← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. WOOLLARD GAVIN VICTOR κ.α., Αρ. Αγωγής: 1291/2012, 2/5/2013

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. WOOLLARD GAVIN VICTOR κ.α., Αρ. Αγωγής: 1291/2012, 2/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1291/2012 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων -και-

  1. WOOLLARD GAVIN VICTOR
  2. ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED, από Πάφο Εναγομένων .......... Αίτηση ημερομηνίας 30.11.12 2.5.13 Για τον Αιτητή-Εναγόμενο 1: κ. Κουκούνης Για τους Καθ΄ων η αίτηση-Ενάγοντες: κα Μαυρικίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο Εναγόμενος 1-Αιτητής ζητά: Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή παραμερίζεται το διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2.7.12 διά του οποίου επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντίγραφου του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και ειδοποίησης περί αυτού, ως επίσης και των μεταφράσεων αυτών, εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στον Εναγόμενο 1 για το λόγο ότι οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις σχετικές διατάξεις του νόμου, των σχετικών Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και του Συντάγματος ή απέτυχαν να συμμορφωθούν με ή να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2.7.12 ή άλλως πως. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή παραμερίζεται το διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2.7.12 διά του οποίου επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντίγραφου του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και ειδοποίησης περί αυτού, ως επίσης και των μεταφράσεων αυτών, στον Εναγόμενο 1 μέσω της δικαιοδοσίας ως προνοείται από τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/01 και 1393/07, για το λόγο ότι οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις του Νόμου, των σχετικών Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και του Συντάγματος ή απέτυχαν να συμμορφωθούν με ή να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2.7.12 ή άλλως πως. Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή να παραμερίζεται η επίδοση προς τον Εναγόμενο 1 κατά ή περί τις 15.11.12, του πιστού αντίγραφου της ένορκης δήλωσης της Δανάης Μαππή, από Λευκωσία, Κύπρος, ημερομηνίας 25.9.12 και των αναφερόμενων σε αυτήν εγγράφων ως Τεκμήρια Α, Β, Γ και Δ, ως επίσης και της επίδοσης του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.7.12 στα Ελληνικά ως άκυρη ή παράνομη ή παράτυπη η αντικανονική ή κακή ή επισφαλής ή λόγω του ότι οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις του Νόμου, των σχετικών Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και του Συντάγματος ή απέτυχαν να συμμορφωθούν με ή να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες εκδοθηκε το εν λόγω διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2.7.12 ή άλλως πως. Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται ή να δηλώνεται ότι οποιαδήποτε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, της ειδοποίησης περί αυτού, των ισχυριζόμενων μεταφράσεων αυτών στην Αγγλική γλώσσα, ως επίσης και η οποιαδήποτε επίδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2.7.12 στην Ελληνική γλώσσα, προς τον Εναγόμενο 1 κατά ή περί την 15.11.12 είναι άκυρη ή παράνομη ή παράτυπη ή αντικανονική ή κακή ή ότι οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις του Νόμου, των σχετικών Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και του Συντάγματος ή απέτυχαν να συμμορφωθούν με ή να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2.7.12 ή άλλως πως. Ε) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία η διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο να εκδώσει υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5, Θ.1, 2, 3-9, 9, 10, Δ.6 θ.1, 2-4, 5, 6, 7

(1)(α)-(δ),
(2),
(3), 8, 9, Δ.15 Θ.1-8, 9, Δ.16 Θ.1, 2, 3, 4, 5-8 και 9, Δ.39, Δ.48, Θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, Δ.51 Θ.1, 2, 2Α, 3-5, 6,7, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς (Ε.Κ.) 44/01 και (Ε.Κ.) 1393/07, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 3 και 9, στις συμφυείς εξουσίες, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου, ως επίσης και στην νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ). Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση, φαίνονται στην ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Ζαντή, η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι κατά ή περί την 15.11.12, εξ όσον την πληροφόρησε ο αιτητής επιδόθηκαν προς αυτόν, αναφορικά με την αγωγή, τα ακόλουθα έγγραφα: Πιστό αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2.7.12, στην Ελληνική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της ως Τεκμήριο Α. Πιστό αντίγραφο της ένορκης δήλωσης της Δανάης Μαππή, από τη Λευκωσία, ημερομηνίας 25.9.12 μαζί με τα έγγραφα τα οποία επισυνάφθηκαν στην εν λόγω ένορκη δήλωση, το σύνολο των οποίων επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της κας Μαππή ως Τεκμήριο Β. Τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται και επισυνάπτονται στη ένορκη δήλωση της Δανάης Μαππή είναι τα ακόλουθα:
  1. i)Πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή κατά ισχυρισμό μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της.
  2. ii)Πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, στην Ελληνική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωσή της. iii) Πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, κατά ισχυρισμό μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωσή της.
  3. iv)Πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, στην Ελληνική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωσή της. Όπως, περαιτέρω αναφέρει και προκύπτει από τα ανωτέρω, οι Ενάγοντες δεν επέδωσαν ή παρέλειψαν να επιδώσουν ως όφειλαν, όλα τα απαιτούμενα από τον Νόμο, τους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, τους σχετικούς Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και το Σύνταγμα έγγραφα και εξαιτίας των ως άνω αναφερόμενων παραλείψεων των Εναγόντων, ο Αιτητής- Εναγόμενος 1 έχει αποστερηθεί του δικαιώματος του να ενημερωθεί γραπτώς στην Αγγλική γλώσσα, γλώσσα η οποία είναι κατανοητή σε αυτόν, για τις προσφερόμενες διαδικασίες που του επιτρέπουν να προστατευθεί, για το δικαίωμα του να αρνηθεί ή να απορρίψει την επίδοση των ως άνω αναφερομένων εγγράφων, ως επίσης και για το δικαίωμα του να εμφανιστεί και να υπερασπιστεί την παρούσα αγωγή. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει, είναι προφανές ότι ο αιτητής δεν ενημερώθηκε γραπτώς στην Αγγλική γλώσσα για τις επιλογές και τα δικαιώματα του να αρνηθεί την επίδοση και να επιστρέψει τα επιδοθέντα έγγραφα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας στην αρμόδια υπηρεσία παραλαβής του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο αιτητής είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την εν λόγω επίδοση, εφόσον το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.7.12 δεν ήταν μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα, γλώσσα κατανοητή σε αυτόν. Περαιτέρω, τα έγγραφα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Δανάης Μαππή, ως Τεκμήρια Β και Δ, δεν συνιστούν έγκυρο, πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης αυτού. Έχοντας επισυναφθεί ως Τεκμήρια Β και Δ στην ένορκη δήλωση της, έχουν χάσει τη φύση και την ιδιότητα τους και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.7.12, στον Νόμο, στους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας και στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς (Ε.Κ.) 44/01 και (Ε.Κ.) 1393/2007. Ως εκ τούτου, δεν επιδόθηκε στον αιτητή έγκυρο και πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και της ειδοποίησης περί τούτου. Το μόνο που του επιδόθηκε ήταν η ένορκη δήλωση της Δανάης Μαππή και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.7.12 στην Ελληνική γλώσσα. Περαιτέρω, οι φερόμενες μεταφράσεις στην Αγγλική γλώσσα των Τεκμηρίων Α και Γ της ένορκης δήλωσης της Δανάης Μαππή, δεν είναι πιστοποιημένες ως ακριβείς, πιστές και αληθείς από το αρμόδιο Τμήμα Μεταφράσεων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο είναι η αναγνωρισμένη και κατάλληλη αρχή μεταφράσεων στην Κύπρο. Επομένως, όπως αναφέρει, οι πιο πάνω αναφερόμενες πράξεις των Εναγόντων έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα την νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδοσης που έγινε κατά ή περί τις 15.11.12, καθιστώντας την άκυρη, παράνομη, αντικανονική, επισφαλή και κακή και είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο ακυρώσει και παραμερίσει το διάταγμα του ημερομηνίας 2.7.12, ως επίσης και την επίδοση των εγγράφων που έγινε στον αιτητή κατά ή περί τις 15.11.12. Στην αίτηση του Αιτητή-Εναγόμενου 1 καταχώρησαν ένσταση οι Καθ΄ων η αίτηση-Ενάγοντες προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης: (α) Ο Εναγόμενος 1 κωλύεται από του να προβάλει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αίτηση του, ημερομηνίας 30.11.12 και στην ένορκη δήλωση που στηρίζει αυτή. Και τούτο διότι ο Εναγόμενος έλαβε πραγματική γνώση και/ή ενημερώθηκε τόσο για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής εναντίον του όσο και για το περιεχόμενο αυτής και το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου έπρεπε να λάβει μέτρα για αντιμετώπιση της. Επιδόθηκαν σε αυτόν επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης, πιστοποιητικό ως το Annex I του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07, αντίγραφο του Κλητηρίου όσο και της ειδοποίησης Κλητηρίου αλλά και μεταφράσεις αυτών, σε πλήρη συμμόρφωση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2.7.12. Συνεπώς και ο Εναγόμενος-Αιτητής έλαβε γνώση δεόντως, αφού του επιδόθηκαν τα εν λόγω έγγραφα στην μητρική του γλώσσα. (β) Οι Ενάγοντες-Καθ΄ων η αίτηση ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία, με βάση τους Θεσμούς και/ή τον Νόμο και/ή τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και/ή το Διάταγμα Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2.7.2012. (γ) Ο Εναγόμενος βασίζει την αίτηση του, μεταξύ άλλων και σε λανθασμένα άρθρα των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και/ή Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. (δ) Ο Εναγόμενος δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (ε) Η παρούσα αίτηση αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια του Εναγόμενου να αποφύγει και/ή να δικαιολογήσει την παράλειψη του, να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του προς τους Ενάγοντες-Καθ΄ων η αίτηση. (στ) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά τους Ενάγοντες-Καθ΄ων η αίτηση. (ζ) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. (η) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (θ) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Η δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν γίνεται από δικηγόρο και είναι εν πάση περιπτώσει παντελώς ανυπόστατη και συμπεριλαμβάνονται σε αυτή αναληθείς και παραπλανητικοί ισχυρισμοί. (ι) Η παρούσα αίτηση είναι ελλιπής και/ή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητά ο Εναγόμενος-Αιτητής. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Κάκιας Χριστοδουλίδη, η οποία επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και περαιτέρω αναφέρει τα εξής: Στις 2.7.12 εκδόθηκε διάταγμα, κατόπιν μονομερούς αίτησης των Εναγόντων, για επίδοση στον Εναγόμενο 1 του κλητηρίου εντάλματος, της ειδοποίησης κλητηρίου καθώς και μετάφρασης των εν λόγω εγγράφων, εκτός δικαιοδοσίας. Όπως αναφέρει στην παράγραφο 5(γ) της ένορκης δήλωσης της Κάκιας Χριστοδουλίδου το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 την 14.11.12. Στις 30.11.12 ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης καθώς και την παρούσα αίτηση. Σχετικά με το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της ένορκης δήλωσης, οι Ενάγοντες λέγουν στη παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της Κάκιας Χριστοδουλίδου ότι εξ όσων γνωρίζουν τα έγγραφα επιδόθηκαν στον Εναγόμενο 1 την 19.11.12 και όχι στις 15.11.12. Επισυνάπτει επίσης επιστολή ημερομηνίας 3.12.12 από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως προς τους δικηγόρους των Εναγόντων καθώς και το πιστοποιητικό επίδοσης εγγράφων - certificate of service or non-service of documents, στα οποία φαίνεται ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν δεόντως την 19.11.12. Οι Ενάγοντες επέδωσαν επίσης στον Εναγόμενο 1 και τα ακόλουθα έγγραφα: (
  4. i)επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, (
  5. ii)το πιστοποιητικό/βεβαίωση ως το Παράρτημα Ι (Annex I) του Κανονισμού 1393/07 με τίτλο "Request for Service of Documents" καθώς και (iii) Ένορκη δήλωση της ενόρκως δηλούσας ημερομηνίας 25.9.12. (
  6. iv)Πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην αγγλική γλώσσα. (
  7. v)Πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην Ελληνική γλώσσα. (
  8. vi)Πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης κλητηρίου στην αγγλική γλώσσα. (vii) Πιστό αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.7.12 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Όπως περαιτέρω αναφέρει η Κάκια Χριστοδουλίδου οι Ενάγοντες απορρίπτουν κατηγορηματικά το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της ενόρκου δηλώσεως ημερομηνίας 30.11.12 και λέγουν τα πιο κάτω: (α) Κατ΄αρχήν τα σημεία (α) και (γ) της παραγράφου 9 είναι άνευ αντικειμένου και απορρίπτονται. Σαφώς και επιδόθηκαν τα εν λόγω έγγραφα στον Εναγόμενο 1 και ο Εναγόμενος προβάλλει αντιφατικές δηλώσεις, εφόσον ο ίδιος, με την παράγραφο 8(i)-(
  9. iv)αναφέρει ότι επιδόθηκαν τα έγγραφα τα αναφερόμενα στη παράγραφο 9(α) και (γ) στον Εναγόμενο. Εν πάση δε περιπτώσει είναι πασιφανές ότι τα εν λόγω έγγραφα επιδόθηκαν, τόσο από τα Τεκμήρια 4 και 5 που έχουν επισυναφθεί όσο και από το Τεκμήριο Β του ιδίου του Εναγόμενου, το οποίο οι Ενάγοντες επαναλαμβάνουν είναι ελλιπές. (β) Σχετικά με τα έγγραφα τα αναφερόμενα στη παράγραφο 9(β) και (δ), οι μεταφράσεις του κλητηρίου εγγράφου και της ειδοποίησης περί αυτού που επιδόθηκαν στον Εναγόμενο είναι καθ΄όλα ορθές, ακριβείς και νομότυπες. Αυτό εξάλλου πιστοποιείται στην σχετική ένορκη δήλωση της ενόρκου δηλούσας, η οποία συνόδευε τις μεταφράσεις. (γ) Σχετικά με τα έγγραφα τα αναφερόμενα στη παράγραφο 9(ε) -(θ) δεν επιδόθηκαν στον Εναγόμενο καθότι η επίδοση τους δεν είναι υποχρεωτική και/ή δεν προνοείται από το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και/ή δεν προνοείται από τους σχετικούς Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς περί επίδοσης και δικαιοδοσίας. Η μη επίδοση των εν λόγω εγγράφων δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την παρούσα υπόθεση και/ή τα δικαιώματα του Εναγόμενου και/ή σε καμία περίπτωση καθιστά την επίδοση στον Εναγόμενο 1 άκυρη και/ή αντικανονική. Όπως ισχυρίζεται περαιτέρω και αφού έλαβε νομική συμβουλή, είναι ξεκάθαρο ότι τα έγγραφα τα οποία οι Ενάγοντες όφειλαν να επιδώσουν στον Εναγόμενο δυνάμει των Ευρωπαϊκών Κανονισμών αλλά και δυνάμει του διατάγματος για επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, είναι αυτά τα οποία όντως επέδωσαν, ήτοι αυτά που εμφαίνονται από τα Τεκμήρια 4 και 5. Συνεπώς και η επίδοση στον Εναγόμενο 1 έγινε καθ΄όλα ορθά και νόμιμα και σε πλήρη συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου θα πρέπει να απορριφθούν ως εντελώς αβάσιμοι και άνευ αντικειμένου. Απορρίπτει επίσης κατηγορηματικά και τους ισχυρισμούς των παραγράφων 21 και 22 ως αόριστους και αναληθείς. Η επίδοση των εγγράφων έγινε καθ΄όλα ορθά και νομότυπα και ως αποτέλεσμα ο Εναγόμενος έλαβε γνώση της παρούσας διαδικασίας εναντίον του και επέλεξε να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης και την παρούσα αίτηση. Περαιτέρω, απορρίπτει κατηγορηματικά και τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 23, 24 και 25 και ισχυρίζεται ότι το διάταγμα ημερομηνίας 24.8.12 δεν αναφέρει ότι οι μεταφράσεις έπρεπε να πιστοποιηθούν από το Τμήμα Μεταφράσεων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ούτε και κάτι τέτοιο αναφέρεται στον Νόμο και/ή στους Θεσμούς και/ή στους σχετικούς Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς που διέπουν θέματα επίδοσης και δικαιοδοσίας. Συνεπώς καμία υποχρέωση είχαν οι Ενάγοντες να πιστοποιήσουν από το εν λόγω Τμήμα τα μεταφρασμένα έγγραφα. Επιπλέον η Δανάη Μαππή μιλά απταίστως την Ελληνική και την Αγγλική γλώσσα και μπορεί να μεταφράσει από την μία γλώσσα στην άλλη. Επιβεβαιώνει δε στην ένορκη της δήλωση ότι τόσο το κλητήριο όσο και η ειδοποίηση κλητηρίου είναι ακριβής μετάφραση του περιεχομένου τους από τα Ελληνικά στα Αγγλικά. Συνεπώς και οι εν λόγω ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1 καθίστανται και πάλι άνευ αντικειμένου και θα πρέπει να απορριφθούν. Όσον αφορά τις παραγράφους 26, 27 και 28 της ένορκης δήλωσης τις απορρίπτει και επαναλαμβάνει ότι σαφώς και η επίδοση στον Εναγόμενο 1 έγινε ορθά και νομότυπα με βάση το Διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, τον Νόμο, τους Θεσμούς καθώς και τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς επί του θέματος και το Σύνταγμα. Συνεπώς και το αιτούμενο διάταγμα παραμερισμού δεν μπορεί να εκδοθεί και/ή τυχόν έκδοση του θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες οι οποίοι προέβηκαν σε καθ΄όλα ορθά διαβήματα και συμμορφώθηκαν πλήρως με το διάταγμα του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται και λέγουν ότι θα υποστούν υπέρμετρη ζημιά από την έκδοση τους αιτούμενου διατάγματος, εφόσον κάτι τέτοιο θα τους θέσει σε δυσμένεια, τόσο λόγω των εξόδων που έχουν ήδη υποστεί στην διαδικασία επίδοσης των εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας όσο και του χρόνου που έχει αναλωθεί για την εν λόγω επίδοση, αφού ακολούθησαν την ορθή διαδικασία, με βάση τον Νόμο, τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και το διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2.7.12. Καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των προσώπων που προέβησαν στις ένορκες δηλώσεις και οι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρησαν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις μέσα από τις οποίες ανέπτυξαν τις θέσεις τους και στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 ΑΑΔ 1136 τονίστηκε ότι: «Η Δ.16, κ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δίδει την δυνατότητα σε εναγόμενο είτε χωρίς να καταχωρήσει εμφάνιση είτε καταχωρώντας εμφάνιση υπό διαμαρτυρία να ζητήσει την ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος.» Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 30.11.12 και την ίδια μέρα καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Ζαντή στον Εναγόμενο 1 επεδόθηκαν τα πιο κάτω έγγραφα: (α) πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της, (β) πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, στην Ελληνική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωσή της, (γ) πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωσή της, (δ) πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, στην Ελληνική γλώσσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωσή της, (ε) πιστό αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2.7.12 στην Ελληνική γλώσσα. Είναι ο ισχυρισμός του αιτητή ότι οι Ενάγοντες-Καθ΄ων η αίτηση δεν επέδωσαν όλα τα οφειλόμενα έγγραφα σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.13, δηλαδή την αίτηση και την ένορκη δήλωση με βάση τα οποία εξασφάλισαν το διάταγμα ημερομηνίας 2.7.12. Αντίθετα, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι επέδωσαν όλα τα έγγραφα τα οποία όφειλαν να επιδώσουν δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1339/07 και ισχυρίζονται ότι η επίδοση τους δεν είναι υποχρεωτική και δεν προνοείται από το διάταγμα επίδοσης ή τους σχετικούς Ευρωπαϊκούς κανονισμούς. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Earnsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A.N.KYJMIN
(2009)1(B) A.A.Δ. 1350, η νομική υποχρέωση επίδοσης της αίτησης και της ένορκης δήλωσης προκύπτει από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Η πιο πάνω απόφαση αφορούσε βέβαια επίδοση στην Ουκρανία, χώρα που δεν ανήκει στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το γεγονός όμως αυτό δεν διαφοροποιεί την ουσία της απόφασης Earnsfield Steel γιατί η εφαρμογή του Κανονισμού 1339/07 δεν εξυπακούει κατάργηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η επίδοση των εγγράφων σε χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης γίνεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 1339/07, όμως το τι θα επιδοθεί σχετίζεται με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και η Δ.48 θ.13 είναι σαφής. Σκοπός της επίδοσης των συγκεκριμένων δικογράφων είναι να λάβει γνώση ο καθ΄ου η αίτηση για όσα ο αιτητής ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία το Δικαστήριο στηρίχτηκε για να εκδώσει το ζητούμενο διάταγμα, ώστε να προβεί ο καθ΄ου η αίτηση σε διαβήματα για την ακύρωση του και να εγείρει ουσιαστικούς και βάσιμους λόγους. Η κα Μαυρικίου παρέπεμψε σε προηγούμενη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην αγωγή 2745/11 όπου το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης. Το μοναδικό κοινό θέμα με την παρούσα αίτηση ήταν ακριβώς η μη επίδοση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης στους Εναγόμενους. Στην απόφαση στην αγωγή 2745/11 το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η υποχρέωση των εναγόντων για επίδοση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει προκύπτει από τις πρόνοιες της Δ.48 θ.13 η οποία έχει ως σκοπό να λαμβάνει γνώση ο καθ΄ου η αίτηση για όσα ο αιτητής ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία το Δικαστήριο στηρίχθηκε για να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα ώστε να προβεί ο καθ΄ου σε διαβήματα για την ακύρωση τους και να εγείρει ουσιαστικούς και βάσιμους λόγους ένστασης. Δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση ότι οι θεσμοί πρέπει να τηρούνται. .. Οι ισχυρισμοί που προβάλλουν στην ένορκη τους δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ασαφείς και ως εκ τούτου και αν ακόμη ο λόγος αυτός προβάλλετο ως λόγος ακύρωσης της επίδοσης και πάλι για τους πιο πάνω λόγους δεν θα επιτύγχανε». Ο λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε η αίτηση στην υπόθεση 2745/11 ήταν η ασάφεια των ισχυρισμών των αιτητών σε αντίθεση με την παρούσα αίτηση όπου είναι παραδεκτό και από τους Ενάγοντες ότι δεν επιδόθηκαν στον Εναγόμενο η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Η Δ.48 θ.13 προνοεί τα εξής: «Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων κανονισμών διάταγμα που δόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκη δήλωση που την συνόδευσε.» Ο θεσμός 13 αναφέρεται γενικά σε μονομερή αίτηση ανεξάρτητα από το αντικείμενο της και έτσι οι Ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να επιδώσουν εκτός από τα έγγραφα που αναφέρονται στο διάταγμα ημερομηνίας 2.7.12 και την μονομερή αίτηση μαζί με την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Για το θέμα αυτό και με βάση τα πιο πάνω, η αίτηση επιτυγχάνει. Οι Ενάγοντες επέλεξαν να ζητήσουν άδεια για να επιδώσουν στον Εναγόμενο τόσο ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος όσο και αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος. Το παρόν Δικαστήριο στην απόφαση του στην αγωγή 2745/11 αποφάσισε, σε σχέση με το θέμα αυτό, τα εξής: «Είναι το λιγότερο εκπληκτικό να συνεχίζει στη σημερινή εποχή και να υφίσταται σε βαθμό μάλιστα που αν δεν εφαρμοστεί να συνιστά ακυρότητα μία πρόνοια, η οποία παραπέμπει στην εποχή της αποικιοκρατίας. Ακόμη και στην Αγγλία όπου το κλητήριο ένταλμα διέτασσε εξ ονόματος του Στέμματος τον εναγόμενο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια πρόνοια σήμερα δεν υπάρχει. Ως εκ τούτου, θα ήταν υπερβολή να ισχύει στην Κύπρο και μάλιστα με τέτοια αυστηρότητα. Η Κύπρος είναι ανεξάρτητη χώρα, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι κανονισμοί της οποίας εφαρμόζονται και στην Κύπρο. Ο Κανονισμός 1393/07, ο οποίος αναφέρεται σε θέματα που αφορούν την επίδοση δικαστικών και εξωδικαστηριακών εγγράφων μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με αστικά και εμπορικά θέματα, εκείνο που απαιτεί να ικανοποιηθεί είναι ότι επιδόθηκε στον εναγόμενο το έγγραφο με το οποίο άρχισε η δικαστική διαδικασία και εκείνο το οποίο ουσιαστικά είναι αναγκαίο είναι να γνωρίζει ο εναγόμενος και να αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο αποτελεί την απαίτηση των εναγόντων εναντίον του. Η σημερινή πραγματικότητα και οι πρόνοιες του Κανονισμού 1393/07, καταργούν ουσιαστικά την Δ.6 θ.6 και ως εκ τούτου κανένα δικαίωμα των εναγομένων παραβλάπτεται με την επίδοση σ΄αυτούς του κλητηρίου εντάλματος και όχι της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, στη μητρική γλώσσα των εναγομένων οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 22.6.12 είναι καθ΄όλα νόμιμη». Η πιο πάνω αναφορά στην απόφαση 2745/11 δεν υποστηρίζει ότι στην περίπτωση που οι Ενάγοντες-Αιτητές ζητούσαν να επιδώσουν εκτός δικαιοδοσίας ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, το Δικαστήριο θα έκρινε ότι αυτή η επίδοση ήταν λανθασμένη. Εκείνο που αναφέρει στην πιο πάνω απόφαση είναι ότι στην περίπτωση που η επίδοση αφορά αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος, το Δικαστήριο θεωρεί την επίδοση αυτή ως καλή επίδοση. Οι Ενάγοντες-Καθ΄ων η αίτηση θα πρέπει να αποφασίσουν τι επιθυμούν να επιδίδουν και να αντιμετωπίσουν την κάθε επιλογή τους ξεχωριστά ενώπιον των Δικαστηρίων γιατί η ταυτόχρονη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του κλητηρίου εντάλματος προκαλεί κατά την κρίση μου σύγχυση, ιδιαίτερα ενόψει των διαφορετικών προθεσμιών που αναγράφονται στα δυο έγγραφα μέσα στην οποία θα πρέπει να καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης. Το έγγραφο δε στο οποίο με σαφήνεια διατυπώνονταν οι οδηγίες του Δικαστηρίου και η υποχρέωση του Εναγόμενου δηλαδή το διάταγμα ημερομηνίας 2.7.12, οι Ενάγοντες επέλεξαν να μην το μεταφράσουν στην Αγγλική γλώσσα. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την Δ.48 θ.13 και την Δ.6 θ.6 είναι αντιφατική, αφού στην μία περίπτωση το Δικαστήριο απαιτεί πλήρη συμμόρφωση με την διαταγή ενώ στην δεύτερη περίπτωση θεωρεί ότι η μη τήρηση της δεν επηρεάζει την νομιμότητα της επίδοσης. Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος αντί ειδοποίησης του κλητηρίου δεν επηρεάζει, κατά την κρίση μου, τα δικαιώματα του Εναγόμενου, αφού αυτός λαμβάνει γνώση της διαδικασίας και των απαιτήσεων των Εναγόντων είτε με το ένα είτε με το άλλο έγγραφο και όπως αναφέρθηκε στην αγωγή 2745/11: «εκείνο το οποίο ουσιαστικά είναι αναγκαίο είναι να γνωρίζει ο Εναγόμενος και να αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο αποτελεί την απαίτηση των Εναγόντων εναντίον του». Αντίθετα, στη περίπτωση της Δ.48 θ.13 η παράλειψη των Εναγόντων να επιδώσουν στον Εναγόμενο την αίτηση και την ένορκη δήλωση, του στερεί την δυνατότητα να γνωρίζει τι ανέφερε ο αιτητής ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Ο Αιτητής-Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι δεν ενημερώθηκε γραπτώς στην Αγγλική γλώσσα για το δικαίωμα του να αρνηθεί την παραλαβή των εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)παράγραφος 11 και 12 του προοϊμίου του Κανονισμού 1393/07. Στο θέμα αυτό ο κ. Κουκούνης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και ανέφερε ότι η παράλειψη αυτή επηρεάζει την νομιμότητα της επίδοσης. Όπως φαίνεται από την βεβαίωση επίδοσης των εγγράφων στο Ηνωμένο Βασίλειο στο σημείο 12.3 που αφορά το θέμα αυτό, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι υπήρξε συμμόρφωση με τον όρο αυτό. Είναι σαφές όμως από το σημείο 12.3 ότι αυτό αφορά την περίπτωση που τα έγγραφα είναι σε άλλη γλώσσα εκτός από την γλώσσα που κατανοεί ο παραλήπτης. Στην παρούσα περίπτωση υπήρχε μετάφραση του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν είχε μεταφραστεί το διάταγμα. Τα δεδομένα που τέθηκαν υπόψη της αρμόδιας αρχής για επίδοση με το έντυπο παράκληση σύμφωνα με το άρθρο 4
(3)του Κανονισμού 1393/07, ήταν ότι η γλώσσα των εγγράφων ήταν η Ελληνική υπήρχε όμως μετάφραση τους στα Αγγλικά. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα δεδομένα που δόθηκαν στην αρμόδια αρχή για επίδοση, έστω και αν τα δεδομένα ήταν λανθασμένα, αφού δεν υπήρχε μετάφραση του διατάγματος, δεν υπήρχε λόγος να γίνει αναφορά στην παράγραφο 12.
  1. Αυτό επιβάλλεται όταν υπάρχει ρητή αναφορά ότι τα έγγραφα είναι σε γλώσσα μη κατανοητή από τον παραλήπτη ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να αρνηθεί την παραλαβή τους. Στα γεγονότα της παρούσας αίτησης η μη εφαρμογή αυτής της διαδικασίας δεν επηρέασε τα δικαιώματα του Εναγομένου, αφού προέβη σε διαβήματα παραμερισμού της επίδοσης. Αυτό θα είχε πιθανώς ιδιαίτερη σημασία αν ο Εναγόμενος δεν ενημερωνόταν γι΄αυτό του το δικαίωμα και κατά συνέπεια δεν προέβαιναν σε ανάλογα διαβήματα. Είναι επίσης ισχυρισμός του Εναγόμενου 1-Αιτητή ότι το κλητήριο ένταλμα και η ειδοποίηση του, επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση της Δανάης Μαππή με αποτέλεσμα να αποτελούν τεκμήρια της ένορκης δήλωσης και όχι τα αυτοτελή έγγραφα τα οποία έπρεπε να επιδοθούν. Είναι γεγονός ότι το αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος και η ειδοποίηση του επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση της Δανάης Μαππή, για τον λόγο ότι η Δανάη Μαππή μετάφρασε τόσο το κλητήριο ένταλμα όσο και την ειδοποίηση του από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και η ένορκη δήλωση αποτελούσε την δική της βεβαίωση για την πιστή μετάφραση. Εφόσον τα έγγραφα τα οποία επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση είναι πιστά αντίγραφα όπως φαίνεται από την σφραγίδα του Πρωτοκολλητείου Πάφου, θεωρώ ότι η επισύναψη τους σαν τεκμήρια δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του Εναγόμενου και δεν υποβαθμίζει την σημασία τους. Αντίθετα, εάν τα έγγραφα επισυνάπτονται χωρίς οποιαδήποτε επίσημη σφραγίδα, τότε δεν θα είχαν την επίσημη τους ιδιότητα και δεν θα μπορούσαν να αποτελούν επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου ή της ειδοποίησης ώστε να αποτελούν νόμιμη και καλή επίδοση. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός της αίτησης αποτυγχάνει. Ισχυρίζεται επίσης η πλευρά του Εναγόμενου 1-Αιτητή ότι η μετάφραση των εγγράφων δεν έγινε από το αρμόδιο τμήμα μεταφράσεων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία είναι η αναγνωρισμένη και κατάλληλη Αρχή μεταφράσεως στην Κύπρο και κατά συνέπεια έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα την νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδοσης. Δεν θα συμφωνήσω με την θέση του αιτητή εφόσον δεν υπάρχει καμιά νομοθετική υποχρέωση των Καθ΄ων η αίτηση να προβούν σε μετάφραση μέσω του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός είναι αόριστος αφού δεν υπέδειξε ο αιτητής συγκεκριμένες διαφορές στη μετάφραση και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του παραμένει μετέωρος. Οι Ενάγοντες-Καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τυχόν επιτυχία της αίτησης του Εναγομένου-Αιτητή θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη αδικία και ζημιά στους Ενάγοντες λόγω των εξόδων που ήδη έχουν υποστεί. Αυτό δεν αποτελεί κατά την κρίση μου λόγο για να μην παραμερισθεί η επίδοση αν από τον τρόπο επίδοσης έχουν παραβιαστεί ουσιαστικά δικαιώματα του Εναγόμενου-Αιτητή και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η παράλειψη των Εναγόντων να επιδώσουν μαζί με το κλητήριο ένταλμα και το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και την αίτηση και ένορκη δήλωση, με βάση τα οποία εξασφάλισαν το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, κρίνω ότι επηρέασαν τα δικαιώματα του Εναγόμενου-Αιτητή αφού δεν επιτεύχθηκε ο σκοπός της Δ.48 θ.13 και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός της αίτησης είναι βάσιμος. Ενόψει της παραβίασης της Δ.48 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 2.7.12 ακυρώνεται και κατά συνέπεια ακυρώνονται τόσο η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος όσο και η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος αφού η επίδοση τους σχετίζεται άμεσα με το διάταγμα ημερομηνίας 2.7.
  2. Οι Ενάγοντες-Καθ΄ων η αίτηση να πληρώσουν στον Εναγόμενο 1-αιτητή τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Διάταγμα ακύρωσης ή παραμερισμού διατάγματος επίδοσης πιστού αντιγράφου κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.