ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΠΛΑΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΠΛΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2911/09, 2/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A181 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2911/09 Μεταξύ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΠΛΑΣ Ενάγοντος ΚΑΙ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΠΛΑΣ
- CH. APLAS HILLS LTD Εναγομένων -------------------------- Ημερομηνία: 2.8.2013 Για Ενάγοντα: κ. Κρονίδης (κα Ε. Ζήνωνος ν΄ ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Παπακλεοβούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι διάδικοι είναι αδέλφια μεταξύ τους και η αντιδικία τους αφορά στη διεκδίκηση δικαιώματος επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/47123, Φύλλου Σχεδίου 45/1, αρ. τεμαχίου 544, στην Πέγεια, το οποίο ενεγράφη εξ ολοκλήρου αρχικά στον Εναγόμενο 1 και μετά στην Εναγόμενη
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας πληροφορήθηκε το 2009 ότι ο πατέρας του είχεν αποκτήσει το 1931 δυνάμει αγοράς από τη Μαρία Γιαννή Πετούση το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/47123, Φύλλου/Σχεδίου 45/1 (που στο εξής θα αναφέρεται ως «το ακίνητο»), το οποίο μέχρι το 1999 δεν ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι οποιουδήποτε προσώπου. Τελικά αυτό ενεγράφη επ΄ ονόματι του αδελφού του το 1999 κατόπιν ψευδών δηλώσεων και/ή παράνομων ενεργειών και προς βλάβη του Ενάγοντα που δικαιούτο στο ½ μερίδιο, με το φάκελο με αρ. Α666/99 στη βάση δήλωσης, ότι απεκτήθη λόγω δωρεάς από τον πατέρα του και πιστοποιητικού της Χωρητικής Αρχής. Ακολούθως το Μάιο του 2006 ο αδελφός του μεταβίβασε το ακίνητο στην εταιρεία του που είναι η Εναγόμενη 2, δυνάμει δωρεάς. Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος 1 αρνείται όσα του καταλογίζει ο αδελφός του περί εξαπάτησης του και δίνει τη δική του εκδοχή. Απέκτησε το ακίνητο δυνάμει χρησικτησίας την κατοχή του οποίου είχε ο πατέρας του από το 1931 μέχρι το 1964, που την παραχώρησε στον Εναγόμενο
- Η συμφωνία μεταξύ των δύο αδελφών περί διαμοιρασμού της περιουσίας του πατέρα τους το 1969, αφορούσε στην τότε υφιστάμενη περιουσία του πατέρα τους, όπως και έγινε, γι΄ αυτό και εμποδίζεται ο Ενάγοντας λόγω διαγωγής και/ή συμφωνίας να απαιτεί κληρονομικά δικαιώματα επί του επίδικου ακινήτου. Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων όπως διαφαίνονται από τα δικόγραφα ο Ενάγοντας, ο οποίος είναι ο μοναδικός αδελφός του Εναγόμενου 1, διέμενε μόνιμα στη Νότιο Αφρική από το έτος 1955 μέχρι το 2003 και ακολούθως από το 2003 μετακόμισε στην Κύπρο, όπου διαμένει στη Πέγεια μαζί με τη σύζυγο του. Στην Πέγεια διαμένει και ο Εναγόμενος 1 ο οποίος κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και μέχρι τη καταχώρηση της Αγωγής ήταν ο Κοινοτάρχης του χωριού. Η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και είχε και εξακολουθεί να έχει τον Εναγόμενο 1 ως τον μοναδικό διευθυντή και μέτοχο της. Ο πατέρας των διαδίκων απεβίωσε το έτος
- Ήταν ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας στη Πέγεια την οποίαν διαμοίρασε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα διά δωρεάς στους δύο γιους του κατά ½ μερίδιο έκαστος. Ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εκκρεμεί μέχρι σήμερα η Αγωγή με αρ. 3054/08 που καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα εναντίον του αδελφού του - Εναγόμενου 1 και μιας εταιρείας σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό παράβαση όρων γραπτής συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ των δύο αδελφών προς πλήρη διακανονισμό των περιουσιακών διαφορών τους. Για τα αμέσως πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα έδωσαν μαρτυρία εκτός από τον ίδιο (Μ.Ε.2), ο Σωτήρης Ζίγκας (Μ.Ε.1), η Μαρούλα Άπλα (Μ.Ε.3) και η Φαίδρα Αυγουστή (Μ.Ε.4) ενώ από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσαν ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.2) και ο Κυριάκος Μακαρίου (Μ.Υ.1). Ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του επανέλαβε ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης του και έδωσε μια πιο λεπτομερή εικόνα ως προς τα γεγονότα προσθέτοντας και άλλα στοιχεία. Διευκρίνισε ότι ο Εναγόμενος 1 υπήρξε Κοινοτάρχης Πέγειας από το 1999 μέχρι το
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, πρόθεση και επιθυμία του πατέρα του ήταν όπως οι δύο γιοι του να διαμοιραστούν εξ ίσου την περιουσία του. Από έρευνα του μέσα στο 2009 στο Κτηματολόγιο διαπίστωσε ότι το επίδικο ακίνητο άνκαι αγοράστηκε από τον πατέρα τους το 1931, μέσα στο 1999 κατόπιν διαβημάτων του Εναγόμενου 1 ενεγράφη ολόκληρο επ΄ ονόματι του προσβάλλοντας έτσι το κληρονομικό δικαίωμα του Ενάγοντα. Είναι η θέση του ότι η μεταβίβαση επ΄ ονόματι του αδελφού του εξασφαλίστηκε με τη χρήση δόλου και απάτης εφόσον κατά την έκδοση του πιστοποιητικού του Κοινοτικού Συμβουλίου ενήργησε υπό διπλή ιδιότητα, δηλαδή εκείνη του Κοινοτάρχη αλλά και του δικαιούχου, σε πλήρη αντίθεση με την επιθυμία του πατέρα τους για ίσο διαμοιρασμό της περιουσίας του στους δύο γιους του. Προς υποστήριξη δε της θέσης του σ΄ όσον αφορά την απόφαση και επιθυμία του πατέρα του κάλεσε ως μάρτυρα την εδώ και 50 χρόνια σύζυγο του (Μ.Ε.3). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της συζύγου του, το 1969 σε επίσκεψη της μαζί με το σύζυγο της στην Κύπρο, ο πεθερός της διαμοίρασε όλη την περιουσία του στους δύο γιους του εξίσου, αλλά επιπρόσθετα έδωσε και στις συζύγους τους το 1982 ανά ¼ μερίδιο επί του τεμαχίου με αρ.
- Τότε η ίδια και ο σύζυγος της δεν γνώριζαν την ύπαρξη του επίδικου ακινήτου. Η Μ.Ε.3 πρόβαλε τη θέση ότι αρχικά είχαν εμπιστοσύνη στο κουνιάδο της γι΄ αυτό του είχαν δώσει πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο ακολούθως απέσυραν και οι δύο, ο μεν σύζυγος της το 1993, η δε ίδια αργότερα το δικό της. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εκδοχή του Εναγόμενου
- Αποδίδει στον Ενάγοντα τακτική δικαστικής δίωξης του, που σκοπό έχει το διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων τους. Ανέφερε ότι η υπ΄ αριθμό αγωγή 3054/08 στρέφεται εναντίον του προσωπικά και της κοινής τους εταιρείας και παρά το ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είχε καμιά ευθύνη εντούτοις συμφώνησε και έδωσε στον αδελφό του όση περιουσία του ζήτησε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο αδελφός του να πάρει από την πατρική περιουσία ακίνητα έκτασης εκ 16.723 τ.μ. περισσότερη απ΄ ότι ο ίδιος. Αυτή η έκταση είναι περίπου η ίδια με εκείνη του επίδικου ακινήτου. Αυτή δεν ήταν η μοναδική περίπτωση που ο πατέρας τους δώρισε στον Εναγόμενο 1 ολόκληρο ακίνητο. Το ίδιο έγινε και με το τεμάχιο αρ. 142 όπου ο πατέρας του στις 17.3.81 μεταβίβασε ολόκληρο το ½ μερίδιο που είχε επί του τεμαχίου αυτού επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 (βλ. Δήλωση Μεταβίβασης Ακινήτου - Τ.15), αλλά εξ ιδίας πρωτοβουλίας ο Εναγόμενος 1 ενέγραψε αργότερα το ½ μερίδιο στη Μ.Ε.3 (βλ. Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας - Τ.12), η οποία και απεδέχθη τη δωρεά με τη Δήλωση Αποδοχής, ημερ. 9.7.82 (βλ. Δήλωση Μεταβίβασης Ακινήτου - Τ.16) και το υπόλοιπο ½ στη σύζυγο του. Ο πατέρας του το 1964 του δώρισε το επίδικο ακίνητο το οποίο τότε όχι μόνο δεν είχε τίτλο αλλ΄ ούτε και αξία. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν περιλήφθηκε στο διαμοιρασμό της περιουσίας του πατέρα τους το 1969, εφόσον δεν ανήκε πλέον στον πατέρα τους. Ήταν η θέση του Εναγόμενου 1 ότι ο ίδιος και η σύζυγος του φρόντιζαν το πατέρα τους μέχρι το τέλος της ζωής του ο οποίος είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενεγράφη το επίδικο ακίνητο επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 έδωσαν μαρτυρία ο Σωτήρης Ζίγκας (Μ.Ε.1) και ο Κυριάκος Μακαρίου (Μ.Υ.1), οι οποίοι είναι κτηματολογικοί λειτουργοί. Ο Ζίγκας που κλήθηκε από πλευράς Ενάγοντα στη μαρτυρία του αναφέρθηκε στην αίτηση με αρ. Α666/99 της Παναγιώτας Αγαπίου Κολώτα για έκδοση τίτλου και μεταβίβαση επ΄ ονόματι της ακίνητης περιουσίας στη βάση πιστοποιητικού της Χωρητικής Αρχής Πέγειας, το Φάκελο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Η αίτηση αυτή δεν προχώρησε για άγνωστους στο μάρτυρα λόγους, μέχρις ότου συνενώθηκε με την αίτηση του Εναγόμενου 1 με αρ. Α398/01 ημερ. 9.4.2001 που αφορούσε στην ίδια ακίνητη περιουσία, αλλά διαφορετικό μερίδιο της. Με την υποβολή της αίτησης του Εναγόμενου 1 διευθετήθηκε από το Κτηματολόγιο η επίσκεψη λειτουργού του στο μέρος για τις 30.5.01, γι΄ αυτό και απεστάλη σχετική ειδοποίηση στην Παναγιώτα Κολώτα, στον Εναγόμενο 1, στον Γεώργιο Καραγιαννίδη και στον Γεώργιο Παπαγεωργίου. Την επιτόπια εξέταση διεξήγαγε τελικά ο Μακαρίου (Μ.Υ.1) στη παρουσία των Γεώργιου Καραγιαννίδη, Γεώργιου Παπαγεωργίου, Ευαγγελίας Αντωνίου και Χριστάκη Αντωνίου. Τα πρόσωπα αυτά υπέγραψαν σχετική δήλωση για την παρουσία τους κατά την επιτόπια εξέταση που είναι το Τεκμήριο 1(Γ). Επιτόπου ετοιμάστηκε σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 1(Ε)) και η έκδοση του πιστοποιητικού με το ιστορικό του ακινήτου (Τεκμήριο 1(ΣΤ)) που υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 ως Κοινοτάρχης. Ακολούθησε η ετοιμασία έκθεσης επιτόπιας έρευνας (Τεκμήριο 1(Ζ)) στην οποία σ΄ όσον αφορά το ακίνητο 544 που αφορά τον Εναγόμενο 1, αναφέρεται ότι το δικαίωμα του προήλθε από δωρεά από τον πατέρα του το 1960, ο οποίος το είχε αγοράσει το 1931 για £7 από τη Μαρία Γιαννή Πετούση η οποία και το είχε αποκτήσει κατόπιν δωρεάς από τα αδέλφια της το
- Επειδή η Παναγιώτα Αγαπίου Κολώτα δεν μπορούσε να λάβει τις έγγραφες συγκαταθέσεις των υπόλοιπων ενδιαφερομένων σ΄ όσον αφορά το δικό της δικαίωμα επί του ακινήτου 258/1, το Κτηματολόγιο προχώρησε σε σχετική δημοσίευση στην εφημερίδα «ΧΑΡΑΥΓΗ» στις 31.7.01, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 49 του Κεφ.
- Δεν υπεβλήθη οποιαδήποτε ένσταση γι΄ αυτό και το Κτηματολόγιο προχώρησε στη τοιχοκόλληση σχετικής ειδοποίησης στο καφενείο του χωριού (πιστοποιητικό τοιχοκόλλησης είναι Τεκμήριο 1(Ι)). Ούτε και μετά την τοιχοκόλληση υπεβλήθη ένσταση, οπότε το Κτηματολόγιο προχώρησε με την εγγραφή επ΄ ονόματι των δικαιούχων δηλαδή της Κολώτα και του Εναγόμενου 1 του μέρους εκείνου που διεκδικούσε ο καθένας. Ο Μακαρίου (Μ.Υ.1) που ουσιαστικά ήταν και ο πρωταγωνιστής στη διαδικασία έκδοσης του επίδικου τίτλου επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 κλήθηκε από την Υπεράσπιση και επιβεβαίωσε στη μαρτυρία του όλα τα διαβήματα από πλευράς Κτηματολογίου που φαίνονται στο Φάκελο με αρ. 666/99 και στα οποία έκαμε αναφορά ο Ζίγκας. Εξήγησε ότι η αίτηση για την οποίαν έγινε η επιτόπια εξέταση αφορούσε μεν την Παναγιώτα Κολώτα αλλά επειδή το τεμάχιο 258 που αφορούσε η αίτηση της στα εν χρήσει σχέδια παρουσιαζόταν ως ενιαίο τεμάχιο, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ήταν διαχωρισμένο και κατείχετο από διάφορα πρόσωπα, προέβη σε διαχωρισμό του ώστε το κάθε μέρος του τεμαχίου να συμφωνεί με τα εν χρήσει σχέδια. Τελικά εκδόθηκαν τίτλοι για τους συνιδιοκτήτες όπως και για το επίδικο ακίνητο στις 18.10.
- Ο Μακαρίου τόνισε στη μαρτυρία του τις ενέργειες του αμέσως μετά την επιτόπια εξέταση, ότι δηλαδή επισκέφθηκε το καφενείο του χωριού Πέγεια, στην περιοχή του οποίου βρισκόταν το ακίνητο με αρ. τεμαχίου 258, όπου και συνάντησε τους Νικόλα Καλλικά και Μιχάλη Ψαλτά που του επιβεβαίωσαν όσα αναφέρονται στο πιστοποιητικό του Κοινοτικού Συμβουλίου, το οποίο υπέγραψαν ως μάρτυρες και ότι το ακίνητο 544 ανήκε στον Εναγόμενο
- Σύμφωνα με το Μακαρίου, κατά την επιτόπια εξέταση του, το επίδικο ακίνητο δεν είχε πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο αλλά σε μονομάτι, ενώ διαπίστωσε ότι ένα μέρος του καλλιεργείτο και είχε χαρουπιές και ελιές. Σ΄ όσον αφορά τη Μ.Ε.4 υπάλληλο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου απλά κλήθηκε από πλευράς Ενάγοντα για να καταθέσει ως Τεκμήριο το φάκελο μιας ποινικής υπόθεσης στην οποία ένας από τους κατηγορούμενους ήταν ο Εναγόμενος 1, που δεν επετράπηκε όμως από το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του. Εκτός από την προφορική μαρτυρία, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και ένας μεγάλος αριθμός εγγράφων ως Τεκμηρίων τα πλείστα εκ των οποίων προέρχονται από το φάκελο του Κτηματολογίου με αρ. 666/99, που είναι το Τεκμήριο
- Ιδιαίτερη αναφορά στο καθένα από αυτά θα γίνεται κατωτέρω όταν παρίσταται ανάγκη. Οι δικηγόροι των διαδίκων στις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις τους. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί την εκδοχή του πελάτη του περί αποκλεισμού του εκ του κληρονομικού δικαιώματος του επί του επίδικου ακινήτου. Ήταν περαιτέρω εισήγηση του ότι το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 2(Β)) στη βάση του οποίου ενεγράφη το ακίνητο επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1, είναι άκυρο λόγω παράβασης προνοιών του Νόμου, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα και σε ακύρωση της εγγραφής του επ΄ ονόματι του Εναγόμενου
- Από την άλλη ο δικηγόρος των Εναγομένων εισηγήθηκε την απόρριψη της Αγωγής, τονίζοντας τις καθόλα νόμιμες διαδικασίες από πλευράς των λειτουργών του Κτηματολογίου και ιδιαίτερα του Μ.Υ.1, που κατέληξαν στην εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι του Εναγόμενου
- Ειδική αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων θα γίνεται στα κατάλληλα σημεία. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης έγινε προσπάθεια και από τις δύο πλευρές εμπλοκής και άλλων διαφορών μεταξύ των διαδίκων, ορισμένες εξ αυτών δικαστικές για τις οποίες το Δικαστήριο δεν θα προσδώσει ιδιαίτερη σημασία, εφόσον δεν συνιστούν επίδικα θέματα στη βάση των δικογράφων. Συνεπώς το κύριο ερώτημα που πηγάζει από την όλη δομή της Έκθεσης Απαίτησης και την προσαχθείσα μαρτυρία είναι αν η επιτευχθείσα εγγραφή του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 544 επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 έγινε νομότυπα. Αν η κρίση του Δικαστηρίου είναι αρνητική στο εν λόγω ερώτημα, τότε θα πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται στην επ΄ ονόματι του εγγραφή κατά ½ μερίδιο επί του ακινήτου. Για να απαντηθεί το βασικό ερώτημα θα πρέπει να εξεταστούν οι παράμετροι που έλαβε υπόψη του το Κτηματολόγιο για να προχωρήσει στην επίδικη εγγραφή και περαιτέρω να εξεταστεί κατά πόσο αυτές συνάδουν με τη κείμενη νομοθεσία. Επίσης θα πρέπει να εξεταστεί και το καθεστώς κάτω από το οποίο εκδόθηκε ο τίτλος εγγραφής επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 αν ήταν δηλαδή δυνάμει δωρεάς, κληρονομικού δικαιώματος ή δυνάμει αυτοτελούς δικαιώματος χρησικτησίας. Σημειώνεται η εκδοχή του Εναγόμενου 1 ότι απέκτησε το ακίνητο στη βάση της χρησικτησίας. Βασική μαρτυρία για τη νομιμότητα ή όχι της επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 εγγραφής του ακινήτου είναι εκείνη των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1, κτηματολογικών λειτουργών όπως και του Εναγόμενου 1, με σχετική παραπομπή της σε τεκμήρια της υπόθεσης. Σημειώνεται ότι ο Ενάγοντας, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, μέχρι το 2003 ήταν μόνιμος κάτοικος Νοτίου Αφρικής και μέχρι το 2009 δεν γνώριζε κάν την ύπαρξη του επίδικου ακινήτου και τα δικαιώματα του πατέρα του σ΄ αυτό. Η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1 κτηματολογικών λειτουργών στηρίχθηκε κυρίως στα πρακτικά των δύο Φακέλων που αφορούν στις αιτήσεις της Κολώτα και του Εναγόμενου 1 για την επ΄ ονόματι τους εγγραφή του μεριδίου επί του τεμαχίου 258/1 που διεκδικούσε ο καθένας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των κτηματολογικών λειτουργών η επιτόπια εξέταση από πλευράς Κτηματολογίου που προηγήθηκε της επίδικης εγγραφής αφορούσε και στις δύο αιτήσεις ταυτόχρονα, εφόσον επρόκειτο για το ίδιο τεμάχιο, για διαφορετικά όμως μερίδια. Θα περιοριστώ για σκοπούς απόφασης μου, όσο είναι βέβαια δυνατό, σε εκείνα μόνο τα γεγονότα που αφορούν στην αίτηση του Εναγόμενου 1 που κατέληξε στην επ΄ ονόματι του εγγραφή του τεμαχίου με αρ. 544, εφόσον η απαίτηση του Ενάγοντα αφορά μόνο στο ακίνητο αυτό. Από την μελέτη των δύο Φακέλων διαφαίνεται ότι όλα τα σχετικά πρακτικά και έγγραφα περιλαμβάνονται στο Φάκελο που αφορά στη Κολώτα και είναι το Τεκμήριο
- Ο Φάκελος που αφορά στον Εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 2) περιέχει μόνο την αίτηση και το πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη επί του οποίου βασίζετο η αίτηση. Από τη μελέτη του Τεκμηρίου 1 και τη μαρτυρία των κτηματολογικών λειτουργών είναι φανερό ότι δεν είχε εκδοθεί κανένας τίτλος ιδιοκτησίας προηγουμένως για το τεμάχιο 544, ενώ η πρώτη εγγραφή του είναι η επίδικη, δηλαδή εκείνη επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 που ολοκληρώθηκε στις 18.10.
- Επίσης από τα στοιχεία του Φακέλου διαφαίνεται ότι υπήρξε λανθασμένος σχεδιασμός του τεμαχίου 258 για το οποίο υπήρχαν μεν τίτλοι εγγραφής στη βάση του ότι ήταν διαχωρισμένο, αλλά στα εν χρήσει σχέδια φαινόταν ως να ήταν ολόκληρο. Για τα αμέσως πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Οι δύο λειτουργοί αναφέρθηκαν στο ιστορικό του τεμαχίου 258 του οποίου το επίδικο συνιστούσε μέρος, όπως επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο 1 και ιδιαίτερα το Τεκμήριο 1(ΣΤ) που αποτελεί το πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Μακαρίου κατά την επιτόπια εξέταση του στις 30.5.
- Περιορίζομαι και εδώ σε εκείνα μόνο από τα στοιχεία του Φακέλου που αφορούν στο μερίδιο του Εναγόμενου 1 επί του τεμαχίου 258 που ενεγράφη τελικά επ΄ ονόματι του. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1(ΣΤ) περί το 1927 οι τότε ιδιοκτήτες του αρχικού τεμαχίου με αρ. 258 προέβηκαν σε διαχωρισμό του σε τρία τεμάχια. Το 258/1 ανελόγησε στη Μαρία Γιαννή Πετούση, το 258/2 στους Χριστόδουλο Γιαννή Πετούση, Νικόλα Γιαννή Πετούση, Στυλιανό Γιαννή Πετούση και Μαρία Γιαννή Πετούση και το δε 258/3 στο Νικόλα Γιαννή Πετούση. Το 1931 η Μαρία Γιανή Πετούση πώλησε μέρος του ακινήτου με αρ. 258/1 στο Φίλιππο Χ"Λοίζου Άπλα, πατέρα των διαδίκων, έναντι £7 και διαχωρίστηκε ακολούθως σε τρία τεμάχια, δηλαδή το 258/1Α, 258/1Β και 258/1Γ. Το μεν 258/1Α ήταν εκείνο που πώλησε στον πατέρα των διαδίκων, το δε 258/1Γ δώρισε στη κόρη της που είναι η αιτήτρια στην αίτηση 666/99, δηλαδή η Κολώτα. Ο Φίλιππος Χ"Λοίζου Άπλας το 1970 δώρισε στον Εναγόμενο 1 το 258/1Α που είχε αγοράσει από τη Μαρία Πετούση, ο οποίος έκτοτε το κατείχε συνεχώς και αδιαφιλονίκητα μέχρι τις 30.5.2001 που διεξήχθη η επιτόπια εξέταση του Μακαρίου. Στο πιστοποιητικό του Μακαρίου (Τεκμήριο 1(ΣΤ)) γίνεται παραπομπή στις εγγραφές των διαφόρων μεριδίων του 258 επ΄ ονόματι των εκάστοτε ιδιοκτητών τους. Οι κτηματολογικοί λειτουργοί ανέλυσαν με κάθε λεπτομέρεια τα διαβήματα που έλαβε το Κτηματολόγιο για να καταλήξει στην εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 αλλά και των άλλων τεμαχίων που προέκυψαν από το διαχωρισμό του τεμαχίου με αρ. 258, επ΄ ονόματι εκείνων των προσώπων που τα διεκδικούσαν. Ο μεν Ζίγκας άντλησε κυρίως την πληροφόρηση του από το περιεχόμενο του Φακέλου 666/99, ο δε Μακαρίου και από προσωπική του γνώση, εφόσον ήταν το άτομο που προέβη στην επιτόπια εξέταση και ετοίμασε τα σχετικά πρακτικά και έγγραφα του Φακέλου 666/
- Γι΄ αυτό κρίνω ορθότερο να προσδώσω μεγαλύτερη βαρύτητα στη μαρτυρία του Μακαρίου στα κρίσιμα σημεία, έναντι εκείνης του Ζίγκα. Κρίνω τους Ζίγκα και Μακαρίου ανεξάρτητους και ειλικρινείς μάρτυρες χωρίς κανένα συμφέρον στην υπόθεση. Η εμπλοκή τους προέκυψε στα πλαίσια της πιστής εκτέλεσης των εργασιών και καθηκόντων τους στο Κτηματολόγιο, χωρίς να προβληθεί κανένα ικανό επιχείρημα ότι είχαν κάποιο ιδιαίτερο λόγο να προωθήσουν την επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 εγγραφή του ακινήτου σε βάρος του Ενάγοντα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μακαρίου σ΄ όσον αφορά τις ενέργειες του πριν και κατά την επιτόπια εξέταση του, ότι αντιπροσωπεύουν τα πραγματικά γεγονότα και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Από τη μαρτυρία των κτηματολογικών λειτουργών, η οποία συμφωνεί απόλυτα στα ουσιώδη σημεία, διαφαίνεται ότι το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 2(Β)) διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι του Εναγόμενου
- Σημειώνεται η αναφορά του Μακαρίου κατά την αντεξέταση του ότι για την επίδικη εγγραφή επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 στηρίχθηκε αποκλειστικά στο πιστοποιητικό κατοχής (Τεκμήριο 2(Β)), το περιεχόμενο του οποίου επιβεβαίωσε ως αληθές κατά την επιτόπια εξέταση του κατόπιν σχετικής έρευνας. Σε σχέση με τη δεκτότητα του πιστοποιητικού ο Ζίγκας ανέφερε ότι το Κτηματολόγιο κατ΄ εκείνο το χρόνο δεν θα έκαμνε δεκτό το πιστοποιητικό αν αυτό δεν έφερε τις υπογραφές των δύο μαρτύρων. Το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 2(Β)) είναι ημερομηνίας 17/4/01 και φέρει την υπογραφή του Εναγόμενου 1 ως Κοινοτάρχη και δύο μαρτύρων, δηλαδή του Νικόλα Καλλικά και του Μιχάλη Ψαλτά Μάου. Κρίνω σκόπιμο για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης και ενόψει της σημασίας που του προσδόθηκε από τους λειτουργούς του Κτηματολογίου, όπως παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο του: « Πέγεια 17.4.2001 ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟΝ Διά της παρούσης πιστοποιείται ότι ο Χαράλαμπος Φιλίππου Άπλας ή Φιλίππου Χ"Λοίζου εκ Πέγειας κατέχει δυνάμει δωρεάς από τον πατέραν του Φίλιππον Χ"Λοίζου ο οποίος απεβίωσεν το 1986 μέρος του κτήματος με αρ. τεμαχίου 258 του Φ/Σ 45/1 στην Πέγεια και ο οποίος Φίλιππος το έχει αγοράσει £7:- επτά λίρες το 1931 από την Μαρία Γιαννή Πετούση και το οποίον κατέχει μέχρι σήμερα νόμιμα και αδιαφιλονίκητα. Ο Πρόεδρος Μάρτυρες 1) Νικόλας Καλλικάς 2) Μιχάλης Ψαλτάς Μάος» Η ανάγκη υπογραφής και σφράγισης από τον Κοινοτάρχη ενός πιστοποιητικού που αφορά σε ακίνητη περιουσία και ποιά η σημασία του προνοείται από το άρθρο 82
(1)του Κεφ. 224. Μέχρι τις 27.7.01 που δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή ο Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2001 (Ν.123(Ι)/01), το άρθρο 82(Ι) προνοούσε τα εξής: «82
(1)Κάθε πιστοποιητικό οποιασδήποτε χωριτικής αρχής το οποίο απαιτείται από οποιοδήποτε νόμο ή έθιμο όπως προσαχθεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο ως απόδειξη γεγονότος που αφορά οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο επηρεάζει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία υπογράφεται και σφραγίζεται από τον κοινοτάρχη και υπογράφεται επίσης από όχι λιγότερα των δύο μελών της χωριτικής επιτροπής της ενορίας ή του χωριού όπου βρίσκεται η ιδιοκτησία. ..............................» Με τον πιο πάνω τροποποιητικό Νόμο 123(Ι)/01 η πρόνοια για την αναγκαιότητα υπογραφής του πιστοποιητικού και από δύο τουλάχιστον μέλη της Χωρητικής Αρχής διεγράφη. Συνεπώς στις 17.4.01 που υπεγράφη το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 2(Β)) ίσχυαν οι πρόνοιες του άρθρου 82
(1)του αρχικού Νόμου. Δεν αμφισβητείται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δηλαδή τον Απρίλη του 2001 ήταν ήδη σε εφαρμογή ο Περί Κοινοτήτων Νόμος του 1999 (Ν. 86(Ι)/99), που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 9.7.99 και ο οποίος με το άρθρο 117 κατάργησε τον Περί Χωρίων (Διοίκηση και Βελτίωση) Νόμο, τον Περί Χωρητικών Αρχών Νόμο και άλλους Νόμους. Σημειώνεται ότι η περιοχή Πέγειας αρχικά ήταν Συμβούλιο Βελτιώσεως αλλά με τη Κ.Δ.Π. 162/93 που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερ. 18.6.1993 Παρ. ΙΙΙ κηρύχθηκε σε Δήμο, κατόπιν δημοψηφίσματος. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν. 86(Ι)/99 η διοίκηση των κοινοτήτων που δημιουργούνται με την εφαρμογή του Νόμου διενεργείται από Συμβούλια, εκτός από τις δημαρχούμενες περιοχές, όπου ο Κοινοτάρχης περιβάλλεται τις εξουσίες που προνοούνται στο άρθρο 46 του πιο πάνω Νόμου μόνο. Το άρθρο 46(ιβ) του Νόμου 86(Ι)/99 προβλέπει μεταξύ άλλων τα εξής σε σχέση με τις αρμοδιότητες του Κοινοτάρχη: «
- Ο Κοινοτάρχης έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: ............................... (ιβ) Παρέχει οποιοδήποτε πιστοποιητικό για κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία, όταν δεν υπάρχει εμπόδιο που να δικαιολογεί την άρνηση παροχής τέτοιου πιστοποιητικού.» Είναι κοινό έδαφος ότι ο Εναγόμενος 1 υπήρξε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή το 2001, Κοινοτάρχης του χωριού Πέγειας. Στις αρμοδιότητες και καθήκοντα του ως Κοινοτάρχη περιλαμβάνετο και το δικαίωμα του να παρέχει οποιοδήποτε πιστοποιητικό για κινητή ή ακίνητη περιουσία. Συνεπώς η έκδοση του επίδικου πιστοποιητικού (Τεκμήριο 2(Β)) από τον Εναγόμενο 1 ως Κοινοτάρχη βρισκόταν εντός των πλαισίων των αρμοδιοτήτων του και δεν έχει οτιδήποτε το μεμπτό από την άποψη αυτή. Δεν υπήρξε εξάλλου διαφορετική εισήγηση εφόσον προσβάλλεται η εγκυρότητα του πιστοποιητικού για άλλους λόγους. Ήταν εισήγηση του δικηγόρου του Ενάγοντα στη γραπτή του αγόρευση ότι το πιστοποιητικό αυτό είναι άκυρο για το λόγο ότι στη βάση του άρθρου 11 του Ν.86(Ι)/99 θα έπρεπε να φέρει την υπογραφή τουλάχιστον ακόμα δύο μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου. Θεωρεί προφανώς τους μάρτυρες του πιστοποιητικού ως Μέλη τέτοιου Συμβουλίου και πάνω σ΄ αυτή τη βάση προώθησε την υπόθεση του. Την ίδια ιδιότητα θεώρησε και ο Ζίγκας. Σημειώνεται ότι η πρόνοια για τη σύσταση Κοινοτικών Συμβουλίων περιέχεται στο άρθρο 6 του Ν. 86(Ι)/99 ότι σε κάθε κοινότητα, εκτός από τις δημαρχούμενες περιοχές, εγκαθιδρύεται Συμβούλιο, το οποίο έχει τις αρμοδιότητες που καθορίζονται στο Νόμο. Είναι φανερό από τα άρθρα 5 και 6 του πιο πάνω Νόμου ότι εξαιρούνται οι περιοχές που είναι Δήμοι από την πρόνοια περί εγκαθίδρυσης Κοινοτικών Συμβουλίων. Συνεπώς οι πρόνοιες του άρθρου 11 που πραγματεύεται περί της σύστασης Συμβουλίων δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της Πέγειας, που είναι Δήμος από το
- Η παράγραφος
(3)του άρθρου 11 είναι εξάλλου σαφής ότι «Στις δημαρχούμενες περιοχές δεν υπάρχουν Συμβούλια αλλά μόνο κοινοτάρχες και αναπληρωτές κοινοτάρχες». Από τη μελέτη του πιστοποιητικού οι Καλλικάς και Μάος υπέγραψαν ως μάρτυρες στο πιστοποιητικό χωρίς καμιά αναφορά σε άλλη ιδιότητα τους όπως μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου Πέγειας. Αντίθετα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 αυτοί οι δύο ήταν μέλη της Χωρητικής Αρχής, δηλαδή αζάες μέχρι το 1996-
- Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό η μαρτυρία του Μακαρίου ότι παλιά ήταν αναγκαίο όπως υπογράφουν το πιστοποιητικό κατοχής τουλάχιστο δύο μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου εκτός από τον Κοινοτάρχη, ενώ σήμερα με εγκύκλιο του Κτηματολογίου δεν χρειάζεται η υπογραφή τους και ότι είναι αρκετή η πιστοποίηση του Κοινοτάρχη. Πάρα ταύτα εξέτασα τη σχετική εισήγηση και δεν εντόπισα καμιά πρόνοια στο Ν.86(Ι)/99ή σε άλλο νομοθέτημα ότι το πιστοποιητικό κατοχής θα πρέπει να υπογράφεται εκτός από τον Κοινοτάρχη και από όλα τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου ή ορισμένα από αυτά. Ως εκ τούτου για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ανεδαφική η σχετική εισήγηση από πλευράς Ενάγοντα, και απορρίπτεται. Άλλη εισήγηση του δικηγόρου του Ενάγοντα που καθιστά, κατά την άποψη του, άκυρο το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 2(Β)) ήταν η διπλή ιδιότητα του Εναγόμενου 1 κατά την έκδοση του, δηλαδή κακώς υπεγράφη το πιστοποιητικό από τον Εναγόμενο 1 υπό την ιδιότητα του ως Κοινοτάρχη, εφόσον ήταν και ο δικαιούχος του ακινήτου που αφορούσε το πιστοποιητικό. Έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1, λόγω αυτής ακριβώς της διπλής, όπως μπορεί να λεχθεί, ιδιότητας του. Την εξέτασα σε συνάρτηση και με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σημειώνεται ότι δεν δόθηκε κανένα στοιχείο από πλευράς Ενάγοντα και ούτε έγινε παραπομπή σε οποιαδήποτε νομική αυθεντία που να υποστηρίζει τη θέση του αυτή. Αντίθετα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μακαρίου δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο και έχει συμβεί και σε άλλες περιπτώσεις όπου ακίνητη περιουσία ενεγράφη επ΄ ονόματι του Κοινοτάρχη ενός χωριού στη βάση πιστοποιητικού κατοχής που υπέγραψε ο ίδιος. Θα ήταν παράδοξο εξάλλου ένας Κοινοτάρχης να μην μπορεί να εκδίδει πιστοποιητικό για περιουσία του. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ακυρότητας του πιστοποιητικού κατοχής (Τεκμήριο 2(Β)) κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Μια από τις εισηγήσεις του δικηγόρου του Ενάγοντα στην αγόρευση του είναι ότι οι αξιώσεις του πελάτη του περί ακύρωσης της εγγραφής του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 και μετέπειτα επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 2, θα πρέπει να πετύχουν και στη βάση του ότι δεν έχει αποδειχθεί το περιεχόμενο του πιστοποιητικού (Τεκμήριο 2(Β)). Είναι της άποψης ότι η παράλειψη κλήσης των δύο προσώπων που το υπέγραψαν ως μάρτυρες, είναι καταλυτική για την δεκτότητα του περιεχομένου του ως αληθούς. Η μη κλήση των δύο πιο πάνω προσώπων είναι δεδομένη. Ο Εναγόμενος 1 έδωσε σαφή εξήγηση για την παράλειψη του αυτή, ότι δηλαδή ο Μάος έχει αποβιώσει, ο δε Καλλικάς είναι υπερήλικας άνω των 90 ετών. Σημειώνεται ότι ο Εναγόμενος 1 δεν αντεξετάστηκε σ΄ αυτό το συγκεκριμένο σημείο της μαρτυρίας του. Ο Ενάγοντας από την άλλη στη μαρτυρία του απέφυγε να τοποθετηθεί προβάλλοντας τη θέση ότι γνώριζε τον Καλλικά και ότι ενεπλάκη σε κάποια παρανομία μαζί με τον Εναγόμενο 1, χωρίς να δώσει σαφείς εξηγήσεις. Συνεπώς δεν υπάρχει λόγος αμφισβήτησης των λεχθέντων του Εναγόμενου 1 ότι ο μεν Μάος έχει ήδη αποβιώσει, ο δε Καλλικάς είναι άνω των 90 χρονών. Ως εκ τούτου η παράλειψη κλήσης τους από πλευράς Εναγομένων ως μαρτύρων κρίνεται δικαιολογημένη και δεν μπορεί να αποδοθεί στους Εναγόμενους αλλότρια κίνητρα που στόχο ήταν να βλάψουν τα φερόμενα δικαιώματα του Ενάγοντα επί του επίδικου ακινήτου. Στη κρινόμενη περίπτωση ο Εναγόμενος 1 με τη διά ζώσης μαρτυρία του επιβεβαίωσε πλήρως το περιεχόμενο του πιστοποιητικού (Τεκμήριο 2(Β)). Είχε προσωπική γνώση, όπως ανέφερε, των αναγραφέντων και το υπέγραψε μαζί με τα άλλα δύο πρόσωπα που φαίνονται ως μάρτυρες και υπήρξαν μέλη της Χωρητικής Αρχής Πέγειας μέχρι το 1996-
- Ο Μακαρίου διεξήγαγε έρευνα και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο του πιστοποιητικού στο καφενείο του χωριού, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, αμέσως μετά την επιτόπια εξέταση, όπου συνομίλησε με το Μάο και το Καλλικά και τους ρώτησε σχετικά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έγκριση της αίτησης για εγγραφή του ακινήτου επ΄ ονόματι του Εναγόμενου
- Άνκαι δεν ζητήθηκε η κλήση του Καλλικά για αντεξέταση από πλευράς Ενάγοντα, κρίνεται ορθό όπως το Δικαστήριο μη προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του Μακαρίου. Η παράλειψη κλήσης του Μάου και του Καλλικά ως μαρτύρων από τους Εναγόμενους, η οποία επαναλαμβάνω δεν κρίνεται σκόπιμη ή είχε αλλότρια κίνητρα, δεν σημαίνει ότι δεν έχει αποδειχθεί το περιεχόμενο του πιστοποιητικού. Το περιεχόμενο του επιβεβαίωσε ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 στη προφορική του μαρτυρία ο οποίος και το υπέγραψε ως Κοινοτάρχης. Κρίνω ότι ο Εναγόμενος 1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο σ΄ όσον αφορά τον τρόπο που το ακίνητο ενεγράφη επ΄ ονόματι του. Η διαφορά που προκύπτει σε σχέση με το χρόνο της δωρεάς όπου ο ίδιος τον τοποθετεί το 1964 ενώ στο Φάκελο του Κτηματολογίου και συγκεκριμένα στο πιστοποιητικό του Μακαρίου παραπέμπει στο 1970, δεν κρίνεται ουσιώδης και ούτε είναι τέτοιας εμβέλειας που να καθιστά αναξιόπιστη τη μαρτυρία από πλευράς Εναγομένων. Ο Εναγόμενος 1 ήταν σαφής στο ότι δεν είναι εκείνος που ετοίμασε το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 1(ΣΤ)) αλλά ο κτηματολογικός υπάλληλος και ο ίδιος απλά το υπέγραψε ως Κοινοτάρχης. Ανέφερε επιπρόσθετα ότι δεν γνωρίζει από πού άντλησε την συγκεκριμένη πληροφόρηση ο κτηματολογικός λειτουργός. Σημειώνεται ότι στο πιστοποιητικό (Τεκμήριο 2(Β)) δεν αναφέρεται η χρονολογία της δωρεάς, παρά μόνο ότι ο πατέρας των διαδίκων το απέκτησε δυνάμει αγοράς το 1931 και μετά το δώρισε στον Εναγόμενο 1, ο οποίος το κατέχει μέχρι σήμερα. Το κενό αυτό συμπλήρωσε ο Μακαρίου όπου σύμφωνα με τα λεχθέντα του, κατά την επιτόπια εξέταση του και από την έρευνα του διεφάνη ότι η δωρεά έγινε το
- Δέχομαι ως χρόνο κτήσης της κατοχής του ακινήτου από τον Εναγόμενο 1 περίπου το έτος 1964, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδίου που είναι σε καλύτερη θέση να γνωρίζει απ΄ ότι ο Μακαρίου, ο οποίος άντλησε τη πληροφόρηση του από τρίτους. Εν πάση περιπτώσει είτε το 1964 είτε το 1970 να απέκτησε κατοχή ο Εναγόμενος 1, δεν ενέχει τόση σημασία για σκοπούς εχθρικής κατοχής, εφόσον μέχρι την καταχώρηση της αίτησης και την επίδικη εγγραφή είχαν ήδη συμπληρωθεί 30 χρόνια. Συνεπώς συνιστά εύρημα μου ότι ο πατέρας των διαδίκων δώρισε το ακίνητο στον Ενάγοντα το 1964 ο οποίος έκτοτε είχε τη συνεχή και αδιάλειπτη κατοχή του μέχρι που αυτό ενεγράφη επ΄ ονόματι του. Ήταν άλλη εισήγηση του δικηγόρου του Ενάγοντα ότι το Κτηματολόγιο κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 49 του Κεφ. 224, δεν πληροφόρησε τον Ενάγοντα για τα διαβήματα του Εναγόμενου 1 που σκοπό είχαν την εγγραφή επ΄ ονόματι του του επίδικου ακινήτου, δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα του. Αντεξέτασε μάλιστα εν εκτάσει το Μακαρίου για την παράλειψη αποστολής σχετικής ειδοποίησης στον Ενάγοντα, που ήταν κληρονόμος του Φίλιππου Χ"Λοίζου Άπλα. Ο Μακαρίου δεν αρνήθηκε ότι γνώριζε την ύπαρξη του Ενάγοντα και ότι αυτός διέμενε στο εξωτερικό, αλλά δεν έκρινε απαραίτητη την από μέρους του Κτηματολογίου αποστολή ειδοποίησης προς τον Ενάγοντα ως συγκληρονόμου, αλλ΄ ούτε και τη δημοσίευση σχετικής ειδοποίησης στον ημερήσιο τύπο, γιατί το επίδικο ακίνητο δεν είχε τίτλο εγγραφής προηγουμένως. Ο τίτλος με αρ. 7634 επ΄ ονόματι του Γιαννή Γιωρκή Πετούση που υπήρχε για το τεμάχιο 258 ήταν πολύ παλιός και παρέπεμπε σε χρόνο πριν την αρχική Χωρομετρία και Εκτίμηση και πριν το διαχωρισμό του τεμαχίου
- Από το 2010 και μετά με εγκύκλιο του Κτηματολογίου ημερ. 24.11.10 είναι τακτική να ζητείται η υπογραφή όλων των κληρονόμων. Τότε δεν χρειαζόταν. Από τη μαρτυρία του Μακαρίου καθίσταται σαφές ότι το Κτηματολόγιο δεν προχώρησε στη βάση των προνοιών του άρθρου 49 του Κεφ.
- Το άρθρο αυτό παρέχει ευχέρεια μεταβίβασης ακινήτου αποβιωσάντων σε τρίτα πρόσωπα με τη συγκατάθεση των συγκληρονόμων, εφόσον προϋποθέτει όπως τα ακίνητα να είναι εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι του αποβιώσαντα, που δεν αφορά στη παρούσα περίπτωση όπου ο πατέρας των διαδίκων δεν ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου. Ο Μακαρίου εξέτασε την αίτηση του Εναγόμενου 1 στη βάση του Τεκμηρίου 2(Β) και συνακόλουθα του κατ΄ ισχυρισμό δικαιώματος χρησικτησίας χωρίς να εντοπίζεται οτιδήποτε το μεμπτό. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό δεν έχει διαφανεί να έγινε κάποιο λάθος ή παρατυπία κατά την επιτόπια έρευνα του Μακαρίου ή κατά την εκτέλεση των διαφόρων εργασιών του που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν της επιτόπιας έρευνας του. Σημειώνεται η αναφορά του Μακαρίου ότι ενήργησε σύμφωνα με την τότε ακολουθητέα διαδικασία από μέρους του Κτηματολογίου σε τέτοιες περιπτώσεις. Συνεπώς και αυτή η εισήγηση απορρίπτεται ως αβάσιμη. Οι διάδικοι στη προφορική μαρτυρία τους τόνισαν τις προσωπικές διαφορές τους που σχετίζονται με τη πατρική περιουσία. Δεν κρίνω σκόπιμο να ενδιατρίψω επί του θέματος όχι μόνο γιατί οι κατ΄ ισχυρισμό διαφορές τους φέρεται να έχουν διευθετηθεί σε άλλες δικαστικές διαδικασίες, αλλά εκκρεμεί και άλλη μία. Από τη μαρτυρία τους έχω πειστεί ότι οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ των δύο αδελφών είναι κακές. Είναι λυπηρό πράγματι γιατί οι σχέσεις τους προχώρησαν μέχρι του σημείου να τις επιλύσουν δικαστικά. Περιορίζομαι μόνο να αναφέρω ότι δεν έχω επισημάνει στην παρούσα περίπτωση την ύπαρξη κακής πίστης από πλευράς Εναγόμενου 1 ή την από μέρους του χρήση δόλου ή απάτης σε βάρος του Ενάγοντα, είτε κατά την εγγραφή επ΄ ονόματι του του επίδικου ακινήτου είτε κατά τη μεταβίβαση του επ΄ ονόματι της εταιρείας του, Εναγόμενης 2, μετά από 5 χρόνια περίπου από την αρχική εγγραφή (βλ. πιστοποιητικό έρευνας - Τεκμήριο 8). Αν ο σκοπός της μεταβίβασης ήταν απλά για αποξένωση του επίδικου ακινήτου, ώστε να μη λάβει γνώση ο Ενάγοντας περί της επίδικης εγγραφής, ήταν λογικά αναμενόμενο ο Εναγόμενος 1 να προέβαινε στη μεταβίβαση αμέσως μετά που το ακίνητο ενεγράφη επ΄ ονόματι του εφόσον ήδη η Εναγόμενη 2 είχε συσταθεί από τις 3.10.01 (βλ. Τεκμήριο 4). Συνεπώς δεν μπορούν να καταλογιστούν στον Εναγόμενο 1 τα κίνητρα που του αποδίδονται από τον Ενάγοντα σε σχέση με την επ΄ ονόματι της εταιρείας του Εναγόμενου 1 εγγραφή του ακινήτου. Σημειώνεται ότι ο Ενάγοντας δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο που να κατατείνει στο ότι ο Εναγόμενος 1 δεν απέκτησε την κατοχή του ακινήτου το 1964 ή ότι δεν το κατείχε από τότε μέχρις ότου αυτό ενεγράφη επ΄ ονόματι του. Συνεπώς είναι κατάληξη μου ότι έχει αποδειχθεί η αλήθεια του περιεχομένου του πιστοποιητικού του Κοινοτάρχη και ότι η έκδοση τίτλου εγγραφής για το ακίνητο με αρ. τεμαχίου 544 επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 έγινε στη βάση της διαδικασίας του Κτηματολογίου που ακολουθούσε σε τέτοιες περιπτώσεις και δεν έχει οτιδήποτε το μεμπτό. Με βάση τη πιο πάνω αξιολόγηση και ευρήματα μου κρίνω ότι ο Εναγόμενος 1 έχει αποδείξει την αδιαφιλονίκητη εχθρική κατοχή του ακινήτου για πάνω από 30 αδιάλειπτα χρόνια δηλαδή από το 1964 που του το δώρισε ο πατέρας του, μέχρι που ενεγράφη επ΄ ονόματι του το
- Η καλλιέργεια των δέντρων που υπήρχαν στο ακίνητο από τον Εναγόμενο 1, είναι πράξη που αποδεικνύει την κατοχή. Εκτός από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1, τη καλλιέργεια των δέντρων του ακινήτου επιβεβαίωσε και ο Μακαρίου στη μαρτυρία του ότι κατά την επιτόπια εξέταση του στις 30.5.01 τα δέντρα που βρίσκονταν σ΄ αυτό, δηλαδή χαρουπιές και ελιές ήταν καλλιεργημένα. Η λέξη χρησικτησία αναφέρεται στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ.
- Τα άρθρα 9, 10 και 10Α του Νόμου περιέχουν πρόνοιες αναφορικά με την χρησικτησία, δηλαδή την απόκτηση δικαιώματος κυριότητας ακίνητης ιδιοκτησίας, δυνάμει εχθρικής κατοχής. Το βάρος της απόδειξης εχθρικής κατοχής βαρύνει το διάδικο που διεκδικεί την ιδιοκτησία (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 257). Πάγια θέση της νομολογίας είναι ότι κληρονόμοι ενός αποθανόντος που έχει συμπληρώσει την περίοδο χρησικτησίας δικαιούνται σε διαδοχή των δικαιωμάτων τους πάνω σε ακίνητη περιουσία (βλ. Vassilio Grigori Della & Others v. Savva ΗadjiMichaeli & Others 6 C.L.R. 23 και Μακρή ν. Μακρή κ.ά.
(1984)1 Α.Α.Δ. 642). Στην υπόθεση Νικόλα ν. Κονναρή κ.ά.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1785 επεξηγήθηκε ο όρος «κατοχή» ότι προϋποθέτει κάποιες πράξεις ιδιοκτησίας που έγιναν από το πρόσωπο που διεκδικεί τέτοιο δικαίωμα. Η μαρτυρία επί του προκειμένου πρέπει να είναι θετική και, ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης, να οδηγεί στην εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Πρέπει να αποδεικνύεται πραγματική κατοχή η οποία, ως εκ της φύσεως της, να αποκλείει οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα κατοχής του συγκεκριμένου ακινήτου από τρίτους. Επίσης σύμφωνα με την υπόθεση Ευσταθίου ν. Παναγή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1297 η κατοχή δεν είναι ανάγκη να ασκείται αυτοπροσώπως αλλά η χρήση του να γίνεται κατά τη βούληση του κατόχου. Συνεπώς στο ερώτημα κάτω από ποιό καθεστώς προχώρησε το Κτηματολόγιο στην επίδικη εγγραφή, η απάντηση είναι κάτω από το δικαίωμα χρησικτησίας, αφού ο Εναγόμενος 1 είχε συμπληρώσει την απαιτούμενη περίοδο. Παρά τη πιο πάνω κατάληξη μου που οδηγεί αναπόφευκτα σε απόρριψη της αξίωσης για ακύρωση της εγγραφής του ακινήτου αρχικά επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 και μετέπειτα επί της Εναγόμενης 2, κρίνω ορθό όπως προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται στην αξίωση του ½ μεριδίου επί του επίδικου ακινήτου στη βάση της κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και/ή με τον πατέρα τους για διαμοιρασμό της πατρικής περιουσίας. Είναι βασικό στο σημείο αυτό να διευκρινιστεί η βάση της Αγωγής και ο τρόπος που ο Ενάγοντας επέλεξε να προωθήσει την αξίωση του για το ½ μερίδιο επί του ακινήτου. Ο Ενάγοντας με το δικόγραφο του δεν ισχυρίζεται αποκλειστική κατοχή ή εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου ή μέρους του από τον ίδιο. Ήταν η πάγια θέση του, όπως υποστηρίχθηκε μέσα από τη μαρτυρία του ίδιου και της συζύγου του, ότι δικαιούται στο ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου δυνάμει συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και/ή με τον πατέρα τους για διαμοιρασμό της πατρικής περιουσίας εξίσου. Ο πατέρας του όμως δεν είχε τίτλο ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο. Συνεπώς ο Ενάγοντας δεν έχει δικαίωμα να ζητά να περιέλθει το ½ μερίδιο του ακινήτου επ΄ ονόματι του χωρίς να μεσολαβούσε νομότυπα η προηγούμενη εγγραφή στον πατέρα του Φίλιππο, είτε δυνάμει χρησικτησίας, είτε αγοράς του. Επιπρόσθετα εκείνος που θα είχε δικαίωμα επί της περιουσίας του πατέρα των διαδίκων προς συλλογή και διανομή της θα ήταν ο διαχειριστής της περιουσίας του και όχι οποιοσδήποτε κληρονόμος. Παρά το πιο πάνω εμπόδιο στη προώθηση της αξίωσης του Ενάγοντα επί του ½ μεριδίου του ακινήτου, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση επί της ουσίας ώστε να υπάρχει η κρίση μου και επ΄ αυτού του θέματος. Η μαρτυρία του Ενάγοντα και της συζύγου του περί της ύπαρξης συμφωνίας για διαμοιρασμό της πατρικής περιουσίας ήταν γενική και αόριστη σε αντίθεση με εκείνη του Εναγόμενου 1, η οποία ήταν πιο τεκμηριωμένη. Ο πατέρας τους, σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί και αποτελεί εύρημα μου, από το 1931 που είχε αγοράσει το επίδικο ακίνητο απέκτησε και τη κατοχή του. Συνεπώς όταν διαμοίρασε τη περιουσία του στους δύο γιούς του εξίσου δεν υπήρχε κανένας λόγος να μη τους διαμοιράσει και αυτό το ακίνητο. Αν υπήρχε αδυναμία μεταβίβασης το 1969 που, σύμφωνα με την εκδοχή του Ενάγοντα συμφωνήθηκε ο διαμοιρασμός της πατρικής περιουσίας, που οφειλόταν στο ότι το επίδικο ακίνητο στερείτο τίτλου ιδιοκτησίας, θα μπορούσε ο πατέρας τους έστω να κάμει κάποια σχετική αναφορά στον Ενάγοντα για την ύπαρξη του ακινήτου και το δικαίωμα του σ΄ αυτό. Από τη μαρτυρία του ίδιου του Ενάγοντα ότι μόλις το 2009 πληροφορήθηκε για το δικαίωμα του πατέρα του επί του ακινήτου, προκύπτει ότι ο πατέρας του δεν του ανέφερε τίποτε σχετικό άνκαι ήταν φυσικό να του το έλεγε, αν η επιθυμία του ήταν να διαμοιραστεί εξίσου στα παιδιά του η περιουσία του. Συνιστά εύρημα μου ότι ο πατέρας των διαδίκων το 1969 προέβη σε μεταβίβαση επ΄ ονόματι των δύο παιδιών του εξίσου εκείνης της ακίνητης περιουσίας που ήθελε να τους μεταβιβάσει. Αυτό είναι εμφανές και από το γεγονός ότι ήταν ιδιοκτήτης επιπρόσθετα και του ½ μεριδίου επί του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 142, αλλ' ούτε αυτό μεταβίβασε στους δύο γιους του το
- Το μεταβίβασε εξ ολοκλήρου στον Εναγόμενο 1 στις 17.3.81 (βλ. Τεκμήριο 15). Από το Τεκμήριο 16 διαφαίνεται ότι είναι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 που μεταβίβασε ανά ¼ μερίδιο στις συζύγους των διαδίκων στις 9.7.82, μετά δηλαδή 15 μήνες από την επ΄ ονόματι του εγγραφή. Επίσης αν σύμφωνα με τον Ενάγοντα, επιθυμία του πατέρα των διαδίκων ήταν ο διαμοιρασμός εξίσου στους δύο γιούς του της περιουσίας του αλλά δεν μεταβίβασε το 1969 το επίδικο ακίνητο γιατί δεν είχε τίτλο, τι τον εμπόδιζε έστω μετά να προβεί στα αναγκαία διαβήματα ο ίδιος για έκδοση τίτλου επ΄ ονόματι του και μετά να προχωρήσει στη μεταβίβαση του στους δύο γιους του, αφού είχε τη κατοχή του ακινήτου από το
- Τα πιο πάνω δεν μπορούν παρά να δημιουργούν ερωτηματικά στο Δικαστήριο περί της αλήθειας των ισχυρισμών του Ενάγοντα. Σ΄ όσον αφορά τη σύζυγο του (Μ.Ε.3) ήταν φανερή η προσπάθεια της υποστήριξης της εκδοχής του Ενάγοντα για ευνόητους λόγους. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα και της συζύγου του για το θέμα δεν είναι τέτοια που να οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα περί καταρτισμού της κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίας. Αντίθετα η εκδοχή του Εναγόμενου 1 κρίνεται πιο αληθοφανής ότι δηλαδή τότε το ακίνητο ήταν μικρής αξίας και δεν είχε τίτλο γι΄ αυτό και ο πατέρας των διαδίκων το είχε δωρίσει στον Εναγόμενο 1 το 1964, ο οποίος απέκτησε τη κατοχή του και τη διατήρησε μέχρι που το ενέγραψε επ΄ ονόματι του. Σημειώνεται από τη μαρτυρία των κτηματολογικών λειτουργών το σημείο ότι η έκδοση ξεχωριστών τίτλων για το κάθε μέρος του κτήματος με αρ. 258 στα πρόσωπα που το διεκδικούσαν, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Συνεπώς αποδεχόμενη τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 στα αμφισβητούμενα σημεία κατά προτίμηση εκείνης του Ενάγοντα και συζύγου του την οποία απορρίπτω, βρίσκω ότι καμιά συμφωνία δεν έγινε είτε μεταξύ των διαδίκων είτε και με το πατέρα τους σε σχέση με το διαμοιρασμό του επίδικου ακινήτου εξίσου στους δύο γιούς του. Ενόψει της πιο πάνω ανάλυσης σε συσχετισμό με τη βάση της Αγωγής είναι κατάληξη μου ότι η παρούσα Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί όπως και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο