← Κύπρος

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ν. ΕΛΛΗ ΚΑΙΖΕΡ, Αρ. Αγωγής: 2568/08, 27/9/2013

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ν. ΕΛΛΗ ΚΑΙΖΕΡ, Αρ. Αγωγής: 2568/08, 27/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A195 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2568/08 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ Ενάγοντα και ΕΛΛΗ ΚΑΙΖΕΡ Εναγόμενης Ημερομηνία: 27.9.2013 Για Ενάγοντα: κ. Χ. Φωτίου. Για Εναγόμενη: κ. Ε. Κορακίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για δυσφήμηση και/ή υπόσκαψη και/ή μείωση της προσωπικότητας και/ή επαγγελματικής του ανέλιξης. Περαιτέρω διεκδικεί την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία η εναγόμενη να διατάσσεται να μην προβαίνει σε δημοσίευση δυσφημιστικών δημοσιευμάτων σε βάρος του καθώς επίσης και να απολογηθεί σε αυτόν και/ή να αναγνωρίζεται ότι οι δηλώσεις και/ή το δημοσίευμα που προέβη σε βάρος του δεν είναι αληθές. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του στην έκθεση απαίτησης ο ενάγοντας είναι από την Πάφο και από το έτος 1984 εργάζεται στον Δήµο Πάφου, όπου αρχικά προσλήφθηκε ως επιστάτης οδών και οικοδοµών και από το έτος 1990 προήχθη στην θέση τεχνικού βοηθού. Η εναγόµενη είναι από την Πάφο και διατηρεί κοµµωτήριο µε την ονοµασία ΕLLΙ ΚAIZER HAIR DESIGNS, το οποίο βρίσκεται στην Λεωφ. Αναβαργού και Αχέπανς γωνία στον 1ο όροφο και το οποίο αγόρασε πριν από μερικά χρόνια από την εταιρεία CHR. CONSTANT CONSTRUCTORS & DEVELOPERS LTD. Η εναγόµενη κατά ή περί τις 5.8.08 προέβηκε σε δηµοσίευση γραπτού κειµένου δια του οποίου προέβηκε σε δυσφήµηση της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του ενάγοντα καταλογίζοντας του ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και/ή στα πλαίσια της εργασίας του προέβηκε στην διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικηµάτων και/ή παρανοµιών, εκµεταλλευόµενος ουσιαστικά την θέση που κατέχει στον Δήµο Πάφου. Η εναγόµενη τόσο µε το πιο πάνω γραπτό κείµενο όσο και µε προφορικές της δηλώσεις, που έχουν γίνει τόσον πριν τις 5.8.08 όσον και μετά στον τόπο εργασίας του ενάγοντα και δη σε διάφορα γραφεία του Δήµου Πάφου, καταλόγισε στον ενάγοντα ότι μερολήπτησε εναντίον της δικής της περιουσίας εξυπηρετώντας συµφέροντα συγγενικού του προσώπου, όπως αυτή ισχυρίστηκε, και συγκεκριµένα του εργολάβου Χρυσόστοµου Kωνσταντινίδη, ο οπoίος ήταν διευθυντής της προαναφερόμενης εταιρείας. Περαιτέρω καταλόγισε στον ενάγοντα ότι άλλαξε ­- παραποίησε σχέδια, ή εξαφάνισε μέρος των σχεδίων από την θέση που κατείχε στον Δήµο Πάφου για να διευκολύνει µε τον τρόπο αυτό παράνοµες κατασκευές συγγενικού του προσώπου, υπονοώντας τον προαναφερόµενο εργολάβο. Ο ενάγοντας μόλις αντιλήφθηκε αυτά που ψευδώς και αβάσιµα του καταλόγιζε η εναγοµένη ζήτησε άµεσα από την υπηρεσία του να γίνει πλήρης διερεύνηση. Πράγµατι η υπηρεσία του προχώρησε στην εις βάθος εξέταση του θέµατος και διαφάνηκε το ανυπόστατο όλων των ισχυρισµών που προέβαλλε η εναγόµενη εις βάρος του ενάγοντα. Η εναγόµενη µε την πιο πάνω συµπεριφορά της και/ή δηµοσιεύµατα της δυσφήµησε µε πρωτοφανή τρόπο την προσωπικότητα και/ή τον χαρακτήρα και/ή μείωσε ανεπανόρθωτα την προσωπικότητα και/ή επαγγελµατική ανέλιξη του ενάγoντα µε εντελώς ανυπόστατους και ψευδείς ισχυρισµούς εφόσον εν ολίγης χαρακτήρισε τον ενάγοντα ως ένα κοινό εγκληµατία. Στην έκθεση υπεράσπισης της η εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισµούς του ενάγοντα και αναφέρει ότι µε επιστολή της ηµερ. 5.8.08 προς τον Δήµαρχο Πάφου υπέβαλε διάφορες καταγγελίες εναντίον του εργολάβου Χρυσόστοµου Κωνσταντινίδη και εναντίον των υπαλλήλων των τεχνικών υπηρεσιών του Δήµου Πάφου και του ενάγοντα, ο οποίος τυγχάνει να είναι συγγενής του πιο πάνω εργολάβου. Με την εν λόγω επιστολή της επεδίωκε να προστατεύσει τα δικαιώµατα και συµφέροντα της από παρανοµίες που είχαν γίνει και συνέχιζαν να γίνονται. Δεν δηµοσίευσε ούτε εξουσιοδότησε τη δηµοσίευση της επιστολής σε οποιοδήποτε άλλο πλην του Δηµάρχου Πάφου. Ισχυρίζεται δε ότι τα όσα ανέφερε στην επιστολή αυτή ήταν αληθή και ότι η δηµοσίευση της επιστολής ήταν προνοµιούχα διότι έγινε καλή τη πίστει και για πρoστασία των δικαιωµάτων ή/και συµφερόντων και σε πρόσωπο που είχε εξουσία και υποχρέωση να διερευνήσει τις καταγγελίες της. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο ενάγων έχαιρε γενικά κακής υπόληψης σε σχέση µε τη συµπεριφορά του και τις ενέργειες του ως υπάλληλος του Δήµου Πάφου και ότι απέστειλε την πιο πάνω επιστολή λόγω των απαράδεκτων ενεργειών του ενάγοντα, του Χρυσόστοµου Κωνσταντινίδη και των υπηρεσιών του Δήµου Πάφου. Τέλος η εναγόµενη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων κίνησε την παρούσα αγωγή µε σκοπό να την εκφοβίσει και να την εκδικηθεί. Ως εκ των άνω είναι η θέση της ότι η παρούσα αγωγή είναι πραγµατικά και νοµικά αβάσιµη και θα πρέπει να απορριφθεί µε έξοδα σε βάρος του ενάγοντα. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος και άλλος ένας μάρτυρας. Το ίδιο έγινε και από πλευράς της εναγόμενης. Περαιτέρω μετά από άδεια του Δικαστηρίου, με βάση το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, και πριν κλείσει την υπόθεση της η υπεράσπιση, κλήθηκε για σκοπούς αντεξέτασης του, επί δήλωσης που του αποδόθηκε από την εναγόμενη, άλλο ένα πρόσωπο. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν δε συνολικά 16 τεκμήρια. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο ενάγοντας, ο οποίος κατά τη μαρτυρία του ανέφερε τα εξής: Από το 1984 εργάζεται στον Δήµο Πάφου και από το 1990 μέχρι σήµερα υπηρετεί στην θέση του τεχνικού βοηθού. Είναι 63 ετών και χειρίστηκε χιλιάδες υποθέσεις. Η εναγόµενη διαµένει στην Πάφο και διατηρεί επιχείρηση κοµµωτηρίου µε την επωνυµία ELLI ΚAIZER HAIR DESIGNS, το οποίο βρίσκεται στην συµβολή της Λεωφ. Αναβαργός και οδού ΑΧΕΠΑΝΣ. Το κατάστηµα στο οποίο στεγάζεται το κοµµωτήριο της εναγόµενης το αγόρασε πριν από αρκετά χρόνια από την εταιρεία CHR. CONSTANT CONSTRUCΤlONS & DEVELOPERS LTD. Η εναγόµενη την 5.8.08 με επιστολή προς τον Δήµο Πάφου (τεκμήριο 2) προέβηκε σε δυσφήμηση της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του ενάγοντα καταλογίζοντάς του ποινικά αδικήµατα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Συγκεκριµένα η εναγόμενη τον κατήγγειλε ότι για να εξυπηρετήσει τον Χρυσόστοµο Κωνσταντινίδη, ο οποίος είναι ο διευθυντής της πιο πάνω αναφερόμενης εταιρείας, παραποίησε, εξαφάνισε και πλαστογράφησε αρχιτεκτονικά σχέδια εις βάρος της και υπέρ του Κωνσταντινίδη. Επίσης του καταλόγισε ότι προέβηκε στις πιο πάνω παρανοµίες γιατί ο Κωνσταντινίδης είναι συγγενικό του πρόσωπο κάτι το οποίο δεν αληθεύει. Η σχέση που έχει με το εν λόγω πρόσωπο είναι ότι η αδελφή του ενάγοντα παντρεύτηκε τον αδελφό του Χρυσοστόμου. Την επιστολή (τεκμήριο 2) την κοινοποίησε στον ενάγοντα ο Δηµοτικός Γραµµατέας του Δήµου Πάφου µε επιστολή του ηµερ.

  1. 8.08 (τεκμήριο 3) µε την οποία τον καλούσε να απαντήσει στο περιεχόµενο του τεκμηρίου
  2. Την 1.9.08 ο ενάγοντας, µε επιστολή του προς τον Δηµοτικό Γραµµατέα (τεκμήριο 4), απάντησε στις κατηγορίες της εναγόμενης. Η εναγόμενη δεν αρκέστηκε στην δυσφήμηση και στην ψευδή καταγγελία του ενάγοντα στον Δήµο Πάφου αλλά κοινοποίησε την καταγγελία της και στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, ο οποίος ζήτησε εξηγήσεις από τον Δήµο Πάφου. Όσον αφορά την διαδικασία και τα δικά του καθήκοντα ανέφερε ότι όλες οι υποθέσεις που πηγαίνουν στο Δήμο Πάφου πηγαίνουν στο γραφείο του Δημοτικού Μηχανικού και κατανέμονται στους τεχνικούς. Οι αιτήσεις που υποβάλλονται για άδεια οικοδομής εξετάζονται από τους τεχνικούς, οι οποίοι διαπιστώνουν συμμόρφωση ή μη με το Νόμο. Ο ίδιος εξετάζει μόνο την άδεια οικοδομής και όχι πολεοδομικές άδειες, οι οποίες εκδίδονται προηγουμένως και στις οποίες εξετάζονται όλα όσα αφορούν την συγκεκριμένη οικοδομή. Σαν τεχνικός εξετάζει τα εμβαδά, τον όγκο της οικοδομής και βγάζει τα ανάλογα δικαιώματα με βάση τον Kανονισμό. Επίσης ελέγχει εάν είναι σωστά τα έγγραφα που είναι κατατεθειμένα στο φάκελο και αν η οικοδομή είναι τοποθετημένη σωστά. Τελειώνοντας παραδίδει την άδεια στον Εκτελεστικό Μηχανικό Χαράλαμπο Καραολίδη, ο οποίος εξετάζει την υπόθεση και την παραπέμπει στην Εκτελεστική Επιτροπή. Επανεξετάζεται η άδεια και αφού επικυρωθούν τα πρακτικά της εν λόγω Επιτροπής εκδίδεται η σχετική άδεια. Επειδή ο ενάγοντας ασχολείτο συνέχεια με άδειες οικοδομής ασχολήθηκε και για την περίπτωση που έγινε η καταγγελία πριν την καταγγελία και όχι μετά. Η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν πολύ απλή για τον ίδιο και μάλιστα σε κάποια φάση χειρίστηκε και την περίπτωση της εναγόμενης για το κομμωτήριο. Τον ίδιο το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να πράττει αυτά που λέει η περί Πολεοδομίας και Οικήσεως νομοθεσία, να ελέγχει όλες τις άδειες και να γίνονται σωστά σύμφωνα με τις οδηγίες των ανωτέρων του και τις πρόνοιες του Νόμου. Κανένας συνάδελφος του ή άλλος μπορεί να αλλάξει ή να πλαστογραφήσει σχέδια γιατί κάθε άδεια οικοδομής είναι επίσημο έγγραφο και δεν μπορεί κανείς να το αλλοιώσει. Όσον αφορά το θέμα της ράμπας είπε ότι όταν στο τεκμήριο 4 αναφέρεται σε ανώτερους του με τους οποίους θα έπρεπε να συνεννοηθεί για να δώσει οδηγίες εννοούσε τον Δημοτικό Μηχανικό που είναι και διευθυντής των Τεχνικών Υπηρεσιών. Είπε περαιτέρω για το ίδιο θέμα ότι η Α.Η.Κ έσπασε τα πεζοδρόμια και ο ίδιος έδωσε οδηγίες στο συνεργείο του εργολάβου Ανδρέα Κυριακίδη να διορθώσει τα πεζοδρόμια. Η εναγόμενη για δικούς της λόγους έδωσε οδηγίες στο ίδιο συνεργείο, του οποίου υπεύθυνος ήταν ο Άδωνης Κυριακίδης, να της κατασκευάσει ράμπα πάνω σε ξένο πεζοδρόμιο. Έγινε καταγγελία από το Χρυσόστομο ότι αυτό ήταν αυθαίρετο, έλεγξαν τους φακέλους της άδειας οικοδομής και διαπίστωσαν ότι δεν είχε τέτοια πρόσβαση. Κανένας δεν είχε δικαίωμα να δώσει τέτοιες οδηγίες. Μετά από αυτό και με οδηγίες του Δημοτικού Μηχανικού ο ενάγοντας έδωσε οδηγίες, γιατί ήταν αρμόδιος επιβλέπων για την συγκεκριμένη περίπτωση, το πεζοδρόμιο να επανέλθει στην υφιστάμενη κατάσταση. Μετά την παρέμβαση του δεν έγινε ράμπα. Δεν υπήρχε τέτοια στο σχέδιο και δεν έγινε γιατί αν κατασκευαζόταν ο Χρυσόστομος δεν θα έπαιρνε πιστοποιητικό έγκρισης για την όλη οικοδομή αφού θα ήταν παρανομία. Ο ενάγοντας δεν ήταν παρών κατά το επεισόδιο αυτό. Του το ανέφερε τηλεφωνικά ο Χρυσόστομος λέγοντας του ότι αυτό που γίνεται δεν υπάρχει στα σχέδια και μετά το ίδιο συνεργείο διόρθωσε τα πεζοδρόμια. Δεν γνωρίζει εάν και πως, μετά την καταγγελία, ο Χρυσόστομος επανέφερε τη ράμπα όπως ήταν προηγουμένως. Επειδή εξέτασε τις άδειες οικοδομής έπρεπε στη συνέχεια να εξετάσει και τις άδειες διαχωρισμού και απ' ό,τι γνωρίζει όλες οι άδειες του Χρυσοστόμου εκδόθηκαν χωρίς κανένα πρόβλημα. Δεν γνωρίζει οποιαδήποτε συμφωνία που έκανε η εναγόμενη με την εταιρεία του Χρυσόστομου όταν αγόραζε το συγκεκριμένο διαμέρισμα και τόνισε ότι ο ίδιος δεν ενεπλάκη ποτέ στις διαφορές τους. Απέρριψε δε κατηγορηματικά ότι κατά την εξέταση της αίτησης διαχωρισμού που υπέβαλε ο Χρυσόστομος, ο ενάγοντας επέτρεψε ώστε ο εξωτερικός χώρος από την έξοδο του καταστήματος της εναγόμενης να μην είναι καν κοινόχρηστος και ότι καθόρισε εκείνο το χώρο ως χώρο που ανήκε στο Χρυσόστομο. Επίσης απέρριψε ότι κάτι ανάλογο με το χώρο έξω από την έξοδο του καταστήματος της εναγόμενης έκανε και με τον ανθώνα έξω από το κατάστημα, τον οποίο καθόρισε ως μέρος της περιουσίας του Χρυσόστομου. Απέρριψε επίσης ότι ο ίδιος επέτρεψε να εγκριθεί άδεια οικοδομής με την οποία επέτρεψε όπως οι δύο καθορισμένοι χώροι στάθμευσης, οι οποίοι περιλαμβάνονταν στον τίτλο που απέκτησε η εναγόμενη για το κομμωτήριο της το 2003, αλλοιωθούν και τροποποιηθούν και ανέφερε ότι για την συγκεκριμένη περίπτωση τους χώρους στάθμευσης τους ελέγχει αυτός που χειρίζεται την πολεοδομική άδεια και ότι ο ίδιος για το κομμωτήριο εξέτασε την αλλαγή χρήσης του διαμερίσματος σε κομμωτήριο και δεν είναι αρμόδιος και δεν μπορεί να αλλάξει χώρους στάθμευσης. Σε υποβολή δε ότι όταν άρχισε ο Χρυσόστομος να κατασκευάζει στο τεμάχιο που είχε αγοράσει η εναγόμενη και να κάνει πράγματα που φαίνονταν παράνομα, η εναγόμενη επισκέφθηκε το Δημαρχείο όπου διαπίστωσε ότι με την άδεια διαχωρισμού που έλαβε ο Χρυσόστομος αφαιρέθηκε μέρος από τη δική της περιουσία και όταν ρώτησε τους υπαλλήλους εκεί αυτοί διερωτήθηκαν ποιος τεχνικός εξέτασε την υπόθεση και της είπαν ότι ήταν ο ενάγοντας, απάντησε ότι δεν γνωρίζει εάν αφαιρέθηκε οτιδήποτε από αυτά από την εναγόμενη και ότι ο ίδιος εξέτασε την άδεια οικοδομής χωρίς οτιδήποτε μεμπτό. Δεν δέχτηκε επίσης ότι όταν η εναγόμενη αναζήτησε πληροφορίες από τον Καραολίδη και διαμαρτυρήθηκε σε αυτόν ο Καραολίδης επέρριψε ευθύνη στον ενάγοντα. Η καταγγελία της εναγόμενης εξετάστηκε και το πόρισµα του Δηµοτικού Μηχανικού κοινοποιήθηκε στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών µε επιστολή ηµερ. 25.6.09 (τεκμήριο προς αναγνώριση Α). Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών κοινοποίησε το πιο πάνω πόρισµα µε επιστολή του ηµερ. 19.10.
  3. Διευκρίνισε ότι μετά από την καταγγελία διορίστηκαν από τον Δημοτικό Μηχανικό Σάββα Σάββα, δύο συνάδελφοι του ενάγοντα, οι οποίοι έλεγξαν την όλη οικοδομή και όλες τις υποθέσεις που είχε ο Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης και τις έδιδε στο μάρτυρα ο Μηχανικός. Σε ερώτηση εάν εκτός από αυτό έγινε οποιοσδήποτε άλλος διορισμός για εξέταση της καταγγελίας είπε ότι απ' όσα γνωρίζει ανέλαβε ο Δημοτικός Μηχανικός, είδε την όλη υπόθεση και την εξέτασε επανειλημμένα. Δεν δέχτηκε ότι μετά την καταγγελία τόσο ο ίδιος όσο και o δημοτικός μηχανικός προσπάθησαν να αποτρέψουν την εξέταση της. Είπε δε ότι μετά την καταγγελία απ' ότι του είπαν έγινε έλεγχος αρκετές φορές και μάλιστα επί τόπου πήγε και o Δήμαρχος και τότε ήταν και o ίδιος παρών. Ουδέποτε στην σχεδόν τριαντάχρονη καριέρα του στην υπηρεσία του Δήµου Πάφου έχει διαπράξει ποινικό ή πειθαρχικό αδίκηµα. Πιστεύει ότι η εναγόμενη τον κατάγγειλε ψευδώς και τον διέσυρε για να επιλύσει της διαφορές της με τον Χρυσόστοµο Κωνσταντινίδη και την εταιρεία αυτού. Οι κατηγορίες της εναγόμενης έχουν αποδειχθεί ότι ήταν παντελώς ανυπόστατες και ψευδείς και εξαιτίας αυτών για μεγάλο χρονικό διάστηµα ο ενάγοντας βρισκόταν υπό καθεστώς έρευνας, του προξένησε άγχος και ταλαιπωρία και δυσφηµίστηκε και διασύρθηκε το όνοµα του στην κοινωνία της Πάφου. Από την συγκεκριμένη περίπτωση ο ίδιος έχει θιγεί αφάνταστα. Το ίδιο και η οικογένεια του και ειδικά η σύζυγος του γιατί η εν λόγω επιστολή κυκλοφόρησε σε αρκετά γραφεία και ρωτούσαν να μάθουν τι ακριβώς έγινε. Στην επιστολή του ενάγοντα ημερ. 1.9.08 προς τον Δημοτικό Γραμματέα (τεκμήριο 4) αυτός απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο τεκμήριο 2 ως ανυπόστατους και εντελώς ψευδείς. Αναφέρει δε ότι σαν απλός τεχνικός του Δήμου Πάφου εκτελεί ακέραια το καθήκον του μετά από οδηγίες των προϊστάμενων του για οικοδομικές άδειες αφού πρώτα εκδοθούν οι πολεοδομικές άδειες καθώς και ότι οι αιτήσεις εξετάζονται από την Πολεοδομική Επιτροπή και την εκτελεστική επιτροπή και οι αιτήσεις, σχέδια κλπ ελέγχονται από τους ανωτέρους του. Δεν διαφοροποιεί σχέδια, ούτε εξαφανίζει σχέδια από τους φακέλους και είναι τρομερά προσεκτικός και με τους εργολάβους και τους αιτητές μελετητές και ειδικότερα σε περιπτώσεις αιτήσεων συγγενικών του προσώπων. Όσον δε αφορά την αυθαίρετη καταστροφή ή και εξαφάνιση της ράμπας που κατασκεύασε κατ΄ ισχυρισμό ο Δήμος Πάφου, τονίζει ότι δεν προβαίνει σε οποιεσδήποτε οδηγίες προς τους εργολάβους του Δήμου χωρίς την εκ των προτέρων συνεννόηση με τους ανωτέρους του. Η επιστολή ημερ. 5.8.08 (τεκμήριο 2) αυτούσια έχει ως εξής: «Προς Δήμο Πάφου, 05/08/08 Έντιμο κύριον Δήμαρχο Πάφου, Έντιμε κύριε, Ονομάζομαι Έλλη Κάϊζερ και είμαι η ιδιοκτήτρια του κομμωτηρίου ELLI KAIZER HAIR DESIGNS το οποίον ευρίσκεται στη Λεωφόρο Αναβαργού & Αχέπανς γωνία στο πρώτο όροφο, στο Αναβαργός. Θα ήθελα δια της παρούσης να φέρω εις γνώση σας και ταυτόχρονα να σας καταγγείλω αρκετές παρανομίες που έχουν γίνει στην ανεγειρόμενη οικοδομή που είναι προέκταση της δική μου, και εις βάρος της δικής μου περιουσίας από το εργολάβο - developer κύριο Χρυσόστομο Κωνσταντινίδη. Από έρευνα που έχω κάνει από τα πρωταρχικά σχέδια που είχε παρουσιάσει και με τις αλλαγές τις οποίες έχει κάνει, (χωρίς να ζητήσει τη συγκατάθεση των συνιδιοκτητών και χωρίς καν μας ενημερώσει) έχει προβεί σε πολλές και σοβαρές παρανομίες που φαίνονται ξεκάθαρα. Ξεκάθαρα φαίνεται και αποδικνύεται ότι κάποιοι υπαλλήλοι των τεχνικών υπηρεσιών ενήργησαν μερολιπτικά εναντίον της δικής μου περιουσίας και των δικών νόμιμων συμφερόντων, εξυπηρετώντας συμφέροντα συγγενικού τους προσώπου και συγκεκριμένα του πιο πάνω εργολάβου. Αναφέρομαι στον υπάλληλο του Δήμου Πάφου κύριον Κώστα Κωνσταντινίδη, ο οποίος φαίνεται να έχει αλλάξει - παραποιήσει σχέδια του πιο πάνω εργολάβου προς όφελος του, έχει εξαφανίσει από τα σχέδια, τον ανθώνα του κομμωτηρίου μου που υπάρχει νόμιμα εκεί, ούτως ώστε να διευκολύνει τις παράνομες κατασκευές του ο συγγενής του εργολάβος. Έχει βοηθήσει με τις ενέργειες του να οικιοποιηθεί πεζόδρομο ή και χώρο πρασίνου να το περιφράξει και μετά να το πουλήσει σαν μέρος της μεζονέτας που κατείχε ο ίδιος που και σ' αυτή την περίπτωση υπάρχει παράνομη κατασκευή. Η υφιστάμενη ανεγειρόμενη οικοδομή δεν έχει τοποθετηθεί και ακολούθως κτισθεί στο σωστό σημείο του οικοπέδου, που κατ' επέκταση επιρεάζει τη δική μου οικοδομή και τους δικούς μου ιδιόκτητους χώρους στάθμευσης. Έχω καταγγείλει στο πρόσφατο παρελθόν στους τεχνικούς του Δήμου Πάφου, τις παράνομες τοποθετήσεις στην άκρη του πεζοδρομίου προς το δρόμο, μεταλλικές σωλήνες, κάθετες τοποθετιμένες γύρω από όλο το κτήριο, παράνομα φυσικά, και με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να μην μπορώ να έχω πρόσβαση στους χώρους στάθμευσης μου. Από τότε και μέχρι την περασμένη Δευτέρα δεν έχει έρθει κανένας, ούτε για να δει, αλλά ούτε και να επαναφέρει τα πράγματα όπως ήταν πριν. Σας καταγγέλλω τον πιο πάνω εργολάβο - developer Χρυσόστομο Κωνσταντινίδη για την παράνομη τοποθέτηση τεράστιας διαφημηστικής πινακίδας στην πρόσωψη του κομμωτηρίου μου, και ο οποίος αρνείται πεισματικά να την αφαιρέσει και όχι μόνο, μας απειλεί εάν τη αφαιρέσομεν. Παρακαλώ όπως διευθετήσετε την απομάκρυνση της πιο πάνω διαφημιστηκής πινακίδας μέσω των συνεργείων που έχει ο Δήμος Πάφου. Επίσης σας καταγγέλλω τον πιο πάνω εργολάβο για την αυθέρετη καταστροφή και εξαφάνιση της ράμπας που κατασκεύασε ο Δήμος Πάφου για να μπορώ να έχω πρόσβαση στους ιδιόκτητους χώρους στάθμευσης που έχω, και όλα αυτά με τις οδηγίες του πιο πάνω υπαλλήλου του Δήμου Πάφου. Πάντοτε στη διάθεση σας για συνεργασία για τήρηση του νόμου και της τάξης στην πιο πάνω διεύθυνση. Μετά τιμής (υπογραφή) Έλλη Κάϊζερ - τηλέφωνο επικοινωνίας ...» Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Δημοτικός Μηχανικός του Δήμου Πάφου, Σάββας Σάββα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα: Ο ενάγοντας είναι Τεχνικός Βοηθός στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου της οποίας ο μάρτυρας προίσταται. Ο μάρτυρας έχει υπόψην του το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2, το οποίο στάληκε στον Δήμαρχο Πάφου. Μετά τη συγκεκριμένη καταγγελία ή παράπονο ο Δήμαρχος, κάποια μέλη της τότε Πολεοδομικής Επιτροπής και τεχνικοί του Δήμου επιθεώρησαν επιτόπου την ανάπτυξη την οποία γινόταν στο συγκεκριμένο τεμάχιο με απώτερο στόχο, επειδή περίπου την ίδια εποχή υπήρχε και άλλη επιστολή από το Υπουργείο Εσωτερικών, να αποσταλεί στο Υπουργείο η θέση του Δήμου Πάφου. Διαπιστώθηκε ότι το κτήριο ήταν και κτιζόταν νόμιμα και ως εκ τούτου δεν υπήρχε καμιά παράνομη κατασκευή. Ήταν επίσης η θέση του ότι έλεγξαν όλους τους φακέλους και δεν είχαν παραποιηθεί οποιαδήποτε σχέδια. Απ' ό,τι μπορεί να γνωρίζει ή ελέγχοντας τους φακέλους ή από την πείρα του δεν υπάρχει ενδεχόμενο ο ενάγοντας να παραποίησε τα σχέδια ούτως ώστε να ωφεληθεί ένας εργολάβος γιατί για να εκδοθεί μια άδεια πρώτα πρώτα πρέπει να εκδοθεί πολεοδομική άδεια, η οποία ελέγχεται από την Υπηρεσία του Δήμου και ακολούθως στην περίπτωση του Δήμου Πάφου από επταμελή ή πενταμελή επιτροπή Δημοτικών Συμβούλων, οι οποίοι είναι η Πολεοδομική Επιτροπή. Ακολούθως το συγκεκριμένο πρακτικό διαβιβάζεται στο Γραμματέα, ο οποίος θέτει το θέμα ή τα θέματα σε απόφαση στην ολομέλεια του Δημοτικού Συμβουλίου που είναι η κατ' εξοχήν Πολεοδομική Αρχή. Ακολούθως αφού εξασφαλιστεί η πολεοδομική άδεια υποβάλλετε η άδεια οικοδομής, η οποία επίσης ελέγχεται από την Υπηρεσία του Δήμου και μπαίνει σε έγκριση από Εκτελεστική Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από τρεις Δημοτικούς Συμβούλους. Για να μπορέσει οποιοσδήποτε, είτε τεχνικός είτε ο Δημοτικός Μηχανικός να παραποιήσει σχέδια δεν είναι εύκολο, γιατί θα πρέπει τα σχέδια της πολεοδομικής και της άδειας οικοδομής που θα δοθούν σαν πιστοποιητικό τελικής έγκρισης να είναι όλα τα ίδια. Δεν μπορεί δηλαδή μέσα σε ένα φάκελο να υπάρχει άλλο σχέδιο σε διαφοροποίηση της πολεοδομικής άδειας ή της άδειας οικοδομής. Πέραν τούτου για να μπορέσει κάποιος να τροποποιήσει αυτά τα σχέδια σε ένα φάκελο υφιστάμενο θα πρέπει αν θα γίνει διαφοροποίηση να τεθεί υπόψη είτε της μιας επιτροπής είτε της άλλης για έγκριση, διαφορετικά οι υπάλληλοι του Δήμου είναι υπόλογοι έναντι του Νόμου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει γίνει παραποίηση γιατί τα ίδια σχέδια είναι εγκεκριμένα σε τρεις πολεοδομικές άδειες, άδειες οικοδομής και άδειες οριζόντιου διαχωρισμού. Σταδιακά έχουν εκδοθεί τίτλοι ιδιοκτησίας γι' αυτό το ακίνητο. Για να εκδοθούν δε τέτοιοι υποβάλλονται αιτήσεις από του ιδιοκτήτες ή μέσω των ιδιοκτητών από εκείνους που θα αναπτύξουν το τεμάχιο γης. Σύμφωνα με τον τρόπο έκδοσης των τίτλων ιδιοκτησίας, τη μεθοδολογία, η οποία χρησιμοποιείται από το 1985 περίπου, με κάποιες διαφοροποιήσεις, αλλά και με την πρακτική που ακολουθείται έκτοτε για την ανάπτυξη τεμαχίων, εάν κάποιος αγοράσει και τιτλοποιήσει ένα τμήμα μιας πολυκατοικίας και πάνω στον τίτλο ιδιοκτησίας εκείνο κάποιος άλλος, ο εργολάβος στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να ανεγείρει στο υπόλοιπο κομμάτι την υπόλοιπη ανάπτυξη, τότε εκείνος που έχει αγοράσει ένα διαμέρισμα δεν έχει καμιά νομική υπόσταση στο δικαίωμα του υπόλοιπου τεμαχίου. Δηλ. ένας εργολάβος έχει τη δυνατότητα να κάνει μια ενιαία ανάπτυξη μακροχρόνια. Να κτίσει πρώτα το πρώτο κτήριο, να τιτλοποιήσει τμήμα εκείνου του συγκεκριμένου κτηρίου, να το διαθέσει μόνος του, έχει το δικαίωμα να κτίσει τις υπόλοιπες φάσεις στο υπόλοιπο τεμάχιο γης και αναλόγως να προωθήσει την όλη διαδικασία μέχρι να συμπληρώσει όλη την ανάπτυξη. Με άλλα λόγια εάν κάποιος διαθέτει ένα διαμέρισμα μέσα σε μια πολυκατοικία, δεν έχει δικαίωμα στο υπόλοιπο κομμάτι το οποίο είναι τιτλοποιημένο ήδη σε κάποιον άλλο για να κάνει την ανάπτυξη και δεν μπορεί να φέρνει προσκόμματα στην ανάπτυξη αυτή. Από τα αρχικά στάδια της συγκεκριμένης ανάπτυξης υπήρχε ένα «master plan». Αυτό σταδιακά κτιζόταν επί τόπου αφού κάποια είχαν πουληθεί. Αρχικά τιτλοποιήθηκε η πρώτη φάση, ακολούθως έγινε το κατάστημα και τα γραφεία στον όροφο και ακολούθως η τρίτη φάση. Σε όλα αυτά τα στάδια εκείνος που έκτιζε στην υπόλοιπη ανάπτυξη κρατούσε το δικαίωμα επί του τίτλου του. Διαφώνησε ότι ο τίτλος της εναγόμενης αφορούσε και μερίδιο επί όλου του κτήματος και είπε ότι για τον ίδιο από τη στιγμή που έχει δύο τίτλους, ο ένας ο τίτλος λέει ότι υπάρχει ένα γραφείο στον πρώτο όροφο, με «file plan» του Κτηματολογίου σε ένα περιορισμένο χώρο επί του τεμαχίου τούτου που έχει τα δικά του κοινόχρηστα αλλά στο υπόλοιπο κομμάτι δεν υπάρχει μερίδιο επί της γης, σημαίνει ότι δεν έχεις δικαίωμα να επεμβαίνεις. Μπορεί έτσι να γίνει διαχωρισμός ενός τμήματος του τεμαχίου με τίτλους ιδιοκτησίας περιορίζοντας τους στο χώρο είτε του κτηρίου είτε της αυλής τους και το υπόλοιπο όλο είναι τίτλος ιδιοκτησίας σε ένα ιδιοκτήτη επί του χάρτου του Κτηματολογίου με δικαίωμα ανεγέρσεων υπόλοιπων κτηριακών συγκροτημάτων της ανάπτυξης. Διαφώνησε ότι οι χώροι στάθμευσης για τους οποίους είχε τίτλο ιδιοκτησίας η εναγόμενη τροποποιήθηκαν με νέα άδεια που χορηγήθηκε στον εργολάβο και ανέφερε ότι στον τίτλο ιδιοκτησίας έχει ένα διπλό χώρο στάθμευσης, ο οποίος στην ουσία επιτόπου δεν είναι διπλός αλλά είναι ενάμιση. Διαφώνησε επίσης ότι επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι ο εργολάβος δεν έκτισε εκεί που έπρεπε να κτίσει και είπε ότι το «master plan» της ανάπτυξης ξεκίνησε το 2002 και η ανάπτυξη δεν έχει διαφοροποιηθεί από τα όρια και των πρώτων και των δεύτερων και των τρίτων τίτλων ιδιοκτησίας. Πέραν τούτου οι λεγόμενοι προηγουμένως χώροι στάθμευσης ήταν στη δεύτερη φάση. Δέχθηκε δε ότι όσον αφορά τον τρίτο χώρο στάθμευσης επί του σχεδίου υπήρχε αλλά αυτός «χάθηκε» γιατί έκανε λάθος μια Λειτουργός της Πολεοδομίας της Υπηρεσίας του Δήμου Πάφου και συγκεκριμένα δεν υπολόγισε το πλάτος του κάθε οχήματος με αποτέλεσμα επί τόπου να μην ταιριάζει η κατάσταση με το σχέδιο. Αναφορικά με το κατά πόσο μετά την καταγγελία της εναγόμενης και μετά που ο Δημοτικός Γραμματέας έστειλε επιστολή στον ενάγοντα έγινε, κάτι είπε ότι στην επιστολή που στάληκε στο Υπουργείο Εσωτερικών αναφέρεται ότι σε 6 διαφορετικές περιπτώσεις Δήμαρχος, Δημοτικοί Σύμβουλοι και Τεχνικοί του Δήμου Πάφου επιθεώρησαν τα κτήρια για να δουν τις παρανομίες τις οποίες δεν βρήκαν επιτόπου. Η απάντηση αυτή στο Υπουργείο Εσωτερικών δεν θυμάται εάν δόθηκε από τον ίδιο ή από τον Δήμαρχο ή τον Δημοτικό Γραμματέα. Δεν έγινε οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του ενάγοντα. Σε ερώτηση εάν λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση ότι δεν πρέπει να γίνει διερεύνηση ή ότι έγινε διερεύνηση και βρέθηκε ότι δεν ήταν βάσιμο το παράπονο και επομένως αποφασίστηκε να μην συνεχιστεί οποιαδήποτε διαδικασία απάντησε ότι υποψιάζεται ότι μέσα στις επιτόπιες επιθεωρήσεις δεν υπήρχε οτιδήποτε μεμπτό ή οποιοδήποτε πρόβλημα και γι' αυτό δεν προχώρησε οποιαδήποτε άλλη έρευνα. Είπε δε στη συνέχεια ότι δεν έγινε άλλη έρευνα. Κατέθεσε μεταξύ άλλων ως τεκμήριο 7 δέσμη εγγράφων για οριζόντιο διαχωρισμό κτηρίου, τίτλο ιδιοκτησίας, ο οποίος δείχνει ποιος έχει την ευθύνη να προχωρήσει στον διαχωρισμό και κάτοψη του ισογείου, του ορόφου και της ταράτσας για οριζόντιο διαχωρισμό της επίδικης οικοδομής. Σε αυτά περιλαμβάνεται άδεια διαχωρισμού με τα συνοδευτικά έγγραφα της. Είναι η άδεια με βάση την οποία εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το κομμωτήριο της εναγόμενης. Σύμφωνα με την άδεια διαχωρισμού στο τεκμήριο 7 ο ανθώνας που φαίνεται στο σχέδιο και τμήμα του διαδρόμου στον οποίο οδηγεί η πόρτα της κουζίνας του κομμωτηρίου της εναγόμενης δόθηκαν στο κατάστημα αριθμός 2 το οποίο είχε και το δικαίωμα της ανέγερσης των υπολοίπων κτηρίων επί του τεμαχίου. Ο καθορισμός αυτός έγινε εφόσον περιλαμβάνεται στα σχέδια του οριζόντιου διαχωρισμού που υποβλήθηκε από τον μελετητή και κατ' επέκταση από την εταιρεία CHR. CONSTANT CONSTRUCΤlONS & DEVELOPERS LTD. Εξηγώντας την διαδικασία είπε ότι σε περίπτωση οριζόντιου διαχωρισμού ο μελετητής και ο ιδιοκτήτης υποβάλλουν αίτηση, τοπογραφικά και αρχιτεκτονικά σχέδια με τα οποία δείχνουν τον τρόπο με τον οποίον ζητούν τον διαχωρισμό της περιουσίας. Σε αρκετές περιπτώσεις υποβάλλονται και κατάλογοι με τους οποίους δείχνεται ξεχωριστά η κάθε μελλοντική ιδιοκτησία που να συνάδει με τα χρωματισμένα αρχιτεκτονικά σχέδια. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ζητήθηκε από τους αιτητές να διαφοροποιηθεί ο προηγούμενος τίτλος ιδιοκτησίας στον οποίον υπήρχε το αποκλειστικό δικαίωμα ανέγερσης κτηρίων για τον υπολειπόμενο συντελεστή δόμησης και κάποιοι άλλοι συγκεκριμένοι χώροι να δοθούν, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, στον μελλοντικό ιδιοκτήτη ενός από τα δυο ισόγεια καταστήματα. Απ' ότι γνωρίζει μετά την κατάθεση των αδειών αυτών και του οριζόντιου διαχωρισμού εκδόθηκαν οι τίτλοι ιδιοκτησίας από τον Κτηματολόγιο σύμφωνα με τα συγκεκριμένα σχέδια και όρους των αδειών. Στην ουσία αυτό το δικαίωμα ανέγερσης μελλοντικών ορόφων μεταφέρθηκε από τον παλιό ιδιοκτήτη που ήταν η Εκκλησία στον εργολάβο, ο οποίος κράτησε για δικούς του σκοπούς το δικαίωμα του ανθώνα, τμήματος του διαδρόμου και της οροφής πάνω από τον κομμωτήριο. Εντόπισε δε από τον φάκελο του την ύπαρξη καταλόγου για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατέθεσε ως τεκμήριο 8 αντίγραφο ενός από τα «file plans» του Κτηματολογίου που αφορά το ισόγειο τόσο της συγκεκριμένης ανάπτυξης όσο και της προηγούμενης. Χρωμάτισε με κίτρινο μαρκαδόρο στο τεκμήριο 8 τους χώρους στάθμευσης που ανήκουν στο κομμωτήριο της εναγόμενης. Ως τεκμήριο 9 κατέθεσε αντίγραφο σχεδίου της άδειας οικοδομής Κ5442 δηλαδή της επέκτασης του κτηρίου ανατολικά του υφιστάμενου. Σε ερώτηση ουσιαστικά αν μπορεί να πει ποιος σχεδίασε τους χώρους στάθμευσης που φαίνονται στη δυτική πλευρά στο τεκμήριο 9 είπε ότι τα σχέδια φέρουν την υπογραφή του μελετητή Στέλλας Θεοδοσιάδου και εκεί που είναι οι χώροι στάθμευσης υπάρχει με δικά του γράμματα με σημείωση αποχετευτικό και ερωτηματικό. Σε ερώτηση εάν πρόσεξε την μετακίνηση των χώρων στάθμευσης της εναγόμενης απάντησε ότι υποψιάζεται ότι παρατήρησε λάθος στη σχεδίαση. Σε ερώτηση εάν η έγκριση του σχεδίου αυτού που είχε λάθος οφείλεται σε αμέλεια του Δημοτικού Συμβουλίου είπε ότι δεν ξέρει να πει. Συμφώνησε ότι αυτό είναι το σχέδιο που εγκρίθηκε όταν χορηγήθηκαν οι άδειες που είπε ο συνήγορος πριν και αναγράφονται στο σχέδιο με μια παρατήρηση ότι η υφιστάμενη ανάπτυξη ήταν ήδη τιτλοποιημένη. Σαν αποτέλεσμα τούτου οι χώροι στάθμευσης της προηγούμενης ανάπτυξης δεν διαφοροποιούνται. Η συγκεκριμένη άδεια οικοδομής Κ5442 αφορά την ανάπτυξη του υπολειπόμενου τεμαχίου με τους ανάλογους χώρους στάθμευσης. Συμφώνησε ότι το σχέδιο αυτό είναι το σχέδιο που εγκρίθηκε για να συμμορφωθεί με αυτό ο αιτητής αλλά εξήγησε ότι με αυτή την συγκεκριμένη ανάπτυξη δηλ. του ανατολικού μέρους του τεμαχίου για το οποίο είχε ήδη τίτλους ιδιοκτησίας ότι είχε το αποκλειστικό δικαίωμα ανέγερσης ορόφων δεν μπορούσε να διαφοροποιήσει ήδη υφιστάμενη νομική κατάσταση του προηγούμενου κτιρίου. Επίσης διευκρίνισε ότι δεν είναι το ο ίδιος που είχε δει και εγκρίνει αυτές τις υποθέσεις αλλά για μεν τις πολεοδομικές άδειες η Λειτουργός Πολεοδομίας και η Πολεοδομική Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από 7 Δημοτικούς Συμβούλους, για δε τις άδειες οικοδομής ο Εκτελεστικός Μηχανικός, Χαράλαμπος Καραολίδης και η Εκτελεστική Επιτροπή που απαρτίζεται από 3 Δημοτικούς Συμβούλους. Διευκρίνισε επίσης ότι αυτά που λέει τα λέει βλέποντας τους συνημμένους φακέλους. Όταν λαμβάνουν μια αίτηση για άδεια διαχωρισμού εξετάζεται εάν υπάρχουν πιθανά προβλήματα και από τη στιγμή που δεν υπάρχουν όπως είναι η αίτηση προωθείται για έκδοση της άδειας γιατί σε μεταγενέστερο στάδιο αφού γίνει η επιτόπια εξέταση από το Κτηματολόγιο το Επαρχιακό Γραφείο τους ενημερώνει για κάθε αίτηση ανάλογα και τότε μόνο, αφού το Κτηματολόγιο θεωρήσει ότι μέσω της σχετικής νομοθεσίας δεν υπάρχει πρόβλημα εκδίδεται πιστοποιητικό τελικής έγκρισης του διαχωρισμού για να εκδοθούν οι νέοι τίτλοι. Συμφώνησε ότι ο Δήμος Πάφου έγκρινε εκείνο τον διαχωρισμό σύμφωνα με τον οποίο όταν ο ιδιοκτήτης του κομμωτηρίου ανοίξει την πόρτα της κουζίνας να βγει στο διάδρομο επεμβαίνει σε ξένη περιουσία αλλά συμπλήρωσε ότι στην προκειμένη και ο ίδιος εάν ήταν ο εργολάβος θα έκανε το ίδιο. Δηλ. το δικαίωμα του διαδρόμου θα το κρατούσε γιατί από αυτόν το διάδρομο θα έκτιζε, όπως και έκτισε ο εργολάβος, διαμέρισμα στους χώρους του διαδρόμου. Στο μέλλον, συνέχισε, όταν θα ερχόταν ο εργολάβος, εάν ήταν ο ίδιος ο μάρτυρας, αυτός ο διάδρομος από μόνος του ή δια νόμου θα γινόταν κοινόχρηστος γιατί θα εξυπηρετούσε δύο αναπτύξεις, με όρο της νέας ή μελλοντικής άδειας διαχωρισμού. Σε ερώτηση δε στη συνέχεια τότε γιατί ο διάδρομος να μην ήταν κοινόχρηστος από την αρχή είπε ότι συμφωνεί ότι δηλ. κανονικά ο διάδρομος έπρεπε να ήταν κοινόχρηστος- κοινόκτητος, όμως δεν γνωρίζει τις σχέσεις του ιδιοκτήτη με την εναγόμενη. Σε υποβολή ότι το πρόβλημα είναι ότι ο μάρτυρας υποστηρίζει ότι αυτό που έγινε καλώς έγινε απάντησε «Εκτός από τον ανθώνα» γιατί ο ανθώνας βρίσκεται σε χώρο που δεν θα έκανε κανένας άλλος κτίριο και άρα έπρεπε να είναι κοινόχρηστος- κοινόκτητος για τους υφιστάμενους ιδιοκτήτες. Από το ότι ο ανθώνας καταχωρήθηκε ως να ανήκει στον ιδιοκτήτη του καταστήματος 2 στην ουσία δεν κερδίζει κανένας Σε υποβολή ότι στην τελευταία μεζονέτα που κτίσθηκε στη βόρεια πλευρά του κτήματος επέτρεψαν και ανέχθηκαν αυτόν τον εργολάβο όχι μόνο να επεκταθεί πέραν της αρχικής άδειας αλλά να καταλάβει μέρος του δημόσιου μονοπατιού και μετά να επεκταθεί και στο δημόσιο πράσινο, τα οποία συμπεριέλαβε σε αυτή την περιουσία του δηλ. την τελευταία μεζονέτα που μετά πούλησε με μεγαλύτερη έκταση απάντησε ότι δεν γνωρίζει, ούτε δόθηκε ποτέ οδηγία από την Υπηρεσία Τεχνικών Υπηρεσιών για επέμβαση ή αξιοποίηση από τους ιδιοκτήτες των συγκεκριμένων τεμαχίων δημοσίου πεζοδρομίου ή και δημοσίου χώρου πρασίνου. Αν αφορά τον Δήμο Πάφου η αξιοποίηση ή μη δημοσίων χώρων πρασίνου αποφάσεις παίρνει το Δημοτικού Συμβούλιο. Πέραν τούτου με όρο στην αρχική άδεια ανάπτυξης του τεμαχίου υπάρχει ειδικός όρος όπως το δημόσιο μονοπάτι κατασκευασθεί με χρήματα του ιδιοκτήτη. Ο όρος αυτός μπήκε με τις αρχικές άδειες οικοδομής. Σε υποβολή ότι μπήκε με συνεδρία της Εκτελεστικής Επιτροπής του Δήμου την 1.8.07 απάντησε ότι υπήρχε προηγουμένως οδηγία προς τον εργολάβο να κατασκευάσει ιδίοις εξόδοις το δημόσιο μονοπάτι που βρίσκεται στα ανατολικά του χώρου πρασίνου. Τέλος διαφώνησε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο ενάγων βοηθούσαν τον συγκεκριμένο εργολάβο να κάνει ότι ήθελε σε βάρος της εναγόμενης και ότι κάλυπταν τις παρανομίες αυτού. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η εναγόμενη, της οποίας η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Είναι η εγγεγραµµένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου µε αριθµό εγγραφής 34713, τεμάχιο επί 661 του Φ./Σχ. 45/59 στο Αναβαργός του Δήµου Πάφου. Πρόκειται για ένα κατάστηµα στον 1ο όροφο οικοδοµής που ανεγέρθηκε σε μέρος του προαναφερόμενου τεμαχίου (στο εξής το τεμάχιο). Έχει επίσης αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης ενός διπλού χώρου στάθµευσης και μερίδιο 7,40% στην κοινόκτητη ιδιοκτησία (βλ. πιστοποιητικό εγγραφής - τεκμήριο 12). Αγόρασε το πιο πάνω ακίνητο κατά το 1996 από την εκκλησία Αγίου Γεωργίου Αναβαργού, η oπoία ήταν η εγγεγραµµένη ιδιοκτήτρια του τεµαχίου (στο εξής η εκκλησία) και την εταιρεία CHR. CONSTANT CONΤRACΤORS AND DEVELOPERS LTD (στο εξής η εταιρεία), η oπoία ενεργούσε ως εργολήπτης και πρέπει να είχε κάποια συμφωνία µε την εν λόγω εκκλησία (κατέθεσε το αγοραπωλητήριο έγγραφο ως τεκμήριο 13). Η εγγραφή της προναφερόμενης ιδιοκτησίας στο όνομα της εναγόμενης έγινε κατά το
  4. Η ιδιοκτησία αυτή αποτελούσε μέρος ανάπτυξης μέρους του τεµαχίου. Όταν η εταιρεία ή και/ή εκκλησία άρχισαν να αναπτύσσουν το υπόλοιπο μέρος του τεμαχίου άρχισαν να δηµιουργούνται προβλήµατα τα οποία εάν δεν επηρέαζαν την εναγόμενη προσωπικά δεν θα ασχολείτο καθόλου µε αυτά. Κατά τη διάρκεια των οικοδοµικών εργασιών η εναγόμενη είδε αρκετές φορές τον ενάγοντα στο μέρoς τόσο κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας των υπαλλήλων του Δήµου Πάφου όσο και μετά. Κατά ή περί τις αρχές του 2008 η εταιρεία, µέσω του διευθυντή της Χρυσόστοµου Kωνσταvτινίδη (στο εξής ο Χρυστόστομος), τοποθέτησε στην άκρη του τότε υφιστάµενου πεζοδρομίου, στη δυτική και νότια πλευρά του τεµαχίου, μεταλλικές σωλήνες-στύλους, αφήνοντας μια στενή ράµπα εισόδου κατά τρόπο που εµπόδιζε την είσοδο της εναγόμενης στον χώρο στάθµευσης για τον οποίο έχει αποκλειστικό δικαίωµα χρήσης διότι επιπλέον ο Χρυσόστοµος τοποθετούσε ένα φορτηγό αυτοκίνητο στη µια άκρη της ράµπας και ένα άλλο αυτοκίνητο στην άλλη άκρη της ράµπας και ενώ είχε κατασκευάσει εντελώς πλησίον του χώρου στάθµευσης της εναγόμενης ράµπα εισόδου προς τα καταστήµατα του µε κάγκελο. Τότε ήταν η πρώτη φορά που είχε δει τον ενάγοντα στο χώρο, στην είσοδο του κτιρίου. Η εναγόμενη επισκέφθηκε αµέσως το Τεχνικό Τµήµα του Δήµου Πάφου και εκεί κατήγγειλε τις πιο πάνω ενέργειες σε ένα από τους Τεχνικούς του Δήµου Πάφου. Παρά την καταγγελία της αυτή ο Δήµος Πάφου δεν έπραξε οτιδήποτε. Κατά ή περί τον lούλιο του 2008 ο Δήµος Πάφου ανέθεσε στον εργολάβο Κυριακίδη την κατασκευή πεζοδρομίου στη νότια πλευρά του τεμαχίου διότι το πεζοδρόµιο είχε αφαιρεθεί ή υποστεί ζηµιές από τις εργασίες της Ηλεκτρικής ή και της ΑΤΗΚ ή και του Σ.Α.Π.Α. Ο πιο πάνω εργολάβος κατασκεύασε το πεζοδρόµιο αφήνοντας µια ράµπα πλάτους περίπου 5-6 μέτρα για να μπορούν να εισέρχονται οι δικαιούχοι των χώρων στάθµευσης στην ανάπτυξη του τεμαχίου. Ο Τεχνικός του Δήµου Πάφoυ, ο οποίος επέβλεπε την πιο πάνω εργασία ήταν ο ενάγων. Την επόµενη μέρα της πιο πάνω κατασκευής ο προαναφερόμενος εργολάβος άρχισε να κλείνει την ράµπα στενεύοντας την. Όταν η εναγόμενη τον ρώτησε για ποιο λόγο έκανε κάτι τέτοιο της είπε ότι είχε οδηγίες από τον ενάγοντα. Εξήγησε δε επί αυτού στην αντεξέταση της ότι την πρώτη μέρα που πήγε ο Κυριακίδης να ξανά κατασκευάσει - επιδιορθώσει τα πεζοδρόμια, είχε κάποιο τεχνικό του Δήμου, ο οποίος θα του έλεγε τι να κάνει. Ο Κυριακίδης τελείωσε την δουλειά του, το πεζοδρόμιο και είχε ανοίξει την ράμπα 5 με 6 πόδια πλάτος για να μπορούν οι ένοικοι να έχουν πρόσβαση. Την επομένη το πρωί όταν η εναγόμενη πήγε στη δουλειά της βρήκε τον Κυριακίδη να στενεύει την ράμπα την οποία την προηγούμενη ημέρα είχε τελειώσει και ήταν έτοιμη και τον ρώτησε γιατί στενεύει την ράμπα που μπαίνω η ίδια στην είσοδο του πάρκινγκ της οπόταν ο Κυριακίδης της είπε ότι παίρνει οδηγίες από τον υπεύθυνο του Δήμου Πάφου. Η εναγόμενη επισκέφθηκε το Τεχνικό Τµήµα του Δήµου Πάφoυ για να διαμαρτυρηθεί σχετικά και να ζητήσει εξηγήσεις. Κανένας δεν μπορούσε να της απαντήσει και το μόνο που της είπαν ήταν ότι υπεύθυνος Τεχνικός ήταν ο ενάγων. Η εναγόμενη επισκέφθηκε το εν λόγω Τµήµα του Δήµου Πάφoυ και για να διαπιστώσει το πλάτος της ράµπας σύµφωνα µε τα εγκεκριμένα σχέδια αλλά και τα άλλα ζητήµατα που είχαν προκύψει όπως π.χ. την τoπoθέτηση διαφηµιστικής πινακίδας από τον Χρυσόστοµο στην πρόσοψη του κοµµωτηρίου της. Κατά τις επισκέψεις της στο εν λόγω Τµήµα η εναγόμενη πληροφορήθηκε, αναφορικά µε το πλάτος της ράµπας, ότι το σωστό πλάτος σύµφωνα µε τα σxέδια ήταν το αρχικό πλάτος των 5-6 μέτρων που είχε κατασκευαστεί από τον Κυριακίδη αλλά και άλλα σηµαντικά ζητήµατα που επηρέαζαν την ιδιoκτησία και τα δικαιώματα της. Τότε είχε ζητήσει να δει τους φακέλους που αφορούσαν το τεμάχιο, οπόταν ήλθε στα χέρια της ο φάκελος, ο οποίος έδειχνε ότι τα σχέδια τα οποία είχαν να κάνουν με το τεμάχιο τα χειριζόταν ο ενάγων. Γι' αυτό το λόγο θεώρησε ότι ο ενάγων είχε ευθύνη. Αναφορικά µε το πλάτος της ράµπας, αυτό επανήλθε από τον Χρυσόστοµο, χρησιµοποιώντας υπάλληλο της εταιρείας του, κάποιες εβδοµάδες αργότερα. Αναφορικά µε τα άλλα ζητήµατα, κατά τις επισκέψεις της στο Τεχνικό Τµήµα του Δήµου Πάφου η εναγόμενη πληροφορήθηκε από τους Τεχνικούς του Δήµου Πάφου ότι οι εξωτερικές κολώνες της πρόσοψης του κoµµωτηρίoυ της ανήκαν, σύµφωνα µε χρωµατισµούς που είχαν γίνει στα σχέδια, στον Χρυσόστοµο ή την εταιρεία του. Το ίδιο ίσχυε για τον ανθώνα έξω από το κοµµωτήριο και για μέρoς του διαδρόµου ακριβώς έξω από τη δεύτερη πόρτα του κoµµωτηρίoυ. Οι Τεχνικοί του Δήµου Πάφου έδειξαν απoρηµένoι για τα πιο πάνω και υπέδειξαν στην εναγόμενη ότι ο Τεχνικός, ο oπoίoς ήταν υπεύθυνος για τις oικoδoµές στο τεµάχιο ήταν ο ενάγων, αφήνοντας την να αντιληφθεί ότι για τα πιο πάνω παράδοξα υπεύθυνος ήταν ο ενάγων. Περαιτέρω, στη βόρεια πλευρά του τεμαχίου ο Χρυσόστοµος, ο οποίος διέµενε στη βόρεια μεζονέτα που είχε κατασκευαστεί σε αυτό, είχε οικειοποιηθεί μέρος πεζόδροµου και μέρος χώρου πρασίνου, τα οποία ένταξε στο χώρο της μεζονέτας του, την οποία αργότερα πούλησε όπως ήταν, δηλαδή µε την επέµβαση στον πεζόδροµο και τον χώρο πρασίνου. Μέχρι σήµερα η πιο πάνω επέµβαση παραµένει παρά τις επισκέψεις του ενάγοντα στο μέρος και παρά τις επισκέψεις και άλλων Τεχνικών του Δήµου Πάφου. Για το θέμα αυτό μετά από καταγγελία της η εναγόμενη μίλησε με τον Τεχνικό του Δήμου Πάφου Σοφοκλή Σοφοκλέους, ο οποίος της είπε ότι έχει δίκαιο αλλά δεν μπορεί εκείνος να κάνει κάτι. Μάλιστα ο Σοφοκλέους της ανέφερε ότι ο γιος του είναι φίλος με το γιό του Κωνσταντινίδη και είναι δύσκολη η θέση του. Λόγω των πιο πάνω η εναγόμενη υπέβαλε γραπτή καταγγελία με επιστολή της ηµερ. 5.8.08 (τεκµήριο 2) προς τον Δήµαρχο Πάφου. Την επιστολή αυτή την παρέδωσε στο αρχείο του Δήμου Πάφου ο σύζυγος της εναγόμενης. Η καταγγελία αυτή έγινε µε σκοπό την καλόπιστη προστασία των δικαιωµάτων και συµφερόντων της. Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση εάν κατά τις 5.8.08 είχε οποιοδήποτε στοιχείο - μαρτυρία στα χέρια της ότι ο ενάγοντας παραποίησε τα σχέδια του συγκεκριμένου ακινήτου απάντησε ότι πήγε στον Δήμο Πάφου, ίσως για δέκατη φορά, να διαμαρτυρηθεί. Εκείνη την περίοδο είχα ζητήσει από Τεχνικό του Δήμου να της δώσει το φάκελο που αφορούσε το τεμάχιο και όταν ήλθε ο φάκελος στα χέρια της - έξω από το φάκελο πάντα υπογράφει ο τεχνικός που ελέγχει τον συγκεκριμένο φάκελο - έγραφε το όνομα του ενάγοντα. Ανοίγοντας το φάκελο προ εκπλήξεως της είδε τα σχέδια τα οποία είχαν χρωματιστεί με το χρώμα μπλε που ήταν το εμβαδόν του τεμαχίου του δικού της, κανονικά με κίτρινο χρώμα οι κοινόχρηστοι χώροι που είναι η σκάλα για να ανεβαίνεις πάνω στο χώρο ενώ ο διάδρομος που μπαίνεις στην κουζίνα της όπως και o ανθώνας στην είσοδο είχαν χρωματιστεί με χρώμα κόκκινο. Ρωτώντας τον συγκεκριμένο υπεύθυνο της είπε ότι κόκκινο σημαίνει ότι δεν είναι καν κοινόχρηστος χώρος. Όταν αναφέρθηκε η εναγόμενη στα σχέδια είπε ότι εννοούσε ότι ήταν τραγικό λάθος να χρωματιστεί ένας διάδρομος εισόδου με κόκκινο. Ουδέποτε η εναγόμενη ενηµερώθηκε εάν διορίσθηκε οποιοσδήποτε ή εάν ξεκίνησε οποιαδήποτε διερεύνηση της καταγγελία της, ουδέποτε κλήθηκε για να δώσει κατάθεση ή μαρτυρία και ουδέποτε πληροφορήθηκε για την τύχη της καταγγελίας. Είναι φανερό ότι η εταιρεία του και ο Χρυσόστοµος είχαν βοήθεια από τους Τεχνικούς του Δήµου Πάφου και ιδιαίτερα από τον ενάγοντα, ο οποίος είναι συγγενής του. Μετά την καταγγελία τα πράγµατα θα έπρεπε να έχουν γίνει ξεκάθαρα, θα έπρεπε να ληφθούν διορθωτικά μέτρα και να αποδοθούν ευθύνες. Άντ' αυτού έγινε προσπάθεια απόκρυψης και συσκότισης των γεγονότων ώστε κανένας να µην μπορεί να βγάλει άκρη. Δεν φτάνει που η καταγγελία δεν εξετάστηκε, κινήθηκε εναντίον της και η παρούσα αγωγή για να την κάνουν να σιωπήσει. Κατατέθηκε δε εκ συμφώνου ως τεκμήριο 14 επιστολή ημερ. 7.8.08 των δικηγόρων της εταιρείας προς την εναγόμενη. Η εναγόμενη δεν δέχθηκε ότι το τεκμήριο 2 σκέφτηκε και το έστειλε μετά που παρέλαβε την επιστολή τεκμήριο
  5. Επίσης κατατέθηκε ως τεκμήριο 15 επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 19.10.09 απευθυνόμενη προς την εναγόμενη. Τέλος κατατέθηκε ως τεκμήριο 16 αντίγραφο του τεκμηρίου 2 στο οποίο φαίνεται ότι υπάρχει σφραγίδα του Αρχείου του Δήμου Πάφου στην οποία αναφέρεται ως ημερομηνία λήψης και καταχώρησης της επιστολής η 6.8.
  6. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Γιώργος Σιαηλής, δικηγόρος και Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Πάφου. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.2 αυτός είναι μέλος σε 7 Επιτροπές ανάμεσα στις οποίες η Πολεοδομική στην οποία είναι μέλος από τον Φεβρουάριο του
  7. Μια εβδομάδα πριν την μαρτυρία του στο Δικαστήριο (δηλ. πριν τις 31.5.13) ήταν η τελευταία συνεδρία της Πολεοδομικής Επιτροπής αναφορικά με το επίδικο τεμάχιο
  8. Για αυτό το θέμα η Επιτροπή το 2013 συνεδρίασε άλλες 4 φορές ενώ μια συνεδρίαση για αυτό έγινε και από την Ολομέλεια του Δημοτικού Συμβουλίου. Τέτοια συνεδρίαση έγινε και εντός του 2012 ακόμη μια φορά οπόταν ο μάρτυρας είχε την πρώτη επαφή με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Η τελευταία συνεδρία αφορούσε αίτημα του Κωνσταντινίδη και επανήλθε ενώπιον της Επιτροπής μετά που τους αναφέρθηκε από τους υπηρεσιακούς υπαλλήλους του Δήμου ότι η υπόθεση απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και έπρεπε να προχωρήσουν είτε με νέα έκδοση πολεοδομικής άδειας ή να ξαναδούν την υπόθεση από την αρχή όπως τους συμβούλευσε ο νομικός σύμβουλος του Δήμου προ ενός μηνός. Η εν λόγω συνεδρία ήταν συνέχεια των προηγούμενων συνεδριάσεων λόγω των αντεγκλήσεων που υπάρχουν στην Πολεοδομική Επιτροπή και στο Δημοτικό Συμβούλιο για αυτήν την υπόθεση. Στην Ολομέλεια του Δημοτικού Συμβουλίου που προηγήθηκε της συνεδρίας της Επιτροπής, η αρχιτέκτονας του Δήμου, Ευθυμίου ζήτησε να πάει πίσω η υπόθεση στην Πολεοδομική Επιτροπή για να ελεγχθεί ο φάκελος αφού η ίδια μέχρι τότε, από τότε που πήγε η υπόθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο, δεν είχε ελέγξει το φάκελο. Στην συνεδρία της Πολεοδομικής Επιτροπής η Ευθυμίου τους ανέφερε κατά λέξη ότι εξαφανίσθηκε από τον φάκελο το αρχικό χωροταξικό σχέδιο και στη θέση του μπήκε άλλο σχέδιο με σχεδιασμένο πάνω πάρκιγκ και κάποιες άλλες τροποποιήσεις που ο μάρτυρας δεν συγκράτησε και δεν υπογράφεται από την Ευθυμίου, ως έπρεπε, αλλά από τον Δημοτικό Μηχανικό. Δηλ. έλειπε το χωροταξικό που είχε πραγματικά εγκριθεί από τον Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου Πάφου και μπήκε στη θέση του άλλο σχέδιο υπογραμμένο από τον Δημοτικό μηχανικό και όχι από την αρχιτέκτονα του Δήμου. Δεν υπάρχει τρόπος να βρεθεί το αρχικώς εγκριθέν σχέδιο το οποίο εξαφανίσθηκε. Δεν γνωρίζει ημερομηνία που μπήκαν τα σχέδια - το μη γνήσιο έγγραφο που υπάρχουν σήμερα στο φάκελο. Δεν γνωρίζει εάν αυτά τα νέα σχέδια είναι εντάξει καθότι δεν είναι μηχανικός. Δεν γνωρίζει επίσης ποιος έκανε τα νέα αυτά σχέδια. Τόσο ο μάρτυρας όσον και άλλος Δημοτικός Σύμβουλος αντέδρασαν και ζήτησαν να γίνει έλεγχος, καταγράφηκε η θέση τους αλλά η απόφαση της πλειοψηφίας ήταν να μην ακολουθήσει περαιτέρω έρευνα και τυχόν πειθαρχικές διώξεις εναντίον αυτών που υπέγραψαν το σχέδιο. Δεν γνωρίζει τι σχέδιο δόθηκε στο συνήγορος της εναγόμενης όταν το ζήτησε από το Δήμο πριν κάνει την προσφυγή και στο οποίο χωροταξικό βάσισε την προσφυγή του. Σίγουρα παρέδωσαν στον κ. Κορακίδη τα έγγραφα που υπήρχαν μέσα στο φάκελο αλλιώς θα υπήρχαν και φωτοτυπίες μέσα στο φάκελο. Στις συνεδρίες εξέτασαν κατά πόσο θα έπρεπε να δοθεί νέα πολεοδομική άδεια μετά την απόφαση επί της προσφυγής. Αυτό εξετάζουν μέχρι σήμερα και επισκέφθηκαν και το χώρο τόσο ο ίδιος όσο και άλλος Δημοτικός Σύμβουλος και διαπίστωσαν ότι η επιτόπου αποτύπωση του κτιρίου δεν είναι η ίδια με αυτήν που υπάρχει στο αρχιτεκτονικό σχέδιο. Για αυτό ζήτησαν, οι αρμόδιοι λειτουργοί του Δήμου να επισκεφθούν το χώρο όπως και έγινε και τους έφεραν και τις παρατηρήσεις τους μεταξύ των οποίων ότι στο σχέδιο υπάρχουν αποτυπωμένα 3 πάρκιγκ μπροστά από το κομμωτήριο της εναγόμενης ενώ στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο
  9. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν μόνιμες κατασκευές πάνω στα πεζοδρόμια καρφωμένες υπό τύπον ανθώνων. Από την πίσω πλευρά υπάρχει μια μεζονέτα που έκλεισε ανοικτούς χώρους, βεράντες και τις έκανε δωμάτια. Άλλη μεζονέτα κατέλαβε χώρο πρασίνου ώστε να μην υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση από το κοινό και μάλιστα ο χώρος αποκόπηκε με περίφραξη κάγκελα. Συμφώνησε ότι η προσφυγή στρεφόταν κατά της πολεοδομικής άδειας που δόθηκε πριν και ότι ο λόγος που ακυρώθηκε η άδεια αυτή ήταν ότι κατά τη συνεδρία που εγκρίθηκε ήταν παρών οι υπηρεσιακοί υπάλληλοι του Δήμου. Πριν την ολοκλήρωση της υπόθεσης της εναγόμενης, δυνάμει του άρθρου 26

(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, δόθηκε από το Δικαστήριο άδεια στην πλευρά του ενάγοντα να κλητεύσει τον Σοφοκλή Σοφοκλέους Τεχνικό του Δήμου Πάφου, αναφορικά με σχετική εξ ακοής μαρτυρία που εισήγαγε η εναγόμενη δηλ. για δήλωση που του απέδωσε και συγκεκριμένα ότι όσον αφορά την παράνομη μεζονέτα και οικειοποίηση του πράσινου από τον Χρυσόστομο Κωνσταντινίδη μετά από καταγγελία της η εναγόμενη μίλησε με το πρόσωπο αυτό, ο οποίος της είπε ότι έχει δίκαιο αλλά δεν μπορεί εκείνος να κάνει κάτι και μάλιστα της ανέφερε ότι ο γιος του είναι φίλος με το γιό του Κωνσταντινίδη και είναι δύσκολη η θέση του. Ο εν λόγω μάρτυρας στην αντεξέταση του ανέφερε ότι γνωρίζει την εναγόμενη. Σε ερώτηση εάν αληθεύει η εν λόγω δήλωση που του αποδόθηκε από την εναγόμενη είπε ότι η εναγόμενη έκανε ένα παράπονο για διάφορες παρανομίες στην υπό αναφορά οικοδομή, οι οποίες αφορούσαν πασαλάκια που τοποθετήθηκαν πάνω στο πεζοδρόμιο, μια πινακίδα στην οροφή το κτιρίου και μια επέκταση σε μεζονέτα στο κτίριο. Όταν ζήτησε τη γνώμη του μάρτυρα για τις παρανομίες αυτές της είπε ότι πράγματι υπάρχουν οι παρανομίες που κατήγγειλε. Για τα πασαλάκια και την πινακίδα δεν ήταν αρμοδιότητας του μάρτυρα. Για την μικρή επέκταση στη μεζονέτα ο μάρτυρας πήγε επί τόπου και διαπίστωσε την επέκταση αυτή και έγραψε το όνομα της ιδιοκτήτριας, η οποία υπογράφεται κα Κωνσταντινίδη. Η εν λόγω ιδιοκτήτρια του είπε ότι αγόρασε τη μεζονέτα όπως ήταν και ότι αυτή δεν έκανε καμία επέμβαση. Ο μάρτυρας είπε στην εναγόμενη ότι αφού είναι στην άλλη πλευρά του κτιρίου, στην αντίθετη από το κομμωτήριο της και αν δεν την ενοχλεί να μην προχωρήσει ο μάρτυρας σε δικαστικά μέτρα εναντίον της κας Κωνσταντινίδου. Και πράγματι είπε στην εναγόμενη ότι και ο γιος της εν λόγω ιδιοκτήτριας είναι πολύ καλός φίλος του γιού του μάρτυρα και έτσι αν δεν την ενοχλούσε να μην την πάρει Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας πέραν του ότι έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες κατά την δια ζώσης κατάθεση τους στο Δικαστήριο, εξέτασα με προσοχή το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψην τους εκατέρωθεν δικογραφημένους ισχυρισμούς, τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα αλλά και τις εισηγήσεις των συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης της εναγόμενης, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας αλλά και στις τελικές αγορεύσεις, και άρα έχουν γίνει αποδεκτά τόσο η δημοσίευση του τεκμηρίου 2 στον Δήμαρχο Πάφου, το περιεχόμενο αυτού καθώς και το ότι πρόκειται για δυσφημιστικό για τον ενάγοντα δημοσίευμα. Περαιτέρω με τις τελικές αγορεύσεις του ο κ. Κορακίδης δήλωσε ότι η εναγόμενη δεν εμμένει στην υπεράσπιση της αλήθειας, η οποία ήταν μια εκ των υπερασπίσεων που εγείρει με το δικόγραφο της. Όσον αφορά τον ενάγοντα θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός γενικά δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Αρκετά μέρη από τη μαρτυρία του δεν επιβεβαιώνονται από άλλη μαρτυρία ενώ κάποιες θέσεις του δεν είναι καν δικογραφημένες. Άλλες δε θέσεις του σε σχέση με αυτά που του απέδωσε η εναγόμενη στην καταγγελία της, ενώ ήταν κατηγορηματικός ότι ήταν ανυπόστατα και ψευδή και συνεπώς θα αναμενόταν να απαντήσει με σαφήνεια και λεπτομέρεια, δεν ήταν πειστικές, κάποιες δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική ενώ ενίοτε απαντούσε με υπεκφυγές. Συγκεκριμένα: Αναφορικά με το θέμα της ράμπας που αναφέρει η εναγόμενη στο τεκμήριο 2 ο ενάγοντας στην κυρίως εξέταση του πέραν από τη γενική τοποθέτηση ότι οι καταγγελίες της εναγόμενης ήταν ψευδείς και ανυπόστατες δεν ανέφερε οτιδήποτε. Στο τεκμήριο 4 δε που ήταν η απάντηση του για τις εν λόγω καταγγελίες, προς τον Δημοτικό Γραμματέα, ανέφερε για το θέμα αυτό ότι δεν προβαίνει σε οποιεσδήποτε οδηγίες προς τους εργολάβους του Δήμου χωρίς την εκ των προτέρων συνεννόηση με τους ανωτέρους του και στη μαρτυρία του εξήγησε ότι αναφερόταν στον Δημοτικό Μηχανικό. Στην αντεξέταση του είπε σχετικά ότι η Α.Η.Κ έσπασε τα πεζοδρόμια και ο ίδιος έδωσε οδηγίες στο συνεργείο του εργολάβου Ανδρέα Κυριακίδη να τα διορθώσει αλλά η εναγόμενη για δικούς της λόγους έδωσε οδηγίες στο ίδιο συνεργείο να της κατασκευάσει ράμπα πάνω σε ξένο πεζοδρόμιο. Προκύπτει όμως σαφώς από τη μαρτυρία του ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι έτσι έγιναν τα πράγματα εφόσον, ως ο ίδιος ανέφερε στη συνέχεια, δεν ήταν παρών όταν έγιναν τα ανωτέρω και, ως επίσης είπε, του ανέφερε τηλεφωνικά ο Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης ότι αυτό που γίνεται δεν υπάρχει στα σχέδια και είναι αυθαίρετο. Είπε δε στη συνέχεια ότι αφού έλεγξαν (χρησιμοποίησε πληθυντικό συμπεριλαμβάνοντας και τον εαυτό του) τους φακέλους της άδειας οικοδομής διαπίστωσαν ότι δεν είχε τέτοια πρόσβαση. Μετά δε από αυτό και με οδηγίες του Δημοτικού Μηχανικού ο ενάγοντας έδωσε οδηγίες, γιατί ήταν αρμόδιος επιβλέπων για την συγκεκριμένη περίπτωση, το πεζοδρόμιο να επανέλθει στην υφιστάμενη κατάσταση. Σε ερώτηση εάν δηλαδή φρόντισε να επανέλθει η ράμπα όπως θα έπρεπε να ήταν, απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι δεν υπήρχε ράμπα στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως δεν υπάρχει ούτε τώρα και ότι μετά την παρέμβαση του δεν έγινε ράμπα. Σε ερώτηση όμως πώς εξηγεί το ότι μετά την καταγγελία ο Χρυσόστομος επανέφερε τη ράμπα όπως ήταν προηγουμένως και ενώ πριν ανέφερε ότι τώρα δεν υπάρχει ράμπα, απάντησε ότι δεν ξέρει εάν και πώς έγινε αυτό. Ήταν δε η θέση του ότι στα σχέδια δεν υπήρχε ράμπα. Μάλιστα είπε ότι δεν υπήρχε τέτοια στο σχέδιο και δεν έγινε γιατί αν κατασκευαζόταν ο Χρυσόστομος δεν θα έπαιρνε πιστοποιητικό έγκρισης για την όλη οικοδομή αφού θα ήταν παρανομία. Σε υποβολή όμως ότι σύμφωνα με τα σχέδια έπρεπε να υπάρχει ράμπα, υπεκφεύγοντας ουσιαστικά έδωσε τη μη πειστική απάντηση, αν ληφθεί υπόψην και ότι πριν ανέφερε ότι είδε τα σχέδια, ότι μετά την καταγγελία οι φάκελοι έφυγαν από τον ίδιο, κλειδώθηκαν στο γραφείο του δημοτικού μηχανικού και δεν είχε καμιά απολύτως πρόσβαση και δεν γνωρίζει εάν έγινε οτιδήποτε εκ των υστέρων. Όταν δε του τέθηκε πολύ εύλογα το ερώτημα γιατί, εφόσον ο ισχυρισμός για την ράμπα υπήρχε στην καταγγελία της εναγόμενης τεκμήριο 2 ο ίδιος στο τεκμήριο 4, δηλαδή στην απάντηση του δεν είπε σχετικά τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο είπε ότι ο Θέμης Φιλιππίδης είναι Δημοτικός Γραμματέας και δεν επιλαμβάνεται των τεχνικών θεμάτων και ότι οτιδήποτε ο μάρτυρας είχε να πει το ανέφερε στο Δημοτικό Μηχανικό και έπραττε ανάλογα με τις οδηγίες αυτού. Η θέση του όμως αυτή δεν είναι πειστική και δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική εφόσον θα αναμενόταν ότι στην απάντηση του προς την Υπηρεσία του (δέχθηκε στη συνέχεια ότι την επιστολή τεκμήριο 3 που του έστειλε ο Δημοτικός Γραμματέας είναι σαν να την έστελλε η Υπηρεσία του) αναφορικά με τους «ανυπόστατους και εντελώς ψευδείς» ισχυρισμούς της εναγόμενης στο τεκμήριο 2, ως ο ίδιος τους χαρακτήρισε προσθέτοντας ότι «πλήττουν την ακεραιότητα του χαρακτήρα του με δυσμενείς επιπτώσεις στην επαγγελματική του ανέλιξη», θα έδιδε όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες. Όταν δε στη συνέχεια ρωτήθηκε αυτό ακριβώς εάν δηλ. δεν έπρεπε να απαντήσει με λεπτομέρεια στην καταγγελία και να εξηγήσει τους ισχυρισμούς του υπεκφεύγοντας είπε ότι απάντησε. Σε αμέσως επόμενη ερώτηση εάν δεν έπρεπε να αναφέρει ότι είναι η εναγόμενη που επιχείρησε να παρανομήσει είπε ότι, ό,τι είχε να αναφέρει το ανέφερε στο Δημοτικό Μηχανικό. Ο Μ.Ε.2 όμως κατά τη μαρτυρία του δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Ενώ ήταν η θέση του ότι ως τεχνικός στο Δήμο Πάφου στα πλαίσια των καθηκόντων του εξέτασε τις άδειες οικοδομής στο επίδικο τεμάχιο και για αυτό έπρεπε στη συνέχεια να εξετάσει και τις άδειες διαχωρισμού όπως και έκανε και ενώ ανέφερε ότι για τη συγκεκριμένη περίπτωση μετά την καταγγελία απ' ό,τι του είπαν έγινε έλεγχος αρκετές φορές και μάλιστα επί τόπου πήγε και o Δήμαρχος και τότε ήταν και o ίδιος παρών, όταν ερωτήθηκε εάν δεν πρόσεξε ότι στην πίσω πλευρά που έπρεπε να υπάρχει πεζοδρόμιο είχε αποκοπεί και συμπεριληφθεί στην τελευταία μεζονέτα απάντησε ότι δεν γνωρίζει γι' αυτό. Όταν δε ουσιαστικά του υποβλήθηκε ότι αυτό ήταν μέρος της καταγγελίας απάντησε ότι δεν ήταν και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε γι' αυτό και πρώτη φορά το ακούει. Παρά δε το ότι αυτό αναφέρεται σαφώς στο τεκμήριο 2 είπε ότι δεν γνωρίζει εάν μέρος της καταγγελίας ήταν ότι ο Χρυσόστομος οικειοποιήθηκε δημόσιο πεζοδρόμιο και το ενέταξε στην τελευταία μεζονέτα και δεν δέχτηκε ότι αυτό το γνωρίζει πολύ καλά και δήλωσε ότι δεν ασχολήθηκε καθόλου με το θέμα και δεν ξέρει αν ασχολήθηκε με αυτό κάποιος άλλος και τι έγινε. Περαιτέρω ενώ, ως προαναφέρθηκε, αυτός εξέτασε τόσο τις άδειες οικοδομής όσο και διαχωρισμού στο επίδικο τεμάχιο και συνεπώς έπρεπε να γνωρίζει, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν αφαιρέθηκε με την άδεια διαχωρισμού μέρος από την περιουσία της εναγόμενης και πρόσθεσε μόνο ότι ο ίδιος εξέτασε την άδεια οικοδομής χωρίς οτιδήποτε μεμπτό. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι κατά την εξέταση της αίτησης διαχωρισμού που υπέβαλε ο Χρυσόστομος, ο ίδιος επέτρεψε ώστε ο εξωτερικός χώρος από την έξοδο του καταστήματος της εναγόμενης να μην είναι καν κοινόχρηστος, δηλαδή να μην δικαιούται να πατήσει έξω από το κατάστημα της και καθόρισε εκείνο το χώρο ως χώρο που ανήκε στο Χρυσόστομο, απέφυγε να τοποθετηθεί επί της ουσίας λέγοντας γενικά ότι στην τριαντάχρονη καριέρα του στο Δήμο δεν επέτρεψε σε κανένα και κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα όσα κάνει. Σε υποβολή ότι κάτι ανάλογο με το χώρο έξω από την έξοδο του καταστήματος της εναγόμενης έκανε με τον ανθώνα έξω από το κατάστημα το οποίο καθόρισε ως μέρος της περιουσίας του Χρυσοστόμου αρκέστηκε στο να το απορρίψει και δήλωσε ότι η δουλειά του είναι απλή και ότι δεν καθορίζει ούτε μπορεί να κάνει ούτε τίποτα σε κανένα. Ήταν επίσης η θέση του ότι η καταγγελία της εναγόμενης εξετάστηκε και το πόρισµα του Δηµοτικού Μηχανικού κοινοποιήθηκε στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών µε επιστολή ηµερ. 25.6.09. Όσον αφορά την εξέταση της καταγγελίας ο ενάγοντας ανέφερε στην αντεξέταση του ότι σχετικά διορίστηκαν από τον Δημοτικό Μηχανικό δύο συνάδελφοι του, οι οποίοι έλεγξαν την όλη οικοδομή, όλες τις υποθέσεις που είχε ο Χρυσόστομος και τις έδιδε στον ενάγοντα ο Μηχανικός. Σε ερώτηση εάν εκτός από αυτό έγινε οποιοσδήποτε άλλος διορισμός για εξέταση της καταγγελίας είπε ότι απ' όσα γνωρίζει ανέλαβε ο Δημοτικός Μηχανικός, είδε την όλη υπόθεση και την εξέτασε επανειλημμένα, χωρίς να αναφέρει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τις ενέργειες του Δημοτικού Μηχανικού. Σε υποβολή δε ότι η καταγγελία της εναγόμενης δεν εξετάστηκε καθόλου και ότι ο Δήμος Πάφου δεν αναζήτησε την αλήθεια απάντησε γενικά ότι δεν μπορεί να γίνει καταγγελία σε βάρος υπαλλήλου και να μην γίνει έρευνα και επέμενε ότι έρευνα έγινε και υπάρχει. Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί όμως αρχικά ότι η επιστολή ημερ. 25.6.09 προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, την οποία ο ενάγοντας χαρακτήρισε ως πόρισμα, κατατέθηκε ως τεκμήριο για αναγνώριση, ουδέποτε όμως κατέστη κανονικό τεκμήριο και συνεπώς τόσο το περιεχόμενο της όσο και η μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με αυτήν δεν μπορούν να ληφθούν υπόψην (βλ. Demeco Company Limited v. Beckhoff Gasellchaft MDH
(1989)1 C.L.R. 89 και Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Συνεπώς δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για οποιοδήποτε πόρισμα. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι σε σχέση με το κατά πόσο έγινε διερεύνηση της καταγγελίας ο Μ.Ε.2 παρέπεμψε επίσης στην επιστολή ημερ. 25.6.09 προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών χωρίς όμως να αναφερθεί συγκεκριμένα στο περιεχόμενο της. Το μόνο που είπε για αυτό είναι ότι, αν δεν τον απατά η μνήμη του, σε 6 διαφορετικές περιπτώσεις ο Δήμαρχος, Δημοτικοί Σύμβουλοι και Τεχνικοί του Δήμου Πάφου επιθεώρησαν τα κτήρια για να δουν τις παρανομίες τις οποίες δεν βρήκαν επιτόπου. Όμως ο Μ.Ε.2 δεν θυμόταν καν εάν την εν λόγω επιστολή την έγραψε ο ίδιος. Ήταν δε σαφής ότι δεν έγινε οποιαδήποτε πειθαρχική έρευνα εναντίον του ενάγοντα. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε εάν λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση ότι δεν πρέπει να γίνει διερεύνηση ή ότι έγινε διερεύνηση και βρέθηκε ότι δεν ήταν βάσιμο το παράπονο και κρίθηκε έτσι να μην συνεχιστεί οποιαδήποτε διαδικασία απάντησε, όχι με βεβαιότητα, αλλά ότι υποψιάζεται ότι μέσα στις επιτόπιες επιθεωρήσεις δεν υπήρχε οποιοδήποτε μεμπτό ή οποιοδήποτε πρόβλημα και γι' αυτό δεν προχώρησε οποιαδήποτε άλλη έρευνα για να καταλήξει θετικά ότι δεν έγινε άλλη έρευνα. Όσον δε αφορά τους τεχνικούς που πήγαν τότε ο Μ.Ε.2 είπε ότι αυτοί δεν του υπέβαλαν οποιαδήποτε σχετική έκθεση. Αναφορά για το ίδιο θέμα θα πρέπει να γίνει και στο τεκμήριο 16 που είναι επιστολή ημερ. 19.10.09 του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών προς την εναγόμενη. Σε σχέση με την επιστολή αυτή θα πρέπει εν πρώτοις να λεχθεί ότι αυτή κατατέθηκε, με δήλωση από τους συνηγόρους και των δύο πλευρών, ότι κατατίθεται μόνο όσον αφορά το θέμα του εάν είχε σταλεί στην εναγόμενη, η οποία δέχθηκε ουσιαστικά ότι την έλαβε. Πέραν τούτου ακόμη και εάν ληφθεί υπόψην το περιεχόμενο του τεκμηρίου 16 από αυτό φαίνεται ότι η «διερεύνηση» που αναφέρεται ότι έγινε από τον Δήμο Πάφου είναι αυτή που ανέφερε και ο Μ.Ε.2 δηλ. επιθεώρηση των κτιρίων από το Δήμαρχο, μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου και την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου. Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω ότι η θέση του ενάγοντα περί εξέτασης της καταγγελίας και έκδοσης σχετικού πορίσματος ήταν όχι μόνο γενική και αόριστη αλλά ουσιαστικά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Συναφώς δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτό από τη μαρτυρία του ενάγοντα, γιατί επίσης δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αλλά πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, ότι εξαιτίας του τεκμηρίου 2 αυτός για μεγάλο χρονικό διάστηµα «βρισκόταν υπό καθεστώς έρευνας, του προξένησε άγχος και ταλαιπωρία και δυσφημίστηκε και διασύρθηκε το όνοµα του στην κοινωνία της Πάφου». Επίσης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, γιατί πέραν του ότι δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε άλλη σχετική επιβεβαιωτική μαρτυρία δεν δικογραφείται, η θέση του ενάγοντα ότι από την συγκεκριμένη περίπτωση έχει θιγεί αφάνταστα και «η οικογένεια του και ειδικά η σύζυγος του γιατί η εν λόγω επιστολή κυκλοφόρησε σε αρκετά γραφεία και ρωτούσαν να μάθουν τι ακριβώς έγινε». Ήταν επίσης η θέση του ενάγοντα ότι η εναγόμενη κοινοποίησε το τεκμήριο 2 στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών. Δεν προσκομίσθηκε όμως οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να καταδεικνύει κάτι τέτοιο θετικά. Ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι την ίδια εποχή η εναγόμενη έκανε καταγγελία στο Υπουργείο Εσωτερικών αλλά δεν αναφέρθηκε στο περιεχόμενο αυτής ούτε και ήταν η θέση του ότι επρόκειτο για το ίδιο το τεκμήριο
  1. Όσον δε αφορά το τεκμήριο 16, στο οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω, αυτό αποτελούσε απάντηση, ως αναφέρει, σε επιστολή της εναγόμενης ημερ. 2.10.08 και όχι στο τεκμήριο
  2. Πέραν όμως του ότι για τη θέση αυτή δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να την επιβεβαιώνει, αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή και για το λόγο ότι επίσης δεν δικογραφείται. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η μαρτυρία του ενάγοντα, στο μέτρο που αμφισβητήθηκε, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όσον αφορά τον Μ.Ε.2 οι ερωτήσεις που του έγιναν κατά την κυρίως εξέταση του είχαν να κάνουν με το κατά πόσο ήταν αληθής ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ο ενάγοντας παραποίησε ή άλλαξε τα σχέδια και κατά πόσο έγινε κάποια διερεύνηση. Η αντεξέταση δε αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι κάλυψε μια ευρεία δέσμη θεμάτων τα οποία δεν ήταν όλα απολύτως σχετικά με τα επίδικα θέματα. Μάλιστα όταν ζητήθηκε σε κάποιο στάδιο από το συνήγορο της εναγόμενης να διευκρινίσει τη σχετικότητα ανέφερε ότι η αξιοπιστία του μάρτυρα είναι ένα κύριο θέμα και ότι θα υπέβαλλε στον μάρτυρα ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο για να καλύψει τον ενάγοντα αλλά και τον εργολάβο. Θα πρέπει να λεχθεί σε σχέση με αυτό ότι επίδικο θέμα στην παρούσα δεν αποτελούν ενέργειες του Μ.Ε.2 αλλά του ενάγοντα εφόσον σε σχέση με αυτές γίνεται η καταγγελία της εναγόμενης και τίθεται το θέμα της δυσφήμησης και εκεί θα πρέπει να εστιασθεί η υπόθεση. Εντός των πλαισίων αυτών ο Μ.Ε.2 αναφέρθηκε κατόπιν σχετικών ερωτήσεων σε γεγονότα που σχετίζονται έμμεσα με τις ενέργειες του ενάγοντα με την έννοια ότι κατά την αντεξέταση του ρωτήθηκε επί μακρόν σε σχέση με το περιεχόμενο των φακέλων που αφορούν το επίδικο ακίνητο, τις σχετικές άδειες, τα σχέδια και τους τίτλους αλλά και για τις διαδικασίες που ακολουθούνται. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του αυτής θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Ε.2 απαντούσε με αμεσότητα, με βάση την εμπειρία του ως Δημοτικός Μηχανικός, τις διαδικασίες και την πρακτική που ακολουθούνται σε σχέση με την έκδοση αδειών, την ανάπτυξη τεμαχίων και την τιτλοποίηση τους και την προσωπική του γνώμη επί τούτων. Επεξήγησε τις θέσεις του με σαφήνεια και με παραπομπή στους σχετικούς φακέλους και γενικά δεν έχω διακρίνει οποιαδήποτε προσπάθεια του «να καλύψει» τον ενάγοντα για τις ενέργειες που του αποδίδονται από την εναγόμενη στο τεκμήριο
  3. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του στο μέτρο που είναι σχετική γίνεται δεκτή. Όσον αφορά το μάρτυρα Σοφοκλή Σοφοκλέους, ως έχει προαναφερθεί, αυτός κλήθηκε για να αντεξετασθεί αναφορικά με εξ ακοής μαρτυρία που εισήγαγε η εναγόμενη δηλ. για δήλωση που του απέδωσε. Ο μάρτυρας αυτός θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Απάντησε με αμεσότητα και ευθύτητα στα όσα ρωτήθηκε και η θέση του επί του θέματος ήταν σαφής αλλά και λογική. Συνεπώς δέχομαι τη μαρτυρία του. Σε σχέση λοιπόν με αυτήν στην αντεξέταση του ουσιαστικά επιβεβαίωσε μέρος μόνο της δήλωσης που του αποδόθηκε και συγκεκριμένα ότι ανέφερε στην εναγόμενη ότι υπάρχουν οι παρανομίες που κατήγγειλε. Επιβεβαίωσε επίσης ότι αυτός δεν μπορούσε να κάνει κάτι για τα πασαλάκια και την πινακίδα γιατί δεν ήταν της αρμοδιότητας του. Όσον όμως αφορά την επέκταση της μεζονέτας ανέφερε ότι είπε στην εναγόμενη ότι αφού είναι στην άλλη πλευρά του κτιρίου στην αντίθετη από το κομμωτήριο της και αν δεν την ενοχλεί να μην προχωρήσει σε δικαστικά μέτρα εναντίον της ιδιοκτήτριας, η οποία, ως είπε, έχει το ίδιο επίθετο με τον Χρυσόστομο Κωνσταντινίδη. Αρνήθηκε δε ότι είπε στην εναγόμενη ότι ο γιος του Χρυσόστομου Κωνσταντινίδη είναι φίλος με το γιό του και έτσι είναι δύσκολη η θέση του και είπε αυτό που της ανέφερε είναι ότι ο γιος του είναι πολύ καλός φίλος με τον γιο της ιδιοκτήτριας της μεζονέτας της οποίας το επώνυμο είναι επίσης Κωνσταντινίδου και έτσι αν δεν την ενοχλούσε να μην πάρει την ιδιοκτήτρια στο Δικαστήριο. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι μέρος της εξ ακοής μαρτυρίας που παρουσίασε η εναγόμενη για το θέμα αυτό και συγκεκριμένα ότι ο Σοφοκλέους της είπε ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα για όλες τις παρανομίες που επιβεβαίωσε αλλά κυρίως ότι της ανέφερε ότι ο γιος του είναι φίλος με το γιο του Χρυσόστομου Κωνσταντινίδη και έτσι είναι σε δύσκολη θέση διαφέρει ουσιωδώς από την αρχική δήλωση του Σοφοκλέους, ως ο ίδιος την ανέφερε στο Δικαστήριο και έγινε δεκτή. Συνεπώς κρίνω, λαμβάνοντας υπόψην και το άρθρο 26
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, ότι αυτό το μέρος της εξ ακοής μαρτυρίας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Εξετάζοντας στη συνέχεια τη μαρτυρία της εναγόμενης θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία της απαντούσε με ευθύτητα, εξήγησε με σαφήνεια πως αντιλαμβανόταν η ίδια τα γεγονότα και πως κατέληξε στην αποστολή του τεκμηρίου 2, ήταν σταθερή στις θέσεις της, οι οποίες δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση της και γενικά μου άφησε την εικόνα ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας της που δεν γίνεται δεκτό είναι αυτό για το οποίο έγινε λόγος ανωτέρω στα πλαίσια εξέτασης της μαρτυρίας του Σοφοκλή Σοφοκλέους. Πρέπει όμως εδώ να λεχθεί ότι η μαρτυρία του Σοφοκλέους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διαψεύδει την εναγόμενη και μάλιστα σε βαθμό που να καθιστά τη μαρτυρία της απορριπτέα στο σύνολο της εφόσον ο Σοφοκλέους ουσιαστικά επιβεβαίωσε την εξ ακοής μαρτυρία στο μεγαλύτερο μέρος της ενώ το θέμα της σύμπτωσης του επιθέτου του Χρυσόστομου Κωνσταντινίδη με την ιδιοκτήτρια της μεζονέτας, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει η θέση της εναγόμενης επί αυτού, θα μπορούσε κάλλιστα να αποδοθεί και σε παρεξήγηση και όχι σε προσπάθεια της εναγόμενης να πει ψέματα. Περαιτέρω από το τεκμήριο 16 το οποίο είναι αντίγραφο του τεκμηρίου 2 το οποίο φέρει σφραγίδα του Αρχείου του Δήμου Πάφου με ημερομηνία λήψης φαίνεται ότι η επιστολή αυτή λήφθηκε από τον Δήμο Πάφου στις 6.8.
  1. Συνεπώς δεν ευσταθεί η θέση που υποβλήθηκε στην εναγόμενη ότι ουσιαστικά έστειλε την επιστολή τεκμήριο 2 λόγω της λήψης της επιστολής των δικηγόρων της εταιρείας CHR. CONSTANT CONSTRACTORS DEVELOPERS LTD ημερ. 7.8.08 (τεκμήριο 14) με την οποία καλείτο να απομακρύνει από την ταράτσα που εφαπτόταν της οροφής του κομμωτηρίου της αντικείμενα που είχε τοποθετήσει εκεί και προειδοποιείτο ότι σε αντίθετη περίπτωση θα καταχωρείτο εναντίον της αγωγή για παράνομη επέμβαση και θα αξιώνονταν αποζημιώσεις. Τέλος όσον αφορά το Μ.Υ.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι η ουσία της μαρτυρίας του ήταν ότι, υπό την ιδιότητα του ως μέλος της Πολεοδομικής Επιτροπής του Δήμου Πάφου έμαθε από την Αρχιτέκτονα του Δήμου Πάφου, το 2013 ότι από το σχετικό με την επίδικη υπόθεση φάκελο που τηρείται στο Δήμο εξαφανίσθηκε το αρχικό χωροταξικό σχέδιο που είχε εγκριθεί από τον Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου και στη θέση του μπήκε άλλο σχέδιο υπογραμμένο από τον Δημοτικό μηχανικό και όχι από την αρχιτέκτονα του Δήμου. Δεν γνώριζε όμως πότε έγινε αυτό, ούτε ποιος έκανε το νέο σχέδιο καθώς και εάν αυτό είναι ορθό. Αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά του ενάγοντα. Δεν φαίνεται όμως να είναι, ούτε και εξηγήθηκε ποια είναι η σχετικότητα της πιο πάνω μαρτυρίας με το επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή. Πέραν τούτου θα πρέπει να λεχθεί ότι το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 δεν έριξε περαιτέρω φως και δεν πρόσθεσε οτιδήποτε στην υπόθεση. Νομική Πτυχή Το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης στην Κύπρο διέπεται από τα άρθρα 17-24 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  2. Το άρθρο 17
(1)προνοεί ότι: «17
(1)Η δυσφήμηση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο- (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση, ή τη θέση του ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού 'έγκλημα' σημαίνει ποινικό αδίκημα ή άλλη αξιόποινη πράξη βάση οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει στη Δημοκρατία, καθώς και πράξη που τελέστηκε οπουδήποτε η οποία, αν τελείτο στη Δημοκρατία, θα ήταν αξιόποινη σε αυτή.» Το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης διαπράττεται ακόμα και εάν η δυσφημιστική δήλωση γίνεται υπό μορφή επανάληψης ή φημολογίας (hearsay) ή έστω και αν αποκαλύπτει έγκαιρα την πηγή στην οποίαν στηρίζεται η δήλωση ή ότι δεν σκόπευε να προβεί σε αυτή ή να δημοσιευτεί αυτή για τον ενάγοντα ή ότι πίστευε ότι η δήλωση ήταν αληθινή (άρθρο 17
(2), εκτός όπου εφαρμόζονται οι ειδικές υπερασπίσεις που προβλέπει το άρθρο 19 ήτοι: (α) ότι το δημοσίευμα ήταν αληθές, (β) ότι το δημοσίευμα ήταν έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος, (γ) ότι η δημοσίευση ήταν προνομιούχα και (δ) ότι η δυσφήμηση έγινε χωρίς πρόθεση δυνάμει του άρθρου 22. Ως δε προκύπτει από τα άρθρα 19-21 το προνόμιο ως υπεράσπιση σε αγωγή για δυσφήμηση διαχωρίζεται σε απόλυτο («absolute privilege») (άρθρο 20) και περιορισμένο ή υπό επιφύλαξη («conditionally» ή «qualified privilege») (άρθρο 21). Σύμφωνα δε με το άρθρο 17
(4)δυσφήμηση διαπράττεται επίσης αν το δυσφημιστικό της νόημα δεν εκφράζεται ευθέως ή πλήρως αλλά είναι αρκετό αν το νόημα και η αναφορά σε αυτό που φέρεται ότι είναι δυσφημούμενο δύναται να συναχθούν είτε από αυτή την ίδια τη δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις και γεγονότα είτε συνδυασμό αυτών. Δήλωση η οποία εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι είναι αθώα μπορεί να κρύβει δυσφημιστική έννοια για τον ενάγοντα («υπαινιγμός» (innuendo). Σε αντίθεση με τη προφορική δυσφήμηση (συκοφαντία) (άρθρο 17
(3)η γραπτή δυσφήμηση (λίβελος) είναι αστικό αδίκημα αυστηρής ευθύνης, δηλαδή ο ενάγοντας δικαιούται σε αποζημιώσεις ανεξαρτήτως αν αποδείξει ή όχι πραγματική ζημιά. Το τι αποτελεί δημοσίευση προβλέπεται από το άρθρο 18 το οποίο προνοεί ότι: «18
(1)Πρόσωπο δημοσιεύει δυσφημιστικό δημοσίευμα αν προκαλεί τέτοια χρήση του εντύπου, γραπτού, ζωγραφιάς, ομοιώματος, χειρονομιών, λόγων ή άλλων ήχων ή άλλων μέσων, με τα οποία μεταδίδεται το δυσφημιστικό δημοσίευμα, είτε με έκθεση, ανάγνωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδοση, κοινοποίηση, διανομή, επίδειξη, έκφραση, εκφώνηση ή άλλως πως, ώστε το δυσφημιστικό νόημα αυτού να περιέρχεται ή να ενδέχεται να περιέλθει σε γνώση οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή (α) Αυτού που δυσφημείται από αυτό· ή (β) του συζύγου ή της συζύγου αυτού που δημοσίευσε τη δυσφημιστική δήλωση κατά τη διάρκεια του γάμου.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, κοινοποίηση με ανοικτή επιστολή ή ταχυδρομικό δελτάριο, ανεξάρτητα αν αποστέλλεται προς αυτόν που δυσφημείται ή προς άλλο, συνιστά δημοσίευση.» Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα έχει δυσφημιστικό χαρακτήρα όπως και το κατά πόσο αυτό συνιστά δυσφήμιση για τον ενάγοντα κρίνεται από το Δικαστήριο. Και για τα δύο θέματα οδηγό αποτελεί το κείμενο του δημοσιεύματος. Θα πρέπει να αποδίδεται στο δημοσίευμα η ερμηνεία που ενέχει η συνήθης σημασία της ορολογίας που χρησιμοποιείται και όχι η ερμηνεία που δίδει ο εναγόμενος σε λέξεις ή φράσεις του δημοσιεύματος (βλ. Εταιρεία «Ο Φιλελεύθερος Λτδ» κ.α. ν. Σοφοκλέους
(2003)1Α Α.Α.Δ 549). Στην Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Γεωργιάδη, Πολ. Έφεση αρ. 118/2008, ημερ. 4.3.11 λέχθηκε δε σχετικά ότι το «κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα». Αναφέρεται επίσης στην ίδια απόφαση ότι δεν έχει σημασία κατά πόσο ένας αναγνώστης δυνατόν να θεωρήσει το δημοσίευμα ως αληθές ή όχι, ούτε έχει σημασία πως έγινε αντιληπτό αυτό το δημοσίευμα από τον ίδιο τον ενάγοντα ή κάποια άλλα άτομα. Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό κρίνεται από το Δικαστήριο το οποίο αποφασίζει το θέμα ως θέμα πραγματικό αποδίδοντας στις λέξεις και φράσεις τη συνήθη και φυσική τους έννοια όπως και ο μέσος λογικός άνθρωπος θα έπραττε. Ως δε αναφέρεται σχετικά, μεταξύ άλλων, στην Δρουσιώτης ν. Παπαδόπουλος, Πολ. Έφεση αρ. 54/2008, ημερ. 30.1.12 κατά την εξέταση του κειμένου οι λέξεις στις οποίες αποδίδεται δυσφημιστικό περιεχόμενο πρέπει να ερμηνεύονται στο σύνολό τους. Είναι δυνατόν η μια ή η άλλη διατύπωση σε ένα κείμενο, να θεωρείται δυσφημιστική, όπως είναι εξίσου δυνατόν, να υπάρχουν εκεί και άλλες φράσεις ή προτάσεις, οι οποίες να απομακρύνουν από την πρώτη εντύπωση. Ως λέχθηκε δε στην Κωνσταντινίδης κ.α. ν. Παπασάββα
(2004)1Β Α.Α.Δ 981: «δυσφημιστικό είναι οποιοδήποτε δημοσίευμα, το οποίο τείνει να μειώσει τον ενάγοντα στην εκτίμηση των ορθώς σκεπτόμενων μελών της κοινωνίας γενικά (κατά το Λόρδο Atkin στην υπόθεση Sim v. Stretch [1936] 80 S.J. 669 (H.L.)) ή να τον αποκόψει από την κοινωνία (Villers v. Monsley [1769] 2 Wils. σελ. 403, 404) ή να τον εκθέσει στο μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη (Parmiter v. Coupland [1840] 6 M. & W. σελ.108). Κάποια μομφή δυνατόν να είναι δυσφημιστική, ανεξαρτήτως του αν γίνεται πιστευτή από αυτούς στους οποίους δημοσιοποιείται (Knight v. Gibbs [1834] 1 A. & E. 43)». Στην Γαληνιώτης ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, Πολ. Έφεση αρ. 20/2009, ημερ. 22.11.12 κρίθηκε ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό για τον εφεσείοντα εφόσον του απέδιδε τη διάπραξη αδικημάτων τα οποία έτειναν να τον επηρεάσουν στην υπόληψη του ως επαγγελματία και ως άνθρωπο. Στην Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Αλωνεύτη
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1863 λέχθηκε ότι: «Θεώρηση δημοσιευμάτων τα οποία συνιστούν δυσφήμιση, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 17
(1)του Κεφ. 148, συναρτά το αστικό αδίκημα με πράξεις που πλήττουν άμεσα τόσο την υπόληψη όσο και τα δικαιώματα τρίτων. Βάσει της παραγράφου (α) του άρθρου αυτού, δυσφήμιση συνιστά και η απόδοση με δημοσίευμα διάπραξης εγκλήματος». Στην ίδια υπόθεση έγινε αναφορά στην Κυριακίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 485, όπου κρίθηκε ότι το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται ως θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου από το άρθρο 12
(4)του Συντάγματος, αποκλείει την απόδοση εγκληματικής πράξης σε άτομο από οποιοδήποτε άλλο εκτός από το Δικαστήριο της Πολιτείας, το οποίο, ως ορίζει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, είναι και ο μόνος κριτής της ποινικής του ευθύνης. Στην Σταυράκης ν. Κοντεάτη κ.α.
(2007)1Α Α.Α.Δ 103 έγινε δε αναφορά στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 8th ed. p.154 όπου στην παρ. 157 αναφέρεται ότι οι λέξεις, για να δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα πρέπει να αποδίδουν στον ενάγοντα ποινικό αδίκημα. Αν οι λέξεις αποδίδουν κάποια πράξη ή συμπεριφορά που δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα, η αγωγή δεν θα επιτύχει χωρίς απόδειξη ειδικών αποζημιώσεων έστω και αν ο εναγόμενος σκοπεί να αποδώσει ποινικό αδίκημα και αυτοί που τον ακούουν αντιλαμβάνονται πως αυτό πράττει. Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε δε με τη σκέψη του πρωτόδικου δικαστή και συγκεκριμένα ότι «θα ήταν λάθος, προσεγγίζοντας μια φράση που κατ' ισχυρισμό αποδίδει σε κάποιο πρόσωπο τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, να καταφεύγουμε σε ανάλυση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος ή σε τεχνικούς νομικούς όρους. Αυτό που έχει σημασία, κι αυτό πρέπει να υιοθετείται, είναι αν αποδίδεται ποινικό αδίκημα με βάση το νόημα των λέξεων που έχουν χρησιμοποιηθεί (βλ.σελ.162, παρ.159 του συγγράμματος Gatley on Libel and Slander, 8η έκδοση: "Words which impute a crime are actionable though they describe it in popular or even slang terms. The meaning of the words is to be gathered from the vulgar import, and not from any technical legal sense."». Όσον δε αφορά τις υπερασπίσεις σε αγωγές για δυσφήμηση αυτές δεν έρχονται στο προσκήνιο παρά μόνο όταν και εφόσον το Δικαστήριο καταλήξει ότι πρόκειται για δημοσίευμα το οποίο είναι δυσφημιστικό. Αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό, το θέμα λήγει εκεί και η οποιαδήποτε ενασχόληση με τις προβαλλόμενες υπερασπίσεις παρέλκει (βλ. Γαληνιώτης ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, Πολ. Έφεση αρ. 20/2009, ημερ. 22.11.12). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπομνησθεί ότι στην παρούσα αγωγή αν και με την έκθεση υπεράσπισης της η εναγόμενη εγείρει τις υπερασπίσεις της αλήθειας του δημοσιεύματος και του προνομίου που έγινε με καλή πίστη, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων του ο συνήγορος αυτής ουσιαστικά δήλωσε ότι εγκαταλείπει την υπεράσπιση της αλήθειας και περιορίσθηκε στην υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Προκύπτει δε από την έκθεση υπεράσπισης ότι η εναγόμενη εγείρει συγκεκριμένα τις υπερασπίσεις των εδαφίων (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 21, το οποίο άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «21
(1)Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλή τη πίστει, στις ακόλουθες περιπτώσεις, δηλαδή - (α) αν η σχέση μεταξύ του προσώπου από το οποίο και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση είναι τέτοια ώστε το πρόσωπο που δημοσίευσε να τελεί υπό νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσει αυτό προς το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση και ο τελευταίος έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος ή το πρόσωπο που δημοσίευσε έχει έννομο προσωπικό συμφέρον που χρειάζεται προστασία, και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση τελεί υπό αντίστοιχο νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να προστατεύσει το εν λόγω συμφέρον: Νοείται ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ΄ έκταση είτε κατ΄ ουσίαν το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις. (β) αν το δημοσίευμα είναι μομφή η οποία προσάπτεται από κάποιο κατά της συμπεριφοράς άλλου, ως προς οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με το οποίο ο πρώτος έχει εξουσία, συμβατικά ή άλλως πως, επί του άλλου, ή ως προς το χαρακτήρα του άλλου στο μέτρο που εκδηλώνεται στη συμπεριφορά αυτή. (γ) αν το δημοσίευμα είναι καταγγελία ή κατηγορία από πρόσωπο εναντίον άλλου προσώπου σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτού σε οποιοδήποτε θέμα, ή σε σχέση με το χαρακτήρα αυτού στο μέτρο που εκδηλώνεται στη συμπεριφορά αυτή, η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει εξουσία, συμβατικά ή άλλως πως, επί του άλλου αυτού προσώπου σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα, ή η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει με νόμο εξουσία να διερευνά τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα ή να δέχεται καταγγελίες σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα· (δ) αν το δημοσίευμα δημοσιεύεται για την προστασία των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων του προσώπου που το δημοσιεύει, ή του προσώπου προς το οποίο γινόταν η δημοσίευση, ή κάποιου τρίτου για τον οποίο ενδιαφέρεται το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση· (ε) αν το δημοσίευμα είναι ακριβοδίκαιη και ακριβής αναφορά αυτών που έχουν λεχθεί, πραχθεί ή δημοσιευτεί σε οποιοδήποτε νομοθετικό σώμα το οποίο δυνατό να ιδρυθεί στο μέλλον» Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη τελεί λοιπόν υπό τον όρο ότι η δημοσίευση έγινε καλόπιστα (βλ. και Παπαδόπουλος ν. Γιάλλουρου
(2001)1Α Α.Α.Δ 599). Σύμφωνα με την παράγραφο
(2)του άρθρου 21 η δημοσίευση δεν θεωρείται ότι έγινε καλή τη πίστει εάν καταδειχθεί ότι: (α) το δημοσίευμα ήταν αναληθές και αυτός δεν πίστευε αυτό ως αληθές ή (β) το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός, προέβηκε στη δημοσίευση χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή του αναληθούς αυτού ή (γ) προβαίνοντας στη δημοσίευση, ενήργησε με σκοπό βλάβης του προσώπου που δυσφημείται σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή κατά τρόπο σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου για το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνει προνόμιο. Όταν δε εγείρεται η υπεράσπιση του προνομίου, το βάρος απόδειξης ότι η δημοσίευση δεν έγινε με καλή πίστη φέρει ο ενάγων (άρθρο 21
(3)). Στην Παπαδόπουλος ανωτέρω κρίθηκε επίσης ότι η αποτυχία της θεμελίωσης της ξεχωριστής υπεράσπισης που αναγνωρίζει το άρθρο 19(α) ότι δηλ. το δημοσίευμα ήταν αληθές δεν αποκλείει και την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Αντίθετα στην Γενικός Εισαγγελέας κ.α. ν. Thamira Food Manufacturers Ltd
(2004)1Α Α.Α.Δ. 377 κρίθηκε ότι είναι αντινομικό το Δικαστήριο να προχωρήσει να εξετάσει και να απορρίψει τις υπερασπίσεις του έντιμου σχολίου και του περιορισμένου προνομίου όπως και να διαπιστώσει κακοβουλία ως προς όλα τα δημοσιεύματα εφόσον, ως λέχθηκε, η διαπίστωση της υπεράσπισης της αλήθειας αναιρεί κάθε δυνατότητα δυσφήμισης. Συμπεράσματα Από τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή σε συνδυασμό με τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτουν τα ακόλουθα: Η υπόθεση του ενάγοντα στην παρούσα, ως έχει προαναφερθεί, εδράζεται στην αποστολή της επιστολής τεκμήριο 2. Από το γεγονός ότι η εν λόγω επιστολή απευθύνεται στον Δήμαρχο Πάφου και παραδόθηκε για τον σκοπό αυτό από την εναγόμενη, μέσω του συζύγου της, στον Δήμο Πάφου, καταλήγω ότι έχει στοιχειοθετηθεί η απαιτούμενη εκ του Νόμου δημοσίευση της στον Δήμαρχο Πάφου. Αυτό άλλωστε δεν έχει αμφισβητηθεί αλλά ουσιαστικά γίνεται αποδεκτό και από την πλευρά της εναγόμενης. Εξετάζοντας στη συνέχεια το κατά πόσο το εν λόγω δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα θα πρέπει αρχικά να σημειωθεί ότι στην έκθεση απαίτησης δεν παρατίθεται αυτούσιο το δημοσίευμα. Αυτό που δικογραφείται ότι δημοσιεύθηκε από την εναγόμενη και είναι κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικό για τον ενάγοντα είναι ότι ο τελευταίος μερολήπτησε εναντίον της περιουσίας της πρώτης, εξυπηρετώντας συµφέροντα συγγενικού του προσώπου και συγκεκριμένα του εργολάβου Χρυσόστοµου Kωνσταντινίδη καθώς και ότι ο ενάγοντας άλλαξε ­- παραποίησε σχέδια, ή εξαφάνισε μέρος των σχεδίων από την θέση που κατείχε στον Δήµο Πάφου για να διευκολύνει µε τον τρόπο αυτό παράνοµες κατασκευές του ίδιου εργολάβου. Όσον αφορά τη δικογράφηση σε αγωγές για δυσφήμηση ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα επίσης από την Χατζηλαμπρή ανωτέρω: «Λόγω της φύσης του αγώγιμου δικαιώματος, κατά τη δικογράφηση της κατ' ισχυρισμόν δυσφήμισης, είναι όντως επάναγκες όπως χρησιμοποιούνται οι ακριβείς λέξεις που συνιστούν τη δυσφήμιση καθώς και το όνομα ή τουλάχιστον η περιγραφή του κάθε ατόμου στο οποίο δημοσιεύτηκε ο λίβελος. Επίσης θα πρέπει να αναφέρεται η ημερομηνία της δημοσίευσης. Σχετικά επί του θέματος είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 28, παρά. 175 και Bullen and Leake and Jacob' s, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στη σελίδα 626 όπου τονίζεται ότι το δυσφημιστικό υλικό θα πρέπει να παρατίθεται στην έκθεση απαίτησης κατά λέξη («verbatim»), καθώς επίσης και η ημερομηνία της κάθε δημοσίευσης στην οποία στηρίζεται το κάθε αγώγιμο δικαίωμα. Θα πρέπει επίσης να αναφέρεται το όνομα κάθε ατόμου στο οποίο έγινε η δημοσίευση και αν το όνομα του δεν είναι γνωστό, θα πρέπει να δοθεί κάποια άλλη περιγραφή ώστε να μπορεί να αναγνωριστεί. Σε διαφορετική περίπτωση, εκτός αν υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις, πιθανώς να μην επιτραπεί στον Ενάγοντα κατά την ακρόαση της υπόθεσης, να αποδείξει τη δημοσίευση σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είχε προηγουμένως περιγραφεί στο δικόγραφο, αφού κάτι τέτοιο θα θεωρείτο εκτός δικογράφου (βλ. Barham v. Lord Huntingfield (CA) [1913] [1911-13] All E.R. Rep. 663 και Russell and another v. Stubbs Ltd. (HL) [1908] [1913] 2 KB 200)». Περαιτέρω στην Γαληνιώτης ν. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση αρ. 116/2008, ημερ. 15.3.11 λέχθηκε σχετικά, υπό «τύπο σχολίου και γενικότερης καθοδήγησης, λόγω του ότι παρατηρείται γενικώς μια λανθασμένη δικογραφική καταγραφή στις αξιώσεις και τις υπερασπίσεις σε υποθέσεις δυσφήμισης», ότι σε υποθέσεις δυσφήμησης πρέπει όσον αφορά την αγωγή το δημοσίευμα να παρατίθεται αυτούσιο και διαδοχικά να καταγράφεται η δυσφημιστική έννοια του είτε στη συνήθη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούνται, ή, όπου υπάρχει ισχυρισμός για υπαινιγμό, να παρατίθενται σε ξεχωριστή παράγραφο με λεπτομέρειες, οι έννοιες κατά τις οποίες το κείμενο θεωρείται δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Ακόμη να καταγράφονται εκείνα τα εξωγενή γεγονότα που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον ενάγοντα. Στην Κωνσταντινίδης ανωτέρω λέχθηκε επίσης σχετικά ότι είναι ορθό ότι σε αγωγή δυσφήμησης οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, αποτελούν τα ουσιώδη γεγονότα και πρέπει επομένως να περιληφθούν στην έκθεση απαίτησης (βλ. και «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Λεωνίδα
(1997)1 Α.Α.Δ. 550). Στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπακυριακού, Πολ. Έφεση 389/08, ημερ. 30.4.12 υιοθετήθηκε δε η ακόλουθη προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της θέσης των εναγομένων για κακή δικογράφηση: «Αναμφίβολα θα ήταν ορθό από δικογραφικής άποψης να καταγραφούν στην Έκθεση Απαίτησης τα στοιχεία που περιέχονται στα επίδικα δημοσιεύματα και τα οποία θα φανέρωναν τη σύνδεση του ενάγοντα με αυτά. Η παράλειψη όμως αυτή δεν εντοπίζεται να επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο την πλευρά των εναγομένων στην προσπάθεια τους να ετοιμάσουν και καταχωρήσουν τη δικογραφημένη υπεράσπισή τους. Αντιθέτως γίνεται σαφής αναφορά σ' αυτή ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν αφορούσαν καν τον ενάγοντα. Μετά δε την καταχώρηση της τροποποιημένης απάντησης είχαν στη διάθεσή τους οι εναγόμενοι την ανάλογη θέση της πλευράς του ενάγοντα και τα δεδομένα επί των οποίων θα στηριζόταν κατά την ακροαματική διαδικασία. Αφέθηκε, στη συνέχεια, να εισαχθεί η μαρτυρία του ενάγοντα ως προς αυτό το ζήτημα χωρίς ένσταση. Τόσο δε ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι μάρτυρες αντεξετάσθησαν επί μακρώ σε σχέση με το μέρος αυτό της μαρτυρίας τους. Προσθέτω, ακόμη, ότι σε καμια περίπτωση δεν αναζητήθησαν λεπτομέρειες από τους εναγόμενους όσον αφορά τη στοιχειοθέτηση των λόγων που κατ' ισχυρισμό της άλλης πλευράς συνδεόταν ο ενάγοντας με τα δημοσιεύματα. Περαιτέρω, ουδέποτε τέθηκε θέμα αιφνιδιασμού των εναγομένων. Υπό το πρίσμα αυτών των γεγονότων η πλευρά των εναγομένων δεν μπορεί να οικοδομήσει επί της μη δικογράφησης στην Έκθεση Απαίτησης των συγκεκριμένων στοιχείων και λεπτομερειών.» Στην παρούσα ως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης σε συνδυασμό με το περιεχόμενου του τεκμηρίου 2, δεν έχει παρατεθεί αυτούσιο - κατά λέξη, το κατ' ισχυρισμό δημοσίευμα αλλά ουσιαστικά παρατίθεται μέρος μόνο αυτού και πάλι αποσπασματικά και όχι κατά λέξη. Αυτό όμως δεν φαίνεται να αιφνιδίασε ή να επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο την πλευρά της εναγόμενης, η οποία χωρίς να ζητήσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, καταχώρησε την έκθεση υπεράσπισης της παραθέτοντας τις θέσεις της και μάλιστα, ρητώς αναφερόμενη στο τεκμήριο 2, έκανε λόγο για διάφορες καταγγελίες που υπέβαλε «εναντίον του εργολάβου Χρυσόστοµου Κωνσταντινίδη και εναντίον των υπαλλήλων των τεχνικών υπηρεσιών του Δήµου Πάφου και του ενάγοντα». Περαιτέρω το τεκμήριο 2 καταχωρήθηκε χωρίς ένσταση από πλευράς της εναγόμενης ενώ και η ακροαματική διαδικασία (εξέταση και αντεξέταση μαρτύρων) διεξήχθη με βάση το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου. Εξετάζοντας στη συνέχεια το κατά πόσο το εν λόγω δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα θα πρέπει αρχικά να σημειωθεί ότι από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής προκύπτει ότι καταγγέλλονται συγκεκριμένες ενέργειες - «παρανομίες» που έγιναν, από τον εργολάβο της οικοδομής στην οποία περιλαμβάνεται και το κομμωτήριο ιδιοκτησίας της εναγόμενης. Δεν αφορούν δε όλες οι ενέργειες αυτές τον ενάγοντα. Σε αυτόν αποδίδεται αρχικά και γενικά ότι, στα πλαίσια των καθηκόντων του ως υπαλλήλου των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Πάφου, ενήργησε μεροληπτικά εναντίον της περιουσίας και των νόμιμων συμφερόντων της εναγόμενης, εξυπηρετώντας συμφέροντα του εν λόγω εργολάβου. Στη συνέχεια όμως συγκεκριμενοποιούνται οι περιπτώσεις που αφορούν τον ενάγοντα. Συγκεκριμένα του αποδίδεται ότι φαίνεται να έχει αλλάξει - παραποιήσει σχέδια του πιο πάνω εργολάβου προς όφελος του, έχει εξαφανίσει από τα σχέδια, τον ανθώνα του κομμωτηρίου της εναγόμενης, που υπάρχει νόμιμα εκεί, ούτως ώστε να διευκολύνει τις παράνομες κατασκευές του ο εργολάβος. Επίσης ότι ο ενάγοντας έχει βοηθήσει με τις ενέργειες του να οικειοποιηθεί ο εργολάβος πεζόδρομο ή και χώρο πρασίνου να τον περιφράξει και μετά να τον πουλήσει σαν μέρος της μεζονέτας που κατείχε ο ίδιος που και σ' αυτή την περίπτωση υπάρχει παράνομη κατασκευή. Τέλος αποδίδεται στον ενάγοντα ότι με οδηγίες του αυθαίρετα καταστράφηκε και εξαφανίσθηκε ράμπα που κατασκεύασε ο Δήμος Πάφου για να μπορεί η εναγόμενη να έχει πρόσβαση στους ιδιόκτητους χώρους στάθμευσης της. Στο σημείο αυτό θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι από προσεκτική μελέτη τόσο της έκθεσης απαίτησης όσο και της εξέτασης των μαρτύρων του ενάγοντα η πλευρά αυτού ουσιαστικά περιορίσθηκε συγκεκριμένα μόνο στο θέμα της απόδοσης σε αυτόν από την εναγόμενη ότι «άλλαξε ­- παραποίησε σχέδια, ή εξαφάνισε µέρος των σχεδίων» και σε καμία από τις άλλες ενέργειες. Εν πάση όμως περιπτώσει αυτό αλλά και οι άλλες ενέργειες αποδιδόμενες σε ένα «δημόσιο λειτουργό», όπως μπορεί να θεωρηθεί ο ενάγοντας, στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του, κρίνονται ότι είναι δυσφημιστικές για αυτόν. Η υπόθεση όμως δεν τελειώνει εδώ. Ως έχει αναφερθεί, κατά την εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης, στη συνέχεια θα πρέπει να εξετασθεί η υπεράσπιση στην οποία περιορίσθηκε τελικά η εναγόμενη ήτοι ότι επρόκειτο για δημοσίευμα προνομιούχο με την επιφύλαξη ότι έγινε καλόπιστα. Ως επίσης έχει προαναφερθεί από την έκθεση υπεράσπισης προκύπτει ότι η εναγόμενη εγείρει συγκεκριμένα τις υπερασπίσεις των εδαφίων (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 21. Με βάση τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή προκύπτει ότι το τεκμήριο 2 - επιστολή της εναγόμενης ημερ. 5.8.08 απευθύνεται στον Δήμαρχο Πάφου και μόνο και ότι παραδόθηκε για τον σκοπό αυτό από την εναγόμενη, μέσω του συζύγου της στις 6.8.08, στον Δήμο Πάφου. Στην εισαγωγή ουσιαστικά της επιστολής φαίνεται από το λεκτικό που χρησιμοποιείται ότι η εναγόμενη με την επιστολή της επιδιώκει να φέρει εις γνώση του Δημάρχου και ταυτόχρονα να καταγγείλει αρκετές «παρανομίες» που έχουν γίνει στην ανεγειρόμενη οικοδομή που είναι προέκταση της δική της και εις βάρος της δικής της περιουσίας από το εργολάβο της οικοδομής. Περαιτέρω στη συνέχεια αναφέρεται ότι κάποιοι υπάλληλοι των τεχνικών υπηρεσιών ενήργησαν μεροληπτικά εναντίον της περιουσίας και των νόμιμων συμφερόντων της εναγόμενης, εξυπηρετώντας συμφέροντα του εν λόγω εργολάβου και ακολούθως συγκεκριμενοποιεί ότι εννοεί τον ενάγοντα. Γίνεται δε πιο λεπτομερης αναφορά στα δεδομένα στα οποία στηρίζει την καταγγελία της η εναγόμενη και στο τέλος επαναλαμβάνεται ότι καταγγέλλεται ο εν λόγω εργολάβος και ότι για κάποια από τα αποδιδόμενα σε αυτόν δόθηκαν οδηγίες από τον ενάγοντα. Καταλήγει δε η επιστολή ότι η εναγόμενη είναι πάντοτε στη διάθεση του Δημάρχου «για συνεργασία για τήρηση του νόμου και της τάξης». Σύμφωνα με τον περί Δήμων Νόμο 111/85 ο Δήμαρχος είvαι η εκτελεστική αρχή τoυ Δήμoυ, εκπρoσωπεί τov Δήμo σε όλες τις επίσημες σχέσεις του καθώς και ενώπιον των Δικαστηρίωv και oιασδήπoτε αρχής της Δημoκρατίας. Περαιτέρω πρoεδρεύει τωv συvεδριάσεωv τoυ Δημοτικού Συμβoυλίoυ και διαφόρων Επιτροπών του Δήμου, εκτελεί τις απoφάσεις τoυ Δημοτικού Συμβoυλίoυ αλλά και πρoϊσταται όλωv τωv υπηρεσιώv τoυ Δήμoυ τις oπoίες καθoδηγεί, κατευθύvει και ελέγχει (άρθρο 46). Περαιτέρω εκδικάζει πειθαρχικά παραπτώματα που διαπράττονται από δημοτικούς υπαλλήλους και επιβάλλει πειθαρχικές ποινές (άρθρο 57
(2)). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα ανωτέρω και ιδιαίτερα ότι η εναγόμενη για σκοπούς προστασίας των δικών της έννομων συμφερόντων επί της συγκεκριμένης ακίνητης της περιουσίας, που εμπίπτει στα όρια και τις αρμοδιότητες του Δήμου Πάφου, έστειλε την εν λόγω επιστολή με την οποία προβαίνει σε καταγγελίες που αφορούν τόσο θέματα της εν λόγω οικοδομής όσο και τις σχετικές ενέργειες-συμπεριφορά του ενάγοντα, ως υπαλλήλου των τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου, στον Δήμαρχο Πάφου, ο οποίος ενόψει της θέσης του αλλά και των εξουσιών του έχει καθήκον να προστατεύσει τα συμφέροντα ενός δημότη του αλλά και την εξουσία να διερευνά και να ελέγχει τις υπηρεσίες του Δήμου και προφανώς και να ελέγχει τη συμπεριφορά των υπαλλήλων αυτών αλλά και να δέχεται καταγγελίες σε σχέση με τέτοια συμπεριφορά ή θέμα, κρίνω ότι η υπό κρίση δημοσίευση είναι προνομιούχα υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλή τη πίστει, ως εμπίπτουσα στις περιπτώσεις τόσο της παραγράφου (γ) όσο και της παραγράφου (δ) του άρθρου 21
(1). Απομένει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσο η επίδικη δημοσίευση έγινε, κατά τη σύνταξη της, καλόπιστα ή κακόπιστα. Το βάρος απόδειξης ότι έγινε κακόπιστα, ως προαναφέρθηκε, το φέρει ο ενάγοντας. Είναι θέση της εναγόμενης σε σχέση με αυτό ότι ο ενάγοντας φέροντας το βάρος απόδειξης της κακής πίστης όφειλε να δικογραφήσει τέτοιο ισχυρισμό. Αυτό όμως δεν γίνεται ούτε στην έκθεση απαίτησης του ενώ δεν έχει καταχωρηθεί ούτε απάντηση στην υπεράσπιση της εναγόμενης. Είναι ουσιαστικά η εισήγηση του κ. Κορακίδη ότι, ελλείψει τέτοιου ισχυρισμού, τεκμαίρεται ότι το δημοσίευμα έγινε καλόπιστα και κατ' επέκταση η υπεράσπιση της εναγόμενης θα πρέπει να επιτύχει. Στην Αντωνίου ν. Χρυσάνθου
(2003)1Β Α.Α.Δ 789 λέχθηκε σχετικά ότι «η μαρτυρία η οποία πρέπει να αγνοείται, ως εκτός εγγράφων προτάσεων, είναι η μαρτυρία η οποία τείνει να αποδείξει ισχυρισμούς του διαδίκου οι οποίοι, αν και είναι απαραίτητοι για τη στοιχειοθέτηση, ανάλογα με την περίπτωση, της απαίτησης ή της υπεράσπισης ή της ανταπαίτησής του, εν τούτοις δεν προβάλλονται». Περαιτέρω στη Γεωργίου ν. Καψού
(1997)1Α Α.Α.Δ 164 αναφέρθηκε ότι στα δικόγραφα είναι απαραίτητο να γίνεται αναφορά σε ουσιώδη γεγονότα. Για τη σημασία της δικογράφησης ισχυρισμών και το πως αυτό επηρεάζει την υπόθεση του κάθε διαδίκου βλ. επίσης Courtis and others v. Iasonides
(1970)1 CLR 180, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Ayia Napa Nisi Development Ltd v. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. Πιο συγκεκριμένα επί του εξετασθέντος στην παρούσα θέματος, ως προκύπτει από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 28, στην παράγραφο 145 (στο οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω) όταν εγείρεται η εν λόγω υπεράσπιση τα όσα αποδίδονται στον ενάγοντα στο δημοσίευμα θεωρούνται ως μη αληθή αλλά το βάρος απόδειξης βρίσκεται στον ενάγοντα να αποδείξει κακή πίστη και να αντικρούσει το προνόμιο που επικαλείται ο εναγόμενος. Σε αντίθετη περίπτωση τεκμαίρεται απουσία κακής πίστης. Στο ίδιο σύγγραμμα στην παράγραφο 191 αναφέρεται ότι εάν ο εναγόμενος προβάλει στο δικόγραφο του ότι το δημοσίευμα καλύπτεται από προνόμιο υπό επιφύλαξη, ο ενάγοντας, εάν προτίθεται να αντικρούσει αυτή την υπεράσπιση, δείχνοντας ότι ο εναγόμενος διακατεχόταν από κακή πίστη, πρέπει να καταχωρήσει απάντηση δίδοντας λεπτομέρειες γεγονότων και στοιχεία από τα οποία μπορεί να συναχθεί τέτοια κακή πίστη. Το ίδιο ακριβώς αναφέρεται και στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jakob's, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση σελ.
  2. Περαιτέρω στο τελευταίο αυτό σύγγραμμα προστίθεται ότι εκτός και εάν καταχωρηθεί τέτοια απάντηση δεν θα επιτραπεί στον ενάγοντα να εγείρει το θέμα της κακοπιστίας. Σύμφωνα δε με την δική μας Δ.19 Κ.20 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών όπου είναι ουσιώδες να υπάρξει ισχυρισμός, μεταξύ άλλων, και κακής πίστης, θα είναι αρκετό να γίνει ο ισχυρισμός σαν γεγονός χωρίς να παρατεθούν οι συνθήκες από τις οποίες συμπεραίνεται. Στην παρούσα ο ενάγοντας δεν έχει καταχωρήσει απάντηση στην υπεράσπιση του ενώ ούτε στην έκθεση απαίτησης του αναφέρεται σε κακοπιστία εκ μέρους της εναγόμενης. Η θέση του κ. Φωτίου σχετικά είναι ουσιαστικά ότι τέτοιος ισχυρισμός συνάγεται από την έκθεση απαίτησης όταν αναφέρεται ότι η εναγόμενη ψευδώς και αβάσιμα καταλόγιζε αυτά που καταλόγιζε στον ενάγοντα και ότι οι ισχυρισμοί αυτής είναι εντελώς ανυπόστατοι και ψευδείς. Η θέση όμως αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο εφόσον κατά την κρίση μου τα πιο πάνω δεν αναφέρονται στο θέμα της κακοπιστίας που, ως άλλωστε προκύπτει από τα όσα λέχθηκαν ανωτέρω, θα πρέπει να αναφέρεται ρητά, αλλά στο ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Πέραν τούτου το ότι δεν τέθηκε από πλευράς ενάγοντα θέμα κακοπιστίας φαίνεται τόσο από την μαρτυρία αυτού όσο και από την αντεξέταση της εναγόμενης όπου πουθενά δεν λέχθηκε ή υποβλήθηκε κάτι τέτοιο. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι με τη μη δικογράφηση ισχυρισμού κακής πίστης η πλευρά του ενάγοντα εμποδίζεται από το να επικαλείται κάτι τέτοιο και συνεπώς δεν έχει αποσεισθεί το σχετικό βάρος απόδειξης που έφερε ο ενάγοντας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να τεκμαίρεται το καλόπιστο του δημοσιεύματος της εναγόμενης και να στοιχειοθετείται έτσι εν τέλει η υπεράσπιση της εναγόμενης περί προνομίου υπό επιφύλαξη καλής πίστης. Παρά δε το ότι το πιο πάνω ουσιαστικά κρίνει και το αποτέλεσμα της υπόθεσης για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετάσω το κατά πόσο, με βάση τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή, έχει αποδειχθεί η ύπαρξη κακής πίστης. Αναφορικά με την κακή πίστη (malice) ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 28, στην παράγραφο 145: «"What is malice. Express or actual malice is ill will or spite towards the plaintiff or any indirect or improper motive in the defendant's mind which is his sole or dominant motive for publishing the words complained of. This must be distinguished from legal malice or malice in law which means publication without lawful excuse and does not depend upon the defendant's state of mind. The defenses of both fair comment and qualified privilege are defeated by proof that the defendant published the words complained of maliciously. . . . . . . . . . . . . ................... What must ultimately be decided is the defendant's honesty in publishing the words complained of. Where the defense is qualified privilege the words complained of are assumed to be untrue and the burden is on the plaintiff to prove express malice and so rebut the privilege on which the defendant seeks to rely (Absence of malice on the defendant's part is otherwise presumed). Και στην παράγραφο 147: "Excessive language in relation to a matter within a privileged occasion may be evidence of malice. To submit the language used on occasions of qualified privilege to a strict scrutiny and to hold any language which goes beyond the actual exigency of the occasion to be evidence of express malice would greatly limit, if not altogether defeat, the protection afforded by the privilege. There must be something so extreme in the words used as to afford evidence that publication was actuated by an improper motive. A person may use excessive language and yet not be malicious. The inclusion of defamatory matter unconnected with the duty or interest which gives rise to the privileged occasion may be evidence of malice as to the whole publication."» Για την κακή πίστη στην κυπριακή νομολογία βλέπε Synomospondia Ergaton Kyprou and Others v. Cyprus Asbestos Mines Ltd and Another
(1965)1 C.L.R. 222. Στην πρόσφατη δε υπόθεση Καραβίας ν. Σταύρου, Πολ. Εφέσεις αρ. 343/2008 και 58/2009, ημερ. 20.3.12 λέχθηκε σχετικά ότι η καλή πίστη συναρτάται με τα όσα προνοούνται με το άρθρο 21
(2), όχι όμως εξαντλητικά. «Η μαρτυρία για κακοβουλία μπορεί να προέρχεται από εσωτερικά δεδομένα («intrinsic evidence»), όπως είναι το ίδιο το δημοσίευμα και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται ή εξωτερικά («extrinsic evidence»), όπως είναι οι όλες περιστάσεις της δημοσίευσης, καθώς και η συμπεριφορά του εναγόμενου κατά τη διάρκεια της αντιδικίας και της εκδίκασης της υπόθεσης (Gatley on Libel and Slander - ανωτέρω - σελ. 977, παρ. 32.4)». Περαιτέρω για το ίδιο θέμα λέχθηκε ότι «ακραίοι ή υπερβολικοί χαρακτηρισμοί κατά το σύγγραμμα του Halsbury´s Laws of England 4η έκδοση Τόμος 28, παρ. 151, όπως υιοθετήθηκε και στην Κυριακίδης ν. Αριστείδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 349, συνιστά μαρτυρία περί κακοβουλίας». Από την άλλη στο σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts 7η έκδοση σελ. 178 αναφέρεται σχετικά ότι ο εναγόμενος προστατεύεται ακόμη και εάν οι χαρακτηρισμοί είναι ακραίοι ή υπερβολικοί, εάν λαμβάνοντας υπόψην όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, μπορεί να είχε πιστέψει ειλικρινά και εύλογα ότι αυτό που έγραψε ήταν αλήθεια και απαραίτητο για τους σκοπούς του έστω και εάν στην πραγματικότητα δεν ήταν. Διαφορετικά, συνεχίζει, η προστασία που παρέχει ο νόμος σε μια περίπτωση προνομίου θα αποτύγχανε γιατί το ότι ο εναγόμενος ήταν παράλογος δεν σημαίνει ότι ήταν και κακόπιστος. Στην Καραβίας ανωτέρω αναφέρεται επίσης σχετικά «ότι ένα δημοσίευμα θεωρείται ότι έγινε με κακή πίστη όπου ο εναγόμενος ενήργησε με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα σε βαθμό αναλογικά μεγαλύτερο του ευλόγως αναγκαίου (Ονουφρίου ν. Εταιρεία Κ.Κ. Σύγχρονες Κούρσες Λτδ κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 742). Όπως και γενικότερα, η ύπαρξη κακοβουλίας αντλείται συμπερασματικά από την όλη συμπεριφορά του εναγόμενου και την πληροφόρηση που αυτός είχε διαθέσιμη. Το κίνητρο το οποίο ανιχνεύεται και αποδίδεται σ΄ ένα εναγόμενο, εξάγεται από το τι ελέχθη ή ήταν γνωστό ή κατά πόσο ο εναγόμενος ήταν αδιάφορος ως προς τα πραγματικά δεδομένα (Horrocks v. Lowe
(1975)AC 135)». Ως λέχθηκε στην «ΑΛΗΘΕΙΑ» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Thamira Food Manufacturers Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 69/2007, ημερ. 18.10.12 για να μπορεί ο εναγόμενος να επικαλεστεί επιτυχώς την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, θα πρέπει να έχει ενεργήσει καλόπιστα και να πίστευε όταν έκανε τη δημοσίευση ότι τα όσα αναληθώς ανέφερε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, θα πρέπει το θέμα στο οποίο αφορά η δημοσίευση να είναι ζήτημα το οποίο ο εναγόμενος έχει υποχρέωση ή καθήκον να δημοσιοποιήσει και σε σχέση με το οποίο ο αποδέκτης της δημοσίευσης έχει κάποιου είδους καθήκον ή ενδιαφέρον. Η λέξη «ενδιαφέρον» υποδηλώνει στοιχείο το οποίο μπορεί να τύχει νομικής αναγνώρισης. Η απλή περιέργεια ή επιθυμία πληροφόρησης που δεν συνδέεται με στοιχείο που να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αρκεί. Στην Κυριακίδης ανωτέρω λέχθηκε ότι ενώ για το προνόμιο κάτω από την παράγραφο (α) του άρθρου 21
(1)προνοείται ρητά από το νομοθέτη η αναγκαιότητα ύπαρξης αμοιβαιότητας συμφέροντος, στην παράγραφο (δ) καμία τέτοια πρόνοια δεν περιέχεται. Έτσι κρίθηκε ότι το προνόμιο υπό την παράγραφο (δ), για να τυγχάνει εφαρμογής, δεν απαιτεί την ύπαρξη αμοιβαιότητας συμφέροντος, με την έννοια που αυτό καθορίζεται στην παράγραφο (α) και στην Αγγλική νομολογία βάσει του κοινοδικαίου. Εντούτοις, λέχθηκε, «είναι αυτονόητο ότι, η δημοσίευση που γίνεται για την προστασία των συμφερόντων και δικαιωμάτων του εναγομένου, πρέπει να γίνεται σε εκείνα τα πρόσωπα που σχετίζονται με το ζήτημα, αφού σκοπός είναι η αποτελεσματική προάσπιση των δικαιωμάτων αυτών. Μπορεί έτσι να λεχθεί ότι, με αυτή την έννοια, αμοιβαιότητα συμφερόντων πρέπει να υπάρχει». Στην ίδια υπόθεση σε σχέση με το δικαίωμα προστασίας των συμφερόντων του δημοσιεύοντος αναφέρθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Gatley on Libel & Slander, 6th εd., στην παρ. 555, κάτω από το γενικό τίτλο «STATEMENTS MADE TO PROTECT DEFENDANT'S OWN INTERESTS»: "A defamatory statement published for the fair and reasonable protection or furtherance of the defendant's own interests is privileged, but such privilege will be rebutted if the statement was published maliciously. In Toogood v. Spyring, [1834] 1 C.M. & R. at p.193, Parke B. includes among statements which are prima facie privileged any statement which is "fairly made by a person in the conduct of his own affairs, in matters where his own interest is concerned". In Shaw v. Morgan [1888] 15 R. at p. 870 (Ct. of Sess.), Lord Young said that "if the statement is made . . . in the reasonable attention to a man' s own business and affairs, which gives him legitimate cause to write or speak of his neighbour, the occasion displaces the presumption of malice . . . and he is only answerable if malice be shown to have existed in fact". "Anyone", said Lord Denman C.J. in Tuson v. Evans [1840] 12 A. & E. at p. 736, "in the transaction of business with another, has a right to use language bona fide which is relevant to that business and which a due regard to his own interest makes necessary, even though it should directly, or by its consequences, be injurious or painful to another, and this is the principle on which privileged communication rests." Αναφορικά δε με δηλώσεις που γίνονται για εξασφάλιση θεραπείας σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το προαναφερόμενο σύγγραμμα Gatley on Libel & Slander, 6th εd στην παρ. 572 κάτω από το γενικό τίτλο «STATEMENTS MADE TO OBTAIN REDRESS FOR A GRIEVANCE»: «Where a man believes that he has suffered a grievance at the hands of another he is entitled to bring his grievance to the notice of the person or body whose power or duty it is to grant redress or to punish or reprimand the offender, or merely to inquire into the subject-matter of the complaint, and any statement so made is privileged if made in good faith and not for the purpose of slandering the plaintiff. If without express malice, I make a defamatory charge, which I bona fide believe to be true, against one whose conduct in the respect defamed has caused me injury to one whose duty it is . . . to inquire into and redress such injury, the occasion is privileged! The object of obtaining redress repels the presumption of malice, on which actions for slander are founded.» Στην Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Αλωνεύτη ανωτέρω λέχθηκε ότι οι περιορισμοί που τίθενται με τις περί δυσφήμησης διατάξεις του Κεφ.148, βρίσκουν έρεισμα στο άρθρο 19
(3)του Συντάγματος, χάριν της προστασίας της υπόληψης του ατόμου και των θεμελιωδών του δικαιωμάτων. Χωρίς την προστασία αυτή, καταλήγει το Δικαστήριο, το άτομο θα μετατρεπόταν σε ανυπεράσπιστο θύμα διαπόμπευσης και κοινωνικού εξοστρακισμού (βλέπε επίσης Reynolds v. Times Newspapers [1999] 4 All E.R. 609). Στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. v. Παπαευσταθίου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 856, όπου έγινε αναφορά και στην αμέσως πιο πάνω υπόθεση, λέχθηκε ότι κατά την εξέταση υποθέσεων δυσφήμησης θα πρέπει να προστατεύονται και να εξισορροπούνται δύο ανθρώπινα δικαιώματα ήτοι το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής Ε.Σ.Δ.Α.) και το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου, που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και το οποίο πιθανόν να περιλαμβάνεται και στο ευρύτερο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος και από το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. Και τα δύο αυτά δικαιώματα είναι εξίσου σημαντικά και κατά συνέπεια τα Δικαστήρια εξετάζοντας τέτοιες υποθέσεις θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και προσεκτικά ώστε να μην παραβιάζεται, στο βαθμό που είναι δυνατό, οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα δικαιώματα. Η προστασία της φήμης αναγνωρίζεται ρητά ως ένας από τους λόγους για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Δεν υφίσταται όμως δικαίωμα στη δυσφήμιση οποιουδήποτε προσώπου (βλ. Steel and Morris v. U.K., App. No. 21325/93 [1993] 18 E.H.R.R. C.D. 172). Η προστασία όμως του δικαιώματος στη φήμη δεν θα πρέπει από την άλλη να είναι υπέρμετρη σε σχέση με την προστασία άλλων ανταγωνιστικών δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης. Θα πρέπει να υπάρχει μεταξύ των δύο μια αναλογία. Εκτός από την αρχή της αναλογικότητας μια άλλη παράμετρος του όλου θέματος είναι και αυτή του τι συνιστά αναγκαία προστασία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Θα πρέπει δηλαδή το Δικαστήριο να διερωτάται σε κάθε δεδομένη περίπτωση κατά πόσον η προστασία της φήμης του επηρεαζομένου προσώπου είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία έχει το δικαίωμα της πληροφόρησης αναφορικά με ζητήματα δημοσίου ή γενικού ενδιαφέροντος και η οποία εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να δείχνει την απαραίτητη ανοχή και ανεκτικότητα στις αντίθετες απόψεις. Αναφέρθηκε επίσης ότι η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής Ε.Δ.Α.Δ.) είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία και θεωρεί ότι συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων. Η ελευθερία αυτή, με τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 10 της Ε.Σ.Δ.Α., εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία. Όπως όμως επίσης ανάφερε το Ε.Δ.Α.Δ., η ελευθερία της έκφρασης ρητά περιορίζεται προς όφελος της προστασίας της φήμης ενός ατόμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 10 της Ε.Σ.Δ.Α. Οιοσδήποτε όμως περιορισμός του ενός δικαιώματος πρέπει να είναι ανάλογος και απαραίτητος για την προστασία του άλλου. Στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ., Zakharov v. Russia, Application no. 14881/03, ημερ. 5.10.2006 κρίθηκε ότι η καταδίκη του Αιτητή σε αγωγή για δυσφήμηση παραβίαζε το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 της Ε.Σ.Δ.Α.). Στην υπόθεση εκείνη η αγωγή για δυσφήμηση στηρίχθηκε σε αλληλογραφία του Αιτητή με τις δημόσιες αρχές (όπως στην παρούσα) και όχι σε δημοσίευση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Συγκεκριμένα ο Αιτητής είχε γράψει στον Βοηθό Κυβερνήτη της περιοχής της Μόσχας, καταγγέλλοντας ότι η συμπεριφορά του επικεφαλής του Δημοτικού Συμβουλίου (του ενάγοντα στην αγωγή), ήταν άνιση και ενίοτε παράνομη. Η επιστολή είχε σταλεί ιδωτικά, ο Αιτητής δεν την δημοσίευσε ή δεν έκανε με άλλο τρόπο γνωστούς τους ισχυρισμούς του στο κοινό αλλά ενήργησε στα εκ του νόμου προβλεπόμενα, για υποβολή καταγγελιών-παραπόνων, πλαίσια. Το πρόσωπο στο οποίο υποβλήθηκε η καταγγελία ήταν ο αμέσως ιεραρχικά προϊστάμενος του αξιωματούχου τον οποίο αφορούσε η καταγγελία. Το Ε.Δ.Α.Δ., επανέλαβε αυτό που λέχθηκε σε αρκετές άλλες υποθέσεις, ότι δηλ. μπορεί να υπάρχει ανάγκη προστασίας των δημόσιων λειτουργών από προσβλητικές, καταχρηστικές και δυσφημίστηκες επιθέσεις, οι οποίες γίνονται με σκοπό να τους επηρεάσουν στην εκτέλεση των καθηκόντων τους και να ζημιώσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτούς και το αξίωμα που κατέχουν (βλ. Janowski v. Poland [GC], no. 25716/94 ECHR 1999‑I και Lešník v. Slovakia, no. 35640/97, ημερ. 11.3.03) καθώς και ότι το μέτρο της αναγκαίας αυτής προστασίας εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Με βάση λοιπόν τα δεδομένα της υπόθεσης ήτοι ότι η καταγγελία του Αιτητή έγινε με ιδιωτική αλληλογραφία και δεν δημοσιεύθηκε στο κοινό, το Ε.Δ.Α.Δ. έκρινε ότι οι προϋποθέσεις τέτοιας προστασίας πρέπει να αξιολογηθούν όχι με βάση τα συμφέροντα της ελευθερίας του τύπου ή ανοικτής συζήτησης θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος αλλά έναντι του δικαιώματος του Αιτητή να αναφέρει παρατυπίες στη συμπεριφορά ενός δημόσιου αξιωματούχου σε κάποιο αρμόδιο, για την εξέταση τέτοιων, σώμα. Κρίθηκε μάλιστα ότι τα πιο πάνω δεδομένα στην υποβολή του παραπόνου ήταν ουσιώδους σημασίας στην αξιολόγηση της αναλογικότητας της παρέμβασης στην ελευθερία της έκφρασης αλλά και ότι αποτελεί μια έκφανση του κράτους δικαίου ο πολίτης να μπορεί να ειδοποιεί τις αρμόδιες κρατικές αρχές για τέτοια συμπεριφορά δημοσίων υπαλλήλων, η οποία φαίνεται στον πολίτη παράτυπη ή παράνομη. Πέραν των πιο πάνω αφού το Ε.Δ.Α.Δ έλαβε υπόψην ότι ο Αιήτης δεν κατέφυγε στην επιστολή του σε αυθαίρετη, έντονη ή υπερβολική γλώσσα, μολονότι υπήρχαν κάποιες συναισθηματικές εκφράσεις που άγγιζαν τα όρια της υπερβολής ή της πρόκλησης και αφού αξιολόγησε και το περιεχόμενο της επιστολής σαν σύνολο, κατέληξε ότι αυτός δεν ξεπέρασε τα όρια αποδεκτής κριτικής ιδιαίτερα, ως είπε, αφού τα όρια αυτά είναι ευρύτερα για δημοσίους υπαλλήλους παρά για ιδιώτες (βλ. και Lešník ανωτέρω και Raichinov v. Bulgaria, no. 47579/99, ημερ. 20.4.2006). Όλα τα ανωτέρω ουσιαστικά επαναλήφθηκαν στη βάση παρόμοιων γεγονότων στην Kazakov v. Russia, Application no.1758/02, ημερ. 18.12.2008 αλλά και στη σχετικά πρόσφατη Siryk v. Ukraine, Application no. 6428/07, ημερ. 31.3.2011, στις οποίες επίσης κρίθηκε ότι παραβιάσθηκε το άρθρο 10 της Ε.Σ.Δ.Α. Παρόμοια προσέγγιση φαίνεται να υιοθετείται και στη δική μας νομολογία ως προκύπτει από την Χατζηλαμπρή ν. Πετεινού
(2010)1Β Α.Α.Δ 1022 της οποίας τα γεγονότα ήταν τα εξής: ο εφεσείων-ενάγων, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου, ως Τεχνικός, ενώ ο εφεσίβλητος-εναγόμενος, ήταν Πολιτικός Μηχανικός και διατηρούσε γραφείο στην Πάφο. Ο τελευταίος, με επιστολή του ημερομηνίας 29.6.2000 προς την Επίτροπο Διοίκησης, υπέβαλε παράπονο ότι δύο υπάλληλοι του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου, δεν εκτελούσαν ορθά τα καθήκοντά τους, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις τους να τον επηρεάζουν αρνητικά στην άσκηση του επαγγέλματός του. Στην εν λόγω υπόθεση λοιπόν σε σχέση με δημόσια πρόσωπα ή δημόσιους υπαλλήλους, έγινε αναφορά στην υπόθεση του Ε.Δ.Α.Δ., Haguenauer v. Γαλλίας, Application no. 34050/05, ημερ. 22.4.2010, όπου τονίσθηκε, ότι «δημόσιοι υπάλληλοι που δρουν υπό την επίσημη τους ιδιότητα είναι υποκείμενοι σε ευρύτερα πεδία αποδεκτής κριτικής από συνηθισμένα πρόσωπα (παρόλο που θα μπορούσε να αποδειχτεί αναγκαία η παροχή στους δημοσίους υπαλλήλους ιδιαίτερης προστασίας από λεκτικές επιθέσεις επειδή θα πρέπει η εμπιστοσύνη του ευρέως κοινού προς το δημόσιο να μην τυγχάνει κλονισμού)» (βλ. και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. ανωτέρω). Στην παρούσα θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσο αποδεικνύεται είτε από το ίδιο το δημοσίευμα είτε από τις περιστάσεις που οδήγησαν σε αυτό αλλά και από τη συμπεριφορά της εναγόμενης κακή πίστη της τελευταίας. Αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι, σε καμία περίπτωση δεν παραγνωρίζεται η ανάγκη προστασίας των δημόσιων λειτουργών-υπαλλήλων (όπως ο ενάγοντας) από προσβλητικές, καταχρηστικές και δυσφημίστηκες επιθέσεις, οι οποίες γίνονται με σκοπό να τους επηρεάσουν στην εκτέλεση των καθηκόντων τους και να ζημιώσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτούς και το αξίωμα που κατέχουν. Από την άλλη δημόσιοι υπάλληλοι που δρουν υπό την επίσημη τους ιδιότητα είναι υποκείμενοι σε ευρύτερα πεδία αποδεκτής κριτικής από συνηθισμένα πρόσωπα. Εν πάσει περιπτώσει το μέτρο της αναγκαίας αυτής προστασίας εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης (βλ. κυπριακή νομολογία αλλά και την σχετική νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. ανωτέρω). Μάλιστα όσον αφορά το θέμα της κακής πίστης σε τέτοιες περιπτώσεις, ως αναφέρεται σε ελεύθερη μετάφραση από το Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, παρ. 14.57 ως εκτίθεται στην υπόθεση Χατζηλαμπρή ανωτέρω: «δεν είναι μόνο προς το συμφέρον του θύματος, αλλά είναι καθήκον καθενός, προς το συμφέρον της δημόσιας αποδοτικότητας και της ορθής τάξης, να φέρει εις γνώσιν της αρμόδιας αρχής για διερεύνηση οποιοδήποτε παράπτωμα ή αμέλεια καθήκοντος ή κατάχρηση δημόσιας εξουσίας εκ μέρους δημοσίου λειτουργού ή υπαλλήλου. Οποιοδήποτε παράπονο ή πληροφορία ως προς τέτοιο παράπτωμα ή αμέλεια καθήκοντος ή κατάχρησης είναι απόρρητο, νοουμένου ότι γίνεται καλόπιστα στο πρόσωπο ή όργανο, το οποίο έχει την εξουσία ή καθήκον να απομακρύνει, τιμωρήσει ή επιπλήξει τον υπαίτιο ή απλώς να εξετάσει το παράπονο. Κάθε πολίτης ο οποίος καλή τη πίστει πιστεύει ότι κάτι μεμπτό έχει διαπραχθεί, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να ενημερώσει ως προς αυτό την αρχή που είναι αρμόδια για να το διερευνήσει. Με αυτό τον τρόπο ασκεί ένα αδιαμφισβήτητο προνόμιο, το οποίο δεν είναι προς το δημόσιο συμφέρον να τιμωρηθεί.» Από τα γεγονότα της παρούσας προκύπτει ότι η επίδικη δημοσίευση έγινε «ιδιωτικά» εφόσον συνίστατο σε επιστολή της εναγόμενης, η οποία απευθύνεται προς τον Δήμαρχο Πάφου και μόνο και όχι προς το κοινό ή σε οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο. Με την εν λόγω επιστολή, ως προαναφέρθηκε, η εναγόμενη, αποσκοπούσε στην προστασία των δικών της έννομων συμφερόντων επί ακίνητης της περιουσίας, που εμπίπτει στα όρια και τις αρμοδιότητες του Δήμου Πάφου. Εντός των πιο πάνω πλαισίων λοιπόν με την επιστολή της η εναγόμενη προβαίνει σε καταγγελίες που αφορούν τόσο θέματα της εν λόγω οικοδομής «παρανομίες» όσο και τις σχετικές ενέργειες-συμπεριφορά του ενάγοντα, ως υπαλλήλου των τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου, στον Δήμαρχο Πάφου, ο οποίος ενόψει της θέσης του αλλά και των εξουσιών του είναι πρόσωπο που έχει καθήκον να προστατεύσει τα συμφέροντα ενός δημότη του αλλά και την εξουσία να διερευνά και να ελέγχει τις υπηρεσίες του Δήμου και προφανώς και να ελέγχει τη συμπεριφορά των υπαλλήλων αυτών αλλά και να δέχεται καταγγελίες σε σχέση με τέτοια συμπεριφορά ή θέμα. Φαίνεται λοιπόν ότι εύλογα η επιστολή στάληκε στον Δήμαρχο Πάφου με σκοπό την ενημέρωση του και κατ' επέκταση τη διερεύνηση των καταγγελιών και την προστασία των δικαιωμάτων της εναγόμενης. Ως δε προκύπτει από τα πιο πάνω η όλη υπόθεση στην παρούσα δεν εμπίπτει και δεν θα αξιολογηθεί στη βάση των συμφερόντων της ελευθερίας του τύπου ή ανοικτής συζήτησης θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος αλλά έναντι του δικαιώματος της εναγόμενης να αναφέρει παρατυπίες στη συμπεριφορά ενός δημόσιου αξιωματούχου σε κάποιο αρμόδιο, για την εξέταση τέτοιων, πρόσωπο ή αρχή, με βάση το καθήκον που έχει ως πολίτης-δημότης γενικά είτε για προστασία των δικών της έννομων συμφερόντων. Εδώ να σημειωθεί ότι από την μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή στην παρούσα προκύπτει αφενός ότι η εναγόμενη δεν είχε οποιαδήποτε άλλη διαφορά με τον ενάγοντα και δεν φαίνεται να υπάρχει οποιοδήποτε κίνητρο εκ μέρους της να προξενήσει βλάβη σε αυτόν για κάποιο αλλότριο ή ιδιοτελή σκοπό. Με άλλα λόγια δεν έχει στοιχειοθετηθεί ότι με την επίδικη δημοσίευση η εναγόμενη ενήργησε με σκοπό βλάβης του εναγόμενου ή να βλάψει αυτόν με τρόπο σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου για την προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος της για το οποίο έκανε την καταγγελία. Αναφορικά με το κατά πόσο η εναγόμενη δεν πίστευε ότι το δημοσίευμα ήταν αληθές ή κατά πόσο προέβη σε αυτό χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή του αναληθούς, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως προαναφέρθηκε από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής προκύπτει ότι καταγγέλλονται συγκεκριμένες ενέργειες - «παρανομίες» που έγιναν, από τον εργολάβο της οικοδομής στην οποία περιλαμβάνεται και το κομμωτήριο ιδιοκτησίας της εναγόμενης. Δεν αφορούν δε όλες οι ενέργειες αυτές τον ενάγοντα. Σε αυτόν αποδίδεται αρχικά και γενικά ότι, στα πλαίσια των καθηκόντων του ως υπαλλήλου των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Πάφου, ενήργησε μεροληπτικά εναντίον της περιουσίας και των νόμιμων συμφερόντων της εναγόμενης, εξυπηρετώντας συμφέροντα του εν λόγω εργολάβου. Στη συνέχεια συγκεκριμενοποιούνται οι περιπτώσεις που αφορούν τον ενάγοντα. Συγκεκριμένα του αποδίδεται ότι φαίνεται να έχει αλλάξει - παραποιήσει σχέδια του πιο πάνω εργολάβου προς όφελος του, έχει εξαφανίσει από τα σχέδια, τον ανθώνα του κομμωτηρίου της εναγόμενης, που υπάρχει νόμιμα εκεί, ούτως ώστε να διευκολύνει τις παράνομες κατασκευές του ο εργολάβος. Επίσης ότι ο ενάγοντας έχει βοηθήσει με τις ενέργειες του να οικειοποιηθεί ο εργολάβος πεζόδρομο ή και χώρο πρασίνου να το περιφράξει και μετά να το πουλήσει σαν μέρος της μεζονέτας που κατείχε ο ίδιος που και σ' αυτή την περίπτωση υπάρχει παράνομη κατασκευή. Τέλος αποδίδεται στον ενάγοντα ότι με οδηγίες του αυθαίρετα καταστράφηκε και εξαφανίσθηκε ράμπα που κατασκεύασε ο Δήμος Πάφου για να μπορεί η εναγόμενη να έχει πρόσβαση στους ιδιόκτητους χώρους

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.