← Κύπρος

Αντώνιος Χουβαρτάς ν. Δημήτρη Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 847/09, 27/6/2013

Αντώνιος Χουβαρτάς ν. Δημήτρη Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 847/09, 27/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 847/09 Μεταξύ: Αντώνιος Χουβαρτάς Ενάγοντα και Δημήτρη Ιωάννου Εναγόμενου Ημερομηνία: 27.6.

  1. Για Ενάγοντα: κ. Αλεξάνδρου. Για Εναγόμενο: κ. Βασιλειάδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας, ο οποίος είναι δικηγόρος και ασκεί το επάγγελμα του στην Πάφο, με την παρούσα αγωγή αξιώνει, για προσφερθείσες προς τον Εναγόμενο υπηρεσίες, το ποσό των €1,846.80 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Εναγόμενος κατά ή περί τα έτη 2004-2005 ήταν πελάτης του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας, κατόπιν οδηγιών και/ή συμφωνίας με τον Εναγόμενο και/ή άλλως πως, κατά ή περί τους μήνες Ιούλιο του 2004 - Νοέμβριο του 2005, προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Εναγόμενο αναλαμβάνοντας την υπεράσπιση του σε σοβαρή ποινική υπόθεση με αρ. 5760/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Με μεταγενέστερη συμφωνία που έγινε μεταξύ των διαδίκων κατά ή περί τις 7.12.04 συγκεκριμενοποιήθηκε συμφωνία αναφορικά με την αμοιβή του Ενάγοντα στην εν λόγω υπόθεση, η οποία αμοιβή καθορίστηκε στο συμφωνηθέν και/ή εύλογο ποσό των Λ.Κ.1,200 ήτοι €2,052 πλέον Φ.Π.Α για τις μέχρι τότε υπηρεσίες του Ενάγοντα και για ακόμη 3 περαιτέρω εμφανίσεις. Τελικά ο Ενάγοντας εμφανίσθηκε στην εν λόγω υπόθεση ως δικηγόρος του Εναγόμενου περισσότερες φορές και/ή προσέφερε τις υπηρεσίες του περιπλέον της πιο πάνω συμφωνίας, εμφανίσεις για τις οποίες επιφυλάσσεται. Έναντι του ως άνω οφειλομένου ποσού ο Εναγόμενος πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.300 στις 7.12.04 και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό Λ.Κ.900 ήτοι €1,539 πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των Λ.Κ.1,200 ήτοι ποσό €307.
  2. Ο Εναγόμενος παρά τις υποσχέσεις του για σύντομη εξόφληση του οφειλόμενου ποσού μέχρι σήμερα αρνείται και/ή παραλείπει να το πληρώσει. Τέλος ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι με την μη πληρωμή του πιο πάνω χρέους του ο Εναγόμενος πλουτίζει αδικαιολόγητα σε βάρος του. Ως εκ των άνω ο Ενάγοντας διεκδικεί το αξιούμενο στην αγωγή ποσό ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας και/ή ευλόγου αμοιβής και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή δυνάμει αδικαιολογήτου πλουτισμού. Στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση του ο Εναγόμενος αρνείται ότι κατά το έτος 2005 ήταν πελάτης του Ενάγοντα. Αρνείται επίσης τα όσα αναφέρει ο Ενάγοντας και ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Ο Εναγόμενος κατά ή περί την 15.7.04 ή και νωρίτερα ανάθεσε στον Eνάγovτα, τον οποίο του σύστησε ο αδελφός του, την υπεράσπιση στην ποινική υπόθεση 5760/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Ο Ενάγοντας εμφανίστηκε για τον Εναγόμενο στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεση 3 φορές ήτοι την 15.7.04, 21.7.04 και 8.12.
  3. Ο Εναγόμενος αρνείται την ισχυριζόμενη συμφωνία αμοιβής του Eνάγovτα και λέγει ότι στις 7.12.04 συμφωνήθηκε ποσό Λ.Κ.1,200 πλέον Φ.Π.Α. υπό τον όρο και/ή αίρεση και/ή εφόσον η προαναφερόμενη υπόθεση τελείωνε σε 3 εμφανίσεις, πράγμα που δεν έγινε και μετά την 8.12.04 ο Eνάγοντας έπαυσε να τον υπερασπίζεται. Λόγω αδυναμίας και/ή ανεπάρκειας και/ή άλλως του Eνάγovτα να χειριστεί περαιτέρω την ρηθείσα υπόθεση ο Εναγόμενος κατά ή περί τα τέλη του 2004, με την συγκατάθεση και/ή σύμφωνη γνώμη του Ενάγοντα άλλαξε δικηγόρο και ανέθεσε την συνέχιση της υπεράσπισης του σε δικηγόρo από την Λευκωσία, ο οποίος εμφανίστηκε προσωπικά και/ή με αντιπρόσωπο του ακόμη 7 φορές, μέχρι που τέλειωσε η υπόθεση. Συνεπώς μετά την 8.12.04 ο Eνάγοντας έπαυσε να είναι ο δικηγόρoς του Εναγομένου στην εν λόγω υπόθεση. Τυχόν εμφανίσεις του Ενάγοντα μετά την 8.12.04 στην ίδια υπόθεση έγιναν για λογαριασμό του δικηγόρου εκ Λευκωσίας και/ή αυτόβουλα από τον Ενάγοντα. Τέλος ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον Ενάγοντα για την προαναφερόμενη ποινική υπόθεση Λ.Κ.600 ήτοι ποσό κατά Λ.Κ.300 ­μεγαλύτερο από τις συμφωνηθείσες και/ή εύλογες υπηρεσίες που πρόσφερε ο Ενάγοντας, το οποίο ποσό πλέον νόμιμο τόκο αξιώνει με την Ανταπαίτηση του, όπως του επιστραφεί. Στην Απάντηση του στην Υπεράσπιση και στην Υπεράσπιση του στην Ανταπαίτηση ο Ενάγοντας αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης και αναφέρει τα εξής: Ο Ενάγοντας στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 5760/04 εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πέραν από δέκα φορές, αρκετές δε από αυτές κατά το έτος 2005 και έτσι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου ότι εμφανίσθηκε μόνο 3 φορές και ότι δεν ήταν πελάτης του Ενάγοντα είναι αναληθείς. Ο Ενάγοντας σε καμιά περίπτωση δεν έπαυσε να εκπροσωπεί τον Εναγόμενο στην υπό αναφορά υπόθεση, αλλά παρέμεινε ως δικηγόρος του μέχρι την συμπλήρωση της δικαστικής διαδικασίας. Απλώς σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας ο Εναγόμενος διόρισε και δεύτερο επιπρόσθετο δικηγόρο ως είχε δικαίωμα. Έτσι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου για αυτόβουλες εμφανίσεις του Ενάγοντα επίσης απορρίπτεται. Περαιτέρω δεν ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι η συμφωνία αμοιβής για τον Ενάγοντα τελούσε υπό όρο και/ή αίρεση και/ή εφόσον η ποινική υπόθεση θα συμπληρώνετο σε ακόμη τρεις εμφανίσεις μετά τις 7.12.
  4. Με αυτή τη συμφωνία απλώς προσδιοριζόταν η αμοιβή του Ενάγοντα για ακόμη τρεις εμφανίσεις. Ο Ενάγοντας το μόνο ποσό που έλαβε από τον Εναγόμενο για την υπό αναφορά υπόθεση ήταν Λ.Κ.
  5. Ο Εναγόμενος κωλύεται λόγω συμπεριφοράς και/ή πράξεων του από το να ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει το ποσόν που απαιτεί ο Ενάγοντας καθ' ότι μετά το πέρας της υπό αναφορά ποινικής υπόθεσης επισκέφθηκε ο ίδιος το γραφείο του Ενάγοντα και του πρότεινε να του καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.600 για εξόφληση, πρόταση που δεν έγινε αποδεκτή. Ως εκ των άνω ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η Ανταπαίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, ανυπόστατη και κακόπιστη και ζητά την απόρριψη της με έξοδα εναντίον του Εναγόμενου. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης του κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας και κλήθηκαν άλλοι δύο μάρτυρες. Για την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του κατέθεσε ο Εναγόμενος και κάλεσε ακόμη ένα μάρτυρα. Κατατέθηκαν δε συνολικά 7 τεκμήρια. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Ενάγοντας, δικηγόρος που ασκεί το επάγγελμα στην Πάφο από το
  6. Η εκδοχή αυτού ήταν η ακόλουθη: Δεν γνώριζε τον Εναγόμενο αλλά όταν εκείνος αντιμετώπισε προβλήματα με το Δικαστήριο του τηλεφώνησε ο αδελφός του Εναγόμενου, Χριστάκης, και του είπε να αναλάβει την υπεράσπιση του Εναγόμενου στην ποινική υπόθεση 5760/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία αφορούσε σοβαρές κατηγορίες. Όσον αφορά την εν λόγω υπόθεση στις 7.12.04 ο Εναγόμενος πλήρωσε τον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.300 και τότε έκαναν συμφωνία ότι θα κατέβαλε για την υπόθεση στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.1,200 πλέον Φ.Π.Α. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονταν οι εμφανίσεις που έγιναν από τον Ενάγοντα μέχρι τις 7.12.04 - δηλ. στις 14.7.04 και 21.7.04 - πλέον οι επόμενες τρεις εμφανίσεις. Συμφώνησαν λοιπόν και αυτό που συμφωνήθηκε αναγράφηκε στην απόδειξη είσπραξης με αρ. 0763 και ημερ. 7.12.04 την οποία εξέδωσε τότε ο Ενάγοντας. Κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α αντίγραφο της προαναφερόμενης απόδειξης, λέγοντας ότι αντίγραφο-διπλότυπο του πρωτοτύπου της βρισκόταν σε μπλοκ αποδείξεων - το οποίο είχε στην κατοχή του ο λογιστής του για σκοπούς ετοιμασίας λογαριασμών για τον φόρο εισοδήματος - ενώ το πρωτότυπο, το είχε πάρει ο Εναγόμενος. Δεν δέχθηκε ότι στο πρωτότυπο που έδωσε στον Εναγόμενο διέγραψε την φράση «εφόσον η υπόθεση τελειώσει σε τρεις εμφανίσεις». Το διπλότυπο της απόδειξης καταχωρήθηκε στη συνέχεια ως τεκμήριο 5 από τον Μ.Ε.
  7. Εξηγώντας το τι εννοεί όταν στην απόδειξη αναγράφεται «εφόσον η υπόθεση τελειώσει σε τρεις εμφανίσεις» είπε ότι είχαν συμφωνήσει ότι ο ίδιος θα πληρωνόταν το ποσό των Λ.Κ.1,200 πλέον ΦΠΑ για τις εμφανίσεις που είχαν γίνει μέχρι τις 7.12.04 - δηλ. για δύο εμφανίσεις - και για τις επόμενες τρεις εμφανίσεις. Εάν η υπόθεση προχωρούσε πέραν των τριών επόμενων εμφανίσεων ο Εναγόμενος θα πλήρωνε άλλα χρήματα. Η υπόθεση δεν τελείωσε στις επόμενες τρεις εμφανίσεις και ο ίδιος εμφανίσθηκε και άλλες φορές - για τις εμφανίσεις αυτές επιφυλάσσει το δικαίωμα του. Συγκεκριμένα εμφανίσθηκε μετά τις 7.12.04 στις 8.12.04, 13.4.05, 16.9.05, 3.10.05, 19.10.05, 31.10.05 και 7.11.
  8. Στις 13.4.05 εμφανίστηκε με κάποιο άλλο δικηγόρο ονόματι Αργυρίδη, ο οποίος πρέπει να εκτελούσε οδηγίες του δικηγόρου Παυλίδη. Στις 16.9.05 και στις 3.10.05 εμφανίστηκε με τον Παυλίδη ενώ στις 31.10.05 και 7.11.05 εμφανίστηκε μόνος του αλλά ανέφερε ότι εμφανίστηκε και για τον Παυλίδη. Δεν γνωρίζει πότε ακριβώς διορίστηκε ο άλλος δικηγόρος. Από τότε που διορίστηκε και ο Παυλίδης χειρίζονταν την υπόθεση μαζί. Όσον αφορά την ακροαματική διαδικασία κατά αυτήν εμφανίζονται και οι δύο δικηγόροι αλλά την υπόθεση χειριζόταν ο Παυλίδης, ο οποίος όταν ανέλαβε δεν γνώριζε την υπόθεση και ο Ενάγοντας του εξήγησε και τον ενημέρωσε σχετικά και για τους μάρτυρες που είχε να αντεξετάσει και τι ερωτήσεις θα μπορούσαν να γίνουν γιατί είχε κάνει προεργασία και γνώριζε την υπόθεση. Κατά την εμφάνιση του στο Δικαστήριο όταν εμφανιζόταν με τον Παυλίδη σε καμία περίπτωση ο Εναγόμενος του έδωσε οδηγίες όπως παύσει να τον εκπροσωπεί. Στην εν λόγω υπόθεση ο Εναγόμενος απαλλάγηκε στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (κατέθεσε ως τεκμήριο 1 την σχετική απόφαση ημερ. 7.11.05). Το ποσό που αξιώνει με την παρούσα αγωγή είναι το υπόλοιπο της συμφωνίας που έγινε. Ο Εναγόμενος τον πλήρωσε για την εν λόγω υπόθεση μόνο το ποσό των Λ.Κ.300 που αναγράφεται στην απόδειξη είσπραξης με αρ.
  9. Για το υπόλοιπο ποσό όχλησε τον Εναγόμενο για να τον πληρώσει. Σε κάποιο στάδιο ο Εναγόμενος πήγε στο γραφείο του και εισηγήθηκε να του δώσει Λ.Κ.600 και να τον εξοφλήσει, κάτι που ο Ενάγοντας δεν δέχτηκε. Μετά από αυτή την συνάντηση τηλεφώνησε στον Ενάγοντα ο αδελφός του Εναγόμενου για να του πει ότι έπρεπε να βοηθήσει τον Εναγόμενο γιατί επιβαρύνθηκε και ένα ποσό, αν δεν τον απατά η μνήμη του, από τα όσα του είχε πει, Λ.Κ.3,000 για τον άλλο δικηγόρο. Ο Ενάγοντας ανέφερε στον αδελφό του Εναγόμενου ότι έπρεπε να πληρώσει ο Εναγόμενος για τις υπηρεσίες που του πρόσφερε όπως ήταν η συμφωνία τους. Εκτός από την πιο πάνω αναφερόμενη ποινική υπόθεση (στο εξής η επίδικη) από τις 12.7.04 μέχρι τις 7.11.05 εκπροσώπησε τον Εναγόμενο και στην ποινική υπόθεση 2624/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία αφορούσε ίδιες κατηγορίες με την επίδικη. Εκείνη δεν τη χειρίστηκε ο ίδιος αλλά κάποια συνάδελφος του Σπυρούλα Χριστοδούλου. Σε εκείνη την υπόθεση ο Εναγόμενος κρίθηκε ένοχος ενώ η συγκατηγορούμενη του, που την εκπροσωπούσε ο δικηγόρος Μιχάλης Ιωάννου, απαλλάχθηκε. Μετά που κρίθηκε ένοχος ο Εναγόμενος κινδύνευε με άμεση φυλάκιση και τότε εκείνος και οι συγγενείς του ζήτησαν από τον Ενάγοντα εάν γνωρίζει τον Ιωάννου να επικοινωνήσει μαζί του γιατί επιθυμούσαν να τον εκπροσωπήσει εκείνος έστω και στο στάδιο των αγορεύσεων για μετριασμό της ποινής. Έγινε συνάντηση του Εναγομένου, των αδελφών εκείνου, του Ενάγοντα και του Ιωάννου και σε αυτήν ο τελευταίος τους ανέφερε ότι κωλύεται να εμφανιστεί στην υπόθεση γιατί είχε εμφανιστεί για τη συγκατηγορούμενη του Εναγόμενου, όμως μπορούσε να συνεργαστεί με τον Ενάγοντα και να κάνουν μία εμπεριστατωμένη αγόρευση όπως και έγινε. Γι αυτές του τις υπηρεσίες συμφωνήθηκε όπως ο Ενάγοντας πληρωθεί το ποσό των Λ.Κ.
  10. Πληρώθηκε όμως από τον Εναγόμενο μόνο Λ.Κ.300 (κατατέθηκε ως τεκμήριο 2 σχετική απόδειξη είσπραξης), μετά που ο τελευταίος βγήκε από τη φυλακή εφόσον στις 7.3.05 καταδικάστηκε σε φυλάκιση 9 μηνών. Επίσης πληρώθηκε και ο Μιχάλης Ιωάννου αλλά ο Ενάγοντας δεν γνωρίζει πόσα. Δεν δέχθηκε ότι για την υπόθεση αυτή ο αδελφός του Εναγόμενου τους έδωσε το ποσό των Λ.Κ.4,000 και ότι ο ίδιος πήρε από αυτό το ποσό Λ.Κ.1,
  11. Τέλος δεν δέχθηκε ότι το ποσό των Λ.Κ.300 που αναγράφεται στην απόδειξη τεκμήριο 2 το πήρε για την υπόθεση 5764/
  12. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου Ματθαίος Αταλιώτης, ο οποίος ανέφερε, με βάση τους φακέλους των ποινικών υποθέσεων 5760/04 και 2624/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, τα ακόλουθα: Στην ποινική υπόθεση 5760/04 (κατέθεσε το κατηγορητήριο ως τεκμήριο 3 που αφορούσε κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων και μαστροπείας) ο Εναγόμενος ήταν ο κατηγορούμενος. Όσον αφορά τις εμφανίσεις δικηγόρων στα πλαίσια της υπόθεση αυτής ο Ενάγοντας εμφανίστηκε μόνος του στις 14.7.04, 29.7.04, 8.12.04, 31.10.05 και 7.11.
  13. Περαιτέρω εμφανίσθηκε στις 13.4.05 μαζί με τον Αντρέα Αργυριάδη, στις 16.9.05 και 3.10.05 μαζί με τον Δ. Παυλίδη και στις 19.10.05 μαζί με τον Δ. Παυλίδη και την Μικέλλη. Στις 11.10.05 δεν εμφανίσθηκε ο Ενάγοντας αλλά ο Δ. Παυλίδης με την Μικέλλη. Το αποτέλεσμα της υπόθεσης ήταν ο Εναγόμενος να αθωωθεί και στις δύο κατηγορίες στις 7.11.
  14. Στις 11.10.05 η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση αλλά εκείνη την ημέρα δεν έγινε η υπόθεση και ορίστηκε για αγορεύσεις στις 19.10.
  15. Στις 13.4.05 δεν έγινε ακρόαση. Στις 16.9.05 έγινε ακρόαση. Ως φαίνεται από το πρακτικό της στενογράφου γι' αυτή την ημερομηνία τις ερωτήσεις τις έκανε ο Παυλίδης όπως και στις 3.10.05 που συνεχίστηκε η ακρόαση και στις 11.10.05 που απουσίαζε ο Ενάγοντας. Στις 19.10.05 έκανε αγορεύσεις ο Παυλίδης. Στις 31.10.05 το πρακτικό γράφει «Για έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης στις 7.11.05 η ώρα 10:00». Στην ποινική υπόθεση 2624/04 (κατέθεσε το κατηγορητήριο ως τεκμήριο 4) κατηγορούμενοι ήταν ο Εναγόμενος (κατηγορούμενος 1) και κάποιο άλλο πρόσωπο. Για τον Εναγόμενο εμφανίστηκε στις 10.12.04, 14.1.05, 19.5.04, 16.6.04, 22.10.04, 12.11.04 και 24.2.05 η δικηγόρος Χριστοδούλου και την 1.3.05, 3.3.05 και 7.3.05 ο Ενάγοντας. Στις 24.2.05 ο Εναγόμενος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στις κατηγορίες 1 και 2 ενώ κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες 3 και 4 και στις 7.3.05 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών σε κάθε κατηγορία και διατάχθηκε όπως οι ποινές συντρέχουν και η έκτισης τους αρχίζει από τις 24.2.
  16. Η εμπλοκή του Ενάγοντα στην υπόθεση αυτή ήταν μετά την έκδοση της απόφασης με την οποία κρίθηκε ένοχος ο Εναγόμενος. Για πρώτη φορά εμφανίστηκε ο Ενάγοντας την 1.3.05 που είχε οριστεί η υπόθεση για επιβολή ποινής και μετά στις 3.3.05 οπόταν αγόρευσε για μετριασμό της ποινής και στις 7.3.05 οπόταν εκδόθηκε η απόφαση για την ποινή. Και στις δύο πιο πάνω ποινικές υποθέσεις ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να κάνει κατάλογο εξόδων γιατί δεν προβλέπεται στους Κανονισμούς κάτι τέτοιο για ποινικές υποθέσεις. Για τέτοιες υποθέσεις ένας δικηγόρος μπορεί, όσον αφορά τα έξοδα του, να καταχωρήσει εναντίον του πελάτη του αγωγή. Όσον αφορά την βάση υπολογισμού των εξόδων σε τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει Κανονισμός. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι κατάλογος για υπολογισμό εξόδων στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται από δικηγόρο με νομική αρωγή. Ο Κανονισμός για νομική αρωγή προβλέπει για υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο το ποσό των €167 για τις οδηγίες και την πρώτη εμφάνιση και μετά, αναλόγως με το εάν γίνει ακρόαση ή όχι, το ποσό των €133 και €89 αντίστοιχα. Μ.Ε.3 ήταν ο Ηλίας Μυριάνθους λογιστής του Ενάγοντα. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 5, από μπλοκ αποδείξεων του Ενάγοντα που είχε στην κατοχή του, το διπλότυπο της απόδειξης είσπραξης με αρ.
  17. Ανέφερε ότι ο Ενάγοντας είναι πελάτης του εδώ και δυο χρόνια και ότι το συγκεκριμένο μπλοκ αποδείξεων το έχει στην κατοχή του για μερικούς μήνες. Του το έδωσε ο Ενάγοντας για να παρουσιασθεί ως αποδεικτικό στοιχείο στα πλαίσια ένστασης που υποβλήθηκε αναφορικά με το φόρο εισοδήματος και συγκεκριμένα για φορολογίες που αφορούν τον Ενάγοντα. Ο μάρτυρας παρουσίασε το μπλοκ και μετά που εξετάσθηκαν τα στοιχεία του επιστράφηκε. Η εξέταση έγινε μέσα στον Δεκέμβριο και έκτοτε έχει το μπλοκ στην κατοχή του. Στην αντεξέταση του μετά από σχετική ερώτηση ανέφερε ότι από το ίδιο μπλοκ η απόδειξη με αρ. 0781 - που είναι η ίδια με το τεκμήριο 2 - εκδόθηκε στον Δημήτρη Ιωάννου για είσπραξη ποσού Λ.Κ.300, έναντι λογαριασμού, με επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας ημερ. 4.10.
  18. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος, του οποίου η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Κατά ή περί την 15.7.04 ανέθεσε στον Ενάγοντα, τον οποίο του σύστησε ο αδελφός του, την υπεράσπιση στην ποινική υπόθεση 5760/
  19. Στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης ο Ενάγοντας εμφανίστηκε για λογαριασμό του τρεις φορές, ήτοι στις 15.7.04, 21.7.04 και 8.12.
  20. Αρνείται ότι έγινε η συμφωνία που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας. Αυτό που συμφωνήθηκε στις 7.12.04 ήταν ποσό Λ.Κ.1,200 πλέον Φ.Π.Α. υπό τον όρο ότι η εν λόγω υπόθεση τελείωνε σε τρεις εμφανίσεις. Η υπόθεση δεν τελείωσε σε τρεις εμφανίσεις και ως εκ τούτου καμία συμφωνία ισχύει καθότι ο Ενάγοντας προέβηκε και σε διαγραφή της πρότασης «εφόσον η υπόθεση τελειώσει σε 3 εμφανίσεις», στην απόδειξη αρ. 763 που παρέδωσε στον ίδιο (κατέθεσε ως τεκμήριο 7 το πρωτότυπο της εν λόγω απόδειξης). Λόγω αδυναμίας του Ενάγοντα να χειριστεί περαιτέρω την υπόθεση κατά ή περί τα τέλη του 2004, με την συγκατάθεση του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος άλλαξε δικηγόρο και ανέθεσε την συνέχιση της υπεράσπισης του σε δικηγόρο από την Λευκωσία, ο οποίος εμφανίστηκε προσωπικά και με αντιπρόσωπο του ακόμη 7 φορές, μέχρι που τέλειωσε η υπόθεση. Ενόψει της ανάθεσης της υπόθεσης σε άλλο δικηγόρο ο Ενάγοντας μετά την 8.12.04 έπαυσε να εκπροσωπεί τον Εναγόμενο στην εν λόγω υπόθεση. Τυχόν εμφανίσεις του Ενάγοντα μετά την 8.12.04 στην υπόθεση έγιναν για λογαριασμό του άλλου δικηγόρου ή αυτόβουλα από τον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος κατέβαλε στον Ενάγοντα για την εν λόγω υπόθεση Λ.Κ.600 (το ποσό των Λ.Κ.300 που φαίνεται στην απόδειξη τεκμήριο 7 και το ποσό των Λ.Κ.300 που φαίνεται στην απόδειξη τεκμήριο 2), ήτοι ποσό κατά Λ.Κ.300, μεγαλύτερο από τις εύλογες υπηρεσίες που ο τελευταίος του πρόσφερε και έτσι ζητά επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.
  21. Για άλλη ποινική υπόθεση ανέλαβε ο αδελφός του και προς εξόφληση εκείνης έδωσε στον Ενάγοντα Λ.Κ.4,
  22. Ο Ενάγοντας δεν πήρε όλο αυτό το ποσό αλλά πήρε και ο δικηγόρος Μιχάλης Ιωάννου. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Χριστάκης Ιωάννου, αδελφός του Εναγόμενου, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Είναι φίλοι από το στρατό με τον Ενάγοντα και σύστησε αυτόν στον αδελφό του ώστε να τον αναλάβει σε μια υπόθεση που είχε στο Δικαστήριο. Εκτός από του να συστήσει τον Ενάγοντα στην εν λόγω υπόθεση ο μάρτυρας δεν είχε άλλη εμπλοκή στην υπόθεση. Ο Εναγόμενος αντιμετώπιζε επίσης και άλλη υπόθεση στην οποία δικηγόρος συγκατηγορούμενης του ήταν ο Μιχάλης Ιωάννου. Η συγκατηγορούμενη του Εναγόμενου αθωώθηκε και ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι ο εν λόγω δικηγόρος ήταν πολύ καλός. Θέλοντας να βοηθήσει τον αδελφό του να βρει ένα καλό δικηγόρο ρώτησε τον Ενάγοντα αν γνώριζε τον Ιωάννου και εκείνος του απάντησε καταφατικά. Ο μάρτυρας τηλεφώνησε στον Ιωάννου και συνάντησε αυτόν στην Λεμεσό. Του είπε τι ήθελε και εκείνος του είπε ότι δεν μπορεί να αναλάβει γιατί ήταν δικηγόρος της συγκατηγορούμενης του Εναγόμενου στην ίδια υπόθεση. Του είπε όμως ότι μπορούσε να συνεργαστεί για την αγόρευση με το δικηγόρο που είχε ο Εναγόμενος. Τότε ο Εναγόμενος είχε ως δικηγόρο του στην άλλη υπόθεση που εκκρεμούσε τον Ενάγοντα. Μετά από συζήτηση συμφώνησε με τον Ιωάννου ως αμοιβή το ποσό των Λ.Κ.4,000 για να πληρωθεί, όπως του είπε ο Ιωάννου, και ο Ενάγοντας. Πήγαν στα γραφεία του Ενάγοντα με τον Ιωάννου. Εκεί οι δικηγόροι έκαναν την αγόρευση και όταν τελείωσε και θα έφευγαν ο μάρτυρας τους έδωσε Λ.Κ.4,000 και έφυγε. Από ότι έμαθε μετά γι' αυτή τη δουλειά ο Ενάγοντας πήρε Λ.Κ.1,
  23. Αυτό του το επιβεβαίωσε ο Ιωάννου μετά που τελείωσε η υπόθεση. Τα πιο πάνω ήταν πρωτοβουλία του μάρτυρα. Ο Εναγόμενος τότε ήταν στη φυλακή και δεν τα γνώριζε. Για την επίδικη ποινική υπόθεση σε κάποια φάση μετά που ο αδελφός του βγήκε από τη φυλακή, όταν του τηλεφώνησε ο Ενάγοντας παραπονούμενος ότι δεν τον πλήρωσε ο αδελφός του, ο μάρτυρας του είπε να βοηθήσει τον αδελφό του, το ανέφερε στον αδελφό του και από ότι του είπε εκείνος πήγε και εξόφλησε τον Ενάγοντα. Ο αδελφός του του ανέφερε ότι πλήρωσε για τον σκοπό αυτό Λ.Κ.
  24. Στο τεκμήριο 5 που είναι το διπλότυπο (κίτρινου χρώματος) απόδειξη είσπραξης του Ενάγοντα με αρ. 0763 και ημερ. 7.12.04 αναγράφονται τα εξής (τα μη σκιασμένα είναι χειρόγραφα): «ΕΛΑΒΟΝ ΠΑΡΑ του Δημήτρη Ιωάννου ............................................................ ΕΚ Πάφου .......................................................................................................... ΤΟ ΠΟΣΟΝ ΤΩΝ ΛΙΡΩΝ ΚΥΠΡΟΥ τρακόσιων μόνον ........................... (£300-) ΔΙΑ έναντι της υπ. 5760/04 που συνεφωνήθη ποσόν £1200 πλέον Φ.Π.Α. εφ' όσον η υπόθεση τελειώσει σε 3 (τρεις) εμφανίσεις. ΤΡΑΠΕΖΑ Λαικη ........... ΑΡ. ΕΠΙΤΑΓΗΣ Νο 06784138 Ο ΛΑΒΩΝ ΗΜΕΡ. 7/12/04 (Υπογραφή)» Το τεκμήριο 7 είναι το πρωτότυπο της απόδειξης είσπραξης τεκμήριο 5 (άσπρου χρώματος) το περιεχόμενου του οποίου είναι το ίδιο με αυτό του τεκμηρίου 5 με τη μόνη διαφορά ότι η φράση «εφ' όσον η υπόθεση τελειώσει σε 3 (τρεις) εμφανίσεις» είναι διαγραμμένη με στυλό. Στο τεκμήριο 2 που είναι το πρωτότυπο (άσπρου χρώματος) απόδειξη είσπραξης του Ενάγοντα με αρ. 0781 και ημερ. 4.10.05 αναγράφονται τα εξής (τα μη σκιασμένα είναι χειρόγραφα): «ΕΛΑΒΟΝ ΠΑΡΑ του Δημήτρη Ιωάννου ............................................................ ΕΚ Πάφου .......................................................................................................... ΤΟ ΠΟΣΟΝ ΤΩΝ ΛΙΡΩΝ ΚΥΠΡΟΥ τρακόσιων μόνον ........................... (£300-) ΔΙΑ έναντι λογαριασμού ΤΡΑΠΕΖΑ Λαικη ........... ΑΡ. ΕΠΙΤΑΓΗΣ Νο 06784147 Ο ΛΑΒΩΝ ΗΜΕΡ. 4/12/05 (Υπογραφή)» Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ο Μ.Ε.1 - Ενάγοντας γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές και συνεπείς, στηρίζονταν στη λογική και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας του ότι η συμφωνία στην οποία στηρίζει την απαίτηση του δεν ήταν γραπτή αλλά προφορική. Συνεπώς η απόδειξη αρ. 0763 ημερ. 7.12.04 την οποία εξέδωσε ο Ενάγοντας την ίδια μέρα δεν αποτελεί γραπτή συμφωνία εφόσον δεν ήταν κάτι που υπογράφηκε και από τις δύο πλευρές αλλά ως ήταν ουσιαστικά η θέση του Ενάγοντα σε αυτήν αποτυπώθηκαν τα συμφωνηθέντα χωρίς από την άλλη να ισχυρίζεται ουσιαστικά ότι περιλαμβάνονταν εκεί όλες οι λεπτομέρειες της προφορικής συμφωνίας. Άλλωστε, το ότι η συμφωνία δεν ήταν γραπτή και μάλιστα αυτή που αναφέρεται στην εν λόγω απόδειξη, αποτέλεσε και θέση της υπεράσπισης, ως φαίνεται από το ότι κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα του υποβλήθηκε ότι αυτά που λέει για την απόδειξη είναι για αυτοενίσχυση της θέσης του οπόταν απάντησε ότι τα γραφόμενα εκεί έγιναν από τον ίδιο κατόπιν συμφωνίας με τον Εναγόμενο και ο ίδιος που τα έγραψε μετά από αυτή τη συμφωνία είναι ο πιο κατάλληλος να τα ερμηνεύσει. Συνάγεται λοιπόν αβίαστα το συμπέρασμα ότι στην εν λόγω απόδειξη δεν περιλαμβάνονται αυτούσια το σύνολο των συμφωνηθέντων αφού ως ουσιαστικά είπε ο Ενάγοντας, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, το πνεύμα και το νόημα των γραφομένων στην απόδειξη είναι ότι είχαν συμφωνήσει ότι θα πληρωνόταν το ποσό των Λ.Κ.1,200 πλέον ΦΠΑ για τις εμφανίσεις που είχαν γίνει μέχρι τις 7.12.04 - δηλ. για δύο εμφανίσεις - και για τις επόμενες τρεις εμφανίσεις. Εάν, πρόσθεσε, η υπόθεση προχωρούσε πέραν των τριών επόμενων εμφανίσεων ο Εναγόμενος θα πλήρωνε άλλα χρήματα. Πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι τα όσα είπε ο Ενάγοντας για την συμφωνία έστω και εάν δεν αναγράφονται με λεπτομέρεια στην απόδειξη εντούτοις συνάδουν με αυτήν και εν πάση περιπτώσει δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτό που αναφέρεται εκεί ότι δηλ. «συνεφωνήθη ποσόν £1200 πλέον Φ.Π.Α. εφ' όσον η υπόθεση τελειώσει σε 3 (τρεις) εμφανίσεις». Ως εκ των άνω προκύπτει ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν προφορική και δεν τελούσε υπό οποιαδήποτε αίρεση. Όσον δε αφορά το είδος των δικασίμων και τις εμφανίσεις, με σκοπό να αναφερθεί πιο συγκεκριμένα και με λεπτομέρειες σχετικά κλήθηκε ο Μ.Ε.2, ο οποίος κατέθεσε με βάση το φάκελο της επίδικης υπόθεσης. Συνεπώς όσον αφορά το θέμα αυτό πιο αναλυτική - και εν πάση περιπτώσει όχι αντίθετη - είναι η μαρτυρία του Μ.Ε.2, η οποία ως θα αναφερθεί πιο κάτω δεν έχει αμφισβητηθεί. Σε σχέση με τις υπόλοιπες εμφανίσεις που έκανε για τον Εναγόμενο στην επίδικη ποινική υπόθεση για αυτές επιφύλαξε ο Ενάγοντας το δικαίωμα του. Αυτό δε προφανώς δεν αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του εφόσον αναφέρεται ρητά και στην Έκθεση Απαίτησης του. Αναφορικά με την απόδειξη είσπραξης με αρ. 0781 ημερ. 4.10.05 για το ποσό των Λ.Κ.300 αυτή κατατέθηκε ως τεκμήριο 2 κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα μετά που ο ίδιος την αναγνώρισε και ήταν ουσιαστικά η θέση του ότι αυτή αφορούσε όχι την επίδικη ποινική υπόθεση αλλά την υπόθεση 2624/04 για την οποία είχε συμφωνηθεί να πληρωθεί για τις υπηρεσίες του το ποσό των Λ.Κ.
  25. Τα όσα δε ανέφερε για την εν λόγω απόδειξη θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα επειδή δεν τα ανέφερε στην Απάντηση του στην Υπεράσπιση. Αυτό γιατί στην Έκθεση Υπεράσπισης υπήρχε απλά ένας ισχυρισμός για πληρωμή και δεύτερου ποσού Λ.Κ.300, κάτι που ο Ενάγοντας αρνήθηκε στην Απάντηση του στην Υπεράσπιση εφόσον, ως ανέφερε, θεωρούσε τον εν λόγω ισχυρισμό ανυπόστατο γιατί ήταν σίγουρος ότι του οφειλόταν το αξιούμενο ποσό. Συνεπώς δεν ήταν υποχρεωμένος να αναφέρει ότι τέτοιο ποσό το πληρώθηκε αλλά για άλλη υπόθεση. Άλλωστε ως ανέφερε περαιτέρω - μετά που ήλθε επανειλημμένα στο Δικαστήριο και ο Εναγόμενος επέμενε ότι του έδωσε ακόμα Λ.Κ.300 - θυμήθηκε και την άλλη υπόθεση και έψαξε τον φάκελο και βρήκε την εν λόγω απόδειξη. Περαιτέρω δεν απέκλεισε η απόδειξη τεκμήριο 2 και η απόδειξη τεκμήριο 5 να είναι από το ίδιο μπλοκ αποδείξεων και όταν ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι για να κάνει την παρούσα αγωγή είχε υπόψη του το συγκεκριμένο μπλοκ αποδείξεων έδωσε λογική εξήγηση ότι δηλ. όταν παίρνει χρήματα έναντι, αυτό ή θα αναγράφεται στο μέσα μέρος του φακέλου ή όταν εκδίδεται απόδειξη μπαίνει αντίγραφο αυτής στο φάκελο της υπόθεσης και όταν κίνησε την παρούσα αυτό που έκανε ήταν να πάρει τον φάκελο της υπόθεσης όπου υπήρχε η απόδειξη τεκμήριο 5 ενώ δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ο Εναγόμενος του όφειλε το αξιούμενο ποσό. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Ενάγοντα, με τη διευκρίνιση που δόθηκε ως προς τις ημερομηνίες εμφάνισης του στην επίδικη ποινική υπόθεση, γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και συνεπώς γίνεται δεκτή. Δεκτή γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Ε.3, η οποία ουσιαστικά ήταν τυπική και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Από την άλλη ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του προσπάθησε να πείσει ουσιαστικά ότι όχι μόνο έχει εξοφλήσει τον Ενάγοντα για τις υπηρεσίες που του πρόσφερε αλλά ότι πλήρωσε και περισσότερα από όσα έπρεπε, ποσό το οποίο ως εκ τούτου ανταξιώνει. Η όλη προσπάθεια του όμως δεν είναι πειστική. Κάποιες από τις θέσεις βρίθουν αντιφάσεων, άλλες φαίνεται ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του, άλλες δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική ή έρχονται σε αντίθεση ή διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία και γενικά οι θέσεις του στερούνται συνέπειας. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι συμφωνήθηκε με τον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.1,200 πλέον Φ.Π.Α. υπό τον όρο ότι η επίδικη ποινική υπόθεση τελείωνε σε 3 εμφανίσεις. Αυτό όμως δεν έγινε και ενόψει και του ότι μετά την 8.12.04 ο Ενάγων έπαυσε να τον υπερασπίζει καμία συμφωνία δεν ισχύει. Προς επίρρωση αυτού ανέφερε περαιτέρω ότι καμία συμφωνία δεν ισχύει καθότι ο Εναγόμενος προέβηκε και σε διαγραφή της πρότασης «εφόσον η υπόθεση τελειώσει σε 3 εμφανίσεις» στην απόδειξη είσπραξης αρ. 763 που του παρέδωσε. Κατέθεσε δε σχετικά την εν λόγω απόδειξη δηλ. το τεκμήριο 7 όπου είναι διαγραμμένη με στυλό η εν λόγω φράση ισχυριζόμενος ότι έτσι δηλ. αλλοιωμένη του δόθηκε από τον Ενάγοντα. Στην αντεξέταση του είπε σχετικά ότι το τεκμήριο 7 το πήρε την ημερομηνία που αναγράφει, ότι εκείνη τη μέρα η συζήτηση που είχε με τον Ενάγοντα ήταν ότι εάν και εφόσον τελειώσει η υπόθεση στις τρεις εμφανίσεις, που οι δύο είχαν ήδη γίνει, θα έπαιρνε ο Ενάγοντας Λ.Κ.1,200 και ότι τη διαγραφή δεν την έκανε αυτός αλλά έτσι παρέλαβε την απόδειξη. Είπε επίσης ότι ήταν παρών και έβλεπε όταν ο Ενάγοντας έκδιδε την απόδειξη και ότι ο Ενάγοντας έγραψε στο μπλοκ αποδείξεων έκοψε την απόδειξη και του την παρέδωσε. Όταν όμως πολύ εύλογα ερωτήθηκε ουσιαστικά γιατί ενώ συμφώνησαν τα όσα ο ίδιος ισχυρίζεται και ο Ενάγοντας του έδωσε την απόδειξη στη συνέχεια ο Ενάγοντας έσβησε τα όσα συμφώνησαν, αποφεύγοντας να απαντήσει επί της ουσίας επέμενε, μη πειστικά εφόσον δεν είναι λογική η θέση του, ότι έτσι του δόθηκε. Περαιτέρω η θέση του αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική και για το λόγο ότι εφόσον η έκδοση της απόδειξης, ως ο ίδιος είπιε έγινε με τον τρόπο που είπε στην παρουσία του, θα ήταν λογικό εάν γινόταν η διαγραφή στο τεκμήριο 7 το ίδιο να φαινόταν και στο τεκμήριο 5 που ήταν το διπλότυπο του τεκμηρίου 7 το οποίο διπλότυπο βρίσκεται κάτω από το πρωτότυπο στο μπλοκ αποδείξεων και στο οποίο αποτυπώνεται ότι ακριβώς αναγράφεται στο πρωτότυπο. Ενώ δε ως προαναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση του ήταν η θέση του ότι έγινε μεταξύ του και του Ενάγοντα συγκεκριμένη συμφωνία στην αντεξέταση του σε ερώτηση εάν αυτό που συμφωνήθηκε το ζήτησε ο ίδιος να γραφτεί στην απόδειξη, απάντησε ότι ο ίδιος δεν συμφώνησε τίποτα και ότι ο Ενάγοντας του είπε ότι αν τελειώσει στις τρεις εμφανίσεις να του δώσει Λ.Κ.1,
  26. Η υπόθεση δεν τελείωσε οπόταν δεν ίσχυε καμία συμφωνία. Επέμενε δε ότι ο ίδιος δε συμφώνησε τίποτα. Σε ερώτηση εάν η συμφωνία ήταν ουσιαστικά αν τελείωνε η υπόθεση στην επόμενη εμφάνιση θα έδινε στον Ενάγοντα Λ.Κ.1,200 ανέφερε και πάλι ότι αυτό του το είπε ο Ενάγοντας και ότι ο ίδιος δεν είπε τίποτα αλλά στη συνέχεια συμπλήρωσε ότι δέχτηκε μετά αυτά που του ανέφερε ο Ενάγοντας. Έτσι στη συνέχεια της αντεξέτασης του δέχθηκε τελικά ότι στις 7.12.04 συμφώνησε ότι αν η υπόθεση τελείωνε την επόμενη δικάσιμο θα πλήρωνε Λ.Κ.1,
  27. Σε ερώτηση σε άλλο σημείο εάν δηλαδή ο Ενάγοντας του είπε ότι η υπόθεση θα τελείωνε την επόμενη ημέρα και πάλι υπεκφεύγοντας απάντησε ότι γράφει πάνω στην απόδειξη ότι θα πάρει Λ.Κ.1,200 εάν και εφόσον η υπόθεση θα τελειώσει στις τρεις εμφανίσεις, διευκρινίζοντας ότι αυτές ήταν οι δύο προηγούμενες και η επόμενη. Σε ερώτηση αφού η συμφωνία ήταν Λ.Κ.1,200 εάν τελείωνε σε τρεις εμφανίσεις γιατί στις 7.12.04 του έδωσε μόνο Λ.Κ.300, απάντησε ουσιαστικά ότι ήταν για να πιάσει ο Ενάγοντας κάποια λεφτά ως προκαταβολή. Τέλος στην πολύ εύλογη ερώτηση γιατί εφόσον έτσι αντιλήφθηκε τη συμφωνία δεν ζητά από τον Ενάγοντα και τις Λ.Κ.600 που έδωσε, απάντησε χωρίς να το δικαιολογήσει ως προς τα ποσά ότι έπρεπε να πάρει κάποια λεφτά εφόσον εμφανίστηκε δύο φορές. Εδώ να σημειωθεί ότι η θέση του ότι ο Ενάγοντας εμφανίσθηκε μόνο δύο φορές διαψεύδεται από τον Μ.Ε.2, ο οποίος ανέφερε ότι ο Ενάγοντας εμφανίσθηκε μόνος του και στις 8.12.04 πέραν από τις 14.7.04 και 29.7.
  28. Ήταν επίσης η θέση του στην κυρίως εξέταση ότι μετά τις 8.12.04 ο Εναγόμενος έπαυσε να τον υπερασπίζεται. Στην αντεξέταση του δε είπε ότι ο ίδιος τον έπαυσε. Σε ερώτηση όμως πότε είπε στον Ενάγοντα ότι δεν το θέλει για δικηγόρο του και τον σταματά υπεκφεύγοντας απάντησε: «Αφού δεν ίσχυε η συμφωνία. Ήταν για 3 εμφανίσεις. Δεν τελείωσε και είναι με τη συγκατάθεση του που ήλθε ο άλλος δικηγόρος». Σε αμέσως επόμενη ερώτηση πότε έπαυσε τον Ενάγοντα απάντησε και πάλι υπεκφεύγοντας ότι μετά τις 8.12.04 που δεν τελείωσε η υπόθεση στις 3 εμφανίσεις δεν ίσχυε η συμφωνία και ότι το 2005 είχε άλλο δικηγόρο. Σε διευκρινιστική ερώτηση εάν είπε ποτέ στον Ενάγοντα ότι δεν τον θέλει για δικηγόρο του και τον σταματά απάντησε πλέον ότι υπέθεσε ότι είναι ο άλλος ο δικηγόρος που είχε την υπόθεση. Όταν του τέθηκε πολύ εύλογα η ερώτηση εάν δεν έβλεπε τον Ενάγοντα να εμφανίζεται στο Δικαστήριο - κάτι που ως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 έγινε άλλες 6 φορές μετά τις 8.12.04 και μάλιστα σε δύο εξ αυτές ο Ενάγοντας εμφανίσθηκε μόνος του για τον Εναγόμενο - όταν είχε υπόθεση, υπεκφεύγοντας είπε ότι δεν έκανε καμία συμφωνία μαζί του και ότι μόνος του έγραψε αν και εφόσον τελειώσει σε 3 εμφανίσεις. Δεν είναι δε λογικό ο Ενάγοντας να εμφανιζόταν στην υπόθεση για τον Εναγόμενο και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις μόνος του και ο τελευταίος να μην τον έβλεπε και να μην γνώριζε ότι εμφανιζόταν για αυτόν και να κάνει λόγο στη μαρτυρία του για «τυχόν εμφανίσεις» του Ενάγοντα που αν γίνονταν γίνονταν αυτόβουλα. Σε ερώτηση εάν στην Υπεράσπιση του αναφέρει ότι τον σταμάτησε και εμφανιζόταν αυτόβουλα απάντησε ότι δεν γνωρίζει και παρέπεμψε στον Ενάγοντα για να αναφέρει αν εμφανιζόταν αυτόβουλα ή για άλλο δικηγόρο. Όταν ρωτήθηκε εάν μέχρι σήμερα κατάλαβε εάν έπαυσε τον Ενάγοντα ή όχι και πάλι υπεκφεύγοντας επανέλαβε ότι δεν υπήρχε συμφωνία και ότι από τις 8.12.04 και μετά δεν ήταν δικηγόρος του. Στην πολύ εύλογη ερώτηση όταν έβλεπε τον Ενάγοντα να εμφανίζεται γιατί δεν τον ρώτησε γιατί ερχόταν αφού δεν τον ήθελε δικηγόρο του, έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι μετά τις 24 Φεβρουαρίου ήταν στη φυλακή και δεν είχε καμία ευχέρεια να μιλήσει ή να πει οτιδήποτε και εξάλλου θεωρούσε ότι δεν ήταν δικηγόρος του λόγω της συμφωνίας. Σε επόμενη ερώτηση αν δηλαδή πίστευε ότι ο Ενάγοντας πήγαινε για να παρακολουθεί παρέπεμψε και πάλι στον Ενάγοντα να απαντήσει. Σε ερώτηση εάν αυτό που αναφέρει για αδυναμία ή ανεπάρκεια του Ενάγοντα στην Έκθεση Υπεράσπισης του είναι δική του θέση απάντησε αρχικά ότι έπρεπε να βάλει άλλο δικηγόρο και έβαλε και στη συνέχεια ότι είναι δική του θέση. Δεν είναι όμως λογικό ο Εναγόμενος να είχε αυτή τη γνώμη για τον Ενάγοντα και να τον έπαυσε και όμως εκκρεμούσης της επίδικης υπόθεσης να δεχτεί να τον εκπροσωπήσει ο Εναγόμενος την 1.3.05, 3.3.05 και 7.3.05 για σκοπούς αγόρευσης για μετριασμό της ποινής σε άλλη υπόθεση μετά που κρίθηκε ένοχος σε σοβαρές κατηγορίες και αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης. Ήταν επίσης η θέση του ότι έδωσε συνολικά στον Ενάγοντα για τις εμφανίσεις που του έκανε για την επίδικη ποινική υπόθεση συνολικά Λ.Κ.
  29. Πέραν δηλ. του ποσού που έδωσε και φαίνεται στην απόδειξη τεκμήριο 5 υποστήριξε - και σε αυτό στηρίζει και την Ανταπαίτηση του - ότι έδωσε στον Ενάγοντα για την ίδια υπόθεση μεταγενέστερα δηλ. στις 4.10.05 άλλες Λ.Κ.300 (παρέπεμψε σχετικά στο τεκμήριο 2) και ότι αυτό το ποσό ήταν πέραν από αυτό που έπρεπε να του δώσει για τις υπηρεσίες που του πρόσφερε. Η θέση του όμως αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική και αυτό γιατί από τη μια ισχυρίζεται ότι η συμφωνία για το ποσό των Λ.Κ.1,200 δεν ίσχυε εφόσον η υπόθεση δεν τελείωσε και ο Ενάγοντας έπαυσε να τον εκπροσωπεί στις 8.12.04 και άρα δεν όφειλε τίποτα και από την άλλη 10 μήνες αργότερα πήγε και πλήρωσε στον Ενάγοντα ακόμη Λ.Κ.300 για την ίδια υπόθεση. Όταν δε του τέθηκε αυτό και ρωτήθηκε πως και υπό τις πιο πάνω περιστάσεις πλήρωσε τον Ενάγοντα άλλες Λ.Κ.300 έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι ο Ενάγοντας τον ενοχλούσε και ήθελε και άλλα λεφτά και ο ίδιος πήγε στο γραφείο του για να ξεκαθαρίσουν και ότι μετά είδε ότι ήταν περισσότερα τα λεφτά που πήρε ο Ενάγοντας και γι' αυτό ζητά τις Λ.Κ.
  30. Σε ερώτηση εάν συμφώνησαν να του δώσει άλλες Λ.Κ.300 για να τελειώνει η ιστορία απάντησε καταφατικά προσθέτοντας ότι του έδωσε αυτό το ποσό για να τον αφήσει ήσυχο. Σε διευκρινιστική ερώτηση εάν δηλαδή τότε συμφώνησαν να του δώσει το ποσό των Λ.Κ.300 και να εξοφλήσει απάντησε όμως ότι δεν συμφώνησαν τίποτα και ότι απλά του έδωσε αυτό το ποσό και έφυγε. Μάλιστα όταν ρωτήθηκε εάν έδωσε τα λεφτά χωρίς να ρωτήσει τι χρωστά ή το υπόλοιπο, απάντησε μη πειστικά ότι γνώριζε ότι δεν χρωστά τίποτε γιατί δεν υπήρχε καμία συμφωνία. Όταν δε ρωτήθηκε πολύ εύλογα ουσιαστικά γιατί εφόσον ο Ενάγοντας τον ενοχλούσε και ζητούσε και άλλα λεφτά και ο ίδιος ήθελε να τελειώνει με το θέμα δεν ζήτησε από τον Ενάγοντα να του εκδώσει απόδειξη ότι εξοφλά απάντησε υπεκφεύγοντας διερωτώμενος τι να εξοφλήσει εφόσον δεν υπήρχε καμία συμφωνία για να ξοφλήσουν. Περαιτέρω δεν θυμόταν ακριβώς από πότε ο Ενάγοντας τον ενοχλούσε όταν λέει ότι τον έπαιρνε τηλέφωνο και ήθελε και άλλα λεφτά. Στη συνέχεια είπε όμως ότι ο Ενάγοντας του τηλεφωνούσε μετά που βγήκε από τη φυλακή δηλαδή μετά τις 30.9.
  31. Όταν του υποδείχθηκε ότι το τεκμήριο 2 φέρει ημερομηνία 4.10.05 και ρωτήθηκε εάν δηλαδή ο Ενάγοντας τον ενοχλούσε για δύο, τρεις μέρες απάντησε καταφατικά. Στην εύλογη ερώτηση αφού στις 4.10.05 πήγε και αγόρασε τον πελά γιατί άφησε τον Ενάγοντα να εμφανίζεται και στη συνέχεια στην επίδικη υπόθεση - σύμφωνα με τον Μ.Ε.2 ο Ενάγοντας εμφανίσθηκε και μάλιστα μόνος του στις 31.10.05 και 7.11.05 - έδωσε και πάλι τη μη πειστική απάντηση ότι δεν τον άφησε και ότι εμφανιζόταν μόνος του. Στην αμέσως επόμενη ερώτηση γιατί δεν του είπε να σταματήσει αρχικά ανάφερε, σε αντίθεση με άλλο μέρος της μαρτυρίας του όπου ουσιαστικά δεν ανέφερε ότι είπε κάτι τέτοιο στον Ενάγοντα, «Είπα του. Δεν του είπα;» και αφού σκέφτηκε για λίγο πρόσθεσε «Τι του είπα, ότι η συμφωνία μας τελείωσε σε τρεις εμφανίσεις. Αυτό του είπα. Αφού δεν ήταν δικηγόρος μου». Εξήγησε δε ότι λέγοντας ότι ο Ενάγοντας πήρε περισσότερα λεφτά εννοεί ότι πήρε Λ.Κ.600 για τρεις εμφανίσεις και έχει τη γνώμη ότι είναι πολλά χωρίς να πει που στηρίζει αυτή του τη γνώμη αλλά και χωρίς να αιτιολογήσει γιατί ζητά συγκεκριμένα το ποσό των Λ.Κ.
  32. Προφανώς ζητά το συγκεκριμένο ποσό γιατί υπήρχε για αυτό ξεχωριστή απόδειξη είσπραξης κάτι που φαίνεται και από το ότι όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια γιατί δεν ζήτησε Λ.Κ.400 απέφυγε να απαντήσει επί της ουσίας λέγοντας ότι εφόσον η υπόθεση δεν τελείωσε σε τρεις εμφανίσεις και ο Ενάγοντας μετά από εννιά χρόνια λέει ότι του χρωστάει ακόμη ενώ η συμφωνία δεν ισχύει γιατί να μην ζητά και ο ίδιος χρήματα πίσω. Σε ερώτηση δε εάν δηλαδή ανέφερε στο δικηγόρο του τυχαία ένα ποσό ότι θέλει να του επιστραφεί και πάλι υπεκφεύγοντας απάντησε, χωρίς να το δικαιολογήσει, ότι για τρεις εμφανίσεις το ποσό των Λ.Κ.600 είναι υπέρ αρκετό. Το ότι το πιο πάνω αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του φαίνεται και από το ότι αυτό δεν το σκέφτηκε πριν δώσει το ποσό των Λ.Κ.300 δέκα μήνες μετά την πρώτη πληρωμή αλλά το σκέφτηκε αργότερα παραλείποντας και πάλι να πει εάν αυτό ήταν πριν του επιδοθεί η παρούσα αγωγή. Όσον δε αφορά τον άλλο δικηγόρο που διόρισε για την επίδικη ποινική υπόθεση είπε ότι είναι ο αδελφός του που βρήκε τον άλλο δικηγόρο όταν ο ίδιος του είπε ότι δεν ισχύει καμία συμφωνία. Εδώ να σημειωθεί ότι ο αδελφός του, Μ.Υ.2, δεν είπε κατά τη μαρτυρία του ότι ο Εναγόμενος του είπε κάτι τέτοιο ενώ ανέφερε ότι η εμπλοκή του στην επίδικη υπόθεση περιορίσθηκε στο να συστήσει στον αδελφό του τον Ενάγοντα για να τον εκπροσωπήσει. Όταν δε ο Εναγόμενος ρωτήθηκε πόσα πλήρωσε τον άλλο δικηγόρο και πάλι ενώ θα έπρεπε να γνωρίζει έστω και στο περίπου, απάντησε ότι δεν θυμάται και στη συνέχεια ότι δεν νομίζει να του κατέβαλε Λ.Κ.3,000 αλλά μπορεί να ήταν γύρω στις Λ.Κ.1,
  33. Στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε ουσιαστικά πόσα τον πλήρωνε κάθε φορά, προφανώς για να δικαιολογήσει τη θέση του ότι για 3 εμφανίσεις που του έκανε ο Ενάγοντας το ποσό των Λ.Κ.300 ήταν αρκετό, είπε ότι δεν υπήρχε συμφωνία για την αμοιβή το άλλου δικηγόρου αλλά τον πλήρωνε κάθε φορά που ερχόταν γύρω στις Λ.Κ.100, Λ.Κ.130, Λ.Κ.150 το μάξιμουμ και ότι επειδή ο δικηγόρος ήταν εντάξει μαζί του, όσα του έλεγε του έδινε. Στην αντεξέταση του για πρώτη φορά ανέφερε ότι για άλλη ποινική υπόθεση ανέλαβε ο αδελφός του και προς εξόφληση εκείνης έδωσε στον Ενάγοντα Λ.Κ.4,000 ποσό που δεν πήρε όλο ο Ενάγοντας αλλά και ο δικηγόρος Μιχάλης Ιωάννου. Εδώ να σημειωθεί ότι ο αδελφός του Εναγόμενου δεν ανέφερε ότι έδωσε το εν λόγω ποσό στον Ενάγοντα αλλά αρχικά ότι το έδωσε και στους δύο δικηγόρους και στη συνέχεια ότι το έδωσε στον Ιωάννου. Είπε επίσης ότι ο αδελφός του του είπε εκ των υστέρων ότι πλήρωσε Λ.Κ.4,000 για να πληρωθούν και οι δύο. Σε ερώτηση αν του είπε για μερίδιο του Ενάγοντα απάντησε, ενώ ήταν κάτι που τον αφορούσε άμεσα και λογικά θα έπρεπε να γνωρίζει, ότι δεν ξέρει για να προσθέσει ότι νομίζει ότι του είπε ότι πήρε Λ.Κ.1,000 ενώ μετά είπε ότι δεν θυμάται. Όταν του υποδείχθηκε, ότι όπως λέει, σταμάτησε τον Ενάγοντα από δικηγόρο του στην επίδικη υπόθεση και εκείνος εμφανιζόταν αυτόβουλα και ερωτήθηκε εάν μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτόβουλα εμφανίστηκε στην άλλη υπόθεση, απάντησε ότι εκείνο το κανόνισε ο αδελφός του και ο ίδιος δεν το γνώριζε. Αντιλαμβανόμενος δε την ασυνέπεια στη θέση του από τη μια να έχει παύσει τον Ενάγοντα από δικηγόρο του στην επίδικη υπόθεση και από την άλλη να τον εκπροσωπεί, ενώ εκείνη εκκρεμούσε σε άλλη υπόθεση, όταν ρωτήθηκε εάν δηλαδή ο ίδιος δεν ήθελε τον Ενάγοντα για δικηγόρο του και του τον επέβαλε ο αδελφός του απάντησε καταφατικά. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Τέλος ούτε ο Μ.Υ.2 μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν εμφανές από τη μαρτυρία του ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει τον αδελφό του - Εναγόμενο να πείσει για την εκδοχή του. Στην προσπάθεια του αυτή ο Μ.Υ.2 περιέπεσε σε αντιφάσεις, κάποια από τις θέσεις του έρχεται σε αντίθεση με την αντίστοιχη του αδελφού του, η μνήμη του παρουσιαζόταν επιλεκτική ενώ περαιτέρω οι θέσεις του χαρακτηρίζονταν από ασυνέπεια και δεν ήταν σταθερές. Συγκεκριμένα: Ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε με λεπτομέρεια όλα τα σχετικά με την άλλη υπόθεση που αντιμετώπιζε ο αδελφός του και ήταν η θέση του ότι ο ίδιος ανέλαβε τη σχετική πρωτοβουλία και ο αδελφός του δεν γνώριζε τίποτα δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιος δικηγόρος χειρίστηκε εκείνη την υπόθεση αρχικά και ποιος μετά την καταδίκη. Περαιτέρω ενώ στην κυρίως εξέταση του ήταν ουσιαστικά κατηγορηματικός ότι ο Ιωάννου του επιβεβαίωσε μετά την άλλη ποινική υπόθεση ότι ο Ενάγοντας πήρε για εκείνη το ποσό των Λ.Κ.1,000 στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε εάν έγινε αυτή η επιβεβαίωση απάντησε ότι η συμφωνία τους ήταν Λ.Κ.4,000 και για τους δύο και ότι ο Ιωάννου του είπε ότι ο Ενάγοντας πληρώθηκε γενικά χωρίς να αναφέρει για ποιό ποσό. Στην κυρίως εξέταση του είπε σε σχέση με την άλλη υπόθεση ότι μετά που συμφώνησε με τον Ιωάννου πήγαν και οι δύο στα γραφεία του Ενάγοντα και εκεί όταν οι δικηγόροι τελείωσαν την αγόρευση και θα έφευγαν τους έδωσε Λ.Κ. 4.000 και έφυγε. Σε ερώτηση εφόσον στο τέλος της μέρας εμφανίστηκε και έθεσε για τον αδελφό του ελαφρυντικά ο Ενάγοντας, γιατί δεν πλήρωσε αυτόν και λέει ότι πλήρωσε τον Ιωάννου, απάντησε ότι δεν πήγε και πλήρωσε τον Ιωάννου αλλά πλήρωσε και τους δύο στο γραφείο του Ενάγοντα γιατί έτσι συμφώνησαν. Στη συνέχεια όμως ανέφερε ότι το ποσό των Λ.Κ.4,000 το έδωσε στον Ιωάννου στο γραφείο του Ενάγοντα και ότι ο σκοπός που το έδωσε ήταν να εμφανιστεί ο Ενάγοντας για να αγορεύσει απλά για ελαφρυντικά. Ανέφερε επίσης ότι είπε στον Ενάγοντα τη συμφωνία που έκανε με τον Ιωάννου ενώ στη συνέχεια αποφεύγοντας να πει ποιος τον ενημέρωσε είπε ότι πριν πάνε στο γραφείο του Ενάγοντα αυτός ενημερώθηκε. Σε ερώτηση όμως εφόσον ήταν φίλος με τον Ενάγοντα και τον σύστησε για δικηγόρο του αδελφού του γιατί δεν τον ρώτησε από περιέργεια τι στοίχιζε η υπόθεση, απάντησε ότι μίλησαν και πριν πάει στον Ιωάννου και μετά και το τι θα λεγόταν και το τι συμφωνήθηκε. Μάλιστα προφανώς για να γίνει πιο πιστευτός είπε ότι θεώρησε ότι με αυτά που του είπε ο Ενάγοντας συμφώνησε εφόσον δεν ανέφερε ότι είχε ένσταση. Παρόλα αυτά δεν θυμόταν το ουσιώδες εάν ο Ενάγοντας του είπε τι θα χρέωνε τον αδελφό του για εκείνη την υπόθεση. Σε ερώτηση δε εάν ρώτησε τον Ενάγοντα εάν πήρε κάτι για την άλλη υπόθεση απάντησε - προφανώς αναφερόμενος στην επίδικη ποινική υπόθεση - ότι τον ρώτησε όταν ο Ενάγοντας τον πήρε τηλέφωνο και μίλησαν και γι' αυτό και έστειλε τον αδελφό του και κανόνισε ότι κανόνισε, δηλ. τις Λ.Κ.
  34. Σε διευκρινιστική ερώτηση εάν έστειλε τον αδελφό του να βρει τον Ενάγοντα σε σχέση με την υπόθεση που εμπλεκόταν ο Ιωάννου απάντησε αρνητικά και για να δικαιολογήσει την προηγούμενη του απάντηση - στην οποία να σημειωθεί ότι στην ερώτηση δεν αναφέρθηκε καθόλου το όνομα Ιωάννου - ανέφερε ότι όταν ρωτήθηκε πριν για τον Ιωάννου θεώρησε ότι μιλούσε για τον αδελφό του που είναι επίσης Ιωάννου. Όσον αφορά την επίδικη υπόθεση ενώ στην κυρίως εξέταση του δεν ανέφερε τίποτα σχετικά, πέραν του ότι σύστησε τον Ενάγοντα στον αδελφό του ώστε να τον αναλάβει, στην αντεξέταση του είπε ότι για την εν λόγω υπόθεση σε κάποια φάση μετά που ο αδελφός του βγήκε από τη φυλακή, όταν του τηλεφώνησε ο Ενάγοντας παραπονούμενος ότι δεν τον πλήρωσε ο αδελφός του, ο μάρτυρας του είπε να βοηθήσει τον αδελφό του, το ανέφερε στον αδελφό του και από ότι του είπε εκείνος πήγε και εξόφλησε τον Ενάγοντα. Συμφώνησε όμως σε άλλο σημείο με τον ισχυρισμό του αδελφού του στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος δεν είχε εμπλοκή στην επίδικη υπόθεση εκτός από του να του γνωρίσει τον Ενάγοντα. Όσον δε αφορά το πόσα πλήρωσε ο Εναγόμενος ανέφερε, χωρίς δηλ. να είναι σίγουρος ότι νομίζει ότι ο αδελφός του, του είπε πλήρωσε Λ.Κ.
  35. Παρά δε το ότι ήταν εκείνος που σύστησε τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο και γενικά έδειξε ότι ενδιαφερόταν με το τι θα γινόταν ο αδελφός του σε σχέση με τις υποθέσεις που αντιμετώπιζε, όταν ρωτήθηκε ουσιαστικά εφόσον ήταν ο μεσολαβητής εάν δεν ρώτησε τον Ενάγοντα πόσα του χρωστούσε ο αδελφός του για να δει πως θα τακτοποιηθεί το θέμα έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι δεν τον ρώτησε και ότι είπε να τα βρουν μεταξύ τους και θα έστελνε τον Εναγόμενο κοντά του. Στη συνέχεια μάλιστα ανέφερε ότι ο αδελφός του του είπε ότι συμφώνησε με τον Ενάγοντα και πρόσθεσε με βεβαιότητα πλέον ότι του είπε ότι έδωσε Λ.Κ.600 και εξόφλησε. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του σε σχέση με το ίδιο θέμα απάντησε αρχικά ότι νομίζει ότι ήταν Λ.Κ.600 ή €600, στη συνέχεια ότι δεν θυμάται, για να καταλήξει ότι δεν του είπε αδελφός του. Περαιτέρω σε ερώτηση εάν ο Εναγόμενος του είπε ότι είχε οποιαδήποτε διαφωνία με τον Ενάγοντα για τον χειρισμό της επίδικης υπόθεσης, είπε για πρώτη φορά στην αντεξέταση του ότι ο Εναγόμενος είχε διαφωνία που ο μάρτυρας έβαλε τον Ενάγοντα δικηγόρο. Σε ερώτηση εάν ο αδελφός του του είπε ποτέ ότι δεν του κάνει ο Ενάγοντας, και ότι τον σταμάτησε υπεκφεύγοντας απάντησε ότι εάν θυμάται καλά σε κάποια φάση έμπλεξαν και άλλο δικηγόρο αλλά - παρά το ότι δύο ήταν οι υποθέσεις που είπε ότι αντιμετώπιζε ο αδελφός του - δεν θυμάται αν είναι σε αυτή την υπόθεση. Είπε επίσης ότι δεν θυμάται αν για την επίδικη υπόθεση υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα μεταξύ του Ενάγοντα και του αδελφού του. Όταν όμως ρωτήθηκε στη συνέχεια αν συμφωνεί ότι για την επίδικη υπόθεση δεν τέθηκε οποτεδήποτε θέμα παύσης του Ενάγοντα από τον αδελφό του, απάντησε ότι τέθηκε και πρόσθεσε ότι δεν θυμάται όμως αν είναι γι' αυτή την υπόθεση. Σε ερώτηση δε αφού λέει ότι τέθηκε θέμα παραίτησης γιατί δεν παραιτήθηκε, απάντησε και πάλι μη πειστικά ότι δεν θυμάται. Εν πάση δε περιπτώσει σε επόμενη ερώτηση αφού τέθηκε τέτοιο θέμα, είτε γι' αυτή είτε για άλλη υπόθεση, εάν σταμάτησε ο Ενάγοντας από δικηγόρος του αδελφού του απάντησε αρνητικά γεγονός που έρχεται σε αντίφαση με την αντίθετη θέση του Εναγόμενου αδελφού του. Συμφώνησε δε ότι όταν εμφανίστηκε ο Ενάγοντας για τα ελαφρυντικά στην άλλη υπόθεση συνέχιζε να είναι δικηγόρος του αδελφού του στην επίδικη. Δέχτηκε επίσης ότι στην επίδικη υπόθεση διορίστηκε δεύτερος δικηγόρος, ο Παυλίδης, αλλά και πάλι παρά το ενδιαφέρον του για τις υποθέσεις του αδελφού του είπε μη πειστικά ότι δεν γνωρίζει ποιος πλήρωσε τα έξοδα αυτού. Δέχτηκε περαιτέρω ότι όταν δικαζόταν η επίδικη ποινική υπόθεση ο αδελφός του ήταν στη φυλακή. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν ενδιαφέρθηκε να μάθει ποιος θα πλήρωνε τους δικηγόρους του ανέφερε προφανώς για να πείσει ότι δεν γνώριζε ότι ανάλαβαν τα άλλα αδέλφια του γιατί ο ίδιος είχε ήδη πληρώσει πολλά. Όταν όμως ρωτήθηκε αν ανάλαβαν να πληρώσουν τα αδέλφια του απάντησε αρνητικά και είπε ότι αυτοί όρισαν άλλο δικηγόρο. Ενώ όμως ενδιαφερόταν τόσο πολύ για τον αδελφό του δεν ρώτησε ούτε εκείνον ούτε τα αδέλφια τους τι πλήρωσαν για την επίδικη υπόθεση. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ούτε ο Μ.Υ.2 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ούτε αυτού η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ευρήματα Από τη μαρτυρία, η οποία έχει γίνει δεκτή στην παρούσα προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Εναγόμενος ήταν κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση 5760/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, όπου αντιμετώπιζε κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων και μαστροπείας. Ο Ενάγοντας, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στην Πάφο, ανέλαβε την υπεράσπιση του Εναγόμενου στην εν λόγω υπόθεση. Στα πλαίσια αυτά εμφανίσθηκε εκπροσωπώντας αυτόν στις 14.7.04 και 29.7.
  36. Στις 7.12.04 ο Εναγόμενος πλήρωσε για την υπόθεση αυτή τον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.300 και τότε συμφώνησαν προφορικά ότι ο Ενάγοντας θα πληρωνόταν το ποσό των Λ.Κ.1,200 πλέον Φ.Π.Α. για τις εμφανίσεις που είχαν γίνει στην εν λόγω υπόθεση μέχρι τότε και για τις επόμενες τρεις εμφανίσεις. Εάν δε η υπόθεση προχωρούσε πέραν των τριών επόμενων εμφανίσεων ο Εναγόμενος θα πλήρωνε περαιτέρω αμοιβή. Μετά την εν λόγω συμφωνία ο Ενάγοντας εμφανίσθηκε εκπροσωπώντας τον Εναγόμενο στις 8.12.04 μόνος του, στη συνέχεια στις 13.4.05 με το δικηγόρο Αργυριάδη και στις 16.9.05 με τον δικηγόρο Παυλίδη, ο οποίος διορίσθηκε για να εκπροσωπεί τον Εναγόμενο μαζί με τον Ενάγοντα. Η υπόθεση δε δεν τελείωσε στις τρεις προαναφερόμενες εμφανίσεις και ο Ενάγοντας συνέχισε να εμφανίζεται εκπροσωπώντας τον Εναγόμενο μαζί με τον Παυλίδη στις 3.10.05, 19.10.05, 31.10.05 και 7.11.05 οπόταν η υπόθεση τελείωσε με την αθώωση του Εναγόμενου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Πέραν του ποσού των Λ.Κ.300, που προαναφέρθηκε, ο Εναγόμενος, παρά το ότι οχλήθηκε από τον Ενάγοντα, δεν πλήρωσε ποτέ για την εν λόγω υπόθεση οποιοδήποτε άλλο ποσό και συνεπώς εξακολουθεί να οφείλει το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος ποσού ήτοι Λ.Κ.900 δηλ. το ισότιμο των €1,846.80 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Προκύπτει δε σαφώς από τα πιο πάνω ευρήματα ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν προφορική, το νόημα της ήταν σαφές και δεν τελούσε υπό οποιαδήποτε αίρεση, ως ισχυρίζεται η πλευρά του Εναγόμενου, ώστε να τίθεται θέμα ερμηνείας ή ακυρότητας της λόγω μη επέλευσης μελλοντικού γεγονότος. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ο Ενάγοντας απέδειξε την Απαίτηση του στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων σε αντίθεση με τον Εναγόμενο που απέτυχε να αποδείξει την Ανταπαίτηση του. Κατάληξη Εν κατακλείδι εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1,846.80, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α, με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αστικό/Τελική Απόφαση/Αμοιβή δικηγόρου για ποινική υπόθεση πελάτη του) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.