← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. SANT COLIN κ.α., Αρ. Αγωγής: 1574/12, 20/5/2013

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. SANT COLIN κ.α., Αρ. Αγωγής: 1574/12, 20/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1574/12 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγοντες - και - 1. SANT COLIN 2. SANT SUSAN LESLEY 3. ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED Εναγομένων Αίτηση ημερ. 13.12.12 για ακύρωση διατάγματος που επιτρέπει επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας καθώς και ακύρωση της επίδοσης Ημερομηνία: 20 Μαΐου 2013 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εναγομένους 1 και 2: κ. Γ. Κουκούνης. Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Ενάγοντες: κα Μαυρικίου για κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της κρινόμενης αγωγής είναι η σύμβαση δανείου που παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες προς τους εναγομένους 1 και 2 τη εγγυήσει του εναγομένου 3 ύψους CHF532.000,00. Συνεπεία της μη καταβολής των συμφωνηθέντων δόσεων και μη συμμόρφωσης με τους όρους της σύμβασης, οι ενάγοντες τερμάτισαν τη σύμβαση και κατεχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνουν ανάκτηση ποσού ύψους CHF610.197,55 πλέον τόκους, πώληση ενυπόθηκου κτήματος και άλλες θεραπείες ως λεπτομερώς διαλαμβάνεται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Δεδομένης της κατοικίας και διαμονής των εναγομένων 1 και 2 στο Ηνωμένο Βασίλειο, ήτοι εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, η επίδοση προς αυτούς επιτεύχθηκε με υποκατάστατο επίδοση κατόπιν μονομερούς αίτησης των εναγόντων. Το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 προέβλεπε ότι «επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και ειδοποίηση περί αυτού καθώς και μετάφραση αυτών στους εναγομένους 1 και 2 μέσω της δικαιοδοσίας ως προνοείται από τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/2001 και 1393/2007». Με το εν λόγω διάταγμα καθοριζόταν ο χρόνος εμφάνισης των εναγομένων σε 60 ημέρες από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Μετά την καταχώρηση υπό όρον διαμαρτυρίας σημειώματος εμφανίσεως εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2, καταχωρήθηκε η κρινόμενη αίτηση με την οποία επιδιώκονται και αξιώνονται τα κάτωθι: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή παραμερίζεται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 δια του οποίου επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντίγραφου του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και ειδοποίησης περί αυτού, ως επίσης και των μεταφράσεων αυτών, εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στους εναγόμενους 1 και 2, για το λόγο ότι οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου, των σχετικών Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και του Συντάγματος ή απέτυχαν να συμμορφωθούν με ή να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.7.2012 ή λόγω μη σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή λόγω μη επίδοσης τούτου προς τους εναγόμενους 3 πριν την καταχώρηση της αίτησης δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 ή λόγω έλλειψης άδειας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή διότι η όλη διαδικασία πάσχει εξ υπαρχής ως άκυρη ή αντικανονική ή νόμω αβάσιμη ή άλλως πως. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή παραμερίζεται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 δια του οποίου επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντίγραφου του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και ειδοποίησης περί αυτού, ως επίσης και των μεταφράσεων αυτών, στους εναγόμενους 1 και 2, μέσω της δικαιοδοσίας ως προνοείται από τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/01 και 1393/07, για το λόγο ότι οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις του Νόμου, των σχετικών Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και του Συντάγματος ή απέτυχαν να συμμορφωθούν με ή να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 ή λόγω μη σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή λόγω μη επίδοσης τούτου προς τους εναγόμενους 3 πριν την καταχώρηση της αίτησης δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 ή λόγω έλλειψης άδειας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή διότι η όλη διαδικασία πάσχει εξ υπαρχής ως άκυρη ή αντικανονική ή νόμω αβάσιμη ή άλλως πως. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή να παραμερίζεται η επίδοση προς τους εναγόμενους 1 και 2, κατά ή περί τις 30.11.2012, του πιστού αντίγραφου της ένορκης δήλωσης της Ειρήνης Καλλή, από Λευκωσία, Κύπρος, ημερ. 6.9.2012 και των αναφερόμενων σε αυτήν εγγράφων ως τεκμήρια Α, Β, Γ και Δ, ως επίσης και της επίδοσης του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 στα ελληνικά, ως άκυρη ή παράνομη ή παράτυπη ή αντικανονική ή κακή ή επισφαλής ή λόγω του ότι οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις του Νόμου, των σχετικών Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και του Συντάγματος ή απέτυχαν να συμμορφωθούν με ή να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 ή λόγω μη σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή λόγω μη επίδοσης τούτου προς τους εναγόμενους 3 πριν την καταχώρηση της αίτησης δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 ή λόγω έλλειψης άδειας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή διότι η όλη διαδικασία πάσχει εξ υπαρχής ως άκυρη ή αντικανονική ή νόμω αβάσιμη ή άλλως πως. Δ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται ή να δηλώνεται ότι οποιαδήποτε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, της ειδοποίησης περί αυτού, των ισχυριζόμενων μεταφράσεων αυτών στην Αγγλική γλώσσα, ως επίσης και η οποιαδήποτε επίδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 στην Ελληνική γλώσσα, προς τους εναγόμενους 1 και 2, κατά ή περί ή μεταξύ τις 30.11.2012 είναι άκυρη ή παράνομη ή παράτυπη ή αντικανονική ή κακή ή ότι οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις του Νόμου, των σχετικών Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και του Συντάγματος ή απέτυχαν να συμμορφωθούν με ή να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 ή λόγω μη σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή λόγω μη επίδοσης τούτου προς τους εναγόμενους 3 πριν την καταχώρηση της αίτησης δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 ή λόγω έλλειψης άδειας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή διότι η όλη διαδικασία πάσχει εξ υπαρχής ως άκυρη ή αντικανονική ή νόμω αβάσιμη και όπως διαταχθεί η ακύρωση ή ο παραμερισμός τούτων ανάλογα ή όπως διαταχθεί ο παραμερισμός και η ακύρωση της επίδοσης τούτων στο εξωτερικό προς τους αιτητές, εάν και εφόσον αυτή έγινε, ή όπως διαταχθεί ο παραμερισμός και η ακύρωση της άδειας για την επίδοση τους εκτός δικαιοδοσίας προς τους αιτητές ή ως άλλως πως ήθελε διατάξει το Δικαστήριο. H αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της Χριστιάνας Ζαντή, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των αιτητών - εναγομένων 1 και 2. Εξ' όσων η ίδια αναφέρει, κατέστη γνώστης των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή και αίτηση από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης και από πληροφόρηση που έλαβε από τους αιτητές και τους δικηγόρους τους στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δηλώνει ότι είναι άριστη γνώστης της αγγλικής γλώσσας δεδομένου ότι έχει σπουδάσει νομικά στο King's College London και έχει κληθεί ως Barrister at Law στο Gray's Inn. Παραθέτει δε ως κάτωθι τα γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση. (Θεωρώ σκόπιμο να καταγραφεί αυτολεξεί η σχετική παράγραφος και αναφορά). «Κατά ή περί την 30.11.2012 επιδόθηκαν στους εναγομένους 1 και 2 τα πιο κάτω έγγραφα: Πιστό αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 στην ελληνική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται στην παρούσα ένορκη δήλωση μου ως Τεκμήριο Α. Πιστό αντίγραφο της ένορκης δήλωσης της Ειρήνης Καλλή από Λευκωσία, Κύπρος, ημερ. 6.9.2012, μαζί με τα έγγραφα τα οποία επισυνάφθηκαν στην εν λόγω ένορκη δήλωση, το σύνολο των οποίων επισυνάπτονται στην παρούσα ένορκη δήλωση μου ως Τεκμήριο Β. Τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται και επισυνάπτονται στη ρηθείσα ένορκη δήλωση της Ειρήνης Καλλή είναι τα ακόλουθα:
  2. i)Πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ας άνω αριθμό και τίτλο αγωγής κατά ισχυρισμό μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της.
  3. ii)Πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, στην Ελληνική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της. iii) Πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, κατά ισχυρισμό μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της.
  4. iv)Πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, στην Ελληνική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της. Ως εκ των ανωτέρω, οι ενάγοντες παρέλειψαν να επιδώσουν ή απέτυχαν να επιδώσουν κανονικά στους αιτητές, τα ακόλουθα έγγραφα: α) Πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στην Ελληνική γλώσσα. β) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. γ) Πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, στην Ελληνική γλώσσα. δ) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. ε) Πιστό αντίγραφο της μονομερούς αίτησης των εναγόντων βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.7.2012, στην Ελληνική γλώσσα. στ) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα της μονομερούς αίτησης των εναγόντων βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.7.2012. ζ) Πιστό αντίγραφο της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την ως άνω αναφερόμενη μονομερή αίτηση των εναγόντων, καθώς και των οποίων επισυναπτόμενων σε αυτήν τεκμηρίων στην Ελληνική γλώσσα. η) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την ως άνω αναφερόμενη μονομερή αίτηση των εναγόντων, καθώς και των όποιων επισυναπτόμενων σε αυτήν τεκμηρίων. θ) Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.7.2012 στην Αγγλική γλώσσα. ι) Επεξηγηματική επιστολή, στην Αγγλική γλώσσα, που να αναφέρεται στα επιδοθέντα έγγραφα, στο περιεχόμενο και τις επιπτώσεις των εν λόγω εγγράφων, στα δικαιώματα των αιτητών να εμφανιστούν και να υπερασπιστούν την παρούσα αγωγή, στους χρονικούς περιορισμούς που υπάρχουν και στα δικαιώματα τους να αρνηθούν ή να απορρίψουν την επίδοση των επιδοθέντων σε αυτούς εγγράφων. κ) Τη γραπτή τυποποιημένη βεβαίωση/πιστοποιητικό, συμφώνως του Παραρτήματος ΙΙ (Annex II) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007, με την οποία να πληροφορούνται οι αιτητές για τα δικαιώματα τους να αρνηθούν ή να απορρίψουν την επίδοση των επιδοθέντων σε αυτούς εγγράφων, τα χρονικά πλαίσια και τη διαδικασία που προβλέπεται για να ασκήσουν τα εν λόγω δικαιώματα τους». Ισχυρίζεται περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα ότι οι ενάγοντες δεν έλαβαν και παρέλειψαν να λάβουν άδεια από το Δικαστήριο ώστε να επιδώσουν και τα έγγραφα τα οποία περιγράφονται στην παράγραφο 9(α) μέχρι (κ), καθώς επίσης και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012. Θεωρεί την παράλειψη αυτή ως μη συμμόρφωση με τον Νόμο, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τους σχετικούς Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και το Σύνταγμα. Η παράλειψη αυτή στέρησε από τους εναγόμενους το δικαίωμα να ενημερωθούν γραπτώς στην αγγλική γλώσσα η οποία είναι η μόνη κατανοητή σε αυτούς για τις διαδικασίες που τους προσφέρονται ώστε να προστατευθούν, δηλαδή για το δικαίωμα τους να αρνηθούν ή να απορρίψουν την επίδοση των αναφερομένων εγγράφων όπως επίσης και το δικαίωμα τους για να εμφανιστούν και να υπερασπιστούν στην εν λόγω αγωγή. Σημειώνεται επίσης πως η μη λήψη της γραπτής τυποποιημένης βεβαίωσης/πιστοποιητικού, όπως διαλαμβάνεται στο Παράρτημα 2 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 εξυπακούει και τη μη λήψη από τους αιτητές του γραπτού εντύπου - πιστοποιητικού που είχαν δικαίωμα να συμπληρώσουν για σκοπούς άρνησης ή απόρριψης της επίδοσης. Σημειώνεται περαιτέρω πως έχει επιδοθεί προς τους αιτητές το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 καταγραμμένο στην ελληνική γλώσσα την οποία οι εναγόμενοι δεν κατανοούν, συνεπώς στερήθηκαν του δικαιώματος τους να πληροφορηθούν για το περιεχόμενο του διατάγματος αυτού, καθώς και για τις συνέπειες του. Θεωρεί η ενόρκως δηλούσα πως η παράλειψη των εναγόντων να επιδώσουν προς τους αιτητές τα έγγραφα που αναφέρονται στις παραγράφους 9(ι) και (κ) τους στέρησε το δικαίωμα να γνωρίζουν τις προσφερόμενες προς αυτούς διαδικασίες. Η παράλειψη δε επίδοσης των εγγράφων 9(ε), (στ), (ζ), (η) και (θ) τα οποία ήσαν απαραίτητα σημαντικά και ουσιώδη για τους αιτητές έγινε κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Νόμου και των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας και κυρίως της Διάταξης 48, Θεσμός 13 και Διάταξη 6, Θεσμός 7

(1)(α - δ), 2 και
  1. Στερήθηκαν επίσης του δικαιώματος να τύχουν πληροφόρησης για τον τρόπο εξασφάλισης του μονομερούς διατάγματος ημερ. 5.7.2012 το οποίο επέτρεπε την επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας. Υποδεικνύει επίσης πως τα έγγραφα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Ειρήνης Καλλή ως τεκμήρια Β και Δ δεν συνιστούν έγκυρο πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης του, διότι έχουν επισυναφθεί ως τεκμήρια Β και Δ στην εν λόγω ένορκο δήλωση και γι' αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.
  2. Ως εκ τούτου καταλήγει η εισήγηση, δεν έχουν επιδοθεί στους αιτητές έγκυρα και πιστά αντίγραφα του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και της ειδοποίησης του αλλά έχει επιδοθεί μόνο η ένορκος δήλωση της Ειρήνης Καλλή και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 στην ελληνική γλώσσα. Οι μεταφράσεις στην αγγλική γλώσσα των τεκμηρίων Α και Γ της ένορκης δήλωσης της Ειρήνης Καλλή δεν είναι πιστοποιημένες ως ακριβείς και αληθείς από το αρμόδιο τμήμα μεταφράσεων του γραφείου Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο θεωρεί πως είναι η μόνη αναγνωρισμένη κατάλληλη αρχή μεταφράσεων στην Κύπρο. Στην ένορκη δήλωση της Ειρήνης Καλλή δεν γίνεται καμία αναφορά για το πρόσωπο το οποίο μετάφρασε τα εν λόγω έγγραφα και τις ικανότητες, εμπειρίες και προσόντα του. Ούτε η Ειρήνη Καλλή αναφέρει οτιδήποτε σχετικά με την ικανότητά της να κατανοεί, να διαβάζει την αγγλική γλώσσα ή για το επάγγελμα και τα ακαδημαϊκά της προσόντα. Επομένως είναι η εισήγηση ότι δεν διασφαλίζεται ότι οι αναφερόμενες ως μεταφράσεις από τα ελληνικά στα αγγλικά των εν λόγω εγγράφων είναι αληθείς, πιστές και ακριβείς ώστε να θεωρείται ότι έχει υπάρξει συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 και τους σχετικούς Κανονισμούς και το Σύνταγμα. Προβάλλεται τέλος η θέση πως η σχετική διαδικασία που ακολούθησαν οι ενάγοντες πάσχει επειδή δεν ζητήθηκε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος εφόσον αφορούσε τους αιτητές, οι οποίοι είναι κάτοικοι εξωτερικού και διαμένουν εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ως επίσης δεν έχει προηγηθεί η επίδοση εντός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος της ως άνω αγωγής προς τους εναγόμενους 3 πριν την καταχώρηση της αίτησης δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 ή λόγω έλλειψης άδειας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή διότι η όλη διαδικασία πάσχει εξ υπαρχής ως άκυρη ή αντικανονική ή είναι νόμω αβάσιμη. Για τους ανωτέρω λόγους είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η επίδοση της αγωγής δεν έγινε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τους σχετικούς Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και το Σύνταγμα και γενικά έχουν καταστρατηγήσει τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγομένων. Οι αναφερόμενες επίσης πράξεις των εναγόντων έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα τη νομιμότητα και την εγκυρότητα της επίδοσης και την κατέστησαν άκυρη, παράνομη, αντικανονική, επισφαλή και κακή. Η αίτηση αυτή των εναγομένων 1 και 2 αιτητών συνάντησε ως ήταν φυσικό την ένσταση των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι έχουν προβάλει ευάριθμους λόγους ένστασης για τους οποίους θεωρούν πως η αίτηση των αιτητών καθίσταται απορριπτέα. Θεωρώ ορθό για καλύτερη κατανόηση της παρούσας διαδικασίας να καταγραφούν και καταγράφονται αυτολεξεί οι εγειρόμενοι λόγοι ένστασης: «(α) Οι εναγόμενοι κωλύονται από του να προβάλουν τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αίτηση τους ημερ. 13.12.2012 και στην ένορκο δήλωση που στηρίζει αυτή. Και τούτο διότι οι εναγόμενοι έλαβαν πραγματική γνώση και/ή ενημερώθηκαν τόσο για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής εναντίον τους όσο και για το περιεχόμενο αυτής και το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου έπρεπε να λάβουν μέτρα για αντιμετώπιση της. Επιδόθηκαν σε αυτούς αντίγραφο του κλητηρίου όσο και της ειδοποίησης κλητηρίου αλλά και μεταφράσεις αυτών σε πλήρη συμμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.
  3. Συνεπώς και οι εναγόμενοι/αιτητές έλαβαν γνώση δεόντως, αφού τους επιδόθηκαν τα εν λόγω έγγραφα στη μητρική τους γλώσσα. (β) Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία, με βάση τους Θεσμούς και/ή τον Νόμο και/ή τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και/ή το διάταγμα δικαστηρίου ημερ. 5.7.
  4. (γ) Οι εναγόμενοι βασίζουν την αίτηση τους μεταξύ άλλων και σε λανθασμένα άρθρα των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και/ή θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. (δ) Οι εναγόμενοι δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (ε) Η παρούσα αίτηση αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια των εναγομένων να αποφύγουν και/ή να δικαιολογήσουν την παράλειψη τους, να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους προς τους ενάγοντες / καθ' ων η αίτηση. (στ) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση. (ζ) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. (η) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (θ) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Η δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν γίνεται από δικηγόρο και είναι εν πάση περιπτώσει παντελώς ανυπόστατη και συμπεριλαμβάνονται σε αυτή αναληθείς και παραπλανητικοί ισχυρισμοί. (ι) Η παρούσα αίτηση είναι ελλιπής και/ή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητούν οι εναγόμενοι - αιτητές. (κ) Οι εναγόμενοι επικαλούνται μη εφαρμοζόμενες νομικές αρχές αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό υποχρέωση των εναγόντων για σφράγιση του κλητηρίου και/ή αναφέρονται σε αναληθή/ λανθασμένα δεδομένα αναφορικά με την επίδοση του κλητηρίου στους εναγόμενους 3». Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Κάκιας Χριστοδουλίδη, υπαλλήλου των εναγόντων. Αποτελεί ισχυρισμό και θέση της ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε επίδοση εκτός δικαιοδοσίας συμμορφούμενοι αυστηρώς και πλήρως με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/
  5. Οι εναγόμενοι 1 και 2 κωλύονται από του να προβάλλουν τους ισχυρισμούς που εκθέτουν στην αίτηση τους, δεδομένου ότι έλαβαν δεόντως γνώση για την ύπαρξη της αγωγής αφού τους έχει επιδοθεί τόσο το κλητήριο όσο και η ειδοποίηση του κλητηρίου μεταφρασμένα στη μητρική τους γλώσσα. Για τούτο και καταχώρησαν σημείωμα εμφανίσεως καθώς και την κρινόμενη αίτηση. Είναι η θέση των εναγόντων ότι έχουν επιδώσει στους εναγόμενους όλα τα αναγκαία και ορθά έγγραφα σύμφωνα με τους Κανονισμούς και με τον περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμό. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 44/2001 ορθά έχουν επιδώσει και το κλητήριο ένταλμα και την ειδοποίηση του κλητηρίου αφού σύμφωνα με τον Κανονισμό επέδωσαν τόσο το εναρκτήριο έγγραφο όσο και ένα έγγραφο ισοδύναμο (equivalent) με αυτό. Το Δικαστήριο δε εκδίδοντας το σχετικό διάταγμα επέτρεψε την επίδοση και του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης του κλητηρίου, τα οποία οι ενάγοντες επέδωσαν τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα, δηλαδή τη μητρική γλώσσα των εναγομένων. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα θέσει τους ενάγοντες σε υπέρμετρη αδικία αφού ακολούθησαν την ενδεδειγμένη διαδικασία και θεωρούν την αίτηση των εναγομένων μια προσπάθεια για αποφυγή των υποχρεώσεων τους προς τους ενάγοντες καθώς και ανάλωση του χρόνου του Δικαστηρίου προκαλώντας αχρείαστα υπέρμετρη καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Προβάλλεται επίσης η θέση πως η αίτηση των αιτητών δεν βασίζεται στην ορθή νομική βάση και τα τεκμήρια που επισυνάπτουν στην αίτηση τους είναι ελλιπή και προβάλλουν αναληθείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς οι οποίοι προσλαμβάνουν τη μορφή περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. Αφού η ενόρκως δηλούσα προβαίνει σε παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης, ισχυρίζεται ότι η αγωγή επεδόθηκε στον εναγόμενο 2 στις 4.12.2012 και ότι αμφότεροι οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης καθώς και την παρούσα αίτηση στις 13.12.2012 και προς τούτο επισυνάπτεται η επιστολή ημερ. 11.1.2013 του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως προς τους δικηγόρους των εναγόντων με την οποία προκύπτει η ημερομηνία επίδοσης. Η ενόρκως δηλούσα περαιτέρω αναφέρεται και στο πιστοποιητικό επίδοσης εγγράφων - certificate of service or non service of documents στα οποία φαίνεται ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν δεόντως στις 31.1.2013 αναφορικά με τον εναγόμενο 2 ως τεκμήρια 2 και 2α. Παρατηρείται πως παρουσιάζεται μια ανακολουθία και αντίφαση στις ημερομηνίες αυτές αφού το έγγραφο ημερ. 11.1.2013 που αποδεικνύει όπως αναφέρεται την επίδοση προς τον εναγόμενο 2, είναι προγενέστερο της επίδοσης η οποία καθορίζεται να έγινε στις 31.1.
  6. Στην ίδια ένορκη δήλωση αναφέρεται πως οι ενάγοντες είχαν αποστείλει στον εναγόμενο 2 τα ίδια έγγραφα που απέστειλαν και στον εναγόμενο 1 και σημειώνουν ότι ο δικηγόρος εμφανίζεται και για τους δύο εναγόμενους και ουσιαστικά παραδέχεται την επίδοση και για τους δύο εναγομένους των εγγράφων που αφορούν την παρούσα αγωγή. Προς τους εναγομένους - αιτητές έχουν επιδοθεί εκτός των εγγράφων που αναφέρουν οι αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους, και άλλα περαιτέρω έγγραφα των οποίων παραλείπουν την αναφορά. Παραλείπουν επίσης οι αιτητές να επισυνάψουν το διάταγμα το οποίο είχε αποσταλεί στους εναγόμενους - αιτητές με την ένορκη δήλωση καθώς και την επιστολή προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης όπως και το πιστοποιητικό το οποίο προβλέπεται από το Παράρτημα 1 του Κανονισμού. Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση έχουν συνολικά αποστείλει και επιδώσει προς τους εναγόμενους τα πιο κάτω: (α) Ένορκη Δήλωση της ενόρκου δηλούσας ημερ. 6.9.
  7. (β) Πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην αγγλική γλώσσα. (γ) Πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην ελληνική γλώσσα. (δ) Πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης κλητηρίου στην αγγλική γλώσσα. (ε) Πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης κλητηρίου στην ελληνική γλώσσα. (στ) Πιστό αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Απορρίπτεται ο ισχυρισμός της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση των αιτητών για «κατ' ισχυρισμό» μεταφράσεις των εγγράφων που επιδόθηκαν στους εναγόμενους και προβάλλεται ο ισχυρισμός πως εάν η θέση των εναγομένων είναι ότι οι μεταφράσεις των εγγράφων αυτών είναι λανθασμένες, όφειλαν οι εναγόμενοι να υποδείξουν τα κατ' ισχυρισμό λάθη και να μην επιδίδονται σε γενικές και αόριστες αναφορές για σκοπούς εντυπωσιασμού και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Είναι ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση πως τα έγγραφα τα οποία αναφέρουν οι αιτητές στην παράγραφο 9(ε) μέχρι (θ) δεν επιδόθηκαν στους εναγόμενους καθότι η επίδοση τους δεν είναι υποχρεωτική και δεν προνοείται από το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ούτε προνοείται από τους σχετικούς Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς. Απορρίπτουν κατηγορηματικά τον ισχυρισμό των αιτητών περί μη επίδοσης προς αυτούς επεξηγηματικής επιστολής στην αγγλική γλώσσα και υποδεικνύουν ότι οι επιπτώσεις των εν λόγω εγγράφων καθώς και τα δικαιώματα των εναγομένων να εμφανιστούν και να υπερασπιστούν την παρούσα αγωγή όπως και οι χρονικοί περιορισμοί στα εν λόγω δικαιώματά τους, αναγράφονται ξεκάθαρα στην αγγλική, μητρική τους γλώσσα τόσο στο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος όσο και στο αντίγραφο της ειδοποίησης. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα και από το τεκμήριο Β που οι ίδιοι οι αιτητές επισυνάπτουν. Απορρίπτουν περαιτέρω οι ενάγοντες ότι είχαν υποχρέωση να επισυνάψουν στα έγγραφα που επέδωσαν στους εναγομένους, πιστοποιητικό ως το Παράρτημα 2 του Κανονισμού 1393/
  8. Το πιστοποιητικό που όφειλαν να επισυνάψουν είναι ως το Παράρτημα 1 του εν λόγω Κανονισμού, το οποίο και έπραξαν. Είναι η θέση των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση ότι έχουν επισυνάψει και επιδώσει όλα τα προβλεπόμενα από τους Κανονισμούς έγγραφα και ότι οι αιτητές - εναγόμενοι έχουν λάβει γνώση της δικαστικής διαδικασίας ως επίσης και των δικαιωμάτων που είχαν για εμφάνιση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναπτύξει ο μεν κ. Κουκούνης μέσω γραπτής αγόρευσης, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου, η δε κα Μαυρικίου με προφορική αγόρευση, τις εκατέρωθεν θέσεις τους τις οποίες έχω προσεκτικά μελετήσει και έχω κατά νου, κατά τη σύνταξη της απόφασης. Σχετική αναφορά των επί μέρους θεμάτων, γίνεται κατωτέρω. Πρόσθετα ο κ. Κουκούνης υιοθέτησε το λόγο των ενδιάμεσων αποφάσεων που το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε επί παρόμοιου θέματος σε άλλες υποθέσεις. Οφείλω να επισημάνω ότι, ο λόγος ένστασης περί του ανυπόστατου της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση διότι έγινε από δικηγόρο, φαίνεται ότι έχει εγκαταλειφθεί αφού δεν αναπτύχθηκε καθόλου στην αγόρευση των εναγόντων. Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικοί Δικονομίας Θεσμοί Δ.5, 6, και 48 το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Πρόσθετα γίνεται επίκληση των Ευρωπαϊκών Κανονισμών ΕΚ44/01 και ΕΚ1393/
  9. Όπως στην αρχή της απόφασης καταγράφηκε η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση δόθηκε, αφού και όπως ζητήθηκε από τους αιτητές να επιτευχθεί, ως προνοείται από τους εν λόγω κανονισμούς, οι οποίοι αποτέλεσαν και μέρος της νομικής βάσης της μονομερούς αίτησης των εναγόντων. Ο Κανονισμός (ΕΚ)1393/07 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) και κατάργηση του Κανονισμού (ΕΚ1348/2000) στοχεύει, ως αναφέρει το προοίμιο του στη διατήρηση και ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και θεσπίζει μεταξύ άλλων, μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, απαραίτητα για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, η οποία απαιτεί την καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων που επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Προς επίτευξη του σκοπού τούτου, θεσμοθετήθηκαν οι αναγκαίες πρόνοιες τόσο για την ταχύτερη όσο και πληρέστερη ενημέρωση του αντιδίκου. Μια σημαντική πρόνοια (άρθρο 5) του Κεφ. ΙΙ επιτάσσει τη μετάφραση των διαβιβασθέντων εγγράφων, σε μια από τις γλώσσες που προνοεί το άρθρο 8 δηλαδή στη γλώσσα την οποία ο παραλήπτης (εδώ η εναγόμενη) κατανοεί ή στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής. Στην κρινόμενη περίπτωση η γλώσσα που η εναγόμενη κατανοεί δεν έχει αμφισβητηθεί ότι είναι η Αγγλική. Μια από τις αιτιάσεις της εναγομένης είναι πως τα επιδοθέντα προς αυτήν έγγραφα, αντίγραφα του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης τους τα μεταφρασμένα στην Αγγλική γλώσσα, δεν μπορούν να εκληφθούν ως τέτοια δηλαδή αντίγραφα, αλλά μόνο ως τεκμήρια επισυναπτόμενα στην ένορκη δήλωση της Ειρ. Καλλή και ότι δεν έχει αποδειχθεί η ορθή μετάφραση των κατ' ισχυρισμών μεταφρασθέντων. Αναφέρεται στην αγόρευση του κ. Κουκούνη πως τα έγγραφα δεν έχουν μεταφραστεί από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών και πως η Ειρ. Καλλή αναφέρει απλά ότι τα μετάφρασε, χωρίς να επικαλείται προσόντα προς τούτο. Από την αντίπερα όχθη, υποδεικνύεται στην αγόρευση της κας Μαυρικίου πως δεν υπάρχει πρόνοια στον Κανονισμό για μετάφραση των εντύπων από επίσημη αρχή και ούτε έχει υποδειχθεί από τους αιτητές οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει το λανθασμένο της μετάφρασης. Το Δικαστήριο συμφωνεί με την ανωτέρω παρατήρηση. Πουθενά στον ΕΚ44/01 ή 1393/07 συναντάται πρόνοια περί αναγκαιότητας της μετάφρασης της διαβιβασθείσας πράξης είτε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφορικών είτε από οποιαδήποτε άλλη Επίσημη Αρχή. Η υποχρέωση εξικνείται στην αποστολή μεταφρασμένων εντύπων και εγγράφων, τα οποία αποτελούν την πράξη διαβίβασης. Είναι εντούτοις, ορθή η παρατήρηση του κ. Κουκούνη πως η Ειρ. Καλλή δεν καταγράφει τα προσόντα και τον τρόπο εκμάθησης της Αγγλικής γλώσσας. Όμως: Δηλώνει ότι γνωρίζει τις δύο γλώσσες (Αγγλική και Ελληνική) και έχει την ικανότητα να μεταφράζει από τη μία γλώσσα στην άλλη και δεν έχει υποδειχθεί από τους αιτητές οιονδήποτε λάθος ή οποιοδήποτε ανακριβές στοιχείο ή ανακριβής μετάφραση, ώστε να εκληφθεί ότι η μετάφραση πάσχει. Η αναφορά στην ένορκη δήλωση της Καλλή ως τεκμηρίων των κλητηρίων ενταλμάτων και των εκθέσεων απαιτήσεων, δεν στερεί από αυτά την ιδιότητα των πιστών αντιγράφων όπως το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2012 προνοούσε. Ήταν και πάλι πιστά αντίγραφα τα οποία επισημαίνονται ως τέτοια στην ένορκη δήλωση που πληροφορεί και ενημερώνει για την πιστή τους μετάφραση. Ας σημειωθεί ότι η ένορκη δήλωση αναφέρεται σε κλητήρια εντάλματα και εκθέσεις απαίτησης και όχι στις ειδοποιήσεις των κλητηρίων ενταλμάτων. Εν τούτοις έχει γίνει αποδεκτό ότι έχουν επιδοθεί τόσο τα κλητήρια εντάλματα όσο και οι ειδοποιήσεις, (αν και χαρακτηρίσθηκαν τεκμήρια). Επισημαίνεται επίσης πως στο έντυπο τεκμήριο 2 το οποίο αποτελεί επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης με τίτλο «Επίδοση εγγράφων σύμφωνα με τον Καν. 1393/07 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», πιστοποιείται ότι έχει γίνει επίδοση εγγράφων σε αριθμό προσώπων, μεταξύ των οποίων ο εναγόμενος 2 (αρ. 11). Στο τεκμήριο 2α το Certificate of Service or non service of documents επιβεβαιώνεται η επίδοση των αποσταλέντων εγγράφων των οποίων περιγραφή δίδεται στο τεκμήριο 3, την επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και το έντυπο τιτλοφορούμενο «Request for service of documents». Συνεπώς ο σχετικός λόγος κρίνεται ανεδαφικός. Εξέτασης χρήζει επίσης η εισήγηση των αιτητών περί αναγκαιότητας επίδοσης του εντύπου που προβλέπεται από το Παράρτημα ΙΙ (Annex ΙΙ) του Κανονισμού. Τούτο το έντυπο έχει άμεση σχέση με την υποχρέωση μετάφρασης της προς διαβίβαση πράξης (άρθρο 5) του ΕΚ1393/07 και το δικαίωμα του παραλήπτη στο προβλεπόμενο από το άρθρο 8 περί άρνησης παραλαβής της πράξης. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο, σε περίπτωση κατά την οποία η διαβιβασθείσα πράξη δεν έχει συνταχθεί στη γλώσσα που ο παραλήπτης κατανοεί ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση στη γλώσσα που κατανοεί ή στην επίσημη γλώσσα του κράτους παραλαβής, παρέχεται στον παραλήπτη η δυνατότητα και το δικαίωμα άρνησης παραλαβής του κατά τη στιγμή της επίδοσης ή επιστροφή της διαβιβασθείσας πράξης στην υπηρεσία παραλαβής εντός μίας εβδομάδας από την επίδοση. Το άρθρο 12 του προοιμίου επιλαμβάνεται της ιδίας υποχρέωσης μετάφρασης και δικαιώματος άρνησης παραλαβής, παρέχοντας τη δυνατότητα αποκατάστασης της ούτω γενόμενης «παρατυπίας» με την αποστολή μεταφρασμένης πράξης. Στην κρινόμενη περίπτωση, τα κλητήρια εντάλματα και οι ειδοποιήσεις έχουν επιδοθεί στην Ελληνική και στην Αγγλική, τη μητρική γλώσσα των εναγομένων 1 και
  10. Συνεπώς η οποιαδήποτε θεώρηση του θέματος, αν επρόκειτο μόνο γι' αυτά τα έγγραφα, θα καταντούσε θεωρητική. Έχει όμως επιδοθεί και το επίδικο διάταγμα στην Ελληνική γλώσσα. Η επίδοση του διατάγματος τούτου δεν ήταν αναγκαία, εισηγούνται οι αιτητές, αλλά έγινε εξ ιδίας πρωτοβουλίας και για σκοπούς πληρέστερης ενημέρωσης των εναγομένων. Η απορία που γεννάται είναι πώς θα επιτυγχανόταν η πληρέστερη ενημέρωση του εναγομένου, αφού το επίδικο διάταγμα ήταν συνταγμένο στην Ελληνική γλώσσα; Η υποχρέωση των αιτητών συνεχίζει η εισήγηση, εκπληρώθηκε με την επίδοση των κλητηρίων ενταλμάτων και των ειδοποιήσεων δυνάμει των οποίων οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση, κατεχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και συνεπώς ουδέν δικαίωμα τους, παραβλάφθηκε. Η αντίθετη άποψη του κ. Κουκούνη εισηγείται πως στα επιδοθέντα έγγραφα πρέπει να περιλαμβάνεται όχι μόνο το επίδικο διάταγμα αλλά και μονομερής αίτηση και ένορκη δήλωση σύμφωνα με τη Δ.48 θ.
  11. Έχει ανωτέρω, στην αρχή της απόφασης καταγραφεί ο σκοπός του Κανονισμού ΕΚ1393/07, ο οποίος ουσιαστικά στοχεύει στην αποτελεσματικότερη και ταχύτερη επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων. Ο ρηθείς Κανονισμός δεν εξειδικεύει με τον όρο εισαγωγικό έγγραφο δίκης ή πράξη διαβίβασης, τα έγγραφα τα οποία την απαρτίζουν. Αφήνει τον καθορισμό αυτό στα κράτη μέλη και ειδικότερα στο μέλος αποστολής του εγγράφου. Θα πρέπει επομένως να ερμηνευθεί πως απαιτεί κάθε έντυπο το οποίο σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο και την Πολιτική Δικονομία κάθε μέλους, απαιτείται να επιδίδεται ή γνωστοποιείται, για τον συγκεκριμένο σκοπό που κάθε φορά τάσσεται να εκπληρώσει και να εξυπηρετήσει. Σύμφωνα με την απόφαση C-14/07 Ingenieurburo Wichael Weiss und Partner GbR κατά Industrie und Handelskammer Berlin (της 8ης Μαΐου 2008) η οποία επιλαμβανόταν και εξέταζε την ερμηνεία του όρου συνημμένα έγγραφα όπως αναγραφόταν στον παλαιό Κανονισμό 1348/2000, «η έννοια της επιδοτέας ή κοινοποιητέας πράξεως του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1348/2000, όταν η πράξη αυτή συνιστά εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, πρέπει να ερμηνευθεί ως αφορώσα το ή τα έγγραφα των οποίων η έγκαιρη επίδοση ή κοινοποίηση στον εναγόμενο παρέχει σε αυτόν τη δυνατότητα να επικαλεστεί τα δικαιώματά του στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας στο κράτος προελεύσεως. Το έγγραφο αυτό πρέπει να καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό, με βεβαιότητα, τουλάχιστον του αντικειμένου και των λόγων της αγωγής, καθώς και της κλήσεως προς εμφάνιση ενώπιον δικαστηρίου ή, ανάλογα με τη φύση της εκκρεμούς διαδικασίας, της δυνατότητας ασκήσεως ενδίκου μέσου ενώπιον δικαστηρίου». Εισαγωγικό της δίκης έγγραφο και πράξη διαβίβασης μπορεί να νοηθεί ότι περιλαμβάνει, πέραν του κλητηρίου εντάλματος και τα έγγραφα εκείνα που σηματοδοτούν και επιτρέπουν την έναρξη της διαδικασίας εναντίον του εναγομένου, εκτός δικαιοδοσίας. Με γνώμονα τα ανωτέρω, απαραίτητο μπορεί να θεωρηθεί τόσο το διάταγμα όσον και η αίτηση που προκάλεσε την έκδοση του. Η υποχρέωση επίδοσης της μονομερούς αίτησης και ένορκης δήλωσης που τη συνόδευε και η οποία πέτυχε την έκδοση διατάγματος θεσμοθετείται από τη Δ.48 θ.13 η οποία προνοεί πως «όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκη δήλωση που τυχόν τη συνοδεύει». Η υποχρέωση επίδοσης των εγγράφων αυτών σε περιπτώσεις επίδοσης κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας αναγνωρίστηκε από τη νομολογία όπου στην απόφαση Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A.Ν. KYJMIN
(2009)1B 1350, τονίστηκε πως: «Πέραν τούτου η νομική υποχρέωση προκύπτει και από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με την μονομερή αίτηση ημερ. 14.12.05 η Δ.48, θ.13 προβλέπει ότι: "13. Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε". Επομένως, η μονομερής αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνόδευε ορθώς είχαν συμπεριληφθεί στα έγγραφα που είχαν αποσταλεί για επίδοση. Αναφορικά με το Διάταγμα ημερ. 21.12.05, η Δ.48, θ.12 προβλέπει ότι σε περίπτωση διατάγματος που εξασφαλίζεται μετά από μονομερή αίτηση, τέτοιο διάταγμα θα είναι δεσμευτικό για το διάδικο από την ημερομηνία επίδοσης σ' αυτόν επίσημου αντιγράφου της μονομερούς αίτησης. Η συγκεκριμένη πρόνοια κατά την κρίση μας επιβεβαιώνει έστω και εμμέσως ότι τόσο το διάταγμα όσο και η μονομερής αίτηση θα πρέπει να επιδίδονται». Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ο Ε.Κ.1393/07 δεν καθορίζει ούτε εξειδικεύει ακριβώς τα έγγραφα των οποίων η επίδοση απαιτείται. Στην ανωτέρω απόφαση, ναι μεν, το ίδιο το διάταγμα διέτασσε την επίδοση του, πλην όμως το Εφετείο προχώρησε ένα βήμα περαιτέρω, τονίζοντας την αναγκαιότητα της επίδοσης, ασχέτως της ειδικής διαταγής περί τούτου. Η επίδοση των εγγράφων τούτων είναι αναγκαία, αφού εξασφαλίζει στον εναγόμενο αφ' ενός τη γνώση για τις αξιώσεις που θα αντιμετωπίσει, και αφ' ετέρου του παρέχει τη δυνατότητα να προετοιμάσει την άμυνα και υπεράσπιση του για τις απαιτήσεις των εναγόντων. Μια υπεράσπιση ή άμυνα του εναγομένου που διαμένει εκτός δικαιοδοσίας σχετίζεται με τη δυνατότητα και αναγκαιότητα ή μη, έκδοσης του διατάγματος και επομένως η γνώση του νομικού και πραγματικού υποβάθρου της μονομερούς αίτησης, είναι αναγκαία για να διαπιστώσει τυχόν προβλήματα ή κωλύματα στην έκδοση του σχετικού διατάγματος. Έχουν υποδείξει οι ενάγοντες πως στην κρινόμενη περίπτωση έχουν συμμορφωθεί με το επίδικο διάταγμα αποστέλλοντας τα έγγραφα που εκείνο προέβλεπε, αν και θεωρούν σε άλλο σημείο της αγόρευσης, ότι εκ του περισσού επιδόθηκε το διάταγμα. Η απάντηση δίδεται μέσα από την ανωτέρω νομολογία και τις γραμμές της απόφασης. Πρόσθετα αναφέρεται πως τα έγγραφα τα οποία κατονομάζονται στο επίδικο διάταγμα είναι εκείνα των οποίων την αποστολή εζήτησαν οι ενάγοντες. Δεν ζητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο, από το Δικαστήριο, να καθορίσει και ή εξειδικεύσει τα επιδοθέντα έγγραφα, ώστε να ευσταθεί ο ισχυρισμός πως η συμμόρφωση με το διάταγμα δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης του νομότυπου της επίδοσης. Απαραίτητη ήταν η επίδοση του επίδικου διατάγματος και για σκοπούς δυνατότητας συμμόρφωσης του αλλά και άρσης οιασδήποτε αμφιβολίας για τη χρονική προθεσμία εμφάνισης των εναγομένων, αφού: Στην ειδοποίηση του κλητηρίου προσδιορίζεται χρόνος εμφάνισης, αυτός των 60 ημερών. Η προθεσμία τούτη έπρεπε να έχει κάποιο έρεισμα - εδώ στο διάταγμα, αφού δεν είναι θεσπισμένη από τους θεσμούς όπως η προθεσμία των 10 ημερών που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα και με δεδομένο ότι με τα δύο έγγραφα προσδιορίζεται διαφορετικός χρόνος εμφάνισης, έδει να δικαιολογείται η δοθείσα χρονική προθεσμία. Το γεγονός της καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και της πληροφόρησης των εναγομένων σε μεταγενέστερο στάδιο καθώς και της ύπαρξης δυνατότητας τους να πληροφορηθούν από το φάκελο της δικογραφίας το περιεχόμενο της μονομερούς αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη στήριζε, δεν θεραπεύει, την παράλειψη αυτή αλλά ούτε και αποτελεί κώλυμα για προώθηση της κρινόμενης αίτησης. Συνεπώς σημασία δεν έχει μόνο η γνώση της ύπαρξης δικαστικών διαδικασιών αλλά η τήρηση των δικονομικών κανόνων και θεσμών, τους οποίους δεν μπορούν να θεραπεύσουν άλλες παράλληλες διαδικασίες (Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A.Ν. KYJMIN Π. Εφ. 115/07, 11.11.2009). Ισχυρίζονται οι ενάγοντες πως τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα τους θέσει σε υπέρμετρη αδικία, τόσο λόγω των εξόδων που συνεπάγεται νέα επίδοση αλλά και του χρόνου που αναλώθηκε και ότι ενδεχομένως το κλητήριο ένταλμα θα εκπνεύσει. Το Δικαστήριο αποφασίζοντας ή όχι το νομότυπο μιας επίδοσης, δεν καθορίζει το αποτέλεσμα από την τυχόν οικονομική επιβάρυνση που θα επέλθει στα διάδικα μέρη. Σίγουρα, αναλώνεται χρόνος σε περίπτωση ακύρωσης της επίδοσης μέχρι επίτευξης νέας. Υπάρχουν όμως οι διαδικαστικοί Κανόνες οι οποίοι προσφέρουν τις κατάλληλες θεραπείες. Προβάλλεται εκ μέρους των εναγόντων ο ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση τους πως η οποιαδήποτε παράλειψη επίδοσης του επίδικου διατάγματος, αποτελεί απλή παρατυπία, η οποία ουδόλως επηρέασε τα δικαιώματα των εναγομένων. Όπως έχει ανωτέρω καταγραφεί η ανάγκη επίδοσης του επίδικου διατάγματος αλλά και της μονομερούς αίτησης και συνεπώς η μετάφραση αυτών, πηγάζει ως υποχρέωση τόσο από τους θεσμούς αλλά και τη νομολογία και τον ίδιο τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό. Η οποιαδήποτε παρατυπία, αν έτσι θα χαρακτηριζόταν, παραμένει ως τέτοια μέχρι την άρση της, κάτι που δεν έγινε στην κρινόμενη περίπτωση. Συνεπώς, η Δ.64 δεν προσφέρεται ως θεραπεία αλλά ούτε και αποτελεί πανάκεια (Πετρίχου ν. Χ"Ιωσήφ
(1998)σελ. 81), για διόρθωση τέτοιων σημαντικών παραλείψεων, ιδίως όταν αιτείται τη συμμόρφωση υποχρεώσεων που πηγάζουν από Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς. Μια άλλη σημαντική θέση και εισήγηση που προέρχεται από τους αιτητές και αποτελεί πρόσθετο λόγο παραμερισμού της επίδοσης είναι η μη λήψη άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν την επίδοση του. Η γραπτή αγόρευση του κ. Κουκούνη παραπέμπτει σε απόφαση του κ. Κ. Κληρίδη (Προέδρου τότε του Δικαστηρίου Λευκωσίας) στην αγωγή Γεωργίου Χ"Πιερή ν. BAT (Cyprus) Ltd κ.α. ημερ. 23.12.2008 και τονίζει περαιτέρω τα εξής: Οι ενάγοντες όφειλαν να επιδώσουν το κλητήριο ένταλμα πρώτα στον εντός δικαιοδοσίας εναγόμενο 3 και (α) είτε να ζητούσαν και να λάμβαναν άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και ακολούθως διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με τη Δ.6 θ1(h), είτε (β) στα πλαίσια της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας να εξασφάλιζαν και άδεια για έκδοση παράλληλου κλητηρίου εντάλματος (concurrent writ) μαζί με την άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Παρέπεμψε δε σχετικά στο Annual Practice 1958 και στο Halsbury's Laws of England, 3rd edit., vol. 30, παρ.
  1. Υπέδειξε δε, πως η ευχέρεια σφράγισης και έκδοση χωρίς άδεια σε περίπτωση σώρευσης εναγομένων εντός και εκτός δικαιοδοσίας δεν καταργεί την ανάγκη όπως εγκριθεί και εξουσιοδοτηθεί από το Δικαστήριο τόσο η μεταγενέστερη έκδοση παράλληλου εντάλματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, όσο και η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση, σχολιάζοντας τη σχετική εισήγηση και την παρ. 26 της ένορκης δήλωσης των αιτητών για το ίδιο θέμα, αναφέρουν πως δεν απαιτείτο σφράγιση του κλητηρίου καθότι προ της καταχώρησης της αίτησης των εναγόντων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είχε προηγηθεί επίδοση στους εναγόμενους
  2. Συγκεκριμένα η επίδοση στους εναγόμενους 3 της αγωγής έγινε στις 22.5.2012 ημερομηνία προγενέστερη της καταχώρησης της. Υπέδειξε δε επί του ίδιου θέματος η κα Μαυρικίου ότι στην Κύπρο δεν υπάρχει θεσμοθετημένη διάταξη για δυνατότητα έκδοσης παράλληλου κλητηρίου εντάλματος όπως εισηγούνται οι αιτητές. Εν πάση περιπτώσει, τόνισε, με αναφορά στην απόφαση Niki Christoforou (σχολιάζεται κατωτέρω από το Δικαστήριο), δεν απαιτείται σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος όταν ένας εκ των διαδίκων είναι ημεδαπός, διότι ουσιαστικά το κλητήριο ένταλμα θα σφραγιζόταν δύο φορές. Έχω εξετάσει τις εισηγήσεις των διαδίκων, μελετήσει τους σχετικούς θεσμούς και έχω μελετήσει την απόφαση του κ. Κληρίδη. Συμφωνώ με όσα εξετάζει και αποφασίζει, τα οποία υιοθετώ και επαναλαμβάνω με την παρούσα μου. Πρόσθετα θα ήθελα να επισημάνω εκείνο που και σε άλλο σημείο της απόφασης κατέγραψα πως οι Ε.Κ. δεν εξαντλούν το θέμα της επίδοσης ή της σφράγισης, αφήνοντας το θέμα ρύθμισης στο εσωτερικό δίκαιο. Ο Καν. Ε.Κ.1393/07 αποτελεί το εργαλείο και καθορίζει το μέσο επίδοσης των εγγράφων, χωρίς όμως να καταργεί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων επίδοσης. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί πως εντός του φακέλου δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένορκος δήλωση επιδόσεως προς τον εναγόμενο 3 ούτως ώστε να αποδεικνύεται η προς αυτόν επίδοση και οι ισχυρισμοί των εναγόντων - αιτητών περί της προγενέστερης επίδοσης προς τον εναγόμενο
  3. Συνεπώς φαίνεται ότι στην κρινόμενη περίπτωση δεν τηρήθηκε η προϋπόθεση για επίδοση πρώτα προς τον ημεδαπό εναγόμενο και η μεταγενέστερη καταχώρηση αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Πέραν της ανωτέρω σημείωσης σημειώνονται τα εξής: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.2 κ.2 κανένα κλητήριο που προορίζεται για επίδοση εκτός Κύπρου ή του οποίου ειδοποίηση θα δοθεί εκτός Κύπρου, δεν θα σφραγίζεται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση κατά την οποία στο κλητήριο ένταλμα εμφανίζονται εναγόμενοι από τους οποίους ένας τουλάχιστον διαμένει ή εδρεύει στην Κύπρο ενώ άλλοι/άλλος βρίσκονται εκτός Κύπρου τότε τυγχάνουν εφαρμογής και οι πρόνοιες της Δ.6.1(h). Σύμφωνα με αυτές, επίδοση εκτός δικαιοδοσίας κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου, μπορεί να επιτραπεί οποτεδήποτε κάποιο πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος σε αγωγή η οποία ορθά κινήθηκε εναντίον κάποιου άλλου προσώπου προς το οποίο επιδόθηκε δεόντως στην Κύπρο. Όπως αναφέρεται και στο Annual Practice 1958 σελ. 146, σε σχέση με την τότε ισχύουσα Αγγλική Ο.2 r.6 (που ήταν η αντίστοιχη της Κυπριακής Δ.2 κ.2) αυτή η θεσμική πρόνοια θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με την υποπαράγραφο (g) της Αγγλικής O.11 r.1 [που ήταν η αντίστοιχη της Κυπριακής Δ.6 κ.1(h)]. Σε τέτοια περίπτωση η διαταγή αυτή εφαρμόζεται σε αγωγές όπου ο διάδικος εκτός δικαιοδοσίας τυγχάνει αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος και το κλητήριο έχει επιδοθεί στο διάδικο εντός δικαιοδοσίας. Κατ' αυτό τον τρόπο το κλητήριο μπορεί να εκδοθεί χωρίς άδεια και ο ενάγων αφού επιδώσει το κλητήριο στον εναγόμενο διάδικο εντός της δικαιοδοσίας, τότε αποτείνεται και ζητά άδεια σφράγισης ή έκδοσης παράλληλου κλητηρίου για επίδοση στον εναγόμενο ο οποίος βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας (Halsbury's Laws of England 3rd Ed. Vol. 30 para 588). Όπως ορθά συνοψίζεται το θέμα στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 273, η υποβολή αίτησης για λήψη άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώρηση του λόγω της ύπαρξης εναγομένου που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, δεν είναι αναγκαία εφόσον η αγωγή στρέφεται και εναντίον εναγομένου που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας. Μετά δε την επίδοση του κλητηρίου στους εναγόμενους στην Κύπρο ακολουθεί η υποβολή αίτησης για σφράγιση του κλητηρίου και επίδοσης του ιδίου ή της ειδοποίησης του στο διάδικο στο εξωτερικό, οπότε εξετάζεται κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.6 κ.1». Στην κρινόμενη περίπτωση ο εναγόμενος 3 διαμένει στην Πάφο ενώ οι εναγόμενοι 1 και 2 διαμένουν στο εξωτερικό. Το δεδομένο αυτό, η συνύπαρξη δηλαδή εναγομένου εντός δικαιοδοσίας, καθιστούσε επιτρεπτή, σε πρώτο στάδιο, τη μη λήψη άδειας του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Αφ' ης στιγμής όμως η αγωγή επιδιδόταν στον ημεδαπό διάδικο και προέκυπτε θέμα επίδοσης της στον αλλοδαπό διάδικο στο εξωτερικό, ήταν απαραίτητο να ζητηθεί και να ληφθεί από το Δικαστήριο η άδεια του για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας. Αποτελεί κοινή συνισταμένη ότι οι ενάγοντες ουδέποτε αιτήθηκαν άδειας ούτε έλαβαν τέτοια για σφράγιση του κλητηρίου σε σχέση με τους εναγομένους 1 και 2. Πρέπει επίσης να σημειωθεί πως με την αρχική καταχώρηση του κλητηρίου χωρίς άδεια σφράγισης του, θα έπρεπε να αναγράφεται σε αυτό ρητά η φράση «όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους 1 και 2 χωρίς τη σχετική άδεια του Δικαστηρίου» (δέστε Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 A.A.Δ. 1121). Επομένως, θα πρέπει να παραμεριστεί η επίδοση προς τους εναγομένους 1 και 2 καθώς επίσης και η άδεια που λήφθηκε προς τούτο, δεδομένης της ανωτέρω παράβασης (Αίτηση Certiorari αρ. 23/99 ημερ. 5.9.2001,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1196). Η γενόμενη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης αυτού όπως και το διάταγμα ημερ. 5.7.2012 ακυρώνονται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση για ακύρωση διατάγματος που επιτρέπει επίδοση του κλητ. εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας καθώς και ακύρωση της επίδοσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.