← Κύπρος

Fortune Properties Investments Limited ν. Αυγούλλας Ιουλίου Στυλιανού ή Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1151/08, 19/6/2013

Fortune Properties Investments Limited ν. Αυγούλλας Ιουλίου Στυλιανού ή Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1151/08, 19/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A166 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1151/08 Μεταξύ: Fortune Properties Investments Limited Ενάγουσας και

  1. Αυγούλλας Ιουλίου Στυλιανού ή Χαραλάμπους Γιωργούλλας Ιουλίου Στυλιανού ή Γεωργίου Πέτρου
  2. Μυροφόρας Ιουλίου Στυλιανού ή Χερουβείμ
  3. Ανδρέα Μιλτιάδους Εναγομένων --------------------------- Ημερομηνία: 19.6.2013 Αίτηση ημερ. 4.6.2013 για επανακλήτευση μάρτυρα Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Αγ. Γεωργιάδης (κα Πατσαλίδου ν΄ ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Επ. Κορακίδης (κα Μ. Κορακίδου ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 27.5.2008 και η ακρόαση της άρχισε στις 25.2.2013, ημερομηνία κατά την οποία έδωσε μαρτυρία η Μ.Ε.1 Δέσποινα Αζίνα. Ακολούθως στις 7.3.13 έδωσαν μαρτυρία ο Μ.Ε.2 Χρίστος Γεωργιάδης, δικηγόρος, και ο Μ.Ε.3 Στέφανος Φιντικλής. Στις 16.5.13 έδωσαν μαρτυρία οι Μ.Ε.4 Αντρούλα Ζαμπυρίνη και Μ.Ε.5 Χαρίλαος Μαρδάς με τους οποίους η πλευρά των Εναγόντων έκλεισε την υπόθεση της. Ακολούθησε στις 27.5.13 η έναρξη προσκόμισης μαρτυρίας από πλευράς Υπεράσπισης όπου κατέθεσαν η Μ.Υ.1 Αυγή Χαραλάμπους (Εναγόμενη 1). Στις 4.6.13 άρχισε να δίνει μαρτυρία ο Μ.Υ.2 Γεώργιος Σιακίδης, η μαρτυρία του οποίου ολοκληρώθηκε στις 5.6.
  4. Ακολούθησε ο ορισμός της υπόθεσης στις 25.6.13 για συνέχιση της ακρόασης ώστε να δοθεί χρόνος εν τω μεταξύ να ακουστεί η παρούσα αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 4.6.
  5. Με την παρούσα αίτηση οι Ενάγονες επιζητούν την επανακλήτευση του Χαρίλαου Μαρδά, Μ.Ε.5 και της Αντρούλας Ζαμπυρίνη, Μ.Ε.
  6. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.38, θ. 1 και Δ.48, θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χρίστου Γεωργιάδη, ημερ. 4.6.13 στην οποία απλά βεβαιώνει τα γεγονότα που περιγράφονται στους λόγους της αίτησης και ότι αυτά είναι ορθά και προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου. Πολύ συνοπτικά είναι ότι ο Μ.Ε.5 Χαρίλαος Μαρδάς ετοίμασε στις 9.5.13 έκθεση, αντίγραφο της οποίας έχει στην κατοχή της η Μ.Ε.4 Ανδρούλα Ζαμπυρίνη την οποία όμως δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο λόγω της νομικής συμβουλής του δικηγόρου των Εναγόντων ότι δεν είναι επιτρεπτή η προσκόμιση μαρτυρίας σε σχέση με το δικαίωμα ιδιοκτησίας του επίδικου κτήματος πριν τις 30.8.
  7. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγομένων οι οποίοι προβάλλουν τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Η αίτηση των Εναγόντων είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη. (β) Η έγκριση του αιτήματος των Εναγόντων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους 1-
  8. (γ) Δεν έχουν καταδειχθεί ειδικές περιστάσεις για την έγκριση τέτοιου αιτήματος.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Πόπης Πέτρου, ημερ. 11.6.13, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου των Εναγομένων και δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ουσιαστικά στην ένορκη δήλωση της προβάλλει ισχυρισμούς περί σκόπιμης παράλειψης από πλευράς Εναγόντων προσκόμισης μαρτυρίας σ΄ όσον αφορά το δικαίωμα τους να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, αρνούμενη ότι η ανάγκη επανακλήτευσης των Μ.Ε.4 και 5 προέκυψε από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Οι Ενάγοντες επέλεξαν να στηρίξουν την απαίτηση τους μόνο σε ισχυριζόμενο δόλο και δεν προσκόμισαν μαρτυρία σε σχέση με το ιστορικό του κτήματος. Είναι εισήγηση της ότι η μαρτυρία της Εναγόμενης 1 δόθηκε στη βάση της Υπεράσπισης των Εναγομένων στην οποία βασίστηκε και η αντεξέταση της Μ.Ε.1, Κτηματολογικού Λειτουργού. Συνεπώς δεν είναι θέμα που προέκυψε απρόοπτα από πλευράς Εναγομένων κατά την ακρόαση. Αναφέρει επίσης ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η μαρτυρία που ζητείται να δοθεί είναι τυπική. Ουσιαστικά με την αίτηση οι Ενάγοντες επιζητούν μια δεύτερη ευκαιρία για την παρουσίαση της υπόθεσης τους. Καταλήγοντας, τονίζει ότι δεν γίνεται καμιά αναφορά στην αίτηση ή στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει ως προς τη μαρτυρία που επιδιώκεται να δοθεί από τους δύο μάρτυρες, των οποίων ζητείται η επανακλήτευση, γι΄ αυτό και το αίτημα των Εναγόντων παραμένει μετέωρο και χωρίς νομικό και πραγματικό έρεισμα, οπότε θα πρέπει να απορριφθεί. Οι δικηγόροι των διαδίκων κατά την ακρόαση περιορίστηκαν στα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση και καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους παραθέτοντας και σχετική νομολογία. Στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται αναφορά κατωτέρω στα κατάλληλα σημεία. Η αίτηση προωθήθηκε ενώπιον μου κατά την ακρόαση έχοντας ως βάση κυρίως τις πρόνοιες της Δ.38, Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η εν λόγω Διαταγή προβλέπει τα εξής: «
  9. Κάθε μάρτυρας όταν η κύρια εξέταση του κλείσει υπόκειται σε αντεξέταση από τον αντίθετο διάδικο και σε επανεξέταση από το διάδικο που τον κάλεσε και μετά την επανεξέταση μπορεί να ερωτηθεί από το Δικαστήριο και δεν θα πρέπει να επανακλητεθεί ή ερωτηθεί περαιτέρω εκτός κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου.» Η Δ.38, Θ. 1 αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Κανναβά

(2000)1 (Α) ΑΑΔ 425 αναφέρθηκε ότι ευχερώς το θέμα επανακλήτευσης μάρτυρα εμπίπτει στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Διαφωτιστικές για το εύρος της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Savoullas v. Loucas
(1979)1 CLR 336 και Δράκος & Σία ν. Αργυρίδη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 162. Στην τελευταία αναφέρθηκε ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, όπως προσδιορίζονται από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης σε συσχετισμό με τη φύση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου συνθέτουν τους παράγοντες που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει απόκλιση από τα θεσμικά πλαίσια της διαδικασίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Savoullas v. Loucas (ανωτέρω) το Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είτε από μόνο του είτε κατόπιν αιτήματος ενός εκ των διαδίκων, επανακλήτευσης ενός μάρτυρα για περαιτέρω εξέταση ή αντεξέταση αν και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 10η έκδοση, παρ. 156 «μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για τον διάδικο, αυτό επιτρέπεται μόνο όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι». Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση The Electricity Authority of Cyprus v. Kipparis 24 CLR 126 πολύ αυστηρότερο είναι το κριτήριο για την επανακλήτευση μάρτυρα μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του Ενάγοντα. Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» του Τ. Ηλιάδη στη σελ. 237 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τους ειδικούς λόγους, που πρέπει να συντρέχουν για να επιτραπεί η επανακλήτευση μάρτυρα: «Αν και δεν έχουν καθοριστεί ποιες είναι οι ειδικές περιπτώσεις μπορεί να λεχθεί ότι και στις πολιτικές υποθέσεις εφαρμόζονται οι αρχές που ισχύουν στις ποινικές υποθέσεις έτσι που η επανακλήτευση να μην επιτρέπεται εκτός και αν το θέμα εγείρεται ex improviso ή η μαρτυρία που θα δοθεί είναι τυπική. Όμως δεν θα επιτραπεί η επανακλήτευση μάρτυρα για να καλύψει κενά στη μαρτυρία του που μπορούσε εύλογα να προβλεφθούν προτού δώσει τη μαρτυρία του.» Άδεια για επανακλήτευση μάρτυρα μπορεί να δοθεί σε έναν διάδικο ακόμη και μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του, για να παρουσιάσει νέα μαρτυρία σε περίπτωση που εγείρεται εξ απροόπτου το θέμα στη μαρτυρία της άλλης πλευράς ή με τη συγκατάθεση των δυο πλευρών (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παρ.281, σελ. 195). Σε καμιά όμως περίπτωση δεν θα επιτραπεί η επανακλήτευση μάρτυρα για να καλύψει κενά στη μαρτυρία του που μπορούσε εύλογα να προβλεφθούν προτού δώσει τη μαρτυρία του. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Sullivan
(1923)1 K.B. 47 η οποία υιοθετήθηκε και σε Κυπριακές αποφάσεις, τονίστηκε ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επανακαλεί μάρτυρες κατά τρόπο και υπό συνθήκες παρόμοιες με τις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται η λήψη αντικρουστικής ή απαντητικής μαρτυρίας. Από τα πρακτικά της ακρόασης διαφαίνεται ότι δεν είναι μόνο η Εναγόμενη 1 (Μ.Υ.1) που έκανε αναφορά σε γεγονότα πριν τις 30 Αυγούστου του 1990 σε σχέση με το ιστορικό του επίδικου κτήματος. Η Μ.Ε.1, Δέσποινα Αζίνα, υπάλληλος του Κτηματολογίου, αντεξετάστηκε εν εκτάσει σ΄ όσον αφορά το ιστορικό του κτήματος πολύ πριν τις 30 Αυγούστου 1990 και συγκεκριμένα ρωτήθηκε για τις διάφορες μεταβιβάσεις που το αφορούσαν και πότε έγιναν αυτές. Μάλιστα σε μία περίπτωση η πλευρά των Εναγόντων έφερε ένσταση με το δικαιολογητικό ότι τα θέματα είχαν αποφασιστεί σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία και το Δικαστήριο στην ενδιάμεση απόφαση του απορρίπτοντας την ένσταση ανέφερε ότι είναι θέματα που θα αποφασιστούν στο τέλος κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, νοουμένου ότι η σχετική μαρτυρία καλύπτεται από τα δικόγραφα. Το ότι οι Εναγόμενοι στήριζαν την Υπεράσπιση τους και σε γεγονότα πριν τις 30.8.1990 είναι εμφανές από την ίδια την Υπεράσπιση των Εναγομένων 1-3. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 7 γίνεται αναφορά σε χρόνο πολύ προγενέστερο της 30.8.1990 μέχρι και στο 1898 όταν το ακίνητο διαχωρίστηκε σε δύο τεμάχια, δίνοντας λεπτομέρειες που φτάνουν μέχρι και την πώληση του κτήματος με αρ. εγγραφής 4361/1.9.12.50 το 1973 στους Ενάγοντες. Την παράγραφο 7 της Υπεράσπισης οι Ενάγοντες αρνούνται με την παράγραφο 4 της Απάντησης τους δηλώνοντας «ότι θα τοποθετηθούν με μαρτυρία σε όσα περιέχονται στις εν λόγω παραγράφους και δεν αποτελούν συνοπτικούς ή ουσιώδεις ισχυρισμούς». Σημειώνεται ότι στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα των διαδίκων, διεξήχθηκε μέχρι τώρα και η ακρόαση της υπόθεσης. Συνεπώς το ιστορικό του επίδικου τεμαχίου δεν ήταν κάτι που προέκυψε απρόοπτα και κατά την παράθεση της μαρτυρίας από μέρους της Εναγόμενης 1, αλλ΄ ούτε και από οποιαδήποτε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ως η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγόντων. Η μαρτυρία που προτίθεται να εισαχθεί είναι προφανώς μαρτυρία που ήταν γνωστή στους Ενάγοντες, αλλά επέλεξαν να μη την παρουσιάσουν στο κατάλληλο χρόνο, δηλαδή όταν έδιναν μαρτυρία οι Μ.Ε.4 και 5 οι οποίοι πρόβαλαν ως δικαιολογία τη νομική συμβουλή που έλαβαν από το δικηγόρο των Εναγόντων. Διατηρώ αμφιβολίες κατά πόσο η παράλειψη αυτή έγινε εκ του πονηρού ή είχε αλλότρια κίνητρα. Εκείνο όμως που μπορεί να υποθέσει το Δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ως προς τη συγκεκριμένη μαρτυρία που επιζητείται να εισαχθεί, είναι ότι μετά που ολοκλήρωσε τη μαρτυρία της η Εναγόμενη 1 η πλευρά των Εναγόντων, εκδήλωσε την πρόθεση της να προσκομίσει και άλλη μαρτυρία. Η δυνατότητα επανακλήτευσης μάρτυρα από διάδικο ο οποίος έχει κλείσει την υπόθεση του, σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, υφίσταται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις ή όταν η επιπρόσθετη μαρτυρία που επιζητείται να δοθεί είναι τυπική. Η περίπτωση των Εναγόντων που αφορά σε προσκόμιση επιπρόσθετης μαρτυρίας, συμπλήρωσης ουσιαστικά της υπόθεσης τους, με τα πιο πάνω δεδομένα δεν περιλαμβάνεται στις ειδικές περιπτώσεις. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η δυνατότητα επανακλήτευσης δεν αποτελεί παροχή δεύτερης ευκαιρίας στο διάδικο που παρέλειψε να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία προς απόδειξη της υπόθεσης του. Ενόψει των πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος για επανακλήτευση των Μ.Ε.4 και 5, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Ο χρόνος κατά τον οποίον επιχειρείται η προσκόμιση επιπρόσθετης μαρτυρίας σχετικής ίσως με το ιστορικό του κτήματος και την έκθεση του Μ.Ε.5, σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες περιστάσεις της υπόθεσης και ιδιαίτερα το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η ακρόαση, μετά δηλαδή την έναρξη παράθεσης μαρτυρίας από πλευράς Εναγομένων, δηλώνει ότι η νέα μαρτυρία αποσκοπεί στη συμπλήρωση κενών στη μαρτυρία των Εναγόντων. Αν επιχειρείτο επανακλήτευση των Μ.Ε.4 και 5 για να δώσουν μια τυπική μαρτυρία ίσως να ήταν διαφορετική και η αντιμετώπιση της αίτησης από την άλλη πλευρά καθώς και η κατάληξη του Δικαστηρίου. Δεν είναι όμως αυτή η περίπτωση εφόσον η μαρτυρία δεν είναι τυπική. Ούτε εξάλλου υπάρχει διαφορετική εισήγηση από πλευράς Εναγόντων. Ουσιαστικά επιχειρείται η επανακλήτευση των δύο μαρτύρων για να δώσουν μαρτυρία σε σχέση με γεγονότα τα οποία ήταν ήδη γνωστά στους Ενάγοντες και, σκόπιμα, επέλεξαν να μην τα παρουσιάσουν κατά τη στιγμή που έπρεπε, για δικούς τους λόγους. Τυχόν έγκριση του αιτήματος στο στάδιο που επιχειρείται , δηλαδή στο μέσο ουσιαστικά της προσκόμισης μαρτυρίας από πλευράς Υπεράσπισης, θα περιπλέξει σίγουρα τη διαδικασία. Το γεγονός ότι η άλλη πλευρά έχει δικαίωμα να αντεξετάσει τους μάρτυρες ή να προσφέρει και άλλη μαρτυρία δεν διαφοροποιεί τα πιο πάνω δεδομένα. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση και σε βάρος των Εναγόντων-Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject/Civil/Αίτηση για επανακλήτευση μάρτυρα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.