← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ ν. ΑΘΗΝΑ ΛΑΜΠΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1689/08, 27/9/2013

ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ ν. ΑΘΗΝΑ ΛΑΜΠΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1689/08, 27/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A196 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1689/08 Μεταξύ: ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ Ενάγουσας και ΑΘΗΝΑ ΛΑΜΠΡΟΥ Εναγόμενης ----------------------------------------------------- (Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 10.2.12) ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ Ενάγουσας και ΑΘΗΝΑ ΛΑΜΠΡΟΥ ΙΑΣΩΝ ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΑΝΤΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 27.9.2013 Για Ενάγουσα: κ. Κυριακίδης. Για Εναγόμενη 1: κ. Κορακίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη λόγω ατυχήματος το οποίο επισυνέβη στις 3.5.08, συνεπεία ισχυριζόμενης αποκλειστικής και/ή σε μεγάλο βαθμό συντρέχουσας αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων των εναγομένων. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της στην έκθεση απαίτησης η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή ήταν ηλικίας 57 ετών, κατοικούσε στον Μούτταλο της Eπαρxίας Πάφου και εργαζόταν σαν υπεύθυνη καταστήματος επίπλων. Η εναγόμενη 1 είναι επίσης κάτοικος Πάφου και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια και/ή διαχειρίστρια και/ή νόμιμος κάτοχος της οικίας - μεζονέτα αρ. 5, η οποία βρίσκεται εντός του τεμαχίου 174 Φ./Σχ. 1-1495-351 (παλαιό τεμάχιο 520 Φ./Σχ. 45/60), στην οδό Ιορδάνη Κατσαμπή 43, στην περιοχή Αναβαργός στην Επαρχία Πάφου. Οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και/ή κάτοχοι του τεμαχίου 176 Φ./Σχ. 1-1495-351(παλαιό τεμάχιο 427 Φ./Σχ. 45/60), στην περιοχή Αναβαργός στην Επαρχία Πάφου, το οποίο είναι παρακείμενο με την αυλή της οικίας της εναγομένης 1 και/ή συνορεύει με το τεμάχιο εντός του οποίου ανεγέρθη η οικία της εναγομένης

  1. Η εναγόμενη 1, για να έχει εύκολη πρόσβαση στην οικία της με το αυτοκίνητο της και/ή για διευκόλυνση της, ενεργώντας από μόνη της και/ή από κοινού μετά άλλων ιδιοκτητών κατοικιών, κατεδάφισε και/ή κατήργησε και/ή κατέστρεψε μέρος του περιτοιχίσματος του τεμαχίου, εντός του οποίου βρίσκεται η οικία της και ανήγειρε ράμπα μόνη και/ή με άλλους, εντός του τεμαχίου των εναγομένων 2 και 3 με την σύμφωνη γνώμη και/ή με την ανοχή αυτών. Κατά ή περί τις 3.5.08, τις απογευματινές ώρες, μετά από πρόσκληση της εναγόμενης 1, η ενάγουσα μετέβηκε στο σπίτι της εναγόμενης 1 για φιλική επίσκεψη. Κατά την αναχώρηση της τις βραδινές ώρες καθώς η ενάγουσα κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητο της, έπεσε από την αριστερή πλευρά της προαναφερόμενης ράμπας, η οποία βρισκόταν εντός του τεμαχίου των εναγομένων 2 και 3 και οδηγούσε στην αυλή της εναγομένης 1 και/ή σε κοινόχρηστο χώρο της οικίας αυτής και ήταν απροστάτευτη και χωρίς κιγκλίδωμα, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και να υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες και ζημιές. Το εν λόγω ατύχημα, που ήταν λογικά προβλεπόμενο από τους εναγόμενους, οφείλεται στην αμέλεια και/ή παράβαση των υποχρεώσεων και/ή θέσμιων, εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων των εναγομένων, ως κατόχων και/ή ιδιοκτητών και/ή διαχειριστών και/ή συνιδιοκτητών της γης και/ή οικίας και/ή αυλής και/ή της εν λόγω ράμπας. Όσον αφορά την εναγόμενη 1 της αποδίδονται τα ακόλουθα: (Α) Ενεργώντας από μόνη της και/ή από κοινού με άλλους και για εξυπηρέτηση ιδίου σκοπού και συμφέροντος κατέστρεψε και/ή κατεδάφισε και/ή κατήργησε μέρος της περίφραξης που περιέβαλε την οικία της και/ή διαχώριζε το τεμάχιο εντός του οποίου βρισκόταν η οικία της από το τεμάχιο των εναγομένων 2 και 3, (Β) Κατασκεύασε μόνη της και/ή από κοινού με άλλους ανασφαλή ράμπα μέσα στο τεμάχιο των εναγομένων 2 και 3 με τη συγκατάθεση τους και/ή την ανοχή τους η οποία οδηγούσε στην αυλή της κατοικίας της και/ή στο χώρο στάθμευσης της, (Γ) Κατείχε και χρησιμοποιούσε η ίδια και με την παρακίνηση της οι επισκέπτες της, επικίνδυνη ράμπα, η οποία αποτελούσε κίνδυνο για τη διέλευση επισκεπτών και/ή αδειούχων και/ή επεμβασιών που ήταν ενδεχόμενο και/ή πιθανόν να εισέλθουν εντός της αυλής της οικίας της, (Δ) Παρέλειψε και/ή αμέλησε να προνοήσει και να διατηρήσει την αυλή του υποστατικού ασφαλή για την προσκεκλημένη της δηλαδή την ενάγουσα ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει την επικινδυνότητα και/ή τη πιθανή πρόκληση ατυχήματος επί της ράμπας, (Ε) Παρέλειψε να περιφράξει και/ή να τοποθετήσει κιγκλίδωμα στην εν λόγω ράμπα ώστε να περιορίζεται και/ή αποτρέπεται ο κίνδυνος τραυματισμού της ενάγουσας και/ή άλλων προσκεκλημένων της, (Στ) Παρέλειψε να προειδοποιήσει την ενάγουσα αναφορικά με τους κινδύνους που υπήρχαν στην αυλή της οικίας της και/ή στην παρακείμενη ράμπα, (Η) Παρέλειψε και/ή αμέλησε να λάβει τα πρέποντα και οποιαδήποτε προστατευτικά μέτρα ώστε να εμποδίσει την πρόκληση ατυχήματος και ζημιές σε άλλα πρόσωπα μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, (Θ) Παρέλειψε να τοποθετήσει προειδοποιητικές πινακίδες για την επικινδυνότητα της ράμπας (Ι) Παρέλειψε να φωταγωγήσει και/ή να λειτουργήσει φώτα στην εξωτερική αυλή της οικίας της και/ή στο σημείο που βρισκόταν η ράμπα ώστε να εμποδίσει την πρόκληση ατυχήματος, (Κ) Παρέλειψε να εκπληρώσει το επιβαλλόμενο καθήκον της έναντι του πλησίον της και/ή προς τους τρίτους και δη την ενάγουσα, (Λ) Ενήργησε και συμπεριφέρθηκε με πλήρη αδιαφορία έναντι του πλησίον της και εξέθεσε σε κίνδυνο τον πλησίον της και την ενάγουσα. Όσον δε αφορά τους εναγόμενους 2 και 3 τους αποδίδονται τα ακόλουθα: (Α) Επέτρεψαν και/ή ανέχτηκαν την ανέγερση επικίνδυνης ράμπας επί του τεμαχίου τους, (Β) Επέτρεψαν την κατοχή και χρήση σε τρίτους και ειδικότερα στην εναγόμενη 1 και/ή στους επισκέπτες της, επικίνδυνης κατασκευής επί του τεμαχίου τους, (Γ) Επέτρεψαν την εγκατάσταση επικίνδυνης ράμπας επί του τεμαχίου τους χωρίς προστατευτικά κάγκελα και/ή χωρίς να φωτίζεται κατάλληλα, (Δ) Παρέλειψαν να τοποθετήσουν πινακίδες προειδοποίησης για τους κινδύνους που προκύπτουν από την χρήση της ράμπας και/ή να απαιτήσουν την τοποθέτηση τέτοιων πινακίδων εκ μέρους της εναγομένης 1, (Ε) Παρέλειψαν να εκπληρώσουν το επιβαλλόμενο καθήκoν τους έναντι του πλησίον τους και/ή προς τους τρίτους και/ή επεμβασίες και/ή επισκέπτες και δη της ενάγoυσας, (Στ) Ενήργησαν και συμπεριφέρθηκαν με πλήρη αδιαφορία και εξέθεσαν σε κίνδυνο τον πλησίον τους κα/ή επεμβασίες και/ή επισκέπτες και δη την ενάγουσα. Σαν αποτέλεσμα της ως άνω αναφερόμενης αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων όλων των εναγομένων, η ενάγουσα υπέστη σοβαρές σωματικές βλάβες, απώλειες μελλοντικών απολαβών, ειδικές ζημιές και έξοδα, για τα οποία διεκδικεί ανάλογες αποζημιώσεις. Στην έκθεση υπεράσπισης της η εναγόμενη 1 παραδέχεται ότι είναι κάτοικος Πάφου και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια και/ή διαχειρίστρια και/ή νόμιμος κάτοχος της οικίας - μεζονέτα αρ. 5, η οποία βρίσκεται εντός του τεμαχίου174 Φ./Σχ. 1-1495-351 (παλαιό τεμάχιο 520 Φ./Σχ. 45/60), στην οδό Ιορδάνη Κατσαμπή 43, στην περιοχή Αναβαργός στην Επαρχία Πάφου. Προσθέτει δε ότι η είσοδος της οικίας της βρίσκεται στην εν λόγω οδό, η oπoία είναι αδιέξοδος. Παραδέχεται επίσης ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και/ή κάτοχοι του τεμαχίου 176 Φ./Σχ. 1-1495-351 (παλαιό τεμάχιο 427 Φ./Σχ. 45/60), το οποίο είναι παρακείμενο με την αυλή της οικίας της και/ή συνορεύει με το τεμάχιο εντός του οποίου ανεγέρθη η οικία της. Παραδέχεται επίσης ότι η ράµπα βρίσκεται και/ή έχει ανεγερθεί εντός του τεµαχίου των εναγoμένων 2 και 3 αλλά δεν παραδέχεται ότι ανεγέρθη µε σκοπό να οδηγά στην αυλή της και/ή σε κοινόχρηστο χώρο της οικίας της ή άλλο χώρο όπου αυτή είχε συµφέρον. Όσον αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της ενάγουσας ουσιαστικά τους αρνείται και ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Η ράµπα δεν βρίσκεται εντός της αυλής της και δεν ευθύνεται η ίδια για την κατασκευή της ή την συντήρηση της. Ουδέπoτε ανέγειρε ούτε και επέτρεψε στον οποιοδήποτε να κατεδαφίσει και/ή καταργήσει και/ή καταστρέψει οποιοδήποτε µέρος περιτοιχίσµατος του τεµαχίου εντός του οποίου βρίσκεται η οικία της και ουδέποτε ανήγειρε ράµπα και/ή επέτρεψε την ανέγερση τέτοιας για την οποιαδήποτε δική της διευκόλυνση. Γνωρίζονταν με την ενάγουσα για περίπου έξι μήνες. Κατά τον επίδικο χρόνο η ενάγουσα την επισκέφθηκε απρόοπτα και/ή µε την ευκαιρία επίσκεψης της στο Νοσοκοµείο Πάφου, το οποίο βρίσκεται σε κοντινή απόσταση. Η ενάγουσα παρά τις πρoτρoπές της εναγόµενης 1 να χρησιµοποιεί τον δηµόσιο δρόµο κατά τις επισκέψεις της, οδηγούσε και στάθµευε το αυτοκίνητο της σε παρακείµενο ανοικτό χώρο (χωράφι) στο οποίο δεν υπήρχε φωτισµός, είχε λακκούβες και έθεσε η ίδια τον εαυτό της σε κίνδυνο, ο οποίος της ήταν γνωστός και/ή όφειλε να γνωρίζει. Η είσοδο και/ή η αυλή της οικίας της ήταν φωτισµένη πλην όµως το σηµείo που έγινε το ατύχηµα βρίσκεται σε απόσταση και εκτός της ευθύνης της εναγόµενης
  2. Αρνείται τα όσα της αποδίδονται καθώς και οποιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη που κατ' ισχυρισµόν έθεσε σε κίνδυνο την ενάγουσα. Ισχυρίζεται δε ότι εφόσον ήθελε απoδειχθεί τραυµατισµός της ενάγουσας όπως προβάλλει η ίδια, η ίδια δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη και ότι η ενάγουσα ευθύνεται απόλυτα και/ή στον µεγαλύτερο βαθµό για τον τραυµατισµό της εφόσον αυτή: (Α) Οδήγησε και στάθµευσε το αυτοκίνητο της εκτός της οδού και/ή σε χωράφι µε χώµα και έθεσε τον εαυτό της εκούσια σε κίνδυνο, (Β) Χρησιµοποίησε ράµπα και/ή ανοικτό χώρο για να επισκεφθεί την εναγόµενη 1 χωρίς απoχρώντα λόγο και ενώ η δηµόσια οδός και/ή πρόσβαση προς την οικία της είναι από άλλη κατεύθυνση, (Γ) Εισήλθε σε ξένη περιουσία που δεν είναι της ευθύνης της εναγοµένης 1, (Δ) Έθεσε εκούσια τον εαυτό της σε προβλεπτό κίνδυνο υπό τις περιστάσεις και σύµφωνα µε τις πραγµατικές συνθήκες του χώρου, (Ε) Ήταν απρόσεκτη ενώ περπατούσε, (Στ) Παρέλειψε να περπατά επί της οδού και/ή περπάτησε επί ακατάλληλου εδάφους, το οπoίο γνώριζε εκ των προτέρων, (Ζ) Το αξiωµα «Volenti non fit injuria» ισχύει σε σχέση µε την ευθύνη της, (H) Η ενάγουσα παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα µέτρα για την δική της ασφάλεια και επέδειξε αµέλεια και αδιαφoρία, ιδίως λαµβάνοντας υπόψιν τις πραγµατικές συνθήκες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τέλος η εναγόμενη 1 αρνείται τις σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές που κατ' ισχυρισμό η ενάγουσα υπέστη ως ανύπαρκτες και/ή διαζευκτικά υπερβολικές και ζητά απόρριψη της αγωγής µε έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Εδώ να σημειωθεί ότι μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μετά την μαρτυρία της ενάγουσας, με άδεια του Δικαστηρίου, η αγωγή αποσύρθηκε άνευ βλάβης και απορρίφθηκε όσον αφορά τους εναγόμενους 2 και 3, οπόταν συνεχίσθηκε μόνο εναντίον της εναγόμενης
  3. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι των διαδίκων συμφώνησαν και δήλωσαν ότι οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις μαζί, επί πλήρους ευθύνης, ανέρχονται στο ποσό €27,000 με νόμιμο τόκο από 1.12.08 μέχρι εξοφλήσεως, περιορίζοντας έτσι τα επίδικα θέματα σε αυτό της ευθύνης. Περαιτέρω δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός, το οποίο και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι: Η επίδικη ράμπα δεν υπήρχε όταν εκδόθηκαν πιστοποιητικά έγκρισης των μεζονετών. Κατασκευάστηκε σε μεταγενέστερο στάδιο παράνομα, με την κατεδάφιση του περιτοιχίσματος, το οποίο υποδεικνύεται με τόξα τα οποία σημειώθηκαν στο πρώτο σχεδιάγραμμα του τεκμηρίου 1 και στην φωτογραφία Η του τεκμηρίου 3, και το οποίο περιτοίχισμα υφίστατο εντός του τεμαχίου 174 Φ/Σχ. 1-1495-351 στο Αναβαργός της Επαρχίας Πάφου. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της η ενάγουσα κατέθεσε η ίδια και κάλεσε άλλους πέντε μάρτυρες. Από την πλευρά της η εναγόμενη 1 κατέθεσε η ίδια και κάλεσε ακόμη ένα μάρτυρα. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν δε συνολικά 7 τεκμήρια. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Μιχάλης Μιχαήλ, αγρονόμος, τοπογράφος, μηχανικός και εγγεγραμμένος αρμόδιος χωρομέτρης του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και στο ΕΤΕΚ. Στις 10.2.12 μετά από οδηγίες της ενάγουσας ο μάρτυρας προέβη σε επιτόπια εξέταση µε σκοπό την ετοιµασία τοπογραφικής µελέτης για τα τεµάχια 174 και 176 Φ./Σχ. 1-1495-3515 στο Αναβαργός της επαρχία Πάφου και ετοίμασε σχετική έκθεση (τεκμήριο 1). Από την μελέτη των στοιχείων και τις μετρήσεις και σχεδιασµούς που έκανε διαπίστωσε ότι υπάρχει ασφαλτοστρωµένος δρόµος που δεν είναι εγγεγραµµένος και υφίσταται στα τεµάχιο 176 και 173 όπως επίσης και ράµπα που υφίσταται στο τεµάχιο 176 και καθίστα πρόσβαση για το τεµάχιο 174 στην δυτική του πλευρά. Στην βόρεια πλευρά της ράµπας υπάρχει υψοµετρική διαφορά από το υφιστάµενο έδαφος που κυµαίνεται από 0 εκατοστά στο σηµείο όπου εφάπτεται ο άσφαλτος µέχρι 80 εκατοστά στο σηµείο όπου εφάπτεται το τεµάχιο
  4. Σε επίσκεψη του στο χώρο περί τις αρχές Δεκεμβρίου του 2012 παρατήρησε ότι η ασφαλτόστρωση που υφίστατο στο τεµάχιο 176 έχει αφαιρεθεί και στο νότιο σύνορο του τεµαχίου 176 που εφάπτεται µε το τεµάχιο 173 έχουν τοποθετηθεί σιδερένιοι πάσσαλοι. Δεν γνωρίζει εάν ο άσφαλτος υπήρχε τον Μάιο του 2008, ούτε πότε κατασκευάστηκε ο δρόμος. Επίσης δεν γνωρίζει πότε έγινε η εν λόγω αφαίρεση. Τα κτίρια που αποτύπωσε στο 1ο σχέδιο του τεκμηρίου 1 είναι 5 ξεχωριστά κτίρια με 5 διαφορετικούς ιδιοκτήτες. Στο ίδιο σχέδιο με γαλάζια γράμματα σημειώνει μια ράμπα και με κόκκινα κάποια υψόμετρα. Το μηχάνημα που χρησιμοποιούν δίνει υψόμετρο από τον μέσο όρο της ακτής της θάλασσας που είναι το μηδέν. Αναφέρθηκε δε στα διάφορα υψόμετρα της ράμπας από το έδαφος. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε η ενάγουσα της οποίας η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Κατά τις 3.5.08 διέµενε στον Μούτταλο της Επαρχίας Πάφου και ήταν υπεύθυνη σε κατάστηµα πώλησης επίπλων σαν πωλήτρια. Η εναγόµενη 1 είναι κάτοικος Πάφου και κατά τον ίδιο χρόνο και προηγουµένως μέχρι και σήµερα κατοικούσε στη μεζονέτα 5, η οποία βρίσκεται εντός του τεµαχίου174 Φ./Σχ. 1-1495-351 στην περιοχή Αναβαργός στην Επαρχία Πάφου (παλαιό τεµάχιο 520 Φ./Σχ. 45/60), στην οδό Ιορδάνου Κατσάµπη, της οποίας μεζονέτας ήταν και είναι ιδιοκτήτρια και διαχειρίστρια και νόµιµη κάτοχος. Οι εναγόµενοι 2 και 3 είναι εγγεγραµµένοι συνιδιοκτήτες και κάτοχοι του τεµαχίου 176 Φ./Σχ. 1-1495-351 στην περιοχή Αναβαργός στην Επαρχία Πάφου (παλαιό τεµάχιο 427 Φ./Σχ. 45/60), το οποίο είναι παρακείµενο µε την αυλή της οικίας της εναγοµένης 1, συνορεύει µε το τεµάχιο εντός του οποίου ανεγέρθη η οικία αυτή και εφάπτεται της οικίας. Με την εναγόµενη 1 διατηρούσαν φιλικές σχέσεις τους τελευταίους µήνες πριν το επίδικο ατύχηµα. Το σπίτι της εναγόμενης 1 η ενάγουσα το γνώριζε γιατί το επισκέφθηκε δυο-τρεις φορές. Την πρώτη φορά η εναγόμενη 1 της είπε να ακολουθήσει το αυτοκίνητο της και η ενάγουσα την ακολούθησε με το δικό της αυτοκίνητο. Τότε πέρασαν µέσα από το τεµάχιο 176 στο οποίο υπήρχε δρόµος πατηµένος και σκληρός µε κράσιερα και η εναγόμενη 1 ανέβηκε µε το αυτοκίνητο της από μια ράµπα (στο εξής η ράμπα) και στάθµευσε στο πίσω µέρος του σπιτιού της, πίσω από την κουζίνα της ενώ η ενάγουσα σταµάτησε δίπλα από την ράµπα, μέσα στο τεμάχιο 176, και πήγε στο σπίτι εισερχόµενη από την ράµπα. Η πρόσβαση στην κουζίνα της εναγόμενης 1 γίνεται µέσω της εν λόγω ράµπας, η οποία είναι κατασκευασµένη από µπετόν και έχει ανηφορική κλίση. Η ώρα που πήγε τότε πρέπει να ήταν γύρω στις 7 το βράδυ. Ήταν έφυγε ήταν σκοτεινά. Η ράμπα ήταν κατηφορική. Όταν ανέβαινε τη ράμπα αντιλαμβανόταν ότι ανηφόριζε και όταν κατέβαινε ότι κατηφόριζε. Την πρώτη φορά όταν έφυγε κατέβαινε κανονικά ευθεία τη ράμπα. Δεν προσπάθησε να πάει αριστερά ή δεξιά της ράμπας για συντομεύσει την πορεία της. Δεν σκέφθηκε να πάει διαγώνια και ούτε και υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο. Όπως της ανέφερε η εναγόμενη 1 την ράμπα την κατασκεύασε αυτή µαζί µε τους άλλους ιδιοκτήτες οικιών δίπλα της, για ευκολία της για να εισέρχεται πιο εύκολα µε το αυτοκίνητο της στο γκαράζ της αλλά και να έχει πρόσβαση στην κουζίνα και κατά τον ουσιώδη χρόνο η ράμπα ήταν κάτω από τον έλεγχο της. Πιο συγκεκριµένα η εναγόµενη 1 της ανέφερε ότι στο σηµείο από όπου σταµατά η ράµπα βρισκόταν τοίχος περίφραξης, ο οποίος αποτελούσε µέρος ολόκληρης της περίφραξης της οικίας, τον οποίο η εναγόµενη 1 και οι γείτονες της κατεδάφισαν για να ανεγείρουν την ράµπα και να καταστεί δυνατή η πρόσβαση στις οικίες τους από την πίσω πλευρά αλλά και για να έχει η εναγόµενη 1 ευκολότερη πρόσβαση στο γκαράζ. Το τεµάχιο των εναγοµένων 2 και 3, κατά τις 3.5.08, χρησιµοποιούνταν από την εναγόµενη 1 και άλλους σαν δρόµος που σύνδεε τον δρόµο µε την ράµπα. Όσον αφορά τις εισόδους της κατοικίας της εναγόμενης 1 είπε ότι αυτή μια γνώριζε δηλ. της κουζίνας όπου οδηγούσε η ράμπα και ότι από εκεί της έδειξε η εναγόμενη 1 να πηγαίνει και από εκεί πήγαινε. Δεν γνωρίζει εάν αυτή η είσοδος είχε λάμπα έξω. Κατά τις 3.5.08, αργά το απόγευµα η ενάγουσα επισκέφθηκε τη µητέρα της στο νοσοκοµείο κατά το απογευµατινό επισκεπτήριο. Λίγο πριν τελειώσει το επισκεπτήριο δέχτηκε τηλεφώνηµα από την εναγόµενη 1 για να την επισκεφθεί στο σπίτι της για να πιούν καφέ. Μετά το τέλος του επισκεπτηρίου η ενάγουσα µετέβηκε µε το αυτοκίνητο της στο σπίτι της εναγόµενης
  5. Στάθμευσε το αυτοκίνητο της στο πίσω µέρος του σπιτιού της εναγόμενης 1 εντός του τεμαχίου 176 και µπήκε στο σπίτι της εναγοµένης 1 από την ράµπα. Έμεινε εκεί περίπου μια ώρα. Κατά την αναχώρηση της, τις βραδινές ώρες βγήκε από την πόρτα της κουζίνας και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο της. Όταν βγήκε από την πόρτα ήταν βαθύ σκοτάδι. Προχωρώντας δε προς τη ράμπα ήταν επίσης σκοτάδι. Δεν γύρισε πίσω να αναφέρει στην εναγόμενη 1 ότι δεν έβλεπε τίποτα και να ζητήσει φανάρι. Κατά την κάθοδό της προς τον δρόµο, λόγω της ανυπαρξίας φωτισµού στο σηµείο της ράµπας, της ανυπαρξίας περίφραξης αυτής και της ανυπαρξίας οποιουδήποτε κιγκλιδώµατος ή κατασκευάσµατος που να προστατεύει από πτώσεις, έγειρε στην άκρη και έπεσε από την δεξιά πλευρά της ράµπας (όπως την κατεβαίνει κάποιος) στο έδαφος, από ύψος περίπου 50-70 εκατοστά και τραυµατίστηκε σοβαρά στο δεξί πόδι, στα πλευρά και στους αγκώνες. Πιο συγκεκριμένα είπε ουσιαστικά ότι κατέβαινε από τη δεξιά πλευρά της ράμπας, γιατί το αυτοκίνητο της βρισκόταν σε εκείνη τη πλευρά, κοιτάζοντας προσεκτικά γιατί ήταν πολύ σκοτεινά και δεν έβλεπε τίποτα παρά μόνο ένα μαύρο πράγμα. Ο χώρος δίπλα από τη ράμπα που έπεσε ήταν και αυτός μπετόν, όπως και η ράμπα, και έδειχνε κατά την κάθοδο της ότι ήταν ενωμένος με τη ράμπα δηλ. έβλεπε το ίδιο χρώμα παντού και δεν μπορούσε να αντιληφθεί βασικά που ήταν η άκρη της ράμπας και το ύψος μέχρι κάτω. Δεν επιχείρησε να πάει λοξά διαγώνια, δεξιά γιατί δεν ήξερε τι ήταν δεξιά. Υπό αυτές τις συνθήκες όπως κατέβαινε πρέπει το πόδι της να πάτησε λίγο πιο δεξιά με αποτέλεσμα να πέσει από τη άκρη της δεξιάς πλευράς της ράμπας. Όταν έπεσε φώναζε για λίγα λεπτά γιατί ήταν φρικτοί οι πόνοι, είχε καταστραφεί ο αστράγαλος της και μετά από πολλές φωνές και κλάματα βγήκαν έξω οι γείτονες και άναψαν φώτα. Επίσης σημείωσε με Χ στο πρώτο σχέδιο του τεκμηρίου 1 το σημείο όπου πιστεύει ότι έπεσε. Δεν μετακινήθηκε από το χώρο στον οποίο έπεσε. Έμεινε εκεί που την βρήκε το ασθενοφόρο. Δεν δέχθηκε ότι δεν έπεσε από ράμπα και ότι αφού κατέβηκε τη ράμπα και πήγαινε προς το αυτοκίνητο της στραβοπάτησε και χτύπησε. Στη συνέχεια την µετέφεραν µε ασθενοφόρο στο Νοσοκοµείο Πάφου. Συνολικά πήγε στο σπίτι της εναγόμενης 1 τέσσερεις φορές. Η πρώτη ήταν όταν της έδειξε το δρόμο. Πήγε άλλες δύο φορές και κατά τη διάρκεια της μέρας και περπάτησαν μαζί με την εναγόμενη. Η τέταρτη φορά ήταν τη βραδιά του ατυχήματος. Η ράµπα αργότερα ξηλώθηκε και κτίστηκε το περιτοίχισµα. Σε υποβολή δε στην αντεξέταση της ότι μόνη της εξέθεσε τον εαυτό της σε κίνδυνο τον οποίο έπρεπε να προσέξει γιατί φαινόταν ξεκάθαρα αλλά επέλεξε να αγνοήσει είπε ότι δεν ευθύνεται η ίδια εξ ολοκλήρου για το ατύχημα αλλά περισσότερο ευθύνονται οι εναγόμενοι που δεν έγινε μια δουλειά με σωστές προδιαγραφές για να μην φέρει σε κίνδυνο οποιονδήποτε. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο Κυριάκος Λάρκος, φωτογράφος από το 1984, στον οποίο η ενάγουσα ανέθεσε την φωτογράφηση του ευρύτερου χώρου όπου επισυνέβη το επίδικο ατύχημα. Ο μάρτυρας προέβη στην εν λόγω φωτογράφηση στις 17.7.08 και κατέθεσε σχετικά ως τεκμήριο 3, 11 φωτογραφίες (αρίθμηση από Α-Κ). Δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι ο μάρτυρας που αποτύπωσε και εμφάνισε τις φωτογραφίες αυτές. Ως Μ.Ε.4 κατέθεσε η Αργυρούλλα Αγαθαγγέλου, εξάδελφη της ενάγουσας, η οποία ανέφερε ότι τη νύχτα του επίδικου ατυχήματος, μετά τις 11 η ώρα περίπου, έλαβε τηλέφωνο από την εναγόμενη 1, η οποία ήταν ταραγμένη, αγχωμένη και της είπε ότι η ενάγουσα ήταν σπίτι της και την ώρα που έφευγε έπεσε από την ράμπα του σπιτιού της, χτύπησε το πόδι της και την έπαιρνε το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Στη συνέχεια η μάρτυρας ενημέρωσε την αδελφή της ενάγουσας και πήγε και αυτή στο νοσοκομείο. Ως Μ.Ε.5 κατέθεσε ο Κλεόβουλος Κλεοβούλου, οδηγός του ασθενοφόρου που μετέφερε κατά τον επίδικο χρόνο την ενάγουσα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Σύμφωνα με το μάρτυρα εκείνη τη μέρα ο νοσηλευτής Λοϊζος Κυριάκου, ο οποίος πρέπει να έλαβε το μήνυμα, του ανέφερε ότι έχουν κλήση για πτώση από ύψος. Μαζί με το νοσηλευτή πήγαν στο χώρο του περιστατικού. Εκεί είδαν αρκετό κόσμο μαζεμένο. Πρώτος πήγε κοντά στην ενάγουσα ο νοσηλευτής. Ο μάρτυρας έστριψε το αυτοκίνητο προς το σημείο όπου βρισκόταν η ενάγουσα για να φωτίσει το μέρος. Στη συνέχεια κατέβηκε, ρώτησε τον νοσηλευτή τι χρειάζονταν, πήρε τη σανίδα και πήγε προς το σημείο εκείνο. Η ενάγουσα ήταν ξαπλωμένη στο έδαφος σε κατάσταση πανικού και πόνου και όταν την ρώτησαν αν χτύπησε στον αυχένα εκείνη φώναζε ότι χτύπησε το πόδι της. Ο νοσηλευτής προσπαθούσε να της ανατάξει το τραυματισμένο πόδι. Εκεί τους είπαν ότι έπεσε από ένα συγκεκριμένο σημείο όπου είχε κάτι σαν σκαλί, σαν ράμπα, δεν γνωρίζει τι ήταν και δεν γνωρίζει επ' ακριβώς το ύψος του. Του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες του τεκμηρίου 3, ανέφερε ότι νομίζει ότι αυτή ήταν η συγκεκριμένη περίπτωση και σημείωσε στη φωτογραφία H με Χ, ένα περίπου, ως ανέφερε, το σημείο όπου βρήκαν την ενάγουσα όταν πήγαν. Μετά που ο μάρτυρας βοήθησε τον νοσηλευτή να ακινητοποιήσει πλήρως το πόδι της ενάγουσας, την μετέφεραν με το τρόλεϊ στο ασθενοφόρο και στη συνέχεια στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών στα Επείγοντα όπου την ανέλαβε ο ιατρός. Τέλος ως Μ.Ε.6 κατέθεσε ο Χαράλαμπος Καμπούρης, Ορθοπεδικός Χειρουργός στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η ενάγουσα υπήρξε ασθενής του. Κατέθεσε ως τεκμήριο 5, ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 16.2.10 που εξέδωσε ο ίδιος και επιβεβαίωσε τις εκεί αναφερόμενες σωματικές βλάβες της ενάγουσας. Ανέφερε δε ότι έχει επιληφθεί αρκετών παρόμοιων περιπτώσεων και από την εμπειρία του πρόσωπα που έχουν υποστεί τραυματισμούς όπως η ενάγουσα συνήθως μεταφέρονται με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο, κλινήρεις σε φορείο με το πόδι ακινητοποιημένο σε ειδικό νάρθηκα, συνήθως πονούν αρκετά, είναι τρομαγμένοι και φοβισμένοι. Κατά τη γνώμη του ο τραυματισμός - κάταγμα που υπέστη η ενάγουσα δεν μπορεί να προκληθεί από στραβοπάτημα. Βασικό στοιχείο τέτοιων τραυματισμών αμέσως μόλις επισυμβούν είναι ο πόνος που προκαλείται στον τραυματισθέντα. Όσον αφορά τη διαβάθμιση του πόνου ανέφερε ότι αυτό είναι υποκειμενικό και ότι δεν αντιδρούν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Οποιοσδήποτε, όμως που είναι ανθεκτικός στον πόνο, με τέτοιο τραύμα πάλι πονάει. Το κατά πόσο κάποιος που έχει μόλις υποστεί τέτοιο τραυματισμό μπορεί να σκεφτεί καθαρά και να ενεργεί ωσάν να μην είχε τραυματιστεί είναι καθαρά υποκειμενικό και εξαρτάται από την προσωπικότητα, από το μορφωτικό επίπεδο και τη ψυχοσύνθεση του ασθενούς. Εν πάσει περιπτώσει ήταν η γνώμη του μάρτυρα ότι κάποιος σε τέτοια κατάσταση δεν υπάρχει περίπτωση να προβεί σε κάποιες ενέργειες για να το φορτώσει σε κάποιον άλλο ή να φταίξει κάποιον άλλο για την κατάσταση του διότι εκείνη την ώρα πονάει, είναι τρομαγμένος και δεν σκέφτεται τίποτε άλλο από τον πόνο και το σπασμένο του πόδι. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η εναγόμενη 1, της οποίας η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Από το 2004 είναι η εγγεγραµµένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου µε αριθµό εγγραφής 4568, τεµάχιο επί 520 του Φ./Σχ. 45/60 της ενορίας Αναβαργός του Δήµου Πάφου, το οποίο αποτελείται από µια διώροφη οικία µε αριθµό 5 και αποκλειστικό δικαίωµα χρήσης της αυλής αρ. 17 και της αυλής αρ.
  6. Η πιο πάνω οικία είναι µέρος συγκροτήματος 5 κατοικιών (στο εξής το συγκρότημα) και η ίδια έχει, σύµφωνα µε τον τίτλο ιδιοκτησίας της (τεκμήριο 7), το 23,88% στην κοινόκτητη ιδιοκτησία του συγκροτήματος. Η οικία της βρίσκεται στην οδό lορδάνη Κατσαµπή (αδιέξοδο), η οποία αποτελεί την επίσηµη και εγγεγραµµένη πρόσβαση προς το συγκρότηµα κατοικιών µέρος του οποίου είναι η οικία της. Η εν λόγω οικία της έχει μια µόνο είσοδο. Η επίδικη ράµπα βρισκόταν από την άλλη πλευρά του συγκροτήµατος και δεν αποτελεί µέρος της ιδιοκτησίας της εναγόμενης 1 ούτε µέρος της κοινόκτητης ιδιοκτησίας αλλά αποτελεί ιδιοκτησία των εναγοµένων 2 και
  7. Η ράµπα αυτή είχε κατασκευαστεί µε πρωτοβουλία ή/και οδηγίες ενός ηλικιωµένου άγγλου, ο οποίος διέµενε στην κατοικία αρ. 4 του συγκροτήματος, και είπε στην εναγόμενη 1, µετά την κατασκευή της ράµπας, ότι ο ίδιος φρόντισε για την κατασκευή αυτή διότι είχε πάει στο Τµήµα Πολεοδοµίας όπου του ανέφεραν ότι θα γινόταν εγγεγραµµένος δρόµος εκεί. Πριν την κατασκευή της ράµπας, µέσα από το κτήµα των εναγοµένων 2 και 3 περνούσαν αυτοκίνητα και είχαν σχηµατίσει επί τόπου χωµατόδροµο. Δεν γνωρίζει εάν η κατασκευή της ράµπας έγινε µε τη συγκατάθεση των εναγοµένων 2 και
  8. Η κατασκευή της ράµπας δεν ήταν πρωτοβουλία της εναγόμενης 1 ούτε και εντάχθηκε στην ιδιοκτησία της ή στους κοινόχρηστους χώρους του συγκροτήµατος κατοικιών. Μερικές φορές όµως η εναγόμενης 1 χρησιµοποιούσε τη ράµπα όπως και άλλοι. Ουδέποτε όμως η εναγόμενη 1 ανέφερε στην ενάγουσα ότι ανήγειρε ή συµµετείχε στην ανέγερση της ράµπας. Η οικία της δεν γειτνίαζε µε τη ράµπα αλλά βρισκόταν σε απόσταση περίπου 14 µέτρων. Η ράµπα δεν ξεκινούσε από την έξοδο της κουζίνας της οικίας της αλλά από το σύνορο του τεµαχίου στο οποίο ανεγέρθηκε το όλο συγκρότηµα. Εξήγησε ότι ανεβαίνοντας τη ράμπα υπάρχει κοινόχρηστος χώρος περίπου 14 μέτρα, μετά μία μικρή βεράντα περίπου δύο μέτρα, μετά βρίσκεται η είσοδος της και δίπλα στη βεράντα ένας ανθώνας και αυτό ονομάζει αυλή στον τίτλο. Δηλ. η είσοδος της βρίσκεται μετά τον κοινόχρηστο χώρος στον οποίο ανεβαίνει κάποιος από τη ράμπα, 14 μέτρα από το πάνω μέρος της ράμπας. Κοινόχρηστος χώρος είναι και το στεγασμένο κομμάτι κάτω από το μπαλκόνι της μεζονέτας της. Η σιδηροκατασκευή η οποία φαίνεται στην άκρη της φωτογραφίας Η του τεκμηρίου 3 δεξιά, τοποθετήθηκε από την εναγομένη 1, γιατί έχει ένα σκυλάκι, με τη συγκατάθεση των άλλων εφόσον εκείνος είναι κοινόχρηστος χώρος. Η φιλική σχέση της µε την ενάγουσα ξεκίνησε περίπου 6 µήνες πριν το επίδικο επεισόδιο, οπόταν άρχισαν να ανταλλάσσουν επισκέψεις. Η ενάγουσα, πριν το επίδικο συμβάν, είχε επισκεφθεί την οικία της εναγόμενης 1 πολλές φορές και γνώριζε ότι υπήρχε κανονικά πρόσβαση στην οικία από την άλλη πλευρά αλλά φαίνεται ότι επέλεγε να έλθει από την πλευρά που υπήρχε η ράµπα. Η ενάγουσα γνώριζε και ήταν οικεία µε τη εν λόγω ράµπα, την οποία ανεβοκατέβηκε πολλές φορές. Την πρώτη φορά που η ενάγουσα επισκέφθηκε την εναγόμενη 1 η τελευταία της είχε εξηγήσει πώς να έλθει στην οδό lορδάνη Κατσαµπή και δεν την ακολούθησε όπως ψευδώς ισχυρίστηκε. Η εναγόμενη 1 δεν γνωρίζει ούτε και µπορεί να θυµηθεί ποιο δρόµο χρησιµοποίησε η ενάγουσα όσες φορές την επισκέφθηκε. Θυµάται όµως ότι µια φορά η ενάγουσα της είχε πει ότι στην άκρια του χωραφιού είχε χόρτα και δυσκολεύτηκε να έλθει. Η εναγόμενη 1 την προέτρεψε να χρησιµοποιεί την οδό lορδάνη Κατσαµπή. Κατά την 3.5.08 και περί ώρα 8:50 µ.µ. η ενάγουσα επισκέφθηκε την εναγόμενη 1 στην οικία της, µετά την επίσκεψη της στο νοσοκοµείο Πάφου όπου είχε πάει για να δει τη µητέρα της, όπως της είπε. Χτύπησε την πόρτα της οικίας της και η εναγόμενη 1 άνοιξε και την κάλεσε µέσα. Η εναγόμενη 1 δεν είχε δει από πού ήλθε η ενάγουσα και που είχε σταθµεύσει το αυτoκίνητo της. Η ενάγουσα έφυγε από την οικία της εναγόμενης 1 περί ώρα 10:45 µ.µ. Κατά τον πιο πάνω χρόνο το εξωτερικό φως της οικίας της εναγόμενης 1 ήταν αναµµένο όπως και της διπλανής οικίας αρ.
  9. Από την έξοδο της οικίας της εναγόμενης 1 η αρχή της ράµπας ήταν ορατή και προχωρώντας προς αυτήν γινόταν ορατή ολόκληρη η ράµπα µέχρι και το τέρµα της. Λίγα λεπτά, περίπoυ 5, µετά την έξοδο της ενάγουσας, η εναγόμενη 1 άκουσε κάποιες φωνές και βγήκε έξω. Ταυτόχρονα βγήκε και ο ένοικος της διπλανής οικίας αρ. 4, Oδυσσέας Oδυσσέως. Η χρονική περίοδος µεταξύ του χρόνου που η ενάγουσα έφυγε από την οικία και του χρόνου που η εναγόμενη 1 άκουσε φωνές ήταν πολύ µεγαλύτερη από τη χρονική περίοδο που χρειάζεται για να φτάσει κάποιος από την εν λόγω οικία στο τέλος της ράµπας. Η εναγόμενη 1 δεν µπορεί να ξέρει τι είχε συµβεί ούτε και να απoκλείσει η ενάγουσα να φώναζε για κάποιο χρονικό διάστηµα χωρίς να την ακούσει. Αφού η εναγόμενη 1 προχώρησε προς τη ράµπα είδε την ενάγουσα να είναι πεσµένη στο τέλος της ράµπας στα δεξιά της. Σημείωσε με ένα κύκλο στη φωτογραφία Η του τεκμηρίου 3 το σημείο όπου βρήκε την ενάγουσα περίπου. Στο µέρος πλησιάσαν η εναγόμενη 1, ο Oδυσσέας Οδυσσέως και ο Γιώργος Γεωργίου, ο οποίος κατοικεί σε κοντινή οικία. Ο Γεωργίου τηλεφώνησε για ασθενοφόρο και παρέμειναν όλοι εκεί µέχρι να έλθει το ασθενοφόρο. Στο µέρος ήταν μόνο αυτοί οι τρεις και κατά το χρόνο που τοποθετούσαν την ενάγουσα στο φορείο ήλθε στο µέρος και ο ιερέας µε τη γυναίκα του που κατοικούν στη διπλανή οικία. Το ασθενοφόρο είχε σταθµεύσει µε το πίσω του µέρος προς τη ράµπα έτσι ώστε η έξοδος και είσοδος του φορείου να είναι εύκολη. Ακολούθως η εναγόμενη 1 επισκέφθηκε το Τµήµα Πρώτων Βοηθειων του Νοσοκοµείου Πάφου και περίµενε µέχρι να µεταφερθεί η ενάγουσα σε δωµάτιο οπόταν και την είδε για λίγο. Η ενάγουσα της είπε ότι έσπασε το πόδι της αλλά σε καµία περίπτωση δεν της είπε ότι έπεσε από τη ράµπα. Ακολούθως η εναγόμενη 1 επισκεπτόταν την ενάγουσα καθηµερινά. Τη δεύτερη µέρα η ενάγουσα της τηλεφώνησε και της είπε ότι θα κινούσε αγωγή στο Δήµο Πάφου διότι ο δρόµος εκεί δεν είχε φωτισµό. Η εναγόμενη 1 την υπενθύµισε ότι εκεί δεν είναι δρόµος αλλά χωράφι αλλά η ενάγουσα της είπε ότι ο δικηγόρος της ξέρει. Η εναγόμενη 1 συνέχισε να επισκέπτεται την ενάγουσα και µετά την έξοδο της από το νοσοκοµείο. Σταµάτησε να την επισκέπτεται όταν η συµπεριφορά της είχε αρχίσει να γίνεται εχθρική και ζήτησε από την εναγόμενη 1 να επιβεβαιώσει την ακριβή της διεύθυνση. Κατά τις αρχές Αυγούστου 2008, όταν επιδόθηκε στην εναγόμενη 1 η παρούσα αγωγή, τηλεφώνησε στην ενάγουσα για να µάθει για ποιο λόγο είχε κινήσει αγωγή εναντίον της. Εκείνη της είπε ότι της κινούσε αγωγή διότι δεν της είχε δώσει χρήµατα. Η εναγόμενη 1 την ρώτησε γιατί να της δώσει χρήµατα και εκείνη της είπε ότι ήταν απένταρη. Όσον αφορά τη μαρτυρία της Μ.Ε.4, ανέφερε ότι την πήρε τηλέφωνο όταν βρισκόταν στις Πρώτες Βοήθειες και περίμενε και της είπε ότι η ενάγουσα βρισκόταν εκεί πονούσε το πόδι της και νομίζει ότι το έσπασε. Δεν της είπε ότι έπεσε από τη ράμπα γιατί κάτι τέτοιο δεν της ανέφερε η ενάγουσα. Τέλος ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Γιώργος Γεωργίου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο μέχρι και σήμερα διαμένει στην οδό Ιορδάνη Κατσαμπή 23 στο Αναβαργός. Γνωρίζει την εναγόμενη 1 από το 1997, 1998 που εκείνη πήγε στην περιοχή. Το σπίτι της από το δικό του είχε απόσταση περίπου 15 μέτρων. Η σχέση τους είναι τυπική. Όσον αφορά το επίδικο ατύχημα ανέφερε ότι στις 3.5.08 περί ώρα 10:45 μ.μ. ενώ ετοιμαζόταν να κοιμηθεί άκουσε μία γυναικεία φωνή να καλεί σε βοήθεια. Στην αρχή η φωνή ήταν τελείως αδύνατη και δεν έδωσε σημασία μετά όμως από πάροδο δευτερολέπτων η φωνή ακούστηκε πιο δυνατή. Βγήκε έξω, κατέβηκε από την πίσω πλευρά του σπιτιού του όπου υπάρχουν οικόπεδα αλλά και χωματόδρομος που χρησιμοποιείται από αυτοκίνητα. Μόλις άνοιξε το κάγκελο και βγήκε στο χωματόδρομο στα αριστερά του εκεί κοντά στη βάση της ράμπας που υπήρχε (σημείωσε με ένα + στη φωτογραφία Η του τεκμηρίου 3 περίπου το μέρος) εντόπισε ένα μαύρο όγκο που φαινόταν ότι ήταν άνθρωπος (ως ανέφερε, λίγο φως ερχόταν εφόσον η εναγόμενη 1 και ο Οδυσσέας είχαν αναμμένα φώτα τα οποία είδε όταν πήγε κοντά στο πρόσωπο αυτό), φαινόταν πολύ χτυπημένος και καλούσε σε βοήθεια. Έφτασε πρώτος κοντά στο πρόσωπο αυτό. Την ώρα εκείνη είδε ότι κατέβαιναν από τη ράμπα η εναγόμενη 1 με τον γείτονα της Οδυσσέα. Η γυναίκα που ήταν στο έδαφος βογκούσε, φαινόταν να χτύπησε και να υποφέρει πάρα πολύ, έδειχνε ότι ήταν σπασμένα τα πόδια της και είπε «Μην με μετακινήσετε». Ο μάρτυρας δεν τη ρώτησε τι έπαθε εφόσον ταυτόχρονα ήρθε η εναγόμενη 1 με τον Οδυσσέα και ο μάρτυρας απομακρύνθηκε λίγο και κάλεσε ασθενοφόρο. Όσον αφορά τα φώτα που είδε, ανέφερε ότι δεν ανέβηκε πάνω στη ράμπα και δεν τα έλεγξε. Όσον αφορά τη κλήση για ασθενοφόρο ανέφερε ότι δεν θυμάται ακριβώς, νομίζει ότι τηλεφώνησε στο 199 και τον ένωσαν με τις πρώτες βοήθειες και τους είπε να στείλουν ασθενοφόρο στην οδό Ιορδάνη Κατσαμπή 23 αλλά να έρθει από την πίσω πλευρά εφόσον στο χώρο του ατυχήματος δεν υπήρχε οδός. Όταν του υποδείχθηκε το άσπρο αυτοκίνητο που φαίνεται στη φωτογραφία 2 του τεκμηρίου 3 και του ζητήθηκε να πει αν είναι της εναγόμενης 1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν είναι δικό της. Πρόσθεσε δε ότι αυτή είχε κάποτε ένα μπλε BMW και ένα Άγγλο γείτονα στον οποίο μπορεί να ανήκει το αυτοκίνητο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ξεκινώντας από τους Μ.Ε.1, Μ.Ε.3 και Μ.Ε.6 θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτοί δεν αντεξετάσθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης και συνεπώς τόσο τα προσόντα και οι γνώσεις τους αλλά και τα όσα κατέθεσαν κατά τη μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκαν και συνεπώς γίνονται δεκτά. Όσον αφορά τη Μ.Ε.4 αυτή μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία της, η οποία ουσιαστικά περιορίσθηκε στα όσα της είπε η εναγόμενη 1, δια τηλεφώνου το βράδυ του επίδικου ατυχήματος, ήταν σταθερή και συνεπής, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και η θέση της παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση της. Συνεπώς η μαρτυρία της γίνεται επίσης δεκτή. Εξετάζοντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του Μ.Ε.5 αυτή αμφισβητήθηκε ουσιαστικά σε δύο σημεία της. Συγκεκριμένα αμφισβητήθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο έλαβαν κλήση για πτώση από ύψος καθώς και η θέση στην οποία ο μάρτυρας εντόπισε την ενάγουσα όταν έφθασε στη σκηνή και την οποία σημείωσε με Χ στη φωτογραφία Η του τεκμηρίου
  10. Όσον αφορά το θέμα της κλήσης, πριν κλείσει την υπόθεση της η ενάγουσα, ο συνήγορος της εναγόμενης 1 εξασφάλισε, δυνάμει του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, άδεια να κλητεύσει τον νοσηλευτή στον οποίο αναφέρθηκε ο Μ.Ε.5, για να αντεξεταστεί για την εξ ακοής δήλωση που του αποδόθηκε, ότι δηλ. έλαβε μήνυμα - κλήση για πτώση από ύψος. Στην επόμενη δικάσιμο ο κ. Κορακίδης δήλωσε ότι παρά το ότι έγινε προσπάθεια να επιδοθεί κλήση στο πρόσωπο αυτό αναφέρθηκε στον επιδότη ότι στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου δεν εργάζεται πρόσωπο με αυτό το όνομα και ζητήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας να δώσει νέα στοιχεία. Ο συνήγορος της ενάγουσας ανέφερε ότι δεν είχαν άλλα στοιχεία πέραν αυτών που ανέφερε ο Μ.Ε.
  11. Δήλωσε όμως, προς τιμή του, ότι ενόψει των ανωτέρω η πλευρά της ενάγουσας αποδέχεται να μην ληφθεί υπόψη η μαρτυρία για την οποία θα ζητείτο να γίνει η εν λόγω αντεξέταση ήτοι ότι ο νοσηλευτής αυτός έλαβε μήνυμα - κλήση για πτώση από ύψος. Θα πρέπει να λεχθεί όμως ότι ενόψει του ότι η εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία αμφισβητήθηκε από την πλευρά της εναγόμενης 1 και το πρόσωπο στον οποίο αποδόθηκε η δήλωση δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να αντεξετασθεί σχετικά και να αξιολογηθεί η θέση του, χωρίς να φέρει για αυτό ευθύνη η πλευρά της εναγόμενης 1, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να δοθεί στην εν λόγω μαρτυρία οποιαδήποτε βαρύτητα. Σε σχέση με τη θέση στην οποία εντόπισε την ενάγουσα όταν έφθασε στη σκηνή, στην κυρίως εξέταση ο Μ.Ε.5 είπε ότι την είδαν ξαπλωμένη στο έδαφος και όταν του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες Η και Θ, ότι ήταν κάπου κάτω χαμηλά. Σημείωσε δε με Χ στη φωτογραφία Η συγκεκριμένο σημείο αναφέροντας όμως ότι είναι «ένα περίπου» δηλ. κατά προσέγγιση και όχι με ακρίβεια. Το ότι δεν μπορούσε να καθορίσει επακριβώς το σημείο αυτό προκύπτει και από την αντεξέταση του όπου όταν του ζητήθηκε να το δείξει στη φωτογραφία Ζ και να καθορίσει που ήταν το κεφάλι και τα πόδια της ενάγουσας είπε ότι αυτό δεν μπορεί να το πράξει γιατί μετά από τόσα χρόνια δεν μπορούσε να προσανατολιστεί. Συνεπώς κρίνω ότι το σημείο Χ που έθεσε ο μάρτυρας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το ακριβές σημείο όπου εντόπισε την ενάγουσα μόλις έφθασε στη σκηνή. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι από τη μαρτυρία του Μ.Ε.5 σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, στην οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια και κατά την οποία ο Μ.Υ.2 επίσης υπέδειξε, πάλι κατά προσέγγιση, το σημείο που ο ίδιος εντόπισε την ενάγουσα αμέσως μετά το ατύχημα, προκύπτει εν πάση περιπτώσει ότι η ενάγουσα εντοπίσθηκε στο έδαφος κάτω από την δεξιά άκρη της ράμπας, όπως την βλέπει κάποιος που κατεβαίνει αυτήν, κοντά στη βάση της. Ως εκ των άνω η μαρτυρία Μ.Ε.5 γίνεται δεκτή με τις διευκρινίσεις που έγιναν ανωτέρω. Όσον δε αφορά το Μ.Υ.2 αυτός γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, πάντα με βάση το πως θυμόταν το κάθε γεγονός, οι δε θέσεις του χαρακτηρίζονταν από συνέχεια και λογική. Όσον αφορά το σημείο όπου εντόπισε την ενάγουσα αμέσως μόλις βγήκε από το κάγκελο του σπιτιού του, διευκρίνισε κατά την σημείωση αυτού στη φωτογραφία Η με το σημείο +, ότι ήταν περίπου εκεί. Το σημείο αυτό βρίσκεται επίσης κάτω από την δεξιά άκρη της ράμπας, όπως κατεβαίνει κάποιος αυτήν, κοντά στη βάση της, είναι όμως διαφορετικό από αυτό που σημείωσε ο Μ.Ε.
  12. Προκύπτει ότι ούτε το σημείο που υπέδειξε ο Μ.Υ.2 ήταν το ακριβές σημείο όπου εντόπισε την ενάγουσα αλλά εν πάση περιπτώσει προκύπτει ότι η ενάγουσα βρέθηκε κάτω από την δεξιά άκρη της ράμπας, όπως κατεβαίνει κάποιος αυτήν, κοντά στη βάση της. Αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνει, ως λέχθηκε ανωτέρω, τη θέση της εναγόμενης για πτώση της από την δεξιά άκρη της ράμπας (να σημειωθεί ότι το σημείο που αυτή υπέδειξε με Χ στο τεκμήριο 1 βρίσκεται στην ίδια πλευρά κάτω από τη ράμπα στη βάση αυτής στο χώρο μεταξύ των δύο σημείων που ανέφεραν οι Μ.Ε.5 και Μ.Υ.2) και εν πάση περιπτώσει δεν τεκμηριώνει αυτό που της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση της ότι δηλ. είχε κατεβεί από τη ράμπα και οδεύοντας προς το αυτοκίνητο της στραβοπάτησε και τραυματίσθηκε. Όσον δε αφορά το φωτισμό στο χώρο του ατυχήματος ο Μ.Υ.2 είπε ουσιαστικά στην αντεξέταση του ότι λίγο φως ερχόταν στο σημείο όπου εντόπισε την ενάγουσα κοντά στη βάση της ράμπας, μόλις άνοιξε το κάγκελο και βγήκε στο χωματόδρομο. Εξήγησε όμως ότι ουσιαστικά όταν βγήκε από το κάγκελο εντόπισε στο σημείο ένα μαύρο όγκο που φαινόταν ότι ήταν άνθρωπος. Σε υποβολή δε ότι δεν είχε καθόλου φωτισμό εκείνο το βράδυ και δεν μπορούσε από το σπίτι του να διακρίνει οτιδήποτε στη βάση της ράμπας αναφέρθηκε σε αμυδρό φως που ερχόταν από φώτα με τον οποίο διακρινόταν ότι εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος. Όσον δε αφορά από που ερχόταν το φως είπε ότι η εναγόμενη 1 και ο Οδυσσέας είχαν αναμμένα φώτα κάτι που διαπίστωσε όταν έφτασε πρώτος κοντά στην ενάγουσα. Όμως παραδέχθηκε στη συνέχεια ότι όσον αφορά τα φώτα αυτά δεν ανέβηκε πάνω στη ράμπα και δεν τα έλεγξε ενώ όταν στη συνέχεια του ζητήθηκε να υποδείξει εάν στη φωτογραφία Ζ φαίνεται η λάμπα της εναγόμενης 1 που ήταν αναμμένη, ανέφερε ότι είναι κάπου εδώ, δείχνοντας κοντά στο υπόστεγο που φαίνεται στο σπίτι δεξιά και πρόσθεσε ότι δεν ξέρει. Δεν μπορούσε δε να εξηγήσει που βρίσκεται η λάμπα του σπιτιού του Οδυσσέα που επίσης ανέφερε ότι ήταν αναμμένη. Ως εκ των άνω γίνεται δεκτό από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 ότι όταν βγήκε από το κάγκελο του σπιτιού του εντόπισε στα αριστερά του κοντά στη βάση της ράμπας «ένα μαύρο όγκο που φαινόταν να είναι άνθρωπος» με βάση κάποια φώτα που ήταν αναμμένα και έστελλαν εκεί αμυδρό φως. Δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό από τη μαρτυρία του, και αυτό όχι γιατί κρίνεται ότι ο μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής, αλλά γιατί ως προκύπτει από τα όσα ο ίδιος είπε για το πως το γνώριζε, δεν μπορούσε να είναι βέβαιος αλλά ουσιαστικά υπέθεσε, βλέποντας την εναγόμενη 1 και τον γείτονα της Οδυσσέα να κατεβαίνουν από τη ράμπα την ώρα που αυτός ήταν ήδη κοντά στην ενάγουσα, ότι τα φώτα που έστελλαν αυτό το αμυδρό φως ήταν από την οικία των δύο αυτών προσώπων. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Υ.2 με τις διευκρινίσεις που έχουν γίνει, γίνεται δεκτή. Η ενάγουσα γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις και οι θέσεις της χαρακτηρίζονταν από συνέχεια και λογική και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση της. Περαιτέρω κάποια μέρη της μαρτυρίας της επιβεβαιώνονται από άλλη μαρτυρία. Γενικά δε άφησε στο Δικαστήριο την εικόνα ενός ειλικρινούς προσώπου. Το ότι στην κυρίως εξέταση της είπε ότι επισκέφθηκε το σπίτι της ενάγουσας 2-3 φορές ενώ στην αντεξέταση της είπε ότι συνολικά πήγε εκεί 4 φορές δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης αντίφαση ή προσπάθεια της να ψευστεί, εφόσον δικαιολόγησε αυτό λέγοντας, με ειλικρίνεια, ότι θυμήθηκε κατά την αντεξέταση της, όταν ρωτήθηκε σχετικά, ότι την πρώτη φορά ήταν βράδυ, ότι και την μέρα του ατυχήματος ήταν βράδυ και ότι είχε πάει άλλες δύο φορές για περπάτημα με την εναγόμενη
  13. Η δε μαρτυρία της όσον αφορά την έλλειψη φωτισμού δεν διαψεύδεται από αυτήν του Μ.Υ.2 αλλά συνάδει με αυτήν εφόσον η ενάγουσα είπε ότι τα φώτα άναψαν μετά από το ατύχημα και όταν ακούστηκαν οι φωνές της, ενώ ο Μ.Υ.2 δεν ανέφερε ότι τα φώτα αυτά ήταν αναμμένα πριν ακούσει τις φωνές, οι οποίες τον έκαναν να βγει από το σπίτι του και στη συνέχεια να εντοπίσει την ενάγουσα. Όσον αφορά τη θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη 1 της ανέφερε ότι τη ράμπα την κατασκεύασε εκείνη με τους άλλους ιδιοκτήτες των δίπλα οικιών για εύκολη πρόσβαση στις οικίες από την πίσω πλευρά αφού κατεδάφισαν τον τοίχο περίφραξης, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν τέθηκε στην εναγόμενη 1 κατά την αντεξέταση της, η οποία μάλιστα όχι μόνο αρνήθηκε κάτι τέτοιο αλλά και ανέφερε ότι κάποιος άλλος έκτισε τη ράμπα, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε. Η θέση αυτή ως ουσιώδης για την ενάγουσα, η οποία προσφέρθηκε χωρίς να τεθεί στη βάσανο της αντεξέτασης της εναγόμενης 1, χωρίς μάλιστα να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για αυτό, κρίνω ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην και να γίνει δεκτή (βλ. Adidas v. Jonitexo Ltd

(1987)1 C.L.R. 383, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 785, Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527 και Δημητριάδη κ.α. ν. Kravtchenko, Πολιτική Έφεση αρ. 57/2010, ημερ. 31.5.13). Άλλωστε ως έχει προαναφερθεί τα όσα, αντίθετα ουσιαστικά, ανέφερε σχετικά η εναγόμενη 1δεν αμφισβητήθηκαν και παρέμειναν ουσιαστικά αναντίλεκτα. Δεν μου διαφεύγει επίσης το εξής: Κατά την αντεξέταση της ενάγουσας όταν της ζητήθηκε να υποδείξει την πορεία που ακολούθησε το βράδυ του επίδικου ατυχήματος όταν έφυγε από την οικία της εναγόμενης 1 είπε ότι βγήκε από την οικία και ακολούθησε μια πορεία την οποία σημείωσε με μπλε στυλό επί του πρώτου σχεδίου στο τεκμήριο
  1. Μετά από την αμέσως επόμενη ερώτηση να υποδείξει το σημείο από το οποίο έπεσε σημείωσε με Χ το εν λόγω σημείο. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι η πορεία που σημείωσε με μπλε στυλό φαίνεται να διασχίζει τη ράμπα από πάνω μέχρι και το κατώτερο σημείο αυτής λίγο πιο δεξιά από τη μέση της (όπως την κατεβαίνει κάποιος) ενώ το σημείο Χ που έθεσε η ενάγουσα βρίσκεται κάτω από την δεξιά άκρη της ράμπας δηλ. κοντά στη βάση αυτής και περίπου στη μέση του μήκους της ράμπας. Όταν υποδείχθηκε στην ενάγουσα ότι το σημείο Χ δεν φαίνεται να συνδέεται με την πορεία που ακολούθησε και της ζητήθηκε να εξηγήσει είπε ότι όταν κατευθύνθηκε προς τη ράμπα έπαιρνε λίγο προς τα δεξιά γιατί το αυτοκίνητο της ήταν προς τη δεξιά πλευρά της ράμπας όπως την βλέπουμε από ψηλά. Όταν κοίταζε προσεκτικά γιατί ήταν πολύ σκοτεινά και δεν έβλεπε τίποτα παρά μόνο ένα μαύρο πράγμα πιστεύει ότι θα πήγε λίγο πιο δεξιά και έπεσε. Ο χώρος δίπλα από τη ράμπα που έπεσε ήταν και αυτός μπετόν, όπως και η ράμπα, και έδειχνε κατά την κάθοδο της ότι ήταν ενωμένος με τη ράμπα. Δεν φαινόταν να έχει υψόμετρο. Όταν της υποδείχθηκε και πάλι σε σχέση με το ποια υπέδειξε στο σχέδιο ότι ήταν η πορεία της και το σημείο που έπεσε και της τέθηκε ότι δεν είναι λογικό ενώ βάζει τέτοια πορεία να έπεσε από το σημείο Χ και της ζητήθηκε να εξηγήσει, είπε ότι στη γραμμή που τράβηξε εάν προσέξεις κλείνει πολύ περισσότερα στη δεξιά πλευρά και ότι όπως περπατούσε προς τα κάτω ίσως να πήγε το πόδι της πιο δεξιά γιατί έβλεπε το ίδιο χρώμα παντού και έπεσε. Επέμενε δε ότι ακολούθησε την πορεία όπως την σχεδίασε στο τεκμήριο
  2. Ενόψει των ανωτέρω τίθεται το θέμα κατά πόσο η όλη θέση της ενάγουσας είναι αντιφατική και εάν καταδεικνύει ότι τελικά αυτή δεν έπεσε από την άκρη της ράμπας αλλά κατέβηκε από αυτήν. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι εάν το εν λόγω μέρος της μαρτυρίας της ενάγουσας ιδωθεί αποσπασματικά μπορεί κάποιος να καταλήξει στο εν λόγω συμπέρασμα. Η μαρτυρία όμως κάθε μάρτυρα θα πρέπει κατά την αξιολόγηση της να εξετάζεται στο σύνολο της αλλά και σε αντιπαραβολή με άλλη σχετική μαρτυρία. Εξετάζοντας λοιπόν το σύνολο της μαρτυρίας της ενάγουσας ως φαίνεται βασικά από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω φαίνεται ότι η θέση της ήταν εξ αρχής μέχρι και τέλους ότι έπεσε από την άκρη της ράμπας. Εάν δεν ήταν έτσι τότε αμέσως μετά που σημείωσε την πορεία της δεν θα καταδείκνυε ως σημείο πτώσης της το Χ ενώ εκείνο που συνάγεται αβίαστα από τα όσα απάντησε στις αμέσως επόμενες ερωτήσεις είναι ότι έπεσε στο εν λόγω σημείο. Είναι δε ενόψει όλων των ανωτέρω προφανές ότι αυτό που σημείωσε ως πορεία δεν ήταν αυτή που ακολούθησε κατά τον επίδικο χρόνο αλλά αυτή που ήθελε να ακολουθήσει. Το ότι η ενάγουσα έπεσε από την δεξιά άκρη της ράμπας φαίνεται και από το ότι ο Μ.Υ.2, ο οποίος ήταν ο πρώτος που πήγε κοντά της, καθόρισε ως σημείο που την εντόπισε στη βάση της ράμπας κάτω από τη δεξιά πλευρά αυτής και όχι σημείο που να καταδεικνύει ότι αυτή ακολούθησε τη διαδρομή που σημείωσε στο τεκμήριο
  3. Άλλωστε η θέση της ενάγουσας ότι δεν μετακινήθηκε καθόλου μετά τη πτώση της λόγω του τραύματος ουσιαστικά επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του Μ.Ε.6, η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Εν πάση περιπτώσει ελλείψει άλλης μαρτυρίας δεν είναι λογικό ένα πρόσωπο που υφίσταται ένα τραυματισμό όπως η ενάγουσα, ο οποίος προκαλεί μεγάλο πόνο (το ότι ήταν τέτοιος ο πόνος επιβεβαιώνεται από τον Μ.Υ.2, ο οποίος ανέφερε ότι φαινόταν ότι η ενάγουσα είχε σπάσει τα πόδια της), να τραυματίσθηκε σε άλλο σημείο και να σύρθηκε μέχρι το σημείο που βρέθηκε. Το να σκέφτηκε η ενάγουσα να κάνει κάτι τέτοιο υπό εκείνες τις περιστάσεις και μάλιστα σε σύντομο χρόνο μέχρι να εντοπισθεί από τον Μ.Υ.2, για να επιρρίψει ευθύνη στην εναγόμενη 1 βρίσκεται επίσης εκτός κάθε λογικής. Ως εκ των άνω κρίνω ότι τα όσα ανέφερε σχετικά η ενάγουσα με την πορεία της δεν καταδεικνύουν ότι δεν έλεγε την αλήθεια αναφέροντας ότι έπεσε από τη ράμπα. Είναι δε θέση της υπεράσπισης ότι μετά από τις διευκρινιστικές ερωτήσεις και τις απαντήσεις της ενάγουσας επί του θέματος, η υπεράσπιση στερήθηκε του δικαιώματος να αντεξετάσει περαιτέρω. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ήταν προφανές εξ αρχής ότι η θέση της ενάγουσας ήταν ότι έπεσε από τη ράμπα και η επιλογή να μην γίνουν άλλες ερωτήσεις μετά τις προαναφερόμενες απαντήσεις της ενάγουσας ήταν αποκλειστικά στην υπεράσπιση, η οποία είχε κάθε ευχέρεια να το πράξει. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η ενάγουσα είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία της με τις διευκρινίσεις που έγιναν ανωτέρω γίνεται δεκτή. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι η εναγόμενη 1 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Προσπάθησε κατά τη μαρτυρία της να αμφισβητήσει ότι το επίδικο ατύχημα έγινε με τον τρόπο που ισχυρίσθηκε η ενάγουσα. Περαιτέρω προσπάθησε μεταξύ άλλων να πείσει ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ευθύνη εφόσον δεν είχε έλεγχο της ράμπας καθώς και ότι όχι μόνο δεν υπέδειξε ποτέ στην ενάγουσα να μεταβαίνει στην οικία της μέσω της ράμπας αλλά ότι δεν γνώριζε καν ότι η ενάγουσα χρησιμοποιούσε αυτή. Η όλη προσπάθεια της όμως και οι σχετικές θέσεις της χαρακτηρίζονταν από αντιφάσεις, έλλειψη συνέπειας, πειστικότητας και υπερβολές, αρκετές από αυτές δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική ενώ κάποια σημεία της μαρτυρίας της διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία. Η δε μνήμη της εμφανιζόταν επιλεκτική και ενίοτε απαντούσε με υπεκφυγές. Συγκεκριμένα: Ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ότι η οικία της βρίσκεται στην οδό lορδάνη Κατσαµπή, η οποία αποτελεί την επίσηµη και εγγεγραµµένη πρόσβαση προς το συγκρότηµα κατοικιών µέρος του οποίου είναι η οικία της και ουσιαστικά ότι εκεί είναι και η είσοδος αυτής. Η επίδικη ράµπα βρισκόταν από την άλλη πλευρά του συγκροτήµατος (την πίσω) μέσα στο τεμάχιο των εναγομένων 2 και
  4. Ενώ όμως στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι η οικία της έχει μόνο μια είσοδο, προφανώς για να πείσει ότι από εκεί έπρεπε να εισέρχεται η ενάγουσα, στην αντεξέταση της αρκετές φορές κάνοντας λόγο σε είσοδο αναφερόταν στην εξώπορτα της κουζίνας της που βρίσκεται στο πίσω μέρος της οικίας και από την οποία η ενάγουσα ανέφερε ότι έμπαινε και έβγαινε κατά τις επισκέψεις της εκεί. Ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ότι η φιλική σχέση της µε την ενάγουσα ξεκίνησε περίπου 6 µήνες πριν το επίδικο συμβάν και ότι πριν το επίδικο συμβάν η ενάγουσα είχε επισκεφθεί την οικία της πολλές φορές, χωρίς να καθορίσει πόσες και ποιες ώρες της ημέρας. Στην αντεξέταση της προσδιόρισε αρχικά αυτή τη σχέση ως ανταλλαγή επισκέψεων και είπε ότι δεν ήταν «κολλητές» αλλά άρχισαν μια φιλική σχέση. Δέχθηκε δε ότι στα πλαίσια της σχέσης αυτής η ενάγουσα είχε το ελεύθερο να πηγαίνει μέσα στη νύχτα και να χτυπά την πόρτα της ακόμα και ακάλεστη γιατί και η εναγόμενη 1 είχε πάει στο σπίτι της πολλές φορές. Στη συνέχεια όμως προσπαθώντας να πείσει ότι η ενάγουσα την επισκέφθηκε στο σπίτι της πολλές φορές ανέφερε ότι σε αυτούς τους έξι μήνες η ίδια ήταν σχεδόν κάθε μέρα στο κατάστημα που δούλευε η ενάγουσα, στο σπίτι της ενάγουσας και η ενάγουσα στο σπίτι της για να πει τελικά, σε αντίθεση με πριν ότι δηλ. άρχισε απλά, αλλά ότι αναπτύχθηκε μια φιλική σχέση. Ανέφερε μάλιστα για πρώτη φορά την αντεξέταση της ότι πήγε στο σπίτι της ενάγουσας τουλάχιστο είκοσι φορές και η ενάγουσα στο δικό της περίπου δεκαπέντε, κάτι που δεν τέθηκε στην ενάγουσα κατά την αντεξέταση της. Σε άλλο δε σημείο όταν της υποβλήθηκε ότι η ενάγουσα πήγε στο σπίτι της τρεις με τέσσερις φορές είπε ότι ήταν τουλάχιστον 15 και μάλιστα καθόρισε πλέον συγκεκριμένα ότι 2-3 φορές πήγε και περπάτησαν, μια πήγε για φαγητό το μεσημέρι και, πάλι προφανώς για να πείσει ότι η ενάγουσα γνώριζε τις συνθήκες πρόσβασης από και προς τη ράμπα και κατά τις βραδυνές ώρες που συνέβηκε και το επίδικο ατύχημα, ανέφερε ότι οι υπόλοιπες ήταν βράδυ. Παρά δε το ότι η θέση της στην κυρίως εξέταση της ήταν ότι η ενάγουσα την επισκέφθηκε τόσες φορές και δήλωσε ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι υπήρχε κανονικά πρόσβαση στην οικία της από την άλλη πλευρά αλλά φαίνεται ότι επέλεγε να έλθει από την πλευρά που υπήρχε η ράµπα και ενώ θυμόταν τόσο καλά και με λεπτομέρειες άλλα γεγονότα, σε άλλο σημείο στην κυρίως εξέταση της δήλωσε ότι δεν ξέρει ούτε και µπορεί να θυµηθεί ποιο δρόµο χρησιµοποιούσε η ενάγουσα όσες φορές την επισκέφθηκε. Και αυτό ενώ στη συνέχεια είπε ότι θυμόταν ότι μια φορά η ενάγουσα της είχε πει ότι στην άκρη του χωραφιού είχε χόρτα και δυσκολεύτηκε να έλθει και αυτή την προέτρεψε να χρησιµοποιεί την οδό lορδάνη Κατσαµπή. Μάλιστα στην αντεξέταση της ανέφερε και τη σχετική στιχομυθία ότι δηλ. η ενάγουσα της είπε «Έχει τόσα πολλά χόρτα που θα με φάνε οι κουφάδες» η εναγόμενη 1 την ρώτησε «Πού πάρκαρες;" εκείνη απάντησε «Στο χωράφι» οπόταν η εναγόμενη 1 της είπε «Σου έχω πει τόσες φορές να παρκάρεις στην Ιορδάνη Κατσαμπή» κάτι που δείχνει ότι αυτό αναφέρθηκε περισσότερο από μια φορά και ότι γνώριζε ότι η ενάγουσα ερχόταν από εκείνη τη μεριά. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι την πρώτη φορά που την επισκέφθηκε η ενάγουσα της εξήγησε για να πάει από την οδό lορδάνη Κατσαµπή (εννοώντας από εκεί που είναι η μπροστινή είσοδος της οικίας της) και δεν την ακολούθησε η ενάγουσα όπως εκείνη ισχυρίσθηκε. Στην αντεξέταση της όμως είπε ότι δεν είδε από που πήγε τελικά η ενάγουσα και που στάθμευσε γιατί ήταν μέσα στο σπίτι της και ότι ουδέποτε είπε στην ενάγουσα να έρχεται από το δρόμο που βρίσκεται στο πίσω μέρος της οικίας. Όταν δε της τέθηκε εύλογα η ερώτηση εάν δηλαδή η ενάγουσα από την πρώτη φορά ανακάλυψε από μόνη της τον πισινό δρόμο, απάντησε ότι όταν ακολουθείς τον δρόμο Ιορδάνη Κατσαμπή, το χωράφι που είναι χωματόδρομος, περνούν πάρα πολλά αυτοκίνητα και δεν γνωρίζει αν όταν πήγαινε η ενάγουσα ακολούθησε κάποιο αυτοκίνητο. Η θέση της όμως αυτή όχι μόνο δεν είναι πειστική αλλά και στερείται λογικής εφόσον δεν είναι λογικό από τη στιγμή που η ενάγουσα δεν γνώριζε που βρίσκεται η οικία της εναγόμενης 1 (η οποία οικία ήταν μάλιστα μέρος συγκρότημα άλλων 4 οικιών στον ίδιο χώρο που ήταν κολλημένες μεταξύ τους) να πάει από την πίσω πλευρά του συγκροτήματος των οικιών, σε αντίθεση με τις δήθεν οδηγίες της εναγόμενης 1, να σταθμεύσει σε χωράφι αλλά και να εισέλθει ουσιαστικά από την πόρτα της κουζίνας της εναγόμενης 1 που βρισκόταν στο πίσω μέρος της οικίας. Όπως δεν είναι λογικό η ενάγουσα παρόλα αυτά να πήγε από την μπροστινή πόρτα της οικίας, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψην ότι ως φαίνεται στη φωτογραφία Η του τεκμηρίου 3 υπάρχει στο πλευρό της οικίας και μέχρι τον τοίχο περίφραξης του όλου συγκροτήματος, σιδηροκατασκευή που εμποδίζει την ελεύθερη διέλευση από το πίσω προς το μπροστινό μέρος της οικίας της εναγόμενης
  5. Όπως δεν είναι λογικό, ενόψει των ανωτέρω και του ότι η ενάγουσα στάθμευσε ουσιαστικά πίσω από το συγκρότημα κατοικιών όταν έφυγε από την οικία της εναγόμενης 1 εκείνη τη μέρα, η τελευταία να μην είδε, ως δήλωσε, από που έφυγε η ενάγουσα λέγοντας μάλιστα «Έκλεισα την πόρτα, δεν είδα ούτε καν που έφυγε, γιατί μάζευα πιάτα κτλ». Περαιτέρω όταν ρωτήθηκε από ποια πόρτα ερχόταν η ενάγουσα, αντιλαμβανόμενη ότι δεν μπορούσε να πει ότι δεν γνωρίζει εφόσον εκείνη ήταν που της άνοιγε, απάντησε γενικά ότι ήταν από την είσοδο της χωρίς να διευκρινίσει εάν ήταν από την μπροστινή ή την πίσω με δεδομένο το ότι ως λέχθηκε αναφερόταν ουσιαστικά και στις δύο ως εισόδους. Όταν δε ρωτήθηκε αν μιλά για την είσοδο μετά την ράμπα, υπεκφεύγοντας απάντησε ότι η είσοδος της είναι στη βεράντα και ότι η ενάγουσα ήρθε στη βεράντα και της χτύπησε την πόρτα. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε αν της χτύπησε την πόρτα ή το κουδούνι απάντησε ότι της χτύπησε το κουδούνι δίπλα από την πόρτα και όταν ρωτήθηκε εάν συμφωνεί δηλαδή ότι στην είσοδο μετά την ράμπα (δηλ. στην εξώπορτα της κουζίνας) έχει κουδούνι, απάντησε και πάλι υπεκφεύγοντας ότι στην είσοδο όλα τα σπίτια έχουν κουδούνι. Περαιτέρω όταν ρωτήθηκε να πει εάν όταν η ενάγουσα έφευγε από την οικία τη συνόδευε απάντησε αρνητικά και είπε ότι η ενάγουσα έβγαινε από την είσοδο, χωρίς και πάλι να καθορίσει ποια είσοδο, και έφευγε και η εναγόμενη 1 έκλεινε την πόρτα. Περαιτέρω ενώ η εναγόμενη 1 από τη μια ανέφερε γενικά ότι δεν γνώριζε από πού ερχόταν η ενάγουσα και από πού έφευγε όταν την επισκεπτόταν εντούτοις από την άλλη ήταν η θέση της ότι όσες φορές η ενάγουσα την επισκέφθηκε την έβλεπαν και οι γείτονες. Όταν δε της ζητήθηκε να διευκρινίσει εάν ήταν από την είσοδο από τη μεριά της ράμπας έδωσε ουσιαστικά τη μη πειστική απάντηση ότι όταν έβγαινε η ενάγουσα και αυτή έκλεινε την πόρτα δεν έβλεπε εάν η ενάγουσα πήγαινε δεξιά ή αριστερά. Ως έχει όμως λεχθεί δεν είναι λογικό η ενάγουσα να έβγαινε από την μπροστινή είσοδο και με δεδομένη σιδηροκατασκευή που υπήρχε στο πλάι της οικίας της εναγόμενης 1 να έφευγε από τη ράμπα που ήταν πίσω από την οικία, όπως δεν είναι λογικό η εναγόμενη να μην έβλεπε τουλάχιστον εάν το αυτοκίνητο της ενάγουσας βρισκόταν εκεί μπροστά, με δεδομένο ότι επρόκειτο ως είπε για αδιέξοδο. Εάν δε η ενάγουσα έβγαινε από την πόρτα της κουζίνας και πάλι με δεδομένη τη σιδηροκατασκευή αλλά και το ότι, ως η ίδια η εναγόμενη 1 είπε, η ενάγουσα της ανέφερε ότι ερχόταν από το χωράφι, δεν είναι λογικό η ενάγουσα να έφευγε από την μπροστινή πλευρά της οικίας. Είναι λοιπόν εμφανές ότι η σχετική θέση της εναγόμενης 1 ότι δεν γνώριζε από που ερχόταν και έφευγε η ενάγουσα αποτελεί κατασκεύασμα της για να πείσει ότι η ίδια δεν γνώριζε ότι η ενάγουσα χρησιμοποιούσε την επίδικη ράμπα. Στην ίδια βάση δεν μπορεί παρά να κριθεί ως μη ανταποκρινόμενη στη λογική και η θέση της εναγόμενης 1 ότι το επίδικο βράδυ, όταν η ενάγουσα την επισκέφθηκε, δεν γνωρίζει από που πήγε και που στάθμευσε όπως και το από που έφυγε. Ήταν επίσης η θέση της, προφανώς για να δείξει ότι υπήρχε φωτισμός στον χώρο, ότι την ώρα που έφυγε η ενάγουσα περί ώρα 10:45 μ.μ. το εξωτερικό φως της οικίας της αλλά και αυτό της διπλανής κατοικίας ήταν αναμμένο. Μάλιστα ανέφερε ότι αντιλήφθηκε τις φωνές της ενάγουσας όταν πήγε να σβήσει το φως αυτό. Είπε επίσης ουσιαστικά ότι με το φως αυτό από την έξοδο της οικίας της ήταν ορατή η ράμπα και προχωρώντας ολόκληρη η ράμπα μέχρι και το τέρμα της γινόταν ορατή. Διευκρίνισε δε στην αντεξέταση της ότι το φως αυτό δεν είναι αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία Θ πάνω από το μπαλκόνι του άνω ορόφου της οικίας της το οποίο βρίσκεται κάτω από το στέγαστρο μετά το οποίο είναι η εξώπορτα της κουζίνας. Ανέφερε δε ότι έχει φως στην είσοδο και αυτό ήταν αναμμένο. Δέχθηκε δε ότι δεν έχει οποιοδήποτε άλλο φως στο σημείο της ράμπας. Στην αντεξέταση της έκανε αναφορά πλέον σε δύο φώτα μπροστά στην είσοδο της πάνω στην βεράντα του πρώτου ορόφου. Πέραν όμως του ότι δεν εξήγησε για ποιο λόγο το εξωτερικό φως αυτό ήταν αναμμένο, με δεδομένο μάλιστα ότι ισχυρίσθηκε ουσιαστικά ότι δεν γνωρίζει εάν η ενάγουσα έφυγε από εκείνη τη μεριά και άρα στην ίδια λογική δεν θα έπρεπε να είναι αναμμένο, ως περιέγραψε το σημείο όπου είναι η είσοδος αυτή, που προφανώς είναι η εξώπορτα της κουζίνας της αυτό βρίσκεται πιο μέσα από μικρή βεράντα, η οποία ουσιαστικά εισχωρεί στο ισόγειο και εν πάση περιπτώσει δεν βρίσκεται στην ίδια ευθεία με τον εξωτερικό πίσω τοίχο της οικίας αλλά πιο μέσα ενώ περαιτέρω ως φαίνεται από τις φωτογραφίες κάτω από την βεράντα του άνω ορόφου υπάρχει στέγαστρο. Όσον δε αφορά το σημείο στο οποίο βρήκε την ενάγουσα μετά που άκουσε φωνές και βγήκε από την οικία της στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι αφού προχώρησε προς τη ράµπα την είδε να είναι πεσµένη στο τέλος της ράµπας στα δεξιά της. Σημείωσε με ένα κύκλο στη φωτογραφία Η του τεκμηρίου 3 το σημείο το οποίο δεν είναι κοντά στη βάση της ράμπας ούτε και κάτω από την αριστερή άκρη της. Εδώ όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση της διαψεύδεται ουσιαστικά από τον Μ.Υ.2 που προσέγγισε πρώτος την ενάγουσα εκείνο το βράδυ και ο οποίος υπέδειξε σημείο που ήταν κοντά στη βάση της ράμπας κάτω από την αριστερή άκρη αυτή. Είναι λοιπόν προφανώς ότι ούτε για αυτό το θέμα η εναγόμενη 1 ήταν ειλικρινής αλλά υπέδειξε σημείο όχι μόνο μη βρισκόμενο κοντά στη βάση της ράμπας αλλά και σε τέτοια απόσταση από αυτή ώστε να ενισχύει τη θέση ότι η ενάγουσα δεν έπεσε από τη ράμπα αλλά υπέστη το τραύμα της μετά που κατέβηκε από τη ράμπα, μέσα στο χωράφι που χρησιμοποείτο σαν δρόμος. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση της απέφυγε επιμελώς να πει κατά πόσο όταν βρήκε την ενάγουσα εκείνη της ανέφερε κάτι, έστω ότι πονάει, ως ανέφερε ο Μ.Υ.2 ότι του είπε η ενάγουσα. Ανέφερε δε ότι η ενάγουσα της είπε ότι έσπασε το πόδι της όταν την είδε αργότερα στο Νοσοκομείο και ότι ποτέ δεν της είπε ότι έπεσε από τη ράμπα. Μόνο όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση της, είπε η ενάγουσα όταν την βρήκε είπε ότι έλεγε ότι πονούσε το πόδι της και να καλέσουν ασθενοφόρο. Μάλιστα στα πλαίσια της γενικότερης προσπάθειας της να αποδώσει τον τραυματισμό της ενάγουσας όχι σε πτώση από τη ράμπα είπε στην αντεξέταση της ότι εκείνη τη στιγμή της πέρασε από τη σκέψη ότι η ενάγουσα πρέπει να σκουντούφλησε, γιατί είχε πρόβλημα με το πόδι της απ' ότι της είπε και συγκεκριμένα ότι το κόκαλο χρειαζόταν εγχείρηση και η εναγόμενη 1 θεώρησε ότι πρέπει το πρόβλημα αυτό να επιδεινώθηκε και για αυτό πονούσε. Στη συνέχεια δε της αντεξέταση της δέχθηκε ουσιαστικά ότι η ενάγουσα δεν έλεγε απλά ότι πονούσε αλλά φώναζε. Σε ερώτηση εάν δηλ. δεν αντιληφθήκε ότι το πόδι της ενάγουσας ήταν σπασμένο απάντησε ότι δεν είναι γιατρός για να κάνει διάγνωση ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι η ενάγουσα της είπε ότι πονάει το πόδι της και νομίζει ότι το έσπασε. Όταν της τέθηκε πολύ εύλογα η ερώτηση εάν δεν ρώτησε την ενάγουσα τι έπαθε, κάτι που ήταν φυσιολογικό να κάνει κάποιος που βρίσκει ένα πρόσωπο να φαίνεται χτυπημένο και να πονάει και ιδιαίτερα όταν με το πρόσωπο αυτό υπάρχει φιλική σχέση, υπεκφεύγοντας είπε ότι η ενάγουσα είπε ότι πονάει και ζητούσε να κληθεί ασθενοφόρο και ότι δεν είπε η ενάγουσα κάτι. Ανέφερε δε ως λέχθηκε ότι έμαθε ότι η ενάγουσα έσπασε το πόδι της στον νοσοκομείο. Στην επίσης εύλογη ερώτηση εάν τότε δεν διερωτήθηκε πως έγινε αυτό ανέφερε και πάλι στην ίδια λογική βάση ότι εκεί στο χωματόδρομο υπήρχανε λακκούβες και μπορεί να σκουντούφλησε. Δεν είναι επίσης λογικό να μην ρώτησε την ενάγουσα με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις και είχε μόλις φύγει από το σπίτι της, πως έσπασε το πόδι της, ως ισχυρίσθηκε, διερωτώμενη μάλιστα γιατί να τη ρωτήσει αφού η ίδια δεν της είπε. Μάλιστα ενώ ως ανέφερε είδε την ενάγουσα στο νοσοκομείο 3 φορές ενώ στη συνέχεια την επισκεπτόταν και σπίτι της και πάλι ποτέ δεν την ρώτησε πως τραυματίσθηκε με τη δικαιολογία ότι εκείνη δεν της είπε κάτι. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ουσιαστικά η μαρτυρία της εναγόμενης 1 για το θέμα αυτό διαψεύδεται από την Μ.Ε.4, στην οποία η εναγόμενη 1 τηλεφώνησε το επίδικο βράδυ και ανέφερε ότι η ενάγουσα ήταν σπίτι της και την ώρα που έφευγε έπεσε από την ράμπα του σπιτιού της, χτύπησε το πόδι της και την έπαιρνε το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Σε άλλο δε σημείο όταν υποβλήθηκε στην εναγόμενη 1 ότι επισκεπτόταν την ενάγουσα μετά το ατύχημα συχνά, γιατί γνώριζε πολύ καλά ότι έπεσε από τη ράμπα και έσπασε το πόδι της και ένιωθε τύψεις, δεν το δέχθηκε και διερωτήθηκε ουσιαστικά γιατί να έχει τύψεις που έσπασε η ενάγουσα το πόδι της δίπλα στο χωράφι. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε πως γνωρίζει ότι το έσπασε στο χωράφι απάντησε ότι η ίδια η ενάγουσα το είπε "νομίζω ότι έσπασα το πόδι μου" και όταν ρωτήθηκε ουσιαστικά εάν η ενάγουσα της είπε ότι το έσπασε στο χωράφι για να δικαιολογήσει την θέση της αυτή είπε ότι ήταν δίπλα εκεί. Τέλος ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ότι σταµάτησε να επισκέπτεται την ενάγουσα όταν η συµπεριφορά της είχε αρχίσει να γίνεται εχθρική καθώς και ότι όταν της επιδόθηκε η παρούσα αγωγή τηλεφώνησε στην ενάγουσα για να µάθει το λόγο και εκείνη της είπε ότι το έκανε γιατί η εναγόμενη 1 δεν της είχε δώσει χρήματα οπόταν η τελευταία τη ρώτησε γιατί να της δώσει χρήματα και η ενάγουσα απάντησε ότι ήταν απένταρη. Στην αντεξέταση της δέχθηκε ότι η πρώτη φορά που της μίλησε για λεφτά η ενάγουσα ήταν μετά που κίνησε την αγωγή, όταν της τηλεφώνησε. Δέχθηκε επίσης ότι η ενάγουσα δεν της ζήτησε λεφτά πριν εκείνο το τηλεφώνημα. Ούτε λοιπόν αυτή θέση της εναγόμενης 1 βρίσκει έρεισμα στη λογική εφόσον δεν είναι λογικό η ενάγουσα να μην είχε ζητήσει πριν χρήματα από την εναγόμενη 1 και όμως μετά που κινήθηκε η αγωγή και της τηλεφώνησε η τελευταία να απέδωσε τα κίνητρα της στο ότι δεν της έδωσε χρήματα. Πρόκειται εμφανώς για ακόμη μια προσπάθεια της εναγόμενης 1 να αποδώσει την αξίωση της ενάγουσας όχι στο ότι η τελευταία θεωρεί ότι η εναγόμενη 1 φέρει ευθύνη για τον τραυματισμό της αλλά σε άλλα οικονομικά κίνητρα. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα ακόλουθα σημεία από τη μαρτυρία της εναγόμενης 1 δεν αμφισβητήθηκαν και ούτε και προσκομίσθηκε άλλη μαρτυρία που να τα διαψεύδει και συνεπώς γίνονται δεκτά. Συγκεκριμένα: Δεν αμφισβητήθηκε ότι η οικία της εναγόμενης 1 είναι µέρος συγροτήματος αποτελούμενο από 5 μεζονέτες και ότι η ίδια έχει το 23,88% στην κοινόκτητη-κοινόχρηστη ιδιοκτησία του συγκροτήματος. Αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε και από το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας (τεκμήριο 7). Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι η αυλή αρ. 17 και αρ. 67 επί των οποίων το τεκμήριο 7 αναφέρει ότι έχει αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης, πρόκειται για ανθώνες, ένας μπροστά στην είσοδο της οικίας και άλλος στην πίσω πλευρά αυτής. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι η εξώπορτα της κουζίνας της εναγόμενης 1, ως την υπέδειξε και εξήγησε με βάση τη φωτογραφία Θ του τεκμηρίου 3, βρίσκεται πιο μέσα από τη μικρή βεράντα, η οποία υπάρχει μετά από την κολώνα και το παράθυρο το οποίο βρίσκεται κάτω από το στέγαστρο όπως ξεκινά ο τοίχος. Περαιτέρω παρά το ότι στην αντεξέταση της έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με το ποιος χώρος ήταν κοινόχρηστος από το σημείο που άρχιζε η επίδικη ράμπα στα σύνορα του τεμαχίου των εναγομένων 2 και 3 και του τεμαχίου όπου ήταν η οικία της εναγόμενης 1 μέχρι και την εξώπορτα της κουζίνας της, δεν αμφισβητήθηκε έστω και με κάποια υποβολή (ούτε και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία προσκομίσθηκε σχετικά) ότι μεταξύ του σημείου που άρχιζε η επίδικη ράμπα μέχρι την προαναφερόμενη βεράντα δεν είναι αυλή της εναγόμενης 1 αλλά κοινόχρηστος χώρος έκτασης περίπου 14 μέτρα. Όταν δε ρωτήθηκε για τη σιδηροκατασκευή, η οποία αποτελείται από φράκτη και υποστατικό και εκτείνεται από την άκρη της οικία της εναγόμενης 1 μέχρι και το σύνορο του τεμαχίου όπου αυτή βρίσκεται και στο σημείο που ξεκινά η αριστερή άκρη της επίδικης ράμπας (όπως την βλέπει κάποιος που την κατεβαίνει), ανέφερε ότι την είχε βάλει η ίδια γιατί έχει ένα σκυλάκι και με τη συγκατάθεση των άλλων γιατί και εκείνος είναι κοινόχρηστος χώρος. Ούτε αυτό αμφισβητήθηκε όπως δεν αμφισβητήθηκε και ότι το στεγασμένο κομμάτι κάτω από το μπαλκόνι της μεζονέτας της στο πίσω μέρος όπου είναι η εξώπορτα της κουζίνας της είναι επίσης κοινόχρηστος χώρος. Πέραν δε των ανωτέρω, ως προαναφέρθηκε, δεν της τέθηκε η θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη 1 της ανέφερε ότι τη ράμπα την ανείγηρε η ίδια για δικούς της σκοπούς ώστε να τη σχολιάσει και να μπορέσει το Δικαστήριο έτσι να την αξιολογήσει ενώ αντίθετα ανέφερε ότι δεν είπε στην ενάγουσα κάτι τέτοιο και ήταν η θέση της, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ότι η ράµπα είχε κατασκευαστεί µε πρωτοβουλία και οδηγίες ενός ηλικιωµένου Άγγλου ο οποίος διέµενε στην μεζονέτα-οικία αρ. 4 του συγκροτήματος. Το μόνο που της υποβλήθηκε σχετικά είναι ότι την ράμπα την χρησιμοποιούσε κανονικά και τακτικά και ήταν υπό τον έλεγχο της οπόταν απάντησε ότι μερικές φορές την χρησιµοποιούσε όπως και άλλοι. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι το άσπρο αυτοκίνητο που φαίνεται στη φωτογραφία Ζ του τεκμηρίου 3 στην πίσω πλευρά του συγκροτήματος οικιών δεν είναι δικό της αλλά της διπλανής μεζονέτας με αρ. 4, ότι το αυτοκίνητο βρισκόταν στην είσοδο εκείνης της μεζονέτας και ότι πάντα όταν η κάθε μεζονέτα έχει ψώνια να κατεβάσει παρκάρει μπροστά στην είσοδο και μετά μετακινούν το αυτοκίνητο. Εν κατακλείδι θα πρέπει να λεχθεί ότι πέραν των προαναφερόμενων σημείων της μαρτυρίας της εναγόμενης 1 τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, κρίνεται ότι κατά τη λοιπή μαρτυρία της αυτή δεν είπε την αλήθεια και συνεπώς αυτή δεν γίνεται δεκτή. Ευρήματα Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή σε συνδυασμό με τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου καταλήγω στα ακόλουθα: Η εναγόμενη 1 (στο εξής η εναγόμενη) κατά τις 3.5.08 ήταν ιδιοκτήτρια και κατοικούσε στην κατοικία-μεζονέτα αρ. 5, η οποία είναι μέρος συγκροτήματος κατοικιών (στο εξής το συγκρότημα) οριζόντια διαχωρισμένου και αποτελούμενου από 5 μεζονέτες. Το συγκρότημα βρίσκεται εντός του τεµαχίου 174 Φ./Σχ. 1-1495-351 στην οδό Ιορδάνη Κατσάµπη, στο Αναβαργός στην Πάφο. Η εναγόμενη έχει μερίδιο 23,88% στην κοινόκτητη-κοινόχρηστη ιδιοκτησία του συγκροτήματος. Με το τεμάχιο 174 συνορεύει, στην δυτική αυτού πλευρά, το τεμάχιο 176 Φ./Σχ. 1-1495-351, το οποίο ανήκει σε τρίτα πρόσωπα. Η ενάγουσα τους τελευταίους μήνες πριν τις 3.5.08 διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την εναγόμενη και στα πλαίσια αυτά μέχρι τότε επισκέφθηκε την κατοικία της εναγόμενης τρεις φορές. Η ενάγουσα δεν γνώριζε που ήταν η κατοικία αυτή. Για να πάει εκεί την πρώτη φορά η εναγόμενη της είπε να την ακολουθήσει. Έτσι η ενάγουσα οδηγώντας το αυτοκίνητο της ακολούθησε το αυτοκίνητο της εναγόμενης. Τότε πέρασαν µέσα από το τεµάχιο 176 στο οποίο υπήρχε δρόµος µε κράσιερα και η εναγόμενη ανέβηκε µε το αυτοκίνητο της από μια ανηφορική ράµπα (στο εξής η ράμπα) και στάθµευσε στο πίσω µέρος της κατοικίας της, πίσω από την κουζίνα της ενώ η ενάγουσα σταµάτησε κάτω, δίπλα από την ράµπα, μέσα στο τεμάχιο 176, και πήγε στην εν λόγω κατοικία αφού ανέβηκε την ράµπα. Η εξώπορτα της κουζίνας της εναγόμενης βρίσκεται πιο μέσα από μια μικρή βεράντα, η οποία υπάρχει μετά από κολώνα και παράθυρο το οποίο βρίσκεται κάτω από το στέγαστρο όπως ξεκινά ο πίσω τοίχος της κατοικίας της. Η ράμπα ήταν κατασκευασμένη από μπετόν και βρισκόταν ολόκληρη εντός του τεμαχίου
  6. Ήταν δε κεκλιμένη. Στη βόρεια πλευρά αυτής υπήρχε υψομετρική διαφορά από το έδαφος που κυμαινόταν από 0 εκατοστά στο σημείο όπου εφαπτόταν με το δρόμο και μέχρι 80 εκατοστά στο σημείο όπου εφαπτόταν με το τεμάχιο
  7. Από το σημείο που εφαπτόταν με το τεμάχιο 174 μέχρι την προαναφερόμενη βεράντα της εναγόμενης είναι κοινόχρηστος χώρος έκτασης περίπου 14 μέτρων. Στο μέρος δε που η ράμπα εφαπτόταν με το τεμάχιο 174 προηγουμένως υπήρχε, εντός του τεμαχίου 174, περιτοίχισμα το οποίο κατεδαφίσθηκε με την κατασκευή της ράμπας ούτως ώστε μέσω αυτής να επιτυγχάνεται είσοδος στο συγκρότημα κατοικιών, μέρος του οποίου ήταν και η μεζονέτα της εναγόμενης, η οποία ήταν η πρώτη στη σειρά σε σχέση με τη ράμπα. Η ράμπα δεν φωτιζόταν ούτε υπήρχε στα πλαϊνά αυτής κιγκλίδωμα. Η ράμπα δεν υπήρχε όταν εκδόθηκαν τα πιστοποιητικά έγκρισης των μεζονετών. Κατασκευάστηκε σε μεταγενέστερο στάδιο παράνομα µε πρωτοβουλία και οδηγίες αυτού που διέμενε στην μεζονέτα αρ. 4 του συγκροτήματος. Όμως τόσο η εναγόμενη όσο και οι κάτοχοι των άλλων μεζονέτων του συγκροτήματος χρησιμοποιούσαν την ράμπα για να εισέρχονται στο πίσω μέρος του συγκροτήματος και από εκεί στις οικίες τους. Την πρώτη φορά που επισκέφθηκε η ενάγουσα την κατοικία της εναγόμενης ήταν βράδυ και όταν έφυγε ήταν σκοτεινά και έφυγε προς το αυτοκίνητο της κατηφορίζοντας τη ράμπα. Οι άλλες δύο φορές που επισκέφθηκε την οικία της εναγόμενης η ενάγουσα, πριν τις 3.5.08, ήταν κατά τη διάρκεια της μέρας και πάντα εισερχόταν και έφευγε μέσω της ράμπας. Η ενάγουσα μόνο την είσοδο από την κουζίνα της εναγόμενης, μέσω της ράμπας, γνώριζε εφόσον η τελευταία της υπέδειξε να πηγαίνει από εκεί. Δεν της υπέδειξε άλλο τρόπο πρόσβασης ούτε αναχώρησης. Επίσης η εναγόμενη γνώριζε ότι η ενάγουσα χρησιμοποιούσε την ράμπα τόσο για να την επισκέπτεται στην οικία της αλλά και όταν έφευγε από εκεί και ποτέ δεν της απαγόρευσε να χρησιμοποιεί τη ράμπα. Στις 3.5.08, αργά το απόγευµα η ενάγουσα επισκέφθηκε τη µητέρα της στο νοσοκοµείο και λίγο πριν τελειώσει το επισκεπτήριο δέχτηκε τηλεφώνηµα από την εναγόµενη, η οποία την κάλεσε να την επισκεφθεί. Έτσι στη συνέχεια η ενάγουσα µετέβηκε µε το αυτοκίνητο της και στάθμευσε αυτό εντός του τεμαχίου 176, όπως την πρώτη φορά, και ανεβαίνοντας τη ράμπα μπήκε από την εξώπορτα της κουζίνας στην οικία της εναγόμενης. Κατά την αναχώρηση της περί ώρα 10:45 μ.μ, η ενάγουσα βγήκε από την πόρτα της κουζίνας και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο της. Όταν βγήκε από την πόρτα έξω ήταν σκοτάδι. Προχωρώντας δε προς τη ράμπα ήταν επίσης σκοτάδι. Κατά την κάθοδό της προσπάθησε να κινηθεί ευθεία στη βόρεια πλευρά της ράμπας δηλ. από τη δεξιά της πλευρά όπως την κατεβαίνει κάποιος γιατί το αυτοκίνητο της ήταν σταθμευμένο προς εκείνη την πλευρά. Κοίταζε προσεκτικά γιατί ήταν πολύ σκοτεινά και δεν έβλεπε τίποτα παρά μόνο ένα μαύρο πράγμα. Δεν προσπάθησε να κινηθεί διαγώνια. Λόγω του σκότους αλλά και του ότι ο χώρος στο έδαφος, στο πλάι κάτω από την ράμπα στη βόρεια πλευρά αυτής, ήταν και αυτός από μπετόν και είχε το ίδιο χρώμα, η ενάγουσα δεν μπορούσε να διακρίνει την άκρη της ράμπας και το ύψος μέχρι κάτω στο έδαφος. Υπό αυτές τις συνθήκες καθώς η ενάγουσα κατέβαινε από τη ράμπα πάτησε πιο δεξιά στην άκρη της ράμπας με αποτέλεσμα να πέσει στο πλάι από τη δεξιά πλευράς της, από ύψος περίπου 50-70 εκατοστών, κάτω στο έδαφος και να τραυµατιστεί σοβαρά στο δεξί πόδι, στα πλευρά και στους αγκώνες. Νομική Πτυχή Η ευθύνη κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας έναντι προσώπων που τελούν νόμιμα σε αυτήν διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 51
(2)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο κωδικοποιεί το αγγλικό κοινοδίκαιο επί τη βάση του οποίου και ερμηνεύεται. Η εν λόγω διάταξη έχει ως ακολούθως: «51
(2)Υποχρέωση, να μην επιδεικνύεται αμέλεια υφίσταται στις πιο κάτω περιπτώσεις, δηλαδή- (β) ο κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας υπέχει τέτοια υποχρέωση έναντι κάθε προσώπου που τελεί νόμιμα, καθώς και έναντι του κυρίου οποιασδήποτε ιδιοκτησίας που αποκτήθηκε νόμιμα, εντός, επί ή τόσον πλησίον της ακίνητης αυτής ιδιοκτησίας ώστε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επηρεάζεται από την αμέλεια: Νοείται ότι ο κύριος και ο κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας υπέχουν από κοινού τέτοια υποχρέωση σε σχέση με τη συντήρηση και την επισκευή της ακίνητης αυτής ιδιοκτησίας, έναντι κάθε προσώπου που δεν βρίσκεται, καθώς και έναντι του κυρίου ιδιοκτησίας που δεν βρίσκεται εντός ή επί της ακίνητης αυτής ιδιοκτησίας ή εντός ή επί οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία συνέχεται και κατέχεται μαζί με την ακίνητη αυτή ιδιοκτησία από τον κύριο και τον κάτοχό της ή από τον καθένα από αυτούς: Νοείται περαιτέρω ότι ο κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας δεν υπέχει τέτοια υποχρέωση σε σχέση με την κατάσταση ή τη συντήρηση ή την επισκευή της ακίνητης αυτής ιδιοκτησίας έναντι απλού αδειούχου (bare licensee) ο οποίος βρίσκεται ή η ιδιοκτησία του οποίου βρίσκεται, εντός ή επί της ακίνητης αυτής ιδιοκτησίας, παρά μόνο για προειδοποίηση αυτού, για οποιοδήποτε κρυμμένο ή απαραίτητο κίνδυνο εντός ή επί ακίνητης ιδιοκτησίας, τον οποίο ο κάτοχος γνωρίζει ή πρέπει κατά τεκμήριο να θεωρηθεί ότι γνωρίζει. Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού «απλός αδειούχος» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο εισέρχεται νόμιμα σε ακίνητη ιδιοκτησία άλλως παρά- (i) σε σχέση με εργασία στην οποία έχει συμφέρον ο κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας ή (ii) κατά τη νόμιμη εκτέλεση δημόσιου καθήκοντος βάσει των διατάξεων οποιουδήποτε νομοθετήματος ή άλλως πως, και περιλαμβάνει τους προσκαλεσμένους, εκτός αυτούς που είναι με αμοιβή, και τους υπηρέτες του κατόχου της ακίνητης ιδιοκτησίας». Ως έχει λεχθεί στην Λ. Π. Φραγκεσκίδης & Σια Λτδ ν. Μάμα
(1989)1E Α.Α.Δ 70 ο κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας έχει τον έλεγχο και την άμεση επίβλεψή αυτής καθώς και την εξουσία να επιτρέπει ή να απαγορεύει την είσοδο σε αυτήν. Έτσι λοιπόν η ευθύνη βασίζεται στην κατοχή και τον έλεγχο και όχι στην ιδιοκτησία. Όσον αφορά την έννοια του κατόχου στην Αγγελίδης ν. Λούτσιου
(2010)1Α Α.Α.Δ 200 λέχθηκε ότι κάτοχος ενός ακινήτου ή μέρος ακινήτου είναι το πρόσωπο που έχει επαρκή βαθμό ελέγχου του ακινήτου ώστε να του επιβάλλεται το καθήκον της επιμέλειας προς τα πρόσωπα που έρχονται ή βρίσκονται νόμιμα σ' αυτό. Ο βαθμός ελέγχου θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, επαρκής αν είναι τέτοιος ώστε το άτομο που τον ασκεί να οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι παράλειψη του να ασκήσει επιμέλεια μπορεί να καταλήξει σε βλάβη ή ζημιά προσώπου που έρχεται ή βρίσκεται στο ακίνητο. Κάτοχος μπορεί να είναι ο ιδιοκτήτης, ο ενοικιαστής ακόμη και ο αδειούχος και γενικά μπορεί να είναι οιονδήποτε πρόσωπο που έχει εξουσία πρόσκλησης ή παροχής αδείας εισόδου σε άλλα πρόσωπα. Επίσης πρόσωπο που έχει εξουσία να επιτρέπει ή να απαγορεύει την είσοδο σε ακίνητο, μπορεί υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί κάτοχος (βλ. Salmond, The Law of Torts (8th edition). Υπάρχουν όμως και άλλα πρόσωπα που θεωρούνται κάτοχοι χωρίς να έχουν άμεση εξουσία να επιτρέψουν την είσοδο στο ακίνητο. Ενδεικτικό των ανωτέρω είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Wheat v. E. Lacon & Co. Ltd [1966] 1 All. E.R. 582 όπου ο Lord Denning αναφέρει τα εξής: «Translating this general principle into its particular application to dangerous premises, it becomes simply this: Wherever a person has a sufficient degree of control over premises that he ought to realise that any failure on his part to use care may result an injury to a person coming lawfully there then he is an "occupier" and the person coming lawfully there is his "visitor"; and the "occupier" is under a duty to his "visitor" to use reasonable care. In order to be an "occupier" it is not necessary for a person to have entire control of the premises. He need not have exclusive occupation. Suffice it that he has some degree of control. He may share the control with others. Two or more may be "occupiers". And whenever this happens, each is under a duty to use care towards persons coming lawfully onto the premises, dependent on his degree of control. If each fails in his duty, each is liable to a visitor who is injured in consequence of his failure, but each may have a claim to contribution from the other. In Salmond on Torts (14th edn, 1965) p. 372, it is said that an "occupier" is "he who has the immediate supervision and control and the power of permitting or prohibiting the entry of other persons. This definition was adopted by Roxburgh J. in Hartwell v. Grayson Rollo and Clover Dogs Ltd. and by Diplock L. J. in the present case. There is no doubt that a person who fulfils that test is an "occupier". He is the person who says "come in"; but I think that that test is too narrow by far. There are other people who are "occupiers" even though they do not say "come in". If a person has any degree of control over the state of the premises it is enough.»). Στην Αγγελίδης ανωτέρω έγινε επίσης σχετικά αναφορά στην υπόθεση Fisher v. C.H.T. Ltd [1966] 2 Q.B. 475 όπου αποφασίστηκε ότι ο ιδιοκτήτης ενός ακινήτου, το οποίο είχε εκμισθώσει σε άλλους, ως εστιατόριο, ήταν και εκείνος, εν μέρει, κάτοχος του ακινήτου επειδή διατήρησε τον έλεγχο της εισόδου του κτιρίου καθώς και το δικαίωμα να εισέρχεται στο εστιατόριο και να εργοδοτεί άτομα με σκοπό τη συντήρηση του ακινήτου. Αυτό, θεωρήθηκε ως επαρκής βαθμός ελέγχου για να επιβληθεί στον ιδιοκτήτη «το κοινό καθήκον επιμέλειας» προς ένα εργάτη που εργαζόταν στο εστιατόριο. Στην περίπτωση εκείνη το δικαστήριο έκρινε ότι ο ιδιοκτήτης του κτιρίου είχε ευθύνη 1/6 και ο ενοικιαστής του εστιατορίου είχε ευθύνη 5/6 ως από κοινού κάτοχοι. Έγινε επίσης αναφορά στην Howard and Wife v. Walker and Others [1947] 2 All E.R. 197 όπου πελάτης του ενοικιαστή καταστήματος τραυματίστηκε όταν έπεσε, εξαιτίας του ελαττωματικού πεζοδρομίου μπροστά από το κατάστημα. Το κατάστημα είχε εκμισθωθεί από τον ιδιοκτήτη στον καταστηματάρχη χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη ή υποχρέωση του ιδιοκτήτη να επιδιορθώνει το κατάστημα, αλλά με δικαίωμα του ιδιοκτήτη να επιθεωρεί το ακίνητο. Σε αγωγή του τραυματισθέντος πελάτη εναντίον τόσο του ενοικιαστή-καταστηματάρχη όσο και του ιδιοκτήτη το Δικαστήριο απεφάσισε ότι το ατύχημα συνέβηκε καθ' ον χρόνο ο πελάτης ήταν «προσκεκλημένος» του ενοικιαστή και επομένως ο ενοικιαστής ήταν υπόλογος, ο ιδιοκτήτης όμως όχι. Στο Clerk & Lindsell on Torts (12th edition) σελ. 803 επ. αναφέρεται ότι όσον αφορά την έννοια του κατόχου συνεχίζουν να ισχύουν, ακόμη και μετά την θέσπιση του Occupiers' Liability Act του 1957, ο οποίος δεν καθορίζει την έννοια αυτή, οι κανόνες του κοινοδικαίου. Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται επίσης ότι μπορεί να είναι περισσότεροι οι κάτοχοι του ίδιου ακινήτου-υποστατικού και ο καθένας του να έχει καθήκον επιμέλειας έναντι επισκέπτη, ανάλογα με τον βαθμό ελέγχου που έχει. Παρόλα αυτά το καθεστώς του κατόχου εξαρτάται από κάποιο βαθμό πραγματικού φυσικού ελέγχου. Ο έλεγχος όμως δεν χρειάζεται να είναι ούτε αποκλειστικός ούτε απόλυτος-καθολικός. Κάποιος δε που έχει το νόμιμο δικαίωμα να προσκαλεί ή να επιτρέπει σε άλλους να εισέρχονται στο ακίνητο επίσης μπορεί να θεωρηθεί κάτοχος. Μάλιστα για αυτό το σκοπό ο έλεγχος που πρέπει να έχει το πρόσωπο αυτό δεν χρειάζεται να είναι απαραίτητα νόμιμος. Η απάντηση σε κάθε περίπτωση ως προς το ποιος μπορεί να θεωρηθεί κάτοχος εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα κάθε υπόθεσης και ειδικά στη φύση και την έκταση της κατοχής ή του ελέγχου που απολαμβάνει ή ασκεί ο εναγόμενος επί του ακινήτου. Σε σχέση με την καθήκον κατόχου, ως αναφέρεται ρητά στο άρθρο 51
(2)(β), αυτό ισχύει έναντι κάθε προσώπου που τελεί νόμιμα, όχι μόνο εντός ή επί της ακίνητης ιδιοκτησίας, αλλά και τόσον κοντά σε αυτήν ώστε να επηρεάζεται από την αμέλεια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Σύμφωνα με το κοινοδίκαιο, εκτός των προσώπων που εισέρχονται στην ακίνητη ιδιοκτησία με βάση σύμβαση που καθορίζει τις υποχρεώσεις των μερών, ο κάτοχος αυτής έχει διαφορετική ευθύνη έναντι δύο κατηγοριών προσώπων - επισκεπτών (visitors) που εισέρχονται και βρίσκονται νόμιμα σε αυτήν: (α) τους «προσκεκλημένους (invitees)» και (β) τους «απλούς αδειούχους (licensees)». Εδώ να σημειωθεί ότι η νομική προσέγγιση είναι εντελώς διαφορετική για τους «παρανόμως επεμβαίνοντες» (trespassers) δηλ. τα πρόσωπα τα οποία ούτε οποιοδήποτε δικαίωμα έχουν, ούτε εξασφάλισαν άδεια εισόδου στο υποστατικό, δεν έχουν πρόσκληση οιασδήποτε χρήσης σε αυτό και η παρουσία τους είναι είτε άγνωστη στον κάτοχο ή αν είναι γνωστή ο τελευταίος έχει ένσταση σε αυτήν. Όσον αφορά την έννοια του «προσκεκλημένου» σύμφωνα με την Φραγκεσκίδης ανωτέρω τέτοιο θεωρείται το πρόσωπο το οποίο εισέρχεται στο υποστατικό με πρόσκληση του κατόχου, από το οποίο ο κάτοχος έχει κάποιο χρηματικό ή υλικό συμφέρον. Οι πλείστες αυθεντίες μιλούν για κοινό συμφέρον του κατόχου και του προσκεκλημένου. Η πρόσκληση είναι παράκληση εισόδου στο υποστατικό για τους σκοπούς της επιχείρησης του κατόχου. Στην Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Νικήτα
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1712 αναφέρεται ότι σύμφωνα με το κοινοδίκαιο προσκεκλημένος είναι εκείνος που εισέρχεται στην περιουσία του κατόχου με τη συγκατάθεση αυτού για σκοπούς κάποιας εργασίας αναφορικά με την οποία ο κάτοχος και ο εισερχόμενος έχουν κοινό συμφέρον. Η πρόσκληση μπορεί να είναι γραπτή ή προφορική ή εξυπακουόμενη ή να συνάγεται ότι δόθηκε ή ότι υπάρχει λόγω συμπεριφοράς (βλ. Pearson v. Lambeth Borough Council [1950] 1 All E.R. 688, Fairman v. Perpetual Investment Building Society [1923] A.C. 74, Mersey Docks and Harbour Board v. Procter [1923] A.C. 253 και Ellis v. Fulham Borough Council [1937] 3 All E.R. 454). Η δε ιδιότητα του αδειούχου μπορεί να αποκτάται ως αποτέλεσμα πρόσκλησης ή ρητής άδειας ή να συνάγεται από τη συμπεριφορά του κατόχου στο πλαίσιο του συνόλου των περιστάσεων (βλ. Κυριακίδης v. Tenekedjian
(1994)1 Α.Α.Δ. 504 και Edwards v. Railway Executive [1952] 2 All E.R. 430). Σύμφωνα δε με το άρθρο 51
(2)(β) του Κεφ. 148 στην έννοια αυτή περιλαμβάνονται και οι υπηρέτες του κατόχου. Δεν περιλαμβάνονται όμως προσκεκλημένοι επ' αμοιβή, άτομα που εισέρχονται για εργασία στην οποία έχει συμφέρον ο κάτοχος και πρόσωπα που εισέρχονται κατά την εκτέλεση δημοσίου καθήκοντος δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε νομοθετήματος ή άλλως πως. Η πρόσκληση ή άδεια που παρέχεται από τον κάτοχο σε άλλο πρόσωπο να εισέλθει ή να χρησιμοποιήσει τα υποστατικά του μπορεί να είναι ρητή ή εξυπακουόμενη. Άδεια μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι εξυπακουόμενη όταν το κοινό κατά συνήθεια χρησιμοποιεί τα υποστατικά εν γνώσει του κατόχου και κανένα διάβημα δεν λαμβάνεται για να εμποδιστεί η χρήση. Πρόσωπα που εισέρχονται σε υποστατικά για να εξασφαλίσουν παραγγελίες ή για να έχουν οποιαδήποτε επικοινωνία με τον κάτοχο θεωρούνται αδειούχοι εφόσον περιορίζονται στο μέρος εκείνο του υποστατικού που εξασφαλίζει τη συνήθη προσπέλαση προς το υποστατικό, εκτός αν η είσοδός τους έχει απαγορευθεί είτε με ρητή απαγόρευση, είτε ύστερα από γενική γνωστοποίηση. Αν ο αδειούχος παρεκκλίνει από τη συνήθη πρόσβαση καθίσταται παρανόμως επεμβαίνων (βλ. Λάζαρος Ππόλος & Υιοι Λτδ ν. Θεοφάνους κ.α.
(1997)1Β Α.Α.Δ 673). Στις περιπτώσεις που η ζημιά προκαλείται στα πλαίσια της λειτουργίας της δραστηριότητας ή της επιχείρησης σε υποστατικά - ακίνητη ιδιοκτησία τότε ο κάτοχος υπέχει έναντι του επισκέπτη, είτε είναι προσκεκλημένος είτε αδειούχος, καθήκον όπως λάβει εύλογη φροντίδα - λογικά μέτρα ώστε το υποστατικό του να είναι ευλόγως ασφαλές και να μεριμνά για την αποτροπή ή την πρόληψη πρόκλησης ζημιάς από ασυνήθιστο κίνδυνο την ύπαρξη του οποίου γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ως ένας λογικός άνθρωπος. To κατά πόσο ο κίνδυνος είναι ασυνήθιστος κρίνεται αντικειμενικά με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ανωτέρω, Slater Cross Ltd [1956] 2 All E.R. 625 και Indermaur v. Dames [1866] L.R. 1 C.P. 274). Ως επίσης αναφέρεται στην Φραγκεσκίδης ο κάτοχος έχει καθήκον προς τον προσκεκλημένο να λάβει φροντίδα όπως το υποστατικό είναι εύλογα ασφαλές, δεν είναι όμως ασφαλιστής. Το καθήκον δεν είναι να εμποδίσει ασυνήθιστο κίνδυνο, αλλά να εμποδίσει ζημιά από ασυνήθιστο κίνδυνο, τον οποίο γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει. Αναφορικά με την έννοια του ασυνήθιστου κινδύνου στην London Graving Dock Co., Ltd., v. Horton [1951] 2 All E.R. 1 λέχθηκε ότι ασυνήθιστος μπορεί να είναι κίνδυνος αν και είναι πλήρως αναγνωρίσιμος και ότι η λέξη ασυνήθιστος δεν πρέπει να ερμηνεύεται υποκειμενικά με την έννοια του απροσδόκητου αλλά αντικειμενικά ως κίνδυνος, ο οποίος δεν συναντάται συνήθως στα πλαίσια άσκησης της δραστηριότητας ή προς εκπλήρωση της ενέργειας του προσκεκλημένου αν και το τι συνιστά ασύνηθες διαφοροποιείται ανάλογα με τον λόγο για τον οποίο αυτός εισέρχεται στο υποστατικό. Περαιτέρω στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell, on the Law of Torts (10th edition) στη σελ. 650 γίνεται αναφορά στην τότε «νέα τάση» στην αγγλική νομολογία, η οποία προκύπτει από την υπόθεση Norman v. Great Western Ry. [1915] 1 Κ.Β. 584 όπου λέχθηκε ότι το καθήκον έναντι ενός προσκεκλημένου είναι να ληφθεί εύλογη φροντίδα ώστε οι εγκατάσταση να γίνει ασφαλής για πρόσωπα που τη χρησιμοποιούν κατά τον κανονικό και συνήθη τρόπο και με εύλογη φροντίδα. Δεν αποτελεί υπεράσπιση ότι ο κίνδυνος είναι ανοικτός και εμφανής εάν η εγκατάσταση είναι εν πάση περιπτώσει επικίνδυνη. Ως λέχθηκε στην Μιχαήλ ν. Ττουνιά κ.α.
(2005)1Α Α.Α.Δ 19 «ο κάτοχος του υποστατικού έχει, προς όλους τους νόμιμα ευρισκομένους στο υποστατικό του, το κοινό καθήκον φροντίδας το οποίο εξυπακούει ότι θα πρέπει να επιδεικνύει τέτοια φροντίδα όση υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης είναι εύλογη, ώστε να διασφαλίζει ότι το οποιοδήποτε νόμιμα ευρισκόμενο στα υποστατικά πρόσωπο θα είναι εύλογα ασφαλές κατά τη χρήση των υποστατικών, για τους σκοπούς για τους οποίους ευρίσκεται νόμιμα στο χώρο». To ότι η πιθανότητα εκδηλώσεως του κινδύνου είναι μικρή δεν απαλλάττει τον κάτοχο από τη λήψη προστατευτικών μέτρων εφόσον ο κίνδυνος είναι προβλεπτός. Ο κάτοχος έχει δε υποχρέωση να γνωρίζει εκείνο που ένας λογικός άνθρωπος γνωρίζει ή θεωρείται ότι γνωρίζει (βλ. Hawkins v. Goulsdon and Purley Urban District Council [1954] 1 All E.R. 97). Το τι αποτελεί λογικό μέτρο εξαρτάται από όλα τα περιστατικά στην κάθε περίπτωση, όπως τη φύση της πρόσκλησης, τη φύση του κινδύνου, τη γνώση του προσκεκλημένου. Όσον αφορά την πρακτικότητα των μέτρων, που πρέπει να λαμβάνονται για την εξάλειψη ή ελάττωση του κινδύνου, αυτή εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης. Ως λέχθηκε στην Πολυμέταλ Λτδ, Μεταλλικές Κατασκευές κ.α. ν. Κωνσταντίνου
(1998)1Α Α.Α.Δ 393 το καθήκον μέριμνας για την ασφάλεια του επισκέπτη περιλαμβάνει όλα εκείνα τα μέτρα που θα τον προστάτευαν από προβλεπτούς κινδύνους για την ασφάλειά του και η λήψη των οποίων ήταν ευχερής. Στην υπόθεση G.I.P. Constructions v. Neophytou and Another
(1983)1B C.L.R. 669 υποδεικνύεται με αναφορά στην Stone v. Taffe and another [1974] 3 All E..R. 1016 ότι ο κάτοχος, ο οποίος επιθυμεί να περιορίσει τις κινήσεις των επισκεπτών μέσα στα υποστατικά, πρέπει να το πράξει ειδικά και ρητά. Εφόσον δε γίνει κάτι τέτοιο στο μέτρο που η χρήση του υποστατικού από τον επισκέπτη είναι νόμιμη και λογική ο κάτοχος παραμένει υπόλογος για οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστεί από τις συνέπειες των κινδύνων που ήταν λογικά προβλεπτοί. Η προαναφερθείσα διάκριση σε προσκεκλημένους και αδειούχους αποκτά σημασία και περιορίζεται μόνο όταν η ζημιά στον επισκέπτη έχει προκληθεί από την στατική κατάσταση του ακινήτου ενώ, όπως προαναφέρθηκε, αναφορικά με το καθήκον για τη λειτουργία της δραστηριότητας ή της επιχείρησης σε υποστατικά, οι δυο κατηγορίες εξομοιώνονται και το καθήκον του κατόχου απέναντι στον επισκέπτη είναι το ίδιο (βλ. Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ανωτέρω και Dunster v. Abbott [1953] 2 All E.R. 1572). Στην περίπτωση λοιπόν ζημιάς που προκαλείται από την στατική κατάσταση του ακινήτου η ευθύνη του κατόχου απέναντι σε απλό αδειούχο, σε αντίθεση με ένα προσκεκλημένο, περιορίζεται σε προειδοποίησή του για κάθε κρυμμένο ή λανθάνοντα κίνδυνο μέσα ή πάνω στο ακίνητο τον οποίο γνωρίζει, ή κατά τεκμήριο πρέπει να θεωρηθεί ότι γνωρίζει. Ως εξηγείται στην Κυριακίδης ανωτέρω κατά το κοινοδίκαιο οφειλόταν κοινό καθήκον επιμέλειας στους προσκεκλημένους και στους αδειούχους αδιακρίτως αναφορικά με δραστηριότητες του κατόχου στο ακίνητο (current operations - activity duty) σε αντιδιαστολή προς το πιο περιορισμένο καθήκον του αναφορικά με την στατική κατάσταση του ακινήτου (occupancy duty). Να σημειωθεί δε εδώ ότι η διαφοροποίηση αυτή άρθηκε στην Αγγλία με τον Occupiers' Liability Act του 1957 που ουσιαστικά υπήγαγε και τους δυο στην κατηγορία των επισκεπτών (visitors) με την αναγνώριση έναντι τους του χαρακτηριζόμενου ως κοινού καθήκοντος επιμέλειας. Στην ίδια δε πιο πάνω υπόθεση προστέθηκε ότι αυτή η πτυχή του δικαίου δηλ. η διαφοροποίηση στις δύο κατηγορίες βρήκε την έκφραση της στις ίδιες τις διατάξεις του άρθρου 51
(2)(β) του Κεφ. 148 εφόσον το εν λόγω άρθρο ενώ θεσμοθετεί την ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας του κατόχου ακινήτου έναντι όλων των προσώπων που νόμιμα βρίσκονται σ' αυτό ή των οποίων η περιουσία βρίσκεται μέσα ή πάνω σ' αυτό ή τόσο πλησίον του ώστε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επηρεάζονται από την αμέλεια, δεν αναγνωρίζει τέτοιο καθήκον σε σχέση με την κατάσταση, τη συντήρηση ή την επιδιόρθωση του ακινήτου έναντι απλού αδειούχου. Σ' αυτή την περίπτωση, αναγνωρίζει μόνο καθήκον προς προειδοποίηση του απλού αδειούχου για κάθε κρυμμένο ή λανθάνοντα κίνδυνο μέσα ή πάνω στο ακίνητο τον οποίο ο κάτοχος γνωρίζει ή πρέπει να θεωρηθεί ότι γνωρίζει. Βεβαίως θα πρέπει να λεχθεί ότι η πιο πάνω διάκριση, που στη δική μας νομοθεσία εξακολουθεί να υφίσταται, θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως της σύγχρονης τάσης, η οποία ως έχει αναφερθεί στην G.I.P. Constructions ανωτέρω έχει υιοθετηθεί στην British Railway Board v. Herrington [1972] 1 All E.R. 79. Η νέα αυτή τάση «έγκειται στην εναρμόνιση των καθηκόντων του κατόχου κατά το κοινό δίκαιο προς τις σύγχρονες αντιλήψεις του κοινωνικού καθήκοντος. Το προεξάρχον στοιχείο, το οποίο διαπερνά κάθε έννοια καθήκοντος, εντοπίζεται στην ανάγκη για την επίδειξη ανθρωπιστικής συμπεριφοράς προς τους συνανθρώπους. Η ευπρόσδεκτη αυτή απόφαση υπογραμμίζει το πώς ο νόμος πρέπει να συμβαδίζει με το κοινωνικό ήθος». Στην G.I.P. Constructions λοιπόν οι αρχές της Herrington έγιναν δεκτές ως έκφραση και του Κυπριακού Δικαίου στον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας προς το γείτονα (βλ. Δημοκρατία ν. Παπαζισήμου
(1989)1E Α.Α.Δ 599). Ως δε εξήγησε με απλά λόγια ο έντιμος πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πικής: (α) στην Φραγκεσκίδης ανωτέρω «τα όρια του καθήκοντος προς τον γείτονα προσδιορίζει η ανθρωπιστική συμπεριφορά η οποία αναμένεται από τον κάθε πολίτη στον προγραμματισμό και την εκτέλεση των δραστηριοτήτων του» και (β) στην Πολυμέταλ ανωτέρω «το καθήκον για την επίδειξη επιμέλειας για την ασφάλεια του επισκέπτη εξομοιούται προς το κοινό καθήκον επιμέλειας για την ασφάλεια του γείτονα». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει αναφορά και στην περίπτωση που η ζημιά στον αδειούχο δεν οφείλεται αποκλειστικά στην επικίνδυνη στατική κατάσταση στο ακίνητο, αλλά στο συνδυασμό αυτής με κάποια συμπεριφορά του κατόχου ήτοι κάποια αμελή πράξη ή παράλειψη του όπως η παράλειψη να προβεί σε απαιτούμενη επιδιόρθωση ή να φωτίσει τον χώρο. Στην Hawkins v. Goulsdon and Purley Urban District Council [1954] 1 All E.R. 97 ο ενάγων (αδειούχος) κατεβαίνοντας το βράδυ μια σκάλα, σε σπίτι που ήταν στην κατοχή των εναγομένων, έπεσε και τραυματίσθηκε συνεπεία της ελαττωματικής κατάστασης ενός σκαλοπατιού σε συνδυασμό με τον μη επαρκή φωτισμό της σκάλας. Οι εναγόμενοι κρίθηκαν ότι έφεραν ευθύνη εφόσον, ως λέχθηκε, ο συνδυασμός της επικίνδυνης κατάστασης στη σκάλα και η παράλειψη επαρκούς φωτισμού συνιστούσαν ένα κρυμμένο και ασυνήθιστο κίνδυνο που ήταν γνωστός σε αυτούς ή που όφειλαν να τον γνωρίζουν, αλλά απέτυχαν να τον λάβουν υπόψην και δεν έλαβαν εύλογη φροντίδα για να τον αποφύγουν, ως όφειλαν. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι όσον αφορά τους αδειούχους δεν ισχύει πλέον η διάκριση μεταξύ πράξεων (για τις οποίες μέχρι τότε ο κάτοχος θεωρείτο υπεύθυνος) ή παραλείψεων (για τις οποίες ο κάτοχος δεν εθεωρείτο υπεύθυνος). Ως αποτέλεσμα στην περίπτωση ασυνήθιστου κινδύνου, ο οποίος δεν είναι γνωστός ή εμφανής στον επισκέπτη, ο κάτοχος υπέχει καθήκον έναντι κάθε πρόσωπου που βρίσκεται νόμιμα στο ακίνητο, να λάβει εύλογη φροντίδα να αποτρέψει ζημιά. Το τι αποτελεί εύλογη φροντίδα εξαρτάται από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης. Επίσης λέχθηκε ότι η προηγούμενη νομολογία σύμφωνα με την οποία ουσιαστικά ο αδειούχος δεν είχε αγώγιμο δικαίωμα ενόψει του ότι ουσιαστικά επέλεγε να βαδίσει κάπου ιδίοις κινδύνοις μπορεί να ίσχυε για ανοικτούς χώρους ή άγονη γη αλλά όχι για δρόμους, μονοπάτια ή σκάλες και ότι πρόσωπα, είτε αδειούχοι είτε προσκεκλημένοι, που νόμιμα χρησιμοποιούσαν μια αναγνωρισμένη όδευση, έχουν δικαίωμα να προειδοποιηθούν για ασυνήθιστους κινδύνους, οι οποίοι δεν είναι εμφανείς ή γνωστοί σε αυτούς αλλά για τους οποίους ο κάτοχος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει. Στην Indermaur v. Dames [1866] L.R. 1 C.P. 274 λέχθηκε δε ότι όπου υπάρχει μαρτυρία για αμέλεια πρέπει να κριθεί κατά πόσο λήφθηκε εύλογη φροντίδα είτε με προειδοποίηση, φωτισμό, προφύλαξη ή άλλως πως και κατά πόσο υπήρξε συντρέχουσα αμέλεια από την πλευρά του θύματος. Περαιτέρω στην Slater ανωτέρω λέχθηκε ότι ακόμη και στις περιπτώσεις που αφορούν την κατάσταση του ακινήτου όπου η γνώση του κινδύνου δεν είναι τέτοια ώστε να καθιστά το ατύχημα αποκλειστικά λάθος του τραυματισθέντα, τότε δεν αποτελεί κώλυμα για έγερση αγωγής αλλά μόνο για μείωση των αποζημιώσεων (συντρέχουσα αμέλεια). Κατοχή της ράμπας Το πρώτο ερώτημα που χρήζει απάντησης στην παρούσα είναι κατά πόσο η εναγόμενη ήταν κάτοχος της επίδικης ράμπας ώστε να διακριβωθεί στη συνέχεια κατά πόσο είχε και ποια ευθύνη για τις ζημιές που προκλήθηκαν στην ενάγουσα από την πτώση της από αυτή. Η ράμπα ήταν κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου, όχι στο τεμάχιο όπου βρισκόταν το συγκρότημα κατοικιών όπου και η μεζονέτα της εναγόμενης αλλά στο συνορεύον με αυτό τεμάχιο 176, το οποίο ανήκε σε τρίτα πρόσωπα. Η ράμπα δεν είχε κατασκευαστεί από την εναγόμενη. Είχε κατασκευαστεί παράνομα µε πρωτοβουλία και οδηγίες κάποιου από τους άλλους κατόχους των κατοικιών του συγκροτήματος. Κατεδαφίσθηκε δε για το σκοπό αυτό μέρος του περιτοιχίσματος που βρισκόταν στο σύνορο του τεμαχίου 174 με το τεμάχιο 176. Η ράμπα όμως χρησιμοποιείτο τόσο από την εναγόμενη όσο και από τους κατόχους των άλλων μεζονετών ως πρόσβαση, μέσω του τεμαχίου 176, σε κοινόχρηστο χώρο στο πίσω μέρος του συγκροτήματος και από εκεί στις οικίες του καθενός. Η εναγόμενη συγκεκριμένα χρησιμοποιούσε της ράμπα ώστε να εισέρχεται με τον τρόπο αυτό στην οικία της μέσω της εξώπορτας της κουζίνας της. Περαιτέρω η εναγόμενη ήταν αυτή που υπέδειξε στην ενάγουσα να χρησιμοποιεί τη ράμπα για να εισέρχεται στην οικία της όταν την επισκεπτόταν. Δεν της υπέδειξε άλλο τρόπο πρόσβασης ούτε αναχώρησης. Επίσης γνώριζε ότι η ενάγουσα χρησιμοποιούσε την ράμπα τόσο για να την επισκέπτεται στην οικία της αλλά και όταν έφευγε από εκεί και ποτέ δεν της απαγόρευσε να χρησιμοποιεί τη ράμπα. Λαμβάνοντας υπόψην τα πιο πάνω στα πλαίσια της προαναφερθείσας σχετικής νομολογίας πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το ότι η ράμπα δεν βρισκόταν στο τεμάχιο 174 ούτε κατασκευάστηκε από την εναγόμενη, δεν αποκλείει αυτήν από του να θεωρηθεί κάτοχος της. Η ράμπα είχε κατασκευαστεί παράνομα από κάτοχο οικίας του συγκροτήματος, στο συνορεύον τεμάχιο αλλά χρησιμοποιείτο από όλους τους κατόχους των κατοικιών του συγκροτήματος, συμπεριλαμβανομένης της εναγόμενης, αποκλειστικά ως μέσο πρόσβασης στον κοινόχρηστο χώρο του συγκροτήματος και από εκεί στις οικίες τους. Ως δε συνάγεται από το άρθρο 51
(2)(β) του Κεφ. 148 η ευθύνη κατόχου είναι όχι μόνο επί προσώπου που τελεί νόμιμα εντός της ακίνητης ιδιοκτησίας αλλά και τόσο κοντά σε αυτήν ώστε να επηρεάζεται από την αμέλεια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όπως κρίνεται ότι ισχύει στην παρούσα. Από τα ευρήματα της υπόθεσης φαίνεται περαιτέρω ότι η εναγόμενη ήταν πρόσωπο που είχε εξουσία να προσκαλεί ή να επιτρέπει ή να απαγορεύει είσοδο στο ακίνητο μέσω της ράμπας κάτι που φαίνεται από το γεγονός ότι αυτή υπέδειξε στην ενάγουσα να προσέρχεται στην οικία της μέσω αυτής και γνώριζε ότι η ενάγουσα χρησιμοποιούσε αυτή τόσο για να πηγαίνει εκεί όσο και για να φεύγει από εκεί και ποτέ δεν της το απαγόρευσε. Το ότι και οι άλλοι κάτοχοι των κατοικιών του συγκροτήματος προφανώς είχαν τέτοια εξουσία, εφόσον και εκείνοι χρησιμοποιούσαν την ράμπα για τον ίδιο σκοπό δεν μεταβάλλει το πιο πάνω. Αυτό γιατί ως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία δεν χρειάζεται κάποιο πρόσωπο να έχει πλήρη έλεγχο ή αποκλειστική κατοχή ώστε να θεωρηθεί κάτοχος. Είναι αρκετό να έχει κάποιο βαθμό φυσικού ελέγχου ή και να μοιράζεται τον έλεγχο με άλλους, όπως στην παρούσα η εναγόμενη. Μάλιστα για αυτό το σκοπό ο έλεγχος που πρέπει να έχει το πρόσωπο αυτό δεν χρειάζεται να είναι απαραίτητα νόμιμος, όπως ήταν επίσης στην παρούσα όπου η ράμπα είχε κατασκευαστεί και χρησιμοποιείται παράνομα σε τεμάχιο που ανήκε σε τρίτα πρόσωπα. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η εναγόμενη ήταν κάτοχος της ράμπας εν τη εννοία της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά όχι ο μόνος και αποκλειστικός κάτοχος αυτής. Σύμφωνα δε με την ίδια νομολογία στην περίπτωση που περισσότεροι είναι κάτοχοι ο καθένας έχει καθήκον να λαμβάνει εύλογη φροντίδα έναντι προσώπων που εισέρχονται νόμιμα στο ακίνητο. Εάν δε ο κάθε κάτοχος αποτύχει στο καθήκον του αυτό, ο καθένας είναι υπεύθυνος, ανάλογα με το βαθμό ελέγχου που έχει, έναντι επισκέπτη που τραυματίζεται συνεπεία της αποτυχίας αυτής. Ως προαναφέρθηκε η εναγόμενη δεν ήταν ο μόνος και αποκλειστικός κάτοχος σε σχέση με τη ράμπα. Με δεδομένο ότι η ράμπα οδηγούσε στις οικίες του συγκροτήματος μέσω κοινόχρηστου χώρου που εφαπτόταν σε αυτήν κρίνεται ότι ο υπολογισμός του βαθμού κατοχής και ελέγχου της από την εναγόμενη δεν μπορεί παρά να είναι στη βάση του μεριδίου που αυτή έχει επί των κοινόχρηστων χώρων του συγκροτήματος ήτοι σε ποσοστό 23,88%. Ο βαθμός αυτός ελέγχου της ράμπας αναμφίβολα ήταν τέτοιος ώστε η εναγόμενη όφειλε να συνειδητοποιήσει ότι παράλειψη της να ασκήσει επιμέλεια μπορεί να καταλήξει σε βλάβη ή ζημιά προσώπου που χρησιμοποιεί αυτήν. Κατ' επέκταση ο βαθμός αυτός θεωρείται επαρκής ώστε να επιβάλλεται στην εναγόμενη καθήκον επιμέλειας προς τα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν τη ράμπα και άρα και έναντι της ενάγουσας. Σε περίπτωση λοιπόν που η εναγόμενη κριθεί υπεύθυνη για τις ζημιές που υπέστη η ενάγουσα από την πτώση της από τη ράμπα, η ευθύνη της πρώτης θα αναλογεί σε ποσοστό 23,88% επί πλήρους ευθύνης. Ευθύνη εναγόμενης Ενόψει των ανωτέρω αυτό που θα πρέπει να εξετασθεί στη συνέχεια είναι το εάν η εναγόμενη είχε και πιο καθήκον έναντι της ενάγουσας και κατά πόσο έπραξε ή απέτυχε να το πράξει με αποτέλεσμα να έχει ευθύνη για τις ζημιές που υπέστη η ενάγουσα. Θα πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι ήταν η εναγόμενη που στα πλαίσια φιλικής τους σχέσης κάλεσε, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, την ενάγουσα να την επισκεφθεί στο σπίτι της. Ως έχει δε ήδη αναφερθεί η εναγόμενη ήταν αυτή που υπέδειξε στην ενάγουσα να χρησιμοποιεί τη ράμπα για να εισέρχεται στην οικία της όταν την επισκεπτόταν και γνώριζε ότι η ενάγουσα όχι μόνο χρησιμοποιούσε τη ράμπα για να εισέρχεται από εκεί στην οικία της αλλά και για να φεύγει από εκεί. Ποτέ δε η εναγόμενη δεν απαγόρευσε στην ενάγουσα να χρησιμοποιεί τη ράμπα για τους πιο πάνω σκοπούς. Ως εκ των άνω η ενάγουσα σε σχέση με τη χρήση της ράμπας θεωρείται ως νόμιμος επισκέπτης και συγκεκριμένα εμπίπτει στην έννοια του αδειούχου. Όσον αφορά τον κίνδυνο που υπήρχε κατά τη χρήση της ράμπας και τη φύση αυτού θα πρέπει στο σημείο αυτό να γίνει αναφορά στην υπόθεση Stone ανωτέρω. Εκεί κρίθηκε ότι η αποτυχία των κατόχων να φωτίσουν τη σκάλα του κτιρίου, από την οποία έπεσε και τραυματίσθηκε σοβαρά και στη συνέχεια πέθανε το θύμα, αποτελούσε παράβαση του κοινού καθήκοντος επιμέλειας που αυτοί είχαν. Η ευθύνη όμως κατανεμήθηκε κατά το ήμισυ στο ίδιο το θύμα, το οποίο γνώριζε τη σκάλα από προηγούμενες επισκέψεις του εκεί όταν είχε μάλιστα φως, γνώριζε τους κινδύνους να κατεβεί στο σκοτάδι, προσπάθησε ανεπιτυχώς να βρει διακόπτη για να ανάψει το φως και αποφάσισε να κατεβεί στο σκοτάδι. Στην περίπτωση εκείνη κρίθηκε δε ότι ο μοιραίος κίνδυνος δεν οφειλόταν στην κατάσταση του ακινήτου αλλά σε πράξη ή παράλειψη που έγινε σε σχέση με αυτό. Στην παρούσα, ως συνάγεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σε σχέση με τη χρήση της ράμπας υπήρχε ο κίνδυνος πτώσης από το πλάι αυτής από ύψος και τραυματισμού. Ο κίνδυνος όμως αυτός δεν οφειλόταν στην κατάσταση της ράμπας δηλ. στο ότι αυτή ήταν κατασκευασμένη από μπετόν, ήταν κεκλιμένη και στη βόρεια πλευρά της υπήρχε υψομετρική διαφορά από το έδαφος που κυμαινόταν από 0 εκατοστά στο κατώτερο σημείο και μέχρι 80 εκατοστά στο ψηλότερο σημείο. Ο κίνδυνος οφειλόταν σε παράλειψη που έγινε σε σχέση με αυτή την κατάσταση και συγκεκριμένα στο ότι δεν υπήρχε καθόλου φωτισμός εκεί ή κάποιο πλαϊνό κιγκλίδωμα και έτσι κάποιος που χρησιμοποιούσε τη ράμπα σε συνθήκες απόλυτου σκότους δεν μπορούσε να διακρίνει ουσιαστικά που βάδιζε πάνω στη ράμπα και την άκρη αυτής με ενδεχόμενο να πέσει από το πλάι της στην βόρεια πλευρά της, από ύψος στο έδαφος, και να τραυματισθεί. Η παράλειψη αυτή καθιστούσε λοιπόν τη χρήση της ράμπας σε συνθήκες απόλυτου σκότους δηλ. το βράδυ επικίνδυνη και ως εκ τούτου τη ράμπα μη ασφαλή. Ο κίνδυνος δε αυτός ήταν εύλογα προβλεπτός και η εναγόμενη, με δεδομένο ότι χρησιμοποιούσε και η ίδια τη ράμπα, τον γνώριζε ή εν πάση περιπτώσει όφειλε να τον γνωρίζει. Συνεπώς η εναγόμενη έχουσα επαρκή βαθμό ελέγχου της ράμπας, ως από κοινού κάτοχος αυτής, είχε απέναντι στην ενάγουσα καθήκον να λάβει εύλογη φροντίδα ώστε να διασφαλίσει ότι η ενάγουσα θα ήταν ασφαλής κατά τη χρήση της ράμπας και να αποτρέψει οποιαδήποτε ζημιά μπορούσε να προκληθεί στην τελευταία ενόψει του προαναφερόμενου κινδύνου. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τη φύση του κινδύνου και τις περιστάσεις που τον δημιουργούσαν η εναγόμενη θα έπρεπε να λάβει λογικά μέτρα προς εξάλειψη ή ελάττωση του. Τέτοια λογικά και πρακτικά μέτρα θα ήταν ασφαλώς ο φωτισμός της ράμπας κατά τη διάρκεια της νύκτας ή η τοποθέτηση πλαϊνών κιγκλιδωμάτων ή η χρήση άλλου προστατευτικού από πτώση μέσου ή ο συνδυασμός και των δύο. Η εναγόμενη όμως όχι μόνο ουδέν έπραξε προς τον σκοπό αυτό αλλά δεν φρόντισε έστω να προειδοποιήσει την ενάγουσα για την ύπαρξη του προαναφερόμενου κινδύνου παρά το ότι γνώριζε την ύπαρξη του και ότι η ενάγουσα ήταν εκτεθειμένη σε αυτόν εφόσον χρησιμοποιούσε τη ράμπα τόσο για να εισέρχεται όσο και για να εξέρχεται της οικίας της και κατά τη διάρκεια της νύκτας δηλ. υπό συνθήκες απόλυτου σκότους. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η εναγόμενη απέτυχε να ασκήσει το πιο πάνω οφειλόμενο καθήκον της προς την ενάγουσα με αποτέλεσμα η τελευταία να πέσει από τη ράμπα υπό συνθήκες σκότους, να τραυματιστεί σοβαρά και να υποστεί εξ αυτού ζημιές. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σχολιασθεί η θέση της υπεράσπισης που ήταν ουσιαστικά ότι η ενάγουσα δεν εξήγησε πως ακριβώς έπεσε από τη ράμπα και συνεπώς δεν αποδείχθηκε τι οδήγησε στην πτώση. Κατ' αρχήν θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ενάγουσα περιέγραψε τις συνθήκες πτώσης της και το Δικαστήριο κατέληξε σε σχετικά και συγκεκριμένα ευρήματα οπόταν η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Εν πάση όμως περιπτώσει ακόμη και να μην ίσχυε αυτό η υπόθεση δεν θα οδηγείτο σε απόρριψη. Ως λέχθηκε στην Stone ανωτέρω, σε αρκετές υποθέσεις δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο ακριβής τρόπος που συνέβη το ατύχημα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πτώση. Παρόλα αυτά εάν στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων η πτώση μπορεί να εξηγηθεί με διάφορους πιθανούς τρόπους αλλά δεν μπορούσε να συμβεί χωρίς την παράβαση του καθήκοντος, η πτώση κρίνεται ότι αποτελεί συνέπεια της παράβασης. Στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης, λέχθηκε, ότι το θύμα μπορεί να απέτυχε να πιάσει την κουπαστή της σκάλας ή να κρατηθεί σε αυτήν, μπορεί να έχασε τα βήματα του, μπορεί να έκρινε λάθος το πλάτος ή το βάθος του σκαλοπατιού αλλά πιθανόν δεν θα γινόταν τίποτε από τα πιο πάνω εάν η σκάλα ήταν φωτισμένη. Ακόμη λοιπόν και να ίσχυε η θέση της εναγόμενης, η πτώση της ενάγουσας στην παρούσα δεν θα μπορούσε να συμβεί χωρίς την παράβαση του προαναφερόμενου καθήκοντος της εναγόμενης και άρα η πτώση κρίνεται ότι αποτελεί συνέπεια της παράβασης. Συντρέχουσα αμέλεια Μετά την διαπίστωση της ύπαρξης αμέλειας εκ μέρους της εναγομένης θα πρέπει στη συνέχεια να εξετασθεί κατά πόσο και η ενάγουσα φέρει ευθύνη για τις ζημιές που υπέστη δηλ. κατά πόσο στοιχειοθετείται συντρέχουσα αμέλεια. Είναι θεμελιωμένο ότι η συντρέχουσα αμέλεια αποτελείται από την παράλειψη λήψεως επαρκών προφυλάξεων από τον ενάγοντα για τη δική του ασφάλεια. Τι προφυλάξεις είναι αναγκαίες για την ασφάλεια κάποιου είναι ζήτημα πραγματικό και ζήτημα βαθμού. Για να στοιχειοθετηθεί συντρέχουσα αμέλεια θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η ενάγουσα προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό της (βλ. Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718). Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας και οι παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 595, Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοχάρους κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 937 και Αλεξάνδρου ν. Κυριάκου & Υιών Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 506). Στην παρούσα η ενάγουσα είχε χρησιμοποιήσει τη ράμπα για να εισέλθει και να εξέλθει από την κατοικία της εναγόμενης άλλες τρεις φορές. Οι δύο όμως ήταν κατά τη διάρκεια της ημέρας και μόνο μια ήταν το βράδυ. Η χρήση της ράμπας λοιπόν μια και μόνο φορά προηγουμένως κατά τη διάρκεια της νύκτας δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα γνώριζε πλήρως όλες τις σχετικές παραμέτρους της ράμπας. Γνώριζε όμως εν πάση περιπτώσει ότι η ράμπα δεν φωτιζόταν, ότι ήταν κατηφορική καθώς και ότι είχε κάποιο ύψος από το έδαφος στο πλάι της αλλά, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ίδιας που έγινε δεκτή, δεν αντιλήφθηκε πόσο ακριβώς ήταν αυτό το ύψος. Από την άλλη, ως η ίδια ανέφερε, το βράδυ του ατυχήματος όταν βγήκε έξω από το σπίτι της εναγόμενης και έκλεισε την πόρτα ήταν βαθύ σκοτάδι. Παρόλα αυτά επιχείρησε να κατέβει τη ράμπα με αυτά τα δεδομένα και δεν ζήτησε από την εναγόμενη να της δώσει κάποιο φανάρι ή να της εξασφαλίσει κάποιο φωτισμό. Δεν δέχομαι φυσικά ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να πράξει κάτι άλλο ενόψει του ότι η ράμπα ήταν το μόνο μέσο πρόσβασης και αναχώρησης από την οικία της εναγόμενης που της είχε υποδειχθεί και συνεπώς δεν τίθεται θέμα ότι η ίδια επέλεξε ιδίοις κινδύνοις να χρησιμοποιήσει αυτή την οδό αντί κάποιας άλλης. Δεν προκύπτει δε από τη μαρτυρία ότι η ενάγουσα επέλεξε να διασχίσει τη ράμπα διαγώνια. Αυτό που ανέφερε ήταν ότι προσπάθησε να κινηθεί ευθεία στη βόρεια πλευρά της ράμπας δηλ. από τη δεξιά της πλευρά όπως την κατεβαίνει κάποιος γιατί το αυτοκίνητο της ήταν σταθμευμένο προς εκείνη την πλευρά. Δεν μπορούσε όμως να διακρίνει λόγω του απόλυτου σκότους την έκταση της ράμπας πόσο μάλλον την άκρη αυτής και να αντιληφθεί το ακριβές ύψος της από το έδαφος. Ενόψει δε των πιο πάνω δεν είχε σημασία το γεγονός ότι η ράμπα είχε κάποιο πλάτος εφόσον η ενάγουσα εν πάση περιπτώσει δεν μπορούσε να διακρίνει αυτό και να κινηθεί στη μέση της ράμπας, ως ουσιαστικά εισηγείται η υπεράσπιση. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω κρίνεται ότι η ενάγουσα σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για το ατύχημα της, ως είναι η θέση της υπεράσπισης. Αναμφίβολα όμως είναι υπεύθυνη συντρέχουσας αμέλειας. Αυτό άλλωστε το συνειδητοποίησε και η ίδια λέγοντας χαρακτηριστικά σε υποβολή κατά την αντεξέταση της ότι δεν ευθύνεται η ίδια εξ ολοκλήρου για το ατύχημα αλλά περισσότερο ευθύνονται οι εναγόμενοι. Λαμβάνοντας δε υπόψην όλα τα δεδομένα και τις ενέργειες της ενάγουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο κρίνω ότι το ποσοστό ευθύνης αυτής ανέρχεται στο 50%. Κατάληξη Ως έχει προαναφερθεί οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει ότι οι ζημιές της ενάγουσας επί πλήρους ευθύνης ανέρχονται στο ποσό των €27,000 με νόμιμο τόκο από 1.12.08 μέχρι εξοφλήσεως. Ενόψει όμως του ότι έχει κριθεί ότι η ευθύνη της ενάγουσας ανέρχεται σε 50% αλλά και ότι ο βαθμός ευθύνης της εναγόμενης, ως εν μέρη κατόχου της ράμπας, είναι σε ποσοστό 23,88%, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 1 για το ποσό των €3,223.80 με νόμιμο τόκο από 1.12.08 μέχρι εξοφλήσεως. Τέλος τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται σε βάρος της εναγόμενης 1 και υπέρ της ενάγουσας. (Υπ.)............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αστικό - Τελική - Ατύχημα - Ευθύνη κατόχου υποστατικού. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.