Alpha Bank Cyprus Ltd ν. TAYLOR PAUL WILLIAM κ.α., Αρ. Αγωγής: 1305/12, 31/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1305/12 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσας και
- TAYLOR PAUL WILLIAM
- TAYLOR CAROLE ANN
- ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED Εναγομένων ----------- Αίτηση ημερ. 5.12.12 για ακύρωση και/ή παραμερισμό του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 2.7.12 για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στο εξωτερικό καθώς και της επίδοσης του Κλητηρίου Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2013 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές- Εναγόμενους 1 και 2: κ. Γ. Κουκούνης (κα Χ΄΄ Νεοφύτου ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κα Σ. Πολυβίου (κ. Α. Κακογιάννης ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξαιτούνται: Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή να παραμερίζεται το διάταγμα ημερομηνίας 2.7.12 διά του οποίου επιτρέπετο η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και της Ειδοποίησης του ομού μετά των μεταφράσεων τους εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στους Εναγόμενους 1 και 2 λόγω παράβασης του Νόμου των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και του Συντάγματος. Β) Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το πιο πάνω διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.7.12 για επίδοση του Κλητηρίου και της Ειδοποίησης του στους Εναγόμενους 1 και 2 μέσω της δικαιοδοσίας που προνοείται από τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/01 και 1393/
- Γ) Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται ή να παραμερίζεται η επίδοση κατά/ή περί τις 26.11.12 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 αντίστοιχα του πιστού αντιγράφου της ένορκης δήλωσης της Δανάης Μαππής ημερομηνίας 13.9.12 ομού μετά των επισυνημμένων εγγράφων ως άκυρης ή παράνομης ή παράτυπης ή αντικανονικής. Δ) Διάταγμα με το οποίο να διατάττεται ή να δηλώνεται ότι οποιαδήποτε επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και της Ειδοποίησης του μαζί με τις μεταφράσεις τους καθώς και η επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 2.7.12 είναι άκυρη ή παράνομη ή παράτυπη ή αντικανονική ή κακή. Ε) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία Στ) Τα έξοδα της αίτησης και άλλα. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.5, θ.1 - 10, Δ.6 θ.1 - 7
(1)(α) - (δ),
(2)
(3), 8, 9, Δ.15 θ. 1 - 9, Δ.16 θ.1 - 9, Δ.39, Δ.48 θ. 1-13 και Δ.51, θ.θ. 1, 2, 2 Α, 3 - 7, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς (Ε.Κ.) 44/2001 και (Ε.Κ.) 1393/07, στα άρθρα 3 και 9 του Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στις συμφυείς εξουσίες, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου καθώς επίσης και στη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Ζαντή δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων 1 και 2 ημερομηνίας 5.12.
- Στην ένορκη της δήλωση η Ζαντή αναφέρει ότι κατά ή περί τις 26.11.12 επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 1 και 2 τα εξής έγγραφα τα οποία επισύναψε στην ένορκη δήλωση της:
- Πιστό αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.7.12 στην Ελληνική γλώσσα.
- Πιστό αντίγραφο της ένορκης δήλωσης της Δανάης Μαππής ημερομηνίας 13.9.12 μαζί με τα επισυναπτόμενα σ΄ αυτή έγγραφα δηλαδή: α) πιστό αντίγραφο του Kλητηρίου Eντάλματος μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα, β) πιστό αντίγραφο του Kλητηρίου Eντάλματος στη Ελληνική γλώσσα, γ) πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης του Kλητηρίου Eντάλματος μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα, και δ) πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Ελληνική γλώσσα. Είναι η θέση της ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να επιδόσουν τα εξής έγγραφα: α) Πιστό αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος στην Ελληνική γλώσσα. β) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα του Κλητηρίου Εντάλματος. γ) Πιστό αντίγραφο της Ειδοποίησης του Kλητηρίου Eντάλματος στην Ελληνική γλώσσα. δ) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα της Ειδοποίησης του Kλητηρίου Eντάλματος. ε) Πιστό αντίγραφο της μονομερούς αίτησης στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 2.7.12, στην Ελληνική γλώσσα. στ) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα της πιο πάνω μονομερούς αίτησης των Εναγόντων. ζ) Πιστό αντίγραφο της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την πιο πάνω μονομερή αίτηση μαζί με τα όποια επισυναπτόμενα έγγραφα στην Ελληνική γλώσσα. η) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την μονομερή αίτηση μαζί με τα όποια επισυναπτόμενα έγγραφα. θ) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση του διατάγματος ημερομηνίας 2.7.12 στην Αγγλική γλώσσα ι) Επεξηγηματική επιστολή στην Αγγλική γλώσσα σε σχέση με τα επισυναπτόμενα έγγραφα και δικαιώματα των Αιτητών, και κ) Γραπτή τυποποιημένη βεβαίωση/πιστοποιητικό σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙ (Αnnex II) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07 με την οποία να πληροφορούνται οι πελάτες τους των δικαιωμάτων τους να αρνηθούν ή να απορρίψουν την επίδοση. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Ζαντή στην ένορκη δήλωση της ότι συνεπεία των πιο πάνω παραλείψεων οι πελάτες τους αποστερήθηκαν του δικαιώματος τους να ενημερωθούν γραπτώς στην Αγγλική γλώσσα για τις διαδικασίες και για το δικαίωμα τους να αρνηθούν την επίδοση, να εμφανιστούν στο Δικαστήριο και να υπερασπιστούν. Αντ΄ αυτών τους επιδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 2.7.12 στην Ελληνική γλώσσα που είναι ακατανόητη γλώσσα για τους πελάτες της. Λόγω των πιο πάνω παραβάσεων οι πελάτες αποστερήθηκαν σημαντικών πληροφοριών σε σχέση με την επίδοση των εγγράφων και δεν έτυχαν πλήρους ενημέρωσης περί της βάσης εξασφάλισης του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.7.
- Προσβάλλει τέλος την πιστότητα της μετάφρασης των εγγράφων που επιδόθηκαν υποβάλλοντας ότι η Μαππής δεν αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων της για τις δύο γλώσσες που δήθεν γνωρίζει δηλαδή την Ελληνική και Αγγλική και ότι η μετάφραση δεν πιστοποιήθηκε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόντων της οποίας η κύρια νομική βάση είναι περίπου η ίδια με εκείνη της αίτησης. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της Κάκιας Χριστοδουλίδη, υπαλλήλου των Εναγόντων, ημερομηνίας 4.2.
- Στην ένσταση προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: α) Οι Εναγόμενοι κωλύονται από του να προβάλλουν ισχυρισμούς περί κακής επίδοσης εφόσον έλαβαν πλήρη γνώση περί της ύπαρξης της Αγωγής και του αντικειμένου της καθώς και του χρονοδιαγράμματος προς λήψη μέτρων από μέρους τους. β) Οι Ενάγοντες ακολούθησαν την ορθή διαδικασία επίδοσης στη βάση των οδηγιών του Δικαστηρίου και θεσμών. γ) Η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένα άρθρα των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και λανθασμένους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. δ) Οι Εναγόμενοι δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. ε) Η αίτηση αποτελεί προσπάθεια αποφυγής και/ή δικαιολόγησης της παράλειψης συμμόρφωσης των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 και 2 προς τους Ενάγοντες. στ) Τυχόν επιτυχία της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες. ζ) Σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης η απονομή της δικαιοσύνης θα πληγεί. η) Η αίτηση συνιστά περιφρόνηση του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και κατάχρηση της διαδικασίας. θ) Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική εφόσον η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει γίνεται από δικηγόρο και είναι παντελώς ανυπόστατη. ι) Η αίτηση είναι ελλιπής και δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση. Στην ένορκη της δήλωση η Χριστοδουλίδη επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης υποστηρίζοντας ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν γνώση περί της ύπαρξης της Αγωγής καθώς και των δικαιωμάτων τους μέσω των εγγράφων που τους έχουν επιδοθεί και στα οποία αφορούσε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.7.12 του οποίου σκοπείται επίσης η ακύρωση με την παρούσα αίτηση. Στις γραπτές αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στο κατάλληλο στάδιο. Αν και η θέση περί αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση γιατί προέρχεται από δικηγόρο συνιστά ένα από τους λόγους ένστασης, εντούτοις ο συγκεκριμένος λόγος δεν προωθήθηκε κατά την αγόρευση της δικηγόρου των Εναγόντων γι΄ αυτό θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει αν και σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπιθύμητο δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις για λογαριασμό των πελατών τους εντούτοις, ενόψει της φύσης της αίτησης και των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου κυρίως του γεγονότος ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι μόνιμοι κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου, εξού και επιχειρήθηκε η επίδοση του Κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, δεν βρίσκω οτιδήποτε το μεμπτό σε σχέση με την ένορκη δήλωση της Ζαντή που συνοδεύει την αίτηση. Θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης στη βάση των γεγονότων που αποκαλύπτονται από τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση εφόσον καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλουσών. Χρήσιμη για το θέμα που εξετάζεται κρίθηκε η αναδρομή στο φάκελο της υπόθεσης όπου διαφάνηκαν τα εξής: Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε στις 20.4.12 και στις 22.5.12 επιδόθηκε στην Εναγόμενη 3 σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση επίδοσης ημερομηνίας 25.5.
- Καταχωρήθηκε ακολούθως στις 11.6.12 εκ μέρους των Εναγόντων αίτηση για επίδοση του Kλητηρίου Eντάλματος και της ειδοποίησης του εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 1 και 2 μέσω της διαδικασίας των Κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/2001 και 1393/
- Στις 2.7.12 εκδόθηκε στη βάση της πιο πάνω αίτησης, που στηρίχθηκε μεταξύ άλλων στη Δ.6 θ.4, το εξής διάταγμα του Δικαστηρίου: « ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και ειδοποίησης περί αυτού καθώς και μετάφρασης αυτών στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και διά του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και ειδοποίησης περί αυτού καθώς και μετάφρασης αυτών στους εναγόμενους αρ. 1 και 2, μέσω της δικαιοδοσίας ως προνοείται από τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/01 και 1393/
- ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΔΕΙ ΟΔΗΓΙΕΣ όπως οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 - Καθ΄ ων η αίτηση καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης εντός 60 ημερών από την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως σε περίπτωση μη καταχώρησης εμφάνισης μέσα στην πιο πάνω προθεσμία, τότε οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση θα θεωρείται ότι τους έχει επιδοθεί εάν αντίγραφο αυτής αναρτηθεί στον πίνακα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για περίοδο πέντε
(5)ημερών». Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση διαφαίνονται τα εξής: Με την επιστολή του ημερομηνίας 11.1.13 που είναι επισυνημμένη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ως Τεκμήριο 2, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κύπρου, επιβεβαιώνει στους δικηγόρους των Εναγόντων ότι τα έγγραφα που τους είχαν δοθεί επιδόθηκαν σε αριθμό προσώπων, των οποίων τα ονόματα εμφαίνονται στην επιστολή τους, μεταξύ των οποίων και στον Εναγόμενο 1, στη βάση της βεβαίωσης επίδοσης ημερομηνίας 10.12.12, σύμφωνα με τον Ε.Κ.1393/
- Η βεβαίωση φέρει την επίσημη σφραγίδα της αρμόδιας υπηρεσίας της Αγγλίας και μαρτυρεί ότι τα έγγραφα που είναι επισυνημμένα στη βεβαίωση επιδόθηκαν στον Εναγόμενο 1 στις 28.11.12 με την προσωπική επίδοση τους στην Εναγόμενη 2 στη διεύθυνση που είχε δοθεί, που θεωρείται καλή επίδοση στη βάση της Νομοθεσίας του κράτους μέλους δηλαδή της Αγγλίας. Με την ίδια επιστολή του ημερομηνίας 11.1.13 που είναι το Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, το Υπουργείο Δικαιοσύνης επιβεβαιώνει στους δικηγόρους των Εναγόντων ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν μεταξύ άλλων προσώπων προσωπικά και στην Εναγόμενη 2, στη βάση της βεβαίωσης επίδοσης ημερομηνίας 10.12.
- Και αυτή η βεβαίωση φέρει την επίσημη σφραγίδα της αρμόδιας υπηρεσίας της Αγγλίας που μαρτυρεί ότι τα έγγραφα που της στάληκαν για επίδοση της επιδόθηκαν προσωπικά στις 28.11.
- Οι ενόρκως δηλούσες συμφωνούν ως προς τα εξής έγγραφα ότι επιδόθηκαν με τον πιο πάνω τρόπο στους Εναγόμενους 1 και 2: Η βεβαίωση της Μαππής που προέβη στις σχετικές μεταφράσεις στην οποία επισυνάπτονται το Κλητήριο Ένταλμα και η Ειδοποίηση περί αυτού και τα δύο στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα καθώς και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.7.12, στην Ελληνική γλώσσα. Είναι περαιτέρω θέση της Χριστοδουλίδη στην ένορκη δήλωση της ότι μαζί με τα πιο πάνω έγγραφα επιδόθηκαν και το Έντυπο που προνοείται από το άρθρο 4 του Ε.Κ. 1393/07 και το Παράρτημα Ι (Annex I) καθώς και η επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 12.11.12 προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης (Τεκμήριο 4 στην ένσταση με την οποία ζητείτο η επίδοση των πιο πάνω εγγράφων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σημειώνεται ότι δεν προνοείται στον Κανονισμό 1393/07 ή σε άλλη νομοθεσία ή νομολογία περί της αναγκαιότητας επίδοσης και των συγκεκριμένων εγγράφων. Αν πράγματι μαζί με τα πιο πάνω έγγραφα για τα οποία δεν υπάρχει διαφωνία ότι είχαν επιδοθεί, επιδόθηκαν και αυτά δεν ενέχει καμία βαρύτητα για το υπό εξέταση θέμα δηλαδή της νομιμότητας της επίδοσης του Κλητηρίου. Εν πάση περιπτώσει το Έντυπο - Παράκληση για επίδοση εγγράφων που είναι επισυνημμένο στην επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και ετοιμάστηκε από τους ίδιους, δηλώνει στην παράγραφο 6.3 που αναφέρεται στη γλώσσα των εγγράφων ότι είναι η Ελληνική και ότι υπάρχει μετάφραση τους στην Αγγλική. Στη βάση του Εντύπου αυτού η αρμόδια αρχή στην Αγγλία προχώρησε με την επίδοση τους ως η σχετική Παράκληση. Η πιο πάνω παρατήρηση έγινε γιατί σχετίζεται με το λόγο ένστασης ότι η επίδοση του Κλητηρίου και της Ειδοποίησης του ήταν καθόλα σύμφωνη με τις πρόνοιες του πιο πάνω Κανονισμού. Ειδικότερα για το θέμα αυτό θα ασχοληθώ πιο κάτω. Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με την Δ.16 θ.9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που προβλέπει ότι ο Εναγόμενος δικαιούται χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει διάταγμα του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρίσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να υποβάλει αίτηση για τον παραμερισμό της επίδοσης προς αυτόν του Κλητηρίου Εντάλματος. Η νομολογία έχει καθιερώσει και δεύτερο τρόπο για την προώθηση αίτησης παραμερισμού του Κλητηρίου Εντάλματος που είναι η ταυτόχρονη καταχώρηση τέτοιας αίτησης μαζί με την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης (βλ. Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 ΑΑΔ 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 AAΔ 1090). Ο δικηγόρος των Εναγομένων 1 και 2 ενεργώντας στη βάση της πιο πάνω νομολογίας καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και την ίδια μέρα προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ήταν εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητών στη γραπτή του αγόρευση προς υποστήριξη του αιτήματος του για ακύρωση της επίδοσης του Κλητηρίου ότι οι Ενάγοντες δεν επέδωσαν στους πελάτες του όλα τα έγγραφα τα οποία θα έπρεπε να επιδώσουν, σύμφωνα με τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς. Συγκεκριμένα παρέλειψαν να επιδώσουν την μονομερή αίτηση στη βάση της οποίας εξασφαλίστηκε το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνόδευε ως επίσης και τις πιστές μεταφράσεις τους στην αγγλική γλώσσα. Δεν επέδωσαν επίσης το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 2.7.2012 μεταφρασμένο στην αγγλική γλώσσα που είναι η γλώσσα που αντιλαμβάνονται οι πελάτες του. Η εισήγηση του αυτή βασίστηκε στη Δ.48 θ.θ.12 και 13 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που προβλέπει τα εξής: «48....
- Κάθε διάταγμα πρέπει από την ημερομηνία που φέρει να είναι δεσμευτικό στο πρόσωπο εκ μέρους του οποίου έγινε η αίτηση για το διάταγμα και σε όλους τους διαδίκους στην αγωγή στους οποίους επιδόθηκε κανονικά ειδοποίηση της αίτησης. Όταν σε οιονδήποτε διάδικο στην αγωγή δεν έγινε κανονική επίδοση ειδοποίησης της αίτησης, τέτοιο διάταγμα θα είναι δεσμευτικό σ΄ αυτό το διάδικο από την ημερομηνία της επίδοσης επισήμου αντιγράφου του διατάγματος στο διάδικο αυτό.
- Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε.» Είναι παραδεκτό ότι μεταξύ των εγγράφων που επιδόθηκαν ήταν και το διάταγμα ημερ. 2.7.2012 στην Ελληνική γλώσσα χωρίς όμως την μετάφραση του στην αγγλική. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι μεταξύ των εγγράφων που επιδόθηκαν απουσιάζει η μονομερής αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα καθώς και η ένορκη δήλωση που τη συνόδευε μαζί με τη μετάφραση τους στην Αγγλική γλώσσα. Στην υπόθεση Earnsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A.N.KYJMIN
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1350 που αφορούσε επίσης σε επίδοση δικογράφου εκτός δικαιοδοσίας είχαν τεθεί δύο ερωτήματα. Το πρώτο είναι, ποιά ακριβώς έγγραφα είχαν υποχρέωση να επιδώσουν οι Ενάγοντες και το δεύτερο κατά πόσο η υποχρέωση τους να μεταφράσουν επεκτείνεται σε όλα τα έγγραφα που ζήτησαν να επιδοθούν ή μόνο σε εκείνα στα οποία είχαν υποχρέωση να επιδώσουν. Σημειώνεται ότι το ίδιο το διάταγμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου διέτασσε όπως επιδοθούν τρία έγγραφα: (α) η Ειδοποίηση, (β) η αίτηση και (γ) το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάσισε ότι η νομική υποχρέωση επίδοσης των πιο πάνω εγγράφων προκύπτει όχι μόνο από το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου αλλά επιπρόσθετα και από τη Δ.48 θ.13. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την σελίδα 1356 της απόφασης που τονίζει την αναγκαιότητα επίδοσης του διατάγματος μαζί με τη μονομερή αίτηση: «Αναφορικά με το Διάταγμα ημερ. 21.12.05, η Δ.48, θ.12 προβλέπει ότι σε περίπτωση διατάγματος που εξασφαλίζεται μετά από μονομερή αίτηση, τέτοιο διάταγμα θα είναι δεσμευτικό για το διάδικο από την ημερομηνία επίδοσης σ΄ αυτόν επίσημου αντιγράφου της μονομερούς αίτησης. Η συγκεκριμένη πρόνοια κατά την κρίση μας επιβεβαιώνει έστω και εμμέσως ότι τόσο το διάταγμα όσο και η μονομερής αίτηση θα πρέπει να επιδίδονται. Εν πάση περιπτώσει το Διάταγμα ούτως ή άλλως θα έπρεπε να επιδοθεί, ώστε να λάβουν γνώση οι Εφεσίβλητοι της πρόνοιας για το χρόνο μέσα στον οποίο θα έπρεπε να καταχωρίσουν εμφάνιση (βλ. Δ.6, θ.5). Το ότι η Διαταγή 6 δεν προβλέπει ρητά για επίδοση του Διατάγματος, δεν αναιρεί την υποχρέωση για επίδοση, εφόσον σε διαφορετική περίπτωση το Διάταγμα δεν θα μετατρεπόταν σε δεσμευτικό, τουλάχιστον αναφορικά με το χρόνο εμφάνισης. Το ότι η Δ.6, θ.7
(1)(α) προβλέπει για «το έγγραφο το οποίο θα επιδοθεί» δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού το θέμα διέπεται ειδικότερα από τις γενικές πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα τις πρόνοιες της Δ.48, θθ.12 και 13. Επομένως, όλα τα έγγραφα που επισύναψαν οι Εφεσείοντες ήταν στο πλαίσιο νομικής υποχρέωσης που οι ίδιοι είχαν δυνάμει τόσο του Διατάγματος όσο και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και όχι για μια «πιο ολοκληρωμένη ενημέρωση των εφεσιβλήτων», όπως εισηγήθηκε ο δικηγόρος τους». Ως εκ των ανωτέρω οι Ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να επιδώσουν, εκτός των εγγράφων που αναφέρονται στο διάταγμα ημερομηνίας 2.7.12, επιπρόσθετα το ίδιο το διάταγμα και τη μονομερή αίτηση μαζί με την ένορκη δήλωση που την συνόδευε και όλα τα τυχόν επισυναπτόμενα έγγραφα. Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις («επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων») δεν ακυρώνει και ούτε αναστέλλει τις πρόνοιες των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Οι δικοί μας θεσμοί αποτελούν το νομικό πλαίσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας στους οποίους ρητά αναφέρεται ότι στην περίπτωση που ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς θα πρέπει να επιδίδονται μαζί και η μονομερής αίτηση στην βάση του οποίου εκδόθηκε και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, χωρίς να εξαρτάται η τήρηση τους ανάλογα με τη χώρα στην οποία θα επιδοθούν. Συνεπώς η εισήγηση της δικηγόρου της Ενάγουσας ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από την Earnsfield Steel Ltd (ανωτέρω) γιατί εκείνη αφορούσε σε επίδοση στην Ουκρανία που είναι χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν με βρίσκει σύμφωνη και απορρίπτεται. Στην ένσταση τους οι Ενάγοντες επικαλούνται επιπρόσθετα τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001 για να καταδείξουν ότι επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 1 και 2 όλα τα αναγκαία και ορθά έγγραφα. Ο συγκεκριμένος Κανονισμός αφορά στη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και Εκτέλεση αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές υποθέσεις ενώ το άρθρο 34
(2)του Κανονισμού στο οποίο στηρίχθηκαν για υποστήριξη της συγκεκριμένης θέσης τους οι Ενάγοντες, σχετίζεται με την αναγνώριση απόφασης και όχι με την επίδοση δικαστικών ή εξωδικαστικών εγγράφων. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να επιδώσουν στους Εναγόμενους 1 και 2 τα αναγκαία έγγραφα δυνάμει του δικαίου που ισχύει στην Κύπρο, δηλαδή την μονομερή αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνόδευε μαζί με τη μετάφραση τους στα Αγγλικά ως επίσης και το διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να καταχωρήσουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 σημείωμα εμφάνισης μεταφρασμένο επίσης στην αγγλική γλώσσα που είναι η γλώσσα η κατανοητή στους Εναγόμενους 1 και 2, συνιστά παράβαση της Δ.48, θ.θ.12 και
- Το κατά πόσο η πιο πάνω παράλειψη των Εναγόντων αποτελεί παρατυπία ή όχι έχει αποφασιστεί με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.5.13 στην αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 4.3.13 για άρση της σχετικής παρατυπίας η οποία αίτηση απορρίφθηκε για τους λόγους που εμφαίνονται στην απόφαση. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να επιδώσουν στους Εναγόμενους 1 και 2 τα αναγκαία έγγραφα δυνάμει του δικαίου που ισχύει στην Κύπρο, δηλαδή την μονομερή αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνόδευε μαζί με τη μετάφραση τους στα Αγγλικά ως επίσης και το διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να καταχωρήσουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 σημείωμα εμφάνισης μεταφρασμένο επίσης στην αγγλική γλώσσα που είναι η γλώσσα η κατανοητή στους Εναγόμενους 1 και 2, συνιστά παράβαση της Δ.48, θ.θ.12 και
- Η δυνατότητα πληροφόρησης των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών περί της ύπαρξης της παρούσας Αγωγής με τα έγγραφα που τους έχουν επιδοθεί και η τυχόν μεταγενέστερη ενημέρωση που μπορούσαν να τύχουν με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης με δικηγόρο, υπό διαμαρτυρία, δεν επενεργούν ως κώλυμα (estoppel) αλλ΄ ούτε υπερφαλαγγίζουν τις πρόνοιες των θεσμών περί της αναγκαιότητας επίδοσης της μονομερούς αίτησης μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνόδευε. Ο σκοπός της Δ.48 θ.13 είναι προφανώς να γνωρίζει ο Καθ΄ ου η Αίτηση τις θέσεις των Εναγόντων που προωθήθηκαν και εξασφαλίστηκε μονομερώς το διάταγμα. Όσον αφορά την εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητών ότι θα έπρεπε να ζητείτο η άδεια του Δικαστηρίου και για την επίδοση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνόδευε εκτός δικαιοδοσίας, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η Δ.6 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αναφέρεται σε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του Κλητηρίου Εντάλματος ή της ειδοποίησης του και δεν επεκτείνεται σε αιτήσεις. Η συγκεκριμένη αίτηση αφορούσε ακριβώς στην εξασφάλιση αυτής της άδειας. Η ανάγκη επίδοσης της μονομερούς αίτησης, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 2.7.12, μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι προϋπόθεση για να καταστεί δεσμευτικό το διάταγμα και δεν είναι απαραίτητη η εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για επίδοση τους εκτός δικαιοδοσίας. Όσον αφορά την αναγκαιότητα μετάφρασης του διατάγματος στην Αγγλική γλώσσα, εφόσον έχει κριθεί ότι ήταν μεταξύ των εγγράφων για τα οποία υπήρχε νομική υποχρέωση επίδοσης του, τότε θα έπρεπε να είχε μεταφραστεί και αυτό στην Αγγλική γλώσσα, όπως έγινε και με τα υπόλοιπα έγγραφα που επιδόθηκαν. Η μη μετάφραση του στην γλώσσα που είναι κατανοητή στους Εναγόμενους 1 και 2, ενέχει σοβαρές επιπτώσεις σύμφωνα με τον ΕΚ. 1393/07 εφόσον σε τέτοια περίπτωση δίνεται η δυνατότητα στον παραλήπτη άρνησης παραλαβής του. Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά άρθρα του Ε.Κ.1393/07: « Άρθρο 5 Μετάφραση των πράξεων
- Η υπηρεσία διαβίβασης στην οποία κατατίθεται η προς διαβίβαση πράξη επισημαίνει στον αιτούντα ότι ο παραλήπτης μπορεί να αρνηθεί να παραλάβει την πράξη αν αυτή δεν έχει συνταχθεί σε μια από τις γλώσσες που ορίζει το άρθρο 8». « Άρθρο 8 Άρνηση παραλαβής της πράξης
- Η υπηρεσία παραλαβής ενημερώνει τον παραλήπτη, μέσω της έντυπης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ, ότι μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης ή μπορεί να επιστρέψει την πράξη στην υπηρεσία παραλαβής εντός μιας εβδομάδας, εφόσον η πράξη που επιδίδεται ή κοινοποιείται δεν έχει συνταχθεί ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε μία από τις ακόλουθες γλώσσες: α) σε γλώσσα την οποία ο παραλήπτης κατανοεί, ή β) στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής ή, εάν αυτό το κράτος έχει περισσότερες επίσημες γλώσσες, στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση ή η κοινοποίηση». Οι ίδιες πρόνοιες εντοπίζονται και στο εδάφιο 12 του προοιμίου του πιο πάνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Ασφαλώς αυτή η παράβαση των πιο πάνω προνοιών του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παρατυπία ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής της Δ.64 για το λόγο ότι η εφαρμογή της διαταγής αυτής δεν επεκτείνεται και σε παραβάσεις των Ευρωπαϊκών Κανονισμών. Όσον αφορά την ορθότητα της μετάφρασης του Κλητηρίου Εντάλματος και της Ειδοποίησης του παρά τις γενικές αναφορές στην ένορκη δήλωση της Ζαντή δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένη θέση ή στοιχεία ως προς το ότι οι μεταφράσεις των πρωτότυπων εγγράφων, που είναι στην Ελληνική γλώσσα, στα Αγγλικά δεν αποδίδουν τη σωστή ερμηνεία του Ελληνικού κειμένου. Από την άλλη δεν υπάρχει καμιά νομοθετική πρόνοια που να υποστηρίζει την εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητών στη γραπτή του αγόρευση περί της αναγκαιότητας πιστοποίησης της μετάφρασης από μέρους του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνεπώς η πιο πάνω θέση παραμένει μετέωρη και απορρίπτεται. Ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι δεν τίθεται θέμα αντικανονικότητας της επίδοσης των εγγράφων εφόσον αυτή έγινε από την αρμόδια υπηρεσία της Αγγλίας σύμφωνα με τον Ε.Κ.1393/07 και αυτό επιβεβαιώνεται από τις βεβαιώσεις/πιστοποιητικά επίδοσης των εγγράφων. Αντίθετη άποψη εξέφρασε ο δικηγόρος των Εναγομένων 1 και
- Ότι δηλαδή ναι μεν επιδόθηκαν τα έγγραφα, σύμφωνα με το Νόμο που ισχύει στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά η αρμόδια αρχή δεν έδωσε στους Εναγόμενους 1 και 2 την τυποποιημένη βεβαίωση σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ε.Κ.1393/07 Παράρτημα ΙΙ του Κανονισμού 1393/07 με την οποία να πληροφορούνται περί του δικαιώματος τους να αρνηθούν παραλαβή των εγγράφων. Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 8
(1)και παραγράφους 11 και 12 του προοιμίου του Κανονισμού 1393/07 ότι ο παραλήπτης θα πρέπει να ενημερωθεί από την υπηρεσία παραλαβής, μέσω της βεβαίωσης, ότι μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή των εγγράφων εφόσον η πράξη που του κοινοποιείται δεν είναι συνταγμένη σε γλώσσα την οποία κατανοεί. Αυτό γίνεται μέσω της έντυπης βεβαίωσης. Αντίθετη βεβαίως ήταν η άποψη της δικηγόρου των Εναγόντων ότι δηλαδή δεν ήταν απαραίτητη η βεβαίωση στη βάση του άρθρου 8 στην παρούσα περίπτωση, θεωρώντας προφανώς ότι η πρόνοια αυτή δεν τύγχανε εφαρμογής λόγω μετάφρασης στ΄ Αγγλικά των υπόλοιπων εγγράφων που αφορούσαν στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.7.12 και τη μη αναγκαιότητα επίδοσης του διατάγματος. Από μια ενδελεχή μελέτη των βεβαιώσεων επίδοσης των εγγράφων που εκδόθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο εντοπίζεται το σημείο 12.3 που αναφέρεται ακριβώς στο υπό κρίση θέμα όπου δεν δίνεται καμία ένδειξη ότι υπήρξε συμμόρφωση με τον όρο αυτό. Θα πρέπει όμως το θέμα να εξεταστεί σε συνάρτηση με τα στοιχεία που δόθηκαν στην αρμόδια για επίδοση αρχή από μέρους των Εναγόντων, που είναι το Έντυπο/Παράκληση για επίδοση (η επισυναπτόμενη αίτηση στο Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης της Χριστοδουλίδη) από την οποία εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αίτηση δεν αφορούσε σε έγγραφο που είναι σε γλώσσα ακατανόητη για τους Εναγόμενους 1 και 2. Όπως ανέφερα ανωτέρω, τα δεδομένα που τέθησαν υπόψη της αρμόδιας αρχής για επίδοση με το Έντυπο/Παράκληση σύμφωνα με το άρθρο 4
(3)του Ε.Κ. 1393/07 είναι ότι η γλώσσα των εγγράφων ήταν η Ελληνική και συνοδεύοντο με τη μετάφραση τους στα Αγγλικά. Συνεπώς δεν αποκλείεται με τα δεδομένα που είχε υπόψη της η αρμόδια για επίδοση αρχή να έχει παραπλανηθεί εξού και καμιά αναφορά κάμνει στην παράγραφο 12.3 των πιστοποιητικών επίδοσης (Τεκμήρια 2(α) και 3(α) της ένορκης δήλωσης της Χριστοδουλίδη) αν δόθηκε ή όχι το απαραίτητο έντυπο. Εφόσον όμως μεταξύ των εγγράφων που επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 1 και 2 περιλαμβάνετο και το διάταγμα ημερομηνίας 2.7.12 χωρίς τη μετάφραση του στα Αγγλικά θα έπρεπε σίγουρα να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 8 του Ε.Κ. 1393/07 και να πληροφορούντο γραπτώς σύμφωνα με τον τύπο του Παραρτήματος ΙΙ, που προνοεί ο Κανονισμός περί του δικαιώματος τους ν΄ αρνηθούν την επίδοση. Συνεπώς η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και γι΄ αυτό το λόγο. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω να εξετάσω και ορισμένα από τα άλλα θέματα που ηγέρθησαν στην παρούσα αίτηση. Ήταν περαιτέρω εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων 1 και 2 ότι το Κλητήριο Ένταλμα και η Ειδοποίηση περί αυτού, χωρίς ημερομηνία, με την επισύναψη τους στην ένορκη δήλωση της Μαππής απώλεσαν την αυτοτελή ιδιότητα τους και αποτελούν πλέον Τεκμήρια της ένορκης δήλωσης. Είναι γεγονός ότι το πιστό αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος και η Ειδοποίηση περί αυτού, όπως είχαν επιδοθεί, συνιστούσαν Τεκμήρια της ένορκης δήλωσης της Δανάης Μαππής. Στην ένορκη δήλωση της η Μαππής δίνει περιγραφή των εγγράφων που μετέφρασε που είναι το Κλητήριο Ένταλμα και η Έκθεση Απαίτησης στην Αγωγή 1305/
- Δεν γίνεται καμιά αναφορά για μετάφραση και της Ειδοποίησης του Κλητηρίου. Σημειώνεται ότι δεν συνιστά επίδικο θέμα η εγκυρότητα της επίδοσης και των δύο δικογράφων μαζί δηλαδή του Κλητηρίου και της Ειδοποίησης του. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν πρέπει να ιδωθούν μεμονωμένα αλλά σε συνάρτηση με τα εξής: Τη διαφορετική προθεσμία που δίνουν τα δύο έγγραφα στους παραλήπτες για το δικαίωμα τους να εμφανιστούν και να υπερασπίσουν τον εαυτό τους στην υπόθεση, όπου στο Κλητήριο αναφέρονται δέκα μέρες από την επίδοση ενώ στην Ειδοποίηση 60 μέρες. Την απουσία επίσης επεξηγηματικής επιστολής σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στα πλαίσια της οποίας επιδόθηκαν τα έγγραφα. Συνεπώς με τα πιο πάνω δεδομένα είναι πιθανόν να παραπλανηθούν οι Εναγόμενοι 1 και 2 ως προς τη σημασία των εγγράφων που τους επιδόθηκαν και να τους προκαλέσουν σύγχυση ως προς το χρόνο εντός του οποίου έχουν δικαίωμα καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και να μην τους δοθεί περαιτέρω η ανάλογη προσοχή. Ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι τυχόν επιτυχία της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία στους Ενάγοντες ενόψει της εξέλιξης της υπόθεσης. Ασφαλώς και θα υπάρξει ταλαιπωρία και απώλεια χρόνου, δικηγορικών και ίσως άλλων εξόδων στην περίπτωση νέας προσπάθειας από μέρους των Εναγόντων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Δεν συνιστά όμως λόγο που να δικαιολογεί τη μη εφαρμογή των προνοιών των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και να καθιστά νόμιμη την επίδοση. Η μεγάλη σημασία της δέουσας επίδοσης είναι δεδομένη εφόσον αποτελεί το θεμέλιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και το μέσο της πληροφόρησης του Εναγόμενου περί των νομικών μέτρων εναντίον του όπως και περί του δικαιώματος του να εμφανιστεί και να υπερασπιστεί. Τα έγγραφα που θα έπρεπε να επιδοθούν και δεν επιδόθηκαν στην παρούσα περίπτωση προκύπτουν από τους πιο πάνω Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και αλληλένδετα μεταξύ τους. Παρέμεινε τέλος να εξεταστεί το θέμα της παράλειψης εξασφάλισης εκ των προτέρων διατάγματος σφράγισης του Κλητηρίου και της ειδοποίησης του, που αν και δεν εγείρεται στην αίτηση και ένσταση περιέχεται στις αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Η παράλειψη σφράγισης οδηγεί, σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Κουκούνη, σε ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 2.7.12 και της επίδοσης των εγγράφων δυνάμει αυτού. Είναι παραδεκτό από πλευράς των Εναγόντων στην ένσταση τους ότι δεν εξασφαλίστηκε ποτέ διάταγμα σφράγισης του Κλητηρίου Εντάλματος γιατί, κατά την εισήγηση τους, δεν κρίθηκε απαραίτητο λόγω της ύπαρξης Κυπριακής εταιρείας ως συνεναγόμενης 3, στην οποία είχε ήδη επιδοθεί το Κλητήριο από τις 22.5.
- Η Δ.2 θ.2 (αντίστοιχη της παλιάς Αγγλικής O.2 r.4) προβλέπει ότι κανένα Κλητήριο ή ειδοποίηση του που προορίζεται για επίδοση εκτός Κύπρου δεν θα σφραγίζεται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Προκύπτει από τη πιο πάνω Διαταγή ότι η άδεια σφράγισης τέτοιου Κλητηρίου ή της ειδοποίησης του είναι αναπόσπαστο μέρος της καταχώρησης και επίδοσης του και δεν συνιστά μια τυπική διαδικασία. Στην περίπτωση κατά την οποία ένας τουλάχιστον Εναγόμενος διαμένει στην Κύπρο ενώ άλλος συνεναγόμενος βρίσκεται εκτός Κύπρου τότε τυγχάνουν εφαρμογής και οι πρόνοιες της Δ.6 θ.1(h) [αντίστοιχη της παλιάς Αγγλικής Ο.11 r1(g)]. Η εν λόγω Διαταγή προνοεί ότι επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του Κλητηρίου ή της ειδοποίησης του μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο στην περίπτωση κατά την οποία ο Εναγόμενος, κάτοικος εξωτερικού, είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος σε αγωγή που ορθά καταχωρήθηκε εναντίον άλλου Εναγόμενου στον οποίο επιδόθηκε δεόντως στην Κύπρο το Κλητήριο. Αυτό σημαίνει ότι σε τέτοια περίπτωση οι πρόνοιες της Δ.2 θ.2 και Δ.5 θ1(h) θα πρέπει να εξετάζονται παράλληλα. Με το θέμα της αναγκαιότητας σφράγισης του Κλητηρίου ασχολήθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Larticon Co. V. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 (B) A.A.Δ. 1121 όπου στις σελίδες 1128 και 1129 ανέφερε τα εξής: «Η εφεσίβλητη με την αντέφεση της προσβάλλει την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης στην οποία περιέχονται οι απορρίψεις τεσσάρων νομικών σημείων που ήγειρε αναφορικά με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να προβεί στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Θα εξετάζουμε ξεχωριστά τον κάθε ένα λόγο που προβάλλεται. (i) Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε ότι η εφεσείουσα δεν έπρεπε να ζητήσει τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.2 θ.2. Όπως φαίνεται από τον τίτλο της αγωγής η α΄ εφεσίβλητη είναι εταιρεία που έχει διεύθυνση στη βιομηχανική περιοχή Ιδαλίου, ενώ η β΄ εφεσίβλητη είναι εταιρεία που έχει διεύθυνση στο Dusseldorf, Γερμανίας. Η καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος έγινε με τη σημείωση πάνω από τον τίτλο της αγωγής. «Όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 2 χωρίς τη σχετική άδεια του Δικαστηρίου». Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώρηση του λόγω της ύπαρξης διαδίκων εκτός δικαιοδοσίας δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.6
(1)(h), εφόσον στο κλητήριο ένταλμα εμφανίζεται εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας. Η Δ.6
(1)(
- h)προνοεί ότι: "Subject to section 15 of the Courts of Justice Law, Cap. 11, service out of the jurisdiction of a writ of summons or notice of a writ of summons may be allowed by the Court or a Judge whenever-... (
- h)Any person out of Cyprus is a necessary or proper party to an action properly brought against some other person duly served in Cyprus". Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ως ακολούθως: "Στην παρούσα υπόθεση όπως ήδη αναφέρθηκε επιζητείται η ακύρωση ή παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος πριν την καταχώρηση του. Τέτοια άδεια όμως δεν είναι αναγκαία εφόσον στο κλητήριο εμφανίζεται εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας. Δεν είχαν επομένως οι ενάγοντες υποχρέωση να ζητήσουν άδεια για σφράγιση του κλητηρίου. Επιπλέον σημειώνω ότι στην όψη του κλητηρίου εμφαίνεται η σημείωση "όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγόμενους 2 χωρίς τη σχετική άδεια του Δικαστηρίου". Επομένως το κλητήριο καλώς εκδόθηκε και παραμένει σε ισχύ." Είναι η θέση της εφεσίβλητης ότι το πιο πάνω συμπέρασμα είναι λανθασμένο γιατί σύμφωνα με τη Διαταγή 2, θεσμός 2 των Κυπριακών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η εφεσείουσα θα έπρεπε να εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου πριν την καταχώρηση της αγωγής. Η πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε σωστά το σημείο που είχε εγερθεί και δεν νομίζουμε ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος επέμβασης μας.» Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 273 όπου στη σελίδα 279 αναφέρεται ότι: «Η υποβολή αίτησης προς λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώρηση του λόγω της ύπαρξης των εναγομένων 2 που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας δεν ήταν αναγκαία εφόσον η αγωγή στρέφεται και εναντίον εναγομένου εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου.» Ενόψει της πιο πάνω νομολογίας, στην παρούσα περίπτωση δεν χρειαζόταν η άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του Κλητηρίου πριν την καταχώρηση του εφόσον η Εναγόμενη 3 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Αφ΄ ής στιγμής όμως οι Ενάγοντες έκριναν ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, κάτοικοι εξωτερικού, ήταν αναγκαίοι διάδικοι και επιχειρήθηκε η επίδοση του Κλητηρίου και σε αυτούς θα έπρεπε να ζητηθεί άδεια προηγουμένως για σφράγιση του. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στους δικούς μας θεσμούς για έκδοση παράλληλου κλητηρίου (concurrent writ) όπως προβλεπόταν στην Αγγλική Δικονομία δεν απαλλάσσει τους Ενάγοντες από την ευθύνη σφράγισης του Κλητηρίου όταν παρέστη ανάγκη. Ακολούθως θα έπρεπε να ληφθούν διαβήματα επίδοσης του Κλητηρίου ή της ειδοποίησης του εκτός δικαιοδοσίας. Αυτές οι δύο ενέργειες θα μπορούσαν να γίνουν και ταυτόχρονα. Η λήψη άδειας σφράγισης ήταν εφικτή στο στάδιο της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εφόσον είχε ήδη επιδοθεί το Κλητήριο στην Εναγόμενη 3 στην Κύπρο που είναι προϋπόθεση εφαρμογής των προνοιών της Δ.5 θ.1(h). Η μη λήψη άδειας σφράγισης του Κλητηρίου δεν ήταν η μόνη παράλειψη συμμόρφωσης με τους πιο πάνω Θεσμούς από πλευράς Εναγόντων. Κατά την καταχώρηση του Κλητηρίου θα έπρεπε να δηλωνόταν ότι δεν προορίζετο για επίδοση εκτός Κύπρου, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, στους Εναγόμενους 1 και 2 ώστε να αναγραφόταν η σχετική δήλωση στο Κλητήριο. Αυτός προφανώς είναι και ο λόγος για τον οποίον δεν απαιτήθηκε άδεια για σφράγιση του στο στάδιο εκείνο [βλ. Annual Practice του 1958 στη σελ. 4 κάτω από τον τίτλο "Defendant with Foreign Address" και στη σελ. 146 κάτω από τον τίτλο "Practice" και Larticon Co (ανωτέρω)]. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 14 του Annual Practice: «A writ may be issued against a defendant with a foreign address where it is not intended to serve it out of the jurisdiction, e.g., where the defendant has a solicitor within the jurisdiction who will accept service and undertake to appear for the defendant. The form of writ is that for service within the jurisdiction, and on being issued is stamped with the seal: "Not for service out of the jurisdiction." If subsequently it should become necessary to serve the writ out of the jurisdiction, application must be made in the usual way under O.11 for leave to issue a concurrent writ and serve it, or notice of it, out of the jurisdiction.» Δεν εντοπίζεται τέτοια αναφορά στο υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Κλητήριο. Κρίνω την παράλειψη αναφοράς στο Κλητήριο ότι είναι τυπικής μορφής που δεν αγγίζει τη ρίζα της διαδικασίας και θα μπορούσε να τύχει διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.64 αν λαμβάνονταν μέτρα έγκαιρα, κάτι που δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Η παράλειψη όμως λήψης άδειας για σφράγιση του Κλητηρίου όταν διαφάνηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν αναγκαίοι διάδικοι, και επιχειρήθηκε η επίδοση του Κλητηρίου στο εξωτερικό, καθορίζει όχι μόνο την τύχη της επίδοσης του Κλητηρίου και της ειδοποίησης του αλλά και της άδειας που εξασφαλίστηκε γι΄ αυτό το σκοπό. Συνεπώς η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και γι΄ αυτό το λόγο και η επίδοση του Κλητηρίου και της ειδοποίησης του όπως και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.7.12 να ακυρωθούν. Συνεπώς η αίτηση επιτυγχάνει. Το διάταγμα ημερ. 2.7.12 καθώς και η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και της Ειδοποίησης περί αυτού ακυρώνονται και παραμερίζονται. Οι Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση να πληρώσουν στους Αιτητές-Εναγόμενους 1 και 2 τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό διατάγματος του Δικαστηρίου για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στο εξωτερικό καθώς και της επίδοσης του cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο