Γιώργου Αντωνίου ν. Αντώνη Σάββα κ.α., Αρ. Αγωγής: 2384/09, 31/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A146 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2384/09 Μεταξύ: Γιώργου Αντωνίου από την Πάφο Ενάγοντα και
- Αντώνη Σάββα από την Πάφο
- Μαίρη Ηλία Σάββα από την Πάφο Εναγομένων ---------------------- Ημερομηνία: 31.5.2013 Για τον Ενάγοντα: κ. Μ. Βασιλειάδης (κα Β. Ιωάννου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Εναγομένους 1 και 2: κ. Α. Αλεξάνδρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή αξιώνει γενικές, ειδικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις από τους εναγομένους 1 και 2 λόγω του ότι, ως ισχυρίζεται, οι εναγόμενοι προέβηκαν σε ανυπόστατες και ψευδείς καταγγελίες στην Αστυνομία ότι ο ενάγοντας τους προκάλεσε ζημιά στο αυτοκίνητο της εναγόμενης 2 υπ΄ αρ. εγγραφής ΗΒΡ407 και στα αυτοκίνητα του εναγόμενου 1 υπ΄ αρ. εγγραφής ΡU208 και SB818 με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί εναντίον του η ποινική υπόθεση 16259/06 Ε.Δ. Πάφου η οποία είχε ως αποτέλεσμα το διασυρμό, την ταλαιπωρία και την απώλεια εσόδων του ενάγοντα. Ο ενάγοντας αθωώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 30.1.
- Οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής και ζητούν την απόρριψη της αγωγής καθότι την ποινική δίωξη στην υπόθεση υπ΄ αριθμό 16259/06 του Ε.Δ. Πάφου την κατεχώρισε ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και όχι οι εναγόμενοι 1 και
- Απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντα στην έκθεση απαιτήσεως και αναφέρουν ότι η αθώωση του ενάγοντα ήταν αποτέλεσμα το οποίο προέκυψε όλο ή εν μέρει λόγω πλημμελούς και/ή αμελούς έρευνας που διεξήχθηκε από τις αστυνομικές αρχές. Η πλευρά του ενάγοντα για να αποδείξει την υπόθεσης της κάλεσε 3 μάρτυρες. Ως Μ.Ε.1 κατάθεσε ο ενάγοντας και ως Μ.Ε.2 και 3 υπαλλήλοι του Ε.Δ. Πάφου. Από πλευράς των εναγομένων κατέθεσε μόνο ο εναγόμενος
- Κατατέθηκαν συνολικά 7 τεκμήρια. Η κυρίως εξέταση του ενάγοντα Γιώργου Αντωνίου έγινε με γραπτή κατάθεση και κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 οι παραγράφοι 1-8 της κατάθεσης του, όχι όμως η παράγραφος
- Οι παράγραφοι 1-8 της γραπτής του κατάθεσης αποτελούν επανάληψη της έκθεσης απαίτησης του. Στην αντεξέταση και συγκεκριμένα σε ερώτηση που αφορούσε την παράγραφο 5 της γραπτής του κατάθεσης εάν είναι δική του άποψη ότι από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 16259/06 ότι διεφάνη «το ανυπόστατο, το κακόπιστο και ψευδές» των καταγγελιών των εναγομένων απάντησε ο μάρτυρας «εγώ αυτόν εκατάλαβα». Σε ερωτήσεις που αφορούσαν την καταγγελία των εναγομένων και συγκεκριμένα ότι είναι αυτός που προκάλεσε τις ζημιές στις 27.2.2006 ο μάρτυρας απάντησε «μόνο ένας κύκλωπας ή ένας κουταλιανός μπορούσε να το κάνει» και σε ερώτηση ότι είναι η Αστυνομία που άσκησε την ποινική δίωξη αυτός απάντησε ότι «για να την ασκήσει κάποιος πρέπει να έχει κάμει παράπονο». Η Μ.Ε.2 Φαίδρα Αυγουστή, ανέφερε ότι εργάζεται στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 2 πιστό αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην υπόθεση 16259/06, ως τεκμήριο 3 πιστό αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου στην πιο πάνω υπόθεση, ημερ. 30.1.2009, ως τεκμήριο 4 πιστό αντίγραφο της κατάθεσης του Αντώνη Σάββα και ως τεκμήριο 5 πιστό αντίγραφο της κατάθεσης της Μαίρης Ηλία Σάββα. Η μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε. Η Μ.Ε.3 Άντρη Λαζάρου, υπεύθυνη του Πολιτικού Τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ζητήθηκε από τη μάρτυρα να καταθέσει φάκελο της πολιτικής υπόθεσης 857/2006, υπήρξε ένσταση από το δικηγόρο των εναγομένων καθότι τα θέματα τα οποία ζητείτο η καταχώριση ως τεκμηρίων δεν ήταν δικογραφημένα, δεν της επιτράπηκε να καταχωρίσει οποιοδήποτε έγγραφο από το φάκελο της πιο πάνω υπόθεσης και δεν ρωτήθηκε οποιαδήποτε άλλη ερώτηση στην κυρίως εξέταση και δεν υπήρξε αντεξέταση. Ο Μ.Υ.1, εναγόμενος 1, κατέθεσε ως τεκμήριο 6 την απάντηση που έλαβε από την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας σε σχέση με παράπονο εναντίον μελών της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου και περαιτέρω κατέθεσε ως τεκμήριο 7 φωτογραφικό φάκελο στον οποίο υπάρχουν 10 φωτογραφίες. Βλέποντας τις φωτογραφίες ανεγνώρισε ότι το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΒΡ407 είναι το όχημα της συζύγου του και οι φωτογραφίες αυτές πρέπει να τραβήχτηκαν στις 27.2.2006, περί ώρα 01:00, όταν ήρθαν οι αστυνομικοί. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι προέβηκε σε παράπονο στην πιο πάνω αναφερόμενη αρχή για άλλη καταγγελία που έκανε και δεν διερευνήθηκε από την Αστυνομία. Η υπόλοιπη αντεξέταση του μάρτυρα αφορούσε γεγονότα για άλλες διαφορές που είχε με τον ενάγοντα, θέματα τα οποία όμως δεν είναι δικογραφημένα. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι ο Μ.Ε.1 ενάγοντας μέσα από τη γραπτή του κατάθεση αλλά και την αντεξέταση που υπεβλήθη δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις επί της ουσίας και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως κριθεί καθόλα αξιόπιστος. Περιόρισε τις γενικές αποζημιώσεις στο ποσό των €7.000, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ενάγοντα και παρέπεμψε το Δικαστήριο σε αγγλική και κυπριακή νομολογία για την απόδειξη των στοιχείων του αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου των εναγομένων 1 και
- Τόνισε ότι η μαρτυρία του ενάγοντα ήταν απλή επανάληψη της έκθεσης απαίτησης του χωρίς να προσθέτει οτιδήποτε άλλο, ζήτησε όπως η μαρτυρία του απορριφθεί στο σύνολο της, εισηγήθηκε περαιτέρω ότι δεν έχει αποδείξει ο ενάγοντας ως όφειλε τα ποσά που ζητεί, περαιτέρω δεν έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κακόβουλης ποινικής δίωξης από τη στιγμή που η έναρξη της ποινικής δίωξης του ενάγοντα έγινε από την Αστυνομία οι εναγόμενοι το μόνο που έκαναν ήταν να δώσουν τα στοιχεία και είναι η Αστυνομία που αποφάσισε για την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης. Ως εκ τούτου ζήτησε όπως η αγωγή απορριφθεί. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου και με ιδιαίτερη προσοχή προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, η κυρίως εξέταση του ενάγοντα αποτελείτο από γραπτή κατάθεση η οποία μετέφερε στο Δικαστήριο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Για το θέμα των ζημιών που ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι υπέστη δεν κατέθεσε οποιεσδήποτε αποδείξεις ή έγγραφα τα οποία να ενισχύει τη μαρτυρία του. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ότι λόγω της καταγγελίας των εναγομένων 1 και 2 αυτός υπέστη διασυρμό, ταλαιπωρία και απώλεια εσόδων, παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί. Περαιτέρω αποτελεί άποψη του ότι με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.1.2009 διαφάνηκε μέσα από τη δίκη το ανυπόστατο, κακόπιστο και ψευδές των καταγγελιών των εναγομένων. Μελετώντας ιδιαίτερα τόσο τη γραπτή του κατάθεση αλλά και την αντεξέταση μπορεί ο ενάγοντας τα όσα κατέθεσε ο ίδιος να τα θεωρεί ως γεγονότα που στηρίζουν την αγωγή του όμως αυτό που καταλήγω είναι ότι αν και έχει αφήσει θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, η μαρτυρία του δεν έχει τη δυνατότητα και την εγκυρότητα ώστε να αποδείξει τους ισχυρισμούς που θέτει με την έκθεση απαίτησης. Εντελώς τυπική και καθόλα αξιόπιστη χαρακτηρίζεται η μαρτυρία της Μ.Ε.2 Φαίδρας Αυγουστή η οποία εργάζεται στο ποινικό τμήμα του Ε.Δ. Πάφου. Το μόνο που έκανε ήταν να καταθέσει τα έγγραφα τα οποία αφορούσαν την υπόθεση 16259/06 Ε.Δ. Πάφου, ως τεκμήρια 2 μέχρι
- Δεν είναι αναγκαίο να προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Ε.3 Άντρης Λαζάρου η οποία εργάζεται στο πολιτικό τμήμα του Ε.Δ. Πάφου καθότι τα όσα ανέφερε αφορούσαν γεγονότα τα οποία άντλησε μέσα από το φάκελο της πολιτικής αγωγής 857/2006, έγγραφα τα οποία δεν έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο. Εντελώς διαφορετική εικόνα έχει αφήσει στο Δικαστήριο ο εναγόμενος
- Προσπαθούσε με ένα ιδιαίτερο αυταρχισμό να αποδώσει ευθύνες στους πάντες πλην του εαυτού του. Η μαρτυρία του είναι γεμάτη από αντιφάσεις και ανακρίβειες και ως τέτοια απορρίπτεται στο σύνολο της. Όπως είπα και πιο πάνω η αντεξέταση του εναγόμενου 1 στο μεγαλύτερο της μέρος αφορούσε γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να έχουν κάποια σχέση με την υπόθεση όμως δεν ήταν δικογραφημένα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα μόνα συμπεράσματα που μπορεί άνετα να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι στις 27.2.2006 οι εναγόμενοι προέβηκαν σε καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου ότι ο ενάγοντας εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιές τόσο στο όχημα της εναγόμενης 2 όσο και στα οχήματα του εναγόμενου
- Καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση υπ΄ αρ. 16259/2006 Ε.Δ. Πάφου, εναντίον του ενάγοντα και στις 30.1.2009 με απόφαση του Δικαστηρίου ο ενάγοντας αθωώθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Ο ενάγοντας με βάση την έκθεση απαίτησης αξιώνει τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 8 ως ειδικές αποζημιώσεις, ποσό το οποίο περιορίστηκε κατά την αγόρευση του ευπαιδεύτου δικηγόρου του σε €7.000 γενικές αποζημιώσεις και παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω της κακόβουλης δίωξης. Ως εκ τούτου πριν προχωρήσω να εξετάσω τα θέματα που αφορούν τις αποζημιώσεις θα εξετάσω αν αποδεικνύονται τα στοιχεία που απαιτούνται για να τεθεί σε εφαρμογή το αδίκημα της κακόβουλης δίωξης με βάση το άρθρο 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Κεφ.
- Με βάση την υπάρχουσα νομολογία (βλ. Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. σελ. 268) για να τεθεί σε εφαρμογή το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης θα πρέπει να αποδειχθούν τα πιο κάτω στοιχεία:
- Έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα.
- Λήξη της ποινικής δίωξης υπέρ του ενάγοντα.
- Έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας.
- Κακοβουλία.
- Ζημιά στον ενάγοντα συνεπεία της δίωξης. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 προέβησαν σε ανυπόστατες και ψευδείς καταγγελίες στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου ότι ο ενάγοντας εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά τόσο στο όχημα της εναγόμενης 2 όσο και στα οχήματα του εναγόμενου
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 και τα τεκμήρια τα οποία έχει καταθέσει στις 28.12.2006 καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του ενάγοντα και άλλου προσώπου με αριθμό 16259/2006 Ε.Δ. Πάφου. Με βάση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.1.2009 απορρίφθηκαν οι κατηγορίες καθότι η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή κρίθηκε ως αναξιόπιστη. Μάρτυρες κατηγορίας μεταξύ άλλων ήταν και οι εναγόμενοι 1 και 2 και κατατέθηκαν ως τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα οι καταθέσεις που έδωσαν στην Αστυνομία. Η ποινική δίωξη ξεκίνησε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου και μεταξύ των Μ.Κ. ήταν και δύο αστυνομικοί. Συνεπώς η έναρξη της ποινικής δίωξης δεν έγινε από τους εναγόμενους 1 και 2 αλλά από τους ενάγοντες. Αυτό που θα πρέπει να εξετάσω είναι αν οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν ενεργήσει σε τέτοιο βαθμό ώστε ψευδώς και κακοβούλως να έδωσαν πληροφορίες στην Αστυνομία για να προχωρήσει με την ποινική υπόθεση και αν η ποινική υπόθεση προωθήθηκε με την εμμονή των εναγομένων 1 και 2 κάτι που να τους καθιστά ουσιαστικά κατήγορους (βλ. Martin v. Watson
(1995)3 All E.R. 559 (H.L.)). O ενάγοντας μέσα από την έκθεση απαίτησης του αλλά και τη μαρτυρία του δεν δίδει αυτό το στίγμα στους εναγόμενους 1 και 2 πλην της οικονομικής διαφοράς που είχαν. Έγινε προσπάθεια από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του στο στάδιο της αντεξέτασης του εναγόμενου 1 και της μαρτυρίας της Μ.Ε.3 να τεθούν γεγονότα για μια σειρά διαφορών που είχαν ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1. Από αυτά όμως και μόνο τα γεγονότα, χωρίς αυτά να είναι δικογραφημένα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πράξη των εναγομένων 1 και 2 να καταγγείλουν τον ενάγοντα για κακόβουλη πράξη και να προχωρήσει η ποινική υπόθεση μετά από έρευνες της Αστυνομίας αποτελεί κακόβουλη και ψευδή πληροφορία πολύ δε περισσότερο ότι η υπόθεση προωθήθηκε στο Δικαστήριο λόγω εμμονής των εναγομένων 1 και 2 το οποίο να τους καθιστά ουσιαστικά κατήγορους. Όσον αφορά τη λήξη της ποινικής δίωξης υπέρ του ενάγοντα αυτό συνάγεται από τα γεγονότα της υπόθεσης και συγκεκριμένα την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.1.2009 ως ανωτέρω ανάφερα. Όσον αφορά την έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα και συγκεκριμένα ο ενάγοντας θα πρέπει να αποδείξει ότι οι εναγόμενοι δεν πίστευαν ότι αυτός πιθανόν να ήταν ο ένοχος και ότι ένα μέσο, συνετό και προσεκτικό άτομο δεν θα κατέληγε με βάση τα γεγονότα ότι ο ενάγοντας πιθανόν να ήταν ένοχος. Δεν θα προχωρήσω σε περαιτέρω εξέταση του θέματος καθότι ούτε για το ελάχιστο έχει προσκομίσει μαρτυρία ο ενάγοντας ώστε να δίδεται το δικαίωμα στο Δικαστήριο να εξετάσει τα πιο πάνω. Όσον αφορά την κακοβουλία στην υπόθεση Πίτσιλλος (ανωτέρω) έχει αναφερθεί ότι «κακόβουλη ποινική δίωξη είναι αυτή που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία κατηγόρου δεν είναι η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης». Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να θεμελιώνει το στοιχείο της κακοβουλίας. Όσον αφορά το θέμα της ζημιάς που ως ισχυρίζεται υπέστη συνεπεία της ποινικής δίωξης ο ενάγοντας ως όφειλε δεν έχει παραθέσει μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει οποιαδήποτε ζημιά ακόμη και αυτά τα έξοδα που κατέβαλε στην ποινική υπόθεση. Συγκεκριμένα οι ειδικές αποζημιώσεις πέραν του ότι θα πρέπει να δικογραφούνται θα πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα κάτι που ο ενάγοντας έχει αποτύχει να αποδείξει. Συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο