ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. VOURNA LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1785/10, 29/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A188 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1785/10 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα -και-
- VOURNA LIMITED
- «EPECTASIS» CONSTRUCTION LTD
- «NIMFI» TOURIST ENTERPRISES LTD
- «ORITIS» DEVELOPING LTD
- «RAFSA LIMITED
- «SYNTHESIS» DEVELOPING LTD
- CH. G «ALONI» DEVELOPMENT LTD
- CH. G. (VRYSADHIA) DEVELOPMENT LTD
- KREOPAS DEVELOPING LTD
- ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΗΡΑ ΛΤΔ
- PAPHOS SANDY HILLS ESTATES LTD
- R.S. TOURIST ENTERPRISES LTD
- R.S. HOLDINGS LIMITED
- RAFTIS & RAFTIS LIMITED
- RAFTIS SAVVAS
- S. RAFTIS HOTELS HOLDING LTD
- S.S.R. DEVELOPMENTS LIMITED
- S.RAFTIS COMPANY LTD
- TIETHEKNOT HOLDINGS LTD
- Μαρία Σαββίδου Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Αυγούστου, 2013 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες: κα Μαρία Λάμπρου για Ν. Χρ. Αναστασιάδη & Συνεταίροι Για τους Εναγόμενους: κ. Α. Χρ. Δημητριάδης (κα Χ. Δημητριάδου ν΄ ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων ποσό εκ €5,194,027,56 με τόκο προς 12,25% ετησίως επί του ποσού των €5,064,646,24 από 29.9.2009 μέχρι πλήρους εξόφλησης καθώς και διατάγματα για κεφαλαιοποίηση των τόκων ανά εξάμηνο. Επιζητείται επίσης η εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων με αριθμούς υποθήκης Υ988/09, Υ2056/09, Υ2059/09, Υ2066/09, Υ2067/09, Υ2055/09, Υ2061/09, Υ2057/09, Υ2058/09, Υ2062/09, Υ2063/09, Υ2064/09, Υ2060/09, Υ966/09, Υ967/09, Υ964/09, Υ6454/08, Υ6452/08, Υ6453/08, Υ7965/08 και Υ12993/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 23.3.2009 (που στο εξής θα καλείται «η συμφωνία») συμφώνησαν να παρέχουν δάνεια σε τρεχούμενο ή άλλο λογαριασμό και/ή άλλως πως δίδουν πίστωση ή παρέχουν τραπεζικές ή άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1 μέχρι του ποσού των €5,000,000,
- Ήταν όρος του δανείου ότι αυτό θα ήταν πληρωτέο σε περίοδο 6 χρόνων με εφάπαξ κατάθεση ή σταδιακά μέχρι τις 30.3.2015, νοουμένου ότι θα καταβάλλονται οι δεδουλευμένοι τόκοι μηνιαίως με έναρξη τις 24.4.
- Οι Εναγόμενοι προς εξασφάλιση των Εναγόντων παραχώρησαν προς όφελος τους αριθμό υποθηκών και εγγυήθηκαν προσωπικά όλες τις πιο πάνω υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €5,000,000,00 πλέον τόκους, προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα δυνάμει του ενσωματωμένου εγγυητηρίου εγγράφου στη συμφωνία το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. Επιπρόσθετα κατ΄ ακολουθία της αίτησης της Εναγόμενης 1 με αριθμό 69065002202 οι Ενάγοντες έλαβαν ως περαιτέρω εξασφάλιση δέσμευση αριθμού λογαριασμών της Εναγόμενης 1 παρά των Εναγόντων. Ενόψει της ουσιώδους μείωσης της αξίας των εξασφαλίσεων που δόθηκαν με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο μη είσπραξης του λαβείν τους, με την επιστολή τους ημερ. 22.7.2009 ενημέρωσαν την Εναγόμενη 1 περί του τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού δανείου με αριθμό 0690-13-004498-00, το οποίο τότε παρουσίαζε υπόλοιπο εκ €5,086,513,84 πλέον τόκους και την κάλεσε να προβεί σε εξόφληση του. Με άλλες επιστολές τους ημερ. 22.7.2009 οι Ενάγοντες ενημέρωσαν και τους Εναγόμενους 2-19 περί του τερματισμού της λειτουργίας του πιο πάνω λογαριασμού της Εναγόμενης 1 και τους κάλεσαν επίσης να προβούν σε εξόφληση του. Την ίδια ενημέρωση έτυχε και η Εναγόμενη 20 με την επιστολή των Εναγόντων ημερ. 5.5.
- Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις πιο πάνω επιστολές παρά τις οχλήσεις από πλευράς των Εναγόντων. Επίσης οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 17.3.2010 προς τους Εναγόμενους 2-20 τους ενημέρωσαν, υπό την ιδιότητα τους ως ενυπόθηκους οφειλέτες, να εξοφλήσουν το πιο πάνω χρεωστικό υπόλοιπο. Ο πιο πάνω λογαριασμός στις 29.9.2009 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ €5,194,027,56 πλέον τόκους προς 12,25% επί ποσού €5,064,646,24 από τις 29.9.2009 μέχρι εξόφλησης. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι προβάλλουν κυρίως τη γενική θέση περί άκυρων και/ή μη εφαρμόσιμων συναλλαγών για διάφορους λόγους, όπως μη ενημέρωσης των Εναγομένων, επιβολής τόκων υπερημερίας, συνένωσης λογαριασμών, μεταφοράς ποσών, αύξησης επιτοκίων και τραπεζικών δικαιωμάτων, και άλλων ενεργειών που συνιστούν παραβίαση των προνοιών του Περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2008 και/ή μεταξύ άλλων του άρθρου 6 και/ή του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1991 και του άρθρου 3 και γιατί αυτές είναι καταχρηστικές, επαχθείς, παράλογες και άδικες συναλλαγές. Οι Ενάγοντες προς υποστήριξη της υπόθεσης τους κάλεσαν δύο μάρτυρες. Την Άννα Κορακίδου Γιαβάσιη (Μ.Ε.1) και τον Γεώργιο Περικλέους (Μ.Ε.2). Από πλευράς Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία μόνο ο Παναγιώτης Τσαγγάρης (Μ.Υ.1). Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επίσης ένας μεγάλος αριθμός εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Ιδιαίτερη μνεία θα γίνεται εκεί που παρίσταται ανάγκη. Ο δικηγόρος των Εναγόντων εισηγήθηκε στην γραπτή του αγόρευση ότι με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει έχει αποδειχθεί ο καταρτισμός της συμφωνίας δανείου μεταξύ των πελατών του και της Εναγόμενης 1 καθώς και το άνοιγμα του λογαριασμού προς όφελος της τελευταίας, τις υποχρεώσεις της οποίας εγγυήθηκαν γραπτώς οι Εναγόμενοι 2-19 και ότι δόθηκαν εξασφαλίσεις. Εισηγήθηκε ότι ο τερματισμός του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 που ήταν χρεωστικός και η απαίτηση πληρωμής του από τους Εναγόμενους ήταν καθόλα νόμιμες και δικαιολογημένες ενέργειες και ζήτησε απόφαση ως η αξίωση των Εναγόντων στη βάση των Καταστάσεων Λογαριασμού. Από την άλλη με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου τους οι Εναγόμενοι αμφισβήτησαν σχεδόν όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων όπως την εγκυρότητα αριθμού συναλλαγών που εμφαίνονται στις Καταστάσεις Λογαριασμού καθώς και την ευθύνη των Εναγομένων δυνάμει της γραπτής τους εγγύησης και των άλλων εξασφαλίσεων περιλαμβανομένων των Υποθηκών που ενέγραψαν προς όφελος των Εναγόντων. Ειδική αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται κατωτέρω στο κατάλληλο στάδιο. Άνκαι δεν υπάρχει ρητή παραδοχή στην Υπεράσπιση περί της εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων εντούτοις η ακρόαση διεξήχθη στη βάση έγκυρης συμφωνίας και στην ίδια βάση έγινε και η αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων. Δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι πράγματι υπεγράφη η συμφωνία δανείου κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψε η Μ.Ε.1 και δόθηκαν οι εξασφαλίσεις που συμφωνήθηκαν. Εκείνο που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε κατά την ακρόαση ήταν το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου και ορισμένες από τις συναλλαγές που εμφαίνονται στις Καταστάσεις Λογαριασμού. Συνεπώς βρίσκω ότι στις 23.3.2009 η Εναγόμενη 1 υπέγραψε τη γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 6) με την οποία οι Ενάγοντες συμφώνησαν να της παραχωρήσουν δάνειο εκ €5.000.000,00 κάτω από την γραπτή προσωπική εγγύηση των Εναγομένων 2-19, η οποία εγγύηση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου, και τους όρους που εμφαίνονται στην συμφωνία. Ιδιαίτερη αναφορά στους όρους της συμφωνίας και τι κάλυπτε η εγγύηση θα γίνει πιο κάτω. Συνιστά επίσης κοινό έδαφος ότι το ποσό του δανείου δηλαδή €5.000.000,00 παραχωρήθηκε στις 26.3.09 την Εναγόμενη 1, με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός της (βλ. Τεκμήριο 42) κατόπιν απόφασης των Εναγόντων με αρ. 1430 και ημερ. 18.3.2009, η οποία υπεγράφη ακολούθως από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης
- Για τα αμέσως πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Η μοναδική μαρτυρία ενώπιον μου σε σχέση με την ουσία της διαφοράς δόθηκε από πλευράς Εναγόντων και συγκεκριμένα από τη Μ.Ε.1 η οποία κατέθεσε και το μεγαλύτερο μέρος των Τεκμηρίων. Το γεγονός αυτό δεν απαλλάσσει τους Ενάγοντες από την υποχρέωση να αποδείξουν την υπόθεση τους στο αναγκαίο πάντοτε επίπεδο. Το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης θα εξετάσει αν τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του είναι ικανοποιητικά για να αποδειχθεί η υπόθεση των Εναγόντων εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τον μάρτυρα τους και την αξιοπιστία του (βλ. Wynne v. Mavronicola
(2009)1 (B) ΑΑΔ 1138, 1146). Η Μ.Ε.1, υπάλληλος των Εναγόντων, στην Υπηρεσία Διακανονισμού Χρεών, στη μαρτυρία της αναφέρθηκε στο ιστορικό της αίτησης της Εναγόμενης 1 προς τους Ενάγοντες που κατέληξε στην παραχώρηση σ΄ αυτήν του δανείου που συμφωνήθηκε και στο τι ακολούθησε. Όπως ανέφερε, οι Ενάγοντες με την γραπτή κοινοποίηση τους προς την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 4) την πληροφόρησαν ότι ενεκρίθη η αίτηση της για δάνειο ύψους €5,000,000,00 κάτω από τους όρους και εξασφαλίσεις που εμφαίνονται στο εν λόγω Τεκμήριο. Ακολούθησε στις 21.3.2009 η αποδοχή από μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 της απόφασης της Τράπεζας και η εξουσιοδότηση του Εναγόμενου 15 να υπογράψει κάθε έγγραφο αναγκαίο (βλ. Τεκμήριο 5). Μετά την έγκριση των όρων από πλευράς Εναγόμενης 1 ακολούθησε η υπογραφή της συμφωνίας δανείου με αρ. 0690-13-004498-00 (Τεκμήριο 6) και της προσωπικής εγγύησης των Εναγομένων 2-19, αφού προηγήθηκε απόφαση των διοικητικών συμβουλίων των Εναγομένων εταιρειών για το σκοπό αυτό ημερ. 21.3.2009 (βλ. Τεκμήριο 7), όπως η κάθε μια παράσχει την εγγύηση που συμφώνησε. Η Εναγόμενη 1 με την επιστολή της ημερ. 23.3.2009 (Τεκμήριο 8) εξουσιοδότησε τους Ενάγοντες όπως συμψηφίσουν στις 19.6.2009 τις δεσμευμένες καταθέσεις της σε Ευρώ και Ιαπωνικά Γιεν με το δάνειο της με αριθμό 0690-13-004218 νοουμένου ότι αυτό δεν θα έχει ξοφληθεί. Επίσης η Εναγόμενη 1 στις 23.3.2009 υπέγραψε Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων των Εναγόντων με την πιστοποίηση των Εναγομένων ότι έλαβαν γνώση (βλ. Τεκμήριο 9). Οι Ενάγοντες στις 26.3.2009 χορήγησαν το ποσό των €5.000.000,00 που αφορούσε η συμφωνία, το οποίο κατατέθηκε στο λογαριασμό κατάθεσης με αριθμό 0690-04-001176-00 σύμφωνα με την πιστωτική σημείωση με αριθμό 360210 (Τεκμήριο 10). Ακολούθησε η εγγραφή αριθμού υποθηκών ως μέρος των εξασφαλίσεων του δανείου, όπως είχε συμφωνηθεί, που είναι: Από πλευράς Εναγομένων 2 και 16 της υποθήκης Υ2063/09 (Τεκμήριο 11), από πλευράς Εναγομένων 3 και 19 της υποθήκης Υ2062/09 (Τεκμήριο 12), από πλευράς Εναγομένων 4 της υποθήκης Υ2067/09 (Τεκμήριο 13), από πλευράς Εναγομένων 6 της υποθήκης Υ2066/09 (Τεκμήριο 14), από πλευράς Εναγομένων 7 και 8 της υποθήκης Υ2061/09 (Τεκμήριο 15) από πλευράς Εναγομένων 9 της υποθήκης Υ2064/09 (Τεκμήριο 16), από πλευράς Εναγομένων 10 των υποθηκών Υ964/09 (Τεκμήριο 17) και Υ2056/09 (Τεκμήριο 18), από πλευράς Εναγομένων 11 της υποθήκης Υ2055/09 (Τεκμήριο 19), από πλευράς Εναγομένων 12 της υποθήκης Υ2057/09 (Τεκμήριο 20), από πλευράς Εναγομένων 13 της υποθήκης Υ2060/09 (Τεκμήριο 21), από πλευράς Εναγομένων 12 και 13 της υποθήκης Υ966/09 (Τεκμήριο 22), από πλευράς Εναγομένων 14 της υποθήκης Υ988/09 (Τεκμήριο 23), από πλευράς Εναγομένων 17 της υποθήκης Υ2059/09 (Τεκμήριο 24), από πλευράς Εναγομένων 17 και 18 της υποθήκης Υ967/09 (Τεκμήριο 25) και από πλευράς Εναγομένων 18 της υποθήκης Υ2058/09 (Τεκμήριο 26). Οι Εναγόμενοι 2, 7 και 11 παρεχώρησαν επιπρόσθετα την υφιστάμενη Υποθήκη Υ12993/08 (Τεκμήριο 27), η Εναγόμενη 4 την υφιστάμενη Υποθήκη Υ7965/08 (Τεκμήριο 28), η Εναγόμενη 10 την υφιστάμενη Υποθήκη Υ6453/08 (Τεκμήριο 29), η Εναγόμενη 18 την υφιστάμενη Υποθήκη Υ6454/08 (Τεκμήριο 30) και η Εναγόμενη 20 την υφιστάμενη Υποθήκη Υ6452/08 (Τεκμήριο 31). Εκτός των πιο πάνω εξασφαλίσεων η Εναγόμενη 1 παρεχώρησε προς όφελος των Εναγόντων με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της (Τεκμήριο 32) την υφιστάμενη δέσμευση του Λογαριασμού με αριθμό 0690-05-000769 (βλ. επισυναπτόμενα έγγραφα του Τεκμηρίου 32) και της υφιστάμενης δέσμευσης του Λογαριασμού με αριθμό 0690-04-001176-00 (Τεκμήριο 33). Ακολούθως η Εναγόμενη 1 με γραπτή ειδοποίηση ημερ. 9.4.2009 (Τεκμήριο 34) ζήτησε από τους Ενάγοντες να κλείσουν το λογαριασμό με αριθμό 0690-04-001176 και το υπόλοιπο να μεταφερθεί κατά €50,894,676 στο λογαριασμό του δανείου με αριθμό 0690-13-004218 για πλήρη εξόφληση και €9,937,61 στο τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 0690-11-001289 πάλι για πλήρη εξόφληση, το δε υπόλοιπο να κατατεθεί στο λογαριασμό με αριθμό 0690-11-001254 της εταιρείας S. Raftis Company Ltd. Η Εναγόμενη 1 παρεχώρησε επιπρόσθετα προς όφελος των Εναγόντων τις υφιστάμενες δεσμεύσεις των λογαριασμών της, δηλαδή του λογαριασμού της εμπρόθεσμης κατάθεσης με αριθμό 0690-42-000388-06 σε δολάρια Αμερικής (βλ. Τεκμήριο 35Α), της εμπρόθεσμης κατάθεσης με αριθμό 0690-42-000345-08 (βλ. Τεκμήριο 35Β), του λογαριασμού με αριθμό 0690-42-000353-08 (βλ. Τεκμήριο 35Γ), του λογαριασμού με αριθμό 0690-42-000337-29 (βλ. Τεκμήριο 35Δ), του λογαριασμού με αριθμό 0690-42-000329-29 (βλ. Τεκμήριο 35Ε) και του λογαριασμού με αριθμό 0690-42-000361-06 σε δολάρια Αμερικής (βλ. Τεκμήριο 35ΣΤ). Ακολούθησε η αποστολή της επιστολής ημερ. 26.2.2009 (Τεκμήριο 36) προς την Εναγόμενη 1 από πλευράς των Εναγόντων με την οποία την πληροφορούσαν ότι θα προχωρούσαν άμεσα σε συμψηφισμό των καταθέσεων έναντι των υποχρεώσεων της δυνάμει της συμφωνίας δανείου και στις 22.7.2009 απέστειλαν άλλη επιστολή με την οποία οι Ενάγοντες τερμάτιζαν τη λειτουργία του δανείου και καλούσαν την Εναγόμενη 1 να το εξοφλήσει. Το γεγονός του τερματισμού οι Ενάγοντες έθεσαν υπόψη των υπολοίπων Εναγομένων με την επιστολή τους ημερ. 22.7.2009 με την οποία τους καλούσαν επίσης όπως εξοφλήσουν παν οφειλόμενο υπόλοιπο (Τεκμήριο 37). Ακολούθησε η αποστολή στους Εναγόμενους 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 16, 17, 18 και 19 της επιστολής ημερ. 17.3.2010 (Τεκμήριο 39) με την οποία οι Ενάγοντες τους καλούσαν να εξοφλήσουν το ποσό του δανείου που εξασφαλίζεται με τις υποθήκες τους, διαφορετικά θα προχωρούσαν σε εκποίηση τους. Επιστολές με το ίδιο περιεχόμενο αποστάληκαν από τους Ενάγοντες και στην Εναγόμενη 20 (Τεκμήρια 40 και 41). Όσον αφορά τον Μ.Ε.2 στη μαρτυρία του δεν ανέφερε οτιδήποτε ουσιαστικό σε σχέση με την επίδικη διαφορά παρά μόνο ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν στον Εναγόμενο 15 δύο επιστολές, ημερ. 21.11.2012 και 21.1.2013, οι οποίες όμως δεν κατατέθηκαν ως Τεκμήρια κατόπιν απορριπτικής ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Ούτε και ο Μ.Υ.1, γραμματέας όλων των Εναγομένων πλην του 14, ανέφερε οτιδήποτε σχετικό με την ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Ανέφερε όμως ότι πληρώθηκαν στις 30.6.09 οι δεδουλευμένοι τόκοι ενός μηνός άνκαι δεν πληρώθηκε η πρώτη δόση των δεδουλευμένων τόκων στις 24.4.09. Στη μαρτυρία του αναφέρθηκε περαιτέρω στην ύπαρξη μιας έκθεσης που ετοιμάστηκε από κάποιον Ευθύμιο Ευθυμίου για χρεώσεις και λάθη στις Καταστάσεις Λογαριασμού, η οποία έκθεση δεν κατατέθηκε μέχρι το τέλος της δίκης ως Τεκμήριο και ούτε κλήθηκε ως μάρτυρας ο Ευθυμίου. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε επίσης αριθμό επιστολών που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων. Όπως ανέφερα και ανωτέρω η μοναδική μαρτυρία ενώπιον μου σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες και κίνηση του λογαριασμού του δανείου της Εναγόμενης 1 παρά των Εναγόντων είναι αυτή της Μ.Ε.1. Η Μ.Ε.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία της περιστρέφετο σε γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση της από τη θέση που κατέχει στους Ενάγοντες ή διαφαίνοντο από τα έγγραφα της Τράπεζας που είχε στην κατοχή της και τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι χωρίς ενδοιασμό τη μαρτυρία της ως αντιπροσωπεύουσα τα πραγματικά γεγονότα. Η μαρτυρία της ουσιαστικά παραμένει αναντίλεκτη εφόσον οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία για να την αντικρούσουν ή έστω να μειώσουν την καθόλα αξιόπιστη εικόνα που παρουσίασε. Άνκαι αντεξετάστηκε εν εκτάσει από το δικηγόρο των Εναγομένων εφ΄ όλου σχεδόν του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης η μαρτυρία της Μ.Ε.1 και οι θέσεις που πρόβαλε επί των βασικών γεγονότων παρέμειναν αλώβητες και σταθερές μέχρι τέλους. Η Μ.Ε.1 δεν δίστασε να παραδεχθεί ορισμένα λάθη ή αδυναμίες είτε από πλευράς Εναγόντων σ΄ όσον αφορά τις Καταστάσεις Λογαριασμού είτε ακόμη και κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης που αναφέρονται σε μικρολεπτομέρειες. Παράδειγμα για το τελευταίο σ΄ όσον αφορά τον αριθμό μιας από τις Υποθήκες και ενός ποσού σε Γιεν που αντί να αναγραφεί 940.162.000 ανεγράφη 940,162. Κρίνω ότι η Μ.Ε.1 έδωσε σαφείς εξηγήσεις για τις διαφορές που έχει επισημάνει και ποιά είναι η σωστή εικόνα που μεταδίδουν οι Καταστάσεις Λογαριασμού. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης αποδεχόμενη τη μαρτυρία της Μ.Ε.1, βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα σ΄ όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφη η συμφωνία δανείου είναι όπως τα περιέγραψε η Μ.Ε.1 και αναφέρονται συνοπτικά πιο πάνω τα οποία υιοθετώ για σκοπούς ευρημάτων μου και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Η Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση της ρωτήθηκε για τον κάθε ένα ξεχωριστά των ισχυρισμών των Εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης και αν έγινε χρήση των δικαιωμάτων των Εναγόντων στη βάση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας δανείου και πώς. Παράδειγμα, σ΄ όσον αφορά το δικαίωμα κεφαλαιοποίησης τόκων και προμηθειών της Τράπεζας, το ύψος και τις προσαυξήσεις του τόκου, μεταφορές λογαριασμών σε άλλους κ.λ.π. Η Μ.Ε.1 για κάθε τι που ερωτείτο έδινε σαφείς απαντήσεις παραπέμποντας στα διάφορα Τεκμήρια. Ως προς το θέμα του τόκου επιβεβαίωσε ότι έγινε χρήση του δικαιώματος των Εναγόντων για προσαύξηση, δεν έγινε όμως μείωση του βασικού επιτοκίου. Εξήγησε ότι στο Τεκμήριο 43 είναι εμφανής η αλλαγή του επιτοκίου από 7% σε 7,5% ενώ στο Τεκμήριο 42 εμφανίζεται η αύξηση από 7% σε 12,25%, όπου η διαφορά των 5,25% συνιστά τόκο υπερημερίας που επιβλήθηκε λόγω του τερματισμού της συμφωνίας. Σ΄ όσον αφορά την βαρύτητα των δύο Καταστάσεων Λογαριασμού και ποιά εξ αυτών δίνει την ακριβή εικόνα του χρεωστικού υπολοίπου και των συναλλαγών του λογαριασμού του δανείου θα ασχοληθώ πιο κάτω. Ο δικηγόρος των Εναγομένων έδωσε έμφαση στην αγόρευση του στην παράνομη, κατά την άποψη του, χρέωση τόκων και ιδιαίτερα του περιγραφόμενου ως τόκου υπερημερίας. Σημειώνεται ότι το συμφωνηθέν επιτόκιο στη βάση του όρου 4(α) της συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 6) ήταν 7% με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του την 30/6 και 31/12 κάθε έτους. Σύμφωνα με τον ίδιο όρο, το επιτόκιο 7% προέρχεται από βασικό επιτόκιο εκ 5,25% και 1,75% προσαύξηση. Είναι φανερό ότι το συμφωνηθέν συνολικό επιτόκιο δηλαδή 7% δεν συνιστά τόκο υπερημερίας, γεγονός που επιβεβαίωσε και η Μ.Ε.1. Τα πιο πάνω σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν.160
(1)/99) και του υπόλοιπου μαρτυρικού υλικού καταδεικνύουν ότι η επιβολή του συνολικού τόκου 7% έγινε στα πλαίσια των συμφωνηθέντων και του Νόμου και δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτόν. Ο δικηγόρος των Εναγομένων εστίασε την προσοχή του κατά την αγόρευση του στον τόκο υπερημερίας. Το δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας στην περίπτωση παράλειψης πληρωμής οποιουδήποτε ποσού την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο προνοείται από τον όρο 4(δ) της συμφωνίας, το ποσοστό του οποίου θα ορίζεται από την Τράπεζα και θα κοινοποιείται στον πελάτη και θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του κανονικού επιτοκίου. Μια από τις εισηγήσεις του δικηγόρου των Εναγομένων είναι ότι δεν είναι δικογραφημένη στην Έκθεση Απαίτησης η θέση των Εναγόντων σ΄ όσον αφορά τη χρέωση τόκου υπερημερίας. Έχω ανατρέξει στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης όπου γίνεται σαφής αναφορά στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και παραπομπή σε ορισμένους όρους της. Στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης οι Ενάγοντες επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να αναφερθούν κατά την ακρόαση της υπόθεσης στο πλήρες περιεχόμενο και όρους της συμφωνίας. Αν η πλευρά των Εναγομένων επιθυμούσε περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας θα μπορούσε να τις εξασφαλίσει προβαίνοντας στα δέοντα διαβήματα τον κατάλληλο χρόνο, κάτι που δεν έπραξε. Συνεπώς η πιο πάνω εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Το δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας στην περίπτωση παράλειψης της Εναγόμενης 1 εξόφλησης του δανείου με τον τρόπο που έχει συμφωνηθεί προνοείτο ρητώς από τη συμφωνία. Σύμφωνα με την Μ.Ε.1 αυτό έπραξαν οι Ενάγοντες στις 29.9.10, όπου προέβησαν σε αλλαγή του επιτοκίου προσθέτοντας ποσοστό εκ 5,25% επί του βασικού επιτοκίου ως τόκου υπερημερίας, μετά που είχε τερματιστεί η συμφωνία. Η επιβολή τόκου υπερημερίας κοινοποιήθηκε στην Εναγόμενη 1 με την επιστολή τερματισμού (βλ. επισυναπτόμενο έγγραφο του Τεκμηρίου 36). Ήταν περαιτέρω εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων, παραπέμποντας σε νομολογία, ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται στην αξίωση της για τόκο υπερημερίας και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η χρέωση τέτοιου τόκου ως ειδική ζημιά. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Evelthon Developments Ltd κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 281/08, ημερ. 12.11.12 όπου αναφέρονται τα εξής: «Στην πρωτόδικη απόφαση ορθά αναφέρεται ότι με τον τερματισμό της Σύμβασης Δανείου λόγω της παράλειψης των εφεσειόντων να τηρήσουν τις πρόνοιες της Σύμβασης για έγκαιρη πληρωμή των δόσεων του δανείου, το αναίτιο μέρος, εδώ η Τράπεζα, δικαιούται σε αποζημιώσεις. Εύστοχα σημειώνεται ότι η συμφωνία για πληρωμή τόκου μέχρι την ημερομηνία της αποπληρωμής δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και συμφωνία για πληρωμή τόκου πέραν αυτής της ημερομηνίας σε περίπτωση παράλειψης αποπληρωμής παρόλο ότι κάτω από ανάλογες περιστάσεις, μπορεί να επιδικαστεί τόκος υπό μορφή αποζημίωσης (όχι κατ΄ ανάγκη στο ποσοστό που καθορίζεται στη Σύμβαση). Σχετικό επί του προκειμένου είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts (Specific Contracts), 24η Έκδοση, παρ. 3198, το οποίο παρατίθεται στην εκκαλούμενη απόφαση: «A contract to pay interest up to the date of repayment of the debt does not necessarily imply an agreement to pay interest beyond that date in the event of default in repayment, but in the situation interest (though not necessarily at the contract rate) can be awarded by way of damages.» «Το Μέρος VII - άρθρα 73-75 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 αφορά στις συνέπειες που προκύπτουν από την παράβαση σύμβασης και διέπει το θέμα των αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος σε κάθε περίπτωση που υφίσταται ζημιά λόγω παράβασης κλπ της σύμβασης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 73 του Νόμου το λογικά προβλεπτό της ζημιάς, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση είναι το μέτρο της αποζημίωσης ο δε κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι κατά κανόνα ο χρόνος της παράβασης. Η πρωτόδικος δικαστής προσέγγισε το θέμα του υπολογισμού της αποζημίωσης στην οποία δικαιούται η Τράπεζα έχοντας υπόψη την πιο πάνω αρχή δικαίου λέγοντας ότι ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη της Σύμβασης εκτός αν αυτό ρητά προνοείται στη Σύμβαση ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης. (Βλ. Κολακίδης & Συνεταίροι ν. Μ. Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1671, Καλησπέρας ν. Δρυάδη κα
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 867 και Θωμά ν. Μέζου κα
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 2359). Η πρωτόδικος δικαστής κατ΄ εφαρμογή της βασικής αρχής δικαίου σύμφωνα με την οποία το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, στο βαθμό που μπορεί τούτο να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η Σύμβαση να είχε εκτελεστεί, ορθά καθόρισε την πληρωμή τόκου σε ποσό 9% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού των εφεσειόντων ως μορφή αποζημίωσης. Το εν λόγο ποσοστό αποτελούσε το ανώτατο επιτρεπτό ποσοστό νομίμου τόκου που μπορούσε να επιβληθεί τόσο με βάση συγκεκριμένο όρο της Σύμβασης Δανείου όσο και με βάση τον ισχύοντα νόμο κατά τη σύναψη της Σύμβασης Δανείου την οποία οι εφεσείοντες υπαιτίως διέρρηξαν». Σχετικό επίσης είναι το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public Company Ltd (πρώην Liberty Life Insurance Ltd), Πολ. Έφ. 272/08, ημερ. 17.10.11: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 19, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.» Και πιο κάτω: «Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneymatic Tyre Co. Ltd. V. New Garage & Motor Co. Td
(1915)A.A. 79).» Ο τόκος υπερημερίας για σκοπούς αποζημίωσης του αθώου μέρους μιας συμφωνίας διασυνδέεται, όπως έχει επισημανθεί στην πιο πάνω νομολογία και με το άρθρο 74
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149, το οποίο αναφέρει επί λέξει ότι «ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα». Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα μου, αποτελούσε μέρος των συμφωνηθέντων όχι μόνο το δικαίωμα των Εναγόντων για επιβολή τόκου υπερημερίας αλλά και το ανώτατο ποσοστό του. Είναι φανερό στη βάση της πιο πάνω νομολογίας ότι στην περίπτωση που έχει συμφωνηθεί η χρέωση τόκου υπερημερίας θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει αν η υποχρέωση αυτή συνιστά στην ουσία προσπάθεια προεκτίμησης της ζημιάς της Τράπεζας που προκύπτει από την υπερημερία, ζήτημα που εξετάζεται με αναφορά στο χρόνο καταρτισμού της συμφωνίας και όχι της καθυστέρησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο όρος τέθηκε προς εκφοβισμό και προς αποτροπή της παράβασης τότε ο συγκεκριμένος όρος σίγουρα θα θεωρείται ως ποινική ρήτρα και κατά συνέπεια ανεφάρμοστη. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και δεν έχω εντοπίσει καμιά αναφορά της σε σχέση με τη φύση και το τι στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει ο συγκεκριμένος όρος· αν δηλαδή αποτελεί γνήσια προσπάθεια των Εναγόντων προκαθορισμού της ζημιάς τους ή φόβητρο για συμμόρφωση του αντισυμβαλλόμενου μέρους. Ούτε και εξάλλου υποβλήθηκε από την Μ.Ε.1 θέση περί συγκεκριμένης ή οποιασδήποτε ζημιάς των Εναγόντων. Σημειώνεται ότι ο τόκος υπερημερίας που συμφωνήθηκε στην παρούσα περίπτωση ανέρχεται σε ποσοστό 5,25% ενώ ολόκληρος ο τόκος που συμφωνήθηκε είναι 7%. Δεν πρόκειται συνεπώς για ένα επιτόκιο μικρού ποσοστού σε σύγκριση με το βασικό επιτόκιο και την προσαύξηση του. Ούτε και εντόπισα επιπρόσθετα στους όρους της συμφωνίας οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η πρόνοια περί του δικαιώματος χρέωσης τόκου υπερημερίας των Εναγόντων στην περίπτωση μη συμμόρφωσης του αντισυμβαλλόμενου μέρους ως προς το χρόνο εξόφλησης του δανείου, συνιστά προκαθορισμό της ζημιάς τους. Συνεπώς είναι κατάληξη μου ότι η πρόνοια περί τόκου υπερημερίας συνιστά στην ουσία ποινική ρήτρα και ως τέτοια θα πρέπει να αγνοηθεί. Ως εκ τούτου η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων περί παράνομων χρεώσεων θα πρέπει να πετύχει σ΄ όσον αφορά την επιβολή τόκου υπερημερίας. Ενόψει των πιο πάνω οι Ενάγοντες παράνομα χρέωσαν τόκο υπερημερίας επί του χρεωστικού υπολοίπου των Εναγομένων από τις 29.9.09, όπως φαίνεται στις Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήριο 42). Σημειώνεται ότι η ενέργεια τους αυτή δεν προσδίδει παράνομο χαρακτήρα στη συμφωνία και ο τόκος αυτός εύκολα διαχωρίζεται από το κεφάλαιο και τον τόκο 7% που χρεώθηκε (βλ. C.T.A. Techno Marketing Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1 (Β) ΑΑΔ 721). Ούτε εξάλλου υπήρξε διαφορετική εισήγηση από πλευράς Εναγομένων. Κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 δόθηκε έμφαση στην από μέρους των Εναγόντων μεταφορά λογαριασμών για να καταδειχθεί το λανθασμένο των ενεργειών των Εναγόντων. Η Μ.Ε.1 παραδέχθηκε ότι έγιναν μεταφορές λογαριασμών από τον ένα λογαριασμό στον άλλο σύμφωνα με τα Τεκμήρια 34, 36 και 38 που είναι τα έντυπα μεταφοράς και ότι πιστώνετο κάθε φορά ο χρεωστικός λογαριασμός του δανείου, αναφέροντας και παραδείγματα, αλλά η πάγια θέση της ήταν ότι οι μεταφορές έγιναν στα πλαίσια των εντολών συμψηφισμού (Τεκμήριο 35) που η ίδια η Εναγόμενη 1 έδωσε στους Ενάγοντες για κάθε μια από τις δεσμευμένες καταθέσεις για εξασφάλιση του δανείου. Σημειώνεται ότι η Ενάγουσα για όλες τις περιπτώσεις των δεσμευμένων λογαριασμών ενημέρωσε για την πρόθεση της για άμεσο συμψηφισμό εκ των προτέρων την Εναγόμενη 1, δηλαδή με την επιστολή της ημερ. 26.2.2009 (Τεκμήριο 36) στην οποία ο Εναγόμενος 15 επιβεβαιώνει με την υπογραφή του την λήψη της επιστολής. Το δικαίωμα των Εναγόντων για συμψηφισμό ή μεταφορά ποσών από ένα λογαριασμό σε άλλο ή ένωση λογαριασμών προνοείται και από τον όρο 7 της συμφωνίας δανείου. Σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί από τους Ενάγοντες οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς προειδοποίηση προς τους πελάτες. Σημειώνεται ότι όλες οι μεταφορές χρημάτων στο λογαριασμό του δανείου στις οποίες έκαμε αναφορά η Μ.Ε.1 επιβεβαιώνονται από τις Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήριο 42) και περιλαμβάνονται στη στήλη των πιστώσεων. Συνεπώς βρίσκω ότι ο συμψηφισμός των λογαριασμών της Εναγόμενης 1 από μέρους των Εναγόντων και η μετατροπή ξένων νομισμάτων όπως Ιαπωνικών Γιεν και Αμερικανικών Δολαρίων σε Ευρώ ήταν καθόλα νόμιμες ενέργειες και εντός των πλαισίων των συμφωνηθέντων. Κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 αλλά και κατά τη γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος των Εναγομένων στην προσπάθεια αμφισβήτησης της εγκυρότητας των Καταστάσεων Λογαριασμού, έδωσε έμφαση σε ορισμένες συναλλαγές των Τεκμηρίων 42 και 43 που άνκαι είναι οι ίδιες στα δύο Τεκμήρια εντούτοις εντοπίζεται μια σχετικά μικρή διαφορά σε σχέση με το ύψος των ποσών. Σημειώνεται ότι το Τεκμήριο 42, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Ε.2, αποτελεί τις Καταστάσεις του Λογαριασμού με αρ. 0630-13-004498-00 του επίδικου δανείου που κατατέθηκαν μαζί με το Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, από τη Μ.Ε.1. Η σημασία των καταστάσεων και της πιστοποίησης του λειτουργού της Τράπεζας τονίστηκαν στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 479 στη σελίδα 493: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα επέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και
- Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο». Το Τεκμήριο 42, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Ε.1, συνιστά μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης των λογαριασμών των πελατών των Εναγόντων και περιέχει όλες τις συναλλαγές του λογαριασμού του δανείου. Ανέφερε περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες τηρούν τραπεζικά βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις των πελατών των Εναγόντων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων της Εναγόμενης
- Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή από το άνοιγμα του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 ήταν και είναι ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία. Όλες οι καταχωρήσεις στον λογαριασμό των Εναγομένων έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων. Ανέφερε επίσης ότι οι Ενάγοντες αποτελούν χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και διεξάγουν συστηματικά τραπεζικές εργασίες από την 1.1.55 μέχρι σήμερα αδιαλείπτως. Ειδικά για το Πιστοποιητικό που συνοδεύει τις Καταστάσεις Λογαριασμών έκαμε ειδική αναφορά ότι υπεγράφη από την ίδια σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου και ότι οι Καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού αποτελούν αντίγραφο των καταχωρημένων πράξεων του ηλεκτρονικού αρχείου των Εναγόντων. Σημειώνεται ότι η Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε επί του πιο πάνω μέρους της μαρτυρίας της. Η Μ.Ε.1 διευκρίνισε ότι την αληθινή εικόνα των συναλλαγών και του χρεωστικού υπολοίπου δίνει το Τεκμήριο
- Συνεπώς η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων ότι οι Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήριο 42) ή το συνοδεύον αυτές πιστοποιητικό δεν είναι σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 22 και 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ. 9 καταρρίπτεται από την πιο πάνω μαρτυρία. Η Μ.Ε.1 διευκρίνισε ότι στο Τεκμήριο 42 δεν περιλαμβάνονται ορισμένες άλλες χρεώσεις και οι αναλογούντες σ΄ αυτές τόκοι που η ίδια αφαίρεσε και δεν τις αξιώνουν οι Ενάγοντες. Όλες οι συναλλαγές στις οποίες έκαμε αναφορά και αφορούσαν στον λογαριασμό του επίδικου δανείου εμφαίνονται στις Καταστάσεις (Τεκμήριο 42), οι οποίες ξεκινούν από την ημερομηνία 26.3.09 με τη χρέωση του ποσού του δανείου. Για τη σημασία των αναδομημένων λογαριασμών Τράπεζας σχετική είναι η υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ,
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 όπου λέχθηκε ότι με την καταχώρηση αναδομημένων λογαριασμών δεν δημιουργείται οποιοδήποτε πρόβλημα, αντίθετα υποβοηθούν στην ακροαματική διαδικασία με τη διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Η σημασία τους επίσης τονίστηκε και στην πρόσφατη υπόθεση Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 271/09, απόφαση ημερ. 20.2.
- Εκτός από τις Καταστάσεις (Τεκμήριο 42) ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν κατατεθεί επίσης και οι Καταστάσεις Λογαριασμού που αποστέλλοντο ταχυδρομικώς στην Εναγόμενη 1 και είναι το Τεκμήριο
- Στα δύο Τεκμήρια, δηλαδή 42 και 43, εντοπίζονται μικροδιαφορές στα ποσά ιδιαίτερα στο χρεωστικό υπόλοιπο. Παράδειγμα για την ημερ. 30/6/10 ενώ στο Τεκμήριο 43 αναγράφεται ως υπόλοιπο το ποσό των €5,684.115,47 στο Τεκμήριο 42 παρουσιάζεται ως υπόλοιπο το ποσό των €5,630.481,
- Η Μ.Ε.1 διευκρίνισε ότι η μικρή διαφορά που προκύπτει οφείλεται στον διαφορετικό τρόπο υπολογισμού και είναι καθαρά τεχνικό θέμα. Εξήγησε ότι το επιτόκιο στο Τεκμήριο 42 είναι ολοκληρωμένο δηλαδή συνιστά το ολικό επιτόκιο 7% που συμφωνήθηκε και ακολούθως με την προσθήκη του τόκου υπερημερίας αυτό αυξάνεται σε 12,25%, ενώ στο Τεκμήριο 43 ο τόκος υπερημερίας δηλαδή 5,25% εμφανίζεται ως ξεχωριστός. Σημειώνεται η αναφορά στη μαρτυρία της ότι τη σωστή παρουσίαση των συναλλαγών και του χρεωστικού υπολοίπου στη βάση των συμφωνηθέντων δίνει το Τεκμήριο 42 και όχι το 43 και αυτό είναι προς όφελος του πελάτη. Όσον αφορά την γενική εισήγηση από πλευράς Εναγομένων περί παράνομων χρεώσεων ως τόκων ή δικαιωμάτων, εκτός εκείνων για τα οποία το Δικαστήριο επιλήφθηκε πιο πάνω, τέθηκαν αόριστα και δεν παρουσιάστηκε καμιά μαρτυρία που να τεκμηριώνει τέτοια εισήγηση. Σημειώνεται ότι το δικαίωμα χρέωσης από μέρους των Εναγόντων εξόδων, δικαιωμάτων και δαπανών που προκύπτουν οποτεδήποτε σε σχέση με τη διαπραγμάτευση, ετοιμασία, εκτέλεση κ.λ.π. της συμφωνίας προνοείται από τον όρο 4(δ) της συμφωνίας. Επίσης οι ισχυρισμοί των Εναγομένων στην Υπεράσπιση τους και τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου τους περί αυθαίρετων, παράνομων και μη εφαρμόσιμων συναλλαγών, αυθαίρετων χρεώσεων και εξόδων, παρέμειναν απλά ισχυρισμοί χωρίς τη στοιχειώδη έστω εξειδίκευση. Σημειώνεται ότι ενόψει της καταχώρησης των Καταστάσεων Λογαριασμού (Τεκμήριο 42) μαζί με το πιστοποιητικό του Λειτουργού της Τράπεζας και τη σημασία που τους αποδίδει η νομολογία (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α. (ανωτέρω)) το βάρος απόδειξης για λανθασμένες καταχωρήσεις έχει μετατεθεί στους ώμους των Εναγομένων που δεν κατάφεραν να το αποσείσουν. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκω ότι οι αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήριο 42) είναι ορθές και παρουσιάζουν την ακριβή εικόνα της κίνησης του Λογαριασμού με αρ. 0690-13-004498-00 που αφορά στο επίδικο δάνειο, ο οποίος λογαριασμός είναι χρεωστικός. Ο τότε δικηγόρος των Εναγομένων αντεξέτασε τη Μ.Ε.1 και σε πολλά άλλα σημεία της μαρτυρίας της για τα οποία δεν γίνεται ειδική αναφορά στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των Εναγομένων, όπως στα εξής: Σ΄ όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίον στάληκε η επιστολή τερματισμού (βλ. επισυνημμένο έγγραφο του Τεκμηρίου 36) στην Εναγόμενη 1 και οι άλλες ειδοποιήσεις στους Εναγόμενους. Η μάρτυρας παραδέχθηκε ότι όλες οι επιστολές στάληκαν στα εγγεγραμμένα γραφεία των Εναγομένων με σύνηθες ταχυδρομείο. Θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι παραδεκτό από πλευράς Υπεράσπισης, όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1, ότι οι επιστολές ημερ. 22.7.2009 παραλήφθηκαν απ΄ εκείνους στους οποίους απευθύνονταν στις 4.8.
- Επίσης η επιστολή τερματισμού που στάληκε στην Εναγόμενη 1 φέρει την υπογραφή του Μ.Υ.1 ότι την παρέλαβε στις 4.8.
- Η μάρτυρας κατά την αντεξέταση της ρωτήθηκε επίσης και για τον ακριβή λόγο που οι Ενάγοντες προέβησαν σε τερματισμό της συμφωνίας. Η Μ.Ε.1 υπεραμύνθηκε της απόφασης των Εναγόντων να προβούν σε τερματισμό του επίδικου λογαριασμού, εφόσον η Εναγόμενη 1 δεν κατέβαλλε τους μηνιαίους δεδουλευμένους τόκους, ως ο σχετικός όρος στη συμφωνία, που ήταν ενδεικτικό του κινδύνου μη είσπραξης του λαβείν τους. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν είχε πρόβλημα, όπως ανέφερε η Μ.Ε.1 με τις εξασφαλίσεις. Σημειώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 κατά την αντεξέταση του ότι δεν πληρώθηκαν οι δεδουλευμένοι τόκοι στις 24.4.09 ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να πληρωθεί η πρώτη δόση των τόκων και ότι πληρώθηκε στις 30.6.09 ποσό εκ €29.179,00 που είναι οι δεδουλευμένοι τόκοι ενός μηνός. Σημειώνεται ότι το ποσό αυτό περιλαμβάνεται στις πιστώσεις του Τεκμηρίου
- Σ΄ όσον αφορά τον ισχυρισμό του, πάλι κατά την αντεξέταση του, ότι η Εναγόμενη 10 έδωσε οδηγίες στους Ενάγοντες να πληρώνονται οι δεδουλευμένοι τόκοι από τους λογαριασμούς της παρέμεινε απλά ισχυρισμός, χωρίς την απαραίτητη στοιχειοθέτηση του. Είναι κατάληξη μου ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τον όρο 3 της συμφωνίας σε σχέση με την μηνιαία πληρωμή των δεδουλευμένων τόκων γι΄ αυτό και οι Ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 22.7.09 (Τεκμήριο 36) η οποία λήφθηκε από την Εναγόμενη 1 στις 4.8.09 ετερμάτισαν τη συμφωνία και κατέστησαν απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο που ανερχόταν σε €5.086.513,84 πλέον τόκοι. Η επιστολή τερματισμού κρίνεται έγκυρη έστω και αν δεν διατυπώνεται σ΄ αυτήν με σαφήνεια ο λόγος τερματισμού ή αναγράφεται λανθασμένος λόγος (βλ. Νινηρίδου ν. Σάββα
(1993)1 ΑΑΔ 589). Συνιστούν περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου τα εξής: Με επιστολές τους ημερομηνίας 22.7.09 (Τεκμήριο 37) οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τους Εναγόμενους 2 - 20 για την υποβολή της απαίτησης τους στην Εναγόμενη 1 και τους κάλεσαν να ξοφλήσουν το πιο πάνω χρεωστικό υπόλοιπο. Επίσης οι Ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 17.3.10 (Τεκμήριο 39) πληροφόρησαν τους Εναγόμενους 2 - 4, 6 - 14 και 16 - 19 ως ενυπόθηκους οφειλέτες ότι αν δεν ξοφλούσαν το ποσό που εξασφάλιζε η κάθε υποθήκη μέσα σε ένα μήνα θα προχωρούσαν στην εκποίηση των υποθηκών. Επιστολή με το ίδιο περιεχόμενο ημερομηνίας 5.5.09 απεστάλη και στην Εναγόμενη 20. Στις 29.9.09 ο χρεωστικός λογαριασμός της Εναγόμενης 1 στη βάση του Τεκμηρίου 42 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ €5.064.163,33 για το οποίο οι Ενάγοντες δικαιούνται απόφασης. Σ΄ όσον αφορά τους τόκους οι Ενάγοντες δικαιούνται μόνο το συμφωνηθέντα τόκο εκ 7% επί του πιο πάνω ποσού από τις 29.9.09 μέχρι πλήρους εξόφλησης, εφόσον η απαίτηση για τόκο υπερημερίας δεν έχει αποδειχθεί, παρά τη ρητή πρόνοια στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Οι Ενάγοντες δικαιούνται επίσης σε κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο, εφόσον το δικαίωμα τους αυτό πηγάζει από την ίδια τη συμφωνία και συγκεκριμένα από τον όρο 4(α)(δ). Σ΄ όσον αφορά τους εγγυητές η ευθύνη τους προκύπτει από το «ΕΓΓΥΗΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ ΠΟΣΟ» που είναι αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου και φέρει την υπογραφή όλων, κατόπιν απόφασης των διοικητικών τους συμβουλίων. Η προσωπική ευθύνη τους καλύπτει το ποσό των €5,000,000 πλέον τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα. Στους εγγυητές έγινε απαίτηση πληρωμής του χρέους με τις επιστολές (Τεκμήριο 37). Συνεπώς ευθύνονται ομού και κεχωρισμένα με την Εναγόμενη 1 στην πληρωμή του πιο πάνω χρεωστικού υπολοίπου. Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας έχει αποδειχθεί η εκτέλεση των Υποθηκών σύμφωνα με τους όρους των εγγράφων υποθηκών που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κάθε υποθήκης ξεχωριστά. Στο έγγραφο της κάθε Υποθήκης καθορίζεται το ύψος του ποσού που εξασφαλίζει η κάθε μια καθώς και το ύψος του επιτοκίου. Συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τους Εναγόμενους για την πρόθεση τους λήψης όλων των αναγκαίων μέτρων για είσπραξη των ποσών που αυτές εξασφαλίζουν (βλ. Τεκμήριο 39) δίνοντας τους προθεσμία συμμόρφωσης. Ενόψει όλων των πιο πάνω έχει καταδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν στους Ενάγοντες αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως το συνολικό ποσό των €5.064.163,33 πλέον τόκο προς 7% ετησίως από τις 29.9.10 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους για τα οποία δικαιούνται απόφασης. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων ομού και κεχωρισμένα για το ποσό των €5.064.163,33 πλέον τόκο προς 7% ετησίως από 29.9.10 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Επίσης εκδίδονται διατάγματα εκποίησης των υποθηκών εναντίον των Εναγομένων 1 - 20 ως οι παράγραφοι Δ μέχρι Ψ του παρακλητικού της Αγωγής. Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων ομού και κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΙ-ΟΟ Subject: Civil/Final/Loan agreement (Αναφορά: Αστικό/Τελική απόφαση/Συμφωνία δανείου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο