ΖΙΟΖΕ ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΕΡΔΙΚΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 212/13, 28/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A177 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 212/13 Μεταξύ: ΖΙΟΖΕ ΙΖΑΜΠΕΛ ΠΕΡΔΙΚΟΥ Ενάγουσα -και- 1. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LIMITED 2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ 3. ΝΕΟΚΛΗΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ 4. ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ 5. ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ 6. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΝΝΗΣ 7. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ 8. ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΑΡΒΟΣ 9. ΣΠΥΡΟΥΛΛΑ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ Εναγόμενοι ............ Αίτηση ημερομηνίας 14.2.13 28.6.13 Για την Αιτήτρια-Ενάγουσα: κ. Μελάς Για την Καθ΄ης η αίτηση-Εναγόμενη 1: κ. Αποστολίδης για κ.κ. Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια ζητά: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη 1 όπως δεσμεύσει και διατηρεί δεσμευμένο εις πίστη της Ενάγουσας και/ή καταθέσει στο Δικαστήριο και/ή στη Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως εγγύηση το ποσό των €500.000 και/ή οιοδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και/ή εύλογο, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 και/ή τους Εναγόμενους 8 και/ή 9 και/ή όλους μαζί, από του να μετατρέψουν σε μετοχές και/ή άλλα σχετικά και/ή παρόμοια έγγραφα, τα επίδικα 275 αξιόγραφα αξίας €1,000 έκαστο τα οποία δόθηκαν και/ή πωλήθηκαν στην Ενάγουσα κατά ή περί το 2010, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει και/ή να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 από του να επιφέρει αλλαγές και/ή μετατροπές στην νομική και πραγματική τάξη πραγμάτων και/ή κατάσταση που υπήρχε κατά τον χρόνο συνομολόγησης της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, στη βάση της οποίας προσφέρθηκαν και/ή πωλήθηκαν και/ή δόθηκαν τα επίδικα αξιόγραφα στην Ενάγουσα κατά ή περί το 2010 μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 και/ή τους Εναγόμενους 8 και 9 και/ή όλους μαζί, από του να μετατρέψουν και/ή να ανταλλάξουν με Κυβερνητικά Ομόλογα, τα οποία η Εναγόμενη 1 διαθέτει στο χαρτοφυλάκιο της, τα επίδικα 275 αξιόγραφα αξίας €1,000 έκαστο τα οποία δόθηκαν και/ή πωλήθηκαν στην Ενάγουσα κατά ή περί το 2010 μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 άρθρο 32, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, άρθρα 4, 5 και 9, επί των άρθρων 3, 4, 5, 6, 7, 9, 13, 27, 30,31, 32 του Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι) 97, επί των άρθρων 2, 18, 36, 52 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών 144(Ι)2007, στα άρθρα 6, 10, 14 της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων, στην Δήλωση Πολιτικής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς αναφορικά με τον ορισμό της επενδυτικής συμβουλής, στις εφαρμοστέες νομικές και/ή νομολογιακές αρχές στη σχέση πελάτη-τραπεζίτη και επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 48, θεσμοί 2-4, 8 επί της πρακτικής και των γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Πέρδικου, ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας στην παρούσα διαδικασία, η οποία είναι μια εκ των πολλών που έπεσαν θύματα παραπλάνησης και εξαπάτησης, εκμετάλλευσης, καταδολίευσης και υπέστηκαν ζημιές εξαιτίας του σκανδάλου των αξιογράφων, όπως έγινε και είναι γενικά γνωστό. Έχει άμεση, θετική και προσωπική γνώση σε σχέση με τα γεγονότα και περιστάσεις που αφορούν την παρούσα αγωγή καθώς και για τα νομικά ζητήματα της, τα οποία έχει συζητήσει κυρίως με τον κ. Κώστα Μελά αλλά και με τους αξιωματούχους του Συνδέσμου Αξιογράφων. Είναι εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, στην οποία προβαίνει, εξ όσων καλύτερα γνωρίζει, πιστεύει και πληροφορείται. Μετά τις πρόσφατες εξελίξεις σχετικά με τις περαιτέρω ενέργειες και συμπεριφορά της Εναγόμενης 1 σε σχέση με τα αξιόγραφα που συνωμοτικά, με δόλιους τρόπους και τεχνάσματα πώλησαν στη σύζυγο του, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι της συζύγου του και όπως καλύτερα πιστεύει, η καταχώρηση της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης είναι επιβεβλημένη και απαραίτητη ώστε να καταστεί δυνατό να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και να εξουδετερωθεί ο κίνδυνος να αποβεί άνευ αντικειμένου και ουσίας, ενδεχόμενη απόφαση υπέρ της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα ήταν πελάτης της Εναγόμενης 1 εδώ και 25 περίπου χρόνια . Στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 στην Κάτω Πάφο, η Ενάγουσα διατηρούσε καταθέσεις τακτής προθεσμίας (γραμμάτια) και εκεί είχε καταθέσει τα χρήματα της, τα οποία προέρχοντο από κόπους, θυσίες μιας ζωής καθώς και από το μερίδιο της στην κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα της. Η Ενάγουσα βασιζόταν στο εισόδημα (τόκους) που έπαιρνε από τα κεφάλαια αυτά όπως πολύ καλά γνώριζαν οι Εναγόμενοι, ιδίως ο Εναγόμενος 8. Από την αρχή η σχέση της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1, μέσω του Εναγόμενου 8 εδραζόταν και αναπτυσσόταν στη βάση της απόλυτης εμπιστοσύνης, σιγουριάς και βεβαιότητας. Τον Μάϊο του 2010 η Ενάγουσα προσεγγίστηκε τηλεφωνικώς από τον Εναγόμενο 8, ο οποίος ήταν ο Διευθυντής του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 1 στην Κάτω Πάφο, για να την ενημερώσει, όπως της είπε, για ένα ελκυστικό καταθετικό σχέδιο το οποίο φέρει διάρκεια 5 χρόνια και επιτόκιο 7% και προορίζεται για καλούς φίλους και πελάτες. Της το παρουσίασε ως ένα νέο αναβαθμισμένο καταθετικό σχέδιο και ως μια ασφαλή και ιδανική επένδυση των χρημάτων της, καθώς το κεφάλαιο και η τοκοφορία ήταν εξασφαλισμένα ενώ τα χρήματα της τα οποία ήταν κατατεθειμένα στα γραμμάτια θα μεταφέροντο στο νέο σχέδιο χωρίς κάποια ποινή, λόγω πρόωρης ανάληψης. Ο Εναγόμενος 8 διαβεβαίωσε την Ενάγουσα ότι μετά την χρονική περίοδο των 5 χρόνων, τα χρήματα της θα μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει όπως αυτή επιθυμεί και ότι αν χρειαζόταν χρήματα πριν τα πέντε χρόνια θα της χορηγείτο δάνειο ισόποσο με το ποσό που θα κατέθετε για το νέο αυτό σχέδιο με το ίδιο ή και με χαμηλότερο επιτόκιο με μοναδική εξασφάλιση τα χρήματα τα οποία θα είχε επενδύσει το νέο αυτό σχέδιο. Η Ενάγουσα έχοντας απόλυτη και πλήρη εμπιστοσύνη προσωπικά στον Εναγόμενο 8, δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τα λεγόμενα και διαβεβαιώσεις του. Ο Εναγόμενος 8 της παρουσίασε κάποια έγγραφα τονίζοντας της ότι είναι τυπικά έγγραφα, καλώντας και μια άλλη υπάλληλο για να τη βοηθήσει, υποδεικνύοντας της που να υπογράψει. Η υπάλληλος αυτή αφού της υπέδειξε πού να θέσει την υπογραφή της, την καθησύχασε και αυτή ότι όλα είναι εντάξει και δεν έχει πρόβλημα το ότι είναι Γαλλίδα και δεν γνωρίζει να μιλά καλά Ελληνικά και ότι δεν μπορεί να γράφει, ούτε να διαβάσει Ελληνικά αφού η υπογραφή των εγγράφων είναι μια καθαρά τυπική διαδικασία. Έτσι η Ενάγουσα, σύζυγος του υπέγραψε τα όσα σχετικά έγγραφα της παρουσιάστηκαν προς υπογραφή. Μετά από αρκετές μέρες η Εναγόμενη 1 απέστειλε στην Ενάγουσα ταχυδρομικώς διάφορα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένου και ενός Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου, ενώ δέχτηκε και τηλεφωνική επικοινωνία από υπάλληλο της Εναγόμενης 1, η οποία ζητούσε να μάθει εάν η Ενάγουσα είχε αριθμό μητρώου στο Χρηματιστήριο. Όλα αυτά και ιδιαίτερα η λέξη χρηματιστήριο, της προκάλεσαν ιδιαίτερη ανησυχία και φόβο ότι κάτι δεν πάει καλά με το νέο σχέδιο που στην ουσία, όπως εκ των υστέρων ανακάλυψε, ήταν η αγορά 275 αξιογράφων κεφαλαίου για τα οποία η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 275,000 ευρώ. Η σύζυγος του εξέφρασε άμεσα και έντονα τις ανησυχίες της στην Εναγόμενη 1, οι υπάλληλοι της οποίας για ακόμη μια φορά την καθησύχασαν τονίζοντας της ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι και ότι τα λεφτά της ήταν εξασφαλισμένα και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Το 2012 ειδοποιήθηκε η σύζυγος του από την Εναγόμενη 9, η οποία ήταν υπάλληλος της Εναγόμενης 1 ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα με τα αξιόγραφα των οποίων ήταν κάτοχος και σε προσωπική συνάντηση που είχε μαζί της, της ανέφερε ότι τα αξιόγραφα της δεν συμβαδίζουν με τις προδιαγραφές και όρους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και ότι θα σταματούσε η καταβολή τόκου. Προς επίλυση του προβλήματος, η Εναγόμενη 9, την οποία η Ενάγουσα δεν γνώριζε και έβλεπε για πρώτη φορά, της παρέθεσε εκβιαστικά και κατ΄απόλυτο τρόπο επιλογές οι οποίες ήταν είτε να μετατραπούν τα αξιόγραφα σε μετοχές, είτε να αποκτήσει νέα αξιόγραφα «συμβατά» με τους όρους και προδιαγραφές της Κεντρικής Τράπεζας και με επιτόκιο 8.75%, είτε να μείνει η κατάσταση ως έχει, πλην όμως στην περίπτωση αυτή δεν θα της καταβάλλονταν οι τόκοι, λόγω της προβληματικότητας των αξιογράφων. Η Εναγόμενη 1 απάντησε με επιστολή της ημερ. 12.9.12 ότι δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση του αιτήματος της Ενάγουσας για επιστροφή του ποσού που είχε επενδυθεί για τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή αυτή. Με την σύζυγο του ετοίμασαν και έστειλαν στις 7.12.12 επιστολή προς το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με κοινοποίηση στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον Πρόεδρο της Βουλής, τον Υπουργό Οικονομικών, Γενικό Εισαγγελέα, τον Πρόεδρο και Μέλη Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής, τον Πρόεδρο και Μέλη Επιτροπής Νομικών της Βουλής και την Εκτελεστική Επιτροπή της Λαϊκής Τράπεζας. Με την επιστολή αυτή η σύζυγος του εξέφραζε την απογοήτευση και δυσαρέσκεια της σε σχέση με την εξαπάτηση που υπέστη και ζητούσε την ενεργό μεσολάβηση των πιο πάνω, ώστε να δικαιωθεί και να αποκατασταθούν οι ζημιές που υπέστη. Είχαν απαντητικές επιστολές από την Βουλή των αντιπροσώπων, την Πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, από τον Διευθυντή Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας και από τον Ανώτερο Διευθυντή της Κεντρικής Τράπεζας. Όπως τον πληροφόρησαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας, η Εναγόμενη 1 τράπεζα είχε αυξημένες υποχρεώσεις για καλή πίστη, εντιμότητα και επιμέλεια απέναντι στην Ενάγουσα, οι οποίες αναλύονται σε επιμέρους υποχρεώσεις, όπως υποχρέωση σαφούς και κατάλληλης ενημέρωσης και διαφώτισης, συμβουλευτικής καθοδήγησης, επαρκούς προειδοποίησης, εκτιμήσεως και προστασίας των συμφερόντων της ως υποψήφιου επενδυτή, σύμφωνα με το συγκεκριμένο ειδικό προφίλ αυτού. Πιο συγκεκριμένα ήταν υποχρεωμένοι οι Εναγόμενοι 1, 8 και 9 να εξετάσουν την πείρα και τη γνώση σε τέτοια θέματα, την οικονομική της κατάσταση, τον λόγο που είχε τις συγκεκριμένες αποταμιεύσεις κλπ. Η Εναγόμενη 1 έχει αποφασίσει να μετατρέψει και μετέτρεψε τα μετατρέψιμα αξιόγραφα που έχει εκδώσει σε μετοχές με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται, ενώ παρά τη θύελλα αντιδράσεων και διαμαρτυριών, δρομολογείται μία τέτοια εξέλιξη και με τα μη μετατρέψιμα αξιόγραφα, μέσω νομοθετικών ή και άλλων διαδικασιών και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να επέλθει αυτή η κατάληξη στο ζήτημα, παρ΄όλη τη δέσμευση του Υπουργείου Οικονομικών ότι δεν θα κατατεθεί νομοσχέδιο στη Βουλή για μετατροπή των μη Μετατρέψιμων Αξιογράφων σε μετοχές. Υπάρχει επίσης και το ενδεχόμενο ανταλλαγής των αξιογράφων της Εναγόμενης 1 με κυβερνητικά ομόλογα. Οι συνέπειες αυτών των ενδεχόμενων στην ουσία είναι να εξανεμισθούν τα χρήματα ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος των χρημάτων που «επένδυσε» η Ενάγουσα για την αγορά των αξιογράφων. Όπως τον συμβούλευσε ο κ. Κώστας Μελάς, οι ενέργειες αυτές και η μέχρι σήμερα συμπεριφορά της Εναγόμενης 1, συνιστούν εξαιρετική περίπτωση και ειδικό και ικανό λόγο που να δικαιολογούν υπό το σύνολο των περιστάσεων, την από μέρους του Δικαστηρίου άμεση και χωρίς προειδοποίηση έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ώστε να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι συνέπειες της συμπεριφοράς των Εναγομένων και να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να καταστούν άνευ αντικειμένου οι αξιώσεις της Ενάγουσας. Από τα όσα ανέφερε πιο πάνω και από νομική συμβουλή που πήρε από τον δικηγόρο κ. Κώστα Μελά, πιστεύει ότι η Ενάγουσα έχει πολύ καλή υπόθεση με ισχυρές πιθανότητες επιτυχίας εναντίον των Εναγομένων 1, 8 και 9-Καθ΄ων η αίτηση αλλά και των άλλων Εναγομένων. Τυχόν μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, θα οδηγήσει σε πρόκληση μεγάλης και ανεπανόρθωτης ζημιάς σε βάρος της Ενάγουσας, αφού υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να επέλθει απόφαση από την Εναγόμενη 1 για μετατροπή των αξιογράφων σε μετοχές ή ομόλογα με διάφορες μεθοδεύσεις είτε μέσω νομοθετικής ή άλλης νομιμοποίησης. Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και ελλοχεύει συνεχώς. Πέραν των πιο πάνω, όπως καλύτερα πιστεύει και πληροφορείται υπάρχει κίνδυνος εξανέμισης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1, η αφερεγγυότητα της οποίας θα πρέπει να θεωρείται σίγουρη. Εκείνο που υπάρχει τώρα είναι μείωση του κύκλου εργασιών της μέχρι να εξασφαλιστούν τα αναγκαία κεφάλαια (μέσω του κράτους) για να μπορέσει να σωθεί. Στην αίτηση της Αιτήτριας-Ενάγουσας καταχώρησε ένσταση η Εναγόμενη 1-Καθ΄ης η αίτηση προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης: 1. Η Ενάγουσα δεν δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν. 2. Η παρούσα αίτηση είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατη και/ή στερείται ορθής νομικής βάσης και/ή η επικαλούμενη στην αίτηση νομική βάση δεν προσδίδει τη δυνατότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και/ή των άρθρων 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ειδικότερα: (
- i)Τα αιτούμενα διατάγματα είναι τελείως ασυμβίβαστα και αντιστρατεύονται τις προβαλλόμενες με το κλητήριο ένταλμα αξιώσεις και/ή δεν δικαιολογείται η έκδοση τους στη βάση των προβαλλόμενων αξιώσεων ή των περιστατικών της υπόθεσης. (
- ii)Δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. (iii) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία και/ή δεν υπάρχει καλή πιθανότητα η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία. (
- iv)Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση για δήθεν παραπλάνηση και/ή εξαπάτηση και/ή δόλο και/ή συνομωσία και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή παράβαση υποχρεώσεων και/ή άλλη αθέμιτη συμπεριφορά εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και/ή των υπαλλήλων της είναι τελείως αβάσιμοι και ανυπόστατοι. (
- v)Η Εναγόμενη 1 δεν παρείχε επενδυτικές συμβουλές στην Ενάγουσα για σκοπούς αγοράς και/ή ανταλλαγής των επίδικων αξιογράφων. Περαιτέρω η Ενάγουσα υπέγραψε όλα τα σχετικά έγγραφα για αγορά των επίδικων αξιογράφων με δική της πρωτοβουλία και/ή βούληση, χωρίς καμία συμβουλή και/ή παρότρυνση και/ή παραπλάνηση και/ή οποιασδήποτε φύσης δυσμενή και/ή παραπλάνηση και/ή οποιασδήποτε φύσης δυσμενή και/ή άλλη επίδραση εκ μέρους της Εναγόμενης 1. 4. Η Ενάγουσα δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς και/ή την ανεπάρκεια αποζημιώσεων σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τη μη ικανοποίηση πιθανής μελλοντικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων. 5. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) βαραίνει προς την πλευρά της Εναγόμενης 1. 6. Προστακτικό διάταγμα στη βάση της ενδιάμεσης αίτησης της Ενάγουσας δεν δύναται και/ή δεν δικαιολογείται να εκδοθεί. 7. Δεν υπάρχει καμία νομική βάση η οποία να δικαιολογεί την έκδοση προστακτικού ή άλλης φύσης προσωρινού διατάγματος για κατάθεση ποσού €500.000 ή οποιουδήποτε άλλου ποσού στο Δικαστήριο και/ή στην Κεντρική Τράπεζα και/ή καμία μαρτυρία ή στοιχείο δεν προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί και/ή να υποστηρίζει τέτοια κατάθεση. 8. Δεν δικαιολογείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου για διασφάλιση των επικαλουμένων στην αίτηση αξιογράφων και/ή για απαγόρευση μετατροπής τους σε μετοχές ή άλλως πώς και/ή η έκδοση οποιουδήποτε προστακτικού και/ή απαγορευτικού διατάγματος, ως οι παράγραφοι Α-Δ της αίτησης ή άλλως, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και ειδικότερα: (
- i)Τα αξιόγραφα κεφαλαίου 2010 εξεδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 με τήρηση των νομίμων διαδικασίων και προϋποθέσεων και ύστερα από έγκριση των αρμοδίων εποπτικών αρχών. (
- ii)Με βάση τους όρους έκδοσης τους, όπως φαίνονται στο Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερ. 13.4.2010 και στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερ. 28.5.2010, η Εναγόμενη 1 δεν έχει δικαίωμα μετατροπής των επίδικων αξιογράφων σε μετοχές και/ή κυβερνητικά ομόλογα και δεν ετέθη ούτε τίθεται θέμα μετατροπής των εν λόγω αξιογράφων κατ΄επιλογή της ή με μονομερή απόφαση Εναγόμενης 1. (iii) Τα επίδικα αξιόγραφα διέπονται από τους όρους έκδοσης τους όπως περιλαμβάνονται στο Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερ. 13.4.2010 και στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερ. 28.5.2010 και ο από μέρους της Εναγόμενης 1 χειρισμός οποιωνδήποτε θεμάτων γίνεται αυστηρά με βάση τους όρους έκδοσης τους και τις πρόνοιες των εφαρμοζομένων νομοθετικών διατάξεων. (
- iv)Η Εναγόμενη 1 λειτουργεί κάτω από καθεστώς που υπαγορεύεται από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις και υπόκειται στις σχετικές απαγορεύσεις πληρωμής τόκων και άλλων ενεργειών σε σχέση με Αξιόγραφα ως περί τούτων προβλέπει το περί της Αναδοχής των Δικαιωμάτων Προτίμησης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2012 (Κ.Δ.Π. 182/2012) (ως έχει τροποποιηθεί) το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των περί της Διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Κρίσεων Νόμων του 2011 ως 2013. 9. Το αιτούμενο διάταγμα ως η παράγραφος Γ της αίτησης είναι γενικό και αόριστο και τυχόν έκδοση του δεν θα επιτρέπει στην Εναγόμενη 1 να συμμορφωθεί και/ή συμμόρφωση από μέρους της Εναγόμενης 1 θα είναι αδύνατη και/ή ιδιαίτερα δυσχερής και σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται στην παρούσα υπόθεση. 10. Οι αξιώσεις που προβάλλονται με το κλητήριο ένταλμα δεν δικαιολογούν και δεν επιτρέπουν την χορήγηση των αιτούμενων με την αίτηση προσωρινών διαταγμάτων. 11. Η Ενάγουσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται (estopped) από το να προωθεί την παρούσα διαδικασία και/ή να προβάλλει και/ή υποστηρίζει τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση και/ή να απαιτεί ως το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και/ή ως η παρούσα αίτηση ένεκα της συμπεριφοράς και/ή των ενεργειών της. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένστασης της Εναγόμενης 1-Καθ΄ης η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Σπυρούλλας Αγαθαγγέλου, η οποία αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της Εναγόμενης 1 από το έτος 1998 με πολυετή πείρα σε τραπεζικά θέματα. Γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λόγω προσωπικού χειρισμού της και από πληροφορίες που συγκέντρωσε, από έγγραφα που έχει στην κατοχή της και λόγω της θέσης της. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Έχει διαβάσει προσεκτικά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Ανδρέα Πέρδικου που συνοδεύει την αίτηση της Ενάγουσας-Αιτήτριας ημερ. 14.2.13 και αρνείται το περιεχόμενο της. Περαιτέρω, δηλώνει ανεπιφύλακτα ότι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας περί παραπλάνησης, εξαπάτησης, εκμετάλλευσης, καταδολίευσης, συνομωσίας, δόλιας συμπεριφοράς, αθέμιτης επιρροής, ψευδών παραστάσεων, παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων, καταστρατήγησης σχετικών νόμων και κανονισμών, παράβασης υποχρεώσεων επιμέλειας είναι εντελώς αναληθείς και απορρίπτονται κατηγορηματικά από την Εναγόμενη 1. Τα αληθή γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Κατά ή περί τον Απρίλιο 2010, η Εναγόμενη 1 εξέδωσε αξιόγραφα κεφαλαίου με τήρηση των νομίμων διαδικασιών και προϋποθέσεων και ύστερα από έγκριση των αρμόδιων εποπτικών αρχών. Τα αξιόγραφα κεφαλαίου 2010 διέπονται από τους όρους έκδοσης τους, όπως περιλαμβάνονται στο Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερ. 13.4.2010 (το «Μνημόνιο»), αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1. Περαιτέρω, η εισαγωγή των αξιογράφων προς διαπραγμάτευση στην Ρυθμιζόμενη Αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου έγινε με πλήρη συμμόρφωση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, με την έκδοση Ενημερωτικού Δελτίου ημερομηνίας 28.5.20, το οποίο εγκρίθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 και το οποίο περιλαμβάνει τους ίδιους όρους που περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο. Όπως προνοείται από το Μνημόνιο, τα επίδικα Αξιόγραφα εκδόθηκαν ως μη μετατρέψιμα και η Εναγόμενη 1 ουδέποτε δήλωσε ότι προτίθεται να τα μετατρέψει σε μετοχές ή κυβερνητικά ομόλογα και δεν προτίθεται να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή με δική της επιλογή ή μονομερή απόφαση από μέρους της. Σε περίπτωση που τυχόν ήθελε επιβληθεί νομοθετικά οποιαδήποτε μετατροπή των επίδικων ή άλλων Αξιογράφων, τούτο είναι πέραν του ελέγχου της Εναγόμενης 1. Κατά τον Μάϊο 2010 συναντήθηκε προσωπικά με την Ενάγουσα και τον σύζυγο της υπό την ιδιότητα της ως «product specialist» - είναι εξουσιοδοτημένη πωλήτρια και κάτοχος πιστοποιητικού παροχής επενδυτικών συμβουλών. Στην εν λόγω συνάντηση ενημέρωσε το ζεύγος Πέρδικου και τους επεξήγησε τα χαρακτηριστικά των Αξιογράφων, περιλαμβανομένων των κινδύνων που διέπουν μία τέτοια επένδυση, παρέχοντας τους αντικειμενική και ορθή πληροφόρηση. Οι πληροφορίες που παρείχε στο ζεύγος Πέρδικου ήταν κατάλληλες, εκτελείς, ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές, χωρίς να τονίζει πιθανά οφέλη ή τα πλεονεκτήματα τους και χωρίς να αποκρύπτει ή να υποβαθμίζει οποιαδήποτε στοιχεία. Κατόπιν δικής της υπόδειξης για την ορθή εξυπηρέτηση, προστασία και προαγωγή των συμφερόντων της Ενάγουσας, η Ενάγουσα παρείχε τα απαραίτητα στοιχεία και κατηγοριοποιήθηκε ως ιδιώτης πελάτης και με δική της πρωτοβουλία και βούληση, υπέγραψε όλα τα σχετικά έγγραφα για αγορά αξιογράφων κεφαλαίου έκδοσης 2010. Αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων υπογραμμένων από την Ενάγουσα επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 3. Περαιτέρω, τόσο αυτή όσο και ο κ. Χριστάκης Ζαβρός, παρότρυναν επανειλημμένα την Ενάγουσα και τον σύζυγο της να παραλάβουν αντίγραφο του Μνημονίου, το οποίο βρισκόταν στη διάθεση τους εντός του καταστήματος της Εναγόμενης 1 και την κάλεσαν επανειλημμένως να το εξετάσει και μελετήσει λεπτομερώς. Η Ενάγουσα ουδέποτε ζήτησε να λάβει οποιεσδήποτε περαιτέρω διευκρινίσεις και ουδέποτε εξέφρασε οποιουδήποτε είδους παράπονο και/ή ανησυχία. Κατά ή περί τον Απρίλιο 2012, η Εναγόμενη 1 αποφάσισε να προβεί σε έκδοση Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στους κατόχους Αξιογράφων Κεφαλαίου έκδοσης 2008, 2009 και 2010, νοουμένου ότι θα αποδέχονταν την προσφορά της Εναγόμενης 1 για εθελοντική ανταλλαγή. Σε συνάντηση που είχε με την Ενάγουσα και τον σύζυγο της, τον Ιούνιο 2012 τους ενημέρωσε σχετικά με την προσφορά για εθελοντική ανταλλαγή αξιογράφων τους, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε αξιολόγηση και χωρίς βεβαίως να ασκήσει οποιαδήποτε πίεση ή επιρροή. Η Ενάγουσα αποφάσισε αυτοβούλως να υποβάλει αίτηση για εθελοντική ανταλλαγή των Αξιογράφων που είχε αποκτήσει σε Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου. Αντίγραφο της εν λόγω αίτησης μαζί με τα σχετικά έγγραφα υπογραμμένα από την Ενάγουσα, επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 5. Η Ενάγουσα υπέγραψε, μεταξύ άλλων, δήλωση ότι επιθυμεί να προχωρήσει με την εν λόγω συναλλαγή με δική της πρωτοβουλία και χωρίς οποιαδήποτε συμβουλή, εισήγηση, σύσταση ή υπόδειξη από την Εναγόμενη 1 και ανέλαβε πλήρως και αποκλειστικώς την ευθύνη για οποιονδήποτε κίνδυνο ενέχει η εν λόγω συναλλαγή (αντίγραφο της εν λόγω δήλωσης περιλαμβάνεται στην δέσμη εγγράφων που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 5). Σημειώνει ότι δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε πρόβλημα συνεννόησης με την Ενάγουσα, η οποία απ΄ότι πληροφορήθηκε από τον κ. Ζαβρό, παρόλο ότι είναι Γαλλικής υπηκοότητας, ζει και είναι παντρεμένη στη Κύπρο για άνω των 20 χρόνων. Σε κάθε περίπτωση, καθ΄όλη τη διάρκεια των συναντήσεων τους, ήταν παρών και ο Κύπριος σύζυγος της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι τόσο ο κ. Πέρδικος όσο και η σύζυγος του κατέχουν μόρφωση πανεπιστημιακού επιπέδου, συνεπώς δεν υπήρχε περίπτωση μη κατανόησης της ενημέρωσης που έτυχαν από αυτή και τον κ. Ζαβρό. Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας ουδόλως ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα και έχουν ακολουθηθεί από μέρους της Εναγόμενης 1 πλήρως όλες οι νενομισμένες διαδικασίες. Διευκρινίζει επίσης ότι ούτε αυτή ούτε ο κ. Ζαβρός, όπως ο ίδιος την πληροφορεί, έκφρασαν οποιαδήποτε άποψη, ούτε βέβαια πίεσαν ή άλλως παρότρυναν την Ενάγουσα ως προς την αγορά των Αξιογράφων ή την μετατροπή τους σε Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου ή την άσκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων ή επιλογών της. Περαιτέρω, εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει σε καμία περίπτωση η Εναγόμενη 1 δεν παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες επενδυτικής συμβουλής κατά την προώθηση της διάθεσης των Αξιογράφων στην Ενάγουσα. Αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί δήθεν αφερεγγυότητας της Εναγόμενης 1. Η Εναγόμενη 1 είναι μία από τις δυο μεγαλύτερες τράπεζες της Κυπριακής Δημοκρατίας (η άλλη είναι η Τράπεζα Κύπρου). Η Εναγόμενη 1 είναι τραπεζικό ίδρυμα που λειτουργεί νομίμως και κανονικά υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας και/ή κάθε αρμόδιας αρχής και διεξάγει κανονικά τις εργασίες της και αποπληρώνει πλήρως όλες τις υποχρεώσεις της. Πρόσθετα, η Κυπριακή Δημοκρατία στηρίζει πλήρως την Τράπεζα και ενεργώντας στα πλαίσια τους Διατάγματος περί της Αναδοχής των Δικαιωμάτων Προτίμησης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd του 2012 (Κ.Δ.Π. 182/2012) απέκτησε στις 30 Ιουνίου 2012 17.960.000 μετοχές στην Εναγόμενη 1 και αποτελεί τώρα τον μεγαλύτερο μέτοχο της με ποσοστό περίπου 82% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1. Όσον αφορά τον ειδικό έλεγχο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η Σπυρούλλα Αγαθαγγέλου αναφέρει ότι τα οποιαδήποτε ευρήματα του εν λόγω ελέγχου αναφορικά με τις διαδικασίες και πρακτικές προώθησης της διάθεσης των αξιογράφων κεφαλαίου από την Εναγόμενη 1, δεν είναι καθόλου δεσμευτικά στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και ούτε είναι αποδεκτά από την Εναγόμενη 1. Η Κεντρική Τράπεζα άσκησε αρμοδιότητες στα πλαίσια του εποπτικού της ρόλου και ο έλεγχος που διεξήγαγε δεν εξειδικεύεται ούτε αφορά συγκεκριμένες περιπτώσεις όπως η παρούσα. Συνεπώς, οποιαδήποτε σχετικά συμπεράσματα δεν μπορούν να θεωρούνται ότι συνιστούν οποιαδήποτε απόδειξη, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα για παραβίαση των δικαιωμάτων της ή άλλως πως. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τους όρους έκδοσης των Αξιογράφων Κεφαλαίου 2010, τα επίδικα αξιόγραφα εκδόθηκαν ως Μη Μετατρέψιμα Αξιόγραφα και η Εναγόμενη 1 δεν έχει δικαίωμα μετατροπής των εν λόγω αξιογράφων σε μετοχές και/ή κυβερνητικά ομόλογα ή άλλους τίτλους. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 1 δεν δύναται και ούτε προτίθεται να μετατρέψει τα εν λόγω αξιόγραφα σε μετοχές ή κυβερνητικά ομόλογα ή άλλους τίτλους με επιλογή ή απόφαση της. Σε κάθε περίπτωση αναφέρει ότι, εν όψει των επικειμένων εξελίξεων για τον προσδιορισμό των δεδομένων της ανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού κλάδου και/ή σε σχέση με την ενίσχυση της οικονομίας στη Δημοκρατία, το γενικότερο θέμα του χειρισμού των αξιογράφων κεφαλαίου που εκδόθηκαν από τις Κυπριακές Τράπεζες αφορά την οικονομία του τόπου γενικά και το δημόσιο συμφέρον και δυνατό να σχετίζεται με την ολοκλήρωση των διαδικασιών αναφορικά με την υπογραφή του Μνημονίου Συναντίληψης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των διεθνών πιστωτών της και ενδεχόμενες νομοθετικού χαρακτήρα ρυθμίσεις που εκφεύγουν του ελέγχου της Εναγόμενης 1. Όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα δεν δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία να καταδεικνύουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην γραπτή του αγόρευση ο κ. Μελάς εκ μέρους της Ενάγουσας-Αιτήτριας αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης και τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αίτηση και ισχυρίζεται ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και η Ενάγουσα έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η Ενάγουσα, σύμφωνα με τον κ. Μελά, είναι μία εκ των πολλών θυμάτων του σκανδάλου των αξιογράφων, η οποία παραπλανήθηκε και εξαπατήθηκε από την Καθ΄ης η αίτηση αλλά και τους υπόλοιπους Εναγόμενους, οι οποίοι με δόλιο σχεδιασμό, δόλια τεχνάσματα και παράνομη συμπεριφορά την έπεισαν, παρακίνησαν και εξώθησαν να αγοράσει και να αποκτήσει 275 αξιόγραφα αξίας €1.000 έκαστο νομιζόμενη ότι συμμετείχε σε ένα νέο αναβαθμισμένο ασφαλές καταθετικό σχέδιο, το οποίο προοριζόταν για λίγους και εκλεκτούς πελάτες. Με την αγωγή της η Ενάγουσα αξιώνει ακύρωση των 275 αξιογράφων λόγω ψευδών παραστάσεων και παράβαση νομικών καθηκόντων και υποχρεώσεων των Εναγομένων. Ζητά επίσης αποζημιώσεις ένεκα της συμπεριφοράς των Εναγομένων. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, ο κ. Μελάς εισηγήθηκε ότι η Εναγόμενη 1 καθώς και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν, υπό τα σημερινά δεδομένα και συνθήκες, φερέγγυες και ικανές να μπορούν να εξασφαλίσουν ότι θα ικανοποιήσουν ανεμπόδιστα οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί ενδεχόμενα υπέρ της Ενάγουσας. Καμία ζημιά δεν θα προκληθεί στην Εναγόμενη 1 από την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων αλλά αντίθετα εάν δεν εκδοθούν θα προκληθεί μεγάλη και ανεπανόρθωτη ζημιά σε βάρος της Ενάγουσας καθώς δεν θα αποτελεί αυτή η αγωγή ικανό και αποτελεσματικό μέσο για ανάκτηση των χρημάτων που κατέβαλε για την αγορά των επίδικων αξιογράφων και επαναφορά της στην προ κατάρτιση της συμφωνίας κατάσταση που βρισκόταν. Στην δική του αγόρευση ο κ. Αποστολίδης εκ μέρους της Εναγόμενης-Καθ΄ης η αίτηση 1 αναφέρει ότι το διάταγμα που ζητά η Αιτήτρια κάτω από την παράγραφο Α της αίτησης, αφορά προστακτικό διάταγμα και δεν υπάρχει καμία νομική βάση, η οποία να δικαιολογεί ή να επιτρέπει την έκδοση προστακτικού διατάγματος για κατάθεση χρημάτων. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχουν οποιαδήποτε χρήματα, που να είναι επίδικο αντικείμενο της αγωγής για να μπορέσουν να διαφυλαχθούν. Το αιτητικό της παραγράφου Α είναι επίσης τόσο γενικό και αόριστο και δεν συγκεκριμενοποιείται πώς προκύπτει το ποσό. Αναφορικά δε με τα διατάγματα των παραγράφων Β, Γ και Δ της αίτησης είναι ο ισχυρισμός του κ. Αποστολίδη ότι με την αγωγή η Ενάγουσα ζητά την ακύρωση της συμφωνίας αγοράς των αξιογράφων ως αποτέλεσμα πλάνης, απόκρυψης γεγονότων, εξαπάτηση και άσκηση πίεσης. Συνεπώς, τα αιτούμενα απαγορευτικά διατάγματα για μη μετατροπή των αξιογράφων και διατήρηση του status quo είναι τελείως ασυμβίβαστα και αντιφατικά με αυτά που ζητά η Ενάγουσα στην αγωγή της. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι Καθ΄ων η αίτηση ότι η έκδοση των αξιογράφων έγινε με τήρηση των νομίμων διαδικασιών και ύστερα από έγκριση των αρμοδίων αρχών και συνεπώς με βάση τα γεγονότα που περιλαμβάνονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αποδεικνύεται καν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη πρόθεση της Εναγόμενης 1 να μετατρέψει τα αξιόγραφα η Εναγόμενη 1-Καθ΄ης η αίτηση αναφέρει ότι τα επίδικα αξιόγραφα δεν είναι μετατρέψιμα αλλά ούτε και υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι επιχείρησε να τα μετατρέψει. Στο παρελθόν έγινε πρόταση για ανταλλαγή των αξιογράφών, η οποία έγινε αποδεκτή από την Ενάγουσα, αλλά η πρόταση αυτή δεν υλοποιήθηκε. Περαιτέρω, τα διατάγματα όπως ζητούνται μέσα από την αίτηση της Αιτήτριας είναι τόσο αόριστα, που σε περίπτωση έκδοσης τους δεν θα μπορούν να συμμορφωθούν. Τα διατάγματα, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς επιβάλλουν. Τα σημερινά δεδομένα, όπως αναφέρει ο κ. Αποστολίδης έχουν αλλάξει πλήρως ενόψει του διατάγματος ημερομηνίας 25.3.13 από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης και με βάση περαιτέρω διάταγμα ημερομηνίας 29.3.13 όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Οι εργασίες της Εναγόμενης 1 και όσα περιουσιακά της στοιχεία παρέμειναν υπό την κατοχή της, ελέγχονται πλήρως από την Ειδική Διαχειρίστρια και την Αρχή Εξυγίανσης, δηλαδή την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και δεν τίθεται πλέον οποιοδήποτε θέμα διαφύλαξης οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ήταν η εισήγηση του κ. Αποστολίδη ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητα της με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας. Η αίτηση στηρίζεται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στο άρθρο 4 του Κεφ. 6. Το άρθρο 4 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο 32 καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από την Αιτήτρια μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ της Ενάγουσας στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στη περιορισμένη έκταση εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζωντίλης ν. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, 235 αναφέρθηκαν τα εξής: "Θα επαναλάβουμε έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί πως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της". Στην υπόθεση επίσης P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι: "Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας.. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά". Στην υπόθεση Αντώνη Χ"Κωνσταντή ν. Μαργαρίτας Χ"Κωνσταντή
(1998)1 Α.Α.Δ. 1827 αναφέρθηκαν τα εξής: «Πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος ως εκείνο που ζητείται διά της αγωγής όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία.» Με την αγωγή της η Ενάγουσα απαιτεί εναντίον των Εναγομένων: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται τα αξιόγραφα και/ή ομόλογα και/ή δάνεια και/ή καταθετικά προϊόντα και/ή ιδιωτικά τραπεζικά προϊόντα και/ή αξιόγραφα κεφαλαίου και/ή άλλης φύσεως έγγραφα αξίας και/ή άλλου σχετικού εγγράφου για ποσό €275.000 και/ή άλλου ποσού εκδοθέντα και/ή προσφερθέντα λόγω απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων. Β. Αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη η Ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια και/ή κάτοχος των αξιογράφων. Γ. Αποζημιώσεις για παράβαση των προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου. Δ. Αποζημιώσεις για καταδολίευση και/ή εξαπάτηση και/ή εκμετάλλευση της Ενάγουσας. Ε. Αποζημιώσεις για ψευδείς και/ή παραπλανητικές δηλώσεις σε σχέση και/ή με εμπιστευτικό πληροφοριακό μνημόνιο και/ή πρόσκληση. ΣΤ. Τιμωρητικές και/ή άλλες αποζημιώσεις για οποιαδήποτε νόμιμη αιτία. Ζ. Επιστροφή παντός καταβληθέντος ποσού από την Ενάγουσα στην Λαϊκή Τράπεζα με τόκους προς 7% από την ημερομηνία καταβολής του ποσού και/ή άλλου ή άλλων ποσών όπως το Δικαστήριο κρίνει. Η. Αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος και/ή παράλειψη καθήκοντος και/ή πλημμελής εκτέλεσης καθήκοντος και/ή κατά παράβαση του Άρθρου 172 του Συντάγματος και/ή λόγω αμέλειας και/ή αδιαφορίας και/ή παράβασης των νομίμων υποχρεώσεων πληροφόρησης. Πριν προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 θα εξετάσω τους ισχυρισμούς που προβάλλει η Καθ΄ης η αίτηση ότι τα διατάγματα που ζητά η Αιτήτρια είναι αόριστα και γενικά. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση R.K.B. Leathergoods Limited ν. Βιργίνιας Ευάγγελου Αγγελίδη
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1071 αν στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο αποφασίσει ότι πρόκειται για κατάλληλη περίπτωση χορήγησης προστακτικού διατάγματος, τότε το Δικαστήριο πρέπει να προσέξει να διασφαλιστεί όπως ο Εναγόμενος γνωρίζει επακριβώς τι οφείλει να πράξει ώστε όταν εκτελεί το διάταγμα να μπορεί να δίδει τις κατάλληλες οδηγίες. Σε σχέση με τα διατάγματα που ζητά η Ενάγουσα κάτω από τις παραγράφους Β και Δ της αίτησης, η μαρτυρία που υποστηρίζει το αίτημα βρίσκεται στη παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης του Ανδρέα Πέρδικου. Η αναφορά όμως κρίνω ότι είναι γενική και αόριστη αφού και ο ίδιος αναφέρεται σε «ενδεχόμενο ανταλλαγής» και όχι σε σαφή και θετική μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 1 επιχείρησε να τα μετατρέψει ή προετοιμάζεται να τα μετατρέψει και κατά συνέπεια δεν καταδεικνύει η Ενάγουσα σοβαρή πιθανότητα για μετατροπή των αξιογράφων σε μετοχές ή ομόλογα. Περαιτέρω, όπως φαίνεται στο Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερομηνίας 13.4.10 και στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 28.5.10 η Εναγόμενη 1 δεν έχει δικαίωμα μετατροπής των επίδικων αξιογράφων σε μετοχές και/ή κυβερνητικά ομόλογα και όπως ο Αντρέας Πέρδικος παραδέχεται στην ένορκη του δήλωση υπάρχει δέσμευση του Υπουργείου Οικονομικών ότι δεν θα κατατεθεί νομοσχέδιο στη Βουλή για μετατροπή των μη Μετατρέψιμων Αξιογράφων σε μετοχές. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι ο κίνδυνος μετατροπής των αξιογράφων δεν είναι υπαρκτός όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Και αν όμως δεχθώ για σκοπούς συζήτησης ότι το Υπουργείο Οικονομικών δεν τηρήσει την δέσμευση του και προχωρήσει στη κατάθεση σχετικού νομοσχεδίου πώς μπορεί να εμποδιστεί από ενδεχόμενο διάταγμα του Δικαστηρίου στη παρούσα υπόθεση. Κατά συνέπεια, θα συμφωνήσω με την θέση του δικηγόρου της Εναγόμενης 1 ότι η νομοθετική μετατροπή των αξιογράφων είναι πέραν του ελέγχου της Εναγόμενης
- Είναι η κρίση μου ότι η έκδοση προληπτικού διατάγματος για την περίπτωση που μελλοντικά και υποθετικά συμβεί ένα γεγονός δεν είναι επιτρεπτή και ως εκ τούτου το αίτημα των παραγράφων Β και Δ της αίτησης δεν μπορεί να επιτύχει. Το αίτημα της παραγράφου Γ της αίτησης είναι κατά την κρίση μου επίσης γενικό και αόριστο αφού δεν καθορίζει τις αλλαγές και μετατροπές στη νομική και πραγματική τάξη πραγμάτων που η αιτήτρια ζητά να απαγορευτούν στην Εναγόμενη 1 με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 1 στην περίπτωση έκδοσης του διατάγματος να μην γνωρίζει σε τι πρέπει να συμμορφωθεί. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση R.K.B Leathergoods (πιο πάνω) σε σχέση με προστακτικά διατάγματα «το Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίσει πως ο Εναγόμενος θα γνωρίζει επακριβώς τι οφείλει να πράξει». Ως εκ τούτου και το αίτημα αυτό αποτυγχάνει. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, θα εξετάσω κατά πόσο το αίτημα δικαιολογείται σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου Α της αίτησης. Με την Έκθεση Απαίτησης της η Ενάγουσα καταλογίζει στους Εναγόμενους ότι με δόλιο τρόπο και/ή σχεδιασμό κατόρθωσαν να ξεγελάσουν αρκετά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και την ίδια ώστε να αποκτήσει 275 αξιόγραφα αξίας €1.000 το κάθε ένα που εξέδωσε η Εναγόμενη 1 κατά ή περί το
- Παραθέτει λεπτομέρειες των ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι λόγω της απόλυτης εμπιστοσύνης που είχε στους Εναγόμενους 1 και/ή 8 υπέγραψε τα έγγραφα που της παρουσίασαν καταβάλλοντας το ποσό των €275.000 καθιστώντας την έτσι εν αγνοία της σε επενδυτή. Οι ενέργειες των Εναγομένων, όπως περαιτέρω ισχυρίζεται η Ενάγουσα, ήταν κακόπιστες και ανέντιμες, παραβλάπτοντας τα νόμιμα συμφέροντα της και διαψεύδοντας τις προσδοκίες της ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσης της με τους Εναγόμενους. Ως εκ τούτου, δικαιούται όπως ισχυρίζεται σε ακύρωση και/ή τερματισμό της συμφωνίας απόκτησης των 275 αξιογράφων καθώς και αποζημιώσεις. Τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι όχι μόνο δεν τους αποδέχονται αλλά περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα υπέγραψε, μεταξύ άλλων, δήλωση ότι επιθυμεί να προχωρήσει με την εν λόγω συναλλαγή με δική της πρωτοβουλία και χωρίς οποιαδήποτε συμβουλή, εισήγηση, σύσταση ή υπόδειξη από την Εναγόμενη 1 και ανέλαβε πλήρως και αποκλειστικώς την ευθύνη για οποιονδήποτε κίνδυνο ενέχει η εν λόγω συναλλαγή. Χωρίς να μου διαφεύγει το γεγονός ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση ισχυρισμών και ούτε καταλήγει σε ευρήματα που αφορούν την ουσία της υπόθεσης αλλά έχοντας υπόψη ότι η πιθανότητα επιτυχίας στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από την Αιτήτρια μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, κρίνω ότι με βάση τα πιο πάνω η Ενάγουσα καταδεικνύει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση ότι δηλαδή χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Οι αξιώσεις της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων αφορούν διάταγμα ακύρωσης των αξιογράφων λόγω απάτης και/ή δόλου και αποζημιώσεις για παράνομες ενέργειες και συμπεριφορές των Εναγομένων. Ισχυρίζεται όμως η Ενάγουσα ότι η Εναγόμενη 1 είναι αφερέγγυα και υπάρχει κίνδυνος εξανέμισης των περιουσιακών της στοιχείων με αποτέλεσμα στη περίπτωση που η Ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της να μην μπορεί να εκτελέσει την απόφαση. Τα γεγονότα που ακολούθησαν την έκδοση του παρόντος διατάγματος με τα διατάγματα ημερομηνίας 25.3.13 (ΚΔΠ 94/13) και 29.3.13 (ΚΔΠ 104/13) ανέτρεψαν την κατάσταση που επικρατούσε σχετικά με την Εναγόμενη 1 στον ουσιαστικό χρόνο. Σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 29.3.13 τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και σε άλλες τράπεζες στο εξωτερικό. Οι εργασίες και όσα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 παρέμειναν στην κατοχή της ελέγχονται από την Αρχή Εξυγίανσης, δηλαδή την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Ο κ. Μελάς στην αγόρευση του ισχυρίζεται ότι τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν υπό τα σημερινά δεδομένα και συνθήκες φερέγγυες. Σε σχέση με την Εναγόμενη 1 έχω αναφέρει πιο πάνω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρίσκεται σήμερα. Τα περιουσιακά της στοιχεία, οι εργασίες και υποχρεώσεις της μεταφέρθηκαν στη Τράπεζα Κύπρου και δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι η τράπεζα αυτή είναι αφερέγγυα. Οι εργασίες και τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν παραμείνει υπό τον έλεγχο της Ειδικής Διαχειρίστριας ελέγχονται και από την Αρχή Εξυγίανσης που είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και δεν θα συμφωνήσω με την θέση του κ. Μελά ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι αφερέγγυα. Μπορεί οι σημερινές οικονομικές συνθήκες που επικρατούν να είναι πρωτόγνωρες και δύσκολες για το κράτος όμως ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι αυθαίρετος και υπερβολικός. Το κράτος λειτουργεί και ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του και δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία για στάση πληρωμών. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Το Δικαστήριο θα πρέπει επίσης να σταθμίσει στο ισοζύγιο της ευχέρειας αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528. Το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου για να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω σε σχέση με το καθεστώς εξυγίανσης της Εναγόμενης 1 και την εμπλοκή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου σ΄αυτό, κρίνω ότι και στο ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Διάταγμα δέσμευσης και/ή κατάθεσης στο Δικαστήριο και/ή Κεντρική Τράπεζα ως εγγύησης ποσού Διάταγμα που να εμποδίζει και/ή απαγορεύει την μετατροπή σε μετοχές cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο