← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Patel Shirish Kumar κ.α., Αρ. Αγωγής: 1168/12, 15/5/2013

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Patel Shirish Kumar κ.α., Αρ. Αγωγής: 1168/12, 15/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A121 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΜΑΡΚΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1168/12 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγόντων και

  1. Patel Shirish Kumar
  2. Alpha Panareti Public Ltd Εναγομένων ------------------- Αίτηση εκ μέρους του Εναγόμενου 1 ημερ. 14.11.2012 Ημερομηνία: 15.05.2013 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Εναγόμενο 1: κ. Γ. Κουκούνης Για Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες: κα Χρ. Μαυρικίου για κα Στ. Πολυβίου -------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΣΧΕΤΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ - ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ:
  3. Ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο καταχωρήθηκε την 19.04.
  4. Στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει καταχωρημένη ένορκη δήλωση ημερομηνίας 24.05.2012 σύμφωνα με την οποία η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος για τους Εναγόμενους 2 στη Κύπρο έγινε την 22.05.
  5. Την 11.06.2012 καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων μονομερής αίτηση με την οποία ζητείτο μεταξύ άλλων διάταγμα που να επιτρέπει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πιστού αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος και της σχετικής Ειδοποίησης και της μετάφραση τους στον Εναγόμενο 1 μέσω του Κανονισμού του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/01 και 1393/
  6. Η εν λόγω αίτηση συνοδευόταν από την ένορκη δήλωση της κας Κάκιας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 11.06.
  7. Στη βάση της πιο πάνω αίτησης ημερομηνίας 11.06.2012 εκδόθηκε την 29.06.2012 σχετικό διάταγμα για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αναφορικά με τον Εναγόμενο
  8. Το εν λόγω διάταγμα ημερομηνίας 29.06.2012, όπως συντάχθηκε την 01.08.2012, έχει ως εξής: (ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ) «ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και ειδοποίησης περί αυτού καθώς και μετάφρασης αυτών στον εναγόμενο αρ. 1 εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και διά του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και ειδοποίησης περί αυτού καθώς και μετάφρασης αυτών στον Εναγόμενο 1, μέσω της δικαιοδοσίας ως προνοείται από τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/01 και 1393/
  9. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΔΕΙ ΟΔΗΓΙΕΣ όπως ο εναγόμενος αρ. 1 - Καθ' ου η αίτηση καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης εντός 45 ημερών από την ημέρα της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως σε περίπτωση μη καταχώρησης εμφάνισης μέσα στην πιο πάνω προθεσμία, τότε οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση θα θεωρείται ότι του έχει επιδοθεί εάν αντίγραφο αυτής αναρτηθεί στον πίνακα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για περίοδο πέντε

(5)ημερών......................».
  1. Την 05.11.2012 καταχωρήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου 1 σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Β. Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ:
  2. Η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε εκ μέρους του Αιτητή/ Εναγόμενου 1 την 14.11.
  3. Με αυτήν επιδιώκεται η ακύρωση/παραμερισμός του πιο πάνω διατάγματος ημερομηνίας 29.06.2012 (αιτητικά Α και Β) καθώς και η ακύρωση/παραμερισμός της επίδοσης διάφορων εγγράφων προς τον Αιτητή/Εναγόμενο
  4. Ζητείται επίσης διάταγμα με το οποίο να δηλώνεται ότι η οποιαδήποτε επίδοση στον Αιτητή/ Εναγόμενο 1 (περιλαμβανομένης και της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης του) είναι μεταξύ άλλων άκυρη παράνομη ή κακή (Αιτητικά Γ και Δ). Το ακριβές λεκτικό όλων των αιτητικών καταγράφεται στην επίδικη αίτηση η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και συνεπώς δεν είναι απαραίτητο να επαναληφθεί.
  5. Η επίδικη αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5, θ.1, 2, 3 - 8, 9 10, Δ.6 θ.1, 2 - 4, 5, 6, 7
(1)(α) - (δ),
(2),
(3), 8, 9, Δ.15 θ. 1 - 8, 9, Δ.16 θ.1, 2, 3, 4, 5 - 8 και 9, Δ.39, Δ.48 θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, Δ.51, θ.1, 2, 2 Α, 3 - 5, 6 7, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς (Ε.Κ.) 44/01 και (Ε.Κ.) 1393/07, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 3 και 9, στις συμφυείς εξουσίες, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου, ως επίσης και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ).
  1. Η επίδικη αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Χριστιάνας Ζαντή ημερομηνίας 14.11.2012 στην οποία επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια Α και Β. Η εν λόγω ένορκη δήλωση της κας Ζαντή αποτελείται από 30 παραγράφους όπου εμπεριέχονται οι θέσεις εκ μέρους του Αιτητή/Εναγόμενου
  2. Γ. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ:
  3. Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων την 04.01.
  4. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.5 Θ.1-10, Δ.6 θ.1, 2, 4-9, Δ.16 Θ.1-5, 9-11, Δ.39, Δ.48, 1-13, Δ.51, Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 Άρ. 3, 9, στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς (Ε.Κ.) 44/01 και (Ε.Κ.) 1393/07, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, σε σχετική Νομολογία καθώς και στο περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου.
  5. Φέρει τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Ο εναγόμενος κωλύεται από του να προβάλλει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αίτηση του ημερ. 14.11.2012 και στην ένορκο δήλωση που στηρίζει αυτή. Και τούτο διότι ο εναγόμενος έλαβε πραγματική γνώση και/ή ενημερώθηκε τόσο για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής εναντίον του όσο και για το περιεχόμενο αυτής και το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου έπρεπε να λάβουν μέτρα για αντιμετώπισης της. Επιδόθηκε σε αυτόν επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης, πιστοποιητικό ως το Annex I του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07, αντίγραφο του Κλητηρίου όσο και της ειδοποίησης του Κλητηρίου αλλά και μεταφράσεις αυτών, σε πλήρη συμμόρφωση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 29.6.
  6. Συνεπώς ο εναγόμενος/αιτητής έλαβε γνώση δεόντως, αφού του επιδόθηκαν τα εν λόγω έγγραφα στην μητρική του γλώσσα. (β) Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία, με βάση τους Θεσμούς και/ή το Νόμο και/ή τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και/ή το διάταγμα δικαστηρίου ημερ. 29.6.
  7. (γ) Ο εναγόμενος βασίζει την αίτηση του μεταξύ άλλων και σε λανθασμένα άρθρα των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και/ή θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. (δ) Ο εναγόμενος δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (ε) Η παρούσα αίτηση αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια του εναγόμενου να αποφύγει και/ή να δικαιολογήσει την παράλειψη του, να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του προς τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση. (στ) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση. (ζ) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. (η) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (θ) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Η δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν γίνεται από δικηγόρο και είναι εν πάση περιπτώσει παντελώς ανυπόστατη και συμπεριλαμβάνονται σε αυτή αναληθείς και παραπλανητικοί ισχυρισμοί. (ι) Η παρούσα αίτηση είναι ελλιπής και/ή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητούν ο εναγόμενος-αιτητής.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 04.01.2013, στην οποία επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια (Τεκμήρια 1, 2, 2(α) και Τεκμήριο 3). Η εν λόγω ένορκη δήλωση αποτελείται από 21 παραγράφους όπου εμπεριέχονται οι θέσεις εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων. Δ. Η ΑΚΡΟΑΣΗ: Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς αντεξέταση και τέθηκαν οι αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Ε. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΟΙΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΕΠΙΔΟΘΗΚΑΝ ΣΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ/ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ 1: Από τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών προκύπτει ότι τα ακόλουθα έχουν επιδοθεί στον Εναγόμενο 1:
  8. Η ένορκη δήλωση της κας Ειρήνης Καλλή από τη Λευκωσία ημερομηνίας 09.08.
  9. Πιστό αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στην Ελληνική γλώσσα.
  10. Πιστό Αντίγραφο του πιο πάνω Κλητηρίου Εντάλματος μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα.
  11. Πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Ελληνική γλώσσα.
  12. Πιστό αντίγραφο της πιο πάνω ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα.
  13. Επιστολή των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης ημερομηνίας 31.10.2012 (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της κας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 04.01.2013).
  14. Αντίγραφο εντύπου "REQUEST FOR SERVICE OF DOCUMENTS" ως το παράρτημα 1 του Ε.Κ. 1393/07 (μέρος του Τεκμηρίου 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, της κας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 04.01.2013). Σ' αυτό το σημείο επισημαίνονται τα εξής: Στις παραγράφους 21 μέχρι και 25 της ένορκης δήλωσης της κας Ζαντή που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, διατυπώνεται η θέση η οποία υποστηρίχτηκε εκ μέρους του Εναγόμενου 1 κατά την αγόρευση ότι εφόσον το κλητήριο ένταλμα και η ειδοποίηση του κλητηρίου είχαν επισυναφθεί με την ως άνω ένορκη δήλωση της κας Καλλή ημερομηνίας 09.08.2012, συνάγεται ότι δεν έχουν επιδοθεί ως έγγραφα με βάση το λεκτικό του πιο πάνω Διατάγματος ημερομηνίας 29.06.
  15. Επιπρόσθετα, διατυπώνεται η θέση ότι δεν διασφαλίζεται ότι οι φερόμενες μεταφράσεις στα Αγγλικά του κλητηρίου και της ειδοποίησης, ότι έγιναν με βάση το Νόμο, τους Κανονισμούς ή το Διάταγμα ημερομηνίας 29.06.2012, αφού μεταξύ άλλων δεν είναι πιστοποιημένες ως ακριβείς από το Τμήμα Μεταφράσεων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επισημάνθηκε επίσης εκ μέρους του Εναγόμενου 1 ότι δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κας Καλλή ημερομηνίας 09.08.2012 ως προς το ποιος προέβη στις πιο άνω μεταφράσεις και ότι η ίδια η κα Καλλή δεν αναφέρεται στα προσόντα της σε σχέση με το θέμα της μετάφρασης στα Αγγλικά. Διαφωνώ με τις πιο πάνω θέσεις επεξηγώντας τα εξής: H εγκυρότητα/ιδιότητα κάποιου εγγράφου δεν εξαρτάται από το κατά πόσο επισυνάπτεται ή όχι σε άλλο έγγραφο. Όπως φαίνεται τόσο από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της κας Ζαντή, όσο και από τα τεκμήρια της ένορκης δήλωσης της κας Χριστοδουλίδη, στο κλητήριο ένταλμα τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Αγγλικά, υπάρχει ημερομηνία καταχώρησης, δηλαδή 19.04.2012 καθώς και η σφραγίδα «πιστό αντίγραφο» από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Το ίδιο ισχύει και για την ειδοποίηση του Κλητηρίου στα Ελληνικά και Αγγλικά. Επιπρόσθετα, πέραν του ότι δεν έχει επισημανθεί οποιοδήποτε συγκεκριμένο πρόβλημα στις μεταφράσεις των πιο πάνω σχετικών εγγράφων, πουθενά δεν προκύπτει ότι οι μεταφράσεις έπρεπε να πιστοποιούντο από το Τμήμα Μεταφράσεων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επισημαίνεται δε ότι η κα Καλλή στην ένορκη δήλωση της επιβεβαιώνει ότι μιλά πολύ καλά την Ελληνική και την Αγγλική γλώσσα και ότι μπορεί να προβεί σε μετάφραση. Επίσης στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της επιβεβαιώνει ότι τα αγγλικά κείμενα του κλητηρίου και της ειδοποίησης του κλητηρίου είναι ακριβείς μεταφράσεις των αντίστοιχων Ελληνικών πρωτοτύπων. Συνεπώς ενόψει της πιο πάνω ανάλυσης το Δικαστήριο έχει καταλήξει ότι έγινε επίδοση στον Αιτητή/Εναγόμενο 1 των εγγράφων που αριθμούνται πιο πάνω σ' αυτή την ενότητα με τους αριθμούς 1 - 5 και όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω. Επιπρόσθετα, τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της κας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 04.01.2013 σύμφωνα με την οποία επιδόθηκαν στον Αιτητή/Εναγόμενο 1 και η επιστολή των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και το έντυπο "REQUEST FOR SERVICE OF DOCUMENTS" ως το παράρτημα 1 του Ε.Κ. 1393/07, δεν αμφισβητήθηκαν είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει επίσης καταλήξει ότι έγινε επίδοση στον Αιτητή/Εναγόμενο 1 και των εγγράφων που αριθμούνται πιο πάνω με τους αριθμός 6 και
  16. Όπως επίσης προκύπτει από το "CERTIFICATE OF SERVICE OR NON-SERVICE OF DOCUMENTS" (Τεκμήριο 2(α) στην ένορκη δήλωση της κας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 04.01.2013), η επίδοση στον Αιτητή/Εναγόμενο 1 των εγγράφων 1 μέχρι 7 πιο πάνω, επιτεύχθηκε την 24.09.2012 και όχι 21.09.2012 όπως προφανώς εκ παραδρομής ισχυρίστηκε ο Αιτητής/Εναγόμενος
  17. ΣΤ. ΚΟΙΝΗ ΘΕΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΜΗ ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΕΡΟΥΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΗΜΕΡ. 11.06.2012 ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ: Ανεξαρτήτως των οποιωνδήποτε επιπρόσθετων ισχυρισμών του Αιτητή/ Εναγόμενου 1 περί μη επίδοσης οποιωνδήποτε εγγράφων, αποτελεί ξεκάθαρη κοινή θέση ότι δεν επιδόθηκαν στον Αιτητή/Εναγόμενο 1 τα εξής: Πιστό αντίγραφο της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 11.06.2012 των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων (με την οποία ζητείτο το διάταγμα εκτός δικαιοδοσίας) περιλαμβανομένης και της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την ως άνω αναφερόμενη μονομερή αίτηση των Εναγόντων, καθώς και των επισυναπτόμενων σε αυτήν τεκμηρίων στην Ελληνική γλώσσα. Πιστοποιημένη και πιστή μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα των αμέσως πιο πάνω. Ζ. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΠΙΔΟΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ/ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ 1 ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡ. 29.06.2012 ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΔΟΣΗ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΓΓΛΙΚΑ: Η θέση της πλευράς του Αιτητή/Εναγόμενου 1 γι' αυτό το σημείο με βάση τις αναφορές των παραγράφων 7 και 8 της ένορκης δήλωσης της κας Ζαντή που συνοδεύει την επίδικη αίτηση ημερομηνίας 14.11.2012 είναι ότι το διάταγμα δεν επιδόθηκε είτε στα Ελληνικά είτε στα Αγγλικά (βλ. ειδικότερα παρ. 8(θ) της ένορκης δήλωσης της κας Ζαντή). Η θέση της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων όπως διατυπώθηκε στην ένορκη δήλωση της κας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 04.01.2013 η οποία συνοδεύει την ένσταση, είναι ότι το διάταγμα είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο 1 (βλ. ενδεικτικά παρ. 8 και 9 της ένορκης δήλωσης της κας Χριστοδουλίδη). Από τα πιο κάτω όμως, προκύπτει ότι το εν λόγω διάταγμα ημερομηνίας 29.06.2012 δεν επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 είτε στα Ελληνικά είτε στα Αγγλικά:
  18. Στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης της κας Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 04.01.2013 η οποία συνοδεύει την ένσταση αναφέρει: «Εξ όσων λαμβάνω νομικής συμβουλής ισχυρίζομαι και λέγω ότι είναι ξεκάθαρο ότι τα έγγραφα τα οποία οι ενάγοντες όφειλαν να επιδώσουν στον εναγόμενο δυνάμει των Ευρωπαϊκών Κανονισμών αλλά και δυνάμει του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, είναι αυτά τα οποία όντως επέδωσαν, ήτοι αυτά που εμφαίνονται από το Τεκμήριο 3 που επισυνάπτω." Στο Τεκμήριο 3 όμως δεν εμπεριέχεται το εν λόγω διάταγμα είτε στα Ελληνικά είτε στα Αγγλικά.
  19. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων μετά την κατάθεση της γραπτής αγόρευσης, δέχθηκε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες δεν επέδωσαν το εν λόγω διάταγμα, δηλώνοντας ότι εκ παραδρομής τέθηκε ο ισχυρισμός ότι είχε επιδοθεί. Η. ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΙΔΟΘΗΚΕ: · Από την ενώπιον του Δικαστηρίου ένορκη μαρτυρία προκύπτει ότι η Αρμόδια Αρχή Παραλαβής δεν επέδωσε στον Εναγόμενο 1 το έντυπο συμφώνως του Παραρτήματος ΙΙ (Annex II) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/
  20. Θ. ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ (α) - Ισχυριζόμενο κώλυμα Στην παράγραφο 3(β) της ένορκης δήλωσης της κας Χριστοδουλίδη που συνοδεύει την ένσταση αναφέρονται τα εξής: «Ο Εναγόμενος 1/Αιτητής (στο εξής καλούμενος «ο εναγόμενος») κωλύεται από του να προβάλλει τους ισχυρισμούς τους εκτιθέμενους εις την αίτηση του ημερ. 14.11.12, εφόσον έλαβε δεόντως γνώση για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής εναντίον του, αφού του επιδόθηκε τόσο το κλητήριο όσο και η ειδοποίηση κλητηρίου μεταφρασμένα στην μητρική του γλώσσα. Σκοπός των σχετικών Ευρωπαϊκών Κανονισμών καθώς και του Κεφ. 6 αλλά και των Θεσμών είναι να λάβει γνώση και να δοθεί στον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του, κάτι το οποίο επιτεύχθηκε στην παρούσα περίπτωση, με την επίδοση των εγγράφων, με βάση το διάταγμα Δικαστηρίου ημερ. 29.6.12 (στο εξής «το διάταγμα»). Αυτό άλλωστε είναι πασιφανές, εφόσον ο εναγόμενος έλαβε γνώση δεόντως και αφού κατανόησε πλήρως το περιεχόμενο των εγγράφων, καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης καθώς και την παρούσα αίτηση.» Κατ' αρχή το μεν κλητήριο ένταλμα το οποίο επιδόθηκε διατάσσει τον Εναγόμενο 1 να καταχωρήσει εμφάνιση εντός 10 ημερών, από την επίδοση, η δε ειδοποίηση η οποία επιδόθηκε τον διατάσσει να καταχωρήσει εμφάνιση εντός 45 ημερών. Τα πιο πάνω, χωρίς μάλιστα το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.06.2012, δημιουργούν σύγχυση ως προς την ορθή προθεσμία καταχώρησης εμφάνισης. Αλλά και το γεγονός ότι τελικά καταχωρήθηκε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εντός των 45 ημερών από την επίδοση, δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι τα δικαιώματα του Αιτητή/Εναγόμενου 1 δεν επηρεάστηκαν αφού τα έγγραφα που του επιδόθηκαν ήταν ελλιπή. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει τεκμηριωθεί πώς και γιατί ο Αιτητής/ Εναγόμενος 1 εμποδίζεται από του να προβάλει τους ισχυρισμούς του. Συνεπώς ο λόγος ένστασης (α) απορρίπτεται. ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ (β) - Ισχυρισμός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες ακολούθησαν την ορθή διαδικασία Να σημειωθεί εδώ ότι αποτελεί κύριο επιχείρημα των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων ότι συμμορφώθηκαν πλήρως με το λεκτικό του διατάγματος ημερομηνίας 29.06.2012 και με τους σχετικούς Νόμους και Κανονισμούς επιδίδοντας το κλητήριο και την ειδοποίηση του κλητηρίου στα Ελληνικά και Αγγλικά (στην ένορκη δήλωση της κας Χριστοδουλίδη και στη γραπτή αγόρευση των Καθ' ων η Αίτηση/ Εναγόντων (σε χρονικό σημείο πριν να διευκρινιστεί προφορικά εκ μέρους τους ότι δέχονται ότι δεν επέδωσαν το διάταγμα), αναφέρεται ότι οικειοθελώς και εκ του περισσού κατ' ισχυρισμό επέδωσαν το διάταγμα ημερομηνίας 29.06.
  21. Σε κάθε περίπτωση, είναι η θέση τους ότι ουδεμία υποχρέωση είχαν να επιδώσουν το εν λόγω διάταγμα. Στα πλαίσια αυτού του λόγου ένστασης εξετάζω τα εξής: 1) Ποιες οι τυχόν νομικές συνέπειες από τη μη επίδοση της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 11.06.2012 με την ένορκη δήλωση της; α) Το πρώτο σημείο το οποίο χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο οι Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες όφειλαν να επέδιδαν το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.06.2012 (είναι σημαντικό το θέμα αυτό να εξεταστεί σ' αυτό το στάδιο ενόψει του λεκτικού της Δ.48 θ.13). Η απάντηση είναι θετική και υποστηρίζεται από το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical
(2009)1(B) A.A.Δ. 1350 στη σελίδα 1357: «Αναφορικά με το Διάταγμα ημερ. 21.12.05, η Δ.48, θ.12 προβλέπει ότι σε περίπτωση διατάγματος που εξασφαλίζεται μετά από μονομερή αίτηση, τέτοιο διάταγμα θα είναι δεσμευτικό για το διάδικο από την ημερομηνία επίδοσης σ' αυτόν επίσημου αντιγράφου της μονομερούς αίτησης. Η συγκεκριμένη πρόνοια κατά την κρίση μας επιβεβαιώνει έστω και εμμέσως ότι τόσο το διάταγμα όσο και η μονομερής αίτηση θα πρέπει να επιδίδονται. Εν πάση περιπτώσει το Διάταγμα ούτως ή άλλως θα έπρεπε να επιδοθεί, ώστε να λάβουν γνώση οι Εφεσίβλητοι της πρόνοιας για το χρόνο μέσα στον οποίο θα έπρεπε να καταχωρίσουν εμφάνιση (βλ. Δ.6, θ.5). Το ότι η Διαταγή 6 δεν προβλέπει ρητά για επίδοση του Διατάγματος, δεν αναιρεί την υποχρέωση για επίδοση, εφόσον σε διαφορετική περίπτωση το Διάταγμα δεν θα μετατρεπόταν σε δεσμευτικό, τουλάχιστον αναφορικά με το χρόνο εμφάνισης. Το ότι η Δ.6, θ.7
(1)(α) προβλέπει για «το έγγραφο το οποίο θα επιδοθεί» δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού το θέμα διέπεται ειδικότερα από τις γενικές πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα τις πρόνοιες της Δ.48, θ.12 και 13.» Συνεπώς οι Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες όφειλαν να επέδιδαν πιστό αντίγραφο του πιο πάνω Διατάγματος ημερομηνίας 29.06.
  1. β) Έχοντας καταλήξει ότι ήταν υποχρέωση των Καθ' ων η Αίτηση/ Εναγόντων να επέδιδαν το πιο πάνω διάταγμα ημερομηνίας 29.06.2012, όπως και έπραξαν, το επόμενο ερώτημα το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσο οι Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να επιδώσουν και την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 11.06.2012 με την ένορκη δήλωση της και τα επισυναπτόμενα στη βάση της οποίας είχε εκδοθεί το πιο πάνω Διάταγμα ημερομηνίας 29.06.
  2. Η απάντηση είναι καταφατική: Η Δ.48 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα εξής: «Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε.» Στην Earlsfield (πιο πάνω) στις σελίδες 1355-1356 αναφέρθηκαν τα εξής: «Πέραν τούτου η νομική υποχρέωση προκύπτει και από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με την μονομερή αίτηση 14.12.05, η Δ.48, Θ.13 προβλέπει ότι [..]. Επομένως, η μονομερής αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνόδευε ορθώς είχε συμπεριληφθεί στα έγγραφα που είχαν αποσταλεί για επίδοση». Επίσης στην απόφαση ημερομηνίας 5.12.2011, στην υπόθεση 1) Λάμπρος Γεωργίου Παπακωνσταντίνου κ.α. ν. 1) Αγγελής Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής 2104/2010, Ε.Δ. Λάρνακας, (Α. Δαυίδ Α.Ε.Δ.), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα με τα οποία συμφωνώ: «....Ενόψει των πιο πάνω, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στις περιπτώσεις που εκδίδονται διατάγματα μετά από προώθηση μονομερούς αίτησης, είναι αναγκαίο, πέραν της επίδοσης του ιδίου του διατάγματος στην άλλη πλευρά, να επιδίδεται ταυτόχρονα και η αίτηση στα πλαίσια της οποίας τούτο εξεδόθη μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα επαγόταν ανεπίτρεπτη παραγνώριση του ως άνω Διαδικαστικού Κανονισμού. Αυταπόδεικτος είναι ο σκοπός και η σημασία της ως άνω αναγκαιότητας. Η επίδοση πέραν του ίδιου του διατάγματος και της αίτησης και ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της οποίας αυτό εξεδόθη, είναι απαραίτητη, ώστε το πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται το διάταγμα να πληροφορείται επαρκώς τα όσα μονομερώς υποστηρίχθηκαν από την πλευρά των αιτητών και στα οποία το Δικαστήριο στηρίχθηκε για να εκδώσει το διάταγμα, έχοντας έτσι τη δυνατότητα, γνωρίζοντας πλέον το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο που η άλλη πλευρά μετήλθε, να προβεί, αν βεβαίως το επιθυμεί, σε ανάλογα διαβήματα προσβολής και ακύρωσης του. ............................... Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η δυνατότητα επιλογής σε ένα διάδικο, κατά το δοκούν, των εγγράφων ή μέρους αυτών που θα επιδώσει στην άλλη πλευρά όταν τα αναγκαία προς επίδοση έγγραφα καθορίζονται από τον Νόμο και τους Κανονισμούς. Τέτοια τυχόν επιλογή και πρακτική επίδοσης μέρους μόνο ενός εγγράφου, αυτόδηλα πλήττει την νομιμότητα της επίδοσης. Η παράλειψη επίδοσης και των συγκεκριμένων τεκμηρίων, άλλωστε, δεν μπορεί παρά να επηρεάζει τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, στερώντας ουσιαστικά από αυτή τη δυνατότητα να γνωρίζει τις θέσεις των εναγόντων τις οποίες προώθησαν και στη βάση προφανώς των οποίων εξασφάλισαν, μονομερώς το σχετικό διάταγμα...................». Είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων όπως αναπτύχθηκε κατά την αγόρευση ότι η Earlsfield (πιο πάνω) διαφοροποιείται για τους ακόλουθους λόγους: «
  3. Κατ' αρχήν στην εν λόγω υπόθεση οι ενάγοντες ζητούσαν με την μονομερή αίτηση τους οι ίδιοι να προβούν σε επίδοση του Διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια το Διάταγμα το οποίο εξεδόθην για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας διέταττε τους ενάγοντες να επιδώσουν το Διάταγμα αυτούσιο, σε πλήρη αντίθεση με την προκειμένη περίπτωση όπου ούτε οι ενάγοντες επιζητούσαν με την αίτηση τους να επιδώσουν το Διάταγμα, αλλά ούτε και το Διάταγμα ημερ. 29.6.12 διέταττε τους ενάγοντες να το επιδώσουν. Μάλιστα, το Διάταγμα ημερ. 29.6.12 επέτρεπε στους ενάγοντες να επιδώσουν το κλητήριο και την ειδοποίηση περί αυτού καθώς και μεταφράσεις αυτών στον εναγόμενο εκτός δικαιοδοσίας.
  4. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και συγκεκριμένα επίδοση στην Ουκρανία, ήτοι χώρα που δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε πλήρη αντίθεση με την παρούσα. Ευσεβάστως υποβάλλω ότι η εν λόγω διαφοροποίηση είναι μεγίστης σημασίας, καθότι σημαίνει ότι οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί δεν εφαρμόζονται. Ο περί της συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα (Κυρωτικού) Νόμου του 2005 (Ν.8 (ΙΙΙ)/05), στον οποίο βασίζεται και η απόφαση και στα πλαίσια του οποίου αποφασίστηκε ότι η επίδοση έγινε λανθασμένα, δεν έχει οποιαδήποτε εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
  5. Στην παρούσα υπόθεση ισχύ εφαρμόζονται πλήρως οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί και συγκεκριμένα οι ΕΚ 1393/07 και ΕΚ 44/01 και μάλιστα με αυξημένη ισχύ. Παραπέμπω το Σεβαστό Δικαστήριο στην υπόθεση Ironhold Estates Ltd, T/A Henipa Hotel v. Travelworld Vacation Ltd
(2010)1 A A.A.Δ. 452, στην παράγραφο 457 (αντίγραφο επισυνάπτεται). Επιπλέον, αποτελεί θέση μας ότι οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν πλήρως με τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς, οι οποίοι υπερισχύουν. Σύμφωνα με την υπόθεση Fregata Holdings Ltd v. Consortia Europe Ltd, στην αγωγή υπ΄ αρ. 2202/10 ημερ. 30.9.11 του Έντιμου Δικαστή κ. Τ. Θ. Οικονόμου (αντίγραφο επισυνάπτεται), η οποία αν και δεν είναι δεσμευτική είναι καθοδηγητική για το παρόν Δικαστήριο, στόχος των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και η δικαστική συνεργασία για την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν πλήρως με τις πρόνοιες των Ευρωπαϊκών Κανονισμών, συνεπώς και η επίδοση έγινε καθόλα ορθά και νόμιμα, ο εναγόμενος 1 έλαβε δεόντως γνώση και η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.» Διαφωνώ με την πιο πάνω προσέγγιση και επεξηγώ τα εξής: Το γεγονός ότι στην Earlsfield (πιο πάνω) οι Ενάγοντες είχαν ζητήσει να προβούν σε επίδοση του Διατάγματος και συνεπώς το ίδιο το Διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προνοούσε για την επίδοση τέτοιου διατάγματος, δεν διαφοροποιεί την εν λόγω υπόθεση από την παρούσα σε σχέση με την αναγκαιότητα επίδοσης του Διατάγματος. Σύμφωνα με την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων (Δ.6 και Δ.48 θ.12) στην Earlsfield (πιο πάνω), το διάταγμα που εκδίδεται κατόπιν τέτοιας μονομερούς αίτησης πρέπει να επιδίδεται «ούτως ή άλλως» ανεξαρτήτως του λεκτικού του Διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Θα επιχειρήσω να επεξηγήσω την πτυχή αυτή περαιτέρω: Το σκεπτικό για την αναγκαιότητα επίδοσης τόσο του διατάγματος που προνοεί για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και κατ' επέκταση (με βάση τη Δ.48 θ.13) και της μονομερούς αίτησης βάσει της οποίας εκδίδεται τέτοιο διάταγμα, ισχύει και στην παρούσα περίπτωση. Και ο λόγος είναι απλός και έχει ως εξής: Για την επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας χρειάζεται σύμφωνα με τη Δ.6
(1)των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας άδεια του Δικαστηρίου. Ταυτόχρονα, με τη λήψη τέτοιας άδειας η Δ.6 θ.5 είναι επιτακτικής φύσεως. "Any order giving leave to effect such service or give such notice shall limit a time after such service or notice within which such defendant is to enter an appearance, such time to depend on the place or country where or within which the writ is to be served or the notice given. Such order shall also contain a direction that, if the defendant does not enter an appearance within the appointed time, notice of any application in the action may be given by posting a copy of the Court notice board." Συνεπώς, πώς μπορεί να μην είναι αναγκαία και η επίδοση τέτοιου διατάγματος το οποίο απευθύνεται και ενημερώνει ανάλογα τον Εναγόμενο αναφορικά με το χρόνο εμφάνισης του κλπ με βάση τη Δ.6 θ.5; (Εξάλλου με τη Δ.48 θ.12 η δέσμευση για τη διαταγή ισχύει από την ημερομηνία επίδοσης.) Εφόσον συνεπώς η επίδοση του διατάγματος ήταν αναγκαία, αυτόματα ενεργοποιείται και εφαρμόζεται η Δ.48 θ.13 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία επίσης είναι επιτακτικής φύσεως. Πράγματι στην Earlsfield (πιο πάνω) εφαρμογή είχε ο περί της Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά θέματα (Κυρωτικός) Νόμος του 2005 (Ν.8(ΙΙΙ)/05)και όχι η Ε.Κ.44/01 είτε ο Ε.Κ.1393/07. Πράγματι οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί έχουν αυξημένη ισχύ. Όμως το ερώτημα εγείρεται κατά πόσο είτε ο Ε.Κ.44/01 είτε ο Ε.Κ.1393/07 καταργούν και αντικαθιστούν τους εσωτερικούς κανόνες και συγκεκριμένα τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη σχετική νομολογία ως προς το ποια έγγραφα θα πρέπει να επιδίδονται για κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Η απάντηση κατά την άποψη μου είναι αρνητική. Είναι κατ' αρχή ξεκάθαρο μεταξύ άλλων από τα άρθρα
(2),
(6)και
(7)του Προοιμίου του Ε.Κ.1393/07 ότι ο Κανονισμός στοχεύει στην καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση μεταξύ των Κρατών μελών των Δικαστικών και εξωδικαστικών πράξεων που επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ο εν λόγω Κανονισμός δεν στοχεύει σε ενοποίηση των Κανονισμών/Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας κάθε κράτους ως προς το ποια έγγραφα κάθε δικαστικής πράξης θα πρέπει να κοινοποιούνται. Το πιο πάνω σκεπτικό υποστηρίζεται από το εξής απόσπασμα της απόφασης στην αρ. αγωγή 2104/10, Παπακωνσταντίνου (πιο πάνω), με το οποίο απόσπασμα συμφωνώ απόλυτα: «Σκοπός του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 ως διακηρύσσεται ήδη από το προοίμιο του, είναι να βελτιώσει και να επιταχύνει τη διαβίβαση και την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις μεταξύ των κρατών μελών. Ο ως άνω Κανονισμός δεν καθορίζει τα δικαστικά ή εξωδικαστικά έγγραφα που σε κάθε περίπτωση μέσω του θα πρέπει να επιδίδονται. Ούτε την μορφή και πως αυτά θα είναι διαμορφωμένα για να αποσταλούν για σκοπούς επίδοσης. Τα έγγραφα που πρέπει να διαβιβαστούν για επίδοση μέσω του Κανονισμού, συναρτώνται κάθε φορά με τη φύση και τις ανάγκες της κάθε περίπτωσης, ζήτημα ασφαλώς που αποφασίζεται με βάση τα ισχύοντα στο κάθε κράτος μέλος. Η αρμόδια αρχή διαβίβασης των εγγράφων, βεβαιώνεται απλά ότι τα έγγραφα που τις διαβιβάζονται, όποιες και να είναι αυτές οι «Δικαστικές Πράξεις» όπως χαρακτηριστικά αναφέρονται στον ως άνω κανονισμό, θα επιδοθούν με βάση τις πρόνοιες, τον τρόπο και την ασφάλεια που εξασφαλίζεται από τον σχετικό κανονισμό. Ο Κανονισμός αποτελεί ουσιαστικά το μέσο, το εργαλείο για να επιτευχθεί η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση των δικαστικών και εξώδικων πράξεων μεταξύ των κρατών μελών. Τα τυποποιημένα έντυπα που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, όπως υποδεικνύεται στο εδάφιο
(11)του προοιμίου του εν λόγω κανονισμού (βλ. επίσης άρθρο 4 εδ.
(3)και
(5)του Κανονισμού), που απαιτείται να συνοδεύουν αυτές τις δικαστικές ή εξώδικες πράξεις, χρησιμοποιούνται προς το σκοπό διευκόλυνσης αυτής της διαβίβασης, επίδοσης ή κοινοποίησης των δικαστικών ή εξώδικων πράξεων μεταξύ των κρατών μελών». Είναι επίσης η θέση των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων ότι ο Αιτητής/ Εναγόμενος 1 δεν επηρεάστηκε δυσμενώς από τη μη επίδοση της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 11.06.2012, αφού έλαβε γνώση δεόντως για την αγωγή, καταχώρησε εμφάνιση μέσω των δικηγόρων του και ως εκ τούτου είχε πλήρη πρόσβαση στο φάκελο του Δικαστηρίου στον οποίο είναι διαθέσιμες όλες οι πληροφορίες και έγγραφα. Όμως η Δ.48 θ.13 θεσπίστηκε ούτως ώστε το πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, να λαμβάνει ταυτόχρονα γνώση και των στοιχείων στα οποία βασίστηκε η έκδοση τέτοιου διατάγματος. Ο Αιτητής/Εναγόμενος 1 στερήθηκε του δικαιώματος αυτού κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επιπρόσθετα σημειώνονται τα εξής: Ενώ οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν τη δυνατότητα του δικονομικού μηχανισμού της εμφάνισης υπό διαμαρτυρία με σκοπό μεταξύ άλλων τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου, με το σκεπτικό των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων, ο δικονομικός αυτός μηχανισμός θα εξουδετερωνόταν μόλις ο παραπονούμενος μετά την οποιαδήποτε ισχυριζόμενη παράτυπη επίδοση και μετά την περαιτέρω διερεύνηση του θέματος, ενημερωνόταν για την ύπαρξη οποιωνδήποτε τυχόν εγγράφων που έπρεπε να του είχαν επιδοθεί και τα οποία επισημαίνει στην αίτηση παραμερισμού της επίδοσης. Όπως αναφέρεται στην απόφαση στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Duckworth Russel Steward κ.α., αρ. αγωγής 1492/12, Ε.Δ. Πάφου, (Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ.): «Το γεγονός της καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και της πληροφόρησης των εναγομένων σε μεταγενέστερο στάδιο καθώς και της ύπαρξης δυνατότητας τους να πληροφορηθούν από το φάκελο της δικογραφίας το περιεχόμενο της μονομερούς αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη στήριζε, δεν θεραπεύει, την παράλειψη αυτή αλλά ούτε και αποτελεί κώλυμα για προώθηση της κρινόμενης αίτησης.» Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στην εξής κατάληξη: Η παράληψη επίδοσης στον Αιτητή/Εναγόμενο 1 της μονομερούς αιτήσεως ημερομηνίας 11.06.2012 με την ένορκη δήλωση της πλήττει την ορθότητα της επίδοσης του κλητηρίου και της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου και συνεπώς η επίδοση τους θα πρέπει να ακυρωθεί/παραμεριστεί χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. 2) Επιπρόσθετα οι Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες επιχειρηματολόγησαν ότι η επίδοση έγινε σε πλήρη συμμόρφωση με τη νομοθεσία την ισχύουσα στο Ηνωμένο Βασίλειο, ως αναφέρεται στο πιστοποιητικό επίδοσης εγγράφων το οποίο εκδόθηκε και πιστοποιήθηκε από το Δικαστήριο Αγγλίας (Τεκμήριο 2α της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, στην πρώτη σελίδα στο σημείο 12.2.1 αναφέρεται «served in accordance with the law of the member State addressed»). Υιοθετώ την απάντηση η οποία εμπεριέχεται στην παράγραφο 136 και 137 της αγόρευσης εκ μέρους του Αιτητή/Εναγόμενου 1 χωρίς να είναι αναγκαίο να προσθέσω οτιδήποτε άλλο: «136. Ουσιαστικά πιστοποιείται ότι ο τρόπος - η μέθοδος επίδοσης των εγγράφων που δόθηκαν προς επίδοση από τους καθ' ων η αίτηση ήταν σύμφωνος με τους κανόνες επίδοσης του Ηνωμένου Βασιλείου. Άλλο όμως είναι ο τρόπος επίδοσης και άλλο το περιεχόμενο επίδοσης. Δεν πιστοποιείται σε καμία περίπτωση η ορθότητα ή η πληρότητα του περιεχομένου των εγγράφων που δόθηκαν για επίδοση. 137. Σε καμία περίπτωση και από καμία Αρχή δεν πιστοποιείται ότι το περιεχόμενο της επίδοσης ήταν σύμφωνα με τον Εθνικό Νόμο και Κανόνες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν θα μπορούσε να γίνει μια τέτοια πιστοποίηση από την Αρχή Παραλαβής του Ηνωμένου Βασιλείου γιατί πολύ απλά δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο από τον Ε.Κ. 1393/2007, αλλά ούτε και είναι σε θέση η εν λόγω αρχή παραλαβής του Ηνωμένου Βασιλείου να γνωρίζει τι απαιτεί ο Εθνικός Νόμος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας.» 3) Επιπρόσθετα οι Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες επικαλούνται το Ε.Κ.44/01 και συγκεκριμένα το άρθρο 34
(2). Πιο συγκεκριμένα κατά την αγόρευση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων αναφέρθηκαν τα εξής: «Θέση των εναγόντων είναι ότι συμμορφώθηκαν πλήρως με τις πρόνοιες του ΕΚ 44/01, επέδωσαν στον εναγόμενο όλα τα αναγκαία και/ή ορθά έγγραφα συνεπώς και η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί: Με βάση το Άρθρο 34
(2)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/01 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις: «Α judgment shall not be recognized: (a)............................. (b) Where it was given in default of appearance, if the defendant was not served with the document which instituted the proceedings or with an equivalent document in sufficient time and in such a way as to enable him to arrange for his defence, unless the defendant failed to commence proceedings to challenge the judgment when it was possible for him to do so». Με βάση τα ανωτέρω, ορθά επιδόθηκε και το κλητήριοι ένταλμα αλλά και η ειδοποίηση κλητηρίου στον εναγόμενο, εφόσον επιδόθηκε σε αυτόν τόσο το εναρκτήριο έγγραφο όσο και ένα έγγραφο ισοδύναμο (equivalent) με αυτό. Εν πάση περιπτώσει αυτό προνοούσε και το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, με το οποίο οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν πλήρως.» Διαφωνώ με την πιο πάνω προσέγγιση. Συμφωνώ με την απάντηση που εμπεριέχεται στην παράγραφο 40 της αγόρευσης εκ μέρους του Αιτητή/ Εναγόμενου 1 την οποία παραθέτω αυτούσια και για την οποία κρίνω ότι δεν χρειάζεται περαιτέρω επεξήγηση: «40. Ο Ε.Κ. 44/2001 δεν αφορά και δεν ρυθμίζει το θέμα της επίδοσης των εγγράφων μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση σε αστικές υποθέσεις. Το δε άρθρο 34
(2)του Ε.Κ. 44/2001 που οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνται δεν σχετίζεται με την επίδοση δικαστικών ή εξωδικαστικών εγγράφων, αλλά με την αναγνώριση απόφασης. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 34
(2)του Ε.Κ. 44/2001 ουδεμία σχέση έχει και δεν καταδεικνύει ποια έγγραφα οι καθ' ων η αίτηση όφειλαν να επιδώσουν.» 4) Αν και ήδη προκύπτει ότι η επίδοση του κλητηρίου και η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας είναι παράτυπη και πρέπει να παραμεριστεί λόγω της μη επίδοσης της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 11.06.2012 στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 29.06.2012, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο διαπιστώνονται περαιτέρω παρατυπίες. α) Το γεγονός ότι το διάταγμα ημερομηνίας 29.06.2012 δεν επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 (ούτε στην Ελληνική γλώσσα ούτε στην Αγγλική) αποτελεί επιπρόσθετο αλλά και ανεξάρτητο λόγο παραμερισμού της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Η ανάλυση που εμπεριέχεται πιο πάνω σ' αυτό το λόγο ένστασης υπό τον αριθμό και τίτλο «1) Ποιες οι τυχόν νομικές συνέπειες από τη μη επίδοση της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 11.06.2012 με την ένορκη δήλωση της;» καλύπτουν την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. β) Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε διαπιστωθεί ότι τελικά είχε επιδοθεί το διάταγμα ημερομηνίας 29.06.21012 στην Ελληνική γλώσσα (σε περίπτωση που η δήλωση της κας Πολυβίου αφορούσε τη μη επίδοση μόνο της μετάφρασης του διατάγματος στην Αγγλική γλώσσα) και πάλι θα διαπιστωνόταν παρατυπία στην επίδοση λόγω μη επίδοσης τόσο του μεταφρασμένου διατάγματος στην Αγγλική γλώσσα σε συνδυασμό με τη μη επίδοση του έντυπου του παραρτήματος II του Ε.Κ. 1393/07 (βλ. Άρθρα 5
(1)και 8
(1)του Ε.Κ. 1393/07). Όμως οι συνέπειες αυτής της συγκεκριμένης παρατυπίας δεν είναι αναγκαίο να αναλυθούν αφού ήδη έχει αποφασιστεί ο παραμερισμός της επίδοσης της ειδοποίησης και της επίδοσης του κλητηρίου (περιλαμβανομένης και της επίδοσης του διατάγματος ημερομηνίας 29.06.2012) για άλλο λόγο. Σε κάθε περίπτωση, για λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, θεωρώ πως ούτε ο λόγος ένστασης (β) ευσταθεί και συνεπώς και ο λόγος αυτός απορρίπτεται. ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ (γ) - Ισχυρισμός ότι η επίδικη αίτηση βασίζεται σε λανθασμένα άρθρα και θεσμούς Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ούτε έχει επεξηγηθεί η θέση των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων γι' αυτό το σημείο ούτε και προωθήθηκε κατά την ακρόαση. ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ (στ) - Ισχυρισμός για ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες από την τυχόν ακύρωση/παραμερισμό του Διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας Στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης της κας Χριστοδουλίδη που συνοδεύει την ένσταση αναφέρονται τα εξής: «20. Επιπρόσθετα οι ενάγοντες ισχυρίζονται και λέγουν ότι θα υποστούν υπέρμετρη ζημιά από την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, εφόσον κάτι τέτοιο θα τους θέσει σε δυσμένεια, τόσο λόγω των εξόδων που έχουν ήδη υποστεί στην διαδικασία επίδοσης των εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας όσο και του χρόνου που έχει αναλωθεί για την εν λόγω επίδοση, αφού ακολούθησαν την ορθή διαδικασία, με βάση τον Νόμο, τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 29.6.12». Να επισημανθεί κατ' αρχή ότι ο λόγος ένστασης (στ) όπως διατυπώθηκε στο αιτητικό περιορίζεται σε ισχυριζόμενη ζημιά από τυχόν ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 29.06.2012 και όχι για την ακύρωση επίδοσης των οποιωνδήποτε εγγράφων. Σε κάθε περίπτωση εφόσον κρίνεται ότι συντρέχει λόγος ακύρωσης της επίδοσης όπως εξηγείται πιο πάνω, τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση δεν κρίνονται ικανοποιητικά. Συνεπώς και ο λόγος ένστασης (στ) απορρίπτεται. ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ (η) - Ισχυρισμός για κατάχρηση της διαδικασίας Δεν έχει καταδειχθεί ότι η καταχώρηση της επίδικης αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου ή ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Συνεπώς ο λόγος ένστασης (η) απορρίπτεται. ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ (θ) Με αυτό το λόγο επισημαίνεται μεταξύ άλλων ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύεται από την επίδικη αίτηση έγινε από δικηγόρο. Στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της κας Ζαντή επισημαίνεται ότι ο Αιτητής/Εναγόμενος 1 βρίσκεται και διαμένει στο εξωτερικό. Σύμφωνα με το κλητήριο ένταλμα η διεύθυνση του είναι στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παρόλο που είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται δικηγόρος σε ένορκη δήλωση εκ μέρους του πελάτη του εντούτοις μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Αυτό διευκρινίστηκε στις υποθέσεις Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holidings Ltd. κ.α. ν. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί.» Στην παρούσα περίπτωση το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση υπογράφεται από δικηγόρο δεν αποτελεί λόγο απόρριψης της επίδικης αίτησης. Ο λόγος αυτός δεν προωθήθηκε εν πάση περιπτώσει κατά την αγόρευση. Στον ίδιο λόγο ένστασης οι Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες παραπονούνται για αναληθείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς. Πρόκειται όμως για μια αίτηση δια κλήσεως στην οποία οι Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες είχαν την ευκαιρία να θέσουν τους δικούς τους ισχυρισμούς και απαντήσεις και συνεπώς δεν βλέπω θέμα παραπλάνησης που να αποτελεί μάλιστα λόγο απόρριψης της Αίτησης. Ούτε και οι υπόλοιποι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί σε αυτό το λόγο ένστασης περί ισχυριζόμενης παρατυπίας έχουν τεκμηριωθεί. Συνεπώς ο λόγος ένστασης (θ) απορρίπτεται. ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ (ι) - ισχυρισμός για ελλιπή αλλά και λανθασμένη νομική βάση της επίδικης αίτησης. Ισχυρισμός ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων Να σημειωθεί κατ' αρχή ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι η αίτηση στερείται ορθής νομικής βάσης. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος αυτού του λόγου ένστασης, ότι «δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητά ο Εναγόμενος 1-Αιτητής». Ήδη επεξηγείται πιο πάνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της σχετικής επίδοσης. Να διευκρινιστεί όμως ότι τίποτα από την πιο πάνω ανάλυση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ίδιο το διάταγμα ημερομηνίας 29.06.2012 θα πρέπει να ακυρωθεί. Και σ' αυτό το σημείο εξετάζεται περαιτέρω το ερώτημα αυτό, κατά πόσο δηλαδή συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ακύρωση του εν λόγω διατάγματος ημερομηνίας 29.06.
  1. Με την παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της κας Ζαντή η οποία συνοδεύει την επίδικη αίτηση επισημαίνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες δεν είχαν ζητήσει άδεια για επίδοση όλων των απαραίτητων εγγράφων. Κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου οι Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες είχαν ζητήσει την άδεια του Δικαστηρίου για όσα έγγραφα (κλητήριο, ειδοποίηση κλητηρίου) απαιτείται τέτοια άδεια με βάση τη Δ.6 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επιπρόσθετα, είναι η θέση του Αιτητή/Εναγόμενου 1 ότι τα ακόλουθα αποτελούν λόγο ακύρωσης και του ιδίου του Διατάγματος ημερομηνίας 29.06.2012 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας: (α) Η ισχυριζόμενη μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος πρώτα στην Εναγόμενη 2 εταιρεία η οποία έχει διεύθυνση στην Κύπρο. (β) Η μη εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου ή έκδοσης παράλληλου κλητηρίου αναφορικά με τον Εναγόμενο
  2. Το θέμα αυτό όμως δεν έχει εγερθεί στην επίδικη αίτηση ή στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει αλλά μόνο στην αγόρευση και συνεπώς δεν θα ήταν δίκαιο να εξεταζόταν στα πλαίσια της επίδικης αίτησης. Παρενθετικά μόνο επισημαίνεται ότι η επίδοση στην Εναγόμενη 2 εταιρεία στην Κύπρο προηγήθηκε της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στον Αιτητή/Εναγόμενο 1 (βλ. στοιχείο Α2 κάτω από τον τίτλο «Σχετικό Ιστορικό - Κύρια Σημεία» στην αρχή της απόφασης). Καταλήγω ότι δεν συντρέχει λόγος ακύρωσης του διατάγματος ημερομηνίας 29.06.
  3. ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ (δ) - Ισχυρισμός ότι ο Αιτητής/Εναγόμενος 1 δεν παρουσίασε επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό Με βάση όλη την πιο πάνω ανάλυση ο Αιτητής/Εναγόμενος 1 δεν έχει παρουσιάσει επαρκείς λόγους για ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 29.06.
  4. Έχει όμως παρουσιάσει επαρκείς λόγους για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου και της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου. ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ (ε) - Ισχυριζόμενη προσπάθεια του Αιτητή/ Εναγόμενου 1 να αποφύγει τις υποχρεώσεις του κλπ προς τους Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες Η πλευρά του Αιτητή/Εναγόμενου 1 έχει δείξει ότι συντρέχει λόγος ακύρωσης της επίδοσης και συνεπώς θα ήταν αυθαίρετο να απορρίπτετο η επίδικη αίτηση με βάση τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στο λόγο ένστασης (ε). Συνεπώς ο λόγος ένστασης (ε) απορρίπτεται. ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ (ζ) Όλη η προηγούμενη ανάλυση καλύπτει και αυτό το λόγο ένστασης. Συντρέχει λόγος παραμερισμού της επίδοσης, και η επίδοση θα πρέπει να παραμεριστεί. Ο λόγος ένστασης (ζ) απορρίπτεται. -------------------- Εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και σχετικά θέματα Κατά το στάδιο της αγόρευσης επιχειρηματολογήθηκε εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε φερόμενη εμφάνιση υπό διαμαρτυρία χωρίς να καταχωρίσει ταυτόχρονα αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης και/ή χωρίς να έχουν λάβει σχετική προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου περί τούτου. Το θέμα αυτό όμως δεν εγείρεται στους λόγους ένστασης και συνεπώς δεν θα ήταν δίκαιο να εξεταστεί περαιτέρω. Σε κάθε περίπτωση, η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία (σε περίπου 9 μέρες). Εξάλλου όπως εξηγείται στην υπόθεση Παπακόκκινου ν. Εταιρείας Landbroke Group Plc
(1995)1 A.A.Δ. 1093, αίτηση για παραμερισμό μπορεί να υποβληθεί και χωρίς να προηγηθεί καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Συνεπώς η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων απορρίπτεται. -------------------- Όσον αφορά τα έξοδα: Ουσιαστικότατο μέρος της επίδικης αίτησης αφορά την ακύρωση της επίδοσης. Επιπρόσθετα, το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης περιστράφηκε γύρω από αυτό το θέμα. Συνεπώς θεωρώ δίκαιο όπως όλα τα σχετικά έξοδα της αίτησης επιδικαστούν υπέρ του Αιτητή/Εναγόμενου 1. Συνεπώς, η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος περιλαμβανομένης και της επίδοσης όλων των εγγράφων που επιδόθηκαν, ακυρώνονται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή/Εναγόμενου 1 και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.