← Κύπρος

BEIJING DELSK BUSINNES CO LTD κ.α. ν. P E BUSINESS SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1167/13, 27/9/2013

BEIJING DELSK BUSINNES CO LTD κ.α. ν. P E BUSINESS SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1167/13, 27/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A194 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1167/13 Μεταξύ: BEIJING DELSK BUSINNES CO. LTD DELSK BUSINESS CO. LTD Εναγόντων Και P & E BUSINESS SERVICES LTD SAN SISTO EUROPEAN IMMIGRATION LAWYERS LTD ΕΜΙΛΥ ΛΕΜΟΝΙΑΤΗ Εναγομένων -------------------- Ημερομηνία: 27 Σεπτεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Παπαευσταθίου, για να ακούσει απόφαση ο κ. Δημητριάδης Για τους Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Τεουλίδης, κανένας για να ακούσει απόφαση Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με μονομερή αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση με το οποίο απαγορεύεται και/ή εμποδίζονται οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή ο καθένας από αυτούς και/ή οι αντιπροσώποι και/ή διευθυντές και/ή υπαλλήλοι και/ή υπηρέτες και/ή αξιωματούχοι τους από του να αποστέλλουν στους συνεργάτες και/ή πελάτες όπως αυτοί εμφαίνονται στο επισυνημμένο στην Ένορκη Δήλωση μέρος του Τεκμηρίου 4 και/ή αντιπροσώπους και/ή υποαντιπροσώπους των Εναγόντων οποιαδήποτε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) και/ή άρθρα και/ή δημοσιεύματα και/ή επιστολές τα οποία να αναφέρονται και/ή σχετίζονται γενικά με τη συνεργασία Εναγόντων και Εναγομένων και/ή αναφορικά με την πληρωμή ή μη αμοιβής και/ή άλλως πως και/ή να περιέχουν και/ή να θεωρούνται και/ή να μπορεί να θεωρηθούν ως επιζήμια και/ή κακόβουλη και/ή ζημιογόνα ψευδολογία αναφορικά με τους Ενάγοντες και/ή οποιουσδήποτε εξ αυτών και/ή να αναφέρονται και/ή σχετίζονται με την επιχειρηματική και/ή εμπορική τους δραστηριότητα και/ή την εργασία και/ή επιτήδευμα και/ή ενασχόληση και/ή την επιχείρηση των Εναγόντων σε σχέση με την πώληση ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο και/ή άλλως πως και/ή οποιουσδήποτε εξ αυτών και/ή των ιδιοκτητών και/ή των αξιωματούχων των Εναγόντων μέχρι την αποπεράτωση και/ή εκδίκαση της παρούσας αγωγής άλλης νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και, διάταγμα το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει μέχρι την αποπεράτωση της εκδίκασης της αγωγής αυτής και/ή μέχρι άλλης ή νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου τους Εναγομένους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή τον καθένα από αυτούς και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους διευθυντές και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες τους από το να αποστέλλουν και/ή δημοσιεύουν και/ή κυκλοφορούν και/ή να επιτρέπουν και/ή να ανέχονται την κυκλοφορία και/ή δημοσίευση επιστολών και/ή δημοσιευμάτων και/ή επιστολών και/ή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) προς τους πελάτες και/ή συνεργάτες και/ή αντιπροσώπους και/ή υποαντιπροσώπους και/ή πράκτορες (agents) και/ή υπαλλήλους των Εναγόντων και/ή οποιουδήποτε εξ αυτών τα οποία περιέχουν και/ή θεωρούνται και/ή να μπορούν να θεωρηθούν ως επιζήμια και/ή κακόβουλη και/ή ζημιογόνα ψευδολογία αναφορικά με τους Ενάγοντες και/ή τους ιδιοκτήτες και/ή τους αξιωματούχους των Εναγόντων και/ή οποιουδήποτε εξ αυτών και/ή αναφορικά με την επιχειρηματική και/ή εμπορική τους δραστηριότητα και/ή την εργασία και/ή επιτήδευμα και/ή ιδιοκτησίας στην Κύπρο και/ή οποιουδήποτε εξ αυτών". Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 17, 18 και 25 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 (όπως τροποποιήθηκε) στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ1, 2, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Μακρίδη. Στην ένορκη δήλωση του ο Παναγιώτης Μακρίδης αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση εκ μέρους των Εναγόντων. Γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από έγγραφα τα οποία κατέχει και τα οποία τηρούνται στο γραφείο τους, λόγω της θέσης και των καθηκόντων του, από πληροφορίες που έλαβε από τους Ενάγοντες 1 και 2 καθώς επίσης και από ενημέρωση που έλαβε από τον συνάδελφο του κ. Νίκο Παπαευσταθίου ο οποίος είναι ο υπεύθυνος δικηγόρος των υποθέσεων των Εναγόντων που χειρίζεται το γραφείο τους. Είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ο λόγος για τον οποίο προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι οι αξιωματούχοι, διευθυντές των Εναγόντων είναι γιατί λόγω της επείγουσας φύσης της αίτησης δεν είναι εφικτό και λογικό να αναμένουν να έρθουν στην Κύπρο οι αξιωματούχοι των Εναγόντων. Στις 10/08/2011 υπεγράφηκε στην Πάφο μεταξύ των Εναγόντων 1 και των Εναγομένων 1, συμφωνία συνεργασίας με την οποία συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες παραπέμπουν και συστήνουν πελάτες στους Εναγομένους 1 για παροχή νομικών, συμβουλευτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών αναφορικά με εταιρείες. Η διάρκεια ισχύος της εν λόγω συμφωνίας θα ήταν για 1 (ένα) έτος με δυνατότητα ανανέωσης κατόπιν επαναδιαπραγματεύσεων μεταξύ των Μερών. Σύμφωνα με ρητό όρο της συμφωνίας συνεργασίας δεν θα υπήρχε υποχρέωση πληρωμής για κάθε πελάτη (referral fee) καθ' ότι οι Εναγόμενοι 1 θα χρέωναν τον κάθε πελάτη που θα τους έστελλαν οι Ενάγοντες ξεχωριστά σύμφωνα με τα συνημμένα στη συμφωνία παραρτήματα. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της συμφωνίας ημερομηνίας 11/08/

  1. Η εν λόγω συμφωνία συνεργασίας δεν ανανεώθηκε ποτέ και ως εκ τούτου με την λήξη της, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των Μερών έπαψαν να υφίστανται και να ισχύουν. Στις 05/09/2012, υπογράφηκε στην Πάφο μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 2, συμφωνία συνεργασίας με την οποία συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες παραπέμπουν και συστήνουν πελάτες στους Εναγομένους 2 για παροχή νομικών, συμβουλευτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών αναφορικά με εταιρείες. Περαιτέρω με την ίδια συμφωνία οι Ενάγοντες διόρισαν τους Εναγόμενους 2 ως δικηγόρους τόσο δικούς τους όσο και των πελατών τους που θα σύστηναν στους Εναγόμενους 2 και συμφωνήθηκε όπως από την 01/11/2012 η εν λόγω συνεργασία θα αποκτούσε αποκλειστικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με ρητό όρο της συμφωνίας συνεργασίας δεν θα υπήρχε υποχρέωση πληρωμής για κάθε πελάτη (referral fee) καθ' ότι οι Εναγόμενοι 2 θα χρέωναν τον κάθε πελάτη που θα τους έστελλαν οι Ενάγοντες ξεχωριστά με συμφωνηθέν ποσό χρέωσης ίσο με 1% επί της συνολικής τιμής πώλησης κάθε ακινήτου πλέον τα πραγματικά έξοδα (χαρτόσημα) και Φ.Π.Α. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της συμφωνίας συνεργασίας ημερομηνίας 05/09/
  2. Μετά το πέρας της συνεργασίας μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1, προέκυψαν διαφορές και διαφωνίες αναφορικά με κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα ποσά που όφειλαν οι Ενάγοντες 1 και η εταιρεία YORUBA LTD προς τους Εναγόμενους
  3. Οι πιο πάνω αναφερόμενες διαφορές και διαφωνίες οδήγησαν στην καταχώρηση της αγωγής Ε.Δ. Πάφου υπ' αριθμό 3713/12 P & E BUSINESS SERVICES LTD ν 1) BEIJING DELSK BUSINESS CO. LTD, 2) YORUBA LTD. Μόλις πριν 2-3 μέρες υπέπεσε στην αντίληψη των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι, είτε μέσω της Εναγομένης 3 είτε μέσω άλλων αντιπροσώπων και υπαλλήλων τους, απέστειλαν και συνεχίζουν να αποστέλλουν, σε, συνεργάτες, αντιπροσώπους και υποαντιπροσώπους των Εναγόντων μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) στα οποία τους αναφέρουν ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καταβάλει και αρνούνται να καταβάλουν την αμοιβή για τις υπηρεσίες που παρείχαν οι Εναγόμενοι σε Κινέζους αγοραστές, ότι υπάρχουν ανεξόφλητα τιμολόγια για παρεχόμενες υπηρεσίες και απαιτούν από τους πελάτες, συνεργάτες, αντιπροσώπους και υποαντιπροσώπους των Εναγόντων όπως τους καταβάλουν άμεσα όλα τα οφειλόμενα ποσά για τις κατ' ισχυρισμόν παρεχόμενες υπηρεσίες. Οι συνεργάτες, αντιπρόσωποι και υποαντιπρόσωποι, πολύ θορυβημένοι με τα e-mail που έλαβαν και συνεχίζουν να λαμβάνουν, επικοινώνησαν άμεσα με τους Ενάγοντες και απαίτησαν όπως τους δοθούν εξηγήσεις έχοντας ως δεδομένο ότι τα ποσά που απαιτούν οι Εναγόμενοι τα έχουν ήδη καταβάλει στους Ενάγοντες. Επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 15 δέσμη επιστολών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τα οποία έστειλαν οι Εναγόμενοι στους πελάτες, συνεργάτες, αντιπροσώπους και αντιπροσώπους των Εναγόντων και με τα οποία απαιτούν την πληρωμή των κατ' ισχυρισμόν οφειλομένων ποσών. Τα εν λόγω e-mail έχουν προωθηθεί στους Ενάγοντες από τους παραλήπτες τους. Μόλις οι Ενάγοντες αντιλήφθηκαν τις παράνομες και κακόβουλες ενέργειες των Εναγομένων, απέστειλαν στις 29/04/2013 επιστολή μέσω των δικηγόρων τους στους Εναγομένους με την οποία απαίτησαν όπως άμεσα σταματήσουν να αποστέλλουν τις εν λόγω ειδοποιήσεις και e-mail καθ' ότι πέραν του γεγονότος ότι τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά είχαν καταβληθεί και εξοφληθεί προ πολλού, οι ενέργειες τους αυτές αποτελούν επιζήμια ψευδολογία και κακόβουλες συκοφαντικές δυσφημήσεις. Οι πιο πάνω ενέργειες των Εναγομένων συνιστούν σύμφωνα με τον Παναγιώτη Μακρίδη σοβαρά ποινικά αδικήματα αφού αποτελούν προσπάθεια απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Πιστεύει όπως αναφέρει περαιτέρω ότι η κακόβουλη, παράνομη και ψευδής συμπεριφορά των Εναγομένων έχει ήδη προκαλέσει και θα συνεχίσει να προκαλεί βλάβη και τεράστιες ζημιές στους Ενάγοντες και εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και θα είναι πολύ δύσκολο αν όχι απίθανο να αποζημιωθούν σε μεταγενέστερο στάδιο οι Ενάγοντες. Με μια απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 15 φαίνεται ξεκάθαρα όπως ισχυρίζεται ότι οι ψευδείς και κακόβουλοι ισχυρισμοί των Εναγομένων έχουν προκαλέσει προβλήματα και τριγμούς στην σχέση των Εναγόντων με τους συνεργάτες, αντιπροσώπους και υποαντιπροσώπους τους οι οποίοι έχουν αρχίσει ήδη να αναρωτιούνται και να αμφισβητούν την εντιμότητα των Εναγόντων και την επαγγελματική τους ακεραιότητα. Εάν οι Εναγόμενοι δεν εξαναγκαστούν να σταματήσουν να διαβάλλουν κακόβουλα και ψευδώς τους Ενάγοντες με την αποστολή και δημοσίευση των επιστολών και των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) τότε υπάρχει ο ορατός, υπαρκτός και άμεσος κίνδυνος οι Ενάγοντες να απωλέσουν την εμπιστοσύνη των συνεργατών, αντιπροσώπων και υποαντιπροσώπων τους οι οποίοι κατά πάσα πιθανότητα θα διακόψουν κάθε συνεργασία μαζί τους με αποτέλεσμα την επαγγελματική και οικονομική καταστροφή των Εναγόντων. Στην αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών καταχώρισαν ένσταση οι Εναγόμενοι - Καθ'ων η Αίτηση προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης.

(1)Οι Ενάγοντες έχουν αποτύχει να καταδείξουν με οποιοδήποτε τρόπο ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αφού έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 έχουν προβεί σε οποιεσδήποτε δυσφημιστικές δηλώσεις ή επιζήμιες και/ή κακόβουλες ψευδολογίες εις βάρος των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες δεν έχουν διευκρινίσει ή παραθέσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικών δηλώσεων των Εναγομένων 1 έως και 3 στην Οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής 1167/13, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 30.4.13.
(2)Ο Ενόρκως Δηλών δικηγόρος Παναγιώτης Μακρίδης δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και ούτε αναφέρει συγκεκριμένα τις πηγές των γνώσεων του. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, εκτός και αν αυτό είναι αναγκαίο.
(3)Οι Ενάγοντες απέκρυψαν και/ή δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη στοιχεία και/ή γεγονότα που αφορούν την αγωγή και/ή την αίτηση με τρόπο που παραπλάνησαν το Δικαστήριο. Ειδικότερα, ο Ενόρκως Δηλών δικηγόρος Παναγιώτης Μακρίδης παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο το πλήρες περιεχόμενο των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 στην Ένορκη του Δήλωση. Ο κ. Μακρίδης ισχυρίζεται γενικά και αόριστα στην ΄Ενορκη του Δήλωση ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15 αποτελεί δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία των Εναγομένων 1 και 3 εις βάρος των Εναγόντων. Ο κ. Μακρίδης δεν έχει περιγράψει ή εξηγήσει με οποιοδήποτε τρόπο στην Ένορκη του Δήλωση το εν λόγω Τεκμήριο 15, το οποίο έχει καταθέσει ως δέσμη και παρέλειψε και να παραθέσει στο Δικαστήριο την ολοκληρωμένη αλυσίδα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων ώστε το Δικαστήριο να έχει την ευκαιρία να σχηματίσει μια ολοκληρωμένη εικόνα της αλληλογραφίας.
(4)ΟΙ δηλώσεις των Εναγομένων 1 και 3 όπως περιέχονται στο Τεκμήριο 15 δεν ενέχουν κανένα στοιχείο κακοβουλίας, αφορούν πραγματικά γεγονότα και είναι εν πάση περιπτώσει αληθείς. Κανένα από τα Τεκμήρια που κατέθεσε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της Ένορκης του Δήλωσης ο κ. Μακρίδης καταδεικνύει το αντίθετο.
(5)Η Ενάγουσα 2 δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων. Τα έγγραφα τα οποία κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Ενάγοντες, δηλαδή η ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Παναγιώτη Μακρίδη και τα συνημμένα σε αυτήν Τεκμήρια, δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας 2 εναντίον των Εναγομένων. Δεν γίνεται καμία αναφορά στην Ενάγουσα 2 σε κανένα από τα Τεκμήρια.
(6)Το Διάταγμα επιβάλλει αυστηρούς περιορισμούς στον τρόπο λειτουργίας των Εναγομένων 1 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση καταπιέζοντας και/ή προσβάλλοντας την οικονομική τους ελευθερία και/ή το Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά τους να ασκούν το επάγγελμά τους, όπως αυτό προστατεύεται από το Άρθρο 25 του Συντάγματος και το Άρθρο 27
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Σε περίπτωση μη ακύρωσης του Διατάγματος, οι Εναγόμενοι 1 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση και οι πελάτες τους θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα παρεμποδίζονται από το να ασκούν ελεύθερα τις εργασίες τους με το σοβαρό ενδεχόμενοι οι Εναγόμενοι 1 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση να βρεθούν αντιμέτωποι με κατηγορίες παρακοής Διατάγματος στην προσπάθεια τους να ανταποκριθούν σε αιτήματα υφιστάμενων πελατών τους.
(7)Σε αντίθεση με τους Εναγόμενους 1 έως και 3, σε περίπτωση ακύρωσης του Διατάγματος οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημία αφού δεν έχουν προσδιορίσει χρηματικά ή άλλως πως την ζημιά που έχουν υποστεί ή την οποία πιθανόν να υποστούν συνεπεία των ισχυριζόμενων επιζήμιων και/ή κακόβουλων ψευδολογιών των Εναγομένων 1 και 3. Ούτε έχουν αποδείξει οι Ενάγοντες ότι οι ζημιές που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί ή που πιθανόν να υποστούν από τις ισχυριζόμενες επιζήμιες ψευδολογίες των Εναγομένων είναι σοβαρό ζήτημα που εμπεριέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ώστε να δικαιούνται σε μονομερή θεραπεία.
(8)Οι Ενάγοντες έχουν αποτύχει να καταδείξουν ότι χωρίς την διατήρηση σε ισχύ του Διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού δεν υπάρχει καμία εισήγηση από μέρος των Εναγόντων ότι σε περίπτωση που πετύχουν στην αγωγή τους εναντίον των Εναγομένων κατόπιν εκδίκασης της αγωγής, οι Εναγόμενοι 1 και 3 δεν θα είναι σε θέση να τους αποζημιώσουν επαρκώς.
(9)Ενόψει όλων των πιο πάνω αναφερόμενων λόγων, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφέστατα υπέρ της ακύρωσης του Διατάγματος. H ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιμιλίας Λεμονιάτη Εναγομένης 3 η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι είναι η Εναγόμενη 3 και διευθύνων σύμβουλος των Εναγομένων 1 στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένη από τους Εναγόμενους 1 να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν στις 11/8/11 Συμφωνία Συνεργασίας με τους Ενάγοντες 1, Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση του κ. Μακρίδη. Ούτε οι Εναγόμενοι 1 ούτε η ίδια προσωπικά έχουν συμβληθεί και/ή ανταλλάξει επικοινωνία με τους Ενάγοντες 2. Μέχρι την επίδοση της παρούσας αγωγής και αίτησης, δεν γνώριζε για την ύπαρξη των Εναγόντων 2 και σε κανένα από τα Τεκμήρια που κατέθεσε ο κ. Μακρίδης στο Δικαστήριο δεν αναφέρονται οι Ενάγοντες 2. Εν όψει και της απουσίας οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης ή άλλως πως των Εναγομένων με τους Ενάγοντες 2, δεν έχει αποκαλυφθεί οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων 2 έναντι των Εναγομένων. Με τη Συμφωνία Συνεργασίας, οι Ενάγοντες 1 και οι Εναγόμενοι 1 συμφώνησαν την αποκλειστική συνεργασία στην Κύπρο και την Κίνα. Οι Ενάγοντες 1 συμφώνησαν να συστήνουν Κινέζους πελάτες στους Εναγόμενους 1 για την παροχή διαφόρων υπηρεσιών στην Κύπρο. Οι Ενάγοντες 1 παρουσιάστηκαν στους Εναγόμενους 1 ως εταιρεία δεόντως εγγγεγραμμένη στην Κίνα, η οποία ασχολείται με την παροχή υπηρεσιών σε Κινέζους πολίτες για την αγορά ακινήτων εκτός Κίνας με στόχο την απόκτηση άδειας μόνιμης διαμονής στις χώρες αυτές. Οι Ενάγοντες 1 δεν είχαν δικούς τους πελάτες αλλά το πελατολόγιο τους δημιουργείτο κατόπιν συμφωνιών των Εναγόντων 1 με άλλους πράκτορες και/ή μεσίτες στην Κίνα όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτει. Οι Ενάγοντες 1 δεν θα λάμβαναν οποιαδήποτε αμοιβή από τους Εναγόμενους 1 για την σύσταση πελατών. Αναφορικά με την παράγραφο 8 της ενόρκου δηλώσεως του κυρίου Μακρίδη, αναφέρει ότι η Αγγλική φράση «referral fee», δεν σημαίνει «υποχρέωση πληρωμής» αλλά «αμοιβή για σύσταση πελατών». Σύμφωνα με την Συμφωνία Συνεργασίας, οι Εναγόμενοι 1 δεν θα κατέβαλλαν οποιαδήποτε αμοιβή στους Ενάγοντες 1 για την σύσταση πελατών. Οι Ενάγοντες 1 δεν θα λάμβαναν οποιαδήποτε αμοιβή για την σύσταση πελατών από τους Εναγόμενους 1, γιατί όπως ανέφερε στην ίδια ο διευθυντής των Εναγόντων 1 Wang Jing, οι Ενάγοντες 1 χρέωναν για τις δικές τους υπηρεσίες τους πράκτορες και/ή μεσίτες στην Κίνα, οι οποίοι εκπροσωπούσαν τον κάθε ενδιαφερόμενο Κινέζο πολίτη. Σύμφωνα με το Παράρτημα C («Appendix C»), της Συμφωνίας Συνεργασίας, οι Ενάγοντες 1 θα κατέβαλλαν στους Εναγόμενους 1 το προκαθορισμένο ποσό των 1.000 Ευρώ ανά οικογένεια για τις υπηρεσίες των Εναγομένων 1 αναφορικά με την ετοιμασία των απαραίτητων αιτήσεων για την έκδοση βίζας εισόδου, προσωρινής άδειας διαμονής (pink slip) και μόνιμης άδειας διαμονής. Οποιαδήποτε πραγματικά έξοδα, όπως πραγματικά τέλη για αιτήσεις, θα καταβάλλονταν στους Εναγόμενους 1 απευθείας από τους πελάτες. Οι Εναγόμενοι 1 πρόσφεραν στους πελάτες απευθείας τις υπηρεσίες που αναφέρονται στα Παραρτήματα Α και Β της Συμφωνίας Συνεργασίας, για τις οποίες υπηρεσίες οι Εναγόμενοι 1 χρέωναν απευθείας τους πελάτες. Το Παράρτημα Α αφορά την παροχή υπηρεσιών κατεμπιστεύματος (fiduciary services) και το Παράρτημα Β αφορά την παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται με την αγοραπωλησία ακινήτων στην Κύπρο. Για οποιεσδήποτε υπηρεσίες για τις οποίες οι Εναγόμενοι 1 δεν είχαν τα από τον νόμο απαιτούμενα προσόντα και/ή άδειες, συμβαλλόταν με αδειούχους επαγγελματίες για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών. Στις 20/9/11, οι Ενάγοντες 1 και οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν νέα Συμφωνία συμπληρωματική της Συμφωνίας Συνεργασίας. Η Συμπληρωματική Συμφωνία καταρτίστηκε κατόπιν αιτήματος των Εναγόντων 1. Οι Ενάγοντες 1 ζήτησαν την σύναψη επιπρόσθετης συμφωνίας διά της οποίας η θυγατρική τους εταιρεία YORUBA LTD, η οποία ήταν εγγεγραμμένη στο Μπελίζ, θα αναλάμβανε τις οικονομικές υποχρεώσεις των Εναγόντων 1 έναντι των Εναγόμενων 1 βάσει της Συμφωνίας Συνεργασίας. Ταυτόχρονα με την Συμπληρωματική Συμφωνία οι Ενάγοντες 1 και οι Εναγόμενοι 1 συμφώνησαν όπως τιμολόγια για υπηρεσίες που παραχωρούσαν οι Εναγόμενοι 1 βάσει της Συμφωνίας Συνεργασίας θα εκδίδονταν από την θυγατρική εταιρεία των Εναγομένων 1 HIFALOUT CONSULT LTD. Με τη σειρά τους οι Ενάγοντες 1 συμφώνησαν ότι τιμολόγια για τις υπηρεσίες των Εναγομένων 1 στην βάση του Παραρτήματος C της Συμφωνίας Συνεργασίας θα εξοφλούνταν από την προαναφερόμενη θυγατρική εταιρεία των Εναγόντων 1, YORUBA LTD, όπως αναφέρεται στην Συμπληρωματική Συμφωνία - Τεκμήριο 14 στην Ένορκη Δήλωση του κ. Μακρίδη. Η συνεργασία των Εναγόντων 1 και των Εναγομένων 1 διερρήχθη περί τα τέλη Ιουλίου του 2012 όταν ήρθε στην προσοχή των Εναγομένων 1 ότι οι Ενάγοντες 1 συνεργάζονταν συστηματικά με άλλα γραφεία παροχής υπηρεσιών για θέματα μετανάστευσης, παραβιάζοντας έτσι τον όρο της Συμφωνίας Συνεργασίας περί αποκλειστικότητας. Από τα τέλη Ιουλίου 2012, οι Ενάγοντες 1 μέσω της θυγατρικής τους YORUBA Ltd σταμάτησαν τις πληρωμές τιμολογίων για τις υπηρεσίες που έχουν ήδη παραχωρήσει οι Εναγόμενοι 1 σε μεγάλο αριθμό Κινέζων πελατών στην βάση του Παραρτήματος Γ της Συμφωνίας Συνεργασίας. Μέχρι το τέλος Αυγούστου 2012, οι Εναγόμενοι 1 είχαν ήδη αρχίσει ενέργειες για την εξασφάλιση αδειών εισόδου και διαμονής για περίπου 150 πελάτες που αποτάθηκαν κοντά της κατόπιν σύστασης των Εναγόντων 1. Για τον λόγο ότι οι Ενάγοντες 1 και / ή η YORUBA LTD δεν ανταποκρίθηκαν στις οχλήσεις των Εναγομένων 1 για εξόφληση τιμολογίων, οι Εναγόμενοι 1 προχώρησαν με την καταχώρηση της αγωγής 3713/12 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στις 20/11/2012, στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισαν Διάταγμα παγοποίησης τραπεζικού λογαριασμού της YORUBA LTD. Αναφέρει επίσης ότι όπως αντιλαμβάνεται τη θέση του κ.Μακρίδη διαβάζοντας την παράγραφο 23 της ένορκης του δήλωσης, Τεκμήριο 15, σε συνδυασμό με το αιτητικό της Μονομερούς Αίτησης των Εναγόντων, ημερομηνίας 30/4/2013 είναι ότι επικοινωνία δική της και / ή των Εναγομένων 1 με συνεργάτες των Εναγόντων 1, όπως αυτή περιέχεται στο Τεκμήριο 15, μπορεί να θεωρηθεί ως επιζήμια και/ή κακόβουλη και/ή ζημιογόνα ψευδολογία. Το Τεκμήριο 15 έχει κατατεθεί ως δέσμη email και δεν έχει δοθεί καμία περιγραφή ή εξήγηση του περιεχομένου του από τον κ. Μακρίδη αλλά ούτε στην Οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες του ισχυριζόμενου λιβέλου. Συγκεκριμένα, το Τεκμήριο 15 αποτελείται από: (
  1. i)Ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλαξε προσωπικά και/ή υπάλληλος των Εναγομένων 1 Δώρα Σταυρινού με αντιπρόσωπο της εταιρείας Weltrend στις 24 και 25/4/13. (
  2. ii)Ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε εκ μέρους των Εναγομένων 1 σε αντιπρόσωπο της εταιρείας Austar στις 27/4/13. (iii) Ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε στον κ. Li Xiaolang, πελάτη των Εναγόντων και της Globalvisas στις 24/4/13. (
  3. iv)Ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε στην κυρία Suki Sun και τον κύριο Henry Fan στις 25/4/13. (
  4. v)Ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε η κα Δώρα Σταυρινού εκ μέρους των Εναγομένων 1 στην κ. George Sun στις 24/4/13. Η οποιαδήποτε επικοινωνία των Εναγομένων 1 και / ή της ίδιας προσωπικά με άτομα και / ή εταιρείες ως αυτή περιέχεται στο Τεκμήριο 15 ήταν στα πλαίσια συναλλαγών προς εξυπηρέτηση των τελικών παραληπτών των υπηρεσιών των Εναγομένων 1, δηλαδή των Κινέζων πελατών. Τα ηλεκτρονικά μηνύματα που περιέλαβε στην δέσμη του Τεκμηρίου 15 ο κ. Μακρίδης είναι αποσπασματικά και αποτελούν μέρος αλυσίδας μηνυμάτων. Ο κ. Μακρίδης έχει παραθέσει τα εν λόγω μηνύματα επιλεκτικά και χωρίς να γίνεται αναφορά σε ολόκληρο το περιεχόμενο της αλληλογραφίας. Σκοπός των Εναγομένων 1 και της ίδιας προσωπικά ήταν η εξυπηρέτηση των Κινέζων πελατών. Με τους πλείστους από αυτούς, οι Εναγόμενοι 1 και/ή η ίδια και/ή συνεργάτες τους έχουν συνάψει ξεχωριστές συμβατικές σχέσεις για την παροχή διαφόρων υπηρεσιών παράλληλα με τις υπηρεσίες μετανάστευσης τις οποίες παρείχαν οι Εναγόμενοι 1 στην βάση του Παραρτήματος C της Συμφωνίας Συνεργασίας με τους Ενάγοντες 1. Αυτό που δεν αναφέρει ο κ. Μακρίδης στην Ένορκη του Δήλωση είναι ότι τόσο με τους Κινέζους πράκτορες και/ή μεσίτες, τους οποίους ο κ. Μακρίδης χαρακτηρίζει ως συνεργάτες, αντιπροσώπους και υποαντιπροσώπους των Εναγόντων 1, όσο και με τους Κινέζους πελάτες/επενδυτές, οι Εναγόμενοι 1 και η ίδια προσωπικά συνάψαν παράλληλη συνεργασία στα πλαίσια της οποίας στάλθηκαν τα μηνύματα που περιέλαβε ο κ. Μακρίδης στο Τεκμήριο 15. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής και επειδή ακριβώς πολλοί από τους Κινέζους πελάτες/επενδυτές ρωτούσαν για το καθεστώς των αιτήσεων τους για τις άδειες εισόδου και διαμονής, ενημέρωσαν τους πράκτορες και τους πελάτες απευθείας ότι οι Ενάγοντες 1 δεν είχαν πληρώσει τους Εναγόμενους 1 για τις υπηρεσίες αυτές, ως όφειλαν στη βάση του Παραρτήματος C της Συμφωνίας Συνεργασίας. Σε καμία περίπτωση η εν λόγω ενημέρωση στα πλαίσια που δόθηκε δεν συνιστά λίβελο ή επιζήμια ψευδολογία. Μέχρι την ημέρα της ρήξης στις σχέσεις των Εναγομένων 1 και των Εναγόντων 1, οι Εναγόμενοι 1 δεν γνώριζαν την ταυτότητα των μεσιτών και / ή πρακτόρων των Εναγόντων 1 στην Κίνα. Μετά τον Ιούλιο του 2012 και λόγω των προβλημάτων που επήλθαν στις σχέσεις των Εναγομένων 1 και των Εναγόντων 1, άρχισαν να έχουν απευθείας επαφή με τους πράκτορες. Με τον κάθε Κινέζο επενδυτή ξεχωριστά οι Εναγόμενοι 1 και/ή η ίδια είχαν διάφορες άλλες συναλλαγές που αφορούσαν μεταξύ άλλων την σύνταξη και μετάφραση του εγγράφου της αγοράς του ακινήτου, την χαρτοσήμανση του Πωλητηρίου Εγγράφου και διάφορες άλλες υπηρεσίες. Για τις συναλλαγές αυτές, οι Εναγόμενοι 1 και/ή η ίδια αμείβονταν απευθείας από τους Κινέζους επενδυτές. Αναφορικά με την δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων που καταχώρησε ως Τεκμήριο 15 ο κ. Μακρίδης στην ένορκη του δήλωση, σε καμία των περιπτώσεων ούτε οι Εναγόμενοι 1 ούτε η ίδια δεν δυσφήμησαν τους Ενάγοντες 1 αλλά είπαν την αλήθεια. Γνωστοποίηση του γεγονότος ότι οι Ενάγοντες 1 δεν τους πλήρωσε δεν αποτελεί δυσφήμηση και/ή λίβελλο και/ή επιζήμια ψευδολογία. Περαιτέρω το Τεκμήριο 15 περιλαμβάνει και ηλεκτρονική επικοινωνία με πελάτες τους απευθείας, όπως έχει εξηγηθεί πιο πάνω και οι πελάτες δεν έχουν συγκατατεθεί η εν λόγω επικοινωνία να δημοσιοποιηθεί σε τρίτους και να χρησιμοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Οι Ενάγοντες 1 δεν έχουν αποκαλύψει οποιαδήποτε ζημιά, όπως ισχυρίζεται ο κ. Μακρίδης στην παράγραφο 34 της Ενόρκου Δηλώσεως του, την οποία να έχουν υποστεί από τις ενέργειες των Εναγομένων 1. Οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στο άρθρο 4 του Κεφ. 6. Το άρθρο 4 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vouitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο 32 καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι Ενάγοντες σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τους Αιτητές μόνο να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ των Εναγόντων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δυο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στη περιορισμένη έκταση εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788, Zωντίλης ν. Αντρέου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (A) A.A.Δ. 225, 235 αναφέρθηκαν τα εξής: «Θα επαναλάβουμε έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί πως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της». Στην υπόθεση επίσης P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας... Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». H βάση της αγωγής στα πλαίσια της οποίας οι Ενάγοντες απαιτούν αποζημιώσεις από τους Εναγόμενους είναι η επιζήμια ψευδολογία. Οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις είναι ιδιαίτερα αυστηρές. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση C.T. Tobacco Ltd ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α. 1 ΑΑΔ
(2003)853, το Δικαστήριο θα προβεί στην έκδοση ενός παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος μόνο όταν: α) η δήλωση είναι αναμφίβολα δυσφημιστική β) Δεν υπάρχουν λόγοι ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής γ) Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει δ) Υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμησης Πριν προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον ισχύουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 θα εξετάσω κάποια επί μέρους θέματα που εγείρουν οι Εναγόμενοι ξεκινώντας από τον ισχυρισμό ότι η οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος δεν περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες των δυσφημιστικών κειμένων σύμφωνα με την Δ.2 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και κατά συνέπεια οι Ενάγοντες έχουν αποτύχει να καταδείξουν ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Οι αξιώσεις των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων όπως φαίνονται στην οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος είναι οι εξής: «
  1. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για επιζήμιες και/ή ζημιογόνες ψευδολογίες και/ή κακόβουλες ψευδολογίες και/ή λιβέλλους και/ή δυσφημήσεις που περιέχονται σε επιστολές και/ή μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) τα οποία απέστειλαν οι Εναγόμενοι μαζί και/ή ξεχωριστά και/ή ένας εξ αυτών και/ή η Εναγόμενη 3 εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 1 και/ή 2, σε πελάτες και/ή συνεργάτες και/ή αντιπροσώπους και/ή υποαντιπροσώπους και/ή πράκτορες (agents) και/ή υπαλλήλους των Εναγόντων και/ή οποιουδήποτε εξ αυτών.
  2. Τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για δημοσίευση και/ή κυκλοφορία ζημιογόνων και/ή κακόβουλων ψευδολογιών και/ή επιζήμιων ψευδολογιών και/ή λιβέλλων και/ή δυσφημιστικών κειμένων και/ή επιστολών εις βάρος των Εναγόντων και/ή οποιουδήποτε εξ αυτών. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή οποιουδήποτε εξ αυτών και/ή στους αντιπροσώπους και/ή διευθυντές και/ή υπαλλήλους και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους και για λογαριασμό τους να δημοσιεύουν και/ή κυκλοφορούν και/ή να επιτρέπουν και/ή να ανέχονται την δημοσίευση και/ή κυκλοφορία επιζήμιων και/ή ζημιογόνων και/ή κακόβουλων ψευδολογιών και/ή λιβέλλων και/ή δυσφημήσεων αναφορικά με τους Ενάγοντες και/ή οπουδήποτε εξ αυτών και/ή την επιχειρηματική και/ή εμπορική τους δραστηριότητα και/ή την εργασία και/ή επιτήδευμα και/ή ενασχόληση και/ή την επιχείρηση των Εναγόντων και/ή οποιουδήποτε εξ αυτών. Ειδικές αποζημιώσεις και/ή ζημιά την οποία οι Ενάγοντες και/ή οποιοσδήποτε εξ αυτών έχει υποστεί ως αποτέλεσμα των επιζήμιων και/ή κακόβουλων και/ή ζημιογόνων ψευδολογιών και/ή λιβέλλων και/ή δυσφημήσεων που οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή οποιοσδήποτε εξ αυτών δημοσίευσαν και/ή κυκλοφόρησαν και/ή επέτρεψαν και/ή ανέχθηκαν να δημοσιευθούν και/ή κυκλοφορήσουν εναντίον των Εναγόντων και/ή οποιουδήποτε εξ αυτών.» Σύμφωνα με την Δ.2 θ.9 σε αγωγές για λίβελο η οπισθογράφηση στο κλητήριο ένταλμα πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες για να αναγνωριστούν οι δημοσιεύσεις σχετικά με την έγερση της αγωγής. Παρά το γεγονός ότι ουσιαστικά η βάση της αγωγής είναι η επιζήμια ψευδολογία και όχι λίβελος είναι η κρίση μου ότι περιλαμβάνονται οι λεπτομέρειες με τις οποίες μπορεί να αναγνωριστούν οι δημοσιεύσεις που αποτελούν την βάση της αγωγής και αφορούν επιστολές και/ή μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τα οποία απέστειλαν οι Εναγόμενοι σε πελάτες και/ή συνεργάτες των Εναγόντων και αφορούν δυσφημιστική αναφορά σε σχέση με την επιχειρηματική και/ή εμπορική της δραστηριότητα. Ως εκ τούτου ο πιο πάνω ισχυρισμός των Εναγομένων δεν είναι βάσιμος. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι Εναγόμενοι ότι η ένορκη δήλωση του δικηγόρου Παναγιώτη Μακρίδη και τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί δεν αποτελούν ικανοποιητική μαρτυρία που να θεμελιώνει τις τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 αφού ο Παναγιώτης Μακρίδης δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ούτε αναφέρει την πηγή των γνώσεων του. Περαιτέρω όπως αναφέρουν οι Εναγόμενοι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται δικηγόρος ως προς τα γεγονότα. Είναι γεγονός ότι το Εφετείο έχει αναφέρει επανειλημμένα σε αποφάσεις του ότι δεν είναι επιθυμητό να γίνονται ένορκες δηλώσεις από δικηγόρους σε σχέση με γεγονότα. Αυτό όμως δεν είναι καταλυτικό για την υπόθεση αφού ο κ. Μακρίδης δεν χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση και όπως αναφέρει είναι εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση αφού οι αξιωματούχοι των Εναγόντων και διευθυντές τους βρίσκονται στο εξωτερικό και λόγω της επείγουσας φύσεως της υπόθεσης δεν ήταν εφικτό να βρίσκονται στην Κύπρο. Γνωρίζει όπως επίσης αναφέρει τα γεγονότα τόσο από πληροφορίες που πήρε από τους Ενάγοντες όσο και από τον δικηγόρο κ. Νίκο Παπαευσταθίου που χειρίζεται τις υποθέσεις των Εναγόντων αλλά και από έγγραφα που τηρούνται στο γραφείο και έχει στην κατοχή του. Τα πιο πάνω κρίνω ότι καταδεικνύουν γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση εκ μέρους του κ. Μακρίδη και δεν θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να κατονομάσει το έγγραφο από το οποίο πήρε τις πληροφορίες όπως είναι ο ισχυρισμός των Εναγομένων. Ως εκ τούτου και ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος. Σύμφωνα με τους Εναγόμενους οι Ενάγοντες απέκρυψαν και/ή δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη στοιχεία και/ή γεγονότα που αφορούν την αγωγή και/ή την αίτηση με τρόπο που παραπλάνησαν το Δικαστήριο και ειδικότερα ο Παναγιώτης Μακρίδης παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο το πλήρες περιεχόμενο των μηνυμάτων τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 στην ένορκη του δήλωση. Η μη αποκάλυψη ή απόκρυψη από το Δικαστήριο ουσιωδών γεγονότων αν διαφανεί ότι έχει γίνει ιδιαίτερα στο στάδιο της μονομερούς αίτησης και που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην εκδώσει το διάταγμα, το Δικαστήριο μπορεί να το ακυρώσει χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Στην ένορκη δήλωση του κ. Μακρίδη επισυνάπτεται δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων (Τεκμήριο 15) που αποτελούν κατά τους Ενάγοντες τη βάση των ισχυρισμών τους και στο Τεκμήριο αυτό στηρίχθηκε όπως φαίνεται στο σχετικό πρακτικό ιδιαίτερα το Δικαστήριο για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Ενώ οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να παραθέσουν ολοκληρωμένη την αλυσίδα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων και παραπλάνησαν το Δικαστήριο οι Εναγόμενοι δεν παρουσίασαν την ισχυριζόμενη ολοκληρωμένη αλυσίδα των μηνυμάτων και σε τι ακριβώς συνίστατο η παράλειψη ώστε να φανεί στο Δικαστήριο η όποια απόκρυψη. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός αυτός των Εναγομένων παραμένει μετέωρος. Είναι επίσης ισχυρισμός των Εναγομένων ότι δεν υπήρχε κατεπείγον θέμα ώστε να δικαιούνται οι Ενάγοντες σε μονομερή θεραπεία. Το θέμα αυτό εξετάστηκε από το Δικαστήριο στο χρόνο που τέθηκε ενώπιον του η αίτηση και εξέδωσε το διάταγμα μονομερώς. Εξετάζοντας εκ νέου το ζήτημα παρατηρώ ότι η αναφορά στην ένορκη δήλωση ότι η αποστολή των επιστολών εκ μέρους των Εναγομένων είχε ως αποτέλεσμα οι πελάτες των Εναγόντων 1 να αμφισβητούν την επαγγελματική τους ακεραιότητα με πιθανότητα να διακόψουν κάθε συνεργασία μαζί τους κρίνω ότι ήταν ουσιαστικός λόγος που υποστήριζε ότι το θέμα ήταν κατεπείγον. Ισχυρίζονται επίσης οι Εναγόμενοι ότι οι Ενάγοντες εκ πρώτης όψεως δεν ικανοποιούν τις πρόνοιες του άρθρου 25 του Κεφ. 148 σε σχέση με την στοιχειοθέτηση ύπαρξης επιζήμιας ψευδολογίας. Ο ισχυρισμός αυτός άπτεται ουσιαστικά και της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 κατά πόσο δηλαδή οι Ενάγοντες αποκάλυψαν καλή βάση αγωγής. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15 οι Εναγόμενοι φαίνεται να πληροφορούν διάφορους πράκτορες στην Κίνα ότι οι Ενάγοντας αρνούνται να τους πληρώσουν για υπηρεσίες που παρείχαν οι Εναγόμενοι σε πελάτες των Εναγόντων. Η αναφορά όπως δέχονται και στην αγόρευση τους οι δικηγόροι των Εναγομένων είναι η εξής «Please be informed that Delsk does not wish to pay us the fees for the immigration process..». Σύμφωνα με τους Εναγόμενους οι αναφορές αυτές δεν ενέχουν κανένα στοιχείο κακοπιστίας ή κακοβουλίας και γίνονται στο πλαίσιο ευρύτερης επικοινωνίας των Εναγομένων με τους πράκτορες στην Κίνα. Αντίθετη είναι η θέση των Εναγόντων που ισχυρίζονται ότι στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 25 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου που είναι η δημοσίευση δήλωσης που είναι ψευδής και που γίνεται κακόβουλα και αφορά το επάγγελμα, το επιτήδευμα, την εργασία, ενασχόληση ή την θέση άλλου, τα αγαθά ή τον τίτλο κυριότητας άλλου. Ο όρος 2 της συμφωνίας Τεκμήριο 1 αναφέρει τα εξής: «There shall be no referral fee since the Porty B will charge the client directly and the obligation is to pay the Porty A the fee which is agreed on the appendixes A, B & C». Στην ένορκη δήλωση η κ. Λεμονιάτη παραδέχεται την υπογραφή της συμφωνίας με τους Ενάγοντες 1 αλλά όπως αναφέρει δεν γνωρίζει την ύπαρξη των Εναγόντων
  3. Προσδίδει όμως διαφορετική ερμηνεία στη φράση «referral fee» από ότι οι Ενάγοντες και ισχυρίζεται ότι η φράση αυτή σημαίνει «αμοιβή για σύσταση πελατών». Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της ότι σύμφωνα με το παράρτημα C οι Ενάγοντες 1 θα κατέβαλλαν στους Εναγόμενους 1 το προκαθορισμένο ποσό των €1.000 ανά οικογένεια για τις υπηρεσίες των Εναγομένων σχετικά με την έκδοση βίζας εισόδου και οι Εναγόμενοι 1 θα προσφέρουν στους πελάτες απευθείας τις υπηρεσίες που αναφέρονται στα παραρτήματα Α & B της συμφωνίας για τις οποίες υπηρεσίες θα χρεώνουν απευθείας τους πελάτες. Η συμφωνία Τεκμήριο 1 την υπογραφή της οποίας δέχεται η κα Λεμονιάτη δεν κάμνει οποιοδήποτε διαχωρισμό σε σχέση με τα παραρτήματα Α & B αλλά αποτελούν μαζί με το παράρτημα C συνολικό μέρος της συμφωνίας. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των ισχυρισμών αλλά σε αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων. Με βάση την συμφωνία Τεκμήριο 1 τα παραρτήματα Α & B αποτελούν μέρος της συμφωνίας και διέπονται από τον όρο 2 όπως και το παράρτημα C. Η κα Λεμονιάτη ισχυρίζεται ότι με βάση τα παραρτήματα Α & B της συμφωνίας οι Εναγόμενοι 1 θα χρέωναν απευθείας τους πελάτες για τις υπηρεσίες αυτές. Για τις υπηρεσίες με βάση το παράρτημα C ήταν υποχρέωση των Εναγόντων 1 να πληρώσουν τους Εναγόμενους
  4. Επειδή οι Ενάγοντες 1 δεν τήρησαν την υποχρέωση αυτή οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν την Αγωγή 3713/12 εναντίον τους. Οι Εναγόμενοι δέχονται ότι οι Εναγόμενοι πληροφόρησαν τους πελάτες με το Τεκμήριο 15 ότι οι Ενάγοντες 1 αρνούνται να τους πληρώσουν για υπηρεσίες που παρείχαν οι Εναγόμενοι σε πελάτες των Εναγόντων
  5. Όμως για ποιες υπηρεσίες; Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων για τις υπηρεσίες σύμφωνα με το παράρτημα C θα τους πλήρωναν οι Ενάγοντες 1 και αφορούσαν υπηρεσίες για την έκδοση visa. Μα για τις υπηρεσίες αυτές οι Εναγόμενοι καταχώρησαν αγωγή εναντίον των Εναγόντων 1 άρα προς τι οι επιστολές προς τους πελάτες και μάλιστα σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της αγωγής 3713/12; Γιατί θα έπρεπε να γνωρίζουν οι πελάτες ότι δεν τους πλήρωσαν οι Ενάγοντες αφού η υποχρέωση ήταν των Εναγόντων 1; Και αν ακόμη με βάση πάντα τους ισχυρισμούς της κ. Λεμονιάτη οι Εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα να αποταθούν απευθείας στους πελάτες για πληρωμή των εργασιών που αφορούσαν τα παραρτήματα A & B γιατί έπρεπε να πληροφορήσουν τους πελάτες ότι οι Ενάγοντες 1 τους οποίους οι Κινέζοι πελάτες γνώριζαν σαν την εταιρεία που θα προωθούσε την αίτηση τους για εξασφάλιση VISA και πλήρωσαν γι΄ αυτό το ποσό ότι αρνήθηκε να τηρήσει τις υποχρεώσεις της; Γιατί να τους πληροφορήσουν για ένα θέμα που δεν τους αφορούσε; Οι πελάτες θορυβήθηκαν και δικαιολογημένα αφού αυτοί κατέβαλαν στους Ενάγοντες 1 το συμφωνηθέν ποσό. Με βάση τα πιο πάνω και πάντοτε μέσα στο περιορισμένο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας θεωρώ ότι στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 25 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και κατά συνέπεια η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  6. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός των Εναγόντων ότι στην περίπτωση που δεν εκδίδετο το διάταγμα αλλά και στην περίπτωση που ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα υπάρχει κίνδυνος η τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων να μείνει ανικανοποίητη αφού οι πράξεις των Εναγομένων βλάπτουν και επηρεάζουν δυσμενώς τις επαγγελματικές σχέσεις των Εναγόντων και σε περίπτωση που η ισχύς του ενδιάμεσου διατάγματος δεν συνεχιστεί οι Ενάγοντες θα υποστούν τέτοια ζημιά που θα είναι πολύ δύσκολο εάν όχι απίθανο να αποζημιωθούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ερώτημα που προκύπτει με βάση τα πιο πάνω είναι αν είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος και αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι ικανοποιητικό μέτρο. Η έννοια της δικαιοσύνης όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση M $ Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Timperland Co of USA
(1977)1 CLR 1791 δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτουμένων των θεραπειών και στα γεγονότα της παρούσας αίτηση κρίνω ότι εάν τερματιστεί η ισχύς του διατάγματος η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο δεν είναι ικανοποιητικό μέτρο αφού οι πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειες των Εναγομένων επηρεάζουν την επαγγελματική φήμη των Εναγόντων. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχει στοιχειοθετηθεί και η Τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Το Δικαστήριο θα πρέπει περαιτέρω να εξετάσει κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να οριστικοποιήσει το διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ΄΄ Βασίλη
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ. 132 και Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 ΑΑΔ 1528. Το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου για να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Δεν μου διαφεύγει η αυστηρότητα των προϋποθέσεων για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις. Κρίνω όμως ότι οι προϋποθέσεις αυτές για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω στοιχειοθετούνται και ως εκ τούτου και στο ισοζύγιο της ευχέρειας είναι δίκαιο και εύλογο όπως το διάταγμα καταστεί απόλυτο. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων Καθ΄ ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.