← Κύπρος

Clive Preece κ.α. ν. Νάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου, Αρ. Αγωγής: 3014/04, 20/8/2013

Clive Preece κ.α. ν. Νάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου, Αρ. Αγωγής: 3014/04, 20/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A185 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3014/04 Μεταξύ:

  1. Clive Preece
  2. Ann Marie Preece Εναγόντων και Νάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου Εναγόμενης ---------------------- Ημερομηνία: 20/8/2013 Για τους Ενάγοντες: κ. Ι Παπαζαχαρίας (κα Μ. Καραγιανίδου για να ακούσει απόφαση) Για την Εναγόμενη: κ. Α. Μάγος (κα Ε. Πατσαλίδη για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες 1 και 2 (στο εξής θα αναφέρονται ως «οι ενάγοντες») αξιώνουν την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την ειδική εκτέλεση της Σύμβασης Πωλήσεως ημερ. 10/06/2003 που κατατέθηκε για τον σκοπό αυτό στο Κτηματολόγιο Πάφου με αρ. 1741/2003, που συνήφθη μεταξύ της εναγόμενης ως πωλήτριας και των εναγόντων ως αγοραστών, και την μεταβίβαση και εγγραφή του πωληθέντος κτήματος με αρ. εγγραφής 2325, Φ/Σχ. 35/44, τεμάχιο 44 τοποθεσία «Λειβάδι» στην Πάνω Ακουρδάλια Πάφου, το όλο μερίδιο στο όνομα των εναγόντων ως αποκλειστικών κυρίων αυτού, απαλλαγμένου παντός εμπράγματου βάρους. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εναγόμενη και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή εκδοχείς αυτής όπως υπογράφουν κάθε αναγκαίο έγγραφο, αίτηση ή δήλωση και προβεί στις απαραίτητες ενέργειες ενώπιον των αρμόδιων αρχών και/ή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου για την μεταβίβαση και εγγραφή στο όνομα των εναγόντων του όλου μεριδίου επί του ακινήτου που αναφέρεται στην παράγραφο Α ανωτέρω. Γ. Διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου προς τον Αρμόδιο Λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου να αποδεχθεί την μεταβίβαση του ακινήτου που αναφέρεται στην παρα. Α ανωτέρω και να διενεργήσει την σχετική καταχώριση στα βιβλία του Κτηματολογίου. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου εξουσιοδοτών τους ενάγοντες και/ή αντιπρόσωπο τους όπως υπογράψουν κάθε αναγκαίο έγγραφο και προβούν στις αναγκαίες ενέργειες και/ή καταβάλουν εκ μέρους της εναγόμενης κάθε οφειλόμενο ποσό προς το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων ή άλλη Αρχή της Δημοκρατίας ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα τους.» Με βάση την έκθεση απαίτησης τους οι ενάγοντες είναι ευρωπαίοι πολίτες και αγόρασαν από την εναγόμενη το τεμάχιο 44 Φλ./Σχ. 35/44 αρ. εγγραφής 2325 στην Πάνω Ακουρδάλεια της επαρχίας Πάφου (στο εξής θα αναφέρεται «το ακίνητο»). Ισχυρίζονται ότι στις 18.6.2002 υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντα 1 και της εναγομένης πωλητήριο έγγραφο για να τους πωλήσει το πιο πάνω αναφερόμενο ακίνητο με τους πιο κάτω αναφερόμενους όρους: Α. Τίμημα πώλησης Λ.Κ.20.000, ποσό Λ.Κ.100 θα πληρώνετο αμέσως και το υπόλοιπο κατά την έκδοση άδειας οικοδομής. Β. Μεταβίβαση του τίτλου στο όνομα του αγοραστή θα πραγματοποιείτο με την εξόφληση του τιμήματος και την εξασφάλιση άδειας του Υπουργικού Συμβουλίου. Στις 18.6.2002 οι ενάγοντες εξόφλησαν ολόκληρο το τίμημα με τραπεζική επιταγή ύψους Λ.Κ.20.000 προς το γιο της εναγομένης Σάββα Ρωσσίδη. Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι διατηρούσαν φιλικούς και οικογενειακούς δεσμούς με την εναγομένη και την οικογένεια της και ο ενάγοντας 1 μαζί με το γιο της Σάββα Ρωσσίδη και το Γεώργιο Κυπριανίδη ήσαν εξίσου μέτοχοι στην εταιρεία LAMDA CONTRACTORS & LAND DEVOLOPERS LTD. Στις 10.6.2003 με βάση τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, οι διάδικοι προφορικά ακύρωσαν το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 18.6.2002 και το αντικατέστησαν με νέο έγγραφο ημερομηνίας 10.6.2003 για την πώληση του ακινήτου και στους δύο ενάγοντες. Περαιτέρω η εναγόμενη υπέγραψε αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας καθώς και γραπτή δήλωση διορισμού αρχιτέκτονα-αντιπροσώπου και άλλα έγγραφα με τα οποία εξασφαλίστηκε η πολεοδομική άδεια από την αρμόδια αρχή. Με βάση το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 10.6.2003 συμφωνήθηκε όπως η κατοχή του ακινήτου περιέλθει στους αγοραστές και η εναγόμενη υπογράφει κάθε αναγκαίο έγγραφο για έκδοση σχετικών αδειών. Η μεταβίβαση του ακινήτου θα γινόταν εντός ενός μηνός από την εξασφάλιση άδειας του Υπουργικού Συμβουλίου από τους αγοραστές. Οι ενάγοντες μετά που η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με επιστολή των δικηγόρων τους στις 9.8.2004 κάλεσαν την εναγόμενη να παραστεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου στις 2.9.2004 και ώρα 9:00 για να μεταβιβάσει το ακίνητο. Η εναγόμενη με επιστολή του δικηγόρου της τους πληροφόρησε ότι δεν θα παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο. Η συμφωνία ημερομηνίας 10.6.2003 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου στις 17.6.
  3. Η εναγόμενη στην έκθεση υπεράσπισης της ισχυρίζεται ότι οι αναφερόμενες συμφωνίες είναι άκυρες καθότι δεν γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, οι ενάγοντες και ο γιος της την πληροφόρησαν ότι θα αγοράσουν το κτήμα στην τιμή των Λ.Κ.70.000, οι Λ.Κ.20.000 θα ήταν με την υπογραφή του εγγράφου και Λ.Κ.30.000 και Λ.Κ.20.000 θα πληρώνοντο «κάτω από το τραπέζι» σε διαφορετικές ημερομηνίες. Παραδέχεται ότι δεν εμφανίσθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου για μεταβίβαση καθότι οι ενάγοντες αρνούντο να συμμορφωθούν με τη συμφωνία ημερομηνίας 18.6.2002 και την πληρωμή ολοκλήρου του ποσού των Λ.Κ.70.
  4. Ανταπαιτεί δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερομηνίας 10.6.2003 δεν έχει νομική ισχύ καθότι είναι παράνομη σύμβαση. Για τους ενάγοντες κατέθεσε ο ενάγοντας 1 ως Μ.Ε.1 και η Ευγενία Λάμπρου του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου ως Μ.Ε.
  5. Για την εναγόμενη κατέθεσε ως Μ.Υ.1 ο Σάββας Ρωσσίδης, ως Μ.Υ.2 ο Γιώργος Κυπριανίδης και ως Μ.Υ.3 η Βάσω Σαββίδου της ΣΠΕ περιοχής Πόλεως Χρυσοχούς. Τόσο από τους ενάγοντες όσο και από την εναγόμενη κατατέθηκαν συνολικά 23 τεκμήρια. Ο Μ.Ε.1, ενάγοντας 1 Clive Preece, ανέφερε ότι γνωρίζεται με την οικογένεια της εναγόμενης από το 2001, από το 2002 έμενε στο Σκούλλι σε ενοικιαζόμενο σπίτι, έψαχναν χωράφι για να κτίσουν δικό τους σπίτι και βρίσκονταν στο εστιατόριο «Μυστήριο» που διατηρούσε η οικογένεια της εναγόμενης και ο Φοίβος Ρωσσίδης τον ενημέρωσε για ένα χωράφι που είχε η μητέρα του στην Ακουρδάλεια. Συμφώνησαν να αγοράσουν το κτήμα, η εναγόμενη δεν ήθελε να το πωλήσει, ήθελε να το δωρίσει στην οικογένεια του, δεν το δέχθηκε ήθελε να το αγοράσει και πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.20.
  6. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής του ακινήτου. Επίσης κατέθεσε ως τεκμήριο 2 τη συμφωνία ημερομηνίας 18.6.2002, ως τεκμήριο 3 αντίγραφο της συμφωνίας ημερομηνίας 10.6.2003, ως τεκμήριο 4 την απόδειξη καταχώρισης της εγγραφής στο Κτηματολόγιο, ως τεκμήριο 5 φωτοαντίγραφο επιταγής της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 18.6.2002 στο όνομα Σάββας Ρωσσίδης για το ποσό των Λ.Κ.20.000, ως τεκμήριο 6 επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 19.6.2002 στο όνομα Σάββας Ρωσσίδης για το ποσό των Λ.Κ.20.000 και ως τεκμήριο 7 φωτοαντίγραφο επιταγής της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 19.6.2002 στο όνομα Σάββας Ρωσσίδης για το ποσό των Λ.Κ.5.
  7. Περαιτέρω κατέθεσε ως τεκμήριο 8 φωτοαντίγραφο δήλωσης διορισμού αντιπροσώπου από την εναγόμενη, ως τεκμήριο 9 φωτοαντίγραφο αίτησης στην πολεοδομική αρχή για πολεοδομική άδεια, ως τεκμήριο 10 φωτοαντίγραφο γνωστοποίησης χορήγησης πολεοδομικής άδειας, ως τεκμήριο 11 φωτοαντίγραφο πιστοποιητικού μετόχων και διευθυντών καθώς και του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας LAMDA CONTRACTORS & LAND DEVOLOPERS LTD, ως τεκμήριο 12 φωτοαντίγραφο επιστολής του δικηγόρου τους προς την εναγόμενη και ως τεκμήριο 13 φωτοαντίγραφο της απάντησης στην επιστολή του δικηγόρου της εναγόμενης. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε σχέση με τα λεφτά που έδωσε στον Σάββα Ρωσσίδη πέραν των Λ.Κ.20.000 επιταγή ημερομηνίας 18.6.2002, Τεκμήριο 1, στις 19.6.2002 ο Σάββας Ρωσσίδης του ζήτησε περαιτέρω Λ.Κ.20.000 για να αφαιρέσει την υποθήκη ως δάνειο και την ίδια μέρα περαιτέρω του ζήτησε ακόμα Λ.Κ.5.
  8. Και τα δύο ποσά τα έδωσε στον Σάββα Ρωσσίδη με αντίστοιχες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου, Τεκμήρια 6 και
  9. Επίσης έδωσε και διάφορα άλλα ποσά στον Σάββα Ρωσσίδη που συμποσούνται στο ποσό των Λ.Κ.3.
  10. Αναφέρθηκε στην εταιρεία που είχε μαζί με τον Σάββα Ρωσσίδη και τον Κυπριανίδη. Στην συνέχεια ο Ενάγοντας 1 ανέφερε ότι κανόνισαν να βρεθούν στο Κτηματολόγιο για να γίνει η μεταβίβαση αλλά δεν εμφανίστηκαν και ζητούσαν περαιτέρω ποσό Λ.Κ.30.
  11. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι το ποσό των επιπλέον Λ.Κ.20.000 το έδωσε στον Σάββα Ρωσσίδη γιατί υπήρχε η μία υποθήκη, τα έδωσε για να βγει το κτήμα από την υποθήκη ως δάνειο για να μπορεί να έχει τους τίτλους. Για την επιταγή των Λ.Κ.5.000 ανέφερε ότι την έδωσε ως συνέχεια ενός άλλου δανείου. Ως ΜΕ2 κατέθεσε η Ευγενία Λάμπρου, εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Ανέφερε ότι έχει στην κατοχή της αντίγραφο της υποθήκης Υ2002/97 που αφορούσε ενυπόθηκο δάνειο της Νάσως Θεοφίλου Λοίζου με την ΣΠΕ Πόλις Χρυσοχούς και ότι η υποθήκη δεν υφίσταται πλέον γιατί εξαλείφθηκε στις 3.7.
  12. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 αντίγραφο της υποθήκης, ως Τεκμήριο 16 χρεωστικό γραμμάτιο, ως Τεκμήριο 17 πιστοποιητικό μέλους, ως Τεκμήριο 18 εξόφληση της υποθήκης και ως Τεκμήριο 19 έγγραφο εξάλειψης της υποθήκης. Επίσης στην αντεξέταση ανέφερε ότι το συγκεκριμένο ακίνητο βαρύνεται με πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 17.6.
  13. Ο ΜΥ1 Σάββας Ρωσσίδης κατέθεσε γραπτό κείμενο, το οποίο αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτό παραδέχεται ότι με την οικογένεια του Ενάγοντα 1 διατηρούν φιλικές σχέσεις, συμφώνησαν να αγοράσει ένα κτήμα της μητέρας του και ότι η συμφωνημένη τιμή ήταν για Λ.Κ.70.
  14. Ως αντιπρόσωπος της μητέρας του συμφώνησε ότι ο Ενάγοντας 1 θα κατέβαλλε το ποσό των Λ.Κ.20.000 με την υπογραφή της συμφωνίας και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.50.000 θα καταβάλλετο ποσό Λ.Κ.30.000 κάτω από το τραπέζι και Λ.Κ.20.000 κατά την μεταβίβαση. Προχώρησαν σε καταρτισμό εγγράφου ημερομηνίας 18.6.2002, του Τεκμηρίου
  15. Κατά την υπογραφή του έδωσε το ποσό των Λ.Κ.20.000 το οποίο αντιστοιχούσε με το ποσό για την απόσυρση της υποθήκης. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο Ενάγοντας 1 την επόμενη 19.6.2002 του έδωσε ακόμη Λ.Κ.20.000 για την αξία του χωραφιού και το ποσό των Λ.Κ.5.000 για τα έξοδα εγγραφής της εταιρείας LAMDA CONSTRUCTORS & LAND DEVELOPERS LIMITED. Ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας 1 του ζήτησε να συντάξουν νέο έγγραφο αγοράς του χωραφιού γιατί ήθελε να το καταθέσει στο Κτηματολόγιο. Συμφώνησαν και σε αυτό προστέθηκε ως αγοραστής και η σύζυγος του, Ενάγουσα
  16. Θέση του είναι ότι θα το μεταβίβαζαν το ακίνητο εφόσον τους πλήρωνε το ποσό των Λ.Κ.30.
  17. Αρνείται ότι του έκαμε οποιαδήποτε δάνεια και ούτε η οικογένεια του είχε ανάγκη για την παροχή οποιωνδήποτε δανείων. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη είναι έτοιμη να μεταβιβάσει το κτήμα εφόσον της καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.30.
  18. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι το κτήμα ήταν εκτός οικιστικής περιοχής στην Ακουρδάλια και ότι αυτός και ο Ενάγοντας 1 είπαν στον δικηγόρο να βάλει ως τιμή πώλησης το ποσό των Λ.Κ.20.
  19. Ο Κυπριανίδης είναι προσωπικός του φίλος και στον Ενάγοντα 1 ανέφερε ότι το κτήμα ήταν υποθηκευμένο την μέρα που υπόγραφε το συμβόλαιο. Ερωτήθηκε εάν όταν ετοίμαζε το δεύτερο συμβόλαιο ζήτησε από τον Ενάγοντα 1 να τους πληρώσει τις Λ.Κ.30.000, απάντησε ότι είχαν εμπιστοσύνη γιατί ήταν φίλοι και ζήτησαν να τους πληρώσει σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την υπογραφή του δευτέρου συμβολαίου. Δεν γνωρίζει την αγοραία αξία του ακινήτου σήμερα. Ο ΜΥ2 Γεώργιος Κυπριανίδης, κατάθεσε γραπτώς την κυρίως εξέταση του. Σε αυτή αναφέρει ότι είναι δικηγόρος και ότι ο Σάββας Ρωσσίδης και ο Εναγόντας 1 του ζήτησαν να ετοιμάσει πωλητήριο έγγραφο και με τίμημα πώλησης Λ.Κ.20.
  20. Το ετοίμασε και την επόμενη μέρα συναντήθηκαν μαζί και το υπέγραψαν. Τον επόμενο χρόνο του ζήτησαν να διατυπώσει εκ νέου το έγγραφο με αγοραστές τον Ενάγοντα 1 και την σύζυγο του και με νέα ημερομηνία ώστε να υπάρχει δυνατότητα κατάθεσης του στο Κτηματολόγιο. Το υπέγραψαν και το κατέθεσε μετά από μία εβδομάδα στο Κτηματολόγιο. Δεν ήταν παρών στην πληρωμή και ούτε γνωρίζει ποια ποσά πληρώθηκαν ως τίμημα πώλησης. Σε μεταγενέστερο χρόνο του ζήτησαν να ετοιμάσει δηλώσεις μεταβίβασης με τα στοιχεία του δεύτερου πωλητηρίου εγγράφου για μεταβίβαση. Ετοίμασε τα σχετικά έντυπα και μετέβηκε στο Κτηματολόγιο, όπου συνάντησε τους διαδίκους να βρίσκονται στο καφενείο πλησίον του Κτηματολογίου και να συζητούν εκκρεμότητες σχετικά με το τίμημα πώλησης. Συγκεκριμένα η Εναγόμενη έλεγε ότι δεν εξοφλήθηκε το τίμημα πώλησης και ως εκ τούτου δεν θα προβεί στην μεταβίβαση μέχρι την εξόφληση ενώ ο Ενάγοντα 1 έλεγε ότι έχει εξοφλήσει. Έφυγαν χωρίς να γίνει η μεταβίβαση. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είναι γνωστός και φίλος της οικογένειας Ρωσσίδη, είναι δικηγόρος αλλά δεν έχει ανανεώσει την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος και το 2002 δεν είχε ανανεωμένη την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 και ανέφερε ότι αυτός το ετοίμασε και η υπογραφή του βρίσκεται στην θέση της υπογραφής του μάρτυρα
  21. Οδηγίες για την ετοιμασία του έδωσαν οι συμβαλλόμενοι και του ζήτησαν να ετοιμάσει απλό πωλητήριο έγγραφο για Λ.Κ.20.
  22. Η Εναγόμενη πριν το υπογράψει μίλησε με τον γιό της Σάββα Ρωσσίδη. Δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο για το τίμημα πώλησης. Για την διαφορά μεταξύ τους, το έμαθε στο Κτηματολόγιο όταν μετέβηκαν για την μεταβίβαση. Επίσης ανέφερε ότι κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 δεν του ανέφεραν οτιδήποτε για το τίμημα. Η ΜΥ3 Βάσω Σαββίδου, είναι Ανώτερος Τμηματάρχης Χορηγήσεως ΣΠΕ Πόλεως Χρυσοχού και σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ανέφερε ότι στις 18.6.2002 με βάση το Τεκμήριο 22 εξοφλήθηκε η υποθήκη Υ2002/
  23. Η εξόφληση έγινε με επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ύψους Λ.Κ.20.000 και το υπόλοιπο επιστράφηκε σε μετρητά. Η υποθήκη εξαλείφθηκε από το Κτηματολόγιο στις 27.1.2003, δεν γνωρίζει γιατί η εξάλειψη έγινε στις 27.1.
  24. Η ΣΠΕ Πόλεως Χρυσοχού εξέδωσε πιστοποιητικό εξόφλησης στις 3.7.2002, Τεκμήρια 18 και
  25. Όσον αφορά το δάνειο ανέφερε ότι πριν την εξόφληση του δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι και η υπόθεση είχε ήδη παραπεμφθεί σε διαιτησία. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Εναγόμενης, αφού αναφέρθηκε στη μαρτυρία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η πλευρά των Εναγόντων και συγκεκριμένα στην μαρτυρία του Ενάγοντα 1, κάλεσε το Δικαστήριο να την απορρίψει ως ανακριβή και μη δυνάμενη να αποδείξει τα όσα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται στην Έκθεση Απαίτησης τους. Στάθηκε ιδιαίτερα στις αναφορές του Ενάγοντα 1 για την πληρωμή των ποσών Λ.Κ.20,000, Λ.Κ.20.000 και Λ.Κ.5.000 τις θεώρησε εντελώς ανακριβείς και μη δυνάμενες να πείσουν το Δικαστήριο ότι τα ποσά των Λ.Κ.25.000 δόθηκαν στον γιο της Εναγόμενης ως δάνειο και όχι ως μέρος εξόφλησης του ακινήτου το ποσό των Λ.Κ.20.000 και το ποσό των Λ.Κ.5.000 ως μέρος άλλης συνεργασίας που είχε ο Ενάγοντας 1 με τον γιο της Εναγόμενης. Είναι η θέση του ότι η συμφωνία πώλησης εφόσον απεκρύβη την κανονική τιμή του κτήματος, αποτελεί παράνομη σύμβαση και ως τέτοια το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να της δώσει οποιαδήποτε σημασία και να παράσχει τις θεραπείες που αναφέρονται σ΄αυτή. (Παρέθεσε σχετική νομολογία επί του θέματος αυτού). Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαιδεύτου δικηγόρου των Εναγόντων 1 και
  26. Αναφερόμενος στην μαρτυρία που προσκόμισε ο Εναγόμενος 1 ζήτησε όπως κριθεί καθ΄όλα αξιόπιστη και αποδεκτή σε αντίθεση με την μαρτυρία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΥ1 Σάββας Ρωσσίδης, παραπέμποντας σε αντιφάσεις που υπέπεσε τόσο κατά την πρώτη δίκη όσο και κατά την μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Σε σχέση με τον ΜΥ2 τόνισε ότι πρόκειται για φίλο της οικογένειας Ρωσσίδη και είναι φανερή η προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε λεπτομέρειες της συναλλαγής. Είναι η θέση του ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρανομία και ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 δικαιούνται τις θεραπείες που ζητούν. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα όλους τους μάρτυρες που κατέθεταν ενώπιον μου και προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, σύμφωνα με τα όσα έχουν καταθέσει, τον τρόπο που απαντούσαν και την όλη αντίδραση τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Στην υπόθεση Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.α.

(2008)1 Α.Α.Δ. 1275, έχει αναφερθεί ότι: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το Δικαστήριο, φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, την λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με την δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς την λογική των πραγμάτων». Ασκώντας τα πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όπως αναφέρεται και στην Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας 1 και η σύζυγος του είναι αλλοδαποί με καταγωγή από το Ηνωμένο Βασίλειο. Σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1 διαπιστώνεται σύγκλιση με τα όσα η Εναγόμενη παρουσιάζει τόσο στην υπεράσπιση της όσο και στην μαρτυρία που έχει προσφέρει. Είναι γεγονός ότι τόσο στην μαρτυρία του Ενάγοντα 1 όσο και στην μαρτυρία της υπεράσπισης που προσφέρθηκε από τον ΜΥ1, παρεμβαίνουν στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θέματα τα οποία είναι μεν δικογραφημένα, δεν άπτονται όμως των γεγονότων της υπό αναφοράς υπόθεσης. Συγκεκριμένα, έγινε ιδιαίτερη αναφορά στην συνεργασία που είχεν ο Ενάγοντας 1, ο ΜΥ1 και ο ΜΥ
  1. Επί του επίδικου θέματος υπάρχει σύγκλιση και συγκεκριμένα συμφωνούν αμφότεροι οι διάδικοι ότι στις 18.6.2002 υπεγράφη πωλητήριο έγγραφο, σύμφωνα με το οποίο η Εναγόμενη πώλησε στον Ενάγοντα 1 το ακίνητο με αρ. εγγραφής 2325 Τεμάχιο 44, Φ.Σχ 35/34, τοποθεσία «Λιβάδι» στο χωριό Πάνω Ακουρδάλια της Επαρχίας Πάφου. Περαιτέρω, δεν υπάρχει διαφωνία ότι ο Ενάγοντας 1 στις 18.6.2002 κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.20.000 στον γιο της Ενάγουσας και στις 19.6.2002 το ποσό των Λ.Κ.20.000 και το ποσό των Λ.Κ.5.000 με επιταγές της Τράπεζας Κύπρου. Στο σημείο αυτό ο Ενάγοντας 1 αναφέρει ότι το ποσό των Λ.Κ.20.000 που δόθηκε στις 18.6.2002 αφορούσε την εξόφληση του ακινήτου με βάση την συμφωνία, Τεκμήριο
  2. Τα δε ποσά Λ.Κ.20.000 και Λ.Κ.5.000 αντίστοιχα πληρώθηκαν στον γιο της Ενάγουσας ως δάνειο για να εκδώσει τους σχετικούς τίτλους του ακινήτου. Επί του θέματος αυτού ο Ενάγοντας 1, δηλαδή την πληρωμή του ποσού Λ.Κ.20.000 και Λ.Κ.5.000 αντίστοιχα στις 19.6.2002 δεν έδωσε ξεκάθαρες απαντήσεις για το πώς κατέληξε να δώσει τα πιο πάνω ποσά στον γιο της Εναγόμενης, ισχυριζόμενος απλώς ότι τα έδωσε ως δάνειο για να εκδώσει τους τίτλους του ακινήτου. Από την άλλη όμως, με βάση τα Τεκμήρια 6 και 7, τα ποσά αυτά δόθηκαν με επιταγές της Τράπεζας Κύπρου στο όνομα του γιου της Εναγόμενης, Μ.Υ.1 και όπως σωστά έχει αναφέρει ο Ενάγοντας 1 τα ποσά αυτά δεν μπορούσε να αποκρύψει από οποιονδήποτε και/ή να τα δώσει κάτω από το τραπέζι, ούτε ο ίδιος είχε οποιοδήποτε συμφέρον για να δώσει τα ποσά αυτά κάτω από το τραπέζι από την στιγμή που αφαιρούνταν νόμιμα από τον λογαριασμό του με τραπεζικές επιταγές. Ο μόνος ισχυρισμός της Εναγόμενης, που ουσιαστικά προωθήθηκε από την Υπεράσπιση, με βάση και την προσκομισθείσα μαρτυρία, είναι ότι η συμφωνία τους δεν ήταν για Λ.Κ.20.000 αλλά για Λ.Κ.70.000 και ότι η Εναγόμενη είναι σε θέση να μεταβιβάσει αμέσως το ακίνητο εφόσον οι Ενάγοντες 1 και 2 καταβάλουν σ΄αυτήν το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.30.
  3. Η μόνη αναφορά του ΜΥ1 είναι ότι το ποσό των Λ.Κ.30.000 θα καταβάλλετο κάτω από το τραπέζι, γενικά και αόριστα και ότι το υπόλοιπο ποσό ων Λ.Κ.20.000 θα καταβάλλετο με την μεταβίβαση. Οι διάδικοι ένα χρόνο σχεδόν μετά την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας, υπέγραψαν νέα συμφωνία, το Τεκμήριο 3, στο οποίο προστέθηκε ως αγοραστής και η σύζυγος του Ενάγοντα 1, Ενάγουσα 2 και σ΄αυτό αναφέρεται ότι η τιμή πώλησης είναι για Λ.Κ.20.000, ότι οι αγοραστές έχουν ήδη καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.20.000 και ο πωλητής έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει εντός ενός μηνός από την στιγμή που θα λάβει την συγκατάθεση του Υπουργείου. Αυτό που προβληματίζει το Δικαστήριο είναι γιατί η Εναγόμενη υπέγραψε νέα συμφωνία στις 10.6.2003 με τους Ενάγοντες, χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει τα ποσά που η ίδια αναφέρει ότι θα καταβάλλονταν κάτω από το τραπέζι και δηλώνει ότι εξοφλήθη το τίμημα. Αξιολογώντας την μαρτυρία του Ενάγοντα 1 σε σχέση με τα Τεκμήρια 2 και 3, βλέπω ότι είναι πολύ πιο κοντά στα αληθινά γεγονότα, νοουμένου ότι και το ακίνητο κατά την ημερομηνία πώλησης, ως παραδέχεται και ο ΜΥ1, ευρίσκετο σε μη οικιστική περιοχή και συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Κάποιες ελλείψεις και ανακρίβειες που παρουσιάζονται μεταξύ της μαρτυρίας του και της μαρτυρίας του στην πρώτη δίκη (βλ. Τεκμήριο 14), μπορούν άνετα να δικαιολογηθούν, καθότι πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο, παρήλθε αρκετός χρόνος και μεταξύ των διαδίκων είχε αναπτυχθεί φιλική σχέση. Η μαρτυρία της ΜΕ2 Ευγενίας Λάμπρου, η οποία εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, κρίνεται καθ΄όλα αξιόπιστη και αποδεκτή. Τα όσα έχει καταθέσει αντλούνται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 15-19 και δεν έχει αμφισβητηθεί το περιεχόμενο αυτών των τεκμηρίων. Ο ΜΥ1 Σάββας Ρωσσίδης, γιος της Εναγόμενης, στην γραπτή του κατάθεση επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 3 της υπεράσπισης, σε σχέση με την τιμή και πώληση του ακινήτου. Παραδέχεται ότι κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 είσπραξε το ποσό των Λ.Κ.20.
  4. Επίσης παραδέχεται ότι στις 19.6.2002 είσπραξε ακόμα Λ.Κ.20.000 και Λ.Κ.5.000 από τον Ενάγοντα 1 ισχυριζόμενος ότι το ποσό των Λ.Κ.20.000 αφορούσε την αξία του χωραφιού ενώ το ποσό των Λ.Κ.5.000 ήταν για τα έξοδα εγγραφής της εταιρείας τους. Παραδέχεται την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 μετά από ένα χρόνο. Αρνείται ότι ο Ενάγοντας 1 του έκαμε οποιαδήποτε δάνεια και είναι έτοιμη η μητέρα του να μεταβιβάσει το ακίνητο, αφού πληρωθεί το ποσό των Λ.Κ.30.
  5. Ουσιαστικά, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του έρχεται σε αντίθεση με τις αρνήσεις που υπάρχουν στην υπεράσπιση της Εναγόμενης. Πουθενά στη μαρτυρία του δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για παράνομη συμφωνία, ως ισχυρίζεται στην υπεράσπιση της η Εναγόμενη αλλά αντιθέτως δηλώνει ότι είναι έτοιμη η μητέρα του να μεταβιβάσει με την καταβολή του ποσού, που ήδη ως ισχυρίζεται, οφείλουν οι Ενάγοντες. Επίσης πουθενά στη μαρτυρία του δεν γίνεται αναφορά ότι η Εναγόμενη είναι αγράμματη και δεν ξέρει να διαβάζει ούτε να γράφει τα Ελληνικά και δεν γνωρίζει την Αγγλική, ισχυρισμοί που υπάρχουν στην υπεράσπιση της. Η μαρτυρία του ΜΥ1 έχει αφήσει την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι πρόκειται για μία κατασκευασμένη μαρτυρία, σκοπός της οποίας είναι να στηρίξει μέρος της υπεράσπισης που έχει καταχωρήσει η Εναγόμενη. Τα γεγονότα της υπόθεσης, η υπογραφή μετά από ένα χρόνο νέου συμβολαίου, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με συγκεκριμένο ποσό, ενισχύουν την θέση του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για κατασκευασμένη μαρτυρία, η οποία δεν είχε οποιοδήποτε άλλο σκοπό για ενίσχυση μέρους της υπεράσπισης και ως τέτοια απορρίπτεται. Ο ΜΥ2 δεν έχει προσθέσει ή αφαιρέσει οτιδήποτε στην υπόθεση καθότι η μαρτυρία του περιορίστηκε στην ετοιμασία των Τεκμηρίων 2 και 3, καθώς και στην αναφορά του ότι ετοίμασε και τα σχετικά έγγραφα για μεταβίβαση, μετέβηκε στο Κτηματολόγιο, όπου διαπίστωσε ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε διαφορά ως προς την τιμή. Προσπάθησε να αφήσει τον εαυτό του εκτός της διαφοράς, δεν διαφεύγει όμως του Δικαστηρίου ότι είναι οικογενειακός φίλος της Εναγόμενης και έχει άμεση σχέση με τον ΜΥ
  6. Έχει αφήσει εντύπωση στο Δικαστήριο ότι γνώριζε περαιτέρω γεγονότα, τα οποία όμως δεν επιθυμούσε να τα παρουσιάσει. Φυσικά, τα όσα κατέθεσε αποτελούν κοινά γεγονότα και ως εκ τούτου τα αποδέχομαι. Καθ' όλα αξιόπιστη και αποδεκτή είναι η μαρτυρία της ΜΥ3 Βάσως Σαββίδου, η οποία είναι Ανώτερη Τμηματάρχης Χορηγήσεως της ΣΠΕ Πόλης Χρυσοχούς. Η μαρτυρία της αντλείται μέσα από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 22 και 23 και των Τεκμηρίων 18 και
  7. Η μαρτυρία της κρίνεται καθ΄όλα αξιόπιστη και αποδεκτή. Η υπεράσπιση της Εναγόμενης είναι ότι η συμφωνία, Τεκμήριο 3, η οποία έγινε μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης και στην οποία στηρίζεται η αξίωση των Εναγόντων, περιέχει έκδηλα παρανομία καθότι η συμφωνηθείσα τιμή του κτήματος, ως ισχυρίζεται η Εναγόμενη, είναι Λ.Κ.70.000 ενώ στο Τεκμήριο 3, καταγράφηκε ως συμφωνηθείσα τιμή Λ.Κ.20.000 με σκοπό να ξεγελαστούν οι Αρχές της Δημοκρατίας όσον αφορά την είσπραξη των τελών μεταβίβασης. Παρά το γεγονός ότι η μόνη αναφορά που δόθηκε κατά την μαρτυρία από την πλευρά της Εναγόμενης είναι ότι η συμφωνία περιλάμβανε εκτός από το ποσό των Λ.Κ.20.000 ότι θα καταβάλλετο ποσό Λ.Κ.30.000 κάτω από το τραπέζι και ακόμα Λ.Κ.20.000 κατά την μεταβίβαση. Πουθενά δεν υπήρξε αναφορά για παράνομη συμφωνία, πολλώ δε μάλλον γίνεται αναφορά ότι η Εναγόμενη είναι σε θέση να μεταβιβάσει το ακίνητο, εφόσον της καταβληθεί το ποσό των Λ.Κ.30.000, επειδή πρόκειται για παρανομία θα το εξετάσω αυτεπάγγελτα. Το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 αναφέρει ότι: «Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός ...(β) είναι τέτοιας φύσης ώστε αν επιτρεπόταν θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου. Με βάση την νομολογία που έχει παραθέσει στο Δικαστήριο τόσο ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγόντων όσο και ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγομένων, διαπιστώνεται ότι: «η διαπίστωση ύπαρξης παρανομίας σε μία σύμβαση, καθιστά ολόκληρη την σύμβαση άκυρη». Στην υπόθεση Σωτήρης Ιωάννου κ.α. ν. Γεώργιου Μουσκαλλή κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1595 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι η γνώμη μας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καθήκον, αφού διαπίστωσε το γεγονός της παρανομίας, αυτεπάγγελτα να αρνηθεί να δώσει θεραπεία σ΄αυτόν που τη ζητούσε, εφόσον ήταν μέτοχος στην παράνομη συναλλαγή. Στην ίδια υπόθεση γίνεται αναφορά στην αγγλική υπόθεση Snell v. Unity Finance Ltd
(1963)3 All E.R. σελ.50 στην οποία γίνεται ευρύτατη αναφορά στην νομολογία και υιοθετείται ο γενικός κανόνας ότι το Δικαστήριο όταν και σε οποιοδήποτε στάδιο, διαπιστώσει σύμβαση αρνείται θεραπεία» Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά εμφαίνονται μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία αλλά και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, όχι μόνο δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παρανομία στην σύμβαση αλλά μπορώ να πω και η μαρτυρία που έχει προσκομίσει η Εναγόμενη δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Η Εναγόμενη ένα χρόνο μετά υπογράφει ένα νέο συμβόλαιο για την πώληση του ακινήτου, το Τεκμήριο 3, στο οποίο κάνει αναφορά ότι έχει ήδη εξοφληθεί το ποσό και ότι από την στιγμή που θα εξασφαλίσουν άδεια οι αγοραστές θα πρέπει εντός ενός μηνός να μεταβιβάσει το ακίνητο επ΄ονόματι τους. Πώς είναι δυνατόν να υπογράφεται ένα συμβόλαιο, το οποίο η Εναγόμενη γνώριζε ότι θα κατατίθετο στο Κτηματολόγιο και να αναφέρεται σ΄αυτό ότι έχει εξοφληθεί το τίμημα πώλησης. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, το μόνο που μπορώ να καταλήξω είναι ότι η Εναγόμενη πώλησε το ακίνητο που περιγράφεται ανωτέρω στους Ενάγοντες 1 και 2, εισέπραξε το ποσό αλλά δεν τους το έχει μεταβιβάσει. Είναι κοινά αποδεκτό ότι οι Ενάγοντες είναι ευρωπαίοι πολίτες και από την είσοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρώπη, ξεκινούσε και ο χρόνος που θα έπρεπε η Εναγόμενη να μεταβιβάσει το ακίνητο επ΄ονόματι τους. Η Εναγόμενη κλήθηκε από τους Ενάγοντες για να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο και να μεταβιβάσει σ΄αυτούς το ακίνητο, κάτι που δεν έπραξε, με αποτέλεσμα να σταλεί επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 9.8.2004 με την οποία την καλούσαν να βρίσκεται στο Κτηματολόγιο στις 2.9.2004 για την μεταβίβαση. Στις 26.8.2004 η Εναγόμενη με επιστολή του δικηγόρου της τους πληροφορούσε ότι δεν θα παρουσιαστεί και οι Ενάγοντες στις 4.11.2004 καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Ο Ν. 81
(1)/2011 έχει καταργήσει το Κεφ.232 των περί Πώλησης Γης Ειδική Εκτέλεση Νόμου. Το άρθρο 16.2 του Ν. 81
(1)/2011 (για τις μεταβατικές διατάξεις) αναφέρει: «οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται και σε σχέση με συμβάσεις που συνομολογήθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου και οι ήταν οποίες ήδη κατατεθειμένες στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού ή οι οποίες θα κατατεθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (Ι) ανεξάρτητα αν σε σχέση με αυτές εκκρεμεί κατά την εν λόγω ημερομηνία οποιαδήποτε Δικαστική διάταξη». Είναι κοινά αποδεκτό ότι η συμφωνία 10.6.2003 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου στις 10.6.
  1. Επίσης είναι κοινά αποδεκτό ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε την 1.5.2004 πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι Ενάγοντες ως ευρωπαίοι πολίτες δεν χρειάζονται άδεια του Υπουργικού Συμβουλίου για να αποκτήσουν ακίνητη περιουσία. Επομένως, ο ένας μήνας που η Εναγόμενη ήταν υπόχρεη να μεταβιβάσει το ακίνητο στους Ενάγοντες, με βάση την συμφωνία, Τεκμήριο 3, ξεκινούσε την 1.5.
  2. Η προθεσμία των 6 μηνών που απαιτεί ο νόμος λήγει στις 1.12.2004 και οι Ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους στις 4.11.2004 και συνεπώς οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση και/ή διατάγματα. Ως εκ τούτου, εκδίδονται τα διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ και Δ της Έκθεσης Απαίτησης, πλέον έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά την ανταπαίτηση, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία εκ μέρους της Εναγόμενης, διαπιστώνεται ότι δεν έχει προωθηθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται, χωρίς διαταγή για έξοδα καθότι συνεκδικάσθηκε με την απαίτηση. (Υπ.) .......... Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.