← Κύπρος

Σαλώμη Χρυσοστόμου ν. Βαλεντίνος Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2528/10, 30/4/2013

Σαλώμη Χρυσοστόμου ν. Βαλεντίνος Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2528/10, 30/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2528/10 Μεταξύ: Σαλώμη Χρυσοστόμου Ενάγουσας και 1.Βαλεντίνος Δημητρίου 2.Demco Insurance Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερ. 4.3.13 για αναστολή της διαδικασίας Ημερομηνία: 30.4.2013 Για Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κ. Γεωργίου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία. Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κ. Τσιαπαλής. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή (στο εξής η αγωγή) η Ενάγουσα διεκδικεί από τους Εναγόμενους 1 και 2, μεταξύ άλλων, γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, το οποίο έγινε στις 13.3.10, με εμπλεκόμενα οχήματα αυτό που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 και όχημα που οδηγούσε άλλο πρόσωπο και στο οποίο επέβαινε η Ενάγουσα. Οι σωματικές βλάβες οι οποίες δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης είναι οι ακόλουθες: (α) αιμάτωμα στην αριστερή τραχηλική χώρα, (β) εκχυμώσεις θώρακα, (γ) εκχυμώσεις υπογαστρίου, (δ) έντονο άλγος στη θωρακική χώρα, (ε) διάστρεμμα αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και (στ) θλάση μέσου λοβού δεξιού πνεύμονα. Οι Εναγόμενοι με την έκθεση υπεράσπισης τους αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας για τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες. Στις 4.3.13 οι Εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η περαιτέρω διαδικασία στην αγωγή σταματήσει (be stayed) για τόση περίοδο που θα ορίσει το Δικαστήριο, εντός της οποίας η Ενάγουσα να εξεταστεί από ιατρό της επιλογής των Εναγομένων και εάν τούτη παραλείψει να μεταβεί και εξεταστεί εντός της τοιαύτης προθεσμίας τότε η ανωτέρω αγωγή να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Εναγομένων. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.48 Κ.1, 2 και Δ.64 K.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη σχετική νομολογία. Yποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Χρύσανθου Χρυσάνθου, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές, ο οποίος ως δηλώνει χειρίζεται και την υπόθεση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Η αγωγή αφορά απαιτήσεις της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων, οι οποίες πηγάζουν από ισχυριζόμενους τραυματισμούς της σε δυστύχημα. Ενόψει αυτού ο κ. Χρυσάνθου απέστειλε στις 3.1.13 επιστολή στο δικηγόρο της Ενάγουσας (τεκμήριο 1), με την οποία του ζήτησε να του αποστείλει τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά για να εξετάσουν το ενδεχόμενο να εξεταστεί η Ενάγουσα από ιατρό της επιλογής των Εναγομένων. Στις 4.1.13 ο δικηγόρος της Ενάγουσας του απέστειλε τα σχετικά πιστοποιητικά. Σαν δικηγόρος των Εναγομένων και προς τον σκοπό της καλύτερης προετοιμασίας της υπεράσπισης τους, έκρινε ότι επιβάλλετο η εξέταση της Ενάγουσας από γιατρό της επιλογής των Εναγομένων. Στις 25.1.13 απέστειλε επιστολή στον δικηγόρο της Ενάγουσας (τεκμήριο 2) με την οποία του ζήτησε όπως η Ενάγουσα παραπεμφθεί για εξέταση στον Δρ. Ηλία Γεωργίου, ιατρό της επιλογής των Εναγομένων. Στις 29.1.13 έλαβαν από το δικηγόρο της Ενάγουσας επιστολή με αρνητική απάντηση στο αίτημα τους (τεκμήριο 3). Στις 18.2.13 με επιστολή τους (τεκμήριο 4) επανέλαβαν το αίτημα τους για παραπομπή της Ενάγουσας για εξέταση από γιατρό της επιλογής των Εναγομένων. Στις 20.2.13 έλαβαν εκ νέου, από το δικηγόρο της Ενάγουσας, επιστολή με αρνητική απάντηση (τεκμήριο 5). Πιστεύει ότι είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τους Εναγόμενους ώστε να είναι σε θέση να παρουσιάσουν κατά τον καλύτερο τρόπο την υπεράσπιση τους και ειδικότερα σε σχέση με την φύση και το ύψος των απαιτήσεων της Ενάγουσας, να εξεταστεί η Ενάγουσα από γιατρό της επιλογής τους, ώστε να έχουν την άποψη και όπου χρειαστούν την μαρτυρία ειδικού για να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και/ή την μαρτυρία ειδικών που πολύ πιθανόν αυτή να προσκομίσει. Το αίτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς και να αξιολογήσει όλη την ιατρική μαρτυρία για να αποδώσει ορθά τη Δικαιοσύνη και κάτι τέτοιο προϋποθέτει την παρουσίαση ιατρικής μαρτυρίας από πλευράς Εναγομένων ούτως ώστε να ισχύει η αρχή της ισότητας των όπλων. Με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν παραβλάπτονται με οποιοδήποτε τρόπο τα συμφέροντα της Ενάγουσας, ενώ αντίθετα θα παραβλαφθεί το κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα δικαίωμα των Εναγομένων να ετοιμάσουν με τον καλύτερο τρόπο την υπεράσπιση τους, ώστε να απονεμηθεί ουσιαστική Δικαιοσύνη και τύχουν δίκαιας δίκης. Η Ενάγουσα (στο εξής η Καθ' ης αίτηση) καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση στις 14.3.13, η οποία βασίζεται στα άρθρα 22, 31, 32 και 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στις Δ.48 Κ.1-4 και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένσταση είναι οι ακόλουθοι:

  1. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  2. Η αίτηση είναι εκπρόθεσμη και/ή όψιμη και/ή υποβλήθηκε σε καθυστερημένο στάδιο.
  3. Στην αίτηση οι Αιτητές αποκρύβουν ουσιαστικά γεγονότα σκοπίμως και/ή επιχειρούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο.
  4. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή αποσκοπεί στην παρέλκυση της δίκης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Νίκου Τσιαπαλή, δικηγόρου της Καθ' ης η αίτηση, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Δέχεται την αναφερόμενη από τον κ. Χρυσάνθου ανταλλαγή αλληλογραφίας για το θέμα. Υποστηρίζει όμως ότι ο κ. Χρυσάνθου παραλείπει να αναφέρει ότι: (α) Οι Εναγόμενοι 2 ειδοποιήθηκαν σε σχέση με τους τραυματισμούς της Ενάγουσας με διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 24.3.10 (τεκμήριο Α). (β) Λεπτομερής αναφορά στους τραυματισμούς της Ενάγουσας γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε στις 26.10.
  5. (γ) Οι Αιτητές ήδη από 18.11.10 καταχώρησαν την έκθεση υπεράσπισης τους χωρίς να ζητήσουν να εξετασθεί η Ενάγουσα από γιατρό της επιλογής τους. (δ) Ήδη από 6.9.11 μέσω του Πρώτου Πίνακα που συνοδεύει την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, η Ενάγουσα αποκάλυψε την ύπαρξη των ιατρικών πιστοποιητικών που προτίθεται να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. (ε) Η υπόθεση μέχρι σήμερα και εξαιρουμένης της επόμενης δικασίμου έχει ορισθεί σε άλλες τρεις προγενέστερες ημερομηνίες για ακρόαση χωρίς να ζητηθεί η εξέταση της Ενάγουσας από γιατρό της επιλογής των Αιτητών. (στ) Στις επιστολές του προς τους δικηγόρους των Αιτητών ημερ. 29.1.13 και 20.2.13 ξεκαθαρίζεται και δηλώνεται ότι η Ενάγουσα έχει αποθεραπευτεί πλήρως και καμία συνέπεια δεν παραμένει από τους τραυματισμούς της. Σύμφωνα και με ιατρική συμβουλή που έχει λάβει, λαμβανομένου υπόψη ότι οι τραυματισμοί της Ενάγουσας αφορούν μόνο μαλακούς ιστούς και έχει αποθεραπευτεί πλήρως, ενώ από τον τραυματισμό της έχουν παρέλθει 3 χρόνια, θεωρείται απίθανο και δεν αναμένεται να διαγνωσθεί οτιδήποτε μέσω ιατρικής εξέτασης, την οποία ούτως ή άλλως οι Αιτητές μπορούσαν να ζητήσουν αμέσως μετά την ενημέρωση τους ότι η Ενάγουσα τραυματίσθηκε. Εν όψει των ανωτέρω η αίτηση προωθείται κατά τρόπον καταχρηστικό σε πολύ όψιμο στάδιο χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση, αφ' ετέρου δε, δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση για το τι θα εξυπηρετήσει η εξέταση της Ενάγουσας ή πως και γιατί παραβλάπτονται τα δικαιώματα των Αιτητών σε περίπτωση μη εξέτασης της, είναι δε φανερό ότι μόνο ταλαιπωρία θα προκαλέσει στην Ενάγουσα και καθυστέρηση της διαδικασίας. Εκτός από τα πιο πάνω, είναι φανερό ότι η αίτηση είναι παράτυπη και αβάσιμη αφού ο ενόρκως δηλών δεν φαίνεται να είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Κατά την ακροαματική διαδικασία και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Νομική Πτυχή Το δικαίωμα του Εναγόμενου να ζητήσει την ιατρική εξέταση του Ενάγοντα και τα επακόλουθα της άρνησης εκ μέρους του Ενάγοντα εξετάστηκαν στην αγγλική υπόθεση Edmeades v. Thames Board Mills Ltd [1969] 2 All E.R. 127, όπου αναγνωρίστηκε η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάζει αναστολή της διαδικασίας αν ο Εναγόμενος θα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση να υπερασπίσει τον εαυτό του χωρίς τέτοια εξέταση και γενικά εάν η άρνηση του Ενάγοντα σε ένα εύλογο τέτοιο αίτημα είναι τέτοια ώστε θα εμπόδιζε τον δίκαιο καθορισμό της υπόθεση. Στην Demosthenous v. Antoniou

(1975)1 C.L.R. 1 το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε την εξουσία και των Κυπριακών Δικαστηρίων να αναστέλλουν τη διαδικασία σε τέτοια περίπτωση, αν οι συνθήκες το δικαιολογούν και ανέφερε πως αυτό επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκείται με βάση τις ίδιες περίπου αρχές που αναλύονται στην αγγλική νομολογία. Στην Αριστοδήμου ν. Πετάση
(1990)1 Α.Α.Δ 112 συνοψίσθηκε ουσιαστικά η σχετική νομολογία και οι αρχές που διέπουν και σταθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου επί του θέματος. Επαναλήφθηκε λοιπόν ότι η δικαιοδοσία υφίσταται και ασκείται, σύμφωνα με τις αρχές που υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Edmeades ανωτέρω. Η εξέταση δε αυτή δεν επιβάλλεται με διαταγή του Δικαστηρίου, που θα συνιστούσε απαράδεκτη επέμβαση στην ατομική ακεραιότητα και ελευθερία του διαδίκου αλλά έμμεσα με την αναστολή της δίκης μέχρις ότου ο διάδικος συμφωνήσει να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Η τύχη της υπόθεσής του συναρτάται με τη συμφωνία του για ιατρική εξέταση ο,ποτεδήποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο για την άρτια απονομή της δικαιοσύνης. Για τον προσδιορισμό των συμφερόντων της Δικαιοσύνης αντισταθμίζονται δυο εξίσου σημαντικοί παράγοντες: Αφενός η ελευθερία του ατόμου και το δικαίωμα του καθενός να προσφύγει στο Δικαστήριο για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του και αφετέρου το δικαίωμα του αντιδίκου για την παροχή ουσιαστικής ευκαιρίας για υπεράσπιση, δικαίωμα συνυφασμένο με την ουσιαστική απονομή της Δικαιοσύνης. Το στοιχείο της δίκαιης και ισορροπημένης μεταχείρισης των διαδίκων βρίσκεται στο επίκεντρο της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της Δικαιοσύνης είναι σύνθετο έργο και περιλαμβάνει τη στάθμιση πολλών παραγόντων που άπτονται των δικαιωμάτων των διαδίκων. Ένας από αυτούς είναι το δικαίωμα του διαδίκου για τη διεξαγωγή της δίκης και τη διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων μέσα σε εύλογο χρόνο, που αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα βάσει του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Άλλο σημαντικό στοιχείο είναι το δικαίωμα του διαδίκου να ενημερώνεται έγκαιρα για τη θέση του αντιδίκου του ώστε με βεβαιότητα να είναι σε θέση να προσδιορίσει τα αποδεικτικά μέσα και τη μαρτυρία που είναι αναγκαία για την απόδειξη της υπόθεσής του. Περαιτέρω στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να τύχουν προσεκτικής εξέτασης το εύλογο της απαίτησης για ιατρική εξέταση καθώς και οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η άρνηση του Ενάγοντα. Ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης είναι παράγοντας, ο οποίος λαμβάνεται σοβαρά υπόψην στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται πριν την έναρξη της δίκης. Κάθε καθυστέρηση στην υποβολή της πρέπει να δικαιολογείται. Όσο δε μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα ισχυρότεροι πρέπει να είναι οι λόγοι που την υποστηρίζουν. Μετά το πέρας της υπόθεσης του Ενάγοντα, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να εγκριθεί τέτοια αίτηση, κυρίως όταν έχουν εγερθεί θέματα που σχετίζονται με την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα τα οποία δε μπορούσαν εύλογα να προβλεφθούν από τις θέσεις που διατυπώνονται στην έκθεση απαιτήσεως. Η αίτηση λοιπόν δεν εγκρίνεται σε κάθε περίπτωση ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται. Η έγκριση της ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και όχι στην ύπαρξη ανεξάρτητου δικαιώματος του Εναγομένου. Συνεπώς η άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι, σε κάθε περίπτωση, αλληλένδετη με τα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Demosthenous ανωτέρω). Στην Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ 1036 λέχθηκε ότι οι αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Edmeades ανωτέρω, εφαρμόστηκαν στην υπόθεση Lane v. Willis [1972] 1 All E.R. 438, όπου αναφέρθηκε ότι το βάρος ικανοποίησης του Δικαστηρίου για την αναγκαιότητα μιας ή περισσοτέρων ιατρικών εξετάσεων φέρει ο διάδικος, ο οποίος την ζητά, ο οποίος θα πρέπει να δείξει με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης ότι δεν είναι σε θέση να προετοιμάσει επαρκώς την υπεράσπιση του χωρίς την εξέταση. Οποιοδήποτε διάταγμα για τον σκοπό αυτό αποτελεί επέμβαση στην προσωπική ελευθερία του ατόμου και θα πρέπει να δίδεται μόνο όταν το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι τούτο είναι αναγκαίο για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Περαιτέρω έγινε αναφορά και στην Starr v. National Coal Board [1977] 1 All E.R. 243 όπου λέχθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει προσεκτικά τόσο το εύλογο της βάσης της αίτησης για εξέταση, όσο και το εύλογο της βάσης της άρνησης για εξέταση. Τονίστηκε επίσης ότι ο αιτητής θα πρέπει να αποκαλύψει πλήρως τους λόγους για τους οποίους ζητά να εξεταστεί ο Ενάγοντας και το Δικαστήριο στο τέλος θα πρέπει να ισοζυγίσει την ανάγκη διασφάλισης της ελευθερίας του ατόμου με το συμφέρον της Δικαιοσύνης. Πάντοτε η προσπάθεια του Δικαστηρίου θα πρέπει ν' αποσκοπεί στη εξασφάλιση δικαιοσύνης και για τις δύο πλευρές. Στην Moore v. Frixos Evagorou Water Sports Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 241/2011, ημερ. 3.10.12 υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση ως ενδεικτικό του τρόπου αντίκρισης του εν λόγω θέματος: «Ουσιαστικά το στοιχείο της δίκαιης και ισορροπημένης μεταχείρισης των διαδίκων βρίσκεται στον πυρήνα της άσκησης αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Διακριτική ευχέρεια που θα πρέπει να ασκείται με φειδώ ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει την ανάγκη διασφάλισης της ελευθερίας του ατόμου με το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η εξισορρόπηση των δύο θα πρέπει να ξεκινά από τη βάση ότι τόσο η ελευθερία όσο και η δικαιοσύνη είναι εξίσου σημαντικές αρχές και έννοιες που υπηρετούν τον πολίτη αλλά και την κοινωνία γενικότερα.». Σχετικές υποθέσεις είναι τέλος η Kyriacou and another v. Stylianou
(1982)1 C.L.R. 524 και η Χ''Σάββα ν. Διονυσίου
(2006)1Β Α.Α.Δ
  1. Καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση με την αγόρευση του, ουσιαστικά περιόρισε την ένσταση του στους λόγους που αφορούν το κατά πόσο οι Αιτητές έχουν αποδείξει την αναγκαιότητα της αιτούμενης εξέτασης αλλά και το κατά πόσο έχουν δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης (λόγοι ένστασης αρ. 2 και 3 και μέρος του λόγου αρ. 1 όσον αφορά το ουσία αβάσιμο της αίτησης). Συνεπώς θεωρώ ότι οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης έχουν εγκαταλειφθεί. Αναφορικά με τη θέση της Καθ' ης η αίτηση για καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης κρίνω ότι θα πρέπει να γίνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης όπως προκύπτει από το φάκελο αλλά και από τα όσα αποτελούν ουσιαστικά κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Στις 21.7.10 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Στις 30.7.10 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης για τον Εναγόμενο 1 (από τον κ. Αλεξάνδρου) και στις 22.9.10 σημείωμα εμφάνισης και για τους δύο Εναγόμενους (από τους κ.κ. Χαβιαρά και Φιλίππου ΔΕΠΕ). Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 26.10.10 και η έκθεση υπεράσπισης στις 18.11.
  2. Στις 29.11.10 καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση και στις 6.12.10 καταχωρήθηκε αίτηση ορισμού της υπόθεσης. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 7.2.11 ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε εκ μέρους του κ. Αλεξάνδρου ημερομηνία για οδηγίες ώστε να διερευνήσει το κατά πόσο θα συνεχίσει να εκπροσωπεί τον Εναγόμενο 1 δεδομένου ότι γι΄ αυτόν καταχωρήθηκε εμφάνιση και από άλλο δικηγόρο. Ως εκ τούτου η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 23.3.11 ημερομηνία κατά την οποία οι συνήγοροι των Εναγομένων 1 και 2 ζήτησαν όπως η υπόθεση οριστεί για οδηγίες αναφέροντας ότι πιθανόν να καταχωρηθεί αίτηση για συνένωση της με άλλες σχετικές υποθέσεις. Έτσι η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 24.5.11 ημερομηνία κατά την οποία οι δικηγόροι των Εναγομένων ζήτησαν όπως η υπόθεση οριστεί στις 9.6.11 καθότι ως αναφέρθηκε μετά την τροποποίηση που θα γίνει σε άλλη αγωγή θα γινόταν αίτηση συνένωσης της παρούσας μαζί με την αγωγή εκείνη και άλλη μία αγωγή. Στις 9.6.11 η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 12.12.
  3. Στις 17.6.11 οι συνήγοροι των Εναγομένων καταχώρησαν αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων, η οποία ορίστηκε στις 29.6.11 ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 8.7.
  4. Στις 8.7.11 οι συνήγοροι της Ενάγουσας αποδέχθηκαν και έτσι εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα αποκάλυψης εντός δύο μηνών από την πιο πάνω ημερομηνία. Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης της Ενάγουσας καταχωρήθηκε στις 6.9.
  5. Στον «Πίνακα», ο οποίος επισυνάπτεται σε αυτή γίνεται σχετικά αναφορά σε ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ημερομηνίας 17.5.10 και σε ιατρικό πιστοποιητικό του Δρα Λουκά Μυριάνθους ημερομηνίας 7.7.10 καθώς και σε πιστοποιητικά ασθενείας της Ενάγουσας από το Νοσοκομείο για την περίοδο από 13.3.10 μέχρι 26.4.
  6. Στις 12.12.11 οι Εναγόμενοι ζήτησαν αναβολή της ακρόασης. Ελλείψει ενστάσεως το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 26.4.12 ημερομηνία κατά την οποία οι Εναγόμενοι ζήτησαν εκ νέου αναβολή. Το αίτημα εγκρίθηκε και πάλι χωρίς ένσταση από πλευράς της Ενάγουσας και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 1.11.12 ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε από κοινού αναβολή στη βάση του ότι η παρούσα συνδέεται με άλλες δύο υποθέσεις και υπήρχε επιθυμία να συζητηθούν όλες μαζί στις 11.12.
  7. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες με σκοπό τον συμβιβασμό στις 11.12.12 ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε εκ νέου ημερομηνία για ακρόαση. Η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 22.4.
  8. Στις 3.1.13 με επιστολή του προς το δικηγόρο της Καθ' ης η αίτηση ο δικηγόρος των Αιτητών ζήτησε να του αποστείλει τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά για να εξετάσει το ενδεχόμενο να εξεταστεί η Καθ' ης η αίτηση από ιατρό της επιλογής των Αιτητών. Στις 4.1.13 ο δικηγόρος της Καθ' ης η αίτηση του απέστειλε τα σχετικά πιστοποιητικά. Στη συνέχεια ο δικηγόρος των Αιτητών έστειλε στις 25.1.13 επιστολή στον δικηγόρο της Καθ' ης γ αίτηση με την οποία του ζήτησε όπως αυτή παραπεμφθεί για εξέταση σε ιατρό της επιλογής των Αιτητών. Στις 29.1.13 ο δικηγόρος της Καθ' ης η αίτηση απέρριψε με επιστολή του το εν λόγω αίτημα. Στις 18.2.13 με επιστολή του ο συνήγορος των Αιτητών επανέλαβε το αίτημα του και στις 20.2.13 αυτό απερρίφθη με νέα επιστολή του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε τελικά, ως έχει προαναφερθεί, στις 4.3.
  9. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η παρούσα αίτηση θα μπορούσε να υποβληθεί σίγουρα αν όχι κατά το στάδιο του ορισμού της υπόθεσης για οδηγίες για πρώτη φορά, μετά δηλ. που είχαν συμπληρωθεί τα δικόγραφα και είχαν αποκρυσταλλωθεί οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, αμέσως μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης της Ενάγουσας (στις 6.9.11) όπου πλέον φαινόταν η πρόθεση αυτής να στηρίξει την υπόθεση της, όσον αφορά τις ισχυριζόμενες σωματικές της βλάβες, σε δύο ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία αποκάλυψε. Παρόλα αυτά η πλευρά των Αιτητών δεν προχώρησε σε οποιοδήποτε σχετικό διάβημα αλλά για πρώτη φορά ζήτησε τα εν λόγω ιατρικά πιστοποιητικά πέραν του ενός έτους αργότερα, με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 3.1.
  10. Εν τέλη εφόσον η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση αρνήθηκε αυτή να υποβληθεί στη σχετική εξέταση μετά την παράκληση του δικηγόρου των Αιτητών, με την προαναφερθείσα αλληλογραφία, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, πέραν των δύο ετών από τον πρώτο ορισμό της υπόθεσης για οδηγίες μετά το κλείσιμο των δικογράφων, ενάμιση περίπου έτος μετά την ένορκη αποκάλυψη των ιατρικών πιστοποιητικών της Καθ' ης η αίτηση και ενώ η υπόθεση είχε αναβληθεί συνολικά 5 φορές για οδηγίες και 4 φορές για ακρόαση, τις πλείστες μετά από αιτήματα της πλευράς των Αιτητών. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι υπήρξε πράγματι καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Για την καθυστέρηση δε αυτή δεν δόθηκε ουσιαστικά επαρκής δικαιολογία από πλευράς των Αιτητών. Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου το συνταγματικό δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση για τη διάγνωση των αστικών της δικαιωμάτων μέσα σε εύλογο χρόνο. Από την άλλη δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψην ότι η αίτηση υποβλήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ως αναφέρεται στη σχετική νομολογία. Συνεπώς η εν λόγω καθυστέρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της ως μοιραία για την τύχη της αίτησης, εάν μάλιστα υπό τις λοιπές περιστάσεις της υπόθεσης κριθεί ότι η εξέταση της Καθ' ης η αίτηση από γιατρό της επιλογής των Αιτητών, είναι αναγκαία και δίκαιη αλλά και εξυπηρετεί το συμφέρον της Δικαιοσύνης. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω θα προχωρήσω να εξετάσω τόσο το εύλογο της βάσης της αίτησης για εξέταση, όσο και το εύλογο της βάσης της άρνησης για εξέταση. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προκύπτει σαφώς ότι ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η ιατρική εξέταση της Καθ' ης η αίτηση είναι ώστε οι Αιτητές να παρουσιάσουν κατά τον καλύτερο τρόπο την υπεράσπιση τους αναφορικά με τη φύση και το ύψος των απαιτήσεων της Καθ' ης η αίτηση για τις ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες που υπέστη και τις οποίες αμφισβητούν. Εξειδικεύεται δε ότι με την εξέταση αποσκοπείται η εξασφάλιση της άποψης και όπου χρειαστεί η μαρτυρία ειδικού για να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση και/ή την μαρτυρία ειδικών που πιθανόν αυτή να προσκομίσει και για να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει όλη την ιατρική μαρτυρία προς ορθή απόδοση Δικαιοσύνης στην υπόθεση. Ο λόγος άρνησης εξέτασης από πλευράς της Καθ' ης η αίτηση, ως φαίνεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, είναι ουσιαστικά ότι αυτή έχει αποθεραπευτεί πλήρως, καμία συνέπεια δεν παραμένει από τους τραυματισμούς της και σε συνδυασμό με το ότι έχουν παρέλθει 3 χρόνια, θεωρείται απίθανο και δεν αναμένεται να διαγνωσθεί οτιδήποτε μέσω ιατρικής εξέτασης της. Σχετικά με το εύλογο της άρνησης του Ενάγοντα, στο σύγγραμμα Blackstone' s "Civil Practice" 2008 σελίδα 743 αναφέρονται κάποιες (και όχι φυσικά εξαντλητικά) από τις περιστάσεις υπό τις οποίες η άρνηση μπορεί να θεωρηθεί εύλογη: «Sometimes the claimant will refuse to consent because the proposed examination is particularly invasive, or even carries a risk of further injury. In these cases the court has to balance the need for the examination and proposed tests, for the proper preparation of the defendant's case, against the reasonableness of the claimant's objections on the degree of pain, risk to health and inconvenience (Prescott v. Bulldog Tools
(1981)3 All ER 89, see also Aspinall v. Sterling Mansell Ltd
(1981)3 All ER 866). Στην παρούσα η άρνηση της Καθ' ης η αίτηση δεν εμπίπτει σε καμία από τις πιο πάνω περιπτώσεις. Ούτε και αναφέρεται οποιοδήποτε άλλο κώλυμα που να δικαιολογεί την άρνηση. Αντίθετα η θέση της εδράζεται στο ότι, ως ισχυρίζεται ο συνήγορος αυτής, υπήρξε πλήρης αποθεραπεία και δεν αναμένεται λόγω και της παρόδου των 3 χρόνων οποιοδήποτε εύρημα. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι το θέμα της αποθεραπείας ενδεχομένως να είναι αντικείμενο κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και σίγουρα δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν είναι γνωστό το ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας εξέτασης της Καθ' ης η αίτηση από ειδικό ιατρό, όχι μόνο για το θέμα αποθεραπείας αλλά και για το κατά πόσο επήλθαν οι κατ' ισχυρισμόν σωματικές βλάβες και εάν είναι της ισχυριζόμενης έκτασης και συνεπειών, γεγονός σημαντικό για την υπεράσπιση των Αιτητών, οι οποίοι, ως έχει προαναφερθεί, αμφισβητούν ουσιαστικά αυτό το θέμα στην έκθεση υπεράσπισης τους και για αυτό υποβάλλουν την παρούσα. Συνεπώς η άρνηση της Καθ' ης η αίτηση προφανώς δεν μπορεί να κριθεί ως εύλογη σε αντίθεση με το λόγο για εξέταση της. Πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι στα πλαίσια του δικαιώματος του Εναγόμενου να υπερασπιστεί τον εαυτό του περιλαμβάνεται και η ελευθερία να επιλέξει τους μάρτυρες που θα καλέσει για τον σκοπό αυτό. Αυτό καθίσταται ακόμη πιο σημαντικό όσον αφορά την επιλογή εμπειρογνωμόνων όπως ιατρών, όταν η μαρτυρία τέτοιων είναι ουσιώδης στην υπόθεση του, όπως φαίνεται να είναι ενόψει και της φύσης της υπόθεσης στην παρούσα. Το Δικαστήριο θα πρέπει δε στα πλαίσια των αρχών της δίκαιης δίκης να διασφαλίζει την ισότητα των όπλων μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς τη δυνατότητα κάθε πλευρά να παρουσιάσει την εκδοχή της και να αντικρούσει την εκδοχή της άλλης πλευράς χωρίς να τίθεται σε μειονεκτική θέση. Πριν προχωρήσω στην κατάληξη μου επί της αίτησης θα πρέπει να γίνει αναφορά και στους λοιπούς λόγους ένστασης. Αναφορικά με αυτούς, παρά το ότι ως έχει προαναφερθεί έχουν εγκαταλειφθεί, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα πρέπει να λεχθεί ότι εν πάση περιπτώσει, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ευσταθούν για τους εξής λόγους: Όσον αφορά τη νομική βάση της αίτησης δεν υπάρχει συγκεκριμένος Νόμος ή Κανονισμός που να ρυθμίζει το θέμα. Ως έχει εκτεθεί στη νομική πτυχή ανωτέρω, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα όπως το αιτούμενο υφίσταται και ασκείται με βάση τη νομολογία. Συνεπώς θεωρώ ότι η νομική βάση της αίτησης είναι αρκετή ώστε να στηρίξει την αίτηση. Όσον αφορά το λόγο ένστασης για κατάχρηση και παρέλκυση της δίκης, ως έχει προαναφερθεί, ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση δεν εξήγησε στις αγορεύσεις του σε τι συνίσταται η κατάχρηση. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση φαίνεται ότι το θέμα αυτό ουσιαστικά συνδέεται με την προβαλλόμενη θέση για καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Η καθυστέρηση όμως από μόνη της δεν οδηγεί δίχως άλλο σε εύρημα κατάχρησης. Δεν έχουν δε δοθεί οποιαδήποτε στοιχεία στην παρούσα, πέραν της καθυστέρησης, ώστε να καταδεικνύεται η επικαλούμενη κατάχρηση και/ή παρέλκυση της δίκης. Εν κατακλείδι ενόψει όλων όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω και έχοντας σταθμίσει την ανάγκη για προστασία και διασφάλιση της ελευθερίας της Καθ' ης η αίτηση καθώς και όλους τους άλλους σχετικούς, με βάση τη νομολογία, παράγοντες, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης και συνεπώς η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η οποιαδήποτε διαδικασία στην παρούσα αγωγή μέχρις ότου η Ενάγουσα εξεταστεί από ιατρό της επιλογής των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι θα πρέπει εντός 15 ημερών από σήμερα να ενημερώσουν γραπτώς τον συνήγορο της Ενάγουσας, το όνομα του ιατρού που θα εξετάσει την Ενάγουσα και τη διεύθυνση αυτού. Τα έξοδα μετάβασης στον εν λόγω ιατρό καθώς και οποιαδήποτε απώλεια ημερομισθίου της Ενάγουσας θα βαρύνουν τους Εναγόμενους. Η εξέταση της Ενάγουσας να λάβει χώραν εντός δύο μηνών από σήμερα. Μετά την εξέταση της Ενάγουσας οι Εναγόμενοι να καταχωρήσουν γνωστοποίηση της εν λόγω εξέτασης στο φάκελο της υπόθεσης και μετά από αυτό ο φάκελος να τεθεί από τον Πρωτοκολλητή ενώπιον του Δικαστηρίου για ορισμό. Σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι συμμορφωθούν με το διάταγμα αλλά η Ενάγουσα επιλέξει να μην εξετασθεί, εντός του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος των δύο μηνών, τότε οι Εναγόμενοι θα έχουν δικαίωμα να καταχωρήσουν αίτηση με την οποία να αιτούνται την απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας, παρά την επιτυχία αυτής, θεωρώ ορθό και δίκαιο, ενόψει της διαπιστωθείσας καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης, όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Judgments Αναφορά: Αίτηση για αναστολή της διαδικασίας μέχρι την ιατρική εξέταση της Ενάγουσας). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.