Κοινοτικού Συμβουλίου Κουκλιών ν. Σπύρου Κόλιαρου, Αρ. Αγωγής: 3858/12, 25/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3858/12 Μεταξύ: Κοινοτικού Συμβουλίου Κουκλιών Εναγόντων και Σπύρου Κόλιαρου Εναγόμενου Αίτηση ημερ. 4.3.13 για ακύρωση Διατάγματος ημερ. 28.2.13 Ημερομηνία: 25.4.2013 Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Καλογήρου. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κα Νικολάου με κ. Σαββίδη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εκδόθηκε στις 28.2.13, με βάση το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, διάταγμα (στο εξής το επίδικο) με το οποίο ο Εναγόμενος διατάσσεται όπως άρει την παράνομη επέμβαση του στα γραφεία και/ή υποστατικά των Εναγόντων, τα οποία βρίσκονται επί της οδού Μιχαλάκη Χριστοδούλου 4, Τ.Κ. 8500 στα Κούκλια της Επαρχίας Πάφου και/ή ειδικότερα όπως παύσει να εισέρχεται και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επεμβαίνει και/ή παραμένει και/ή προβαίνει σε χρήση των εν λόγω γραφείων και/ή υποστατικών χωρίς άδεια και/ή εξουσιοδότηση και/ή έγκριση των Εναγόντων, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή µέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Στις 4.3.13 ο Εναγόμενος (στο εξής οι Αιτητής) καταχώρησε την υπό εξέταση, μονομερή, αίτηση με την οποία ζητεί την ακύρωση του πιο πάνω διατάγματος. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στις Δ.38 Κ.1-3 και 9, Δ.39 και Δ.48 Κ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και Επιείκειας, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Yποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Αιτητή, στην οποία αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο Κουκλιών (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) σε συνεδρίαση τους ημερ. 22.10.12 κατέληξε στην διαπίστωση ότι οι πρόνοιες του άρθρου 56 του περί Κοινοτήτων Νόμου είχαν παραβιαστεί από τον Αιτητή ως εκ τούτου αυτός είχε καταστεί ευθέως εκ του Νόμου έκπτωτος της θέσης του. Περαιτέρω το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση με επιστολή τους ημερ. 23.10.12 γνωστοποίησαν στον Αιτητή την πιο πάνω διαπίστωση τους ενημερώνοντας τον για την απευθείας εκ του Νόμου διακοπή των υπηρεσιών του. Την 28.2.13, δηλ. την ίδια μέρα που εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, ο Έπαρχος Πάφου με επιστολή του ίδιας ημερομηνίας, η οποία γνωστοποιήθηκε προς τους Καθ' ων η αίτηση, ενημερώνει αυτούς ότι ανακαλεί με αναδρομική ισχύ την παράνομη απόφαση τους για απόλυση του Γραμματέα του Συμβουλίου, δηλ. του Αιτητή, επαναφέροντας τον στην θέση που κατείχε προηγουμένως. Περαιτέρω ο Έπαρχος Πάφου αναφέρει, στην πιο πάνω επιστολή του, ότι για να προβεί στην ανάκληση της παράνομης απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, τον διόρισε με απόφαση της η Υπουργός Εσωτερικών, σύμφωνα με το άρθρο 45 του περί Κοινοτήτων Νόμου και κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Γενικού Εισαγγελέα (αντίγραφο της επιστολής επισυνάπτεται ως τεκμήριο). Η ως άνω απόφαση του Επάρχου Πάφου έχει ληφθεί σε συνέχεια προηγούμενης αλληλογραφίας Υπουργείου Εσωτερικών και Επάρχου Πάφου, στην οποία ο Αιτητής αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση του ημερ. 7.1.13, η οποία συνόδευε την ένσταση του στην αίτηση των Καθ' ων η αίτηση για έκδοση του επίδικου διατάγματος. Παρόλο που η παράνομη απόλυση του Αιτητή έχει ανακληθεί και μάλιστα με αναδρομική ισχύ και αυτός έχει επαναφερθεί στην θέση του, ο Πρόεδρος των Αιτητών τον ενημέρωσε ότι δεν μπορεί να προσέρχεται στην εργασία του λόγω του επίδικου διατάγματος, το οποίο του έχει επιδοθεί την ίδια ημέρα έκδοσης του. Ενόψει της ανάκλησης της παράνομης απόλυσης του και επαναφοράς του στην θέση που κατείχε προηγουμένως θεωρεί ορθό, εύλογο και δίκαιο όπως το Δικαστήριο ακυρώσει το επίδικο διάταγμα. Σε αντίθετη περίπτωση κινδυνεύει με παρακοή διατάγματος, με την οποία πιθανόν να προχωρήσουν οι Καθ' ων η αίτηση και επιπλέον αχρείαστες δικαστικές διαδικασίες. Στις 13.3.13, ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά, το Δικαστήριο για τους λόγους που εξηγούνται στο σχετικό πρακτικό του έκρινε ότι αυτή δεν μπορούσε να προχωρήσει μονομερώς και έτσι την όρισε για επίδοση στους Καθ' ων η αίτηση στις 19.3.13, ημερομηνία κατά την οποία εμφανίσθηκε για τους Καθ' ων η αίτηση δικηγόρος, ο οποίος ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Η ένσταση καταχωρήθηκε στις 4.4.
- Βασίζεται δε στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60, στη Δ.48 Κ.1-4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και Επιείκειας, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις για ακύρωση του εκδοθέντος διατάγµατος.
- Η αίτηση στερείται νοµικού ερείσµατος και/ή τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης µε κανένα τρόπο δεν συνηγορούν υπέρ του αιτήµατος.
- Ο Αιτητής αυθαίρετα και καταχρηστικά ζητεί την ακύρωση του διατάγµατος προτού αποφανθεί επί του θέµατος το Ανώτατο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ο ίδιος έχει προσφύγει.
- Η αιτούµενη ακύρωση διατάγµατος ισοδυναµεί µε αναστολή της πράξεως εναντίον της οποίας προσέφυγε ο Αιτητής και την οποία ουδέποτε στη βάση της ισχύουσας νοµοθεσίας και νοµολογίας θα παραχωρούσε το Ανώτατο Δικαστήριο. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Σόλωνος, Προέδρου των Καθ' ων η αίτηση και σε αυτήν αναφέρονται τα ακόλουθα: Τα γεγονότα που τέθηκαν και από τις δύο πλευρές ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης για έκδοση του επίδικου διατάγµατος στην ουσία δεν είναι ούτε αµφισβητούµενα αλλά ούτε και αντικρουόµενα. Οµοίως δεν αµφισβητούνται ούτε αντικρούονται τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο Αιτητής στην παρούσα. Όντως προτού παρέλθει µία ώρα από την έκδοση του εν λόγω διατάγµατος, δηλαδή στις 28.2.13, ο Έπαρχος Πάφου ενηµέρωσε τους Καθ' ων η αίτηση µέσω τηλεοµοιότυπου ότι ανακαλεί µε αναδροµική ισχύ την παράνοµη κατ' αυτόν απόφαση τους για απόλυση του Αιτητή, επαναφέροντάς αυτόν στη θέση που κατείχε προηγουµένως. Στην ίδια επιστολή ο Έπαρχος Πάφου αναφέρει ότι στην ενέργεια αυτή προβαίνει κατόπιν σχετικής απόφασης της Υπουργού Εσωτερικών, σύµφωνα µε το άρθρο 45 του Περί Κοινοτήτων Νόµου, απόφαση, ωστόσο, η οποία ουδέποτε κοινοποιήθηκε στο Κοινοτικό Συµβούλιο Κουκλιών. Αναφορικά µε την ενεργοποίηση του άρθρου 45 σηµειώνεται πως είχε προηγηθεί επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ηµερ. 17.12.12, σύµφωνα µε την οποία ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών προειδοποιούσε τους Καθ' ων η αίτηση πως εάν, εντός 30 ηµερών από την ηµεροµηνία λήψης της επιστολής, δεν ανακαλείτο η κατά αυτόν «παράνοµη απόφαση για απόλυση του Γραµµατέα», τότε η Υπουργός Εσωτερικών θα ενεργοποιούσε το άρθρο 45 και θα εξουσιοδοτούσε τον Έπαρχο Πάφου να εκτελέσει την απόφαση για επαναφορά του Αιτητή. Η εν λόγω επιστολή αποτέλεσε και το βασικό επιχείρηµα του Αιτητή για µη έκδοση του επίδικου διατάγµατος, για το λόγο ότι η παρέµβαση αυτή του Γενικού Διευθυντή επιβεβαίωνε, σύµφωνα πάντα µε τους ίδιους ισχυρισµούς, το «παράνοµο της απόφασης του Κοινοτικού Συµβουλίου να κηρύξει το Γραµµατέα έκπτωτο της θέσεώς του». Κατά της ως άνω επιστολής οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν στις 16.1.13 προσφυγή ακύρωσης και την ίδια ηµεροµηνία αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγµατος αναστολής εκτέλεσης της ως άνω απόφασης. Στην απόφαση του ηµερ. 12.3.13 επί της αίτησης έκδοσης προσωρινού διατάγµατος, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόµενη διοικητική πράξη δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη και ως εκ τούτου απέρριψε τόσο την ενδιάµεση αίτηση όσο και την προσφυγή. Κατά της ως άνω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση στις 22.3.13, η οποία εκκρεµεί. Βασικό επιχείρηµα των Καθ' ων η αίτηση στην εν λόγω έφεση είναι πως λανθασµένα η πρωτόδικος Δικαστής έκρινε πως η πράξη και/ή απόφαση του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, ιδίως εφόσον αυτή ρητά προειδοποιούσε για ενεργοποίηση του άρθρου 45 µετά παρέλευσης προθεσµίας 30 ηµερών για συµµόρφωση. Εν πάση περιπτώσει και µε πλήρη επιφύλαξη των δικαιωµάτων τους οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν στις 4.4.13 στην καταχώρηση προσφυγής ακύρωσης της ως άνω πράξης και/ή απόφασης του Επάρχου Πάφου. Η εν λόγω απόφαση του Επάρχου είναι παράνοµη, οι δε ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση µε κανένα τρόπο δεν παραβιάζουν τις διατάξεις του περί Κοινοτήτων Νόµου και εν πάση περιπτώσει εφόσον το θέµα έχει αχθεί νοµίµως ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς επίλυση δεν υπήρχε περιθώριο εφαρμογής του άρθρου 45 του προαναφερόμενου Νόµου. Ως εκ των άνω η παρούσα αίτηση είναι αβάσιµη και καταχρηστική και είναι ορθό και δίκαιο το επίδικο διάταγµα να παραµείνει σε ισχύ µέχρι την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κατά την ακροαματική διαδικασία και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και δεν αντεξέτασαν κανένα από τους ενόρκως δηλούντες. Οι θέσεις των διαδίκων έχουν μελετηθεί λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό. Αναφορά θα γίνει στο μέτρο που χρειάζεται κατωτέρω. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά-παρεμπίπτοντα διατάγματα, όπως το επίδικο, εδράζεται στο άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Στην Odysseos v. Pieris Estates and another
(1982)1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Tο εδάφιο 2 του άρθρου 32 προβλέπει δε ότι το Δικαστήριο «δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση» οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει του εδαφίου 1 του ίδιου άρθρου (βλ. και ABP Holdings κ.ά. v. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Στην πολύ πρόσφατη Avila Management Services Limited κ.α. v. Frantisek Stepanek, Πολ. Έφεση Αρ.54/12, ημερ. 27.6.12 λέχθηκε επίσης ότι η ενδιάμεση θεραπεία, η οποία αποδίδεται με παρεμπίπτον διάταγμα, «παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος». Επομένως αυτό που πρέπει να εξετασθεί στην παρούσα είναι το κατά πόσο ο Αιτητής απέσεισε το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχει εύλογη αιτία, η οποία να δικαιολογεί την ακύρωση του επίδικου διατάγματος. Ως φαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης τους οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση με την αγωγή τους διεκδικούν θεραπείες για ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση του Εναγόμενου - Αιτητή στα γραφεία τους και συγκεκριμένα ζητούν διατάγματα άρσης της εν λόγω επέμβασης καθώς και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά το κατά πόσο αποκαλύφθηκε, προς έκδοση του επίδικου διατάγματος, η προϋπόθεση της ύπαρξης ορατής πιθανότητας να δικαιούνται οι Ενάγοντες σε θεραπεία, ως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, ο ισχυρισμός αυτών για παράνομη επέμβαση του Αιτητή εδραζόταν στο ότι με βάση την απόφαση των πρώτων ημερ. 22.10.12 ο Αιτητής κατέστη ευθέως εκ του Νόµου έκπτωτος της θέσης του ως Γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου και παρά τούτο αλλά και τις σχετικές ειδοποιήσεις των Εναγόντων, συνεχίζει να προσέρχεται και να παραµένει εντός των γραφείων/υποστατικών του Κοινοτικού Συµβουλίου καθ' όλη τη διάρκεια των ωραρίου εργασίας, να προβαίνει σε χρήση των εγκαταστάσεων και των οχηµάτων, να συµπεριφέρεται ως υπάλληλος του Κοινοτικού Συµβουλίου και να παρουσιάζεται και να συστήνεται ως Γραµµατέας αυτού. Να σημειωθεί εδώ ότι τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως και στα πλαίσια της παρούσας, δεν ήταν ούτε αμφισβητούμενα ούτε και αντικρουόμενα. Η θέση του Αιτητή ήταν όχι ότι δεν λήφθηκε η πιο πάνω απόφαση ούτε ότι αυτός δεν προβαίνει στις πιο πάνω ενέργειες αλλά ότι η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση του Νόµου και ως εκ τούτου είναι άκυρη και παράνοµη και για αυτό εναντίον της καταχώρησε προσφυγή προς ακύρωση της στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό κρίνω ότι θα πρέπει να αναφερθούν και οι ενέργειες άλλων οργάνων της Διοίκησης που ακολούθησαν σε σχέση με την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 22.10.12: Στις 6.11.12 με επιστολή του Επάρχου Πάφου, ο οποίος εκ της επιφύλαξης του άρθρου 42 του Νόμου 86(Ι)/99 έχει εξουσία να ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων των Κοινοτικών Συμβουλίων, επισημαίνεται ότι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 22.10.12 ενόψει του ότι «η όλη υπόθεση ήταν πειθαρχικής φύσης» και δεν τηρήθηκαν οι σχετικές πρόνοιες της νομοθεσίας και των Κανονισμών είναι «τυπικά και ουσιαστικά παράνομη» και καλούνται αυτοί να τηρήσουν τη σχετική νομοθεσία, τις αρχές της χρηστής διοίκησης και τη νομολογία. Σε επιστολή δε του Επάρχου ημερ. 5.12.12 ουσιαστικά επιβεβαιώνονται τα πιο πάνω και αναφέρεται ότι όσον «αφορά τη συνέχιση των υπηρεσιών του Γραμματέα του Συμβουλίου, είναι θέμα που αφορά το Συμβούλιο το οποίο θα πρέπει στον περαιτέρω χειρισμό του να συνυπολογίσει και την πιο πάνω απόφαση του Επάρχου» καθώς και ότι σε περίπτωση που το Συμβούλιο επιμείνει στην αρχική του απόφαση θα γίνει εισήγηση στην Υπουργό Εσωτερικών να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 45 του Νόμου 86(Ι)/
- Στη συνέχεια με επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, εφόσον ουσιαστικά επαναλαμβάνονται τα λεχθέντα στην επιστολή του Επάρχου ημερ. 6.11.12, οι Καθ' ων η αίτηση «παρακαλούνται όπως σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 45» ανακαλέσουν την «παράνομη απόφαση» τους για απόλυση του Αιτητή εντός 30 ημερών από την λήψη της επιστολής και επαναφέρουν αυτόν στην θέση που κατείχε. Προειδοποιούνται δε ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης η Υπουργός Εσωτερικών θα διορίσει σύμφωνα με το άρθρο 45 του Νόμου 86(Ι)/99 τον Έπαρχο Πάφου αρμόδιο για την εκτέλεση ή την εφαρμογή των πιο πάνω. Στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 28.2.13, με την οποία εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, κρίθηκε ότι το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία εξέτασης της προαναφερόμενης θέσης του Αιτητή για το λόγο ότι, ως ήταν ουσιαστικά κοινώς παραδεκτό, η εν λόγω απόφαση των Καθ' ων η αίτηση, «αποτελεί διοικητική πράξη, η κρίση ως προς την εγκυρότητας της οποίας ανήκει, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, αποκλειστικά στο Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας». Περαιτέρω λήφθηκε υπόψην η «βασική αρχή του Διοικητικού Δικαίου, ότι μια διοικητική πράξη, τεκμαίρεται νόμιμη και συνεπώς παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο στα πλαίσια της προβλεπόμενης εκ του νόμου διαδικασίας προσβολής της». Τέλος το Δικαστήριο κατέληξε ότι, ενόψει των πιο πάνω αλλά και του ότι, παρά τις προαναφερόμενες επιστολές που στάληκαν στους Καθ' ων η αίτηση από τον Έπαρχο Πάφου αλλά και τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρέμβαση, η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση εξακολουθούσε να είναι έγκυρη και να ισχύει άμεσα. Ως εκ των άνω το Δικαστήριο έκρινε ότι οι Αιτητές είχαν καταδείξει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή τους όσον αφορά τις αξιώσεις τους. Ως είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω κρίθηκε ότι αποδείχθηκε η μια εκ των τριών προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ότι δηλ. υπήρχε ορατή πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή, στη βάση του ότι η διοικητική πράξη ήτοι απόφαση των Καθ' ων η αίτηση εξακολουθούσε να είναι έγκυρη και να ισχύει. Η θέση του Αιτητή για ακύρωση του επίδικου διατάγματος στην παρούσα εδράζεται ουσιαστικά στο ότι ενόψει της απόφασης του Επάρχου ημερ. 28.2.13 η εν λόγω απόφαση των Καθ' ων η αίτηση δεν υφίσταται εφόσον έχει ανακληθεί. Πράγματι ως φαίνεται με την επιστολή του ημερ. 28.2.13, η οποία γνωστοποιήθηκε προς τους Καθ' ων η αίτηση, ο Έπαρχος Πάφου πληροφορεί αυτούς ότι η Υπουργός Εσωτερικών αποφάσισε σύμφωνα μα το άρθρο 45 του Νόμου 86(Ι)/89 και με τη σύμφωνη γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα να τον διορίσει αρμόδιο για την ανάκληση της παράνομης απόφασης των Καθ' ων η αίτηση να απολύσουν τον Γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου δηλ. τον Αιτητή, επαναφέροντας τον εν λόγω υπάλληλο στη θέση που κατείχε προηγουμένως. Στη συνέχεια της επιστολής του ο Έπαρχος αναφέρει ότι ασκώντας τις εξουσίες και/ή αρμοδιότητες που του έχει αναθέσει ως ανωτέρω η Υπουργός Εσωτερικών, με την εν λόγω επιστολή του, ανακαλεί με αναδρομική ισχύ την παράνομη απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για απόλυση του Αιτητή, επαναφέροντας τον τελευταίο στην θέση που κατείχε προηγουμένως. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια την διάταξη του άρθρου 45 του Νόμου 86(Ι)/99, η οποία προνοεί τα εξής: «
- Σε περίπτωση κατά την οποία ο κοινοτάρχης και το Συμβούλιο παραλείπουν να εκτελέσουν οποιοδήποτε επιβαλλόμενο από τον παρόντα Νόμο καθήκον ή να εφαρμόσουν οποιαδήποτε διάταξη του, ο Υπουργός δύναται να καλέσει τον κοινοτάρχη και το Συμβούλιο να εκτελέσουν μέσα σε εύλογη προθεσμία το καθήκον αυτό ή να προβούν στην εφαρμογή της διάταξης του παρόντος Νόμου. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, ο Υπουργός έχει την εξουσία να διορίσει τον Έπαρχο αρμόδιο για την εκτέλεση ή την εφαρμογή των πιο πάνω και το Συμβούλιο επιβαρύνεται με τα αναγκαία για το σκοπό αυτό έξοδα». Περαιτέρω για σκοπούς της παρούσας αναφορά θα πρέπει να γίνει και στην έννοια της ανάκλησης διοικητικής πράξης καθώς και στις συνέπειες που αυτή επιφέρει. Ως αναφέρεται λοιπόν στο σύγγραμμα του Μιχ. Δ. Στασινόπουλου "Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων", 1982, Ανατύπωσις, σελ. 382 ανάκληση είναι «... η εκ της ενεργού διοικήσεως προερχομένη ολοσχερής ή μερική άρσις του περιεχομένου διοικητικής τινός πράξεως, είτε ήθελεν επακολουθήσει αντικατάστασις αυτής δι' ετέρας, οπότε υφίσταται μεταρρύθμισις, είτε μη. Περιλαμβάνει δ' η έννοια της ανακλήσεως αφ' ενός μεν την ανάκλησιν νομίμων πράξεων της Διοικήσεως, αφ' ετέρου δε την ανάκλησιν παρανόμων πράξεων αυτής, οπότε πρόκειται περί ακυρώσεως των πράξεων τούτων διά της διοικητικής οδού, ως θέλει κατωτέρω εκτεθή». Στην Καλλιμάχου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ 135 λέχθηκε ότι η ανάκληση διοικητικής πράξης είναι νέα εκτελεστή διοικητική πράξη και ότι τέτοια ανάκληση οδηγεί στην εξαφάνιση της πράξης που ανακλήθηκε (βλ. και Χατζηπαναγή ν. Δημοκρατίας
(1989)3Γ Α.Α.Δ 1079). Στην Ιωάννου ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα κ.α.
(2007)3 Α.Α.Δ 219 εφεσιβλήθηκε η πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε προσφυγή που ασκήθηκε κατά της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, με την οποία ανακαλείτο ο διορισμός της εφεσείουσας στη θέση πολιτιστικού λειτουργού στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίου Τύχωνα. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επιφύλαξη του άρθρου 42
(1)του Νόμου 86(Ι)/99, σύμφωνα με την οποία ο Έπαρχος έχει την εξουσία να ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του Συμβουλίου, παρέχει στον Έπαρχο «εξουσία να ασκεί ιεραρχικό έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων του Συμβουλίου, δηλαδή και να τις ακυρώνει απευθείας όταν ο ίδιος κρίνει πως αυτό απαιτεί η νομιμότητα και χρηστή διοίκηση». Περαιτέρω σε σχέση με την πρόνοια του άρθρου 45 του ίδιου νόμου ότι «Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του Συμβουλίου, ο Υπουργός έχει την εξουσία να διορίσει τον Έπαρχο αρμόδιο για την εκτέλεση ή την εφαρμογή των πιο πάνω και το Συμβούλιο επιβαρύνεται με τα αναγκαία για το σκοπό αυτό έξοδα» κρίθηκε ότι ο Υπουργός δεν είχε αρμοδιότητα να ακυρώσει ή να ανακαλέσει ο ίδιος απόφαση του Συμβουλίου εφόσον ο νομοθέτης εναπόθεσε τη λήψη της απόφασης στον Έπαρχο. Ενόψει λοιπιόν των ανωτέρω, για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας, κρίνεται ότι με την απόφαση του Επάρχου ημερ. 28.2.13, κατόπιν εξουσιοδότησης αυτού από την Υπουργό Εσωτερικών δυνάμει του άρθρου 45 του Νόμου 86(Ι)/99, η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 22.10.12 ανακλήθηκε. Η πράξη αυτή της ανάκλησης αποτελεί, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, νέα εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία οδηγεί στην εξαφάνιση της πράξης που ανακλήθηκε. Συνεπώς η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 22.10.12 δεν υφίσταται πλέον. Το γεγονός ότι ο Αιτητής άσκησε προσφυγή εναντίον της ανακληθείσας απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, η οποία εκκρεμεί, δεν μεταβάλει κατά την κρίση μου τα πιο πάνω. Αυτό γιατί ως έχει κριθεί στην υπόθεση Γλυκής ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Υπóθεση Αρ. 741/2003, ημερ. 24.5.05, μια διοικητική πράξη δεν ακυρώνεται μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του αναθεωρητικού ελέγχου, αλλά μπορεί να ακυρωθεί διοικητικά με την ανάκληση της δυνάμει νομοθετικών διατάξεων, όπως έχει γίνει στην παρούσα. Σε σχέση δε με το ότι η εν λόγω προσφυγή εκκρεμεί, στην Καλλιμάχου ανωτέρω κρίθηκε ουσιαστικά ότι σε περίπτωση ανάκλησης η δίκη επί προσφυγής, η οποία ασκήθηκε κατά της πράξης που ανακλήθηκε, δεν καταργείται δίχως άλλο. Το κατά πόσο συνεχίζεται αποφασίζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο ερευνά αν εκ πρώτης όψεως παραμένει ζημία ή βλάβη, η οποία δεν εξαλείφθηκε από την ανάκληση. Ούτε το γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση έχουν ασκήσει προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απόφασης του Επάρχου ημερ. 28.2.13 για ανάκληση, μεταβάλει το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση ισχύει και είναι έγκυρη. Αυτό γιατί, ως έχει λεχθεί και στην απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, βασική αρχή του Διοικητικού Δικαίου είναι ότι μια διοικητική πράξη τεκμαίρεται νόμιμη και συνεπώς παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο στα πλαίσια της προβλεπόμενης εκ του νόμου διαδικασίας προσβολής της (βλ. Coussoumides v. The Republic
(1966)3 C.L.R. 1, Makrides v. The Republic
(1967)3 C.L.R. 147 και Georghiades v. The Republic
(1980)3 C.L.R. 525) και το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει την εγκυρότητα της εν λόγω διοικητικής πράξης ανάκλησης, κρίση η οποία ανήκει, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, αποκλειστικά στο Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας. Στα ίδια πλαίσια το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει ούτε το κατά πόσο η μη κοινοποίηση στους Καθ' ων η αίτηση της απόφασης της Υπουργού Εσωτερικών για διορισμό του Επάρχου επιδρά καθ' οιονδήποτε τρόπο στην εγκυρότητα της εν λόγω απόφασης ή στο θέμα που εγείρεται με την έφεση των Καθ' ων η αίτηση επί της πρωτόδικης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με την επιστολή του Γενικού Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 17.12.12. Το θέμα, στην παρούσα αστικής φύσεως διαδικασία, δεν μπορεί παρά να κριθεί στη βάση της εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας επί των προαναφερθέντων γεγονότων ως έχουν διαμορφωθεί μέχρι σήμερα. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην ότι εκδόθηκε η απόφαση του Επάρχου ημερ. 28.2.13, η οποία ισχύει και είναι έγκυρη, κρίνεται ότι η πραγματική βάση με την οποία στοιχειοθετήθηκε, προς έκδοση του επίδικου διατάγματος, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή των Καθ' ων η αίτηση δηλ. η απόφαση αυτών ημερ. 22.10.12, δεν υφίσταται πλέον. Συνεπώς οι περιστάσεις με βάση της οποίες εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα έχουν πλέον διαφοροποιηθεί ριζικά. Ενόψει αυτού κρίνω ότι ο Αιτητής έχει αποδείξει εύλογη αιτία, η οποία δικαιολογεί την ακύρωση του επίδικου διατάγματος. Ως εκ των άνω η αίτηση επιτυγχάνει. Το διάταγμα ημερ. 28.2.13 ακυρώνεται. Περαιτέρω επιδικάζονται, υπέρ του Εναγόμενου - Αιτητή και εναντίον των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση, τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης στην παρούσα αγωγή. (Υπ.) ........... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Judgments Αναφορά: Αίτηση για ακύρωση προσωρινού Διατάγματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο