Άδωνη Κωνσταντινίδη κ.α. ν. Mindoras Estates Ltd, Αρ. Αγωγής :- 1791/2005, 7/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A154 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1791/2005 Μεταξύ :-
- Άδωνη Κωνσταντινίδη
- Κατερίνας Κωνσταντινίδη Ενάγοντες Και Mindoras Estates Ltd Εναγόμενη Ημερομηνία :- Παρασκευή 7η Ιουνίου 2013 Για τους ενάγοντες :- κος. Νίκος Παπακλεοβούλου κα. Χρύσθια Παπακλεοβούλου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Χρύσθια Παπακλεοβούλου μαζί με κο.Παρασκευά Παυλίδη Ενάγων 1 παρών Για την εναγόμενη :- κα. Ευαγγελία Πουλλά-Μακαρούνα κα. Κατερίνα Χατζηχαραλάμπους-Παπαβασιλείου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ευαγγελία Πουλλά-Μακαρούνα μαζί με κα. Κατερίνα Χατζηχαραλάμπους-Παπαβασιλείου) Διευθυντής Εναγομένης, Χρύσανθος Κάϊζερ παρών Περιεχόμενα ΕΙΣΑΓΩΓΗ.. 3 Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ.. 4 ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. 6 ΑΤΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. 7 Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ.. 23 ΤΟ ΙΔΙΟΧΕΙΡΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ.. 28 Η ΠΙΣΙΝΑ.. 35 ΟΙ ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΠΛΗΡΩΜΕΣ. 38 ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ. 45 ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ.. 52 ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΡΑΤΑΣΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ. 65 Η ΕΠΙΤΑΓΗ ΤΩΝ £30.000,
- 72 ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ.. 75 ΣΥΜΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΙΚΙΟΥ.. 81 ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ. 83 ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ.. 85 Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ.. 94 Ο ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ. 100 ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΤΟΚΟΥ.. 106 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ.. 108 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Διατηρώντας υπόψη ολόκληρο το κείμενο αυτής της απόφασης αυτό το οποίο εν τέλει διαπιστώνεται είναι ότι το κύριο χαρακτηριστικό της επίδικης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ήταν η προχειρότητα στη λειτουργία της συμβατικής τους σχέσης. Σχέση η οποία είχε δημιουργηθεί από συμφωνία αγοράς από την εναγόμενη εταιρεία μίας υπό ανέγερση κατοικίας.
- Προέβλεπε η συμφωνία το τίμημα αγοράς, συμφωνημένο τρόπο πληρωμής του με συγκεκριμένα ποσά σε προκαθορισμένες ημερομηνίες και ημερομηνία παράδοσης της αποπερατωθείσας κατοικίας μία μέρα μετά από τη ημερομηνία πληρωμής της τελευταίας δόσης.
- Σύμφωνα με την αξιολόγηση της μαρτυρίας η προχειρότητα αυτή προέκυψε από την εφαρμογή της συμφωνίας. Καθότι, όπως εν τέλει διαπιστώνεται, οι συμβαλλόμενοι διάδικοι δεν τήρησαν τη προβλεπόμενη διαδικασία διαφοροποίησης της αρχικής συμφωνίας σε σχέση με προσθήκες ή αλλαγές της κατοικίας υπό ανέγερση ενώ στη συνέχεια δεν κατέγραψαν την οποιαδήποτε συνεννόηση μεταξύ τους αναφορικά τόσο με την ύπαρξη όσο και με τη φύση τέτοιων αλλαγών ή προσθηκών.
- Ουσιαστικά η όλη συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων χαρακτηριζόταν όχι μόνο από προχειρότητα αλλά και από το στοιχείο της προφορικότητας καθότι η οποιαδήποτε συνεννόηση μεταξύ των διαδίκων ως προς αλλαγές ή επιπρόσθετες εργασίες στη κατοικία μετά και από την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας διεπόταν από αυτό το χαρακτηριστικό στοιχείο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Περιγράφεται συνοπτικά πιο κάτω η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από αμφότερους τους διάδικους ενώ σημειώνεται ότι συνολικά κατατέθηκαν 104 τεκμήρια.
- Τα ακόλουθα 8 άτομα κατέθεσαν ως μάρτυρες των εναγόντων,:- 6.
- Ως Μ. Ε. 1 κατέθεσε ο ενάγων 1, δηλαδή ο Άδωνης Κωνσταντινίδης (στο εξής θα καλείται ο «Κωνσταντινίδης»). 6.
- Ως Μ. Ε. 2 κατέθεσε ο Νίκος Καστανιάς, ως ο αρμόδιος λειτουργός του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου για επιβαρύνσεις εμπραγμάτων προσωπικών και δημοπρασίες. Δόθηκε αυτή η μαρτυρία κυρίως σε σχέση με τη κατάθεση του τεκμηρίου 32 καθώς μέρος των επιβαρύνσεων για τις οποίες ο ίδιος ήταν υπεύθυνος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και η κατάθεση πωλητηρίων εγγράφων ως επιβαρύνσεις. 6.
- Ο Γεώργιος Χριστοδούλου, πελεκάνος στον οποίο ο Κωνσταντινίδης ανέθεσε τις ξυλουργικές κατασκευές της κουζίνας στη κατοικία, κατέθεσε ως Μ. Ε.
- 6.
- Ως Μ. Ε. 4 κατέθεσε ο εκτιμητής ακινήτων, Νικόλας Γερμανός. 6.
- Ως Μ. Ε. 5 κατέθεσε ο Παναγιώτης Χριστοδουλίδης ως υπεύθυνος του Κλάδου Επιτόπιων Ερευνών στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. 6.
- Ως Μ. Ε. 6 κατέθεσε ο αδειούχος εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης, Ηλίας Πεκρή. 6.
- Ο Κώστας Ριαλάς ο οποίος κατέθεσε ως Μ. Ε. 7 είναι έμπορος ειδών υγιεινής και κεραμικών με δικό του κατάστημα στην Πάφο (στο εξής θα καλείται ο «Ριαλάς»). 6.
- Ως Μ. Ε. 8 κατέθεσε ο Κυριάκος Κυριάκου, δηλαδή ο κοινοτάρχης ή πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου του χωριού Κονιών όπου βρίσκεται και η κατοικία.
- Τα ακόλουθα 10 άτομα κατέθεσαν ως μάρτυρες της εναγομένης,:- 7.
- Ως Μ. Υ. 1 κατέθεσε ο Χριστάκης Χριστοδούλου, δηλαδή ο πολιτικός μηχανικός της εναγομένης. 7.
- Ως Μ. Υ. 2, κατέθεσε ο Χρύσανθος Κάϊζερ, ως ένας από τους διευθυντές αλλά και μετόχους της εναγομένης εταιρείας (στο εξής θα καλείται ο «Κάϊζερ»). 7.
- Ως Μ. Υ. 3 κατέθεσε ο Κώστας Χριστοδούλου, διευθυντής της Εταιρείας Σιδηρουργών «Η Ομόνοια» Λτδ. 7.
- Ως Μ. Υ. 4 κατέθεσε ο Γιώργος Γρηγορίου, υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας. 7.
- Ως Μ. Υ. 5 κατέθεσε ο Γιώργος Ιωάννου ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων. 7.
- Ως Μ. Υ. 6 κατέθεσε ο Γιάννης Ιωάννου, ένας από τους δύο ιδιοκτήτες και διευθυντές της εταιρείας Atlantis Engineering Co. Ltd. 7.
- Ως Μ. Υ. 7 κατέθεσε ο διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας «Δ & Χριστοδούλου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ», Χριστάκης Κωνσταντίνου. 7.
- Ως Μ. Υ. 8 κατέθεσε ο γραμματέας της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αμαργέτης και Περιχώρων, Θεόδωρος Χριστοδουλίδης,. 7.
- Ως Μ. Υ. 9 κατέθεσε η Μαρία Χριστοδούλου ως τμηματάρχης στο Τμήμα Δανείων και Υποθηκών της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αμαργέτης και Περιχώρων. 7.
- Ως Μ. Υ. 10 κατέθεσε ο Ρένος Ππίτρος, ο οποίος, όπως εξήγησε, είναι πολιτικός μηχανικός, εκτιμητής ακινήτων και κτηματομεσίτης. Εντός του πλαισίου της ακροαματικής διαδικασίας κατέθεσε ως εκτιμητής ακινήτων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας στο σύνολο της προκύπτει κυρίως από την εξέταση της εκδοχής του κάθε διαδίκου και στη συνέχεια με την αποδοχή ή την απόρριψη της είτε στο σύνολο της είτε σε σχέση με οποιοδήποτε μέρος ή μέρη αυτής.
- Όμως σημασία έχει και η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κάθε ατόμου το οποίο κατέθεσε υπό την έννοια της ζωντανής εντύπωσης την οποία προκάλεσε ως μάρτυρας κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Εντύπωση άρρηκτα συνδεδεμένη τόσο με τον τρόπο όσο και το περιεχόμενο της προφορικής κατάθεσης του.
- Συμπεριλαμβάνει αυτή και το υιοθετημένο περιεχόμενο γραπτής δήλωσης στις τρεις περιπτώσεις όπου αυτή υπάρχει. Μάλιστα σε δύο από αυτές έχει υιοθετηθεί γραπτή δήλωση από τον καθένα από τους βασικότερους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν, δηλαδή, από τον Κωνσταντινίδη και τον Κάϊζερ.
- Η σημασία της μαρτυρίας του κάθε επιπρόσθετου μάρτυρα έγκειται κυρίως στο κατά πόσο με αυτή είτε ενισχύεται είτε υπονομεύεται η αξιοπιστία της μαρτυρίας η οποία δόθηκε από τους δύο προαναφερόμενους βασικούς μάρτυρες των διαδίκων. Η αξιολόγηση αυτών των δύο βασικών μαρτύρων διαπνέει το σύνολο αυτής της απόφασης καθότι η μαρτυρία τους αποτελεί στη κάθε περίπτωση το πυρήνα της εκδοχής του κάθε διαδίκου. ΑΤΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
- Αναφορικά με την ατομική αξιολόγηση των μαρτύρων παρατηρώ τα ακόλουθα.
- Βασική διαπίστωση του Δικαστηρίου σε σχέση με τον Κωνσταντινίδη είναι ότι ο διάδικος αυτός δεν κατέθεσε με ειλικρινή διάθεση αλλά αντιθέτως επιτηδευμένα με απώτερο στόχο να εξυπηρετήσει τη προώθηση της εν τέλει γενικά κρινόμενης ως αναξιόπιστης εκδοχής των εναγόντων. Προκύπτει αναλυτικά η αξιολόγηση αυτού του μάρτυρα από την εξέταση αυτής της εκδοχής. Η γενικά αρνητική αξιολόγηση αυτού του μάρτυρα δεν έχει τόση σχέση με τον τρόπο τον οποίο κατέθετε ο μάρτυρας αυτός αλλά το ίδιο το περιεχόμενο της προφορικής κατάθεσης του και απαντώντας το ερώτημα κατά πόσο αυτό - μετά και από αντιπαράθεση του με την όση μαρτυρία το Δικαστήριο αξιολογεί ως αξιόπιστη - ήταν εν τέλει δυνατό να κριθεί πειστικό. Παρά όμως και τη γενικά αρνητική αξιολόγηση αυτού του μάρτυρα προκύπτουν ορισμένα σημεία σε σχέση με τα οποία το Δικαστήριο όντως επιλέγει τη δική του μαρτυρία ως αξιόπιστη σε αντίθεση με την αντίστοιχη μαρτυρία όπως αυτή προσφέρθηκε από την εναγόμενη. Παραδείγματος χάριν, αναφορικά με την επιστολή ημερομηνίας 17/1/
- Άλλο βασικό παράδειγμα αυτής της θετικής αξιολόγησης του Κωνσταντινίδη αποτελεί και η απόρριψη από το Δικαστήριο της μαρτυρίας του Κάϊζερ ως προς την ύπαρξη της συνάντησης η οποία αναφέρεται στη παράγραφο 41 της γραπτής δήλωσης του ως αναξιόπιστη. Σύμφωνα με τη νομολογία μας τίποτε δεν εμποδίζει ένα Δικαστήριο από το να δεχτεί ως μερικώς αξιόπιστο ένα μάρτυρα ενώ παράλληλα να απορρίψει ως αναξιόπιστη την υπόλοιπη του μαρτυρία (παραδείγματος χάριν, βλ. σχετικά, την απόφαση Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α. Α. Δ. 1215).
- Αναφορικά με τον Μ. Ε. 2, Νίκο Καστανιά, παρατηρείται ότι η φύση της μαρτυρίας του ήταν απλώς τυπική δίχως να χρήζει οποιασδήποτε ιδιαίτερης αξιολόγησης η αξιοπιστία του ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε επί οποιουδήποτε ουσιώδες σημείου. Επιπλέον δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου έτσι ώστε αυτή να κριθεί αμφίβολη ως βάση επί της οποίας το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε ασφαλή ευρήματα. Αβάσιμες ως επίσης και άσχετες εντελώς με τη κρίση της αξιοπιστίας του συγκεκριμένου μάρτυρα κρίνονται οι οποιεσδήποτε υπονοούμενες αμφιβολίες της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγομένης (δηλαδή, μεταξύ των δικηγόρων της εναγομένης, η κα. Πουλλά, η οποία χειρίστηκε την αγωγή κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας) οι οποίες βασίζονταν στο δεδομένο ότι ο Κωνσταντινίδης επίσης εργάζεται ως υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. Αναμφίβολα επίσης προκύπτει βάσει της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα και το εξής σημαντικό δεδομένο. Ότι το ιδιόχειρο σημείωμα είτε σε πρωτότυπη μορφή ή έστω υπό μορφής αντιγράφου αυτού δεν επισυναπτόταν επί της συμφωνίας κατά την ημερομηνία κατάθεσης της στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου.
- Διατηρώντας υπόψη τόσο το περιεχόμενο της προφορικής κατάθεσης του Μ. Ε. 3, Γεώργιου Χριστοδούλου, όσο και τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσε εκ πρώτης όψεως δεν διαπιστωνόταν οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου ο μάρτυρας αυτός να μην γινόταν δεκτός ως αξιόπιστος. Εντούτοις διατηρώντας υπόψη την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία προκύπτει ως συμπέρασμα ότι είτε ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής είτε δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί επακριβώς χρονικά σημεία σχετικά με τη δυνατότητα παράδοσης της κατοικίας έτσι ώστε η μαρτυρία του, στο σύνολο της, να εμπνέει το Δικαστήριο με εμπιστοσύνη. Προκύπτει θέμα σε σχέση με τη τοποθέτηση του γρανίτη και τα πλακάκια στη κουζίνα σε συνάρτηση με τις δικές του εργασίες ως επίσης και με το κατά πόσο η κατοικία ήταν κλειδωμένη αρχές Φεβρουαρίου του 2005 όταν αυτός αποπειράθηκε να εισέλθει εντός αυτής. Πραγματικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι τα όσα αναφέρει σχετικά με το χρονοδιάγραμμα τοποθέτησης του γρανίτη, τα πλακάκια και ακολούθως η δική του εργασία δεν παρέχουν την απαραίτητη βεβαιότητα έτσι ώστε το Δικαστήριο να βασιστεί επί αυτής της μαρτυρίας. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με το κατά πόσο ο ίδιος βρήκε κλειδωμένη τη κατοικία. Έστω και εάν όντως αυτό να ίσχυε όφειλε να επικοινωνήσει με την εναγόμενη εάν πράγματι επιθυμούσε να έχει πρόσβαση στο εσωτερικό της κατοικίας ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι η συμφωνία που είχε ήταν με τον Κωνσταντινίδη. Βεβαίως η σημασία της μαρτυρίας και αυτού του μάρτυρα έχει σχέση με τη δυνατότητα παράδοσης της κατοικίας εντός του συμφωνημένου χρόνου ή ουσιαστικά με τη καθυστέρηση η οποία μπορούσε να προκληθεί εξ υπαιτιότητας οποιουδήποτε εκ των διαδίκων από την κατασκευή ή ύπαρξη συγκεκριμένων υλικών τα οποία να συνδέονται με τη κατασκευή των ξυλουργικών εργασιών εντός της κουζίνας τις οποίες ανέλαβε ο Γεώργιος Χριστοδούλου. Ο ίδιος ο Κωνσταντινίδης αναφέρεται σε «φιξάρισμα των ντουλαπιών της κουζίνας» από τον Οκτώβριο του 2004 (παράγραφος 48 της γραπτής δήλωσης του) ισχυρισμό τον οποίο επιβεβαιώνει και ο Γεώργιος Χριστοδούλου.
- Αναφορικά με τον Μ. Ε. 4 δηλαδή τον Νικόλα Γερμανό, παρατηρώ τα ακόλουθα. 16.
- Κατ΄ αρχάς διατηρώντας υπόψη τόσο τα προσόντα του όσο και την εμπειρία του το Δικαστήριο αποδέχεται το μάρτυρα αυτό ως εμπειρογνώμονα. Η μαρτυρία του θα είχε σημασία εάν το Δικαστήριο κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς τις θεραπείες τις οποίες θεωρούσε ορθό να επιδικάσει στον επιτυχόντα διάδικο σε αυτή την αγωγή. Έχοντας υπόψη τη κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς την επιδίκαση θεραπειών διαπιστώνω ότι ενδελεχής αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα και η οποιαδήποτε σύγκριση της ποιότητας ή επάρκειας της με άλλη παρόμοια μαρτυρία δεν είναι απαραίτητη. Εντούτοις, σημειώνεται απλά ότι ως μάρτυρας ο συγκεκριμένος εκτιμητής κρίνεται αξιόπιστος ενώ ασφαλώς η μαρτυρία του θα έχρηζε σύγκρισης με παρόμοια μαρτυρία εάν αυτό κρινόταν αναγκαίο από το Δικαστήριο. 16.
- Επιπλέον, απορία παρά οτιδήποτε άλλο προκαλεί η προσπάθεια των εναγόντων να αποδείξουν, σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης του Νικόλα Γερμανού, ότι η κατοικία κατά την ημερομηνία της συμφωνηθείσας παράδοσης της θα είχε αγοραία αξία £182.700,00 παρά το ποσό των £155.000,00 στο οποίο είχε συμφωνηθεί η αγορά της μόλις πριν περίπου 5 μήνες με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. 16.
- Καθότι ανεξάρτητα και από το σκοπό με τον οποίο οι ενάγοντες παρουσίασαν αυτή τη μαρτυρία παρατηρείται το εξής. Η αύξηση της συμφωνημένης αξίας κατά την ημερομηνία παράδοσης κατά ένα ποσοστό περίπου 18% της συμφωνημένης μεταξύ των συμβαλλομένων αξίας ή διαφοράς ενός ποσού £27.700,00 θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως απόδειξη ή τουλάχιστον ένδειξη της αξίας προσθήκης κατασκευών πέραν των συμφωνημένων, όπως αυτή της πισίνας ή και άλλων επιπρόσθετων εργασιών ή υλικών. Ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την εκδοχή της εναγομένης παρά των εναγόντων επί του συγκεκριμένου σημείου. 16.
- Βεβαίως οι ενάγοντες προβάλλουν μία θέση εντός της έκθεσης απαίτησης τους (παράγραφος 20) πρόκλησης ζημιάς σε αυτούς λόγω αύξησης της αξίας της κατοικίας κατά £25.000,00 εξαιτίας της ζήτησης στη περιοχή. Θέση την οποία θεώρησαν αναγκαίο όπως αποδείξουν. Όμως εάν αυτός ήταν ο σκοπός παρουσίασης της μαρτυρίας του Γερμανού αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι κάθε άλλο παρά εστιασμένη σε αυτό τον παράγοντα ήταν αυτή η μαρτυρία. Δίχως αυτό να οφείλεται στον ίδιο το μάρτυρα αλλά κυρίως στο αντικείμενο της ανατεθείσας σε αυτόν εκτίμησης της αξίας της κατοικίας στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο της μίας ημέρας αμέσως μετά από τη συμφωνημένη ημερομηνία παράδοσης. 16.
- Όμως είναι βάσει άλλων παραγόντων που ο μάρτυρας αυτός κατέληξε στο ποσό της εκτίμησης του και όχι λόγω της κατ΄ ισχυρισμό ζήτησης στη περιοχή. Ιδιαίτερα δε ζήτησης - δηλαδή αύξησης αυτής - εντός του στενού χρονικού πλαισίου των όρων εντολής του. Μάλιστα εάν εξεταστεί με προσοχή η μαρτυρία του αυτό το οποίο ανακύπτει από το περιεχόμενο της είναι μία αναφορά σε τάση αύξησης της αξίας ακίνητης περιουσίας γενικά και όχι σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιουσία ή περιοχή. 16.
- Αξιοσημείωτη μάλιστα είναι συγκεκριμένη απάντηση του η οποία δόθηκε κατά την αντεξέταση του. Ερωτήθηκε εάν οι αξίες ακινήτων άλλαξαν μεταξύ Αυγούστου 2004 μέχρι 1/1/2005 και με εμφανή ειλικρίνεια ο μάρτυρας απάντησε ως εξής. Ότι είναι δύσκολο να πει χωρίς οποιαδήποτε έρευνα. Βεβαίως αυτός ακριβώς ήταν ο σκοπός για τον οποίο παρουσιάστηκε η συγκεκριμένη μαρτυρία και μάλιστα εάν δεν αντεξεταζόταν καθόλου ούτε καν και θα άγγιζε έστω και ελάχιστα αυτό το σκοπό ο συγκεκριμένος μάρτυρας. Έδωσε βεβαίως μία γενικόλογη απάντηση αναφορικά με την αύξηση στην αξία ακινήτων η οποία όμως δεν προσθέτει οτιδήποτε σε αυτό το οποίο οι ενάγοντες τάχθηκαν να αποδείξουν βάσει και της αναφοράς στην έκθεση απαίτησης τους.
- Αναφορικά με τον Μ. Ε. 5 δηλαδή τον Παναγιώτη Χριστοδουλίδη, παρατηρείται ότι η μαρτυρία αυτή παρουσιάστηκε ως σχετική με τη δυνατότητα έκδοσης ξεχωριστού τίτλου (δηλαδή, πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας) της κατοικίας. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε με βάσει τη πληροφόρηση την οποία μπορούσε να αντλήσει από τα έγγραφα στη διάθεση του δίχως να διαπιστώνεται η αναγκαιότητα αξιολόγησης με οποιοδήποτε τρόπο της αξιοπιστίας του καθότι ανεξάρτητα και από την οποιαδήποτε αμφισβήτηση των απαντήσεων του κατά την αντεξέταση του αλλά και της έντονης διάθεσης αντιδικίας μαζί του από την ευπαίδευτη συνήγορο της εναγομένης, καθώς κατέθετε ως μάρτυρας των εναγόντων, δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος, είτε από τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσε είτε σε σχέση με τα όσα ανέφερε, με βάση τον οποίο το Δικαστήριο να κρίνει αυτό το μάρτυρα αναξιόπιστο. Αναδρομικά ιδωμένη δε η έκταση της αντεξέτασης αυτού του μάρτυρα είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί ως αναγκαία.
- Αναφορικά με τον Μ. Ε. 6 δηλαδή τον Ηλία Πεκρή, κατ΄ αρχάς αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι το Δικαστήριο αποδέχεται το μάρτυρα αυτό ως εμπειρογνώμονα βάσει των προσόντων και εμπειρία του εντούτοις εν τέλει από τη μαρτυρία του δεν προκύπτει οποιοδήποτε δεδομένο προς αξιολόγηση το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί σχετικό με τα υπό εξέταση επίδικα θέματα.
- Αναφορικά με τον Μ. Ε. 7 δηλαδή τον Κώστα Ριαλά έντονη παραμένει η ζωντανή εντύπωση της σταθερότητας και βεβαιότητας με την οποία το συγκεκριμένο άτομο κατέθετε ως μάρτυρας. Πραγματικά διατηρώντας υπόψη αυτή τη ζωντανή εντύπωση θα ήταν εύλογο για το Δικαστήριο να μην είχε οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα να στηριχθεί επί της μαρτυρίας του έτσι ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής. Εντούτοις πραγματικά δεν είναι δυνατό, όσο θετική και να είναι η ζωντανή εντύπωση την οποία ένας μάρτυρας προκαλεί κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του, η αξιοπιστία του να αξιολογηθεί απομονωμένη από την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία παρουσιάζεται καθ΄ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ή το περιεχόμενο της μαρτυρίας του να γίνει αποδεκτό βάσει απλά και μόνο αυτής της θετικής εντύπωσης. Είναι σε σχέση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα και συσχετισμό του με την υπόλοιπη μαρτυρία που εν τέλει το Δικαστήριο οδηγείται σε συμπέρασμα απόρριψης της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα ως αναξιόπιστης επί επίμαχων σημείων και επιλογής ως αξιόπιστης μαρτυρίας αυτής άλλων μαρτύρων κυρίως δε της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του Μ. Υ. 1, Χριστάκη Χριστοδούλου. Δεν παύει βεβαίως η μαρτυρία του Ριαλά να είναι σαφής και απόλυτα κατανοητή ως προς τον τρόπο με τον οποίο είχε συμφωνηθεί συνεργασία μαζί με την εναγόμενη ως προς την επιλογή προϊόντων του καταστήματος του από πελάτες της εναγομένης. Προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν αποτελούσε μέρος της συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης η προμήθεια γρανίτη. Παράλληλα υπήρχε η δυνατότητα σε πελάτη της εναγομένης να επιλέξει προϊόντα. Αξιόπιστη και η διευκρίνιση την οποία έδωσε ως προς το ότι ο Κωνσταντινίδης δεν παράγγειλε γρανίτη από το κατάστημα του καθότι αυτό είναι προϊόν το οποίο η εταιρεία του δεν εμπορεύεται. Άγνωστο γιατί θα επέλεγε ο μάρτυρας αυτός να μην πει την αλήθεια σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα εκτός βεβαίως εάν θεωρούσε ότι κατά κάποιο τρόπο αυτό θα ενέπλεκε την εταιρεία του με την οποιαδήποτε καθυστέρηση η οποία είχε προκύψει σε σχέση με τη παράδοση των κεραμικών της κουζίνας. Δεκτό βεβαίως ότι ο ίδιος είχε συμφωνία να πληρωθεί από την εναγόμενη σε σχέση με προϊόντα τα οποία αναφέρονταν επί του πρώτου φύλλου του τεκμηρίου 10 και ότι αυτή ήταν η πρόταση η οποία έγινε προς την εναγόμενη. Διευκρινίζοντας δηλαδή ότι αυτή δεν αποτελούσε συμφωνητικό έγγραφο αλλά τη βάση των τιμών τις οποίες πρόσφεραν στην εναγόμενη νοουμένου ότι θα συνεργαζόταν μαζί του. Προκύπτει από το ποσό στη προσφορά σε συνδυασμό και με τη μαρτυρία του Κωνσταντινίδη ότι αυτή είχε εκδοθεί σε σχέση με δύο κατοικίες. Επεξήγησε επίσης και τη σημασία της απόδειξης είσπραξης η οποία επισυνάπτεται επί αυτού του φύλλου ως μέρος του τεκμηρίου
- Ότι δηλαδή πέραν από τη προμήθεια ειδών υγιεινής είχε αναλάβει τη προμήθεια της εναγομένης με κεραμικά πατωμάτων και επενδύσεις τοίχων στο μπάνιο. Σε σχέση με τη συμφωνημένη τιμή μονάδας εάν ο αγοραστής την υπερβεί τότε θα πλήρωνε τη διαφορά στη τιμή. Ισχυρίστηκε ότι ο Κωνσταντινίδης επέλεξε πάτωμα αξίας μεγαλύτερης από τη τιμή μονάδας και συνεπώς θα έπρεπε να χρεωθεί. Εντούτοις επί της απόδειξης δεν αναφέρονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προς το προϊόν ακριβώς το οποίο ο Κωνσταντινίδης είχε παραγγείλει. Ούτε και προκύπτει με βάση την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία η αναγκαιότητα ο Κωνσταντινίδης να είχε όντως παραγγείλει πάτωμα. Αντιθέτως ανακύπτει από τη μαρτυρία η παραγγελία κεραμικών μεταξύ των πάγκων και των ερμαριών της κουζίνας εργασία την οποία ανέλαβε ο Κωνσταντινίδης να αναθέσει σε δικό του υπεργολάβο, δηλαδή πελεκάνο. Συγκεκριμένα τον Μ. Ε. 3, Γεώργιο Χριστοδούλου. Διευκρίνισε ο Ριαλάς ότι ο λόγος για τον οποίο αναφέρεται το όνομα της εναγομένης δίπλα από το όνομα του Κωνσταντινίδη ήταν για καθαρά λογιστικούς σκοπούς και ότι ο Κωνσταντινίδης είχε προπληρώσει πριν από τη παράδοση του εμπορεύματος. Τονίζω και πάλι ότι αυτό το οποίο δεν αναφέρεται στην απόδειξη είναι το εμπόρευμα το οποίο παράγγειλε ο Κωνσταντινίδης. Αφήνοντας ουσιαστικά ελεύθερο το πεδίο στον Ριαλά να ισχυριστεί ότι ήθελε σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Ανέφερε ότι ο Κωνσταντινίδης παράγγειλε και τζακούζι το οποίο επίσης ήταν ετοιμοπαράδοτο. Ήταν κατηγορηματικός (όπως ανέφερε χαρακτηριστικά) ως προς το ότι το ποσό το οποίο ο Κωνσταντινίδης πλήρωσε αφορούσε όλα ανεξαιρέτως τα προϊόντα τα οποία είχε παραγγείλει και τα οποία είχαν τιμή μεγαλύτερη από τη προσφορά. Σαφής ήταν και ως προς το ότι η εναγόμενη δεν του όφειλε οποιοδήποτε ποσό. Όπως επίσης σαφής όμως ήταν αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση πληρωμής υπήρχε οφειλόταν στην εναγόμενη. Δημιουργείται η εντύπωση ότι απασχολούσε για κάποιο λόγο τον Ριαλά το θέμα της καθυστέρησης. Αξιολογείται από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από την εναγόμενη και η οποία συνδέει την ύπαρξη καθυστέρησης με τη καθυστέρηση στη παράδοση εμπορευμάτων από τον Ριαλά. Όσο και να ενέμεινε ο Ριαλάς ότι όλα όσα παράγγειλε ο Κωνσταντινίδης ήταν ετοιμοπαράδοτα απέτυχε πραγματικά να πείσει το Δικαστήριο ότι η δική του μαρτυρία θα έπρεπε να γίνει δεκτή κατά προτίμηση και σε αντίθεση με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι ο Ριαλάς, όπως ουσιαστικά ο ίδιος ομολόγησε, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί λεπτομέρειες αναφορικά με τα όσα ο Κωνσταντινίδης παράγγειλε παρά μόνο είχε υπόψη του μία γενική εντύπωση. Παρέπεμψε δε την ευπαίδευτη συνήγορο της εναγομένης στο τιμολόγιο το οποίο εκδόθηκε προς την εναγόμενη από τη δική του εταιρεία σε σχέση με τον Κωνσταντινίδη. Το οποίο όμως ο ίδιος δεν είχε στη κατοχή του. Αποτυγχάνοντας επομένως με αυτό τον τρόπο να ενισχύσει τη δική του θέση αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να επικαλεστεί αναφορικά με ένα τέτοιο τιμολόγιο. Ο ίδιος αναφέρθηκε στη πάροδο του χρονικού διαστήματος από τη παραγγελία μέχρι και την ημερομηνία της προφορικής κατάθεσης του ως επίσης και στον αριθμό των πελατών του, τους οποίους υπολόγισε στις 30 χιλιάδες. Αναφέρθηκε ακόμη και σε δελτία παράδοσης σε σχέση με τις κατοικίες της εναγομένης υπό ανέγερση στα Κονιά δίχως όμως να παρουσιάσει οποιοδήποτε από αυτά τα δελτία. Επικαλέστηκε αδυναμία στην εκτύπωση εγγράφων λόγω αλλαγής στο λογισμικό της εταιρείας εξαιτίας και της αλλαγής του νομίσματος σε ευρώ. Αυτό όμως δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι παρά και την επίκληση εγγράφων το περιεχόμενο των οποίων θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του εντούτοις αυτά ουδέποτε παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρά και τη δήλωση του ότι θα μπορούσαν να δοθούν οδηγίες να ετοιμαστούν αυτά τα έγγραφα επανέλαβε και πάλι τη δική του εισήγηση όπως η εναγόμενη παρουσιάσει αυτά τα έγγραφα. Αντί ο ίδιος δηλαδή. Οφείλω να διευκρινίσω ότι στο όλο πλαίσιο των επίδικων θεμάτων αυτό το σημείο δεν έχει καθοριστική σημασία για την έκβαση της αγωγής αποτελεί όμως και αυτό ένα επίμαχο σημείο το οποίο σχετίζεται με τη δυνατότητα παράδοσης της κατοικίας. Γι΄ αυτό και εξετάζεται από το Δικαστήριο, ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη ότι σε σχέση με αυτό δεν τίθεται θέμα απλώς απόρριψης της αξιοπιστίας αυτού του μάρτυρα αλλά θετικής αξιολόγησης της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων της εναγομένης. Αναφέρθηκε επίσης ο μάρτυρας και σε μεταφορά βιβλίων στα γραφεία του Φόρου Εισοδήματος και καταστροφή μεγάλου μέρους αυτών. Αναφέρθηκε βεβαίως και πάλι σε αρχείο σε σκληρό δίσκο στη Λεμεσό επικαλέστηκε όμως περιθώριο 2 έως 3 εβδομάδων για να ετοιμαστούν όλες οι καταστάσεις της εταιρείας. Εντούτοις η μαρτυρία του παρέμεινε περιορισμένη στα όσα ο ίδιος ανέφερε δίχως στη συνέχεια να είχε κατατεθεί οτιδήποτε ενισχυτικό αυτής από οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα.
- Η μαρτυρία του Μ. Ε. 8, Κυριάκου Κυριάκου, είχε σχέση με τη παροχή υδατοπρομήθειας ή ουσιαστικά την εγκατάσταση υδρομετρητή στο τεμάχιο όπου κτιζόταν η κατοικία. Η σημασία της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα μπορεί να περιγραφεί ως απλώς περιθωριακή ενώ ο τρόπος με τον οποίο κατέθεσε και τα όσα σχετικά ανέφερε επιτρέπουν στο Δικαστήριο να τον κρίνει αξιόπιστο ως μάρτυρα. Βεβαίως κατέθεσε και μία κατάσταση κατανάλωσης της υδατοπρομήθειας (τεκμήριο 41) η μηδαμινή πραγματικά και οποιαδήποτε ενδεχομένως σημασία της οποίας είναι εφικτό να προκύψει μόνο μετά από συσχετισμό της με άλλη μαρτυρία.
- Ο μάρτυρας από τον οποίο το Δικαστήριο αποκόμισε τη θετικότερη εντύπωση βάσει του μετρημένου τρόπου αλλά και της σταθερής λογικότητας με την οποία αυτός κατέθεσε αλλά και της άρρηκτης σύνδεσης της μαρτυρίας του με όλη την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, είναι ο Μ. Υ. 1, Χριστάκης Χριστοδούλου. Ο μάρτυρας αυτός ως πολιτικός μηχανικός της εναγομένης κατέβαλε προσπάθειες απευθείας με τον Κωνσταντινίδη όπως επιτευχθεί ένας συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων. Είναι λυπητερό πραγματικά το γεγονός ότι αυτές οι προσπάθειες δεν καρποφόρησαν καθότι ως αποτέλεσμα θα είχε αποφευχθεί μία μακρόχρονη δικαστική διαδικασία αλλά και η ταλαιπωρία των διαδίκων από την αβεβαιότητα ως προς την εξέλιξη της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης και τις συνέπειες αυτής. Ενώ επιπλέον ο συμβιβασμός στον οποίο αυτές θα μπορούσαν να είχαν καταλήξει ιδωμένος αναδρομικά και διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης, θα πρέπει πλέον να θεωρείται από τους ενάγοντες ως η καλύτερη κατάληξη για τους ίδιους σε σχέση με την επίλυση της διαφοράς τους με την εναγόμενη. Η στάση της οποίας όπως αυτή ανακύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 31/5/2005 (τεκμήριο 4 και 24) αναδρομικά ιδωμένη μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμη και ως γενναιόδωρη. Ο συγκεκριμένος συμβιβασμός διαγράφεται εντός αυτής της επιστολής. Ο μάρτυρας αυτός ήταν ο πιο πειστικός και ξεκάθαρος εξηγητής ως προς τα όσα είχαν πράγματι συμβεί σε σχέση τόσο με την ανέγερση της κατοικίας από τον εργολάβο αυτής όσο και τον αναμενόμενο χρόνο ολοκλήρωσης της σε συνάρτηση αρχικά με τη συμφωνημένη ημερομηνία παράδοσης εντός του έτους 2004 και στη συνέχεια σε σχέση με τις επιπρόσθετες εργασίες τις οποίες είχε ζητήσει ο Κωνσταντινίδης και τον επηρεασμό αυτής της ημερομηνίας. Εργασίες στις οποίες αναφέρθηκε με απλότητα και πληρότητα δίχως να διακατέχεται από οποιαδήποτε υπερβολή ή μεροληψία υπέρ οποιουδήποτε των διαδίκων. Πραγματικά παρά και το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός παρουσιάστηκε ως μάρτυρας της εναγομένης θεωρώ ότι η όλη στάση και συμπεριφορά του όπως αυτή αναδεικνυόταν τόσο από το περιεχόμενο όσο και τον τρόπο της προφορικής κατάθεσης του ήταν τέτοια έτσι ώστε να είναι δυνατό να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως ένας ανεξάρτητος και αμερόληπτος μάρτυρας στόχος του οποίου δεν ήταν η εξυπηρέτηση είτε δικών του ανύπαρκτων συμφερόντων είτε αυτών της εναγομένης αλλά η υποβοήθηση του Δικαστηρίου στην επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Εντυπωσιακή πραγματικά επίσης όχι μόνο η λεπτομέρεια την οποία ήταν σε θέση να ανακαλέσει στη μνήμη του αλλά και το πόσο αδιάσπαστη ήταν η συνοχή η οποία υπήρχε στη μαρτυρία του. Προκύπτει με σαφήνεια από τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα ότι οι επιπρόσθετες εργασίες οι οποίες υπολείπονταν να γίνουν ήταν οι επιπρόσθετες εργασίες που είχε ζητήσει ο Κωνσταντινίδης. Σαφής επίσης και η τοποθέτηση του ως προς το ότι η πισίνα δεν συμπεριλαμβανόταν στη συμφωνία ανέγερσης της κατοικίας και ότι στα σχέδια όλων των κατοικιών απλά υπήρχε πρόνοια για πισίνα σε περίπτωση κατά την οποία ένας αγοραστής επιθυμούσε όπως κατασκευάσει πισίνα. Υποδεικνυόταν δηλαδή επί των σχεδίων ο χώρος όπου θα μπορούσε να κατασκευαστεί η πισίνα. Καθόρισε δε ως ημερομηνία συμφωνίας κατασκευής της πισίνας στη κατοικία το Νοέμβριο του 2004 λαμβάνοντας υπόψη και τη συμφωνία με τον υπεργολάβο για τη κατασκευή αυτής (βλ. σχετικά το τεκμήριο 65 ημερομηνίας 11/11/2004) όμως επί αυτού του σημείου το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η μαρτυρία του είναι ασφαλής έχοντας υπόψη το στοιχείο επί του οποίου στηρίχτηκε εφόσον υπάρχουν και ενδείξεις στη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη αναφορικά με το ενδεχόμενο η συμφωνία να προηγήθηκε εντός του μηνός Οκτωβρίου αντί Νοεμβρίου. Σημαντική κρίνεται και η εμφατική θέση αυτού του μάρτυρα αναφορικά με την ανυπαρξία του ιδιόχειρου σημειώματος κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Θέση η οποία βασίζεται επί διάφορων ισχυρισμών των οποίων η επανάληψη δεν κρίνεται αναγκαία. Αρκεί η διαπίστωση ότι αυτοί στο σύνολο τους κρίνονται πειστικοί έτσι ώστε να παρέχουν ασφαλές έρεισμα στη θέση την οποία ο μάρτυρας αυτός προέβαλε αναφορικά με το ιδιόχειρο σημείωμα. Διαπιστώνεται η ύπαρξη ορισμένων αντιφάσεων μεταξύ της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα και του Μ. Ε. 7 Κώστα Ριαλά όμως η πιο άμεση εμπλοκή του Μ. Υ. 1 με την ανέγερση της κατοικίας και τη σύνδεση αυτής είτε με την ολοκλήρωση εργασιών ή παράδοση υλικών απαραίτητων για την διεκπεραίωση της, οδηγεί το Δικαστήριο σε προτίμηση της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα παρά του Ριαλά ως ασφαλή βάση επί της οποίας να καταλήξει στα ευρήματα του. Παραδείγματος χάριν, η αναφορά του μάρτυρα αυτού ότι η πισίνα δεν είχε ολοκληρωθεί μέχρι τέλος Μαρτίου καθότι οι πλάκες Καρύστου ήλθαν εντός του Μάρτη του 2005 συνδέοντας αυτό το ανεξάρτητο από τον Ριαλά γεγονός και με τη τοποθέτηση των κεραμικών στη κουζίνα εντός του ίδιου μήνα διότι τότε τα προμήθευσε ο Ριαλάς και ότι αυτά ήταν επιλογή του Κωνσταντινίδη. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι επισκέφθηκε τον Ριαλά ο οποίος του ανέφερε ότι περίμεναν κάποια κεραμικά από την Ιταλία. Αναφέρθηκε και ο Κάϊζερ σε σχέση με τον Ριαλά σε πλακάκια της κουζίνας και σε δήλωση του Κωνσταντινίδη αναφορικά με αυτά ότι δηλαδή ο ίδιος ο Κωνσταντινίδης όποτε ήθελε τέλειωνε την κουζίνα. Πρόσθεσε επίσης ο Κάϊζερ ότι οτιδήποτε η εναγόμενη είχε ζητήσει το πήρε από τον Ριαλά ενώ ότι απέμεινε ήταν ότι ζήτησε ο Κωνσταντινίδης. Ο μάρτυρας αυτός ενήργησε ακόμη και ως διαπραγματευτής με την εταιρεία Riviera για τη τιμή της πισίνας. Διατηρείται επίσης υπόψη η ιδιότητα αυτού του μάρτυρα ως πολιτικός μηχανικός και ο ρόλος του ως ο επιβλέπων μηχανικός των τεσσάρων μονάδων των οποίων η κατοικία αποτελούσε μέρος. Η ιδιότητα αυτή και η κατ΄ επέκταση εμπειρογνωμοσύνη του, διατηρώντας υπόψη τη πείρα του μάρτυρα και το δεδομένο των προσόντων του, δεν αμφισβητήθηκε αλλά ούτε και διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου να μην γίνει δεκτός ο μάρτυρας αυτός ως εμπειρογνώμονας και μάλιστα ως ένας αντικειμενικός εμπειρογνώμονας ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι ουσιαστικά η εναγόμενη ήταν εργοδότρια του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Προκύπτει επίσης με σαφήνεια από αυτό το μάρτυρα ένα σημαντικό σημείο το οποίο το Δικαστήριο δεν έχει οποιοδήποτε λόγο να απορρίψει ως αναξιόπιστο. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι ο Κωνσταντινίδης του είχε πει ότι είχε δανείσει σε κάποιο πληρεξούσιο αντιπρόσωπο ενός εκ των 4 διευθυντών της εναγομένης (βεβαίως είναι οι μέτοχοι οι οποίοι ήταν 4 και όχι οι διευθυντές) ένα ποσό £20.000,00 προ της υπογραφής της συμφωνίας και ότι η εισήγηση να ληφθεί υπόψη αυτό το ποσό από την εναγόμενη προς επίτευξη συμβιβασμού ήταν ιδέα δική του την οποία μετέφερε προς την εναγόμενη και η οποία την αποδέχτηκε. Η προτροπή του συγκεκριμένα ήταν όπως ληφθεί υπόψη αυτό το ποσό και όπως ο «διευθυντής» αυτός σε κατοπινό στάδιο το καταβάλει προς την εναγόμενη. Πολύ λογικά ανέφερε ο μάρτυρας αυτός ότι κανένας δεν δίνει £20.000,00 σε κάποιο χωρίς να λάβει απόδειξη και μάλιστα για να αγοράσει μία κατοικία. Πραγματικά ακόμη και το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός περιέγραψε λανθασμένα την ιδιότητα του Τηλεμάχου, δηλαδή ως διευθυντή (ή ουσιαστικά πληρεξούσιος αντιπρόσωπος διευθυντή) αντί μετόχου, αναδεικνύει την έλλειψη οποιασδήποτε επιτηδευμένης σκοπιμότητας εκ μέρους του προς υποστήριξη της εκδοχής της εναγομένης. Τονίζω και πάλι τη θετικότατη εικόνα την οποία το Δικαστήριο αποκόμισε ως προς την αξιοπιστία αυτού του μάρτυρα. Αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία προέκυψε από τη προφορική κατάθεση αυτού του μάρτυρα και τη θετική αξιολόγηση της υπάρχουν και άλλες αναφορές εντός αυτής της απόφασης (βλ. ιδιαίτερα τις παραγράφους 94 και 96 αυτής της απόφασης).
- Αναφορικά με τον Μ. Υ. 2, δηλαδή τον Κάϊζερ παρατηρώ ότι ιδιαίτερη σημασία αναφορικά με την αξιολόγηση του ως μάρτυρας έχει το περιεχόμενο της προφορικής κατάθεσης του σε συνάρτηση με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε σε αυτή την αγωγή. Κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός γενικά είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αν και επί ορισμένων σημείων, καθοδηγούμενος ενδεχομένως ο μάρτυρας αυτός και από τον τρόπο με τον οποίο η εναγόμενη επέλεξε εντός του πλαισίου της ακροαματικής διαδικασίας να προωθήσει την εκδοχή της δια μέσω του δικογράφου της, η μαρτυρία του δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως αξιόπιστη. Οι περιπτώσεις αυτές καταγράφονται συγκεκριμένα εντός της γενικότερης αξιολόγησης της εκδοχής της εναγομένης ενώ προς ευκολότερο προσδιορισμό τους αναφέρονται σχετικά τα σημεία σε σχέση με τα οποία ο Κωνσταντινίδης σε αντίθεση με τον Κάϊζερ κρίνεται αξιόπιστος ή σε σχέση με τα οποία ο ίδιος ο Κάϊζερ δεν είναι δυνατό να κριθεί αξιόπιστος εξαιτίας της αναντιστοιχίας των ισχυρισμών του με το δικόγραφο της εναγομένης. Διευκρινίζεται επίσης ότι απέτυχε πραγματικά ο μάρτυρας αυτός να πείσει το Δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα των ισχυρισμών του αναφορικά με το ύψος του κόστους των επιπρόσθετων εργασιών. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αυτού του μάρτυρα προκύπτει, όπως και στη περίπτωση του Κωνσταντινίδη, με σαφήνεια από τη γενικότερη αξιολόγηση εντός αυτής της απόφασης της εκδοχής της εναγομένης ως διαδίκου. Προσθέτω απλά σε σχέση με την προφορική κατάθεση του ότι εν τέλει, αναδρομικά ιδωμένη, η αντεξέταση του ήταν γενικά αναποτελεσματική ως προς το να είχε πετύχει με καθοριστικό τρόπο την υπονόμευση της αξιοπιστίας του επί οποιουδήποτε σημαντικού σημείου, είτε με αναφορά στο περιεχόμενο αυτής της προφορικής κατάθεσης είτε σε σχέση με το πραγματικά πηγαίο τρόπο με τον οποίο ο μάρτυρας αυτός κατέθετε. Αντιθέτως αυτό το οποίο εξασφαλίστηκε με την αντεξέταση αυτού του μάρτυρα ήταν η παροχή ευχέρειας σε αυτόν να προσφέρει απαντήσεις οι οποίες να ενδυνάμωναν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία τόσο του ιδίου όσο και των ισχυρισμών του. Μοναδική εξαίρεση αυτής της γενικής διαπίστωσης του Δικαστηρίου ως προς την αποτελεσματικότητα της αντεξέτασης αυτού του μάρτυρα, αποτελεί το μέρος της αντεξέτασης του αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό συνάντηση για παράταση της παράδοσης της κατοικίας (παράγραφος 41 της γραπτής δήλωσης του). Σε σχέση με αυτή τη συνάντηση ο μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος όμως το θέμα αυτό εξετάζεται σε ξεχωριστή ενότητα αυτής της απόφασης (βλ. σχετικά τις παραγράφους 117 έως και 134 αυτής της απόφασης).
- Η μαρτυρία η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του Μ. Υ. 3, Κώστα Χριστοδούλου, είχε σχέση με τις σιδηρουργικές εργασίες τις οποίες η εταιρεία του εκτέλεσε σε σχέση με την κατοικία ιδιαίτερα δε ως προς τα αλουμίνια τα οποία τοποθετήθηκαν εντός αυτής. Πραγματικά δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος βάσει είτε της ζωντανής εντύπωσης αυτού του μάρτυρα είτε του περιεχομένου της μαρτυρίας του έτσι ώστε αυτός να κριθεί οτιδήποτε άλλο παρά αξιόπιστος. Σαφώς προκύπτει από τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα διαφορετικής χρέωσης κατόπιν της επιλογής των εναγόντων διαφορετικού χρώματος των αλουμινίων της κατοικίας. Χρέωση η οποία αναμφίβολα δεν θα μπορούσε να συμπεριλαμβανόταν στην αρχική τιμή αγοράς της κατοικίας δίχως παράλληλα να υπήρχε κάποια μνεία αυτής της διαφοροποίησης στη συμφωνία. Εξήγησε ότι τα τεκμήρια 68 και 85 αν και φέρουν τίτλο «Δελτίο Προσφοράς» εντούτοις χρησιμοποιήθηκαν ως δελτία ποσοτήτων αφού είχαν αποπερατωθεί οι εργασίες της εταιρείας του έτσι ώστε να υπολογιστεί το ποσό το οποίο η εναγόμενη όφειλε προς την εταιρεία του. Διευκρίνισε με σαφήνεια τη σημασία της αρχικής προσφοράς για το κάθε σπίτι (τεκμήριο 67) και τη διαφοροποίηση η οποία προέκυψε αναφορικά με τη χρέωση για την επίδικη κατοικία. Η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα περιοριζόταν στη σχέση της δικής του εταιρείας και της εναγομένης καθώς ο ίδιος δήλωσε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε αναφορικά με οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του Κωνσταντινίδη και της εναγομένης. Κανένας λόγος δεν προκύπτει από τη μαρτυρία στο σύνολο της έτσι ώστε να οδηγείται το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι ευσταθεί η υποβολή η οποία έγινε στον Κώστα Χριστοδούλου κατά την αντεξέταση του ως προς το ότι τα τεκμήρια 67, 68, 85 και 86 είναι κατασκευασμένα. Καθόλου πραγματικά δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία αυτού του μάρτυρα από την αντεξέταση του. Αντιθέτως αναβαθμίστηκε η ειλικρινή διάθεση του μάρτυρα από τις απαντήσεις τις οποίες έδωσε κατά τη διάρκεια αυτής.
- Αναφορικά με τον Μ. Υ. 4, Γιώργο Γρηγορίου, διαπιστώνεται ότι η φύση της μαρτυρίας του είναι τυπική δίχως παράλληλα να προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου αυτή να μην κριθεί αξιόπιστη. Προκύπτει από την προφορική κατάθεση του η ημερομηνία κατά την οποία ο Κωνσταντινίδης έδωσε γραπτές οδηγίες να ανακληθεί η πληρωμή της επιταγής των £30.000,00 (τεκμήριο 22). Δηλαδή, στις 15/12/
- Επιπλέον βάσει αυτής της μαρτυρίας δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό μεταξύ αυτής της ημερομηνίας και 31/12/
- Πρόσθεσε δε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός είχε όριο παρατραβήγματος.
- Αναφορικά με τον Μ. Υ. 5 δηλαδή τον Γιώργο Ιωάννου ελάχιστης σημασίας διαπιστώνεται να έχει η μαρτυρία του ενώ παράλληλα δεν ανακύπτει οποιοδήποτε στοιχείο από αυτή σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία έτσι ώστε αυτός να μην κριθεί αξιόπιστος.
- Αναφορικά με τον Μ. Υ. 6 δηλαδή τον Γιάννη Ιωάννου, διαπιστώνεται ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε με επιμέλεια και σαφήνεια τα όσα γνώριζε σε σχέση με τις εργασίες τις οποίες εκτέλεσε η εταιρεία του για την εναγόμενη ενώ αναφέρθηκε επίσης σε επιπρόσθετες εργασίες σε σχέση με τη κατοικία.
- Αναφορικά με τον Μ. Υ. 7 δηλαδή τον Χριστάκη Κωνσταντίνου, παρά και τη συνοδεία διαφόρων τεκμηρίων σε σχέση με τα όσα κατέθετε, ο μάρτυρας αυτός δεν διαφώτισε ιδιαίτερα το Δικαστήριο αναφορικά με την οποιαδήποτε σημασία της μαρτυρίας του σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Διαπιστώνεται μία αβεβαιότητα στα όσα κατέθετε ο μάρτυρας αυτός δίχως όμως αυτό να έχει σχέση με το κατά πόσο ο ίδιος ήταν ειλικρινής. Βεβαίως τα όσα τεκμήρια έχουν σχέση με τη δική του συμμετοχή στις ξυλουργικές εργασίες της κατοικίας σε συνδυασμό με τα όσα ανέφερε κρίνονται επαρκή στο βαθμό στον οποίο αυτά είναι δυνατό να συνδεθούν με άλλη επίσης αξιόπιστη μαρτυρία.
- Αναφορικά με τον Μ. Υ. 8 δηλαδή τον Θεόδωρο Χριστοδουλίδη, αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι η φύση της μαρτυρίας του ήταν απλά τυπική και επεξηγηματική των όσων τεκμηρίων κατέθεσε σε σχέση με τη λειτουργία των λογαριασμών της εναγομένης στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία όπου ο ίδιος ήταν γραμματέας. Προσφέρθηκε αποτελεσματικά αυτή η αξιόπιστη μαρτυρία και προς ενίσχυση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του Μ. Υ. 3, Κώστα Χριστοδούλου. Διευκρίνισε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με τον τρεχούμενο λογαριασμό της εναγομένης προσθέτοντας ότι ουδέποτε είχε επιστραφεί οποιαδήποτε επιταγή της.
- Αναφορικά με τον Μ. Υ. 9 δηλαδή την Μαρία Χριστοδούλου διαπιστώνεται ότι και αυτής η μαρτυρία της ήταν απλά τυπική και επεξηγηματική ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων της σε σχέση με το δάνειο της εναγομένης στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία όπου αυτή εργαζόταν. Αν και η μάρτυρας αυτή κρίνεται αξιόπιστη εντούτοις δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αρκετές ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν σε αυτή κατά την αντεξέταση της. Τουλάχιστον όμως ήταν ειλικρινής ως προς την αδυναμία της να απαντήσει οποιεσδήποτε ερωτήσεις εκτός του πεδίου της δικής της γνώσης ενώ απαντούσε άμεσα και ευθέως όταν ήταν σε θέση να απαντήσει.
- Αναφορικά με τον Μ. Υ. 10 δηλαδή τον Ρένο Ππίτρο, κατ΄ αρχάς διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο αποδέχεται την ειδικότητα του ως εκτιμητής ακινήτων διατηρώντας υπόψη τα όσα ανέφερε σε σχέση με τα προσόντα και μακρόχρονη πείρα του. Έδωσε και αυτός ο μάρτυρας τη γνώμη του εντός των δύο εκθέσεων εκτίμησης τις οποίες ετοίμασε προσθέτοντας και προφορικά διάφορες διευκρινίσεις. Θεωρώ εντός του πλαισίου των επίδικων θεμάτων ότι η μαρτυρία αυτή δεν χρήζει ιδιαίτερης αξιολόγησης προς επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Ούτε και κρίνεται αναγκαία η σύγκριση αυτής με τη μαρτυρία την οποία έδωσε ο Μ. Ε. 4, Νικόλας Γερμανός. Αυτό το οποίο παρατηρείται όμως είναι ότι παρά και τη παρουσίαση αυτού του μάρτυρα από την εναγόμενη η ίδια η μαρτυρία του αντιμάχεται τα όσα η εναγόμενη ισχυρίζεται σχετικά στη παράγραφο 55 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της. Ή ακόμη και την υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγομένης προς τον Κωνσταντινίδη ότι η αξία της κατοικίας μεταξύ 5/8/2004 και 25/11/2005 δεν ξεπερνούσε το ποσό των £155.000,
- Υπενθυμίζω και πάλι ότι σε μεγάλο βαθμό η αξιολόγηση ακόμη και σε ατομικό επίπεδο τόσο του Κωνσταντινίδη όσο και του Κάϊζερ προκύπτει επίσης από τη γενικότερη αξιολόγηση της εκδοχής των εναγόντων και της εναγομένης ως διαδίκων σε αυτή την αγωγή. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ
- Ο ρόλος του Νίκου Τηλεμάχου προκύπτει μέσα από τις αναφορές των βασικών μαρτύρων των διαδίκων. 32.
- Ο Κωνσταντινίδης ανέφερε ότι ο Τηλεμάχου τους παρουσιάστηκε ως αντιπρόσωπος της εναγομένης και ότι ο γιος του ήταν μέτοχος της αλλά παράλληλα ήταν φοιτητής στο εξωτερικό προσθέτοντας ότι ανέκαθεν ο Τηλεμάχου ενεργούσε ως «ο άνθρωπος της Εναγομένης εταιρείας» (παράγραφος 6 της γραπτής δήλωσης του). 32.
- Βεβαίως ακόμη και ο Κάϊζερ αποδέχτηκε ότι οι ενάγοντες παρουσιάστηκαν στην εναγόμενη ως ενδιαφερόμενοι να αγοράσουν τη κατοικία δια μέσω του Τηλεμάχου (παράγραφος 6 της γραπτής δήλωσης του) τον οποίο περιέγραψε ως πατέρα και πληρεξούσιο αντιπρόσωπο ενός εκ των μετόχων της εναγομένης. Απέρριψε όμως πειστικά τον οποιοδήποτε ισχυρισμό ως προς το ότι η εναγόμενη αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος από τις πληρωμές τις οποίες οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έγιναν προς τον Τηλεμάχου. 32.
- Πραγματικά το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιοδήποτε λόγο με βάση τον οποίο να μην κρίνει ως αξιόπιστο τον Κάϊζερ επί του συγκεκριμένου θέματος. Αντιθέτως, όπως αναδεικνύεται από το σύνολο της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε, η εναγόμενη όντως δεν αποκόμισε όφελος από το οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ενδεχομένως οι ενάγοντες να είχαν πληρώσει προς τον Τηλεμάχου. Όφειλαν δε οι ίδιοι οι ενάγοντες υπό τις περιστάσεις να ήταν περισσότερο προσεχτικοί και να τηρούσαν την οποιαδήποτε προσφερόμενη διαδικασία αναφορικά με τη πληρωμή του οποιουδήποτε ποσού έναντι του τιμήματος αγοράς της κατοικίας και να μην βασίζονταν σε οποιεσδήποτε υποσχέσεις του Τηλεμάχου εάν όντως αυτή ήταν η πραγματικότητα. 32.
- Επιπλέον, ανεξάρτητα και από τη προγενέστερη διάθεση της εναγομένης, σε μία προσπάθεια διευθέτησης της όλης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, όπως συνυπολογίσει το σύνολο των δύο κατ΄ ισχυρισμό πληρωμών έναντι της οφειλής των εναγόντων προς αυτήν (βλ. σχετικά το τεκμήριο 15, δηλαδή την επιστολή της εναγομένης ημερομηνίας 28/7/2005) εντούτοις δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο, χωρίς πειστική μαρτυρία, να επιφορτίσει την εναγόμενη με το όφελος μίας συνολικής πληρωμής από τους ενάγοντες της τάξης του ποσού των £20.000,
- 32.
- Το ποσό των £20.000,00 αποτελεί ποσοστό περίπου 13% του συνολικού αρχικού τιμήματος αγοράς της κατοικίας για το ποσό των £155.000,
- Δεν πείθει πραγματικά η εκδοχή των εναγόντων ότι θα πλήρωναν ένα ποσό ύψους £10.000,00 προ της υπογραφής της συμφωνίας, ότι ακολούθως θα προέβαιναν σε δάνειο ύψους £80.000,00 για την αγορά της κατοικίας και πως στη συνέχεια δεν θα ζητούσαν να ληφθεί υπόψη και αυτό το ποσό έναντι του συμφωνημένου ποσού αγοράς και συγκεκριμένα με καταγραφή του εντός του γραπτού κειμένου της συμφωνίας. Το μέρος αυτό της εκδοχής των εναγόντων είναι εκτός κάθε κοινής λογικής έτσι ώστε εντός του πλαισίου της όσης μαρτυρίας το Δικαστήριο αποδέχεται ως αξιόπιστη να κριθεί και αυτό ως αξιόπιστο. 32.
- Ή ότι, στη συνέχεια, παρά και τη παράλειψη αυτής της καταγραφής σε συνδυασμό και με τη θέση του Κωνσταντινίδη ότι από τα μέσα του Δεκέμβρη υποψιαζόταν ότι η εναγόμενη δεν θα ήταν σε θέση να παραδώσει την κατοικία στη συμφωνημένη ημερομηνία παράδοσης, εντούτοις ο ίδιος θα πλήρωνε και πάλι το ποσό των £10.000,00 δίχως να είχε επιδιώξει παράλληλα τη γραπτή αναγνώριση αυτής της δεύτερης πληρωμής ευθέως από την εναγόμενη και όχι από τον Τηλεμάχου. 32.
- Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη την καθιερωμένη πλέον τακτική έκδοσης αποδείξεων από τον Κάϊζερ ως διευθυντή της εναγομένης. Ανεξάρτητα και από την ομολογουμένως πρόχειρη και εξ ολοκλήρου χειρόγραφη μορφή αυτών των αποδείξεων. Τουλάχιστον οι αποδείξεις αυτές όμως έφεραν και τη σφραγίδα της εναγομένης εταιρείας την οποία όπως διαφαίνεται από τη μαρτυρία στο σύνολο της κατείχε και χρησιμοποιούσε μόνο ο Κάϊζερ. 32.
- Επιπλέον, ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι επί του θέματος της συγκεκριμένης συνάντησης κρίνεται αναξιόπιστος, ο Κάϊζερ αποδέχεται σε κάποιο βαθμό τον οποιοδήποτε ρόλο θα ήταν δυνατό να αποδοθεί από το Δικαστήριο στον Τηλεμάχου καθώς αναφέρεται στη παρουσία του στη συνάντηση προς επίτευξη προφορικής συμφωνίας σε σχέση με τη καθυστέρηση στη παράδοση της κατοικίας (παράγραφος 41 της γραπτής δήλωσης του). Βεβαίως όπως αναληθώς ανέφερε ο Κάϊζερ ο Τηλεμάχου δεν ήταν το μόνο άτομο παρών ενώ υπάρχει αναφορά και σε άλλους παρευρισκόμενους. 32.
- Σημασία όμως έχει το δεδομένο ότι η εναγόμενη δεν απορρίπτει με απόλυτο τρόπο την οποιαδήποτε συμμετοχή του Τηλεμάχου στα επιχειρηματικά δρώμενα της εναγομένης τονίζοντας ταυτόχρονα όμως τον περιορισμένο του ρόλο. Βεβαίως δικαιολογημένα υποβλήθηκε στον Κάϊζερ ότι τέτοια συνεδρίαση για παράταση της παράδοσης της κατοικίας δεν συνέβη, παράλληλα απορρίπτοντας και την οποιαδήποτε αποδοχή της παρουσίας του Τηλεμάχου από την εναγόμενη χωρίς αυτό όμως να διαφοροποιεί το κατ΄ ισχυρισμό γεγονός αυτής της αποδοχής εκ μέρους του Κάϊζερ. 32.
- Σημασία κυρίως έχει το δεδομένο ότι ο Κάϊζερ δεν απέρριψε με απόλυτο τρόπο την οποιαδήποτε συμμετοχή του Τηλεμάχου στην εναγόμενη εταιρεία. Παραδείγματος χάριν, ευθέως παραδέχτηκε ότι ο Τηλεμάχου ήταν το άτομο μέσω του οποίου οι εναγόμενοι παρουσιάστηκαν ως ενδιαφερόμενοι να αγοράσουν την κατοικία ενώ αναφέρθηκε και στην ιδιότητα του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος ενός εκ των 4 μετόχων της εναγομένης, δηλαδή του Ανδρέα Τηλεμάχου.
- Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ή ακόμη και αμφισβήτηση ουσιαστικά από τους ίδιους τους διάδικους, ότι όντως ο Τηλεμάχου διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στην όλη εξέλιξη τόσο της σχέσης όσο και στη συνέχεια της διαφοράς μεταξύ τους και τις προσπάθειες επίτευξης ενός συμβιβασμού. Η διάσταση μεταξύ των θέσεων των διαδίκων αφορά την έκταση και φύση του ρόλου του Τηλεμάχου.
- Ανεξάρτητα βεβαίως από αυτή τη διάσταση υπήρχαν δικονομικές επιλογές στη διάθεση των διαδίκων τις οποίες όμως επέλεξαν όπως μη ενεργοποιήσουν. Ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο αφέθηκε εν τέλει να έχει στη διάθεση του μόνο τη μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε από άλλα άτομα αναφορικά με τις οποιεσδήποτε ενέργειες ή δηλώσεις του Τηλεμάχου δίχως σε οποιοδήποτε στάδιο να έχει ακουστεί η θέση του ίδιου του Τηλεμάχου ως ενός προσώπου εμπλεκομένου στην όλη διαδικασία. Έτσι ώστε να παρεχόταν ενδεχομένως και η δυνατότητα αξιολόγησης της αξιοπιστίας του ως μάρτυρας προς εξέταση του βαθμού εμπλοκής του, εάν όντως αυτός υπήρχε, σε σχέση με την οποιαδήποτε χρηματική συναλλαγή.
- Διευκρινίζω ότι οι δικονομικές επιλογές στη διάθεση των διαδίκων θα ήταν αυτή της ενεργοποίησης της δικονομικής δυνατότητας συνένωσης του συγκεκριμένου ατόμου είτε από τους ενάγοντες ως συνεναγόμενου είτε ως τριτοδιαδίκου από την εναγόμενη. Επιπλέον, όμως, όπως αναφέρεται πιο πάνω, υπήρχε και η απλούστερη επιλογή τόσο των εναγόντων όσο και της εναγομένης να κληθεί το συγκεκριμένο άτομο να καταθέσει ως μάρτυρας.
- Ενδεχομένως η επιλογή να μην είχε κλητευθεί το συγκεκριμένο άτομο ως μάρτυρας να ήταν περισσότερο θέμα αποφυγής παρά επιλογής. Οποιαδήποτε και να ήταν η πραγματική εμπλοκή του Τηλεμάχου στην όλη σχέση μεταξύ των διαδίκων ίσως αυτοί να έκριναν ότι δεν θα μπορούσαν να βασιστούν στη μαρτυρία του ή στην αξιοπιστία αυτής. Σημασία βεβαίως έχει το απλό δεδομένο της μη παρουσίασης της μαρτυρίας αυτού του ατόμου.
- Διευκρινίζω απλά ότι σε σχέση με το ρόλο του Τηλεμάχου αναφορικά με την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού εκ μέρους της εναγομένης το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί των μαρτύρων της εναγομένης, δηλαδή του Κάϊζερ και του Μ. Υ. 1, Χριστάκη Χριστοδούλου, επί αυτού του θέματος είναι αξιόπιστοι ενώ παράλληλα οι ισχυρισμοί του Κωνσταντινίδη απορρίπτονται ως αναξιόπιστοι. Η κατάληξη αυτή ασφαλώς έχει ως βάση το σύνολο της μαρτυρίας η οποία όντως τέθηκε στη διάθεση του Δικαστηρίου ως επίσης και την απουσία γενικότερα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου προσώπου είτε ως διαδίκου είτε ως απλού μάρτυρα. ΤΟ ΙΔΙΟΧΕΙΡΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
- Θεμελιώδης ισχυρισμός του Κωνσταντινίδη επί του οποίου αναπόφευκτα επηρεάζεται γενικότερα και η κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία του ιδίου ως μάρτυρας αλλά και γενικότερα της εκδοχής των εναγόντων είναι ο εξής. Ότι κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας ημερομηνίας 5/8/2004 επισυναπτόταν επί αυτής ένα ιδιόχειρο σημείωμα. Εντός του οποίου αναγράφονταν οι απαιτήσεις των εναγόντων για τις «προσθήκες» που θα περιλάμβανε η κατοικία στη τιμή που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους και της εναγομένης (παράγραφος 9 της γραπτής δήλωσης του Κωνσταντινίδη). Ισχυρίστηκε επίσης ο Κωνσταντινίδης ότι ειδικότερα στη τιμή αγοράς «.και επιπρόσθετα από τα διαλαμβανόμενα πάνω στο συμβόλαιο αγοράς.» εκ συμφώνου «περιεχόντουσαν» και οι επιπλέον εργασίες και υλικά που καθορίστηκαν στο ιδιόγραφο σημείωμα (παράγραφος 11 της γραπτής του δήλωσης). Μεταξύ αυτών βεβαίως είναι και η αναφορά να κατασκευαστεί πισίνα (αυτολεξεί «Να γίνει πισίνα»).
- Είναι ο ίδιος ο Κωνσταντινίδης ως μάρτυρας ο οποίος εξ αρχής επέλεξε να αναδείξει το στοιχείο του ιδιόχειρου σημειώματος ως ένα αναπότρεπτο θεμέλιο της όλης εκδοχής των εναγόντων και επί του οποίου στη συνέχεια επεδίωξε να οικοδομήσει στο σύνολο της και την αξιοπιστία του ως μάρτυρας. Συνεπώς εάν στη συνέχεια δεν κατόρθωνε να πείσει το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη κατά την υπογραφή της συμφωνίας αυτού του ιδιόχειρου σημειώματος ο ίδιος πλέον θα δημιουργούσε ένα καταλυτικό κίνδυνο εκθεμελίωσης της αξιοπιστίας τόσο του ιδίου όσο και της όλης εκδοχής των εναγόντων. Μία εκδοχή σύμφωνα με βασικά μέρη της οποίας όχι μόνο δεν υπήρχαν επιπρόσθετες εργασίες οι οποίες είχαν συμφωνηθεί μετά από την υπογραφή της συμφωνίας αλλά και βάσει της οποίας η πισίνα αποτελούσε ένα μέρος του συνόλου του αρχικά συμφωνημένου ανταλλάγματος για το τίμημα αγοράς της κατοικίας. Ο κίνδυνος τον οποίο οι ενάγοντες αναλάμβαναν με τη προώθηση αυτού του τόσο βασικού ισχυρισμού ήταν με την πιθανή απόρριψη αυτού ως αναξιόπιστου να κατάρρεε ως αποτέλεσμα μαζί και ολόκληρο το οικοδόμημα της εκδοχής τους.
- Λογικά προκύπτουν διάφορα ερωτήματα. Πραγματικά ποιος θα ήταν ο λόγος να μην είχαν συμπεριληφθεί οι επιπρόσθετες εργασίες στην ίδια τη γραπτή συμφωνία; Ή, να καθίστατο σαφές ότι και η πισίνα αποτελούσε μέρος του ανταλλάγματος; Όπως βεβαίως - με βάση την ίδια λογική - ποιος πραγματικά ήταν ο λόγος να μην είχε συμπεριληφθεί εντός της συμφωνίας και το ποσό των £10.000,00 το οποίο είχε κατ΄ ισχυρισμό πληρωθεί προς την εναγόμενη;
- Ο ίδιος ο Κωνσταντινίδης με τους όσους ισχυρισμούς προβάλλει δημιουργεί διάφορα ερωτήματα στα οποία δεν είναι δυνατό, διατηρώντας υπόψη την υπόλοιπη μαρτυρία στο σύνολο της, να δοθούν απαντήσεις οι οποίες εν τέλει να υποστηρίζουν την αξιοπιστία της εκδοχής των εναγόντων. Μάλιστα ούτε καν προέβαλε μία εκδοχή σύμφωνα με την οποία τα όσα εμπεριέχονταν εντός του ιδιόχειρου σημειώματος αποτελούσαν σημεία τα οποία προέκυψαν με τέτοιο έκτακτο τρόπο και λίγο χρόνο προ της υπογραφής της συμφωνίας έτσι ώστε να μην παρεχόταν προηγουμένως η χρονική ή άλλη ευχέρεια αυτά να είχαν ήδη συμπεριληφθεί εντός του κειμένου της συμφωνίας.
- Δεν προτάθηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου βάσει του οποίου η όλη υπογραφή της συμφωνίας να επηρεαζόταν από οποιαδήποτε πίεση χρόνου. Παραδείγματος χάριν, η οποιαδήποτε σύνδεση με το δάνειο το οποίο ήδη εν πάση περιπτώσει είχε εγκριθεί στις 26/7/2004 (βλ. σχετικά το τεκμήριο 8). Κυρίως όμως δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ως προς την οποιαδήποτε έλλειψη δυνατότητας συμπερίληψης όλων των κατ΄ ισχυρισμό συμφωνημένων μεταξύ των διαδίκων εντός του κειμένου της συμφωνίας προτού αυτή υπογραφεί και η αναγκαιότητα αυτά να είχαν καταγραφεί επί του ιδιόχειρου σημειώματος.
- Επίσης παρατηρείται ότι η προχειρότητα του περιεχομένου του ιδιόχειρου σημειώματος καθόλου δεν συνάδει με την ύπαρξη μίας δακτυλογραφημένης συμφωνίας με επαρκώς διατυπωμένους επί αυτής όρους, η οποία μάλιστα υπογράφηκε στο γραφείο της δικηγόρου της εναγομένης, δίχως παράλληλα να προβάλλονται ισχυρισμοί ως προς την ύπαρξη λόγων με βάση τους οποίους θα μπορούσε να πεισθεί το Δικαστήριο ότι δεν παρεχόταν χρονικά η δυνατότητα ανάλογης αναβολής της υπογραφής μέχρι την ετοιμασία μίας διαφοροποιημένης συμφωνίας ανάλογα και με τις προθέσεις των συμβαλλομένων. Όση αναβολή θα ήταν αναγκαία δηλαδή προς επίτευξη αυτού του σκοπού. Είτε αυτή ήταν ολιγόλεπτη, ολιγόωρη ή έστω ακόμη και για ορισμένες ημέρες. Ποίος ο λόγος πραγματικά για μία τέτοια προχειρότητα σε αυτό το στάδιο της γραπτής ίδρυσης της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων; Όσο και εάν στη συνέχεια δυστυχώς το κύριο χαρακτηριστικό στην εφαρμογή αυτής της συμβατικής σχέσης ήταν όντως η προχειρότητα ως επίσης και κατ΄ επέκταση η προφορικότητα με την οποία οι διάδικοι δια μέσω του Κωνσταντινίδη και του Κάϊζερ καθόριζαν τη λειτουργία αυτής της σχέσης.
- Αξίζει να σημειωθεί και το εξής ισχυρά αντιφατικό δεδομένο αναφορικά με τη θέση η οποία προωθήθηκε από τους ενάγοντες σε σχέση με τη συμπερίληψη εντός της συμφωνίας ως αντάλλαγμα των όσων σχετικά αναφέρονται επί του ιδιόχειρου σημειώματος. Ιδιαίτερα δε σε σχέση με τη πισίνα. Οι ίδιοι οι ενάγοντες περιγράφουν το περιεχόμενο του ιδιόχειρου σημειώματος ως οι «.δικές μας απαιτήσεις για προσθήκες που θα περιλάμβανε η κατοικία στη τιμή που συμφωνήσαμε[1].» και ότι ειδικότερα στη τιμή αγοράς και ως «.επιπρόσθετα από τα διαλαμβανόμενα πάνω στο συμβόλαιο αγοράς[2].». Εντούτοις παράλληλα προώθησαν την εξής αντιφατική θέση. Ότι δηλαδή, βασιζόμενοι στον όρο 4 της συμφωνίας, εφόσον η κατοικία θα ανεγειρόταν σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια που επισυνάπτονται επί του εγγράφου και διατηρώντας υπόψη ότι η πισίνα αποτελούσε μέρος αυτών των σχεδίων, τότε τόσο η πισίνα όσο και το κόστος αυτής συμπεριλαμβανόταν εντός της συμφωνίας αλλά και μέσα στο συμφωνημένο τίμημα αγοράς των £155.000,
- Ανεξάρτητα όμως και από την ύπαρξη αυτής της εμφανής αντιφατικότητας, διαπιστώνεται επίσης, κατά τη προβολή των θέσεων γενικότερα των εναγόντων, η ύπαρξη άλλων στοιχείων επί των οποίων το Δικαστήριο δύναται να βασιστεί έτσι ώστε εν τέλει να απορρίψει το βασικό αυτό ισχυρισμό ως προς την ύπαρξη του ιδιόχειρου σημειώματος όχι απλά ως αναξιόπιστο αλλά ως ένα θεμελιακά αναξιόπιστο μέρος της όλης εκδοχής των εναγόντων.
- Κατ΄ αρχάς δεν είναι πραγματικά δυνατό να αγνοηθεί η σημασία του εξής απλού δεδομένου. Όπως αυτό παρατηρείται και πιο πάνω προσθέτοντας όμως λεπτομέρειες επί αυτού. Παρά και το αμοιβαία αποδεκτό γεγονός ότι η συμφωνία υπογράφηκε στο γραφείο της δικηγόρου της εναγομένης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτή είναι δακτυλογραφημένη καλείται το Δικαστήριο να δεχτεί ως αξιόπιστο τον ισχυρισμό ότι επί αυτής της συμφωνίας επισυνάφθηκε ένα πρόχειρο ιδιόχειρο σημείωμα. Πραγματικά ποιος θα ήταν ο λόγος να μην διαμορφωθεί ανάλογα η ήδη εκτυπωμένη, δακτυλογραφημένη συμφωνία και προφανώς αποθηκευμένη ως αρχείο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου της δικηγόρου της εναγομένης; Ή, ακόμη και να ετοιμαζόταν ένα επιπρόσθετο και επίσης δακτυλογραφημένο έγγραφο εντός του οποίου να συμπεριλαμβάνονταν οι οποιεσδήποτε επιπρόσθετες εργασίες (ή υλικά) και αναφορικά με τις οποίες δεν θα υπήρχε η οποιαδήποτε επιπρόσθετη χρέωση για τους ενάγοντες; Η προχειρότητα ενός χειρόγραφου σημειώματος επισυνημμένου επί ενός δακτυλογραφημένου εγγράφου και το οποίο αποτελεί αναπαραγωγή ή εκτύπωση του από ένα ηλεκτρονικό αρχείο πραγματικά δεν μπορεί παρά να προσθέτει στην όλη εικόνα αναξιοπιστίας της εκδοχής των εναγόντων. Βαρυσήμαντη δε η ανυπαρξία προβολής οποιουδήποτε ισχυρισμού του Κωνσταντινίδη ως προς την αδυναμία δακτυλογράφησης επιπρόσθετου κειμένου κατά την υπογραφή της συμφωνίας είτε λόγω έλλειψης χρόνου είτε λόγω της απουσίας της δυνατότητας αυτή να είχε πραγματοποιηθεί από κάποιο άτομο παρών κατά τη συνάντηση αυτή.
- Δύο άλλα σημεία τα οποία συντείνουν έστω και ελάχιστο στην όλη εικόνα αναξιοπιστίας αναφορικά με τη κατ΄ ισχυρισμό ταυτόχρονη υπογραφή του ιδιόχειρου σημειώματος με την υπογραφή της συμφωνίας είναι και τα εξής. 47.
- Το πρώτο έχει να κάνει όχι μόνο με την εμφάνιση γενικότερα του ιδιόχειρου σημειώματος αλλά και την ίδια τη φύση ή σύσταση του ως ένα φύλλο χαρτιού. Κατ΄ αρχάς, το γεγονός ότι παρά και την υπογραφή και στις δύο περιπτώσεις με μαύρο μελάνι είναι εμφανές ότι το μελάνι επί της συμφωνίας είναι πιο έντονο παρά στο ιδιόχειρο σημείωμα. Πως εξηγείται αυτό; Άλλαξαν στυλό οι υπογράφοντες απλά και μόνο για την υπογραφή του ιδιόχειρου σημειώματος; Ή, μήπως η ποιότητα του χαρτιού ήταν διαφορετική και γι΄ αυτό το λόγο φαίνεται λιγότερα έντονο το μελάνι; Ακόμη όμως και αυτό να ισχύει ποιος είναι ο λόγος βάσει του οποίου ενώ οι υπογράφοντες βρίσκονταν στο γραφείο της δικηγόρου της εναγομένης να είχαν χρησιμοποιήσει διαφορετικής ποιότητας χαρτί η οποία διαφορά στη ποιότητα να είναι όντως αισθητή από την αφή της υφής του χαρτιού; Ή ακόμη, γιατί το χαρτί αυτό να έχει προκύψει από ένα εμφανέστατα πρόχειρο κόψιμο από μεγαλύτερο φύλλο χαρτιού; Ποιος ο λόγος να μην είχε χρησιμοποιηθεί ένα φύλλο χαρτιού του ίδιου μεγέθους με τις υπόλοιπες σελίδες της συμφωνίας; Ή, ποίος ο λόγος εάν όντως είχε χρησιμοποιηθεί ένα φύλλο χαρτιού του ιδίου μεγέθους στη συνέχεια αυτό να είχε κοπεί; Ένα άλλο ερώτημα το οποίο λογικά προκύπτει είναι ως προς το λόγο με βάση τον οποίο αυτό το κομμάτι χαρτί φέρει «σημάδια χρόνου». Υπό την έννοια δηλαδή εμφανώς στο παρελθόν να έχει διπλωθεί πέραν της μίας φοράς. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα φύλλα από τα οποία αποτελείται η συμφωνία και επί των οποίων λογικά θα αναμενόταν να ήταν επισυνημμένο; Ωσάν μάλιστα να βρισκόταν διπλωμένο και φυλαγμένο σε μία τσέπη ή πορτοφόλι παρά πράγματι επισυνημμένο στη συμφωνία για όλο το χρονικό διάστημα από την υπογραφή της συμφωνίας μέχρι και τη κατάθεση της στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. 47.
- Ενώ, δεύτερο, δημιουργείται και το εξής ερώτημα, σε σχέση με το ίδιο το περιεχόμενο του ιδιόχειρου σημειώματος. Για ποιο λόγο ο Κάϊζερ, ο οποίος κατ΄ ισχυρισμό υπέγραψε το ιδιόχειρο σημείωμα, να μην είχε θέσει και επί αυτού τη σφραγίδα της εναγομένης εταιρείας όπως έκανε και στη περίπτωση της συμφωνίας; Στην οποία έθεσε τη σφραγίδα όχι μόνο στο τέλος της συμφωνίας όπου υπάρχουν οι υπογραφές των συμβαλλομένων αλλά και στο τέλος κάθε σελίδας αυτής στο σημείο όπου υπάρχουν οι μονογραφές. Ποίος ο λόγος επίσης να μην είχαν υπογράψει και οι μάρτυρες το ιδιόχειρο σημείωμα, όπως εύστοχα ερώτησε τον Κωνσταντινίδη και η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης; 47.
- Πραγματικά δεν είναι η καθοριστική αξία του οποιουδήποτε εξ αυτών των επιπρόσθετων στοιχείων ή ακόμη και η συσσωρευμένη σημασία τους η οποία λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Αυτό το οποίο όμως δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη είναι το γεγονός ότι όντως δημιουργούνται αυτά τα εύλογα ερωτήματα ενώ εάν παρουσιαζόταν μία πιο πειστική εικόνα από τον Κωνσταντινίδη αναφορικά με τη ταυτόχρονη υπογραφή του ιδιόχειρου σημειώματος τότε το Δικαστήριο δεν θα διερωτάτο καν αναφορικά με την ύπαρξη αυτών των στοιχείων.
- Επιπλέον, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι επί του τεκμηρίου 32 το οποίο είναι το πλέον επίσημο αντίγραφο της συμφωνίας όπως αυτή κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε ιδιόχειρο σημείωμα ή έστω φωτοαντίγραφο αυτού. Αξιοσημείωτο δε το γεγονός ότι το τεκμήριο αυτό κατατέθηκε από μάρτυρα των εναγόντων, δηλαδή τον Μ. Ε. 2, Νίκο Καστανιά. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος ειδικής εκτέλεσης ως μία και από τις αιτούμενες θεραπείες στην αγωγή αυτό το έγγραφο θα αποτελεί τη σύμβαση της οποίας θα διαταχτεί η ειδική εκτέλεση.
- Ουσιαστικά ακόμη και διατηρώντας υπόψη στο σύνολο τους τις όσες θέσεις οι ενάγοντες προώθησαν προς απόδειξη της αξίωσης τους, ο κατ΄ επανάληψη προβαλλόμενος ισχυρισμός τους ότι όλες οι εργασίες και υλικά είχαν συμφωνηθεί από την αρχή με την υπογραφή της συμφωνίας αγοράς, καθόλου δεν πείθει ως αξιόπιστος.
- Κατά συνέπεια δεν πείθει ούτε και ο συνδεδεμένος με αυτόν ισχυρισμός των εναγόντων προς ανατροπή της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της εναγομένης σε σχέση με αυτές τις εργασίες ως επιπρόσθετες. Ότι δηλαδή αυτοί προβάλλονται από την εναγόμενη με απώτερο στόχο την υποστήριξη της θέσης ότι δικαιολογείτο η επιμήκυνση του χρόνου παράδοσης της κατοικίας προς τους ενάγοντες προς συμπλήρωση αυτών των εργασιών ως επίσης παράλληλα και για την εξασφάλιση υλικών προς τοποθέτηση σε σχέση με αυτές. Αντιθέτως η αποδοχή από το Δικαστήριο της ύπαρξης αλλαγών και επιπρόσθετων εργασιών συμφωνημένες μάλιστα σε μεταγενέστερο στάδιο από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας εύλογα οδηγεί σε συμπέρασμα ότι παράλληλα με αυτή την εξέλιξη ως προς τη γενικότερη συνεννόηση μεταξύ των διαδίκων θα προέκυπτε και μία εύλογη συμφωνημένη παράταση της ημερομηνίας παράδοσης της κατοικίας. Κάτι το οποίο, εν πάση περιπτώσει, προνοείται σχετικά και από τον όρο 9 της επίδικης συμφωνίας. Η ΠΙΣΙΝΑ
- Η συμπερίληψη της πισίνας ως ένα εξαρχής μέρος του ανταλλάγματος για το τίμημα πληρωμής για την αγορά της κατοικίας υπήρξε ένα από τα βασικά επίμαχα σημεία διαφωνίας καθ΄ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.
- Ένα βασικό στοιχείο επί του οποίου επεδίωξαν οι ενάγοντες να προωθήσουν ως αξιόπιστο τον ισχυρισμό τους ότι όντως η πισίνα αποτελούσε μέρος του ανταλλάγματος για το τίμημα αγοράς της κατοικίας είναι και το γεγονός ότι επί των αντιγράφων των αρχιτεκτονικών σχεδίων τα οποία επισυνάπτονται επί της συμφωνίας φαίνεται και η πισίνα. Πράγματι επί των σχεδίων υπάρχει σχεδιασμένη και η πισίνα. Εντούτοις αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει ότι οι διάδικοι είχαν όντως συμφωνήσει μεταξύ τους όπως η πισίνα αποτελέσει μέρος του όλου ανταλλάγματος. Υπάρχουν και άλλα στοιχεία τα οποία εξουδετερώνουν τη σημασία αυτού του γεγονότος.
- Όπως, παραδείγματος χάριν, η έλλειψη οποιασδήποτε ρητής αναφοράς στη πισίνα εντός του κειμένου της συμφωνίας. Θα μπορούσε βεβαίως κάποιος να ισχυριστεί ότι αυτό ήταν αχρείαστο εφόσον ήδη υπάρχει αναφορά εντός της συμφωνίας (όρος 4) ότι η κατοικία «.θα ανεγερθεί σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια και όρους που επισυνάπτονται στο παρόν έγγραφο.». Όμως, κατ΄ αρχάς σύμφωνα και με τα ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 163.6 αυτής της απόφασης) τέτοιοι όροι δεν έχουν επισυναφθεί επί της συμφωνίας. Αυτό θα ήταν χρήσιμο έτσι ώστε ενδεχομένως να ενισχυόταν και η θέση των εναγόντων με αναφορά εντός αυτών στην ύπαρξη προνοιών και υλικών αναφορικά με τη κατασκευή της πισίνας ή και του απαραίτητου μηχανοστασίου. Ή ακόμη σε σχέση με το είδος της πισίνας το οποίο θα κατασκευαζόταν υπό την έννοια του τύπου αυτής ή τα υλικά τα οποία ο κατασκευαστής θα χρησιμοποιούσε. Μία ματιά και μόνο στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 65 αναδεικνύει το δεδομένο ύπαρξης τέτοιων λεπτομερειών.
- Επιπλέον η αναφορά στον όρο 4 στην ανέγερση της κατοικίας σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια δεν σημαίνει παράλληλα και τη κατασκευή πισίνας απλά και μόνο διότι επί των αρχιτεκτονικών σχεδίων φαίνεται να υπάρχει πισίνα. Μάλιστα ακόμη και επί της κατ΄ ισχυρισμό μετάφρασης των όρων τους οποίους ο Κωνσταντινίδης κατέθεσε (τεκμήριο 18) δεν υπάρχει καμία αναφορά σε οποιοδήποτε υλικό ή εγκατάσταση σε σχέση με τη κατασκευή πισίνας. Θα έπρεπε να υπάρχει αναφορά σε μηχανοστάσιο της πισίνας ή σε σχέση με το πάτωμα ή «κορνίζα» γύρω από τη πισίνα ή την εσωτερική επένδυση της ίδιας της πισίνας. Διαφορετικά πως θα καθοριζόταν επακριβώς το ίδιο το κόστος και κατ΄ επέκταση η ποιότητα της κατασκευής της πισίνας;
- Ενώ σε σχέση με το τεκμήριο 52 το οποίο ο Κάϊζερ κατέθεσε φαίνεται ότι υπάρχει ειδική αναφορά στη πισίνα σε σχέση με το τίμημα αγοράς των κατοικιών. Αλλά ακόμη και εντός των ίδιων των αρχιτεκτονικών σχεδίων με μεγαλύτερη λεπτομέρεια (τεκμήριο 23) δεν υπάρχει παρά μόνο μία ένδειξη, δηλαδή ένα ορθογώνιο σχήμα ή μία τομή, ως προς το χώρο όπου θα ήταν εφικτό να κατασκευαστεί μία πισίνα δίχως όμως ακόμη και εντός αυτών να υπεισέρχεται είτε ο πολιτικός μηχανικός είτε ο αρχιτέκτονας σε οποιεσδήποτε κατασκευαστικές λεπτομέρειες. Απεικονίζεται δηλαδή μία πρόνοια ή ένας χώρος ουσιαστικά ο οποίος θα μπορούσε να προσφερόταν ως ο καθορισμένος χώρος κατασκευής μίας πισίνας. Εάν αυτή δηλαδή ήταν η επιλογή ενός αγοραστή. Προφανώς με επιπρόσθετο κόστος κατασκευής.
- Απάντησε σχετικά ο Μ. Υ. 1, Χριστάκης Χριστοδούλου, όταν ερωτήθηκε εάν ο Κωνσταντινίδης του είχε πει ποτέ, ότι η πισίνα ήταν «μέσα» στη συμφωνία. Ανέφερε ότι όταν έγινε το συμβόλαιο για αγορά της κατοικίας η πισίνα δεν ήταν μέσα γενικά σε οποιαδήποτε συμφωνία. Διευκρίνισε δηλαδή ότι τα σχέδια έγιναν με πρόνοια εάν ήθελε ένας αγοραστής να κάνει πισίνα υποδεικνύοντας το χώρο όπου θα μπορούσε να γίνει η πισίνα. Μάλιστα πρόσθεσε, ότι η πισίνα της κατοικίας, τον Νοέμβριο του 2004 ζητήθηκε να γίνει. Η ίδια η λέξη «πρόνοια» από μόνη της αποδίδει τον ορθό χαρακτηρισμό του σχήματος της πισίνας επί των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Η πρόβλεψη ουσιαστικά του χώρου όπου θα μπορούσε να κατασκευαστεί η πισίνα εάν αυτό συμπεριλαμβανόταν στη συμφωνία κατόπιν βεβαίως επιλογής του ίδιου του αγοραστή και όχι ως μέρος του αρχικού ανταλλάγματος για το τίμημα αγοράς.
- Διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με το ιδιόχειρο σημείωμα το Δικαστήριο έχοντας ως βάση τη προσφερθείσα μαρτυρία από τους διάδικους, καταλήγει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η πισίνα δεν αποτελούσε μέρος του ανταλλάγματος για το αρχικό τίμημα πληρωμής αγοράς της κατοικίας. Απέτυχαν πραγματικά οι ενάγοντες να πείσουν το Δικαστήριο ως προς αυτό το σημείο. Αξιόπιστος αντιθέτως κρίνεται ο ισχυρισμός του Κάϊζερ πως η συμφωνία «.δεν συμπεριελάμβανε κολυμβητική δεξαμενή αφού έπρεπε να πληρωθεί επιπρόσθετα και οι Ενάγοντες αποφάσισαν ότι θα κατασκευάσουν κολυμβητική δεξαμενή σε κατοπινό στάδιο» (παράγραφος 11 της γραπτής δήλωσης του). ΟΙ ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΠΛΗΡΩΜΕΣ
- Ενέμεινε ο Κωνσταντινίδης καθ΄ όλη τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του ότι η εναγόμενη, δια μέσω του Τηλεμάχου, είχε πληρωθεί ένα επιπρόσθετο ποσό £20.000,00 με δύο πληρωμές για το ποσό των £10.000,00 έκαστη. Εντός αυτής της απόφασης το Δικαστήριο αναφέρεται επίσης σε αυτές τις δύο κατ΄ ισχυρισμό επιπρόσθετες πληρωμές κατά την εξέταση του θέματος του ρόλου του Τηλεμάχου.
- Πραγματικά οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να πείσουν το Δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα αυτών των ισχυρισμών. Προκύπτουν διάφορα ερωτήματα αναφορικά με αυτό το θέμα σε σχέση με τα οποία η μαρτυρία προς απόδειξη της αξίωσης δεν παρέχει ικανοποιητικές απαντήσεις.
- Καθόλου πειστική δεν κρίνεται η θέση ότι οι πρώτες £10.000,00 δόθηκαν ως ένδειξη ενδιαφέροντος για την αγορά της κατοικίας. Εάν όντως ο Κωνσταντινίδης είχε πληρώσει στον Τηλεμάχου το ποσό των £10.000,00 στις 4/6/2004 (τεκμήριο 3) τότε ποιος είναι ο λόγος βάσει του οποίου οι ενάγοντες δεν διεκδίκησαν συμπερίληψη αναφοράς αυτής της πληρωμής εντός της συμφωνίας αγοράς;
- Ερωτήθηκε σχετικά ο Κωνσταντινίδης κατά την αντεξέταση του. Ακατανόητα απάντησε ότι ήταν ακόμη ένα μέρος του ποσού της συμφωνίας. Δημιουργήθηκε επιπρόσθετη εικόνα υπεκφυγής όταν, αφού ερωτήθηκε αμέσως μετά, γιατί δεν καταγράφηκε, απάντησε, επίσης ακατανόητα, ότι αφού ήταν έτοιμο το συμβόλαιο, να γραφτεί και αυτό κάτω. Καθόλου πειστική η απάντηση του ότι ο λόγος για τον οποίο το ποσό των £10.000,00 δεν καταγράφεται εντός της συμφωνίας είναι ότι αυτό θα αφαιρείτο από το σύνολο της (του τιμήματος δηλαδή αγοράς). Μάλιστα ανέφερε αόριστα, κατά την αντεξέταση του, πως του «αναφέρθηκε» ότι το ποσό αυτό, αν και δεν αναφερόταν εντός της συμφωνίας, θα αφαιρείτο στο τέλος κατά την παράδοση από το σύνολο. Αν και ανέφερε τα ονόματα των ατόμων τα οποία κατ΄ ισχυρισμό του είχαν αναφέρει αυτή την υπόσχεση (δηλαδή, είτε ο Κάϊζερ είτε ο Τηλεμάχου) δεν ήταν σαφής ως προς το κατά πόσο αυτό αναφέρθηκε προ ή μετά την υπογραφή της συμφωνίας ή ακόμη και κατά την υπογραφή της ενώ βεβαίως σημασία έχει κυρίως η έλλειψη αναφοράς αυτού του ποσού εντός της συμφωνίας.
- Από νομικής άποψης τονίζεται βεβαίως και η σημασία σε αυτή τη περίπτωση του κανόνα περί μη αποδοχής εξωγενούς μαρτυρίας σε σχέση με το περιεχόμενο ενός εγγράφου.
- Όμως αυτό το οποίο έχει σημασία αναφορικά με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Κωνσταντινίδη είναι όχι μόνο η έλλειψη λογικότητας στα όσα ισχυρίστηκε αλλά και το στοιχείο αοριστίας το οποίο επικρατεί επί του συγκεκριμένου θέματος στερώντας ουσιαστικά και τη δυνατότητα στην εναγόμενη όπως τον αμφισβητήσει επί συγκεκριμένων ισχυρισμών. Εάν, παραδείγματος χάριν, ισχυριζόταν ευθέως και με σαφήνεια ότι προ της υπογραφής της συμφωνίας ο Κάϊζερ του είχε υποσχεθεί ότι το ποσό των £10.000,00 το οποίο είχε πληρωθεί προς τον Τηλεμάχου θα αφαιρείτο κατά την ημερομηνία παράδοσης της κατοικίας. Ακόμη και σε μία τέτοια ή ουσιαστικά οποιαδήποτε άλλη πιθανή περίπτωση εύλογα θα προέκυπτε το ερώτημα ποιος θα ήταν ο λόγος να μην είχε συμπεριληφθεί εξαρχής αυτή η πληρωμή εντός της συμφωνίας; Δηλαδή, σε τι θα εξυπηρετούσε η αποσιώπηση αυτού του κατ΄ ισχυρισμό γεγονότος; Καθόλου πραγματικά δεν πείθει ο Κωνσταντινίδης σε σχέση με αυτή τη πρώτη κατ΄ ισχυρισμό πληρωμή.
- Πλαισίωσε βεβαίως τον ισχυρισμό ύπαρξης αυτής της πρώτης πληρωμής με υποστηρικτικούς ισχυρισμούς ως προς την έκκληση της εναγομένης επίδειξης ενδιαφέροντος από τον ίδιο για την αγορά και τη συνεπαγόμενη αναγκαιότητα όπως πληρώσει κάποιο ποσό έτσι ώστε να αποδείκνυε ουσιαστικά τη σοβαρότητα των εναγόντων αναφορικά με την επικείμενη πράξη. Ενώ επιπλέον, ως μέρος αυτού του πλαισίου ισχυρισμών, παρουσίασε και το τεκμήριο
- Αυτό κατά κάποιο τρόπο παρουσιάστηκε ως προσχέδιο ουσιαστικά της συμφωνίας η οποία τελικά υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων.
- Επί αυτού του θέματος όμως πραγματικά δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου βάσει του οποίου να μην γίνει δεκτή - όπως και γίνεται βεβαίως - η θέση του Κάϊζερ αναφορικά με το τεκμήριο
- Ότι δηλαδή οι οποιοιδήποτε αρμόδιοι της εναγομένης ετοίμασαν ένα προσχέδιο συμφωνητικού εγγράφου το οποίο είχε αποσταλεί σε κάποια Καίτη, κουνιάδα του Τηλεμάχου, η οποία εργαζόταν στη Τράπεζα Κύπρου προς ετοιμασία του σχετικού δανείου. Πολύ πιο εύλογη αυτή η εξήγηση παρά αυτή η οποία προτάθηκε από τον Κωνσταντινίδη. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη το ποσό του δανείου και τις αλλαγές οι οποίες προέκυψαν στον τρόπο πληρωμής του τιμήματος αγοράς της κατοικίας από τη κατάρτιση του τεκμηρίου 2 μέχρι και τη σύνταξη της συμφωνίας αγοράς η οποία όντως υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων. Επί αυτού του θέματος το Δικαστήριο διατηρεί επίσης υπόψη του ότι στο τεκμήριο 51 (φωτοαντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής του επίδικου τεμαχίου) έχει χειρόγραφα σημειωθεί στο πάνω μέρος του η φράση "Attention Keti Koniotou".
- Εντείνεται η αναξιοπιστία του ισχυρισμού πληρωμής προ της υπογραφής της συμφωνίας και της μη συμπερίληψης του ποσού των £10.000,00 εντός αυτής και από την αναφορά του Κωνσταντινίδη, (ομολογουμένως σε σχέση με το θέμα των επιπρόσθετων εργασιών), ότι δεν «.υπήρξε ποτέ οτιδήποτε είτε που να συμφωνηθεί είτε που να έχει ζητηθεί και να αφεθεί να τιμολογηθεί στο μέλλον.» προσθέτοντας ότι οι ενάγοντες ήταν «.αρκετά προσεκτικοί και όλα τα βάλαμε κάτω από την αρχή» (παράγραφος 31 της γραπτής δήλωσης του). Εάν όντως οι ενάγοντες ήταν αρκετά προσεκτικοί και τα έβαλαν όλα κάτω από την αρχή τότε γιατί να μην είχε απαιτηθεί από τους ίδιους και η συμπερίληψη της κατ΄ ισχυρισμό πληρωμής των £10.000,00 εντός της συμφωνίας;
- Όμως ακόμη και να υπήρχε κάποιος πειστικός τρόπος με βάση τον οποίο οι ενάγοντες να είχαν προωθήσει ως αξιόπιστο τον ισχυρισμό πληρωμής του ποσού των £10.000,00 προ της υπογραφής της συμφωνίας δίχως αυτή να είχε συμπεριληφθεί εντός του κειμένου της συμφωνίας, πως είναι δυνατό να δεχτεί το Δικαστήριο ως αξιόπιστο τον ισχυρισμό ως προς τη πληρωμή ενός επιπρόσθετου ποσού, επίσης για £10.000,00, μετά από την υπογραφή της συμφωνίας;
- Χρονικά πλέον οι ενάγοντες δεν μπορούν πειστικά να προβάλουν την οποιαδήποτε αντίθετη θέση ως προς το συνήθη τρόπο πληρωμής της εναγομένης. Καθότι η οποιαδήποτε επακόλουθη πληρωμή μετά από την υπογραφή της συμφωνίας διεκπεραιωνόταν απευθείας με την εναγόμενη και δια μέσω ενός από τους διευθυντές αυτής (τεκμήρια 50 και 54), δηλαδή του Κάϊζερ. Κατ΄ αρχάς βεβαίως η πρώτη και μεγαλύτερη πληρωμή του ποσού των £80.000,00 διευθετήθηκε με την έκδοση τραπεζικής επιταγής στις 29/7/2004 (τεκμήριο 20) και κατάθεση της στο τρεχούμενο λογαριασμό της εναγομένης στις 7/8/2004 (τεκμήριο 95). Ενώ οι επόμενες πληρωμές του ποσού των £20.000,00 με επιταγή στις 28/9/2004 (τεκμήριο 9.1) και του ποσού των £10.000,00 σε μετρητά στις 9/11/2004 (τεκμήριο 9.2) έγιναν προς τον Κάϊζερ και ο ίδιος εξέδωσε για τη κάθε μία σχετική απόδειξη.
- Διατηρώντας υπόψη τον μετά την υπογραφή της συμφωνίας καθιερωμένο τρόπο πλέον απευθείας πληρωμής της εναγομένης ποιος πραγματικά θα ήταν ο λόγος με βάση τον οποίο θα μπορούσε ο Κωνσταντινίδης να πείσει το Δικαστήριο ότι ο ίδιος επέλεξε να πληρώσει τον Τηλεμάχου αντί τον Κάϊζερ στις 7/1/2005 το ποσό των £10.000,00; Όταν μάλιστα προηγουμένως είχε δώσει εντολή να μην πληρωθεί το ποσό των £30.000,00 της μεταχρονολογημένης επιταγής (τεκμήριο 22) με ημερομηνία αξίας 31/12/2004; Πως είναι δυνατό δηλαδή ο Κωνσταντινίδης να δίδει αυτή την εντολή και ακολούθως να πληρώνει το ποσό των £10.000,00 στον Τηλεμάχου; Απέτυχε ο Κωνσταντινίδης να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις σε σχέση με τα ερωτήματα τα οποία οι ίδιοι οι ισχυρισμοί του εύλογα δημιουργούσαν.
- Αξίζει επίσης να σημειωθεί αναφορικά με την οποιαδήποτε πληρωμή ότι, όπως προκύπτει από το αντικειμενικό περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού της εναγομένης (τεκμήριο 95) με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αμαργέτης και Περιχώρων, σε συνάρτηση με τη κάθε πληρωμή την οποία η εναγόμενη αποδέχεται πως έγινε προς αυτήν από τους ενάγοντες, υπάρχει η σχετική καταχώρηση. Αρχής γενομένης με τη καταχώρηση ημερομηνίας 7/8/2004 για το ποσό των £80.000,00, τη καταχώρηση ημερομηνίας 6/10/2004 για το ποσό της επιταγής των £20.000,00 (τεκμήριο 9.1) με ημερομηνία αξίας 4/10/2004 και περιγραφή ως έμβασμα από ΣΚΤ (προφανώς το αρκτικόλεξο ΣΚΤ αναφέρεται στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, σφραγίδα της οποίας υπάρχει επί του τεκμηρίου 22) και τη καταχώρηση ημερομηνίας 12/11/2004 για το ποσό σε μετρητά των £10.000,00 (τεκμήριο 9.2) με ημερομηνία αξίας 9/11/2004 και περιγραφή απλώς ως έμβασμα αυτή τη φορά δίχως αναφορά στο αρκτικόλεξο ΣΚΤ.
- Αυτό το οποίο σημειώνεται είναι ότι σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμό πληρωμές προς την εναγόμενη δια μέσω του Τηλεμάχου δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε καταχωρήσεις εντός του τεκμηρίου 95 οι οποίες να είναι δυνατό να συσχετιστούν με τα επιπρόσθετα ποσά των £10.000,00 στη κάθε περίπτωση. Θεωρώ ότι αυτό δεν είναι τυχαίο αλλά αντιθέτως αναβαθμίζει σημαντικά το επίπεδο αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Κάϊζερ επί του συγκεκριμένου θέματος.
- Ένα επιπρόσθετο σημείο το οποίο δεν είναι δυνατό πραγματικά να αγνοηθεί είναι και το δεδομένο ότι αμφότερες οι επίμαχες αποδείξεις πληρωμής προς τον Τηλεμάχου παρά και το μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ των ημερομηνιών έκδοσης τους (περίπου 7 μήνες) εντούτοις φέρουν συνεχόμενους αύξοντες αριθμούς (δηλαδή από 037531 σε 037532) δίχως οποιαδήποτε επιπρόσθετη απόδειξη να είχε εκδοθεί σε αυτό το μεσοδιάστημα. Καλείται δηλαδή το Δικαστήριο όχι μόνο να αποδεχτεί ότι ο Τηλεμάχου ενεργούσε κατά κάποιο τρόπο ως εισπράκτορας οφειλομένων ή συμφωνημένων ποσών πληρωμής προς την εναγόμενη αλλά παράλληλα ότι σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα μόνο δύο αποδείξεις είχαν εκδοθεί σε σχέση με αυτό του το ρόλο και ότι και οι δύο είχαν εκδοθεί και δοθεί προς τον Κωνσταντινίδη σε σχέση με την αγορά της κατοικίας. Αυτό και μόνο το δεδομένο αναμφίβολα αποδυναμώνει την οποιαδήποτε εισήγηση ότι στη συνήθη πορεία των πραγμάτων και της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης ο Τηλεμάχου όντως ενεργούσε με οποιοδήποτε αναγνωρισμένο τρόπο υπό την ιδιότητα ενός ατόμου εξουσιοδοτημένου από την εναγόμενη για την αποδοχή πληρωμών προς την εναγόμενη και ακολούθως την έκδοση ή ακόμη και την αναγνώριση έκδοσης δεσμευτικών για την ίδια αποδείξεων πληρωμής. Σύμφωνα με τη μαρτυρία δηλαδή μόνο σε σχέση με τους ενάγοντες ή ουσιαστικά τον Κωνσταντινίδη διαφαίνεται να διαδραμάτισε τον οποιοδήποτε ρόλο ο Τηλεμάχου.
- Ουσιαστικά το ίδιο το γεγονός της προχειρότητας των αποδείξεων τις οποίες η εναγόμενη παραδέχεται ότι εξέδωσε προς τους ενάγοντες δημιούργησε τη δυνατότητα με τον ίδιο τρόπο να κατασκευαστούν αποδείξεις με παρόμοια προχειρότητα σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμό πληρωμές προς την εναγόμενη.
- Βεβαίως μία βασική διαφορά μεταξύ των αποδείξεων τις οποίες εξέδωσε η εναγόμενη και των αποδείξεων ή ουσιαστικά ενταλμάτων τα οποία υπέγραψε ο Τηλεμάχου είναι το ίδιο το γεγονός ότι τόσο το τεκμήριο 3 όσο το τεκμήριο 9.3 δεν αποτελούν αποδείξεις είσπραξης αλλά εντάλματα πληρωμής. Δηλαδή, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αυτά τα εντάλματα πληρωμής φέρουν τις υπογραφές του Τηλεμάχου εντούτοις το περιεχόμενο τους και ο ίδιος ο τύπος αυτού του εγγράφου εμφανώς αποκαλύπτουν ότι αυτό το οποίο «επιμαρτυρούν» δεν είναι ότι η εναγόμενη εισέπραξε ένα ποσό αλλά ότι ο Κωνσταντινίδης πλήρωσε στον Τηλεμάχου ένα συγκεκριμένο ποσό, κατ΄ ισχυρισμό, έναντι αγοράς κατοικίας στα Κονιά για την εναγόμενη. Ο ίδιος δε ο Τηλεμάχου δεν υπογράφει όπως υπέγραφε ο Κάϊζερ ως κάποιος ο οποίος εισέπραξε ένα ποσό και ο οποίος ασφαλώς είναι τόσο ο υπογραφέας όσο και ο εκδότης της συγκεκριμένης απόδειξης αλλά ως ο λαβών το ποσό το οποίο αναφέρεται επί των τεκμηρίων 3 και 9.
- Απλά προς αναφορά ενός παραδείγματος απόδειξης είσπραξης (διότι ούτε και οι αποδείξεις τις οποίες ο Κάϊζερ εξέδωσε φέρουν οποιαδήποτε αναμενόμενα χαρακτηριστικά έντυπου απόδειξης είσπραξης) παραπέμπω σχετικά στην απόδειξη εισπράξεως η οποία αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 10 όπου αναφέρεται ότι λήφθηκε ένα ποσό από τον εκδότη και υπογραφέα της ενώ στη περίπτωση του Τηλεμάχου ο ίδιος ουσιαστικά δεν υπογράφει ως ο εκδότης του εντάλματος πληρωμής αλλά ως το άτομο το οποίο εισέπραξε ως ο λαβών το ποσό. Στη μία περίπτωση καταμαρτυρείται η λήψη μίας πληρωμής (απόδειξη είσπραξης) ενώ στην άλλη η διενέργεια μίας πληρωμής (ένταλμα είσπραξης). Όσο ελάχιστη και να διαφαίνεται η διαφορά μεταξύ αυτών των εντύπων η διαφορά είναι υπαρκτή. Βεβαίως η όλη αυτή αναφορά στη φύση ή διαφορά ουσιαστικά των αποδείξεων οι οποίες κατ΄ ισχυρισμό του Κωνσταντινίδη εκδόθηκαν για τις πληρωμές τις οποίες έκανε προς την εναγόμενη γίνεται απλώς έτσι ώστε να αναδεικνύεται ένα επιπρόσθετο στοιχείο το οποίο αναπόφευκτα θέτει το Δικαστήριο σε αμφιβολία ως προς τη γνησιότητα των εντύπων ή ενταλμάτων πληρωμής ουσιαστικά αντί αποδείξεων είσπραξης τα οποία ο Τηλεμάχου υπέγραψε. ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ
- Σύμφωνα με τον όρο 9 της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, σε περίπτωση που οι ενάγοντες επιθυμούσαν οποιεσδήποτε προσθήκες ή αλλαγές στα σχέδια και τους όρους που επισυνάπτονται τότε αυτό θα μπορούσε να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων με τις ανάλογες προσθηκομετατροπές στην τιμή πώλησης αφού οι ενάγοντες ειδοποιούσαν γραπτώς για αυτό την εναγόμενη. Επιπλέον προδιαγράφεται εντός του όρου ως κατανοητό ότι οποιαδήποτε επιπρόσθετη εργασία ή αλλαγή συνεπάγεται την ανάλογη καθυστέρηση παράδοσης της κατοχής.
- Υπάρχει σχετική ανάλυση αυτού του όρου στην ενότητα της απόφασης όπου καλύπτεται η νομική πτυχή αυτής της αγωγής. Σε αυτό το μέρος της απόφασης το Δικαστήριο επικεντρώνεται σε καταγραφή των όσων γεγονότων είναι δυνατό να εξαχθούν από τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε.
- Κατ΄ αρχάς οφείλει το Δικαστήριο να προβεί στην εξής παρατήρηση τόσο σε σχέση με το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης όσο και της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς υποστήριξη των ισχυρισμών της εναγομένης εντός του δικογράφου της. Προβάλλεται η όλη ενεργοποίηση του όρου 9 της συμφωνίας με ένα πραγματικά παράδοξο τρόπο. Βεβαίως η προβολή αυτή δεν γίνεται με ένα ευθύ αλλά με έμμεσο τρόπο. Όμως οι σχετικές αναφορές τόσο εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης όσο και στη μαρτυρία σχετικά με αυτές δεν μπορεί παρά να έχουν σχέση με την εφαρμογή αυτού του όρου.
- Προβάλλεται από την εναγόμενη μία νομικά παράδοξη θέση. Διευκρινίζω ότι παρά και την αποδοχή από το Δικαστήριο γενικά - με δύο βασικές εξαιρέσεις - της εκδοχής της εναγομένης σε σχέση με τη πραγματική πτυχή αυτής της αγωγής ως αξιόπιστης, αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο αποδέχεται και τον τρόπο με τον οποίο η εναγόμενη ερμηνεύει νομικά τα γεγονότα σχετικά με τις επιπρόσθετες εργασίες ή ουσιαστικά διατυπώνει αυτή την ερμηνεία.
- Η θέση της εναγομένης έχει ως εξής. Αναφέρει η εναγόμενη στη παράγραφο 31 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ότι οι ενάγοντες ενώ οι εργασίες στη κατοικία συνεχίζονταν ζήτησαν «.προφορικά κατά παράβαση της συμφωνίας . πάρα πολλές αλλαγές στα σχέδια και τους όρους της οικοδομής». Τονίζω την αναφορά της φράσης «κατά παράβαση».
- Η μοναδική παράβαση η οποία θα ήταν δυνατό να διαπιστωθεί αναφορικά με αυτό το προβαλλόμενο γεγονός σε συνάρτηση με τα όσα προνοούνται σχετικά από τον όρο 9 είναι το δεδομένο ότι οι ενάγοντες δεν εκδήλωσαν γραπτώς την επιθυμία τους για οποιεσδήποτε προσθήκες ή αλλαγές στα σχέδια και τους όρους. Όμως δεν είναι δυνατό λογικά να προβάλλεται η θέση γενικά ότι «κατά παράβαση» ζήτησαν οι ενάγοντες αλλαγές. Είχαν συμβατικό δικαίωμα οι ενάγοντες να ζητήσουν αλλαγές και εφόσον η εναγόμενη δεν ενέμεινε στην αυστηρή προσήλωση και εφαρμογή του μέρους εκείνου του όρου 9 σύμφωνα με το οποίο η εκδήλωση μίας τέτοιας επιθυμίας ή άσκησης δικαιώματος θα έπρεπε να γίνει γραπτώς, δηλαδή αφού πρώτα οι ενάγοντες ειδοποιήσουν γραπτώς την εναγόμενη, τότε αυτή είχε σιωπηρά παραιτηθεί αυτού του δικού της δικαιώματος. Το συμβατικό δικαίωμα δηλαδή προτού καν συζητήσει οποιεσδήποτε αλλαγές να είχε απαιτήσει όπως οι ενάγοντες όχι μόνο ζητήσουν αλλαγές προφορικά αλλά όπως την ειδοποιήσουν και γραπτώς. Δεν νοείται συνεπώς η εναγόμενη να αναφέρεται σε παράβαση της συμφωνίας αναφορικά με ένα δικαίωμα από την άσκηση του οποίου η ίδια είχε παραιτηθεί.
- Η διατύπωση δε της παραγράφου 32 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ξεκινά με χρήση της φράσης «κατά παράβαση». Ενδεχομένως εννοώντας δηλαδή πως οι ενάγοντες κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας προφορικά ζήτησαν τις αλλαγές οι οποίες καταγράφονται εντός της παραγράφου 32 σχεδόν υπό μορφή λίστας.
- Ακόμη και διατηρώντας υπόψη το απομακρυσμένο ενδεχόμενο η εναγόμενη, έστω και αόριστα, να αναφερόταν αποκλειστικά στο γεγονός ότι οι αλλαγές ζητήθηκαν προφορικά, η όλη παραδοξότητα ως προς τον τρόπο με τον οποίο προβάλλεται η θέση της εναγομένης αναδεικνύεται και από τις πρώτες λέξεις της επόμενης παραγράφου του δικογράφου της. Αναφέρεται συγκεκριμένα στη παράγραφο 33 ότι η εναγόμενη «.συμφώνησε με την προϋπόθεση ότι πριν την παράδοση.» οι ενάγοντες θα πλήρωναν για όλες τις αλλαγές (οι οποίες αναφέρονται στη παράγραφο 32) και τα επιπρόσθετα υλικά ενώ θα αφαιρούνταν από τις επιπρόσθετες εργασίες το ποσό το οποίο ο πελεκάνος θα χρέωνε την εναγόμενη στη προσφορά του για τη κουζίνα.
- Εύλογα προκύπτει το εξής ερώτημα. Παρά δηλαδή το προβαλλόμενο γεγονός ότι οι ενάγοντες ενήργησαν «κατά παράβαση» της συμφωνίας εντούτοις η εναγόμενη συμφώνησε με αυτές τις «κατά παράβαση» ενέργειες των εναγόντων;
- Είναι εμφανής όχι μόνο η παραδοξότητα της όλης θέσης της εναγομένης όπως αυτή παρουσιάζεται αλλά ουσιαστικά ο παραλογισμός του όλου ερωτήματος όπως αυτό προκύπτει από την συνολική προσέγγιση της επί του συγκεκριμένου θέματος. Ορθότερα θα μπορούσε η εναγόμενη να είχε αναφερθεί όχι σε παράβαση της συμφωνίας αλλά σε παρέκκλιση από αυτή, υπό την έννοια δηλαδή της ανυπαρξίας γραπτής ειδοποίησης. Εφόσον δηλαδή υπήρχε η δυνατότητα ύπαρξης διαφοροποίησης σύμφωνα πάντοτε με τον όρο
- Διαφοροποίηση υπό μορφή των οποιωνδήποτε προσθηκών ή αλλαγών στα σχέδια και στους όρους τις οποίες οι ενάγοντες δικαιωματικά θα μπορούσαν να είχαν ζητήσει υπό την αίρεση πάντοτε βεβαίως, ως προς την εφαρμογή της οποιασδήποτε επιθυμίας τους, της εξασφάλισης της συγκατάθεσης ή συμφωνίας ουσιαστικά της εναγομένης. Ανεξάρτητα και πάλι από την ανυπαρξία των αρχικών όρων ή της επισύναψης αυτών επί της συμφωνίας. Διαφοροποίηση υπό την έννοια της απομάκρυνσης έστω και μερικής από την αρχικά προδιαγραφόμενη πορεία εκτέλεσης των εργασιών σύμφωνα και με τα όσα προνοούνταν εντός της συμφωνίας.
- Η ίδια ατυχής διατύπωση σε ύπαρξη παράβασης όπως και στο δικόγραφο της εναγομένης ακολουθείται και από την αρχική διατύπωση της μαρτυρίας του Κάϊζερ εντός της γραπτής δήλωσης του η οποία εμφανώς στο μεγαλύτερο, από το αρχικό τουλάχιστον της μέρος, βασιζόταν στο κείμενο της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Αναφέρει και ο Κάϊζερ στη παράγραφο 38 της γραπτής δήλωσης του ότι οι ενάγοντες «κατά παράβαση» της συμφωνίας ζήτησαν αλλαγές ενώ στη παράγραφο 39 αναφέρει τις αλλαγές τις οποίες «κατά παράβαση» των όρων της συμφωνίας ζήτησαν οι ενάγοντες.
- Η αποδοχή από το Δικαστήριο της εκδοχής της εναγομένης ως γενικά αξιόπιστης, με εξαίρεση δύο συγκεκριμένα μέρη της, το ένα εκ των οποίων σχετίζεται με το θέμα το οποίο εξετάζεται σε αυτή την ενότητα της απόφασης, οδηγεί στο εξής ασφαλές συμπέρασμα. Ότι όντως μετά και από την υπογραφή της συμφωνίας υπήρχε διαρκής συνεννόηση σε διάφορα στάδια μεταξύ των διαδίκων, δια μέσω των Κωνσταντινίδη και Κάϊζερ ως αντιπροσώπους των συμβαλλομένων. Κατά τη διάρκεια αυτών των επαφών συμφωνήθηκαν όχι μόνο οι αλλαγές οι οποίες θα υπήρχαν σε σχέση με την ανέγερση της κατοικίας αλλά παράλληλα επεξηγήθηκε από την εναγόμενη προς τους ενάγοντες το εξής. Ότι η εφαρμογή των συμφωνηθέντων αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε καθυστέρηση στη διεκπεραίωση των εργασιών για την ολοκλήρωση της κατοικίας και κατ΄ επέκταση και καθυστέρηση στην ημερομηνία παράδοσης της. Επιπλέον συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι οι ενάγοντες θα επιβαρύνονταν με οποιοδήποτε επιπρόσθετο κόστος σε σχέση με την εκτέλεση τέτοιων επιπρόσθετων εργασιών διατηρώντας υπόψη κάποιες συμφωνημένες εξαιρέσεις για τις οποίες η εναγόμενη δεν θα χρέωνε τους ενάγοντες. Αποδέχτηκαν οι ενάγοντες αυτές τις συνέπειες. Τονίζεται και πάλι ότι η όλη συνεννόηση ως προς την ύπαρξη επιπρόσθετων εργασιών προέκυπτε από συζητήσεις μεταξύ του Κωνσταντινίδη και του Κάϊζερ δίχως αυτές και ιδιαίτερα η καθεμία εξ αυτών να είναι δυνατό να καθοριστούν επακριβώς χρονικά. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Κάϊζερ «όλα προφορικά τα κάναμε». Η αδυναμία αυτή προκύπτει από τη φύση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε στο σύνολο της. Υπό την έννοια δηλαδή της οποιασδήποτε χρονικής αοριστίας αυτής της μαρτυρίας.
- Όπως εξάγεται από αυτό το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ουσιαστικά οι συμβαλλόμενοι δεν τήρησαν πλήρως το πνεύμα της συμφωνίας καθότι οι ενάγοντες δεν ειδοποίησαν προηγουμένως γραπτώς την εναγόμενη ενώ επιπλέον, ανεξάρτητα και από την ύπαρξη συγκεκριμένης πρόνοιας εντός της επίδικης συμφωνίας, δεν τηρήθηκε - ή τουλάχιστον δεν παρουσιάστηκε εάν αυτό τηρήθηκε -οποιοδήποτε πρακτικό ή άλλο κείμενο αναφορικά με τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων σε οποιοδήποτε στάδιο. Ούτε και κατέγραψαν με ακρίβεια οι διάδικοι τα όσα συνεπάγονταν η συμφωνία τους αναφορικά με τις εργασίες τις οποίες θα εκτελούσε η εναγόμενη, το χρόνο διεκπεραίωσης τους ή το ακριβές συνολικό κόστος αυτών. Αφέθηκε ουσιαστικά η όλη συνεννόηση μεταξύ των συμβαλλομένων σε μία κατάσταση ρευστότητας ανάλογα με την αναμενόμενη υλοποίηση των προφορικά συμφωνημένων επί μίας χρονικά αόριστης βάσης αναπόφευκτα όμως σύμφωνα και με τον εύλογο υπό τις περιστάσεις χρόνο ο οποίος θα χρειαζόταν για την ολοκλήρωση των επιπρόσθετων εργασιών ως επίσης και το εύλογο κόστος το οποίο θα προέκυπτε από τη διεκπεραίωση τους.
- Ουσιαστικά αυτό το οποίο συνέβη είναι ότι οι συμβαλλόμενοι εφάρμοσαν μερικώς τον όρο 9 δίχως όμως είτε η διαδικασία η οποία προβλέπεται εντός αυτού να είχε ακολουθηθεί πιστά είτε να είχε εφαρμοστεί μία ικανοποιητικά σαφής διαδικασία ως προς την έστω περιληπτική ή υπό μορφή σημειώσεων ή αριθμών αμοιβαία αποδεκτή καταγραφή των όσων είχαν συμφωνηθεί προφορικά.
- Βεβαίως αυτό το οποίο έχει σημασία είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς το ότι όντως όχι μόνο είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους οι διάδικοι μετά και από την υπογραφή της συμφωνίας την εκτέλεση αλλαγών και επιπρόσθετων εργασιών αλλά και ότι ήταν αμοιβαία αποδεκτό και αντιληπτό από τους διάδικους πως για τη διεκπεραίωση αυτών των εργασιών θα απαιτείτο επιπρόσθετος χρόνος πέραν από τη συμφωνημένη ημερομηνία παράδοσης σύμφωνα με τον όρο 3 της συμφωνίας, δίχως όμως παράλληλα να είχε τεθεί ή ρητά συμφωνηθεί νέα ημερομηνία παράδοσης. Αφέθηκε ανοιχτό αυτό το θέμα.
- Δίχως όμως ασφαλώς αυτό να σημαίνει ότι αποκτούσε δικαίωμα η εναγόμενη να παραδώσει την κατοικία όποτε θα τη βόλευε χωρίς δηλαδή να δεσμεύεται από οποιαδήποτε ημερομηνία. Λογικά θα αναμενόταν όπως αυτή παραδοθεί εντός ενός εύλογου χρόνου σύμφωνα και με τις επιπρόσθετες εργασίες τις οποίες θα εκτελούσε. Παράλληλα όμως και οι ενάγοντες με αυτή τη διευθέτηση μεταξύ τους και της εναγομένης είχαν οριστικά παραιτηθεί από το δικαίωμα να βασιστούν με οποιοδήποτε τρόπο και να απαιτούν σε οποιαδήποτε περίπτωση πιστή εφαρμογή του όρου 3 της συμφωνίας ως προς την ημερομηνία παράδοσης της κατοικίας.
- Ουσιαστικά το Δικαστήριο καταλήγει στο εξής συμπέρασμα αναφορικά τόσο με τη παράταση η οποία είχε συμφωνηθεί αλλά και την ημερομηνία παράδοσης.
- Ο καθορισμός του χρονικού σημείου της εκπλήρωσης της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ως προς την ύπαρξη αλλαγών και επιπρόσθετων εργασιών και κατ΄ επέκταση παράτασης του χρόνου παράδοσης της κατοικίας είχε αφεθεί ανοιχτός έτσι ώστε αυτός να αποφασιστεί μελλοντικά ανάλογα και με τη πρόοδο των εργασιών. Δηλαδή, οι διάδικοι με τον ίδιο πρόχειρο ουσιαστικά τρόπο με τον οποίο είχαν σταδιακά προσθέσει αλλαγές και επιπρόσθετες εργασίες και κατ΄ επέκταση τροποποιήσει την ημερομηνία παράδοσης αλλά ουσιαστικά και το τίμημα αγοράς, προσθέτοντας στο όλο κόστος ανέγερσης της κατοικίας, με τον ίδιο τρόπο είχαν όχι ακριβώς παραλείψει να συμφωνήσουν ως προς τη νέα ημερομηνία παράδοσης αλλά είχαν συμφωνήσει όπως αυτό το θέμα αφεθεί ανοιχτό υπό την έννοια να δοθεί μία εύλογη παράταση προς ολοκλήρωση των αλλαγών και επιπρόσθετων εργασιών οι οποίες είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους.
- Αναφορικά με την έκταση των οποιωνδήποτε αλλαγών σε σχέση με τη κατοικία αρκετά κατατοπιστική είναι η περιγραφή της διαφοροποίησης από την αρχική συμφωνία ανέγερσης της κατοικίας μεταξύ των διαδίκων η οποία δόθηκε από τον Μ. Υ. 1, Χριστάκη Χριστοδούλου. Το Δικαστήριο, δίχως να κρίνεται αναγκαίο σε αυτό το σημείο της απόφασης να παρατίθενται λεπτομέρειες, αποδέχεται τα όσα σχετικά ανέφερε αυτός ο μάρτυρας ως ανταποκρινόμενα στη πραγματικότητα αναφορικά με τα όσα όντως συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τις προσθήκες και αλλαγές στην κατοικία.
- Βεβαίως παράλληλα οφείλω να τονίσω ότι ανεξάρτητα και από την ύπαρξη μαρτυρίας αναφορικά με τις προσθήκες και αλλαγές, η απουσία σχετικής αναφοράς εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της οποιασδήποτε προσθήκης ή αλλαγής δεν αφήνει περιθώριο στο Δικαστήριο όπως επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό αναφορικά με ένα κόστος σε σχέση με το οποίο οι ενάγοντες δεν ενημερώθηκαν εκ των προτέρων δια μέσω της ορθά δικονομικά προβλεπόμενης διαδικασίας. Ή, θέτοντας το πιο απλά, οτιδήποτε εκτός δικογράφων δεν είναι δυνατό να αναμένεται όπως ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου ή στις διαπιστώσεις του ως προς τη πραγματική πτυχή της αγωγής.
- Παρατηρείται επίσης σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ. Υ. 1 ότι όσο και αυτή να διαπιστώνεται ως ιδιαίτερα κατατοπιστική εντούτοις η εναγόμενη παρέλειψε ουσιαστικά να οικοδομήσει επί αυτής της ποιοτικής μαρτυρίας με τη παρουσίαση και άλλης σχετικά συνδεδεμένης μαρτυρίας. Παραδείγματος χάριν, ο Μ. Υ. 1 επεξήγησε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 44 δηλαδή πιστοποιητικό πληρωμής εντός του οποίου υπάρχει και ξεχωριστή χρέωση για «έξτρα εργασίες» με συνολικό κόστος £13.500,
- Όπως αναφέρεται σε σημείωση εντός αυτού του τεκμηρίου το «.ποσόν των £7500 είναι οι έξτρα εργασίες που αφορούν τις κατοικίες αρ. 1 & 2 σύμφωνα με την ανάλυση του εργολάβου ημ. 20-04-2005». Θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για το Δικαστήριο εάν αυτή η ανάλυση είχε κατατεθεί ως τεκμήριο. Η εναγόμενη είτε παρέλειψε είτε σκοπίμως επέλεξε να μην παρουσιάσει αυτή τη κατάσταση. Σημασία δεν έχει τόσο η απουσία αυτής της μαρτυρίας όσο ο εντοπισμός της έλλειψης της σε σχέση με την όσο το καλύτερο δυνατό παρουσίαση της μαρτυρίας προς απόδειξη της ανταπαίτησης αλλά και την ενίσχυση της θετικά αξιολογημένης μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του Μ. Υ. 1, Χριστάκη Χριστοδούλου. ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ
- Αναφορικά με το κόστος των επιπρόσθετων εργασιών οφείλω να διευκρινίσω το εξής. Παρατηρείται ότι αν και η εναγόμενη αναφέρεται σε συγκεκριμένα ποσά εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης εντούτοις η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε δεν συνάδει με την αναμενόμενη ακρίβεια με το συνολικό ποσό «σαν απώλειες και/ή ζημιές» του οποίου την επιδίκαση επιδιώκει ως μέρος των θεραπειών τις οποίες αξιώνει με την ανταπαίτηση της.
- Μάλιστα αξίζει να σημειωθεί το εξής. Εξ αρχής είναι αντιφατική αλλά και αόριστη η θέση της εναγομένης ως προς τα ποσά τα οποία αναφέρονται εντός της παραγράφου 50 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της. Αφού πρώτα αναφέρει ότι η «.ανεγειρόμενη κατοικία ολοκληρώθηκε παρά τις αλλαγές που έγιναν από υπαιτιότητα των Εναγόντων.» εντούτοις στη συνέχεια στην αμέσως επόμενη πρόταση προσθέτει το εξής. Ότι οι «.πιο κάτω αναφερόμενες εργασίες και ποσά είναι ότι επιβαρύνθηκε η Εναγόμενη και/ή θα επιβαρυνθεί άμεσα και/ή ότι ζημιώθηκε και θα ζημιωθεί λόγω της συμπεριφοράς των Εναγόντων.» . Ενώ στη συνέχεια παραθέτει πιο κάτω μία λίστα με συνολικά 11 αναφορές σε σχέση με αυτές τις εργασίες.
- Βεβαίως είναι άξιον απορίας εφόσον προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η κατοικία ολοκληρώθηκε πως «θα ζημιωθεί» μελλοντικά η εναγόμενη; Ή πως είναι δυνατό να προβάλλεται διαζευκτικά ταυτόχρονα ο ισχυρισμός ότι τα ποσά τα οποία αναφέρονται πιο κάτω αποτελούν ποσά τα οποία η εναγόμενη επιβαρύνθηκε ή θα επιβαρυνθεί ή ότι ζημιώθηκε και θα ζημιωθεί; Είτε η εναγόμενη έχει πληρώσει τα αναφερόμενα ποσά είτε δεν τα έχει πληρώσει. Δεν είναι δυνατό ταυτόχρονα να προβάλλεται ένας τέτοιος διαζευκτικός ισχυρισμός όπου μάλιστα ένας διάδικος διεκδικεί την επιδίκαση ενός ποσού. Διότι ακριβώς αυτό κάνει η εναγόμενη. Παραθέτει τα ποσά τα οποία σύμφωνα με την ίδια είτε επιβαρύνθηκε ή θα επιβαρυνθεί και στο τέλος προσθέτοντας ότι διεκδικεί το σύνολο αυτών (δηλαδή, £19.265,59) ως θεραπεία μετά και από αφαίρεση ενός συμφωνημένου ποσού (δηλαδή, £3.185,00) καταλήγοντας στο ποσό των £16.080,
- Τονίζεται ότι η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης καταχωρήθηκε στις 30/11/2005, δηλαδή μετά από τη προβαλλόμενη από την εναγόμενη ημερομηνία αποπεράτωσης της κατοικίας ενώ ουδέποτε η εναγόμενη αιτήθηκε τη τροποποίηση αυτής έτσι ώστε ενδεχομένως να ληφθούν υπόψη νέα έξοδα τα οποία είχε κατ΄ ισχυρισμό υποστεί από την ημερομηνία καταχώρησης της.
- Παρά το ότι δεν θεωρώ ορθό να αγνοηθεί η οποιαδήποτε μαρτυρία παρουσιάστηκε αναφορικά με τα επιπρόσθετα έξοδα τα οποία υπέστη η εναγόμενη παράλληλα δεν το θεωρώ ορθό βάσει του δικογράφου της εναγομένης οι ενάγοντες να έχουν ενημερωθεί σχετικά για άλλα ποσά και εν τέλει με τη μαρτυρία την οποία η εναγόμενη παρουσίασε να διεκδικείται η πληρωμή διαφορετικών ποσών. Προκαλείται μάλιστα με αυτό τον τρόπο και μία εκ πρώτης όψεως αμφιβολία ως προς τη γνησιότητα των ισχυρισμών της εναγομένης ως προς το ύψος αυτών των ποσών. Ούτε και αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να προσπαθεί με βάση τα τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί να ταιριάσει τα αιτούμενα ποσά βάσει του δικογράφου της εναγομένης με τα ποσά τα οποία προκύπτουν από αυτά τα τεκμήρια. Όφειλε η ίδια η εναγόμενη να το είχε πράξει αυτό και ανάλογα να το παρουσίαζε στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Προκαλεί δηλαδή ιδιαίτερα αρνητική εντύπωση ο εντοπισμός διαφορών μεταξύ των ποσών εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης και των ποσών τα οποία είναι δυνατό να προκύψουν από τα τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί. Τονίζω και πάλι ότι θα ανέμενε το Δικαστήριο την ύπαρξη απόλυτης συμφωνίας μεταξύ αυτών των δύο κατηγοριών ποσών τόσο υπό μορφή ισχυρισμών όσο και μαρτυρίας εφόσον στο τέλος η εναγόμενη διεκδικεί ένα συγκεκριμένο συνολικό ποσό βάσει των ποσών τα οποία αναφέρονται εντός της παραγράφου 50 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Η απουσία ταύτισης λειτουργεί εναντίον της αποδοχής εν τέλει ορισμένων ποσών για τα οποία διαφορετικά το Δικαστήριο θα μπορούσε να εκδώσει απόφαση με τις ανάλογες σχετικές θεραπείες. Ασφαλώς στο βαθμό στον οποίο αυτό θα ήταν εφικτό τότε δεν θα δημιουργείτο οποιοδήποτε πρόβλημα. Δυνατότητα επιδίκασης θεραπείας καθίσταται εφικτή όπου είναι δυνατό να εξαχθεί με σχετική βεβαιότητα ένα συνολικό ποσό έστω χαμηλότερο από το ποσό το οποίο αναφέρεται εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Όμως όπου διαπιστώνεται είτε αδικαιολόγητη διάσταση ως προς τη φύση των αλλαγών ή εργασιών ή των αναλογούντων ποσών είτε ακόμη και απουσία της οποιασδήποτε σύνδεσης μεταξύ των ποσών και εργασιών εντός του δικογράφου της εναγομένης και της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε τότε το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε άλλη επιλογή παρά να μην επιδικάσει το οποιοδήποτε ποσό επί αυτής της αόριστης ή ακόμη και δικονομικά ανύπαρκτης βάσης.
- Αναφορικά με τη κατάληξη του Δικαστηρίου πιο κάτω σε ευρήματα με αναφορές σε συγκεκριμένα ποσά θα ήταν σαφέστερο όπως διασαφηνιστεί εντός αυτής της ενότητας η συγκεκριμένη κατάληξη του Δικαστηρίου αναφορικά με το κάθε ποσό το οποίο αναφέρεται εντός της παραγράφου 50 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. 102.
- Σε σχέση με τη πισίνα αν και ο Μ. Υ. 1 ανέφερε ένα ποσό £4.750,00 πλέον Φ. Π. Α. (δηλαδή, σύνολο £5.462,50) σύμφωνα με το τεκμήριο 66 το οποίο αποτελείται από δέσμη αποδείξεων και τιμολογίων, παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο, μετά από αφαίρεση του ποσού του τιμολογίου 994, όπως καταλήξει σε ένα συνολικό ποσό £4.627,00 στο οποίο όμως συμπεριλαμβάνεται και ο Φ. Π. Α.. Βάσει της μαρτυρίας δεν παρέχεται εξήγηση ως προς το ποσό την επιδίκαση του οποίου η εναγόμενη διεκδικεί με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της. 102.1.
- Αξιοσημείωτο σε σχέση με τη πισίνα είναι και το εξής. Ενώ η εναγόμενη αναφέρει στη παράγραφο 38 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ότι οι ενάγοντες ζήτησαν τοποθέτηση για τον γύρο της πισίνας η οποία τοποθετήθηκε και είναι αξίας £680,00 πλέον Φ. Π. Α. εντούτοις το ποσό αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται στο συνολικό ποσό στο οποίο η εναγόμενη καταλήγει στη παράγραφο
- 102.1.
- Μάλιστα στη παράγραφο 38 αναφέρεται η εναγόμενη σε ένα συνολικό ποσό £6.244,50 στο οποίο προφανώς καταλήγει μετά από πρόσθεση των ποσών των £4.750,00 και £680,00 και στη συνέχεια υπολογισμό και πρόσθεση του αναλογούντος Φ. Π. Α. (δηλαδή, £5.430,00 συν 15% Φ. Π. Α. £814,50). 102.1.
- Επιπλέον αντιφατικά πλέον αναφέρεται στη παράγραφο 50.1.2 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης το συνολικό ποσό των £576,84 (δηλαδή, ποσό £501,60 πλέον Φ. Π. Α. ) για τη τοποθέτηση «.κορνίζας επιπρόσθετα γύρω από την πισίνα η οποία τοποθετήθηκε από την εταιρεία RIVIERA.». Εντούτοις τέτοιο τιμολόγιο δεν συμπεριλαμβάνεται εντός του τεκμηρίου
- Βάσει τόσο της αντιφατικότητας εντός του δικογράφου της εναγομένης αλλά και της έλλειψης σαφής μαρτυρίας επί του προκειμένου διαπιστώνεται αδυναμία επιδίκασης αυτού του ποσού. 102.
- Αναφορικά με τις επιπρόσθετες ηλεκτρολογικές εργασίες της παραγράφου 50.1.3 παρατηρείται η ίδια διάσταση όπως και σε άλλες περιπτώσεις μεταξύ του ποσού του οποίου αναφέρεται εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης και του ποσού για το οποίο όντως έχει παρουσιαστεί μαρτυρία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ενώ ζητείται το ποσό των £410,00 πλέον Φ. Π. Α. (σύνολο £471,50) με τη μαρτυρία του Μ. Υ. 5, Γεώργιου Ιωάννου, το ποσό των επιπρόσθετων εργασιών για τη κατοικία ανέρχεται στο ποσό των £574,00 πλέον Φ. Π. Α. (σύνολο £660,00). Καμία εξήγηση γι΄ αυτή τη διάσταση δεν προσφέρεται από τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε στο σύνολο της. Επί αυτής της βάσης πως είναι δυνατό να βασιστεί το Δικαστήριο στο τεκμήριο 62 το οποίο προτάθηκε ως η βασική προσφορά για τη κάθε κατοικία και στο τεκμήριο 63 το οποίο προτάθηκε από το Μ. Υ. 5 ως η κατάσταση για τις έξτρα εργασίες στη κατοικία; Επιπλέον πως είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση της εναγομένης ως προς το οφειλόμενο ποσό όταν ο ίδιος ο μάρτυρας αυτός ισχυρίζεται ότι είναι ο Κωνσταντινίδης ο οποίος του είχε ζητήσει αυτές τις επιπρόσθετες εργασίες; Εάν όντως έτσι είχε γίνει και εφόσον ο μάρτυρας αυτός έχει κριθεί αξιόπιστος τότε γιατί η εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το ορθό ποσό εντός του δικογράφου της; Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας αυτός ότι ο Κωνσταντινίδης ο ίδιος του έδινε οδηγίες. Τις οποίες, όπως άφησε να νοηθεί, εκτελούσε. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί όμως εάν του είπε καμιά φορά ποιος θα πλήρωνε γι΄ αυτές τις εργασίες. Πραγματικά θεωρώ ότι θα ήταν παρακινδυνευμένο βάσει αυτής της μαρτυρίας το ίδιο το Δικαστήριο να κρίνει ποιες μεταξύ αυτών των εργασιών ήταν όντως οι επιπρόσθετες εργασίες ή το κόστος αυτών ή το κυριότερο εάν όντως υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών όπως τις περιέγραψε ο Μ. Υ.
- Παραδείγματος χάριν, ενώ η εναγόμενη με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της δέχεται ότι συμφωνήθηκε δίχως χρέωση η τοποθέτηση πρίζας στη βεράντα της κουζίνας ο Μ. Υ. 5 έχει χρέωση £20,00 γι΄ αυτή τη πρίζα. Όμως πραγματικά αυτό το οποίο έχει περισσότερη σημασία είναι ότι δεν προσήλθε ένας μάρτυρας ο οποίος να εκπροσωπούσε την εναγόμενη είτε ως αξιωματούχος είτε ως υπάλληλος της και να ισχυριζόταν με λεπτομέρεια ποιες ήταν οι επιπρόσθετες ηλεκτρολογικές εργασίες τις οποίες συμφώνησαν μεταξύ τους οι διάδικοι. Ακόμη και το γεγονός ότι τα τεκμήρια 62 και 63 κατατέθηκαν από τον ίδιο τον Κάϊζερ δεν είναι δυνατό να αναπληρώσει αυτό το κενό. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη τη μαρτυρία του Μ. Υ. 5 σύμφωνα με την οποία ο ίδιος εκτελούσε οδηγίες του Κωνσταντινίδη. Με βάση τα όσα αναφέρονται διαπιστώνεται αδυναμία επιδίκασης αυτού του ποσού. 102.
- Αναφορικά με τις επιπρόσθετες υδραυλικές παροχές το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ότι οι εργασίες αυτές όντως αποτελούσαν συμφωνημένες επιπρόσθετες εργασίες. Παραδείγματος χάριν, πως είναι δυνατό να μην προκληθεί σύγχυση από την αναφορά επί του τεκμηρίου 82 σε σχέση με την «extra παροχή για πλυντήριο»; Διατηρώντας υπόψη και το γεγονός ότι μέρος των επιπρόσθετων εργασιών συμπεριλαμβάνει και τοποθέτηση αποχέτευσης πλυντηρίου. Ανεξάρτητα και από τη διαφορά μεταξύ παροχής και αποχέτευσης. Απλά η εναγόμενη δεν πείθει σε σχέση με αυτό το μέρος των κατ΄ ισχυρισμό συμφωνημένων εργασιών. Το θέμα των κατ΄ ισχυρισμό επιπρόσθετων υδραυλικών εργασιών σχολιάζεται και πιο κάτω στη παράγραφο
- 102.
- Αναφορικά με την επιπρόσθετη εργασία εργολάβου πραγματικά δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί είτε ότι οι ενάγοντες είχαν συμφωνήσει σε συγκεκριμένες επιπρόσθετες εργασίες από τον εργολάβο αξίας £4.600,00 είτε ότι το ποσό στο σύνολο του όντως είχε δαπανηθεί από την εναγόμενη για την εκτέλεση τέτοιων εργασιών. Απλώς το να ισχυρίζεται ο Κάϊζερ (παράγραφος 96 της γραπτής δήλωσης του) ότι πλήρωσε η εναγόμενη στον εργολάβο αυτό το ποσό δεν είναι αρκετό προς απόδειξη του. Ιδιαίτερα δε υπό τέτοιες περιστάσεις έντονης αμφισβήτησης τόσο ως προς την ύπαρξη των επιπρόσθετων εργασιών όσο και το κόστος αυτών. Εντούτοις ο Μ. Υ. 1 έχει παρουσιάσει μαρτυρία (δέσμη τιμολογίων τεκμήριο 45) επί της οποίας αναφέρονται κάποιες λεπτομέρειες αν και συμπεριλαμβάνονται σε αυτά τα τιμολόγια και χρεώσεις για εργασίες για τις οποίες η εναγόμενη δεσμεύτηκε όπως αυτές εκτελεστούν δίχως οποιαδήποτε χρέωση. Όπως, το σκυβαλοδοχείο, το «σκέπασμα» ενός μέρους της σκάλας και το κανάλι στη σκάλα. Επομένως, δεν είναι δυνατό τουλάχιστον αυτές οι χρεώσεις να ληφθούν υπόψη ως μέρος του κόστους για τις επιπρόσθετες εργασίες σε σχέση με τις οποίες η εναγόμενη θα δικαιούται βάσει της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων όπως πληρωθεί. Όμως το Δικαστήριο δέχεται τη θέση του Μ. Υ. 1, Χριστάκης Χριστοδούλου, ότι ο Κωνσταντινίδης είχε ζητήσει την εργασία των τσιμεντόπετρων μεταξύ της κατοικίας και αυτής του «παπά» και ότι αυτή αποτελεί μέρος των επιπρόσθετων εργασιών. Ενώ επιπλέον ο Μ. Υ. 1 διευκρίνισε ότι έλεγξε μία προς μία όλες τις επιπρόσθετες εργασίες τις οποίες εκτέλεσε ο εργολάβος συμπεριλαμβανομένων και αυτών του Κωνσταντινίδη και ότι τις είχε εγκρίνει. Προσεχτική ανάλυση των προαναφερόμενων τιμολογίων, μετά και από τις ανάλογες αφαιρέσεις βάσει της συνεννόησης μεταξύ των διαδίκων, οδηγεί σε ένα συνολικό ποσό £2.248,25 (μαζί με το Φ. Π. Α. ) για το οποίο η εναγόμενη σύμφωνα με την αξιολόγηση της μαρτυρίας έχει αποδείξει, βάσει κυρίως της μαρτυρίας του Μ. Υ. 1, ότι δικαιούται πληρωμή από τους ενάγοντες. Απορία βεβαίως δεν παύει να προκαλεί τόσο το ποσό το οποίο αναφέρεται εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης (£4.600,00) όσο και το ποσό το οποίο αναφέρεται επί του τεκμηρίου 44 (£7.500,00) αν και αυτό το ποσό συμπεριλαμβάνει τις «έξτρα» εργασίες και στις δύο κατοικίες (1 και 2). 102.
- Αναφορικά με το κτίσιμο τοίχου στην αυλή πραγματικά το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ως προς την ύπαρξη καν μίας τέτοιας χρέωσης εκτός βεβαίως εάν με αυτό εννοείται η εργασία των τσιμεντόπετρων μεταξύ της κατοικίας και αυτής του «παπά» η οποία ήδη έχει ληφθεί υπόψη ως μία από τις επιπρόσθετες εργασίες του εργολάβου, αλλά για το ποσό των £70,
- Ούτε και έχει παρουσιαστεί μαρτυρία η οποία να καθορίζει το ποσό αξίας αυτού του τοίχου (£250,00). 102.
- Αναφορικά με τη ζημιά από αλλαγή ξυλείας (κουζίνα) και επιπρόσθετα μέτρα ερμαριού διατηρώντας υπόψη τα όσα σχετικά ανέφερε ο Κάϊζερ σε σχέση με τη «ζημιά» την οποία υπέστη ο πελεκάνος της εναγομένης από το γεγονός ότι ήδη είχε φτιάξει τις ντουλάπες και το μόνο που απόμενε ήταν να προσθέσει πόρτες ενώ στη συνέχεια αναγκάστηκε να «χαλάσει» αυτή την εργασία συνδέοντας δε το θέμα και με διπλή χρέωση για τις πέργολες (βλ. σχετικά τη παράγραφο 100 της γραπτής δήλωσης του Κάϊζερ), θεωρώ ότι είναι εντελώς παράλογο η εναγόμενη να είχε συμφωνήσει με τις αλλαγές στη κουζίνα και παράλληλα να διεκδικεί πληρωμή για τη ζημιά την οποία ουσιαστικά υπέστη ο πελεκάνος της μεταφέροντας την σε αυτή. Αυτό θα αντιστοιχούσε με αναίρεση ουσιαστικά της αφαίρεσης για τη κουζίνα. Ούτε και προκύπτει με σαφήνεια οποιοδήποτε άλλο ποσό αναφορικά με αυτή την εργασία έτσι ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση είτε του ποσού των £1.805,00 είτε οποιουδήποτε άλλου ποσού. 102.
- Το κονδύλι της υποπαραγράφου 50.1.8 εγκαταλείφθηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του Κάϊζερ καθώς ομολόγησε ότι το ποσό αυτό είχε σχέση όχι με τη κατοικία αλλά με το «διπλανό σπίτι». 102.
- Αναφορικά με το ποσό της υποπαραγράφου 50.1.9 όπως σε σχέση και με άλλα ποσά των οποίων την επιδίκαση ζητά η εναγόμενη επικρατεί σύγχυση και αοριστία αναφορικά με το καθορισμό του. Επιπλέον αναφέρεται η εναγόμενη σε ποσό £1.220,00 πλέον Φ. Π. Α. και καταλήγει σε ποσό £1.586,
- Δηλαδή, ακόμη και το συνολικό ποσό μαζί με το Φ. Π. Α. προκαλεί σύγχυση καθότι ο μόνος τρόπος να κατέληγε σε αυτό το συνολικό ποσό θα ήταν εάν ο συντελεστής του Φ. Π. Α. ήταν περίπου 30% διπλάσιος δηλαδή από το συντελεστή Φ. Π. Α. κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όμως, ανεξάρτητα και από αυτό το γεγονός, το οποίο βεβαίως επίσης σε κάποιο βαθμό προβληματίζει ως προς τη βασιμότητα των διεκδικούμενων ποσών, ακόμη και το ποσό της βασικής χρέωσης των £1.220,00 δεν αντιστοιχεί με οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με το οποίο έχει παρουσιαστεί μαρτυρία. Συγκεκριμένα στο τεκμήριο 68 το συνολικό ποσό για κάγκελα είναι αυτό των £1.340,
- Ακόμη και να θεωρηθεί ότι μόνο μέρος αυτού του ποσού αποτελεί χρέωση για επιπρόσθετες εργασίες παραμένει αναπάντητο το ερώτημα ως προς το ποιες είναι αυτές οι εργασίες. Μάλιστα εάν αφαιρεθεί το ποσό των £1.220,00 θα πρέπει τότε να θεωρηθεί ότι οι βασικές εργασίες θα στοίχιζαν μόνο £120,
- Το τεκμήριο 67 το οποίο προτάθηκε από τον Μ. Υ. 3, Κώστα Χριστοδούλου, ως η αρχική προσφορά δεν βοηθάει καθόλου καθώς η μοναδική αναφορά ως προς το κόστος των κάγκελων είναι σε σχέση με τη τιμή μονάδας, δηλαδή £22,00 το μέτρο. Συνεπώς πως είναι δυνατό για το Δικαστήριο με βάση αυτά τα στοιχεία να διαχωρίσει τις βασικές από τις επιπρόσθετες εργασίες; Θεωρώ ότι με βάση τα στοιχεία τα οποία η εναγόμενη έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου θα ήταν εντελώς ανασφαλής η επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού σε σχέση με αυτές τις εργασίες. 102.
- Αναφορικά με το ποσό της υποπαραγράφου 50.1.10 πραγματικά δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό το ποσό αυτό δηλαδή το κόστος αφαίρεσης ουσιαστικά μίας εργασίας ως το κόστος μίας επιπρόσθετης εργασίας. Καθόλου δεν έχει αποδειχτεί με επαρκή μαρτυρία η αναγκαιότητα αφαίρεσης μίας «ντουσιέρας» ή ουσιαστικά μίας εργασίας η οποία κατ΄ ισχυρισμό τοποθετήθηκε από τους ενάγοντες εκτός των σχεδίων και όρων της άδειας οικοδομής. 102.
- Τέλος, σε σχέση με το ποσό της υποπαραγράφου 50.1.11 διαπιστώνεται ότι όντως η εναγόμενη παρουσίασε αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με την ύπαρξη της διαφοράς του κόστους μεταξύ της βασικής χρέωσης ως προς τα αλουμίνια άσπρου χρώματος και του χρώματος ξύλου το οποίο οι ενάγοντες ζήτησαν ως αλλαγή από τα όσα είχαν συμφωνηθεί αρχικά. Εντούτοις η διαφορά χρέωσης επί του τεκμηρίου 68 είναι £690,00 (πλέον Φ. Π. Α. £103,50) και όχι £850,00 (πλέον £127,50 Φ. Π. Α. ) όπως αναφέρεται στο δικόγραφο. Προκαλεί και πάλι προβληματισμό η διαφορά αυτή αλλά διατηρώντας υπόψη τόσο τη μαρτυρία του Μ. Υ. 1 αλλά και του Μ. Υ. 3 Κώστα Χριστοδούλου δεν εντοπίζω οποιοδήποτε λόγο έτσι ώστε να μην επιδικαστεί ως θεραπεία έστω μέρος του αιτούμενου ποσού.
- Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας υπήρχαν και αναφορές σε κόστος υλικών τα οποία χρησιμοποιήθηκαν προς διεκπεραίωση των αλλαγών και επιπρόσθετων εργασιών δίχως όμως σε σχέση με αυτά τα ποσά να υπάρχει σχετική αναφορά εντός του δικογράφου της εναγομένης. Κατ΄ επέκταση βεβαίως η έλλειψη τέτοιας αναφοράς αντικατοπτρίζεται και στο συνολικό ποσό το οποίο η εναγόμενη διεκδικεί. Δηλαδή, το ποσό αυτό δεν επηρεάζεται ή αυξάνεται από τη πρόσθεση ενός ποσού το οποίο δεν έχει ληφθεί υπόψη. Παραδείγματος χάριν, έχει παρουσιαστεί μαρτυρία αναφορικά με την αγορά πλακών Καρύστου (τεκμήριο 70) για το συνολικό ποσό (συμπεριλαμβανομένου Φ. Π. Α.) των £897,
- Ούτε το ποσό αυτό αλλά ούτε και οποιοδήποτε μέρος του αναφέρεται στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης είτε ανεξάρτητα είτε σε σχέση με το συνολικό ποσό του οποίου η εναγόμενη διεκδικεί την επιδίκαση. Επίσης σχετικό με αυτό το θέμα είναι και το τεκμήριο 48 το οποίο αναδεικνύει ότι μέρος μόνο αυτού του ποσού θα μπορούσε να χρεωθεί από την εναγόμενη στο λογαριασμό των εναγόντων. Επίσης σχετικό βεβαίως είναι και το τεκμήριο
- Βεβαίως η πραγματικότητα είναι ότι δυστυχώς η εναγόμενη δεν τήρησε ένα λογαριασμό σε σχέση με τους ενάγοντες εντός του οποίου να υπήρχαν οι σχετικές αναφορές τόσο ως προς το τίμημα αγοράς όσο και αναφορικά με τις οποιεσδήποτε χρεώσεις για αλλαγές ή επιπρόσθετες εργασίες. Εάν ένας τέτοιος λογαριασμός τηρείτο και κοινοποιείτο σε τακτά χρονικά διαστήματα στους ενάγοντες προς αναγνώριση του με υπογραφή τους τότε τα πράγματα θα ήταν πιο απλά για τους διάδικους ενώ ενδεχομένως η επίδικη διαφορά ουδέποτε να οδηγείτο ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πραγματικότητα όμως σύμφωνα με τη μαρτυρία ήταν πολύ διαφορετική.
- Υπενθυμίζω σχετικά ότι όταν ο Κάϊζερ ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του εάν η εναγόμενη τηρούσε βιβλίο χρεοπιστώσεων αναφορικά με τις επιπρόσθετες εργασίες απάντησε ως εξής. Ότι επειδή οι ενάγοντες ζητούσαν συνέχεια έξτρα εργασίες αυτό θα καθοριζόταν, δηλαδή θα γινόταν λογαριασμός στο τέλος και ότι θα κατέληγαν σε συμφωνία σε σχέση με τις πληρωμές της εναγομένης. Βεβαίως το γεγονός ότι οι ενάγοντες ζητούσαν συνέχεια αλλαγές αποτελεί ένα επιπρόσθετο λόγο για να είχε τηρηθεί ένας τέτοιος λογαριασμός. Είχε αναφέρει επίσης ότι θα τηρείτο ξεχωριστός λογαριασμός για τις επιπρόσθετες εργασίες. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ούτε για το τίμημα αγοράς αλλά ούτε και για τις αλλαγές και επιπρόσθετες εργασίες τηρήθηκε ο οποιοσδήποτε λογαριασμός.
- Εάν ένας τέτοιος λογαριασμός είχε τηρηθεί τότε το έργο του Δικαστηρίου θα διευκολυνόταν αφάνταστα καθότι σε μία τέτοια περίπτωση αυτό θα περιοριζόταν σε διασταύρωση και έλεγχο αυτού του λογαριασμού σε συνάρτηση με οποιαδήποτε τεκμήρια υπό μορφή αποδείξεων ή τιμολογίων. Αντιθέτως οδηγείται το Δικαστήριο εξαιτίας της ανυπαρξίας ενός τέτοιου λογαριασμού σε καταβολή προσπάθειας ανάπλασης ή ουσιαστικά δημιουργίας ενός τέτοιου λογαριασμού.
- Αποτελεί η ανυπαρξία ενός τέτοιου λογαριασμού, ιδιαίτερα δε ενός λογαριασμού ο οποίος να ελεγχόταν και εγκρινόταν από τους διάδικους κατά τακτά χρονικά διαστήματα, ένα επιπρόσθετο παράδειγμα της προχειρότητας η οποία ενυπήρχε στην εφαρμογή και όλη λειτουργία της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων.
- Σοφή επίσης και η παρατήρηση του Μ. Υ. 1 ως προς το ότι όφειλε η εναγόμενη να είχε δώσει γραπτώς τις επιπρόσθετες εργασίες στον Κωνσταντινίδη. Εάν όντως είχε τηρηθεί μία γραπτή κατάσταση των επιπρόσθετων εργασιών τότε όχι μόνο ευκολότερη θα καθίστατο τόσο η εκδίκαση της αγωγής όσο και πιο απλό το ίδιο το έργο του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση αυτής της απόφασης αλλά ενδεχομένως οι διάδικοι να μην είχαν καν προσφύγει στο Δικαστήριο προς επίλυση της διαφοράς η οποία δημιουργήθηκε μεταξύ τους.
- Τονίζονται και πάλι τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με το θέμα του κόστους των επιπρόσθετων εργασιών. Η απουσία μιας εύλογα αναμενόμενης από το Δικαστήριο ευχέρειας σύνδεσης των επιμέρους ποσών τα οποία αναφέρονται εντός του δικογράφου της εναγομένης ευθέως ή έστω και κατά προσέγγιση με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη τους αναπόφευκτα επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία των αντίστοιχων ισχυρισμών των μαρτύρων της εναγομένης αναφορικά με αυτό το θέμα. Παραδείγματος χάριν, πως είναι δυνατό να καταγράφεται στην υποπαράγραφο 50.1.4 το κόστος των επιπρόσθετων υδραυλικών παροχών (δίχως Φ. Π. Α. ) ως £475,00 και στο τέλος να παρουσιάζεται μαρτυρία μόνο για το ποσό των £190,00 (τεκμήρια 81 και 82). Ο ισχυρισμός του Κάϊζερ ότι υπήρχε και άλλο τιμολόγιο αλλά δεν το βρήκαν δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, ικανοποιητικός προς δικαιολόγηση και αυτής της έλλειψης αντιστοιχίας της μαρτυρίας με το δικόγραφο της εναγομένης.
- Θέτοντας το διαφορετικά η έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ του δικογράφου της εναγομένης και της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη των ισχυρισμών της εντός αυτού σε σχέση με το κόστος των επιπρόσθετων εργασιών επηρεάζει με καταλυτικά αρνητικό τρόπο τη γνησιότητα αυτών των ισχυρισμών.
- Επιπλέον, οφείλω να τονίσω το εξής. Η παρουσίαση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων αναφορικά με την ύπαρξη χρέωσης της εναγομένης υπό μορφής τιμολογίων ή της είσπραξης οποιουδήποτε ποσού υπό μορφής αποδείξεων δεν είναι αρκετή από μόνη της έτσι ώστε να αποδεικνύεται η σύνδεση των εργασιών με τις οποίες αυτή η μαρτυρία σχετίζεται με την οποιαδήποτε υπό αμφισβήτηση συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς την αναγκαιότητα αυτών των εργασιών. Μαρτυρία σχετικά με αυτή τη σύνδεση θα έπρεπε να προερχόταν από τον Κάϊζερ ή τουλάχιστον τον Μ. Υ. 1 ενώ ασφαλώς δεν αναμενόταν από το Δικαστήριο όπως οι υπόλοιποι μάρτυρες υπεράσπισης στους οποίους είχε ανατεθεί η εκτέλεση εργασιών να γνωρίζουν οτιδήποτε αναφορικά είτε με την ύπαρξη είτε τις λεπτομέρειες της οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με οποιεσδήποτε επιπρόσθετες εργασίες. Μάλιστα υπήρχαν και μάρτυρες οι οποίοι ευθέως δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν κατά πόσο υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της εναγομένης και των εναγόντων σε σχέση με τη πληρωμή των χρεώσεων τους προς την εναγόμενη. Παραδείγματος χάριν, ο Μ. Υ. 3, Κώστας Χριστοδούλου.
- Επιπλέον, όχι μόνο η μαρτυρία σχετικά με την ύπαρξη, φύση και κόστος των κατ΄ ισχυρισμό συμφωνημένων επιπρόσθετων εργασιών θα αναμενόταν από το Δικαστήριο να προερχόταν είτε από τον Κάϊζερ είτε τον Μ. Υ. 1 αλλά η μαρτυρία αυτή θα έπρεπε να παρείχε μία ικανοποιητική βάση σύγκρισης με τις αρχικές εργασίες και τις επιπρόσθετες εργασίες. Έτσι ώστε να μπορούσε η εναγόμενη με αυτή τη μαρτυρία να πείσει το Δικαστήριο τόσο ως προς την αρχικά συμφωνημένη βάση εργασιών όσο και την οποιαδήποτε διαφοροποίηση αυτής.
- Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το ποσό στο οποίο καταλήγει το Δικαστήριο ότι αποδεικνύεται με βάση τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε και τη δυνατότητα συνάρτησης της με τα ποσά τα οποία αναφέρονται εντός του δικογράφου της εναγομένης αναφορικά με το κόστος των επιπρόσθετων εργασιών είναι αυτό των £7.668,75 από το οποίο βεβαίως θα πρέπει να αφαιρεθούν τα εξής ποσά. Πρώτο, το ποσό της αξίας της κουζίνας (£2.081,50), δεύτερο, η προκαταβολή της πισίνας (£1.000,00) και τέλος, η αξία των 3 καθρεφτών και 2 ραφιών μπάνιου (£103,50). Δηλαδή, συνολικό ποσό £3.185,
- Συνεπώς, το ποσό το οποίο θα μπορούσε να επιδικαστεί προς όφελος της εναγομένης ως θεραπεία στο σύνολο του είναι αυτό των £4.483,
- Διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο περιορίζεται προς επιδίκαση του οποιουδήποτε ποσού στα ποσά τα οποία στη κάθε περίπτωση αναφέρονται εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ανεξάρτητα και από τη παρουσίαση στοιχείων για επιπρόσθετες πληρωμές από την εναγόμενη.
- Νοείται επίσης ότι η μη επιδίκαση ποσού για επιπρόσθετη εργασία η οποία αναφέρεται εντός του δικογράφου της εναγομένης δεν είναι τυχαία αλλά προκύπτει από την έλλειψη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας από την εναγόμενη είτε ως προς την ύπαρξη συμφωνίας προς εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας είτε ως προς τη καταβολή του ποσού σε σχέση με αυτή.
- Διευκρινίζεται επίσης σε σχέση με μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε για ποσά τα οποία η εναγόμενη πλήρωσε για αλλαγές ή επιπρόσθετες εργασίες για τις οποίες συμφώνησε όπως μην χρεώσει τους ενάγοντες ότι, για σκοπούς επιδίκασης οποιασδήποτε θεραπείας τα ποσά αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται στα ποσά τα οποία οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει όπως οι ενάγοντες πληρώσουν προς την εναγόμενη. ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΡΑΤΑΣΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ
- Προτάθηκε ως γεγονός από την εναγόμενη η ύπαρξη μίας συνάντησης ή όπως ο Κάϊζερ την αποκάλεσε «.συνεδρίαση για παράταση παράδοσης των κατοικιών.» (παράγραφος 41 της γραπτής δήλωσης του).
- Επί αυτού του θέματος ο Κάϊζερ κρίνεται αναξιόπιστος. Διαπιστώνεται η ύπαρξη αβεβαιότητας σε αυτό το μέρος της προφορικής κατάθεσης του. Εύστοχα ερωτήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων ως προς τον αριθμό των ατόμων τα οποία ήταν κατ΄ ισχυρισμό παρόντα. Ως προς το λόγο δηλαδή γιατί χρειάστηκε να «παρακαθήσουν» τόσα άτομα σε αυτή τη συνάντηση. Απάντησε ότι ο λόγος ήταν οι έξτρα εργασίες που είχε ζητήσει ο Κωνσταντινίδης, έτσι ώστε δηλ