώνησε η εναγόμενη με τον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό για πληρωμή των οποιωνδήποτε υπηρεσιών του. 121.6.
- Ουδέποτε συμφώνησε η εναγόμενη ότι σε αυτές τις υπηρεσίες συμπεριλαμβάνονταν εκτιμητικά, έξοδα, χαρτοσημάνσεις εγγράφων, νομικές και άλλες υπηρεσίες ή έξοδα του ως διαχειριστής. 121.6.
- Η εναγόμενη δεν συμφώνησε με τον ενάγοντα σε συνολικό ποσό £113.800,00 ως αντίστοιχο για πληρωμή των υπηρεσιών του. 121.6.
- Το ποσό το οποίο λήφθηκε από τον ενάγοντα από τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης δεν αποτελούσε ποσό το οποίο πληρώθηκε έναντι του προαναφερόμενου συνολικού ποσού. 121.6.
- Ουδέποτε συμφώνησε η εναγόμενη όπως ο ενάγων αποσύρει το συγκεκριμένο ποσό με σκοπό την αγορά των μεριδίων των αδελφοτέκνων της. 121.6.
- Η εναγόμενη ουδέποτε συμφώνησε στην αποστολή προς τον ενάγοντα ποσού £80.000,00 μετά τη μετάβαση της στην Αγγλία ως συμφωνημένο υπόλοιπο του κατ΄ ισχυρισμό συνολικού ποσού των £113.800,
- ΤΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ
- Η αποβιώσασα μητέρα της εναγομένης, Ελένη Γεωργίου Χ"Σεϋμένη (στο εξής θα καλείται η «αποβιώσασα») υπέγραψε στις 6/10/1984, τη τελευταία της διαθήκη (τεκμήριο 47).
- Η διαθήκη αυτή διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στη διαφορά μεταξύ των διαδίκων (στο εξής θα καλείται η «διαθήκη»). Τόσο σε σχέση με το ίδιο το περιεχόμενο της όσο και αναφορικά με την εφαρμογή αυτού μετά και από το θάνατο της αποβιώσασας στις 27/1/
- Εφαρμογή υπό την έννοια της παροχής ορθής νομικής συμβουλής και διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας από τον διαχειριστή. Καθότι διαχειριστής αυτής και εκτελεστής της διαθήκης ορίστηκε ο ενάγων (τεκμήριο 70) με την αίτηση διαχείρισης 62/2000 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου.
- Πολύ απλά η θέση του ενάγοντα σε σχέση με αυτό το θέμα είναι ότι ο ίδιος ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας μητέρας της ενάγουσας εξασφάλισε στο όνομα της την εγγραφή της εναγομένης ως ιδιοκτήτρια κατά 3/16 μερίδιο των τεμαχίων.
- Αντιθέτως, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων αντί να διασφαλίσει τα κληρονομικά της δικαιώματα με την εξασφάλιση του ¼ μεριδίου από αυτή τη περιουσία (δηλαδή, 4/16 αντί 3/16 ), όπως δηλαδή αναφέρεται και στη διαθήκη, ο ίδιος παρέλειψε να το πράξει αυτό. Εν μέρει το θέμα αυτό εγείρεται στο δικόγραφο της εναγομένης ως παράλειψη του ενάγοντα να γνωρίζει ως δικηγόρος τα όσα προβλέπονται από το νόμο. Κυρίως το θέμα αυτό προβάλλεται με αναφορά στη μοίρα της εναγομένης η οποία δεν της μεταβιβάστηκε ενώ η μητέρα της βρισκόταν εν ζωή.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης στην τελική αγόρευση του εισηγήθηκε ότι ο ενάγων δεν εφάρμοσε τη διαθήκη ούτε τα όσα ο νόμος προέβλεπε και προχώρησε και διένειμε τη μοίρα της εναγομένης μεταβιβάζοντας την εξ αδιαθέτου ωσάν να μην υπήρχε η διαθήκη την οποία αγνόησε και στη συνέχεια παράνομα μεταβίβασε στα τέκνα των αδελφών της το 1/16 στα τεμάχια. Προκάλεσε, με βάση αυτή την εισήγηση, απώλεια και ζημιά στην εναγόμενη εφόσον δεν έλαβε τη μοίρα της, δηλαδή το ¼. Όφειλε δε, εισηγείται, να είχε αποταθεί στο Δικαστήριο για οδηγίες ή διάταγμα σύμφωνα με τα άρθρα 53 και 54 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφάλαιο 189, όπως αυτό τροποποιήθηκε).
- Αντιθέτως, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι εφόσον η ελευθερία διάθεσης του άρθρου 42 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου (Κεφάλαιο 195 όπως αυτό τροποποιήθηκε) δεν εφαρμοζόταν τότε το διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς ήταν μόνο το ¼. Συνεπώς, εισηγήθηκε η διαθήκη ήταν έγκυρη μόνο αναφορικά με το ¼ της κληρονομιάς ενώ ούτε το άρθρο 51 του συγκεκριμένου νόμου «εγκυροποιεί» τη διαθήκη και ότι απλώς θα έπρεπε το κάθε παιδί της αποβιώσασας από τη διανομή των ¾ της κληρονομιάς να αφαιρούσε την ιδιοκτησία που είχε λάβει από τη μητέρα του σε οποιοδήποτε προηγούμενο χρόνο. Πρόσθεσε δε ότι ο ενάγων επεδίωξε την εξασφάλιση της συγκατάθεσης των αδελφιών της εναγομένης πετυχαίνοντας αυτό σε όλες τις περιπτώσεις με μοναδική εξαίρεση τα παιδιά των αδελφών της, Γιώργο και Νικόλα, παραπέμποντας σχετικά στα τεκμήρια 21 και
- Όντως το Δικαστήριο θα ανέμενε όπως η εναγόμενη, ιδιαίτερα δε έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του δικογράφου της, προωθήσει την ανταπαίτηση της βάσει του άρθρου 51 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, με παρουσίαση βεβαίως σχετικής και επαρκής μαρτυρίας και όχι με την τελική αγόρευση του δικηγόρου της να καλούσε το Δικαστήριο απλά να αποδεχτεί ως ορθή εισήγηση την ύπαρξη καθήκοντος του ενάγοντα να είχε διεκδικήσει οδηγίες ή διάταγμα του Δικαστηρίου βάσει των άρθρων 53 και 54 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο.
- Επίσης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης άφηνε να νοηθεί ότι το όλο θέμα (ενδεχομένως λόγω της διαμονής της αποβιώσασας στο Ηνωμένο Βασίλειο) διεπόταν από το άρθρο 42 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου κάτι το οποίο όμως σαφώς δεν προώθησε με την τελική αγόρευση του.
- Εν τέλει, διατηρώντας υπόψη όλη τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο καταλήγει στο εξής συμπέρασμα ως προς τη νομική πτυχή του όλου θέματος. Σαφώς εφαρμόζεται η παράγραφος (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 41 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου στη περίπτωση της αποβιώσασας, η οποία απεβίωσε αφήνοντας τέκνα και κατιόντες τέκνων με αποτέλεσμα το διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς της να μην υπερέβαινε το ¼ της καθαρής αξίας της.
- Ορθώς υπέδειξε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα ότι το άρθρο 42 δεν τυγχάνει εφαρμογής στη περίπτωση της αποβιώσασας. Ούτε εν τέλει ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης εισηγήθηκε κάτι διαφορετικό καθότι σαφώς η περίπτωση της αποβιώσασας δεν ανήκε στη κατηγορία περιπτώσεων όπου υπήρχε απόλυτη ελευθερία διάθεσης.
- Βεβαίως εύκολα αντιληπτή είναι η όλη απορία την οποία η εναγόμενη ως μη νομικός εξέφραζε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της ως προς το γεγονός ότι ενώ η διαθήκη της μητέρας της σαφώς αναφερόταν σε πρόθεση της να δώσει και κληροδοτήσει σε αυτήν ως το άτομο στο οποίο δεν μπόρεσε να μεταβιβάσει την ανάλογη της μοίρα από τη περιουσία της κατά τη διάρκεια της ζωής της, εντούτοις στο τέλος αυτό δεν πραγματοποιήθηκε. Βεβαίως, νομικά αυτή η δυνατότητα δεν υπήρχε παρά μόνο είτε με τη συγκατάθεση όλων των υπόλοιπων κληρονόμων είτε με την εφαρμογή του άρθρου
- Δεν αποκλείεται η αποβιώσασα επί του προκειμένου είτε να είχε είτε να μην είχε λάβει νομική συμβουλή κατά τη σύνταξη της διαθήκης δίχως όμως αυτό εν τέλει να έχει οποιαδήποτε σημασία ως προς την εφαρμογή της. Θα μπορούσε βεβαίως και η εναγόμενη να είχε λάβει ανάλογη νομική συμβουλή είτε από τον ενάγοντα είτε και από τον ευπαίδευτο συνήγορο της. Όμως, όπως εμφανώς αναδεικνύεται από την ειλικρινή απορία της καθ΄ όλη τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της, εν τέλει αφέθηκε με τη λανθασμένη νομικά εντύπωση ως προς το ότι όντως θα μπορούσε νομικά να είχε εφαρμοστεί η πρόθεση της αποβιώσασας ανεξάρτητα και από την έλλειψη της παράλληλης συγκατάθεσης των υπόλοιπων κληρονόμων ή τουλάχιστον της εφαρμογής του άρθρου
- Υπενθυμίζω σχετικά τόσο τη μαρτυρία την οποία εν τη ειλικρινή αγνοία της η εναγόμενη υποστήριξε προφορικά όσο και τα όσα αναφέρονται στη παράγραφο 11 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Ότι δηλαδή, ο ενάγων «.όφειλε να γνωρίζει ως δικηγόρος τα προβλεπόμενα στο νόμο για τη συγκεκριμένη περίπτωση νόμιμα δικαιώματα της εναγομένης και ότι αυτή δικαιούταν στην ρηθείσα ακίνητη περιουσία που της κατέλειπε η αποβιώσασα μητέρα της με την ρηθείσα διαθήκη και για τους λόγους που αναφέρονταν σε αυτή, δηλαδή ότι επρόκειτο για τη μοίρα της εναγομένης που δεν της την μεταβίβαση (sic) εν ζωή και συνεπώς η εναγόμενη την δικαιούταν, ανεξάρτητα από τις οποιεσδήποτε διεκδικήσεις και/ή ενστάσεις άλλων κληρονόμων της αποβιωσάσης». Εμφανώς στηρίζεται αυτή η νομικά λανθασμένη θέση κυρίως επί του ιδίου του περιεχομένου της διαθήκης δίχως παράλληλα να εξετάζεται η νομική δυνατότητα εφαρμογής της τελευταίας βούλησης της αποβιώσασας.
- Βεβαίως εντός της ιδίας παραγράφου αναφέρεται ότι ο ενάγων όφειλε να πληροφορούσε και συμβούλευε την εναγόμενη για τα δικαιώματα της έτσι ώστε η ίδια να αποφάσιζε εάν θα λάβουν από τη κληρονομιά μερίδιο και τα τέκνα των αποβιωσάντων αδελφών της Γέωργιου και Νικόλα. Αυτή η κατ΄ ισχυρισμό παράλειψη αποτελεί και μέρος της θέσης της εναγομένης ως προς την ύπαρξη επαγγελματικής αμέλειας του ενάγοντα.
- Προκύπτει από τα γεγονότα ότι εάν ο ενάγων δεν είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των αδελφιών της εναγομένης, όπως δηλαδή δεν το πέτυχε στη περίπτωση των τέκνων των αδελφών της Γιώργο και Νικόλα, τότε θα μπορούσε στη συνέχεια να είχε ενεργοποιηθεί η εφαρμογή του άρθρου 51 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου. Αυτό ουδέποτε συνέβη. Εκ πρώτης όψεως δημιουργείται η εντύπωση ότι ο ενάγων ενέδωσε στις απαιτήσεις των αδελφοτέκνων της εναγομένης δίχως οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Είναι όμως δυνατό για το Δικαστήριο να καταλήξει σε μία τέτοια διαπίστωση αναφορικά με τη πραγματική πτυχή της αγωγής; Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική.
- Καθότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε επαρκής μαρτυρία αναφορικά με τη περιουσία την οποία η αποβιώσασα είχε δώσει στους γονείς των αδελφοτέκνων της εναγομένης κατά τη διάρκεια της ζωής της. Επομένως δεν παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί αυτού του θέματος έχοντας ως βάση το άρθρο 51 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου. Ενδεχομένως να μην ήταν υπερβολικό ή αυθαίρετο για το Δικαστήριο να εξαχθεί ως λογικό συμπέρασμα από το περιεχόμενο της διαθήκης ότι όλα τα αδέλφια της εναγομένης έλαβαν περιουσία από τη μητέρα τους ενόσω αυτή βρισκόταν εν ζωή. Θεωρώ όμως ότι όχι μόνο αυτό είναι παρακινδυνευμένο αλλά παράλληλα δεν θα παρεχόταν στο Δικαστήριο, στη περίπτωση των αδελφών της Γιώργο και Νικόλα, η ευχέρεια υπολογισμού αυτής της περιουσίας προς αφαίρεση της από οποιοδήποτε μερίδιο τους μετά από το θάνατο της.
- Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 51 θα μπορούσε να προβληθεί ως θέση ότι ουσιαστικά ο ενάγων παρέλειψε να απαιτήσει όπως ο οποιοσδήποτε κληρονόμος παρουσιάσει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία να παρέχεται η δυνατότητα υπολογισμού του μεριδίου του. Εάν και εφόσον βεβαίως πρώτα τέτοιος κληρονόμος διεκδικούσε το οποιοδήποτε μερίδιο, αρνούμενος δηλαδή να παράσχει τη συγκατάθεση του ως προς την εφαρμογή της διαθήκης σύμφωνα και με την επιθυμία της αποβιώσασας.
- Επί αυτού του θέματος θεωρώ ότι η μετάφραση του άρθρου 51 με τη φράση «.λογαριάζει κατά τον υπολογισμό της μερίδας του.» δεν αποδίδει πλήρως την επιτακτική έννοια της συγκεκριμένης πρόνοιας στο αρχικό κείμενο αλλά και την υποχρέωση του κληρονόμου. Ότι δηλαδή τέκνο ή άλλος κατιών του αποβιώσαντος ".shall in reckoning his share bring into account." οποιαδήποτε κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία που λήφθηκε από αυτόν από τον αποβιώσαντα σε οποιοδήποτε χρόνο.
- Όμως πραγματικά σε σχέση με τα τέκνα των αδελφών της εναγομένης Γιώργο και Νικόλα δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε επαρκής μαρτυρία σε σχέση με περιουσία την οποία οι γονείς τους έλαβαν κατά τη διάρκεια της ζωής της αποβιώσασας μητέρας τους έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ότι ο ενάγων παρέλειψε να διεκδικήσει την εφαρμογή του άρθρου 51 (βλ. σχετικά τη παράγραφο 138 αυτής της απόφασης). Η δε αόριστη αναφορά της εναγομένης ως προς το ότι τα αδέλφια της Γιώργος και Νικόλας έλαβαν πολλή περιουσία κατά τη διάρκεια της ζωής της αποβιώσασας και περισσότερη από ότι δόθηκε στην ίδια, όσο αξιόπιστη και να είναι δυνατό να κριθεί ως μία γενική αλλά παράλληλα αόριστη θέση, δεν παρέχει οποιεσδήποτε σαφείς λεπτομέρειες επί των οποίων να καθίσταται εφικτή η εφαρμογή του άρθρου
- Ενώ ούτε η όλη υπόλοιπη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από την εναγόμενη, δια μέσω άλλων μαρτύρων, κρίνεται επαρκής σε σχέση με το ίδιο θέμα.
- Βεβαίως, όπως αναφέρεται και πιο πάνω (βλ. σχετικά τη παράγραφο 138 αυτής της απόφασης) θα μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να είχε προβληθεί με σαφήνεια από την εναγόμενη η θέση ως προς το ότι εν πάση περιπτώσει όφειλε ο ενάγων να είχε επιδιώξει την υποβολή μίας τέτοιας κατάστασης λογαριασμού. Όμως το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε επαρκής μαρτυρία ότι αυτά τα αδέλφια (Γιώργος και Νικόλας) είχαν λάβει περιουσία κατά τη διάρκεια της ζωής της αποβιώσασας ή η έκταση αυτής της περιουσίας ασφαλώς δεν εδραιώνει ή ενισχύει με οποιοδήποτε τρόπο την ανταπαίτηση της εναγομένης. Ανεξάρτητα ως προς το κατά πόσο ο ίδιος ο ενάγων είχε διεκδικήσει μία τέτοια υποβολή.
- Ουσιαστικά αυτό το οποίο η εναγόμενη επεδίωξε με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της δεν ανταποκρίνεται στη μαρτυρία η οποία εν τέλει παρουσιάστηκε προς υποστήριξη αυτών των ισχυρισμών της. Όφειλε η ίδια να είχε παρουσιάσει μαρτυρία αναφορικά με τη περιουσία την οποία τα αδέλφια της Γιώργος και Νικόλας είχαν αποκτήσει κατά τη διάρκεια της ζωής της αποβιώσασας έτσι ώστε η ίδια να μπορούσε επί αυτής της μαρτυρίας να θεμελιώσει την οποιαδήποτε αξίωση της αναφορικά με την επαγγελματική αμέλεια του ενάγοντα σε σχέση με το κληρονομικό θέμα.
- Καθότι ασφαλώς η απόδειξη της ανταπαίτησης δεν είναι δυνατό να εξομοιωθεί με την οποιαδήποτε διαδικασία την οποία θεωρητικά ο ενάγων όφειλε κατ΄ ισχυρισμό να είχε ακολουθήσει. Ή θέτοντας το διαφορετικά δεν είναι επί του θεωρητικού επιπέδου της εφαρμογής ενός Νόμου που εξετάζει ένα Δικαστήριο τους ισχυρισμούς ενός διαδίκου απλά και μόνο διότι κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ενάγοντα ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης υπέβαλε διάφορες, εν τέλει ατεκμηρίωτες από άποψης μαρτυρίας, θέσεις στον ενάγοντα.
- Ως έχουν τα πράγματα σε σχέση με το κληρονομικό θέμα πραγματικά δεν διαπιστώνεται να προκύπτει οποιαδήποτε βάση επί της οποίας θα μπορούσε η εναγόμενη να βασίσει την οποιαδήποτε αξίωση της εναντίον του ενάγοντα είτε διότι δεν εφάρμοσε ορθά το σχετικό νόμο έτσι ώστε να είχε εξασφαλίσει τα όσα η ίδια ισχυρίζεται ότι δικαιούταν να κληρονομήσει βάσει της διαθήκης είτε διότι υπήρξε αμελής ως προς την εφαρμογή της διαθήκης ή τη διαχείριση της κληρονομιάς. Θέτοντας το πολύ απλά, σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί ο ενάγων εξασφάλισε εγγραφή στο όνομα της εναγομένης για ένα μερίδιο της τάξης των 3/16 ενώ σύμφωνα με το Νόμο η ίδια, σε περίπτωση ύπαρξης ένστασης όλων των υπόλοιπων κληρονόμων, αρχικά, δηλαδή προ της πιθανής εφαρμογής του άρθρου 51, θα είχε ένα εκ πρώτης όψεως δικαίωμα εγγραφής όχι ολόκληρου του μεριδίου της αποβιώσασας στα τεμάχια αλλά ενός μόνο μεριδίου από το ¼ του συνόλου της κληρονομιάς της αποβιώσασας αυτής και το οποίο θα ήταν μικρότερο του μεριδίου των 3/16 το οποίο όντως εν τέλει εγγράφηκε στο όνομα της.
- Το γεγονός ότι οι τελικοί λογαριασμοί δεν έχουν εγκριθεί από τον Πρωτοκολλητή δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι ο ενάγων υπήρξε αμελής σε σχέση με τα καθήκοντα του ως διαχειριστής. Αναμφίβολα αποτελεί ένα στοιχείο επί του οποίου θα μπορούσε η εναγόμενη να είχε οικοδομήσει μία γενικότερη και πειστικότερη εικόνα ως προς την ύπαρξη αμέλειας του ενάγοντα ως δικηγόρος όμως αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό έτσι ώστε να κριθεί ότι στοιχειοθετείται αμέλεια.
- Επιπλέον, πραγματικά διατηρώντας υπόψη τη μαρτυρία στο σύνολο της δεν έχω ικανοποιηθεί ότι προκύπτει οποιαδήποτε παράλειψη ή αμέλεια του ενάγοντα καθότι, όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης εισηγήθηκε, αυτός ενώ όφειλε να είχε αποταθεί στο Δικαστήριο για οδηγίες ή διάταγμα σύμφωνα με τα άρθρα 53 και 54 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, παρέλειψε να το πράξει αυτό.
- Η διαδικασία η οποία προβλέπεται από τα συγκεκριμένα άρθρα εξειδικεύεται στις περιπτώσεις οι οποίες αναφέρονται εντός του άρθρου 53 και ακόμη και σε σχέση με τη γενική κατηγορία επίλυσης οποιουδήποτε ζητήματος που προκύπτει κατά την διαχείριση της κληρονομιάς (άρθρο 53
(1)(ζ)) δεν έχω πεισθεί από τη μαρτυρία ότι όφειλε ο ενάγων να εφαρμόσει τη διαδικασία είτε της εναρκτήριας κλήσης είτε της έγερσης αγωγής και ότι παρέλειψε να το πράξει αυτό. Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΓΗΣ
- Το θέμα αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο της επίδικης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ιδιαίτερα δε εάν αυτό ιδωθεί σε συνάρτηση με το αντικείμενο της αξίωσης του ενάγοντα, δηλαδή τη κατ΄ ισχυρισμό ύπαρξη συμφωνίας πληρωμής μεταξύ των διαδίκων, η οποία επεκτείνεται πέραν από την αξίωση καταβολής δικηγορικής αμοιβής και σε διεκδίκηση ποσών τα οποία ο ίδιος είχε κατ΄ ισχυρισμό δαπανήσει όχι ως δικηγόρος της εναγομένης αλλά εντός του πλαισίου της επιχειρηματικής του συνεργασίας με την εναγόμενη.
- Σε σχέση βεβαίως με το κληρονομικό θέμα ο ίδιος ο ενάγων θεωρούσε ότι είχε πράξει ότι όφειλε ως δικηγόρος και διαχειριστής έτσι ώστε η εναγόμενη να αποκτήσει εγγραφή ως ιδιοκτήτρια των τεμαχίων (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 7.1 αυτής της απόφασης).
- Επί αυτού ακριβώς του θέματος της κατ΄ ισχυρισμό επιχειρηματικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων σαφώς προκύπτει περιθώριο διερεύνησης από το Δικαστήριο και ακόμη και κατάληξης αναφορικά με την ύπαρξη συμπεριφοράς του ενάγοντα επαγγελματικά ασυμβίβαστης με την άσκηση των καθηκόντων ενός δικηγόρου. Τονίζεται όμως ότι η ίδια η εναγόμενη έχει επιλέξει να μην συμπεριλάβει αυτό το θέμα στις λεπτομέρειες αμέλειας στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της.
- Αυτό το οποίο αβίαστα προκύπτει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι ότι η εναγόμενη ουδέποτε συμφώνησε με τον ενάγοντα να συνεργαστούν για την ανάπτυξη γης υπό την έννοια της ύπαρξης ενός συνεταιρισμού μεταξύ των διαδίκων προς από κοινού εκμετάλλευσης των τεμαχίων είτε ατομικά, δηλαδή ως φυσικά πρόσωπα, είτε ως μέτοχοι σε μία νομική οντότητα, δηλαδή την εταιρεία Nutmeg, και με οποιαδήποτε ιδιότητα ως αξιωματούχοι αυτής της εταιρείας. Οι θέσεις αυτές του ενάγοντα έχουν απορριφθεί από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστες. Η ΑΜΟΙΒΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ
- Η διεκδικούμενη αμοιβή του ενάγοντα είτε ως δικηγόρου είτε ως διαχειριστή συνδέεται βεβαίως με άλλα θέματα όπως, παραδείγματος χάριν, την κατ΄ ισχυρισμό συνεργασία μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης. Ο ίδιος ο ενάγων έχει συμπλέξει το θέμα της αμοιβής του με άλλα θέματα εξαιτίας και του τρόπου με τον οποίο προέβαλε τη γενικότερη εκδοχή του εντός των δικογράφων του.
- Αναφορικά με τη διεκδικούμενη αμοιβή του είτε ως αποτέλεσμα συμφωνίας είτε ως εύλογο ποσό, πολύ απλά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι ο ισχυρισμός σε σχέση με την ύπαρξη συμφωνίας απορρίπτεται ως αναξιόπιστος ενώ η ίδια η αμοιβή ιδωμένη στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά, αλλά ακόμη και σε σχέση με τη κάθε ξεχωριστή χρέωση, δεν είναι δυνατό με οποιοδήποτε τρόπο να κριθεί ως εύλογη.
- Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο ο ενάγων ενήργησε ως δικηγόρος της εναγομένης αγνοώντας κατ΄ επανάληψη την αναγκαιότητα να λάμβανε ρητές οδηγίες από την ίδια προτού προχωρήσει σε οποιοδήποτε βήμα σε σχέση με την αγορά των τεμαχίων ή σε απόσυρση χρημάτων από τον τραπεζικό λογαριασμό της με σκοπό αυτή την αγορά.
- Ενώ σε σχέση με τη διαχείριση αυτό το οποίο διαπιστώνεται, πέραν από το δεδομένο ότι δεν έχουν γίνει δεκτοί οι τελικοί λογαριασμοί είναι και η αποτυχία του ενάγοντα να παρουσιάσει με επαρκή μαρτυρία την οποιαδήποτε βάση χρέωσης σε σχέση με αυτό το μέρος της χρέωσης της αμοιβής του.
- Παράλληλα δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο ότι ο ίδιος προκάλεσε σύγχυση ως προς την ιδιότητα με την οποία ενεργούσε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί με σαφήνεια η βάση επί της οποίας διεκδικεί τα όσα ποσά αναφέρονται επί του τεκμηρίου
- Υπό την έννοια ότι προέβαλε και ενέργειες του ιδίου όχι ως ο δικηγόρος της εναγομένης αλλά ως ο συνέταιρος ή συνεργάτης της.
- Επιπλέον, παράλογο παρά εύλογο κρίνεται ο ενάγων να διεκδικεί ποσά για ενέργειες οι οποίες (όπως αποδέχεται το Δικαστήριο με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας) ουδέποτε εγκρίθηκαν από την εναγόμενη.
- Παραδείγματος χάριν, διεκδικεί ο ενάγων το ποσό των £1,488,00 για χαρτοσήμανση των πωλητηρίων εγγράφων. Πως θα ήταν δυνατό να κριθεί ορθό και δίκαιο η εναγόμενη να διαταχτεί να πληρώσει με αποδοχή αυτού του μέρους της αξίωσης του ενάγοντα ένα ποσό το οποίο προέκυψε αποκλειστικά και μόνο διότι ο ενάγων προχώρησε στην υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων δίχως προηγουμένως να είχε λάβει την έγκριση της εναγομένης για αυτή του την ενέργεια;
- Επιπλέον αναφορικά με αυτό το θέμα προκύπτει και το εξής δεδομένο. Κατά την ημερομηνία υπογραφής των πωλητηρίων εγγράφων όχι μόνο ο ενάγων δεν είχε την έγκριση ή συγκατάθεση της εναγομένης σε σχέση με την υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων αλλά δεν υπέγραφε καν εκ μέρους της εταιρείας εφόσον δεν συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο σε αυτή είτε ως αξιωματούχος είτε ως μέτοχος αυτής, ενώ δεν έχει καν παρουσιαστεί μαρτυρία αναφορικά με την ύπαρξη απόφασης της εταιρείας από τους αξιωματούχους αυτής κατά την ημερομηνία υπογραφής των πωλητηρίων εγγράφων έτσι ώστε να επενδύσει ένα ποσό της τάξης των £720.000,00 για την αγορά των μεριδίων στα τεμάχια. Ούτε βεβαίως και η εναγόμενη κατά την ίδια ημερομηνία είχε νομικά οποιαδήποτε συμμετοχή ή σχέση με την εταιρεία. Από μόνη της η αμέσως μετά την υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων απόκτηση της οποιασδήποτε μετοχικής ή διευθυντικής συμμετοχής είτε του ενάγοντα είτε και της εναγομένης στην εταιρεία Nutmeg δεν αποτελεί αναδρομικά νομικά έγκυρη επιβεβαίωση των προγενέστερων πράξεων του ενάγοντα σε σχέση με τη συμβατική δέσμευση είτε της εταιρείας είτε της εναγομένης.
- Άλλο παράδειγμα ενεργειών του ενάγοντα δίχως τη συγκατάθεση ή εξουσιοδότηση ή ρητές οδηγίες της εναγομένης αποτελεί και η πληρωμή του ποσού των £45.000,00 για την αγορά των μεριδίων ως επίσης και του ποσού των £12.000,00 προς τον Ευθυμίου. Αυτά τα δύο ποσά από μόνα τους συμποσούνται σε ένα ποσό £57.000,
- Εάν ο ενάγων αυτενεργώντας επέλεξε με δικές του πράξεις να διακινδυνεύσει από μόνος του αυτό το ποσό σε μία επιχειρηματική δραστηριότητα δίχως τη σύμφωνη γνώμη της εναγομένης τότε λογικά δεν θα πρέπει να αναμένει όπως η εναγόμενη υποστεί τις συνέπειες αυτής της δραστηριότητας.
- Γενικά δεν κρίνεται ορθό το Δικαστήριο να αποδεχτεί οποιοδήποτε μέρος της αξίωσης του ενάγοντα το οποίο πηγάζει από δικές του ενέργειες στις οποίες οδηγήθηκε αυτόβουλα δίχως να υπάρχει προσυνεννόηση με την εναγόμενη.
- Αυτό το οποίο θα πρέπει να διατηρείται υπόψη αναφορικά με την αξίωση του ενάγοντα είναι ότι αυτή σαφώς δεν βασίστηκε σε οποιουσδήποτε κανονισμούς αναφορικά με τον υπολογισμό δικηγορικής αμοιβής αλλά στην κατ΄ ισχυρισμό ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 7.23 αυτής της απόφασης). Διαζευκτικά και μόνο εντός της αξίωσης στην έκθεση απαίτησης, δηλαδή στο σημείο όπου καταγράφεται η επιδιωκόμενη θεραπεία μετά και από τη παράθεση των ισχυρισμών του σε αριθμημένες παραγράφους, αναφέρεται πλέον ο ενάγων σε εύλογο οφειλόμενο ποσό.
- Επί αυτού του τόσο βασικού για την επιτυχή κατάληξη της αξίωσης του ενάγοντα θέματος, αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι αυτός έχει αποτύχει εντελώς να αποδείξει ότι όντως υπήρχε η οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με την αμοιβή του ή τα οποιαδήποτε έξοδα αυτός υπέστη ως μέρος των οποιωνδήποτε ενεργειών του είτε ως δικηγόρος είτε ως αποτέλεσμα της ύπαρξης μίας κατ΄ ισχυρισμό σχέσης συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων.
- Ακόμη και αναφορικά με υπηρεσίες τις οποίες η εναγόμενη αποδέχεται, όπως παραδείγματος χάριν σε σχέση με την αγορά της κατοικίας στην Αναρίτα, ως προς το ύψος αυτής της αμοιβής, ο ενάγων βασίστηκε στην ίδια κατ΄ ισχυρισμό γενικότερη συμφωνία μεταξύ τους δίχως παράλληλα να έχει στηρίξει με επαρκή τρόπο ακόμη και αυτό το μέρος της αξίωσης τους επί μίας οποιασδήποτε άλλης εναλλακτικής βάσης ως προς το εύλογο της αμοιβής του. Επιπλέον, τα οποιαδήποτε πραγματικά έξοδα σε σχέση με αυτή την αγορά δεν έχουν αποδειχτεί με τη παρουσίαση οποιουδήποτε σχετικού εγγράφου (παραδείγματος χάριν, η σχετική συμφωνία αγοράς ή απόδειξη πληρωμής χαρτοσήμανσης).
- Βεβαίως η ίδια η εναγόμενη όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της αποδέχεται ότι ο ενάγων έκανε τη χαρτοσήμανση όμως αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει το ύψος αυτής ή ακόμη ότι όντως αυτή η χαρτοσήμανση έγινε και ότι στη συνέχεια ο ενάγων κατέθεσε το σχετικό πωλητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Στη συνέχεια μάλιστα η εναγόμενη ανέφερε ότι νομίζει πως έγινε η χαρτοσήμανση.
- Όφειλε ο ίδιος ο ενάγων κατά την παρουσίαση της δικής του μαρτυρίας να είχε προσκομίσει μαρτυρία η οποία να μπορούσε είτε να γίνει δεκτή είτε να αμφισβητηθεί. Αμφισβητήθηκε έντονα κατά την αντεξέταση της εναγομένης η δυνατότητα της να εκφράσει οποιαδήποτε νομική γνώμη. Το Δικαστήριο αποδέχεται παράλληλα την άγνοια της ως προς τον τρόπο με τον οποίο διεκπεραιώνεται η οποιαδήποτε συναλλαγή σε σχέση με αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο και ότι η ίδια, σε σχέση με αυτό το θέμα, βασιζόταν στον ενάγοντα ως ο δικηγόρος της.
- Δεν είναι δυνατό δηλαδή απλά και μόνο να βασιστεί το Δικαστήριο σε αυτή την αποδοχή της (βλ. σχετικά τη παράγραφο 165 αυτής της απόφασης) έτσι ώστε να επιδικάσει στον ενάγοντα το οποιοδήποτε ποσό το οποίο ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε ως πραγματικά έξοδα αλλά για το οποίο δεν παρουσίασε επαρκή μαρτυρία.
- Ακόμη και όπως τόνισε η εναγόμενη κατά την αντεξέταση της, θα πλήρωνε τον ενάγοντα εάν της παρουσίαζε λογαριασμό και αποδείξεις αναφορικά με την αγορά της κατοικίας, κάτι όμως το οποίο όπως η ίδια ισχυρίστηκε δεν έπραξε ο ενάγων. Βεβαίως πρόσθεσε επίσης ότι θα έλεγχε πρώτα αυτό το λογαριασμό και αποδείξεις και μετά, εάν συμφωνούσε, θα πλήρωνε. Ερώτησε μάλιστα πως θα μπορούσε να πληρώσει για κάτι το οποίο δεν γνώριζε. Δηλαδή, τόσο υπό την έννοια σχετικής ενημέρωσης αλλά και παρουσίασης ικανοποιητικών στοιχείων τα οποία να υποστηρίζουν τη κάθε χρέωση.
- Η όλη ανεπιτυχής προσπάθεια η οποία καταβλήθηκε κατά την αντεξέταση της εναγομένης να συμφωνήσει ή να απορρίψει τις χρεώσεις επί του τεκμηρίου 19 αγνοεί αυτό το βασικό δεδομένο. Βασικό τόσο υπό την έννοια να υπήρχε πραγματικά η πρακτική δυνατότητα η εναγόμενη να είχε συμφωνήσει με οποιαδήποτε από αυτές τις χρεώσεις όσο και με την υποστήριξη της έστω και διαζευκτικής και αμυδρά υποστηριζόμενης από μαρτυρία θέσης του ενάγοντα ως προς το εύλογο των ποσών τα οποία συμποσούνται στο ποσό των £
- 800,
- Τονίζεται και πάλι ότι η αξίωση του ενάγοντα βασίζεται κυρίως στην ύπαρξη συμφωνίας αναφορικά με το υπόλοιπο του κατ΄ ισχυρισμό συμφωνημένου ποσού.
- Αξίζει να σημειωθεί επίσης και η γενικά ατεκμηρίωτη θέση ορισμένων ποσών επί του τεκμηρίου
- Όπως, παραδείγματος χάριν, το ποσό των £700,00 για τηλεφωνήματα, φαξ και επιστολές. Ή το ποσό των £420,00 για 7 πληρεξούσια έγγραφα με χαρτοσημάνσεις δίχως οποιοδήποτε διαχωρισμό μεταξύ δικηγορικών εξόδων και πραγματικών εξόδων. Η δε αντεξέταση της εναγομένης επί αυτού του θέματος ανέδειξε αυτή την έλλειψη λεπτομερειών και άλλων αποδεικτικών στοιχείων παρά να ενισχύει με οποιοδήποτε τρόπο τη βασιμότητα ή το εύλογο της αξίωσης του ενάγοντα.
- Πέραν από αυτή την έλλειψη διαπιστώνεται και η ύπαρξη αντιφατικότητας στη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από τον ενάγοντα ακόμη και σε σχέση με την απόδειξη του εύλογου της αμοιβής του. Παραδείγματος χάριν, στην επιστολή του ημερομηνίας 19/4/2004 (τεκμήριο 49) αναφέρει ότι ένα ποσό γύρω στις £1.500,00 είναι χαρτόσημα και έξοδα συμβολαίου το οποίο κατέθεσε στο Κτηματολόγιο για ειδική εκτέλεση σχετικά με την αγορά της κατοικίας στην Αναρίτα. Περίπου 4 μήνες αργότερα, με την έκδοση πλέον του τεκμηρίου 19, με δύο ξεχωριστές χρεώσεις διεκδικεί τη πληρωμή ποσού £3.500,00 για την ετοιμασία «.συμβολαίου αγοράς οικίας στην Αναρίτα, χαρτοσήμανση στην υπηρεσία φόρων και κατάθεση στο Κτηματολόγιο specific performance, παρακολούθηση εργασιών και πληρωμές.» και άλλο ποσό £540,00 και πάλι για χαρτόσημα.
- Πραγματικά όφειλε ο ενάγων να ήταν πιο προσεχτικός αναφορικά με το περιεχόμενο της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης του έτσι ώστε να μην εμπεριείχε το οποιοδήποτε στοιχείο αντιφατικότητας το οποίο στη συνέχεια να υπονόμευε επιπρόσθετα την οποιαδήποτε πιθανή βάση προς θεμελίωση της αξίωσης του η οποία βασιζόταν κατά τον ίδιο σε μία κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ή ακόμη και διαζευκτικά με το εύλογο του ποσού της αξίωσης. ΘΕΜΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ
- Αναφέρονται σχετικά στην απόφαση Beaumont κ.ά. ν. Παπακλεοβούλου
(2010)1Α Α. Α. Δ. 525 (στις σελίδες 541 έως 542) προς προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας ενός δικηγόρου βάσει των προνοιών του άρθρου 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, τα ακόλουθα. Ένας δικηγόρος όπως και κάθε άλλος επαγγελματίας κρίνεται με βάση το βαθμό επιμέλειας και δεξιότητας που αναμένεται από το μέσο επαγγελματία της τάξης στην οποία ανήκει. Το επίπεδο επιμέλειας δεν είναι ούτε εκείνο του πολύ προσοντούχου, ούτε εκείνο ενός επαγγελματία που κατέχει τα ελάχιστα προσόντα αλλά αυτό του συνήθους, επιμελούς και ικανού επαγγελματία.
- Οφείλει το Δικαστήριο να εξετάσει το καθήκον επιμέλειας στη συγκεκριμένη περίπτωση διατηρώντας όμως υπόψη και τις λεπτομέρειες αμέλειας τις οποίες η εναγόμενη αναφέρει στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Οι λεπτομέρειες αυτές συνδέονται άρρηκτα με το κληρονομικό θέμα αναφορικά με το οποίο το Δικαστήριο καταλήγει, με βάση τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε, ότι δεν αποδεικνύεται πως ο ενάγων επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια ή παράλειψη. Συνεπώς, αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι δεν τίθεται καν θέμα επαγγελματικής αμέλειας εντός του συγκεκριμένου δικονομικού πλαισίου όπως αυτό έχει καθοριστεί από το δικόγραφο της εναγομένης.
- Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η ουσία της επίδικης διαφοράς δεν είναι αυτό της επαγγελματικής αμέλειας αλλά παράβασης εξυπακουόμενου όρου της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων όπως ο ενάγων ενεργεί αποκλειστικά ως δικηγόρος της εναγομένης ακολουθώντας οδηγίες της και διατηρώντας υπόψη του πάντοτε την ύπαρξη είτε εξουσιοδότησης είτε συγκατάθεσης της και όχι να ενεργούσε αυτόβουλα αδιαφορώντας για το κατά πόσο η εναγόμενη θα συμφωνούσε ή όχι με τις οποιεσδήποτε αυτενεργές του πράξεις.
- Βασικό παράδειγμα αυτής της συμπεριφοράς του ενάγοντα είναι η αγορά των μεριδίων χωρίς προηγουμένως η εναγόμενη να είχε δώσει οδηγίες ή την έγκριση ή συγκατάθεση της ή να συμφωνούσε με τη συγκεκριμένη πράξη (βλ. σχετικά τη παράγραφο 25 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης).
- Όμως η εναγόμενη με το δικόγραφο της δεν έχει θέσει το όλο θέμα εντός ενός πλαισίου παράβασης συμφωνίας ή αυτού της ύπαρξης επαγγελματικής αμέλειας παραθέτοντας μάλιστα επί αυτού και σχετικές λεπτομέρειες. Ούτε και υπάρχει συσχετισμός της οποιασδήποτε παράβασης συμφωνίας μεταξύ της ιδίας και του ενάγοντα ως δικηγόρου της με την ύπαρξη επαγγελματικής αμέλειας του ιδίου έτσι ώστε να είχε παρασχεθεί η δυνατότητα προς αυτόν να είχε τοποθετηθεί σχετικά κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Συνεπώς δεν κρίνεται ορθό και δίκαιο από το Δικαστήριο όπως προσεγγίσει το ερώτημα της ύπαρξης ή μη επαγγελματικής αμέλειας του ενάγοντα επί αυτής της βάσης.
- Γενικά ως προς το θέμα των καθηκόντων ενός δικηγόρου το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του τα όσα αναφέρονται σχετικά στη παράγραφο 814 του συγγράμματος Halsbury's Laws of England (βλ. σχετικά τον τόμο 66 της 5ης έκδοσης του 2008) όπου αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου), :- "The obligations of a solicitor towards his client may be viewed from two aspects, that of equity and that of the common law. In equity the relationship of solicitor and client is recognised as a fiduciary relationship and carries with it obligations on the solicitor's part to act with strict fairness and openness towards his client. Failure to fulfil this obligation renders a solicitor liable to make compensation in respect of any resulting loss to his client. By the common law a solicitor's retainer imposes on him an obligation to be skilful and careful. Failure to fulfil this obligation may lead to liability in contract, . or to liability in tort for negligence."
- Ιδιαίτερη σημασία ασφαλώς έχει η σχέση εμπιστοσύνης (fiduciary relationship) η οποία δημιουργείται μεταξύ ενός δικηγόρου και του πελάτη του και ως μέρος της οποίας απαιτείται όπως ο δικηγόρος ενεργεί με διαφάνεια (openness) προς τον πελάτη του. Τονίζω όμως τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με το πλαίσιο το οποίο η ίδια η εναγόμενη έχει θέσει σε σχέση με αυτό το θέμα βάσει του δικογράφου της και επί αυτής της βάσης κρίνω ότι αυτό δεν απαιτεί οποιαδήποτε επιπρόσθετη διερεύνηση και εξέταση από το Δικαστήριο προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης.
- Ως προς τα οποιαδήποτε θέματα δεοντολογίας τα οποία εγείρει η εναγόμενη θεωρώ ότι όχι μόνο αυτά εντάσσονται εντός του πλαισίου μίας πειθαρχικής διαδικασίας αλλά η ίδια η εναγόμενη αναφέρει σχετικά ότι έχει καταγγείλει τον ενάγοντα για την αντιδεοντολογική του συμπεριφορά στο Πειθαρχικό Συμβούλιο και επί αυτού επιφυλάσσει σχετικά τα δικαιώματα της (παράγραφος 37 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης). Υπήρχε δε και κάποια αναφορά επί του συγκεκριμένου θέματος κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της δίχως όμως οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Το Δικαστήριο περιορίζεται σε εξέταση αυτού του θέματος αποκλειστικά σε σχέση με τη γενικότερη συμπεριφορά του ενάγοντα ως δικηγόρος της εναγομένης.
- Εν τέλει καταλήγω ότι ο ενάγων ούτε ήθελε αλλά ούτε και επεδίωκε όπως προκαλέσει ζημιά στην εναγόμενη αν και βεβαίως αναδεικνύεται από την αξιολόγηση της μαρτυρίας ότι παράλληλος στόχος των ενεργειών του ήταν η αποκόμιση κέρδους και για τον εαυτό του. Ενδεχομένως να πίστευε ότι θα μπορούσε να το πράξει αυτό και ότι η παράλληλη αποκόμιση κέρδους και για την εναγόμενη να την ικανοποιούσε σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε η ίδια εν τέλει να μην είχε οποιοδήποτε παράπονο για τις αυτόβουλες ενέργειες του. Δεν διαφεύγει δηλαδή της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων επένδυσε και δικά του χρήματα στο όλο εγχείρημα ανάπτυξης γης ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι η γη αυτή δεν ανήκε στον ίδιο.
- Ακόμη και σε σχέση με αυτό το θέμα και δίχως το Δικαστήριο να ξεφεύγει από την περιορισμένη εμβέλεια των λεπτομερειών αμέλειας εντός του δικογράφου της εναγομένης, το ερώτημα το οποίο θα μπορούσε να εγερθεί προς εξέταση δεν είναι απλώς εάν ο ενάγων υπήρξε αμελής αλλά και κατά πόσο η ύπαρξη της οποιασδήποτε αμέλειας του προκάλεσε ζημιά στην εναγόμενη.
- Το γεγονός ότι ο ίδιος απέσυρε χρήματα από το λογαριασμό της εναγομένης δίχως τη ρητή της εξουσιοδότηση με σκοπό την επένδυση στη, κατά τον ίδιο, συνεργασία για ανάπτυξη γης, δεν καλύπτεται από τις λεπτομέρειες αμέλειας έτσι ώστε να κρίνεται υπό την έννοια της ύπαρξης ή μη αμέλειας.
- Ασφαλώς δεν θα έπρεπε ο ενάγων να είχε αποσύρει το συγκεκριμένο ποσό των £33.828,00[3] για μη εξουσιοδοτημένο από την εναγόμενη σκοπό. Αγορά δηλαδή των μεριδίων σύμφωνα και με τα πωλητήρια έγγραφα τα οποία υπέγραψε εκ μέρους της εταιρείας Nutmeg δίχως τη ρητή εξουσιοδότηση της εναγομένης. Δεν καταλήγει το Δικαστήριο όμως σε συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να καταλογιστεί αμέλεια στον ενάγοντα γι΄ αυτή του τη πράξη ακόμη και εάν αυτή αναφερόταν στις λεπτομέρειες αμέλειας εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης.
- Οφείλει βεβαίως ο ενάγων να επιστρέψει αυτό το ποσό καθώς αδικαιολόγητα και δίχως τη προηγούμενη ύπαρξη της συμφωνίας της εναγομένης επί του προκειμένου το απέσυρε από το λογαριασμό της ως αντιπρόσωπος της προς μη εξουσιοδοτημένη χρήση αυτού. ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
- Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν διάφορα τεκμήρια στην Αγγλική γλώσσα. Τρία από αυτά (δηλαδή, τα τεκμήρια 3, 6 και 57) μεταφράστηκαν προφορικά κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ενώ στη συνέχεια το Δικαστήριο μερίμνησε έτσι ώστε η στενογράφος του Δικαστηρίου αποστενογραφήσει και δακτυλογραφήσει αυτές τις μεταφράσεις και όπως αντίγραφα δοθούν στους δικηγόρους των διαδίκων. Αναμφίβολα το Δικαστήριο είναι σε θέση να λάβει υπόψη του το περιεχόμενο αυτής της γραπτής μεταφοράς του πρακτικού του Δικαστηρίου. Όχι όμως και το περιεχόμενο οποιουδήποτε άλλου τεκμηρίου για το οποίο οι διάδικοι δεν μερίμνησαν όπως παρουσιάσουν μετάφραση αυτού εάν όντως το επιθυμούσαν.
- Υπενθυμίζω απλά ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί των Επίσημων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 (όπως αυτός τροποποιήθηκε) σε σχέση με τη προσαγωγή εγγράφων «.σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.» ενώ το Δικαστήριο «.μπορεί, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σ΄ οιαδήποτε απ΄ αυτές».
- Επέλεξε η πλευρά της εναγομένης όπως τρία από τα έγγραφα συνταγμένα στην Αγγλική γλώσσα μεταφραστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, με τον τρόπο τον οποίο αυτό έγινε και με ταυτόχρονη δημόσια αποδοχή των διαδίκων και δήλωση του Δικαστηρίου όπως αυτά αποτελέσουν επίσημη μετάφραση τους.
- Το γεγονός ότι δεν επιδιώχτηκε παρόμοια ή άλλη μορφή μετάφρασης και κατάθεσης ως τεκμηρίων, μεταφράσεων και άλλων εγγράφων ασφαλώς δεν αφήνει περιθώριο στο Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του το περιεχόμενο εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν μεν ως τεκμήρια αλλά ουδέποτε μεταφράστηκαν. Καθότι αυτό ούτε ζητήθηκε αλλά ούτε και επιδιώχτηκε από τους διάδικους.
- Βεβαίως, στο βαθμό στον οποίο οποιοδήποτε μέρος αυτών των τεκμηρίων μεταφράστηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της εναγομένης και η ίδια τοποθετήθηκε σχετικά, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του την οποιαδήποτε ένδειξη αναφορικά με το περιεχόμενο τεκμηρίων συνταγμένα στην Αγγλική γλώσσα. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
- Παρατίθενται πιο κάτω διάφορα συμπεράσματα και ορισμένες παρατηρήσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τα επίδικα θέματα προς συμπλήρωση και όχι ως το σύνολο ή ως συνοπτική αναφορά της αιτιολόγησης αυτής της απόφασης.
- Η προβαλλόμενη από την έκθεση απαίτησης εκδοχή του ενάγοντα ως προς την επιχειρηματική συνεργασία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εκ πρώτης όψεως δεν φαντάζει πειστική. Εμπεριέχει στην όλη διατύπωση της, ακόμη και χωρίς αντιπαράθεση με την εκδοχή της εναγομένης, στοιχεία αοριστίας και αντιφατικότητας ενώ στη συνέχεια η προσπάθεια απόδειξης της κατά την ακροαματική διαδικασία με μαρτυρία εμπεριέχουσα στοιχεία παρόμοιας φύσης ή ακόμη και εκτός δικογράφων απέτυχε όπως αποδώσει οποιαδήποτε πειστικότητα σε αυτή. Αντιθέτως, αποτέλεσμα της αξιολόγησης κάθε μέρους της μαρτυρίας η οποία σταδιακά προσκομίστηκε από τον ενάγοντα είναι η σταθερή ανάδειξη της αναξιοπιστίας της όλης εκδοχής του όχι απλώς αποσπασματικά αλλά στο σύνολο της.
- Πέραν από την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρατίθεται εντός αυτής της απόφασης αξίζει να σημειωθούν και ορισμένες παρατηρήσεις και διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Ο διπλός ρόλος του ενάγοντα και θέματα δεοντολογίας
- Κατ΄ αρχάς σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ο ενάγων διαδραμάτισε ένα διπλό ρόλο. Αυτό του δικηγόρου της εναγομένης και αυτό του συνεταίρου της. Ενεργώντας παράλληλα τόσο ως σύμβουλος όσο και ως συνεργάτης της. Έχει ιδιαίτερη σημασία αυτό το δεδομένο. Το γενικό ερώτημα το οποίο εύλογα προκύπτει σε μία τέτοια περίπτωση είναι το εξής. Κατά πόσο ένας σύμβουλος και ταυτόχρονα συνεργάτης είναι όντως σε θέση παράλληλα να δίδει αμερόληπτη συμβουλή στον συνεργάτη του αναφορικά με τη σχέση συνεργασίας μεταξύ τους. Στη περίπτωση του ενάγοντα ο ίδιος έθεσε τον εαυτό του σε μία θέση όπου άφηνε διάπλατα ανοιχτό το ενδεχόμενο να κατηγορηθεί για σύγκρουση συμφερόντων και έλλειψη αμεροληψίας.
- Αξίζει σε αυτό το σημείο της απόφασης να γίνει μία γενική και περιληπτική αναφορά σε θέματα δεοντολογίας των δικηγόρων στη Κύπρο στο βαθμό στον οποίο οι συγκεκριμένοι κανονισμοί είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι θα μπορούσαν να κριθούν ως σχετικοί με την περίπτωση υπό εξέταση έτσι ώστε να μελετηθούν οι ενέργειες του ενάγοντα ως δικηγόρου και από αυτή την άποψη.
- Παραθέτω απλά ορισμένα σημεία σε σχέση με αυτό το θέμα. Η παράθεση αυτή γίνεται προς εξέταση του ενδεχομένου κατά πόσο με την εφαρμογή μίας τέτοιας προσέγγισης θα ήταν νομικά ορθός ο καταλογισμός επαγγελματικής αμέλειας στον ενάγοντα. Εάν βεβαίως η εναγόμενη εντός του δικογράφου της στήριζε τη θέση της αναφορικά με την ύπαρξη επαγγελματικής αμέλειας του ενάγοντα επί αυτής της βάσης.
- Γενικά, σύμφωνα με το Κώδικα Δεοντολογίας των δικηγόρων στη Κύπρο προκύπτουν οι ακόλουθες υποχρεώσεις. 197.
- Ένας δικηγόρος έχει υποχρέωση να ανταποκρίνεται στο ρόλο και στην αποστολή του η οποία του δημιουργεί καθήκοντα και πολλαπλές υποχρεώσεις απέναντι, μεταξύ άλλων, και στον πελάτη του. 197.
- Οφείλει δε πάντοτε να ενεργεί με απόλυτη ανεξαρτησία, απαλλαγμένη από κάθε μορφής εξάρτηση, ή πίεση, κυρίως αυτή που προέρχεται από δικά του συμφέροντα ή από εξωτερικές επιδράσεις, για την εκτέλεση των οποιωνδήποτε καθηκόντων του ανατίθενται. 197.
- Η δε ανεξαρτησία στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την διασφάλιση της εμπιστοσύνης στη σχέση του προς τον πελάτη. 197.
- Οφείλει δε να ενεργεί πάντοτε έχοντας υπόψη ότι οι σχέσεις εμπιστοσύνης δεν μπορούν να υφίστανται αν υπάρχει αμφιβολία σε σχέση με την εντιμότητα, την τιμιότητα, την ευθύτητα ή την ειλικρίνεια του δικηγόρου. 197.
- Έχει υποχρέωση ο δικηγόρος να υπερασπίζεται πάντα με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του πελάτη του ακόμη και σε σχέση με τα προσωπικά του συμφέροντα, αυτά του συναδέλφου του ή γενικότερα αυτά του επαγγέλματος. 197.
- Ο δικηγόρος οφείλει να μη συμμετέχει ενεργά στη διεξαγωγή οποιασδήποτε εμπορικής ή άλλης οικονομικής φύσης επιχείρηση ή να είναι ενεργόν μέλος οποιασδήποτε εμπορικής ή άλλης οικονομικής φύσης επιχείρηση. 197.
- Δικηγόρος δύναται να είναι μέλος διοικητικού συμβουλίου ή γραμματέας εταιρείας αλλά όχι Διευθύνων Σύμβουλος της. 197.
- Ο δικηγόρος δεν ενεργεί παρά μόνο αφού πάρει εντολή από τον πελάτη του. 197.
- Ο δικηγόρος συμβουλεύει τον πελάτη του ευσυνείδητα και με επιμέλεια. 197.
- Οφείλει να μην ενεργεί ως σύμβουλος ή εκπρόσωπος ή δικηγόρος περισσότερων του ενός πελατών στην ίδια υπόθεση εφόσον υπάρχει σύγκρουση των συμφερόντων αυτών των πελατών ή σοβαρός κίνδυνος για τέτοια σύγκρουση. 197.
- Οφείλει να απέχει από το να ασχολείται με τις υποθέσεις όλων των ενδιαφερομένων πελατών εφόσον αναφύεται σύγκρουση συμφερόντων. 197.
- Με καθορισμένες εξαιρέσεις απαγορεύονται όλες οι πληρωμές που γίνονται με κεφάλαια των πελατών για λογαριασμό του πελάτη σε τρίτο πρόσωπο περιλαμβανομένων της ανάληψης χρημάτων για την αμοιβή του δικηγόρου εξαιρουμένης της περίπτωσης πιστοποιημένου καταλόγου δικαστηριακής ή εξωδικαστηριακής αμοιβής ή δικαστικής απόφασης σε σχέση με τα έξοδα του. 197.
- Ο δικηγόρος τηρεί τα αντίγραφα της τράπεζας πλήρη και ακριβή για όλες τις πράξεις που γίνονται με τα κεφάλαια των πελατών διακρίνοντας ανάμεσα στα κεφάλαια των πελατών και τα άλλα ποσά που κρατά ο δικηγόρος και τα παραδίδει στον πελάτη που τα ζητά.
- Ανεξάρτητα και από την ανυπαρξία συσχετισμού εντός του δικογράφου της εναγομένης λεπτομερειών αμέλειας με τήρηση των υποχρεώσεων ενός δικηγόρου σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας των δικηγόρων στη Κύπρο, διατηρώντας υπόψη τα όσα προβλέπονται από αυτό τον κώδικα ο ίδιος ο ενάγων με τις ενέργειες και συμπεριφορά του κατέστησε τον εαυτό του ευπρόσβλητο σε κατηγορίες παραβίασης αυτών των κανονισμών.
- Εντός του πλαισίου της κατ΄ ισχυρισμό επιχειρηματικής του συνεργασίας με την εναγόμενη αποπειράθηκε να προωθήσει δικά του συμφέροντα παρά και την ανυπαρξία είτε συμφωνίας με την εναγόμενη είτε οδηγίες από αυτή. Δεν ενεργούσε δηλαδή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως δικηγόρος της εναγομένης με απόλυτη ανεξαρτησία απαλλαγμένη από εξάρτηση η οποία να προέρχεται από δικά του συμφέροντα.
- Ακόμη και να γινόταν δεκτή ως αξιόπιστη η ύπαρξη συμφωνίας με την εναγόμενη για συνεργασία ο ίδιος όφειλε να μην συμμετέχει ενεργά στη διεξαγωγή οικονομικής φύσης επιχείρησης ή να είναι ενεργόν μέλος αυτής και ταυτόχρονα να παρέμενε δικηγόρος της εναγομένης.
- Επιπλέον, έχοντας ως βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα αναφορικά με την ύπαρξη εντολών από την εναγόμενη, διαπιστώνεται ότι ο ενάγων παρέβη τον κανονισμό να ενεργεί παρά μόνο αφού είχε πάρει εντολή από την εναγόμενη. Η απόρριψη της θέσης του ενάγοντα ότι το ποσό των £33.828,00 πληρώθηκε με συμφωνία της εναγομένης έναντι της αμοιβής ή χρέωσης του αναδεικνύει ότι παρέβη και τον κανονισμό απαγόρευσης πληρωμών με κεφάλαια πελατών περιλαμβανομένης και της ανάληψης χρημάτων για την αμοιβή του δίχως αυτή να καλύπτεται από συγκεκριμένες εξαιρέσεις.
- Βεβαίως το ερώτημα το οποίο τίθεται σε σχέση με τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις είναι κατά πόσο η οποιαδήποτε παραβίαση των κανονισμών του Κώδικα Δεοντολογίας θα ήταν αρκετή από μόνη της έτσι ώστε να κριθεί ότι ο ενάγων υπήρξε επαγγελματικά αμελής σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του ως δικηγόρος εάν βεβαίως πρώτα η εναγόμενη είχε βασίσει εντός του δικογράφου της τη θέση της αναφορικά με την ύπαρξη επαγγελματικής αμέλειας του ενάγοντα επί αυτής της βάσης.
- Τονίζω δηλαδή ότι η πιο πάνω αναφορά αυτών των θεμάτων στόχο έχει την ανάδειξη γενικότερα της συμπεριφοράς του ενάγοντα ως δικηγόρου της εναγομένης σε συνάρτηση με την γενικά ενδεδειγμένη συμπεριφορά ενός δικηγόρου. Η αοριστία της εκδοχής συνεργασίας
- Επιπλέον, σύμφωνα και με τον τρόπο προβολής των ισχυρισμών του ενάγοντα εντός της έκθεσης απαίτησης προέκυπτε και η εξής αοριστία. Κατά πόσο δηλαδή ο ενάγων ενεργούσε αυτόβουλα, δηλαδή ως ισότιμος συνεργάτης της εναγομένης με το δικαίωμα ανάπτυξης και εφαρμογής δικής του πρωτοβουλίας, ή αντιθέτως ακολουθώντας τις οδηγίες της είτε ως σύμβουλος της είτε ως εντολοδόχος της (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 7.6 αυτής της απόφασης).
- Βασικό ερώτημα το οποίο εύλογα δημιουργείται είναι το εξής. Όντως αποδεχόταν εντολές ο ενάγων από την εναγόμενη ως προς τη κατ΄ ισχυρισμό συνεργασία του μαζί της ή τη συμμετοχή του στην εταιρεία ή ενεργούσε ως συνέταιρος της, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, και όχι ως εντολοδόχος της;
- Τονίζεται ότι είναι ο ίδιος ο ενάγων ο οποίος εντός των δικογράφων του παρουσίασε με αυτό τον τρόπο την εκδοχή του ως προς τη κατ΄ ισχυρισμό πραγματικότητα και ότι αυτή η εικόνα δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα ερμηνείας των γεγονότων μετά και από αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε αλλά όπως ο ίδιος την είχε θέσει αρχικά γραπτώς.
- Παραδείγματος χάριν, ο ισχυρισμός του ενάγοντα ως προς την αποδοχή από τον ίδιο της σύστασης από κοινού εταιρείας για συνεταιρική εκμετάλλευση των τεμαχίων και συμμετοχή του σε αυτή ως συνέταιρος (έστω και εάν παράλληλα ισχυρίζεται ότι ενεργούσε «.πάντοτε τη εντολή επιθυμία και εντολοδόχος της εναγομένης»). Εντούτοις ως προς το διαχωρισμό των «.αγορασθέντων κτημάτων.» ισχυρίζεται ότι αυτός ανατέθηκε στον Ιεζεκίηλ από τον ίδιο «.ως εντολοδόχος και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της εναγομένης.» (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 7.14 αυτής της απόφασης). Σημειωτέον επίσης ότι η αγορά και προφανώς η ανάπτυξη των τεμαχίων δεν θα γινόταν είτε από την εναγόμενη είτε τον ενάγοντα ατομικά αλλά δια μέσω της εταιρείας.
- Αυτό το οποίο παρατηρείται είναι ότι ακόμη και η απόκτηση της ιδιότητας του συνεργάτη ή συνεταίρου ή μέτοχου ή αξιωματούχου της «από κοινού» συσταθείσας εταιρείας παραδόξως παρουσιάζεται ωσάν αυτή να ήταν αποτέλεσμα εκτέλεσης εντολών της εναγομένης. Ενώ παρά και την απόκτηση της οποιασδήποτε συνεταιρικής και ουσιαστικά ισότιμης ιδιότητας εντούτοις ο ενάγων ισχυριζόταν ότι εξακολουθούσε να εκτελεί εντολές της εναγομένης. Οι ισχυρισμοί αυτοί του ενάγοντα μόνο σύγχυση προκαλούν ενώ δεν πείθουν καθόλου ως προς τη βασιμότητα τους.
- Η δε έναρξη της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης με τη φράση «όλως αιφνιδίως» υπονοεί ότι η εναγόμενη ενήργησε με τρόπο απροσδόκητο και ξαφνικό. Δηλαδή χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση και με τρόπο που δεν αναμενόταν ξαφνικά ζήτησε από τον ενάγοντα τη μεταβίβαση των μετοχών στην εταιρεία Nutmeg και ουσιαστικά τη λήξη της μεταξύ τους συνεταιρικής εκμετάλλευσης των τεμαχίων.
- Η αναφορά αυτή αποτελεί μέρος της όλης αναξιόπιστης εκδοχής του ενάγοντα. Τι εννοεί ακριβώς ο ενάγων «όλως αιφνιδίως»; Δηλαδή, δίχως να έχει προηγηθεί οποιοδήποτε γεγονός ή να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος ξαφνικά η εναγόμενη αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία της με τον ενάγοντα;
- Διατηρώντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτό το οποίο πιο πιθανά προκύπτει από αυτή την αναφορά είναι ακριβώς αυτό το οποίο αξιόπιστα κατέθεσε η εναγόμενη. Δηλαδή, ότι ουδέποτε υπήρξε είτε συνεργασία είτε η οποιαδήποτε πρόθεση εκ μέρους της για συνεργασία με τον ενάγοντα.
- Η δε χρήση της φράσης «όλως αιφνιδίως» αναδεικνύει