← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. VOURNA LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1785/10, 20/5/2013

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. VOURNA LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1785/10, 20/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1785/10 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα -και-

  1. VOURNA LIMITED
  2. «EPECTASIS} CONSTRUCTION LTD
  3. «NIMFI» TOURIST ENTERPRISES LTD
  4. «ORITIS» DEVELOPING LTD
  5. «RAFSA LIMITED
  6. «SYNTHESIS» DEVELOPING LTD
  7. CH. G «ALONI» DEVELOPMENT LTD
  8. CH. G. (VRYSADHIA) DEVELOPMENT LTD
  9. KREOPAS DEVELOPING LTD
  10. ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΗΡΑ ΛΤΔ
  11. PAPHOS SANDY HILLS ESTATES LTD
  12. R.S. TOURIST ENTERPRISES ltd
  13. R.S. HOLDINGS LIMITED
  14. RAFTIS &RAFTIS LIMITED
  15. RAFTIS SAVVAS
  16. S. RAFTIS HOTELS HOLDING LTD
  17. S.S.R. DEVELOPMENTS LIMITED
  18. S.RAFTIS COMPANY LTD
  19. TIETHEKNOT HOLDINGS LTD
  20. Μαρία Σαββίδου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 22.4.13 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 20 Μαΐου, 2013 Εμφανίσεις Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Α. Χρ. Δημητριάδης (κα Δημοσθένους ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Κ. Καρατσής (κ. Γ. Φιλίππου ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €5.194.027,56 δυνάμει συμφωνίας δανείου πλέον τόκους καθώς και διατάγματα του Δικαστηρίου για εκποίηση αριθμού υποθηκών που δόθηκαν από πλευράς των Εναγομένων προς εξασφάλιση του δανείου. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ιστορικό της παρούσας αγωγής όπως διαφαίνεται από το φάκελο. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 28.5.10 σε Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο (Ο2 R.6). Ακολούθησαν στις 17.6.10 η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης για τους Εναγόμενους εκ μέρους του δικηγόρου Αντρέα Παπαχαραλάμπους, η καταχώρηση στις 22.10.10 της Υπεράσπισης και στις 18.2.11 της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Στις 11.10.11 καταχωρήθηκε ειδοποίηση από τη δικηγόρο Μαριλένα Πατσαλίδου ότι θα ενεργεί ως δικηγόρος των Εναγομένων σε αντικατάσταση του κ. Παπαχαραλάμπους. Οι διάδικοι προέβησαν στην καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου επί των αιτήσεων αμφοτέρων των μερών και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 14.6.12 και μετά για τις 20.11.
  21. Κατά την τελευταία ημερομηνία ακούστηκε η κυρίως εξέταση της Μ.Ε.1 Άννας Κορακίδου, υπαλλήλου της Ενάγουσας και η αντεξέταση της αναβλήθηκε για τις 3.12.12 και μετά για τις 17.12.12 λόγω αιτήματος από πλευράς Ενάγουσας. Ακολούθως αναβλήθηκε για τις 28.1.13 κατόπιν κοινού αιτήματος αναβολής από μέρους των δικηγόρων των διαδίκων προς το σκοπό εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης. Στις 22.1.13 άρχισε η αντεξέταση της Μ.Ε.1 η οποία ολοκληρώθηκε στις 26.2.
  22. Η υπόθεση ορίστηκε για τις 12.3.12 για συνέχιση της ακρόασης, ημερομηνία κατά την οποία έδωσε μαρτυρία ο Μ.Ε.2 Γεώργιος Περικλέους, με την οποία η Ενάγουσα έκλεισε την υπόθεση της. Την ίδια μέρα άρχισε η προσκόμιση μαρτυρίας από πλευράς Υπεράσπισης όπου και έδωσε μαρτυρία ο Μ.Υ.1 Παναγιώτης Τσαγκάρης, γραμματέας όλων των Εναγομένων Εταιρειών πλην της
  23. Η υπόθεση ορίστηκε ακολούθως για τις 10.4.13 για συνέχιση της ακρόασης, ημερομηνία κατά την οποία ο δικηγόρος που εμφανίζετο μέχρι τότε για τους Εναγόμενους αποσύρθηκε και ανέλαβε την υπεράσπιση των Εναγομένων το δικηγορικό γραφείο του Ανδρέα Χρ. Δημητριάδη ΔΕΠΕ. Ο κ. Δημητριάδης ζήτησε αναβολή της ακρόασης για να μελετήσει την υπόθεση, εφόσον μόλις εκείνη την ημέρα είχε προμηθευθεί το φάκελο της υπόθεσης, και το Δικαστήριο ανέβαλε τη συνέχιση της ακρόασης για τις 26.4.
  24. Στις 26.4.13 ο κ. Δημητριάδης ζήτησε πάλι αναβολή της ακρόασης γιατί είχε καταχωρήσει εν τω μεταξύ και συγκεκριμένα στις 22.4.13 την παρούσα αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και ήταν παράκληση του όπως το Δικαστήριο επιληφθεί κατά πρώτο της αίτησης του. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ενέκρινε το αίτημα και επιλήφθηκε της παρούσας αίτησης αυθημερόν αντί στις 23.5.13 που είχε οριστεί αρχικά από το Πρωτοκολλητείο και την όρισε για ακρόαση στις 14.5.13 δίνοντας ταυτόχρονα οδηγίες για την καταχώρηση ένστασης. Η αίτηση και η ένσταση υποστηρίζονται από τις ενόρκους δηλώσεις του κ. Σάββα Ράφτη - Εναγόμενου 15, ημερομηνίας 22.4.13 και της Χλόης Στυλιανού, ημερομηνίας 10.5.2013 αντίστοιχα. Όπως διατείνεται στην ένορκη δήλωση του ο Εναγόμενος 15, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ενώ σ΄ όσον αφορά τη νομική πτυχή οι θέσεις που προβάλλει προκύπτουν από τη συμβουλή από το νέο δικηγόρο του. Ο κ. Ράφτης αποδίδει στους προηγούμενους δικηγόρους του την ευθύνη για την παράλειψη εισαγωγής ισχυρισμών που συνιστούν, κατά τη γνώμη του, σημαντικές υπερασπίσεις και/ή ανταπαιτήσεις οι οποίες διαφάνηκαν με την αλλαγή δικηγόρου. Είναι η θέση του ότι με την παρούσα αίτηση αποσκοπείται ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η διόρθωση των παραλείψεων που δεν ήταν γνωστές στους Εναγόμενους πριν την ακρόαση της αγωγής. Είναι εισήγηση του ότι η αίτηση γίνεται καλόπιστα, η σκοπούμενη τροποποίηση δεν επιφέρει ριζική μετατροπή της φύσης της υπεράσπισης και αποφεύγεται η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Με τις κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου η ακρόαση της υπόθεσης μπορεί να συνεχίσει απρόσκοπτα χωρίς να παρίσταται ανάγκη η εκ νέου επανακλήτευση των μαρτύρων. Η προσθήκη των προτιθέμενων θεραπειών, κατά τον Εναγόμενο 15, απλά συνιστά διεύρυνση της υφιστάμενης υπεράσπισης των εναγομένων και υποβολή Ανταξίωσης την οποία η Ενάγουσα μπορεί εύκολα και χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε ζημιά να την αντιμετωπίσει. Είναι περαιτέρω η εισήγηση του ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα της Ενάγουσας και οποιαδήποτε βλάβη της μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση προβάλλει τους εξής λόγους για απόρριψη της αίτησης. «
  25. Με την επίδικη αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές επιζητούν ουσιαστικά όπως επιφέρουν ριζική αναμόρφωση της καταχωρηθείσας Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 22.10.2010,
  26. Δεν δίδεται καμία πειστική εξήγηση από τον Ενόρκως Δηλούντα για τους λόγους που δεν συμπεριλήφθηκαν στην Έκθεση Υπεράσπισης ημερ. 22.10.2010 οι προτεινόμενες τροποποιήσεις ούτως ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων,
  27. Ο Ενόρκως Δηλών ενώ αναφέρεται στην παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσης του, στην αναγκαιότητα τροποποίησης του δικογράφου των Εναγομένων ως αυτή προέκυψε κατά την προσκόμιση της μαρτυρίας των Εναγομένων δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του κατά παράβαση της Δ.39 Θ.Θ. 1 και 2 και αφ΄ ής στιγμής δεν παρευρέθηκε σε καμία δικάσιμο από την ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας ήτοι την 20.11.2012,
  28. Ο Ενόρκως Δηλών ψευδώς επικαλείται στην παράγραφο 6 της Ένορκης Δήλωσης του ότι το Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία δεν επέτρεψε την προσκόμιση εγγράφων και/ή προφορικής μαρτυρίας,
  29. Η επίδικη αίτηση έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και με αδικαιολόγητα υπέρμετρη καθυστέρηση. Είναι έκδηλα φανερό ότι η επίδικη αίτηση συνιστά προϊόν δεύτερης σκέψης και επινόησης των Εναγομένων - Αιτητών, αφότου αυτοί έλαβαν τη νομική γνώμη και/ή συμβουλή του νέου τους δικηγόρου και αφού διαπιστώθηκαν από τον εν λόγω δικηγόρο αδυναμίες και/ή ελλείψεις στην Έκθεση Υπεράσπισης η οποία καταχωρήθηκε στις 22.10.2010,
  30. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει εκ νέου εκδίκαση της παρούσας αγωγή με συνακόλουθο την επανακλήτευση μαρτύρων, παράταση της δίκης έξω από το συνταγματικό πλαίσιο του εύλογου χρόνου στη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση και στον δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων τους,
  31. Τα φερόμενα νέα στοιχεία τα οποία καθ΄ ισχυρισμό του Εναγομένου 15 επιτείνουν την ανάγκη για τροποποίηση, ουδόλως σχετίζονται με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης,
  32. Η αλλαγή δικηγόρου, δεν αποτελεί αφ΄ εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστερημένη υποβολή του αιτήματος τροποποίησης.» Ουσιαστικά η Χλόη Στυλιανού, υπάλληλος της Ενάγουσας, στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επαναλαμβάνει και τεκμηριώνει τους λόγους ένστασης δίνοντας έμφαση στο καθυστερημένο στάδιο κατά το οποίο ζητείται η τροποποίηση, το κακόπιστο της αίτησης και στην ουσία των τροποποιήσεων με τις οποίες εισάγονται νέα θέματα όπως και Ανταπαίτηση. Τονίζει το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι προέβησαν σε αντικατάσταση του δικηγόρου τους και προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 11.10.11 που δεν είχε ακόμα ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης και σε κανένα διάβημα δεν προέβησαν για τροποποίηση της Υπεράσπισης τους. Οι δικηγόροι των διαδίκων στις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας το Δικαστήριο και σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στο κατάλληλο στάδιο. Μια από τις εισηγήσεις του δικηγόρου των Εναγομένων - Αιτητών στην γραπτή του αγόρευση είναι ότι η ένσταση είναι νομικά ανύπαρκτη γιατί στη νομική βάση της ένστασης δεν περιλαμβάνεται η Δ.25 που πραγματεύεται περί της τροποποίησης δικογράφων, που η παράλειψη αυτή, κατά την εισήγηση του, δεν θεραπεύεται με την επίκληση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι η νομική βάση της ένστασης είναι η Δ.19 θ.θ.4, 10, 13, 14, 19, 21 και 22, Δ.39 θ.2, Δ.48 θ.4, το άρθρο 30

(2)
(3)του Συντάγματος, οι κανόνες της επιείκειας, η γενική πρακτική και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τίθεται εύλογα το ερώτημα αν η παράλειψη αναφοράς της Δ.25 στη νομική βάση της ένστασης την καθιστά εξ ολοκλήρου νομικά ανύπαρκτη, ως η σχετική εισήγηση από πλευράς Αιτητών. Η παράλειψη συμπερίληψης της Δ.25 στη νομική βάση μιας δικαστικής διαδικασίας θα είχε τη σημασία που της αποδίδεται και πιθανόν να ήταν καταλυτική για την τύχη της, στην περίπτωση αίτησης για τροποποίηση και όχι της ένστασης στην αίτηση αυτή. Στη νομική βάση της ένστασης περιλαμβάνεται η Δ.48 θ.4 που προνοεί περί του δικαιώματος καταχώρησης και του τρόπου σύνταξης ένστασης καθώς και άλλες δικονομικές διατάξεις που σχετίζονται με τη σύνταξη δικογράφων, τις οποίες θεωρώ ικανοποιητικές για στήριξη της ένστασης. Η παράλειψη αναφοράς της Δ.25 στην ένσταση κανένα δυσμενή επηρεασμό δεν έχει προκαλέσει στην άλλη πλευρά. Ούτε εξάλλου υπήρξε τέτοια εισήγηση. Είναι φανερό ότι η ένσταση αφορούσε στην παρούσα αίτηση τροποποίησης και όχι σε άλλη διαδικασία. Δεν θεωρώ την παράλειψη αυτή ούτε καν ως απλή παρατυπία. Συνεπώς η σχετική εισήγηση από πλευράς Αιτητών απορρίπτεται. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία της αίτησης στη βάση των γεγονότων των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση. Η αίτηση βασίζεται κυρίως στη Δ.25 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Σύμφωνα με τον πιο πάνω θεσμό και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων τόσον των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση, όπως προκύπτει από την νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ λέχθηκε, μεταξύ άλλων, για το θέμα της καθυστέρησης ότι ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33, 36,
  1. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή: "Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
  2. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  3. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  4. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  5. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη". Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ, 607, 611 αναφέρθηκε ότι «η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος». Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Στην υπόθεση Kallice Holdings Co Ltd v. MTR (Overs.) Metals Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 ΑΑΔ 162, επιχειρήθηκε η προβολή νέας υπεράσπισης με αίτηση για τροποποίηση που καταχωρήθηκε μετά 2 χρόνια και 4 περίπου μήνες από την καταχώρηση της Αγωγής και 2 περίπου μήνες από την αποπεράτωση της υπόθεσης των Εναγόντων. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση με το δικαιολογητικό ότι «Η προβολή νέας υπεράσπισης στο προχωρημένο στάδιο που έφθασε η υπόθεση, μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης, ανατρέπει την πορεία της διαδικασίας, και επιβάλλει τον επανακαθορισμό της θέσης των Εναγόντων με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα τους και την απόδειξη της υπόθεσης τους». Είναι γεγονός ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις αποσκοπείται ο επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων με την επέκταση της Υπεράσπισης σε νέα θέματα, όπως ότι η επίδικη δοσοληψία δεν είναι η μοναδική μεταξύ των διαδίκων αλλά σχετίζεται και με άλλες αγωγές που εκκρεμούν και θα ζητηθεί η συνένωση τους. Επιχειρείται επίσης η εισαγωγή ισχυρισμών περί αμέλειας και παράβασης θέσμιων και/ή εμπιστευτικών καθηκόντων και υποχρεώσεων της Ενάγουσας, και/ή ψευδών παραστάσεων από μέρους της και περί σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των διαδίκων παραθέτοντας και μεγάλο αριθμό λεπτομερειών. Περαιτέρω η προβολή της θέσης ότι με τις παράνομες ενέργειες της Ενάγουσας σε βάρος των Εναγομένων οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στους Εναγόμενους καθίστανται άκυρες και/ή ακυρώσιμες, δεν είναι δεσμευτικές και συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες κατά παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του
  1. Επιζητείται επίσης με την τροποποίηση η εισαγωγή και άλλων λεπτομερειών σε σχέση με την αμέσως πιο πάνω επιλήψιμη συμπεριφορά της Ενάγουσας, όπως το ότι συμβούλευσε τους Εναγόμενους να αποδεχθούν τους όρους των συμβάσεων, οι οποίοι είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων, κατά τρόπο που οι Εναγόμενοι να μην ήταν σε θέση να επηρεάσουν το περιεχόμενο τους ή να είχαν διαπραγματευτική δύναμη έναντι της Ενάγουσας κ.ά. Επιθυμούν περαιτέρω να εισάξουν ισχυρισμούς περί παράλληλων παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων και/ή συμβουλών της Ενάγουσας προς τους Εναγόμενους καθώς και την εισαγωγή λεπτομερειών περί ψευδών και αναληθών παραστάσεων, αθέμιτου επιρροής και/ή συμβουλών της Ενάγουσας προς τους Εναγόμενους, όπως ότι δεν τους πληροφόρησε για το δικαίωμα τους να τύχουν ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και ότι τους έπεισε να προβούν στην επίδικη σύμβαση αν και αυτή ενείχε ψηλό κίνδυνο και ήταν επισφαλής. Δεν τους πληροφόρησε επιπλέον για τους κινδύνους που ενέχει αριθμός συγκεκριμένων συναλλαγών οι λεπτομέρειες των οποίων καταγράφονται στην αίτηση. Επιπρόσθετα με την αιτούμενη τροποποίηση επιζητείται και η προσθήκη Ανταπαίτησης με την οποία οι Εναγόμενοι αξιώνουν το ποσό των €17.065.927 που είναι η ζημιά που έχουν υποστεί συνεπεία των πιο πάνω συναλλαγών, πράξεων και/ή παραλείψεων της Ενάγουσας καθώς και Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες, ανύπαρκτες και χωρίς αποτέλεσμα. Σημειώνεται ότι η ακροαματική διαδικασία έχει ξεκινήσει από τις 20.11.12 και έχουν ακουστεί μέχρι σήμερα δύο μάρτυρες με τους οποίους η Ενάγουσα έκλεισε την υπόθεση της. Ακούστηκε επίσης και ένας μάρτυρας από μέρους της Υπεράσπισης και ενώ αναμένετο η κλήση δύο μαρτύρων δηλαδή των Βοσκαρίδη και Ευθυμίου, σύμφωνα με τη δήλωση του τότε δικηγόρου τους, για να κλείσουν την υπόθεση τους, οι Εναγόμενοι με την εκ νέου αλλαγή δικηγόρου επιχειρούν ουσιαστικά την μεταβολή της γραμμής υπεράσπισης τους με την εισαγωγή νέων παντελώς υπερασπίσεων. Είναι λόγος ένστασης ότι σ΄ αυτό το καθυστερημένο στάδιο τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στην Ενάγουσα και θα παραβλάψει το συνταγματικό της δικαίωμα για εκδίκαση της υπόθεσης της σε εύλογο χρόνο, πέραν του γεγονότος ότι εισάγονται νέα θέματα και ισχυρισμοί μεταβάλλοντας ουσιαστικά τη βάση υπεράσπισης. Έχω εξετάσει με προσοχή τις θέσεις που προβλήθηκαν από τους δικηγόρους των διαδίκων. Έχω μελετήσει επίσης την ουσία της μέχρι σήμερα υπεράσπισης των Εναγομένων, όπως διαφαίνεται από το δικόγραφο τους και την πορεία αντεξέτασης των Μ.Ε.1 και
  2. Με την αρχική Υπεράσπιση οι Εναγόμενοι προβάλλουν κυρίως τη γενική θέση περί άκυρων και/ή μη εφαρμόσιμων συναλλαγών λόγω παραβίασης των προνοιών του Περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2008 και/ή μεταξύ άλλων του άρθρου 6 και/ή του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και άλλων συναφών θεμάτων Νόμου του 1999 καθώς και του άρθρου 3 και γιατί είναι καταχρηστικές, επαχθείς, παράλογες και άδικες συναλλαγές. Από πλευράς Ενάγουσας δεν ζητήθηκαν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με τους πιο πάνω γενικούς ισχυρισμούς ενώ η αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας από πλευράς Εναγομένων επεκτάθηκε σε αριθμό συναλλαγών χωρίς καμιά ένσταση από μέρους της άλλης πλευράς για το λόγο ότι η επιζητούμενη μαρτυρία δεν καλύπτετο από το δικόγραφο των Εναγομένων. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα περί αναγκαιότητας συγκεκριμενοποίησης των συναλλαγών στις οποίες γίνεται αναφορά στην αρχική Υπεράσπιση ή περαιτέρω διασαφήνισης τους, ως η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων στην γραπτή αγόρευση του. Σημειώνεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιζητείται η διαγραφή όλων των παραγράφων της αρχικής Υπεράσπισης, με την πιο κάτω επιφύλαξη σ΄ όσον αφορά την παράγραφο 10, πλην της πρώτης που αναφέρεται στη μη ορθή αρίθμηση των παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης που δεν αφορά στην ουσία της διαφοράς και η αντικατάσταση τους με άλλες 25 νέες παραγράφους. Σημειώνεται μια ασάφεια σ΄ όσον αφορά την παράγραφο 10 της αρχικής Υπεράσπισης. Αν και δεν περιλαμβάνεται σε εκείνες των οποίων σκοπείται η διαγραφή, εντούτοις επιζητείται η προσθήκη άλλης νέας παραγράφου με τον αριθμό 10 χωρίς καμιά αναφορά για την τύχη της αρχικής
  3. Με την παρούσα αίτηση, εκτός των πιο πάνω προτεινόμενων τροποποιήσεων, σκοπείται η εισαγωγή μεταξύ άλλων των εξής ισχυρισμών: της ύπαρξης τέτοιας μορφής σχέσεων μεταξύ των διαδίκων κατά τρόπο που η Ενάγουσα να αποκτά επιπρόσθετα καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι των Εναγομένων· ότι συγκεκριμένες συναλλαγές όπως δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις περιείχαν κινδύνους μη κατανοητούς στους Εναγόμενους, προκαλώντας ζημιά και απώλεια την οποία ανταπαιτούν· της εφαρμογής από πλευράς Ενάγουσας επιλήψιμης συμπεριφοράς σε βάρος των Εναγομένων όπως αμέλειας, μη πρέπουσας επιμέλειας και ικανότητας, παράβασης θέσμιων και εμπιστευτικών καθηκόντων και υποχρεώσεων ή διαζευκτικά σύγκρουσης συμφερόντων ή υποχρεώσεων ή καθηκόντων της Ενάγουσας ως τραπεζίτη και ταυτόχρονα συμβούλου ή εμπειρογνώμονα· της ύπαρξης όρων στην συμφωνία που συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες κατά παράβαση του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του
  4. Με την αιτούμενη τροποποίηση εκτός από την παράθεση των πιο πάνω γενικών ισχυρισμών επιχειρείται η προσθήκη και μεγάλου αριθμού λεπτομερειών στην κάθε περίπτωση. Οπότε δεν πρόκειται περί μιας τυπικής τροποποίησης χωρίς επιπτώσεις, ως η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων, αλλά περί ριζικών τροποποιήσεων. Τέτοια γεγονότα σίγουρα δεν ήταν νέα που προέκυψαν εκ των υστέρων ώστε να ήταν άγνωστα στους Εναγόμενους και δη στον Εναγόμενο
  5. Ήταν στη διάθεση του ίδιου και συνακόλουθα του πρώτου δικηγόρου του κατά την ετοιμασία της αρχικής Υπεράσπισης αλλά και της νέας δικηγορίνας τους που αντικατέστησε τον πρώτο στις 11.10.11, δηλαδή πολύ προτού ξεκινήσει η ακρόαση. Από την άλλη, ήταν ευθύνη των Αιτητών να επιβεβαιώσουν ότι έχουν περιληφθεί στο δικόγραφο τους όλες οι υπερασπίσεις τους. Με τα δεδομένα της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 15 που συνοδεύει την αίτηση και των στοιχείων του Φακέλου της υπόθεσης, δεν δικαιολογείται επαρκώς η καθυστέρηση στην προώθηση των αιτούμενων τροποποιήσεων. Η Αγωγή εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου για τρία σχεδόν χρόνια. Σ΄ όλο αυτό το χρονικό διάστημα οι Εναγόμενοι είχαν τον χρόνο να επιδιώξουν τροποποίηση του δικογράφου τους με την εισαγωγή τέτοιων βασικών υπερασπίσεων και Ανταπαίτησης, όπως οι ίδιοι θεωρούν, και δεν το έπραξαν. Οι Εναγόμενοι επιπρόσθετα δεν επεξηγούν επαρκώς, την παράλειψη συμπερίληψης των ισχυρισμών που προτίθενται να εισαχθούν στην ήδη υφιστάμενη Υπεράσπιση αλλά και την παράλειψη του δεύτερου δικηγόρου τους να προβεί στην αιτούμενη τροποποίηση. Η δικαιολογία που προτάσσει ο Εναγόμενος 15 στην Ένορκη Δήλωση του ότι η ανάγκη τροποποίησης διαφάνηκε κατά την προσκόμιση της μαρτυρίας των Εναγομένων δεν είναι συμβατή με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, μοναδικού μάρτυρα μέχρι σήμερα από πλευράς τους, η οποία μαρτυρία περιστρέφεται στο ότι οι Εναγόμενοι είχαν αναθέσει σε κάποιον Ευθύμιο Ευθυμίου τη μελέτη και ετοιμασία έκθεσης για τις χρεώσεις και τα λάθη της Ενάγουσας, χωρίς καμιά αναφορά στο περιεχόμενο της. Το ότι οι Εναγόμενοι αντικατέστησαν και το δεύτερο δικηγόρο τους δεν σημαίνει απαραίτητα και ότι τα νέα γεγονότα που προτίθενται να εισαχθούν με την τροποποίηση προέκυψαν με την αλλαγή αυτή. Εν πάση περιπτώσει η αλλαγή δικηγόρου δεν παρέχει αφ΄ εαυτής λόγο για τροποποίηση της Υπεράσπισης και ούτε δικαιολογεί την καθυστέρηση (βλ. Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημου Παραλήπτη (ανωτέρω)). Με τους νέους ισχυρισμούς είναι απόλυτα σαφές ότι εισάγονται νέες βάσεις Υπεράσπισης. Είναι η πρώτη φορά με την παρούσα αίτηση που οι Εναγόμενοι θέτουν θέμα παράνομης, άκυρης και/ή ακυρώσιμης σύμβασης, για τους λόγους που εισηγούνται, εφόσον μέχρι σήμερα η ακρόαση διεξήγετο στη βάση της υπεράσπισης περί άκυρων και/ή μη εφαρμόσιμων συναλλαγών λόγω παραβίασης των προνοιών του Περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2008 και του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και άλλων συναφών θεμάτων Νόμου του
  6. Το παράνομο της συμφωνίας ή συμφωνιών, σύμφωνα με τις σκοπούμενες τροποποιήσεις, στηρίζεται σε πλείστους παράγοντες που τίθενται διαζευκτικά, εστιάζονται όμως σε γεγονότα που τείνουν να καταδείξουν παράβαση προνοιών διαφόρων νομοθετημάτων, στα οποία σημειώνεται ότι δεν περιλαμβάνονται εκείνα της αρχικής Υπεράσπισης. Πάνω σ΄ αυτή τη βάση δε στηρίζουν και την Ανταπαίτηση τους με την οποία επιζητούν Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή χωρίς αποτέλεσμα και/ή ανύπαρκτες καθώς και αποζημιώσεις ύψους €17.065.927 πλέον τόκους. Είναι φανερό ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος η υπόθεση εκτροχιάζεται από την ήδη προδιαγεγγραμμένη πορεία της με αποτέλεσμα όντως να απαιτείται επανακλήτευση των μαρτύρων που έχουν ήδη καταθέσει από πλευράς Ενάγουσας, αλλά και του Μ.Υ.1 ίσως, προς αντιμετώπιση των νέων στοιχείων που προτίθενται να εισαχθούν όπως και της Ανταπαίτησης. Με την προσθήκη ισχυρισμών περί αμέλειας, ψευδών παραστάσεων, κινδύνων, σύγκρουσης συμφερόντων και εμπιστευτικών καθηκόντων, αθέμιτης επιρροής, καταχρηστικών ρητρών καθώς και άλλων στοιχείων που φέρεται να συνιστούν την επιλήψιμη συμπεριφορά της Ενάγουσας και μάλιστα διαζευκτικά και τέλος την προβολή Ανταπαίτησης, οδηγεί ουσιαστικά στην έναρξη της δίκης εκ νέου σε μια εντελώς νέα διάσταση. Είναι εισήγηση των Εναγομένων ότι είναι αναγκαία η τροποποίηση της Υπεράσπισης τους. Τίθεται όμως εύλογα το ερώτημα αν η αναγκαιότητα αυτή, όπως την προβάλλουν οι Εναγόμενοι, υπερισχύει, κάτω από τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης. Στο προχωρημένο αυτό στάδιο της ακρόασης, που επαναλαμβάνω δεν έχει δικαιολογηθεί επαρκώς η σημειωθείσα καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος για τροποποίηση, τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης αλλά κυρίως θα παραβλάψει δυσμενώς τα δικαιώματα της Ενάγουσας εφόσον η προσκόμιση μαρτυρίας από πλευράς της έχει αποπερατωθεί στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων. Συνεπώς η δίκη ουσιαστικά θα ξεκινήσει από το μηδέν στη βάση νέων εντελώς δεδομένων. Παράδειγμα, εκεί που αμφισβητούνται συναλλαγές ή χρεώσεις που επηρεάζουν το υπόλοιπο του λογαριασμού καθώς και η εγκυρότητα τους γιατί παραβιάζουν πρόνοιες του Περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2008 και του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 και εν πάση περιπτώσει γιατί αυτές συνιστούν καταχρηστικές, παράλογες, επαχθείς και άδικες συναλλαγές, με την τροποποίηση θα αμφισβητηθεί η εγκυρότητα των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών και δοσοληψιών στη βάση νέων στοιχείων και άλλων νομοθεσιών. Επιπρόσθετα επιχειρείται η εισαγωγή ως επιδίκων θεμάτων και άλλων συμφωνιών και δοσοληψιών μεταξύ των ιδίων διαδίκων για τις οποίες εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες των οποίων μάλιστα σκοπείται η συνένωση τους με την παρούσα Αγωγή. Επίσης η παράλειψη των Αιτητών να δώσουν μια ικανοποιητική εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν έλαβαν διαβήματα προηγουμένως παρά μόνο μετά που αντικατέστησαν για δεύτερη φορά το δικηγόρο που τους εκπροσωπούσε μέχρι τότε, αφήνουν σκιές ως προς το καλόπιστο της αίτησης, εγείροντας επιπρόσθετα σοβαρά ερωτηματικά σε σχέση με τις πραγματικές προθέσεις και στόχους της αίτησης τους. Ενόψει των πιο πάνω είναι η κρίση μου ότι η διακριτική μου εξουσία θα πρέπει να ασκηθεί σε βάρος των Αιτητών. Ως αποτέλεσμα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και σε βάρος των Εναγομένων - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Civil / Other Actions / Interim (Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.