Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου κ.α. ν. Υπουργού Εσωτερικών κ.α., Αρ. Αγωγής: 941/04, 25/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A193 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 941/04 Μεταξύ:
- Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου
- Αλέκας Π. Παπακόκκινου Εναγουσών και Κυπριακής Δημοκρατίας δια του
- Υπουργού Εσωτερικών
- Δια του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας Εναγόμενης ----------------- Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 12/2/2010 Μεταξύ:
- Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου
- Αλέκας Π. Παπακόκκινου Εναγουσών και
(1)Κυπριακής Δημοκρατίας δια του
- Υπουργού Εσωτερικών
- Δια του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας
(2)Δήμου Πάφου Εναγομένων ----------------------- Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου, 2013 Για τις Ενάγουσες: κα Α. Παπακόκκινου (κ. Μ. Μυτίδης ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Εναγόμενη 1: κα Ι. Τσιντίδου για Γενικό Εισαγγελέα (κ. Σ. Ερωτοκρίτου ν' ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο 2: κ. Αντρέας Δημητριάδης AΠ Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγουσες στις 20/11/90 υπέβαλαν την αίτηση με αρ. 819/90 στον Δήμο Πάφου (Εναγόμενο 2) για άδεια οικοδομής για την ανέγερση εστιατορίου εντός του τεμαχίου τους με αρ. 158/1, Φύλλο/Σχέδιο LI/12 στην ενορία Μούτταλλος, εντός της τουριστικής περιοχής Πάφου. Με την επιστολή του ημερομηνίας 23/6/92 ο Εναγόμενος 2 πληροφόρησε τις Ενάγουσες ότι η Εκτελεστική Επιτροπή του Δήμου Πάφου στη συνεδρία της ημερομηνίας 26/5/92 απέρριψε την αίτηση τους για τους εξής τρεις λόγους: «(α) Η ανάπτυξη προτείνεται να γίνει σε χωράφι και όχι εγκεκριμένο οικόπεδο. Σαν αποτέλεσμα τα σχέδια ξεπερνούν τον επιτρεπόμενο Συντελεστή Δόμησης και ποσοστό Κάλυψης της Πολεοδομικής Ζώνης Α2 σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 311/
- (β) Το χωράφι επηρεάζεται από τη διαπλάτυνση του στενού σε πλάτος δημόσιου δρόμου. (γ) Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και σχετικών κανονισμών το πλάτος του δημόσιου δρόμου θεωρείται σαν μή ικανοποιητικό σαν Δημόσια προσπέλαση.» Οι Ενάγουσες υπέβαλαν Ιεραρχική Προσφυγή εναντίον της πιο πάνω απόφασης στον Υπουργό Εσωτερικών ο οποίος την απέρριψε στις 20.12.
- Οι Ενάγουσες προχώρησαν ακολούθως με την καταχώριση της Προσφυγής 174/94 στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της απορριπτικής απόφασης του Εναγόμενου 2 ημερ. 26.5.92 και εκείνης του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 20.12.93 ζητώντας την ακύρωση τους. Η Προσφυγή τους απορρίφθηκε στις 24/11/97 οπότε οι Ενάγουσες προχώρησαν με την καταχώρηση της Αναθεωρητικής Έφεσης 2560 η οποία έγινε αποδεκτή με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 19/7/02 η οποία καταλήγει επί λέξει στα εξής: «Η αρμόδια αρχή παρέλειψε να προβεί στη δέουσα έρευνα και να δώσει επαρκή αιτιολογία της επίδικης απόφασης. Για τους πιο πάνω λόγους η έφεση επιτυγχάνει με έξοδα τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Ακυρώνεται επίσης και η επίδικη διoικητική απόφαση.» Τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα σε σχέση με το ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις και δηλώσεις των δικηγόρων των διαδίκων κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Οι Ενάγουσες ως αποτέλεσμα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταχώρησαν στις 19/4/2004 την παρούσα αγωγή αρχικά εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατόπιν διαβημάτων των Εναγουσών για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης, προσετέθη στις 12/2/10, κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου και ο Δήμος Πάφου ως Εναγόμενος
- Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι Ενάγουσες αξιώνουν αποζημιώσεις για ζημιές που έχουν υποστεί συνεπεία της απορριπτικής απόφασης του Δήμου Πάφου στην αίτηση τους για άδεια οικοδομής, η οποία ακυρώθηκε εκ των υστέρων από το Ανώτατο Δικαστήριο, καθώς και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Με την Υπεράσπιση της η Κυπριακή Δημοκρατία προβάλλει τη θέση ότι κακώς η Αγωγή κατεχωρήθη εναντίον της εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία ακυρώθηκε με την Αναθεωρητική Έφεση, εκδόθηκε από το Δήμο Πάφου και όχι από την ίδια. Σ΄ ό,τι αφορά την ουσία της διαφοράς, ισχυρίζεται ότι οι αξιώσεις για αποζημιώσεις των Εναγουσών δεν μπορούν να πετύχουν γιατί παρέλειψαν να τις υποβάλουν προς το Δήμο Πάφου πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Και ο Δήμος Πάφου στην Υπεράσπιση του εκτός από τη γενική άρνηση όλων των ισχυρισμών στην Έκθεση Απαίτησης, θέτει θέμα παράλειψης των Εναγουσών να του υποβάλουν την απαίτηση τους προηγουμένως. Ισχυρίζεται επιπρόσθετα ότι προέβη σε πλήρη συμμόρφωση στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την περαιτέρω έρευνα του στα πλαίσια επανεξέτασης της αίτησης για άδεια οικοδομής, την οποία απέρριψε εκ νέου. Προς υποστήριξη της υπόθεσης των Εναγουσών έδωσε μαρτυρία η ίδια η Ενάγουσα 1 και κάλεσαν και ένα μάρτυρα, τον Αντώνη Λοϊζου (Μ.Ε.2). Από πλευράς Υπεράσπισης έδωσαν μαρτυρία ο Παύλος Παναγιώτου (Μ.Υ.1) και ο Σωτήρης Στεργώτης (Μ.Υ.2) για την Εναγόμενη 1 και ο Φίλιππος Φιλίππου (Μ.Υ.3), ο Σάββας Σάββα (Μ.Υ.4) και ο Θέμης Φιλιππίδης (Μ.Υ.5) για τον Εναγόμενο
- Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επίσης και ένας μεγάλος αριθμός εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Ιδιαίτερη μνεία θα γίνεται εκεί που παρίσταται ανάγκη. Εγκρίθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Ιάκωβος Φιλίππου, αρχιτέκτονας στο επάγγελμα, απεβίωσε στις 22.10.09 (βλ. Βεβαίωση Επάρχου Λευκωσίας (Τεκμήριο 14)). Οι δικηγόροι των διαδίκων στις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία. Η δικηγόρος των Εναγουσών εισηγήθηκε ότι με την μαρτυρία που έχουν προσκομίσει έχει αποδειχθεί τόσο η έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναθεωρητική Έφεση 2560 όσο και η ζημιά των Εναγουσών. Εισηγήθηκε τέλος ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 146.6 και άλλων άρθρων του Συντάγματος για πληρωμή στις Ενάγουσες αποζημιώσεων. Από την άλλη, οι δικηγόροι των Εναγομένων αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Εναγουσών σε αποζημιώσεις, προτάσσοντας την παράλειψη τους να υποβάλουν πριν την καταχώριση της Αγωγής την απαίτηση τους στην Αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παράλειψη που τους αποστερεί αγώγιμου δικαιώματος στη βάση του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Σχετική αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται κατωτέρω στο κατάλληλο στάδιο. Η δικηγόρος των Εναγουσών στη γραπτή της αγόρευση την οποία υποστήριξε και προφορικά, έθεσε θέμα παράνομης εκπροσώπησης των Εναγομένων με αποτέλεσμα, κατά την άποψη της, να καθιστά ολόκληρη τη δικαστική διαδικασία και μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς τους παράνομη, γι' αυτό και οι Ενάγουσες δικαιούνται σε αποζημιώσεις. Συγκεκριμένα, ήταν εισήγηση της σ' όσον αφορά το δικηγόρο του Εναγομένου 2, ότι αν και με τον Τύπο Διορισμού Δικηγόρου, ο Εναγόμενος 2 διόρισε προσωπικά τον κ. Ανδρέα Δημητριάδη να εμφανιστεί εκ μέρους του, εντούτοις το σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε από το δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ. Όσον αφορά δε την Εναγόμενη 1 - Κυπριακή Δημοκρατία, αν και καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από τον κ. Στέλιο Κ. Χαραλάμπους, δικηγόρο, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εντούτοις κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και σε άλλες ενδιάμεσες διαδικασίες, το χειρισμό είχαν άλλοι δικηγόροι, μεταξύ των οποίων και η κα Τσιντίδου. Σημειώνεται ότι θέμα αντικανονικής εμφάνισης των Εναγομένων εγείρεται για πρώτη φορά με τη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου των Εναγουσών. Δεν είναι επίδικο θέμα. Κρίνω ότι στο στάδιο αυτό και με τον τρόπο που εγείρεται δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο, γι' αυτό και θα πρέπει η σχετική εισήγηση να απορριφθεί όπως και απορρίπτεται. Παρά ταύτα, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω το θέμα και μάλιστα κατά προτεραιότητα έναντι των επίδικων ώστε να υπάρχει η ετυμηγορία μου και επ' αυτού σε περίπτωση που η πιο πάνω κρίση μου ήθελε κριθεί λανθασμένη. Έχω ανατρέξει στο φάκελο της υπόθεσης όπου διαφαίνονται τα εξής: H Αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.4.04 εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας δια του 1) Υπουργού Εσωτερικών και 2) Γενικού Εσαγγελέα. Στις 10.5.04 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την Εναγόμενη 1, το οποίο υπέγραψε ο κ. Στέλιος Κ. Χαραλάμπους, δικηγόρος. Ακολούθησε η καταχώριση αριθμού αιτήσεων και ενστάσεων και από τις δύο πλευρές και άλλες διαδικασίες κατά τις οποίες εμφανίστηκαν διάφοροι δικηγόροι για τον Γενικό Εισαγγελέα. Σύμφωνα με το άρθρο 113.1 του Συντάγματος, ο Γενικός Εισαγγελέας είναι «ο νομικός σύμβουλος της Δημοκρατίας, του Υπουργικού Συμβουλίου και των Υπουργών, ασκεί δε πάσαν ετέραν εξουσία και εκτελεί πάσαν ετέραν υπηρεσία ή καθήκον καθοριζόμενον ή ανατιθέμενον εις αυτόν δια του Συντάγματος ή δια νόμου». Ο Γενικός Εισαγγελέας προϊσταται της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας της οποίας αποτελεί μέλος. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, την ακροαματική διαδικασία χειρίστηκε κυρίως η κα Τσιντίδου που εμφανιζόταν εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. Σε ενδιάμεσες διαδικασίες για τον Γενικό Εισαγγελέα εμφανίστηκαν και άλλοι δικηγόροι. Σε καμία περίπτωση δεν καταχωρήθηκε σημείωμα αλλαγής δικηγόρου ώστε για τη Κυπριακή Δημοκρατία να εμφανίζεται άλλος δικηγόρος από το Γενικό Εισαγγελέα. Η εξουσιοδότηση δικηγόρων - μελών της Νομικής Υπηρεσίας από τον Γενικό Εισαγγελέα να εμφανιστούν για τον ίδιο σε δικαστικές διαδικασίες δεν ενέχει οτιδήποτε το μεμπτό, εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτοί ενεργούσαν κατόπιν εντολών και οδηγιών του. Σημειώνεται ότι ο Γενικός Εισαγγελέας εξακολούθησε να εκπροσωπεί μέχρι αποπεράτωσης της ακροαματικής διαδικασίας την Εναγόμενη
- Η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα εξουσιοδότησης δικηγόρων για την εκπροσώπηση του δεν περιορίζεται μόνο σε μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, αλλά ακόμη και σε ιδιώτες δικηγόρους (βλ. Mechanov
(2003)1 (A) A.A.Δ. 217). Συνεπώς η εισήγηση της δικηγόρου των Εναγουσών σε σχέση με την αντικανονική και/ή παράνομη εμφάνιση της Εναγόμενης 1, δεν ευσταθεί. Σ' όσον αφορά την εκπροσώπηση του Εναγομένου 2, στο φάκελο του Δικαστηρίου εντοπίζεται έντυπο με τον τίτλο «Σημείωμα Εμφανίσεως (Ο16 R3)» το οποίο συνάδει με τον Τύπο 12 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών το οποίο υπογράφεται από το Δικηγορικό Γραφείο Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ. Στο σημείωμα εμφάνισης είναι επισυνημμένο το έντυπο διορισμού του κ. Ανδρέα Δημητριάδη από τον Εναγόμενο 2 (Δ.16 θ.11). Το σημείωμα εμφάνισης παρελήφθη, υπεγράφη, σφραγίστηκε και καταχωρήθηκε από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στις 11.3.
- Το συγκεκριμένο σημείωμα εμφάνισης πληροί όλες τις προϋποθέσεις της Δ.16 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Συνεπώς ο Εναγόμενος 2 καθ' όλη τη διαδικασία της Αγωγής εκπροσωπείτο από δικηγόρο και δη την Εταιρεία Δικηγόρων Ανδρέας Δημητριάδης & Σια ΔΕΠΕ για την οποίαν ο κ. Ανδρέας Δημητριάδης εμφανίζετο και ο οποίος χειρίστηκε προσωπικά την ακρόαση. Ο κ. Δημητριάδης στην απαντητική αγόρευση του για το θέμα απέδωσε τη διαφορά στα ονόματα σε παράλειψη του γραφείου του στην ορθή συμπλήρωση του ονόματος του δικηγόρου στο σχετικό διοριστήριο. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος είναι ο διευθύνων σύμβουλος και μέλος της πιο πάνω δικηγορικής εταιρείας. Αν ο Εναγόμενος 2 διαφωνούσε με τον τρόπο εκπροσώπησης του, θέμα που αφορούσε τον ίδιο και τον κ. Ανδρέα Δημητριάδη και όχι τις Ενάγουσες ή την ουσία της διαφοράς, θα μπορούσε να προβεί στα κατάλληλα διαβήματα για παραμερισμό του σημειώματος εμφάνισης που καταχωρήθηκε από την εταιρεία δικηγόρων Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ. Δεν προχώρησε όμως ο Δήμος Πάφου με τέτοια διαδικασία. Αυτή η παρατυπία θα είχε τη σημασία της αν το χειρισμό της υπεράσπισης του Εναγομένου 2 στην Αγωγή είχε άλλος δικηγόρος από τον κ. Ανδρέα Δημητριάδη, το όνομα του οποίου αναφέρεται ρητά στο ΄Εντυπο Διορισμού του. Όμως δεν είναι αυτή η περίπτωση. Σημειώνεται ότι οι Ενάγουσες δεν έθεσαν κανένα στοιχείο ότι επηρεάστηκαν δυσμενώς στο χειρισμό της υπόθεσης τους από τον τρόπο εκπροσώπησης του Εναγόμενου
- Συνεπώς, δεν βρίσκω ότι η παρατυπία αυτή είναι τέτοιας εμβέλειας που να καθιστά ολόκληρη την ακροαματική διαδικασία και μαρτυρία που έχει δοθεί από πλευράς Εναγόμενου 2 άκυρη, ως η εισήγηση των Εναγουσών. Στην παρούσα περίπτωση, δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για άρση της παρατυπίας ή καταχώρισης διορθωμένου διοριστηρίου, εφόσον η ακροαματική διαδικασία έχει πλέον ολοκληρωθεί και θεωρείται ότι στην πράξη έχει αυτοθεραπευθεί με την έγκριση από τον Εναγόμενο 2 του τρόπου εμφάνισης του. Ως εκ τούτου, η πιο πάνω εισήγηση της δικηγόρου των Εναγουσών σ' όσον αφορά και την εκπροσώπηση του Εναγομένου 2 κρίνεται επίσης αβάσιμη. Ενόψει της απόφασης μου αυτής δεν κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με το θέμα αποζημίωσης των Εναγουσών που ήγειρε στην αγόρευση της η δικηγόρος τους, που προκύπτει από τον τρόπο εκπροσώπησης των Εναγομένων, για το οποίο θέμα εξάλλου δεν προσέφεραν καμία μαρτυρία. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Οι Ενάγουσες βασίζουν πρωτίστως τις αξιώσεις τους για αποζημιώσεις στις πρόνοιες του άρθρου 146.6 του Συντάγματος που προνοεί τα εξής: "Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ήν το δικαστήριον έχει την εξουσία να παράσχη.» Εκτενής ανάλυση και ερμηνεία του άρθρου 146.6 του Συντάγματος έγινε στις υποθέσεις Vunkovo Airlines (V.A.) και άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 969 και Νίκολας ν. Δημοκρατίας
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 983, από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην τελευταία απόφαση αναφέρθηκαν τα εξής στις σελ. 1005-1008: « Το άρθρο 146.6 του Συντάγματος αποτέλεσε το αντικείμενο δικαστικής ερμηνείας από την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας. Η πρώτη απόφαση που πραγματεύεται το θέμα, είναι η Phedias Kyriakides v. The Republic (Minister of Interior) 1.R.S.C.C. 66 στην οποία εξηγείται ότι το αγώγιμο δικαίωμα, το οποίο παρέχει το άρθρο 146.6, διακρίνεται από εκείνο το οποίο στοιχειοθετείται από το άρθρο 172 του Συντάγματος. Η δεύτερη απόφαση είναι η Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber and Another
(1965)1 C.L.R.
- Επιδικάστηκαν αποζημιώσεις στον επιτυχόντα διάδικο σε προσφυγή, στην οποία ακυρώθηκε απόφαση αρνητική για την παροχή σ' αυτόν αποζημίωσης, προβλεπόμενης από τον περί Αποζημιώσεως των Υποστάντων Ζημίας κατά τον Αγώνα Νόμο, 1961, της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, (Ν. 12/61), για τα θύματα τουρκικών βιαιοπραγιών του 1956 και
- Αποδόθηκαν αποζημιώσεις, αφού αποδείχθηκε ότι οι διαπραγματεύσεις, που ακολούθησαν την ακυρωτική απόφαση, προς καθορισμό της ζημίας που προκλήθηκε στον ενάγοντα από τα κρίσιμα συμβάντα, υπήρξαν ατελέσφορες. Στην ακυρωτική απόφασή του, που προηγήθηκε, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο υπέδειξε ότι, άμα τη ακυρώσει της παρανόμου διοικητικής αποφάσεως, η αρμόδια διοικητική αρχή είχε καθήκον να επανεξετάσει το αίτημα του αιτητή για αποζημίωση, εφαρμόζοντας τις ορθές αρχές δικαίου, υπό το φως των σωστών γεγονότων - (βλ. Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber 5 R.S.C.C. 48). Στην Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber and Another
(1965)1 C.L.R. 39, το Εφετείο παρέπεμψε στις αρχές του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες η αποκατάσταση πρέπει να είναι πλήρης. εφόσον δε η ανόρθωση της υλικής ζημίας δεν επιτυγχάνεται, παρέχεται δικαίωμα στο διοικούμενο να αξιώσει αποζημιώσεις από πολιτικό δικαστήριο. Η επόμενη απόφαση - The Attorney-General of the Republic v. Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242 - διαφωτίζει άμεσα για τη σημασία της πρότασης «..., εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, ...», που τίθεται ως προϋπόθεση από το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος για την κτήση δικαιώματος αποζημίωσης. Το πρόσωπο, το όργανο ή η αρχή, στα οποία αναφέρεται, είναι εκείνα των οποίων η απόφαση ακυρώθηκε βάσει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος. Τα μέτρα, που απόκειται σε τέτοιο όργανο, πρόσωπο ή αρχή να πάρει, ανάγονται στο διοικητικό δίκαιο και έχουν ως γνώμονα την αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας από την ακυρωθείσα πράξη. Η ίδια απόφαση είναι καθοδηγητική και για την ερμηνεία των όρων «δικαία» και «εύλογος αποζημίωση», που καθορίζουν το μέτρο της αποζημίωσης βάσει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Εισάγεται, όπως διαπιστώνεται, η κατά το δίκαιο της επιείκειας αποζημίωση, έννοια συνυφασμένη με τη συναποτίμηση κάθε παράγοντα που σχετίζεται με το τι είναι δίκαιο. Και η επόμενη απόφαση - Costas Tsakistos v. The Attorney-General of The Republic Etc.
(1969)1 C.L.R. 355 - είναι διαφωτιστική για το μέτρο των αποζημιώσεων κάτω από το Άρθρο 146.6. (Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε, κατά βάση, την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ως σωστή έκφραση των αρχών του δικαίου, επί του προκειμένου.) Το Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο επιτακτικό καθήκον, που επιβάλλει η παράγραφος 5 του Άρθρου 146 του Συντάγματος στην αρμόδια αρχή να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου, έθεσε τα ακόλουθα δύο ερωτήματα, κρίσιμα, προς διαπίστωση ύπαρξης δικαιώματος αποζημιώσεως:- "A. Has the appropriate organ or authority of the Republic given effect to and acted upon the decision of the Supreme Court, and B. If the answer to A. hereinabove is in the negative, then what is the amount of the just and equitable compensation payable in the circumstances." Επιδικάστηκαν αποζημιώσεις στους ενάγοντες, εφόσον διαπιστώθηκε ότι οι ρυθμίσεις, στις οποίες προέβη η αρμόδια διοικητική αρχή μετά την ακυρωτική απόφαση, προς ικανοποίηση της αξίωσης των εναγόντων, δεν ήταν οι ενδεδειγμένες. Στην επόμενη υπόθεση Christofides v. Attorney-General, (ανωτέρω), τονίζεται το καθήκον της Διοίκησης να εξαλείψει την ακυρωθείσα πράξη και ό,τι εδράζεται σ' αυτή. Στη Frangoulides v. Republic, (ανωτέρω), παραπέμφθηκε η υπόθεση για επανεκδίκαση, προς το σκοπό καθορισμού των αποζημιώσεων, τις οποίες κρίθηκε ότι εδικαιούτο ο εφεσείων (ενάγων) για ζημία, την οποία υπέστη λόγω της ακυρωθείσας πράξης, ζημία που δεν επανορθώθηκε με την επανεξέταση του θέματος και τη λήψη νέας διοικητικής απόφασης. Στην ίδια υπόθεση, υποδεικνύεται το επιτακτικό καθήκον της Διοίκησης να εξαφανίσει την ακυρωθείσα πράξη. Εάν δεν το πράξει, παρέχεται δικαίωμα στον επηρεαζόμενο πολίτη να επαναπροσφύγει στο Δικαστήριο. Εάν, παρά ταύτα, παραμείνει ζημία, τότε δικαιούται σε αποζημιώσεις. Ανάλογες είναι οι αρχές, οι οποίες υιοθετούνται στη Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη, (ανωτέρω). Η Εγγλεζάκη και άλλες ν. Γενικού Εισαγγελέα, (ανωτέρω), είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το συσχετισμό μεταξύ του δικαιώματος αποζημίωσης και της αποκατάστασης της νομιμότητας μετά την ακύρωση της διοικητικής πράξης ή απόφασης. Η ακύρωση της απόφασης - αρνητικής για την εισδοχή των εναγουσών (αιτητριών στην προσφυγή) στην Παιδαγωγική Ακαδημία - δεν παρείχε, αφ' εαυτής, δικαίωμα αποζημιώσεων. Οι ενάγουσες δεν είχαν δικαίωμα εισδοχής στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Το δικαίωμά τους περιοριζόταν στην υποβολή υποψηφιότητας και τη σύννομη κρίση του. Εφόσον οι υποψήφιες δεν κρίθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες της χρηστής διοίκησης, η απόφαση για τη μη επιλογή τους ακυρώθηκε. Οπόταν κατέστη υποχρέωση της Διοίκησης να παραμερίσει την ακυρωθείσα απόφαση και να επανεξετάσει το αίτημα. Αυτό έπραξε. Η αρμόδια Διοικητική Αρχή ικανοποίησε την αξίωση των εναγουσών, παραμέρισε την ακυρωθείσα απόφαση και προέβη στην έκδοση νέας, πλην και πάλιν αρνητικής για τις εφεσείουσες. Το Εφετείο έκρινε ότι καμιά ζημία δεν προέκυψε. Τέτοιο δικαίωμα μπορούσε να ανακύψει μετά τον παραμερισμό της παρανόμου πράξεως και την επανόρθωση της νομιμότητας. Τούτου γενομένου, αποκαταστάθηκε η τρωθείσα νομιμότητα, χωρίς να αφήσει κατάλοιπο ζημίας. Προϋπόθεση για τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημιώσεως, βάσει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, είναι η πρόκληση ζημίας στον επιτυχόντα αιτητή από αυτή τούτη την ακυρωθείσα πράξη. Ως υποδεικνύεται στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 342, η ακύρωση της διοικητικής πράξης δε στοιχειοθετεί, αφ' εαυτής, ζημία. Η ζημία πρέπει να αποδειχθεί ως προκύπτουσα από την ακυρωθείσα απόφαση ή πράξη. Ζημία προκύπτει από την παραβίαση δικαιώματος. Δεν ταυτίζεται «το δικαίωμα» με το συμφέρον του ατόμου να προσφύγει κατά πράξης ή απόφασης της Διοίκησης. Όπου επιζητείται η κτήση δικαιώματος μέσω της διοικητικής οδού, το δικαίωμα του διεκδικούντος περιορίζεται στη σύννομη λήψη απόφασης από το αρμόδιο όργανο. Εξ ου και οι παρεχόμενες θεραπείες περιορίζονται, σε περίπτωση μη ενεργού συμμόρφωσης της Διοίκησης, σ' εκείνες της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας, που καθιερώνει το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Διακρίνεται η περίπτωση παραβίασης υφιστάμενου δικαιώματος, μέσω της ακυρωθείσας διοικητικής απόφασης, από εκείνη της αναζήτησης κτήσης δικαιώματος μέσω διοικητικής απόφασης ή πράξης. Στην πρώτη περίπτωση, προκύπτει ζημία από την παραβίαση του δικαιώματος, την οποία ο διοικούμενος δικαιούται να ανακτήσει, εφόσον η Διοίκηση δεν ικανοποιεί την αξίωσή του με την αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας. Εφόσον η Διοίκηση αδρανεί, και η αξίωση του διοικουμένου παραμένει ανικανοποίητη, ανακύπτει δικαίωμα αποζημίωσης. Στη δεύτερη περίπτωση, επιδιώκεται η απόκτηση δικαιώματος και προς αυτή συναρτώνται οι επιδιώξεις του διοικουμένου. ................ H υποχρέωση, την οποία επιβάλλει η παράγραφος 5 του Άρθρου 146 του Συντάγματος προς ενεργό συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση, καθιστά καθήκον της Διοίκησης να αποδείξει, σε κάθε διαδικασία που το στοιχείο της συμμόρφωσης είναι επίδικο θέμα, ότι συμμορφώθηκε με την ακυρωθείσα απόφαση και αποκατέστησε τη νομιμότητα. Πρόκειται για γεγονός, για το οποίο η Διοίκηση έχει ιδιαίτερη, αν όχι αποκλειστική, γνώση, το οποίο άλλωστε έχει υποχρέωση να γνωστοποιήσει στο διοικούμενο.» Ήταν εισήγηση των δικηγόρων των Εναγομένων στις αγορεύσεις τους ότι οι Ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής προς το σκοπό αξίωσης αποζημιώσεων στη βάση του άρθρου 146.6 του Συντάγματος γιατί απέτυχαν να αποδείξουν: 1) ότι αποτάθηκαν αρχικά στους Εναγόμενους προτού προβούν στα δικαστικά διαβήματα για ανάκτηση αποζημιώσεων και αυτοί αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν την αξίωση τους και 2) ότι μετά την ακύρωση της απόφασης του στην Αναθεωρητική Έφεση, ο Δήμος Πάφου ως η Αρχή που την εξέδωσε, παρέλειψε να προβεί σε επανόρθωση της νομιμότητας. Αυτό θα επιτυγχάνετο με τον παραμερισμό της ακυρωθείσας απόφασης και επανεξέταση της αίτησης των Εναγουσών για άδεια οικοδομής. Βασική μαρτυρία για το θέμα της υποβολής απαίτησης για αποζημιώσεις από πλευράς Εναγουσών πριν την καταχώριση της Αγωγής και της παράλειψης του Δήμου Πάφου να ανταποκριθεί, είναι εκείνη της Ενάγουσας 1 και του Φιλιππίδη (Μ.Υ.5). Η Ενάγουσα 1 αρνήθηκε ότι οι Ενάγουσες παρέλειψαν να υποβάλουν την αξίωση τους πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα στη μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι 2-3 μήνες μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δηλαδή τον Οκτώβρη-Νιόβρη του 2002, επισκέφθηκαν το δημοτικό γραμματέα (Μ.Υ.5) στα γραφεία του Δήμου Πάφου, τον πληροφόρησαν για την έκδοση της απόφασης και απαίτησαν την πληρωμή του ποσού των £508.000 ως αποζημιώσεις. Η απαίτηση αυτή αφορούσε και την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο Μ.Υ.5 τους απάντησε ότι θα διαβίβαζε την απαίτηση αλλά αν και παρήλθαν δέκα χρόνια δεν είχαν καμία απάντηση. Η πραγματική ζημιά τους όμως ανερχόταν σε £580.000 και όχι £508.000, που λανθασμένα αναφέρουν οι εκτιμητές στην εκτίμηση τους. Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει £2.000 το μήνα ως ενοίκιο του εστιατορίου και τη διαφορά στο κόστος ανέγερσης και εξοπλισμού του. Το ποσό του ενοικίου υπολόγισαν αφού ρώτησαν τους ιδιοκτήτες κέντρων στην περιοχή. Διαμετρικά αντίθετη ήταν η θέση που πρόβαλε ο Φιλιππίδης (Μ.Υ.5). Ότι δηλαδή ουδέποτε τον επισκέφθησαν οι Ενάγουσες και του ζήτησαν οποιονδήποτε ποσό ως αποζημιώσεις. Θυμόταν μια επίσκεψη τους πριν το 2002 αλλά για άλλο σκοπό, δηλ. να του παραπονεθούν για κάποιες ζημιές που προκάλεσαν εργάτες του Δήμου Πάφου σε άλλη περιουσία τους. Από τις δύο εκδοχές προτιμώ εκείνη του Φιλιππίδη που κρίνω πιο αληθοφανή για τους εξής λόγους: H Ενάγουσα 1 δεν ήταν σταθερή στη μαρτυρία της σ' όσον αφορά την ακριβή ζημιά και το ύψος των αποζημιώσεων που κατ' ισχυρισμό απαίτησε από τον Φιλιππίδη. Ούτε επίσης ήταν σαφής ως προς την πηγή της σχετικής πληροφόρησης των Εναγουσών. Αρχικά ανέφερε ότι ζήτησαν το ποσό των £508.000 που είναι εκείνο που καθόρισε ο εκτιμητής τους αν και η πραγματική τους ζημιά ανερχόταν σε £580.
- Στην αντεξέταση και επανεξέταση της ανέφερε ότι ζήτησαν £530.000, δηλαδή £280.000 και £250.000 που το τελευταίο ποσό είναι η διαφορά στον εξοπλισμό. Όμως τον Οκτώβρη-Νιόβρη του 2002 που τοποθετεί το χρόνο επίσκεψης τους στον Φιλιππίδη, δεν είχαν ακόμα εξασφαλίσει την εκτίμηση που ετοιμάστηκε το 2009 (βλ. Τεκμήριο 11) αν βέβαια η Ενάγουσα 1 αναφέρετο στον Μ.Ε.2, εφόσον στη γενική αναφορά της άλλοτε έκαμνε λόγο σε εκτιμητή και άλλοτε σε εκτιμητές χωρίς να δώσει συγκεκριμένο όνομα. Σημειώνεται ότι κατά την αντεξέταση της από την κα Τσιντίδου και επανεξέταση της, αντιλαμβανόμενη προφανώς την αντίφαση, εφόσον η εκτίμηση του Μ.Ε.2 ετοιμάστηκε το 2009, προσπάθησε να αναθεωρήσει τη θέση της ισχυριζόμενη ότι είχαν εξασφαλίσει προφορική εκτίμηση από εκτιμητές, ένας εκ των οποίων ήταν ο Μ.Ε.
- Όχι μόνο ο Μ.Ε.2 δεν έκαμε καμιά αναφορά περί προφορικής εκτίμησης του στη μαρτυρία του, αλλά και ο ίδιος δικαιολογώντας τη διαφορά στις δύο εκτιμήσεις του (Τεκμήρια 11 και 12) που είναι της ίδιας ημερομηνίας, ανέφερε ότι ήταν οι Ενάγουσες που του ζήτησαν να υιοθετήσει ως μηνιαίο ενοίκιο το ποσό των £2.
- Οπότε στην πρώτη εκτίμηση του (Τεκμήριο 11) υιοθέτησε ως μηνιαίο ενοίκιο το ποσό των €3.
- Ακολούθως ήθελε να κάνει τη δική του έρευνα, οπότε ετοίμασε νέα εκτίμηση (Τεκμήριο 12) που την ονόμασε Παράρτημα της πρώτης, το οποίο όμως καταλήγει σε άλλο ποσό απ' εκείνο που του δόθηκε από τις Ενάγουσες που αρχίζει με το ποσό των €1.353,00 ως μηνιαίο ενοίκιο. Όμως σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της η Ενάγουσα 1 πρόβαλε διαφορετική θέση ως προς την πηγή της πληροφόρησης της, ότι δηλαδή το ποσό που απαίτησαν το καθόρισαν από δική τους έρευνα, ρωτώντας ιδιοκτήτες κέντρων αναψυχής στην περιοχή και τους τεχνικούς τους. Επίσης ο χρόνος που επέλεξαν οι Ενάγουσες να περιλάβουν τέτοιο βασικό ισχυρισμό στην Έκθεση Απαίτησης τους δεν μπορεί παρά να δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά ως προς την αλήθεια του συγκεκριμένου ισχυρισμού της Ενάγουσας
- Και εξηγώ. Ο ισχυρισμός περί της υποβολής απαίτησης πληρωμής αποζημιώσεων στο Δήμο Πάφου πριν την καταχώριση της Αγωγής, δεν περιλαμβανόταν στο αρχικό δικόγραφο τους. Η συμπερίληψη του ισχυρισμού επιτεύχθηκε κατόπιν διαβημάτων τους για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και του τίτλου της Αγωγής και μετά που η Εναγόμενη 1 ήγειρε τη συγκεκριμένη παράλειψη τους στην Υπεράσπιση της. Ήταν λογικά αναμενόμενο για ένα τέτοιο μεγάλο ποσό που αφορούσε η αξίωση τους, αλλά και τη σημασία που ενέχει η απαίτηση τους για την επιτυχή έκβαση της Αγωγής τους, να προσκόμιζαν μια πιο θετική μαρτυρία ως προς το ακριβές ποσό που αφορούσε στη ζημιά τους και κατ' επέκταση στην απαίτηση τους προς το Δήμο Πάφου. Για τους ίδιους λόγους αναμένεται επιπρόσθετα να προωθούσαν την απαίτηση τους όχι μόνο προφορικά και μάλιστα σε κάποιον λειτουργό του Δήμου Πάφου, όπως κατ' ισχυρισμό ενήργησαν, αλλά και γραπτά να απευθύνοντο προς το Δήμο Πάφου. ΄Η έστω να απαιτούσαν από τον Φιλιππίδη την τήρηση κάποιου πρακτικού, ή να εξασφάλιζαν στοιχεία αποδεικτικών της προφορικής απαίτησης τους. Η πιο πάνω συμπεριφορά τους σε συνάρτηση με τα διαβήματα τους για διακοπή της διαδικασίας της Αγωγής που, σύμφωνα με τη σχετική αίτηση τους που βρίσκεται στο Φάκελο της υπόθεσης, ήταν για να έχουν την ευκαιρία να υποβάλουν και γραπτώς την απαίτηση τους στο Δήμο Πάφου, συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η δήθεν επίσκεψη στον Φιλιππίδη και η σ' αυτόν απαίτηση αποζημιώσεων, συνιστούν εκ των υστέρων κατασκεύασμα για να καλύψουν προφανώς την παράλειψη τους αυτή. Σημειώνεται ότι η αίτηση αποσύρθηκε μετά τη δήλωση της πρόθεσης των Εναγομένων να καταχωρίσουν ένσταση. Από την άλλη, ο Φιλιππίδης ήταν θετικός και σταθερός στις θέσεις που πρόβαλε, παρά την πιεστική αντεξέταση που υπέστη. Σε καμία περίπτωση δεν διέκρινα τάση να διαστρεβλώσει ή να αποκρύψει την αλήθεια. Η μαρτυρία του στα πλείστα σημεία επιβεβαιώνετο από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του, υπό την ιδιότητα του ως Δημοτικού Γραμματέα και τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια. Κρίνεται καθόλα αξιόπιστος γι' αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Ενόψει των πιο πάνω, είναι κατάληξη μου ότι οι Ενάγουσες παρέλειψαν να υποβάλουν την απαίτηση τους για πληρωμή αποζημιώσεων είτε προς την Κυπριακή Δημοκρατία, είτε προς τον Δήμο Πάφου προφορικά ή διαφορετικά, προτού προβούν στα παρόντα δικαστικά διαβήματα για αξίωση πληρωμή τους. Επισκέφθηκαν σε μια περίπτωση πριν το 2002 το δημοτικό γραμματέα (Μ.Υ.5), αλλά για άλλο λόγο και όχι για να απαιτήσουν αποζημιώσεις. Η υποβολή της απαίτησης τους πριν την καταχώριση της Αγωγής και η άρνηση του Δήμου Πάφου ικανοποίησης της, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση στη βάση των προνοιών του άρθρου 146.6 του Συντάγματος και των αρχών που έθεσε η νομολογία (Νίκολας ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Στυλιανού ν. Σχολικής Εφορείας Αραδίππου
(2004)1 )Β) Α.Α.Δ. 1312 και Πίτσα Είκοσι ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 467). Διαφορετικά ο Δήμος Πάφου και η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσαν να ήσαν γνώστες της φερόμενης ζημιάς των Εναγουσών ώστε να ήταν σε θέση να προσφέρουν σε αυτές θεραπεία που να τις αποζημιώνει. Ενόψει της πιο πάνω παράλειψης τους είναι κατάληξη μου ότι οι Ενάγουσες δεν έχουν αποκτήσει αγώγιμο δικαίωμα στη διεκδίκηση δικαστικών αποζημιώσεων. Οπότε η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης θα πρέπει να πετύχει. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θα προχωρήσω να εξετάσω και το δεύτερο σκέλος της εισήγησης της Υπεράσπισης που αναφέρεται στο κατά πόσο ο Δήμος Πάφου προέβη σε αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας μετά την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ήταν συγκεκριμένα η θέση των δικηγόρων των Εναγομένων ότι ο Δήμος Πάφου, μετά την επιτυχία της Αναθεωρητικής Έφεσης, προέβη σε επανεξέταση της αίτησης των Εναγουσών για άδεια οικοδομής, στα πλαίσια συμμόρφωσης του με τις πρόνοιες του άρθρου 146.5 του Συντάγματος. Διαφορετική άποψη εξέφρασε η δικηγόρος των Εναγουσών στην αγόρευση της, ότι δηλαδή από τα ευρήματα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση του στην Αναθεωρητική Έφεση, τα οποία συνιστούν δεδικασμένο, προκύπτει το παράνομο της προσβαλλόμενης απόφασης και το δικαίωμα τους σε αποζημιώσεις. Το άρθρο 146.5 του Συντάγματος επιβάλλει στην Αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση η οποία ακυρώθη στη συνέχεια από το Ανώτατο Δικαστήριο, την υποχρέωση σε ενεργό συμμόρφωση προς την απόφαση. Επί προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, το Δικαστήριο δύναται να κηρύξει την προσβαλλόμενη απόφαση άκυρη εν όλω ή εν μέρει. Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία η ακύρωση της απόφασης του Δήμου Πάφου στην Αναθεωρητική Έφεση δεν στοιχειοθετεί, αφ' εαυτής δικαίωμα προς αποζημίωση. Ό,τι επιβάλλει είναι τη συμμόρφωση του Δήμου Πάφου με την ακυρωτική απόφαση , προς αποκατάσταση της νομιμότητας. Αν παραλείψει να το πράξει, τότε οι Ενάγουσες νομιμοποιούνται να προσφύγουν εκ νέου, προς άρση της παράλειψης του να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση (βλ. Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1 Α.Α.Δ. 697, Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 429 και Νίκολας ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Το βάρος της απόδειξης της μη συμμόρφωσης του Δήμου Πάφου με την ακυρωθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το φέρουν οι Ενάγουσες. Όχι μόνο με τη μαρτυρία που προσκόμισαν δεν κατάφεραν να το αποσείσουν, αλλά και η ίδια η Ενάγουσα 1 στη μαρτυρία της δήλωσε κατηγορηματικά ότι κατά τη φερόμενη επίσκεψη τους στο γραφείο του Φιλιππίδη δεν ζήτησε επανεξέταση της αίτησης τους για άδεια οικοδομής. Εκείνο που ζήτησε, σύμφωνα με τα λεχθέντα της, είναι μόνο αποζημιώσεις. Επιπρόσθετα, η δικηγόρος των Εναγουσών στην αγόρευση της εισηγείται ότι δεν μπορούσε να γίνει επανεξέταση της αίτησης τους γιατί είχε δημιουργηθεί «δεδικασμένο» με την επιτυχή κατάληξη της Αναθεωρητικής Έφεσης τους. Την ίδια θέση υπέβαλε και στον Φιλιππίδη κατά την αντεξέταση του. Σημειώνεται ότι η εισήγηση της περί «δεδικασμένου» στη βάση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διαπνέει ουσιαστικά όλη τη δομή της υπόθεσης τους. Ίσως γιατί πίστευε ότι με την ακύρωση της απόφασης του Δήμου Πάφου κρίθηκε θετικά και η αίτηση τους για άδεια οικοδομής, όπου αυτόματα τους έδινε δικαίωμα για αξίωση αποζημιώσεων. Χαρακτηριστικό επίσης της άποψης αυτής των Εναγουσών, είναι το σημείο από τη μαρτυρία της Ενάγουσας 1 ότι «Εγώ θέλω να ολοκληρωθεί η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που λέει ότι ζημιώσαμε και θέλουμε να μας αποζημιώσουν». Η μαρτυρία του Φιλιππίδη και τα πρακτικά των συνεδριών του Δημοτικού Συμβουλίου ημερ. 21.4.08 (Τεκμήριο 23(Α)) και της Επιτροπής Πολεοδομίας και Τεχνικών Έργων ημερ. 18.3.08 (Τεκμήριο 24) που τα τελευταία είναι επισυνημμένα στα πρώτα, είναι διαφωτιστικά για το θέμα συμμόρφωσης του Δήμου Πάφου. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό μέρος του περιεχομένου του Τεκμηρίου 23(Α) για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης: « Απόσπασμα των πρακτικών Της δημόσιας συνεδρίας του Δημοτικού Συμβουλίου Πάφου Δευτέρα 21.4.2008 · Αρ. 6/2008 ------------------------------ ......................................................................
- Έγκριση των εισηγήσεων Επιτροπών που περιέχονται στα πρακτικά συνεδριών 1.1 Διαχειριστικής Επιτροπής ημερ. 16.4.2008 (αρ. 3/2008) [........................................................................................] 1.4 Επιτροπής Πολεοδομίας και Τεχνικών Έργων ημερ. 18.3.2008 (αρ. 12/2008) Οι εισηγήσεις διαβάστηκαν και εγκρίθηκαν χωρίς τροποποιήσεις. 1.5 Επιτροπής Πολεοδομίας και Τεχνικών Έργων ημερ. 8.4.2008 (αρ. 14/2008) Οι εισηγήσεις διαβάστηκαν και εγκρίθηκαν χωρίς τροποποιήσεις. [.......................................................................................] (υπογραφή) (υπογραφή) Δημοτικός Γραμματέας Δήμαρχος Πάφου Τα πρακτικά της συνεδρίας του Δημοτικού Συμβουλίου Πάφου ημερ. 21.4.2008 επικυρώθηκαν από το Σώμα στη συνεδρία του ημερ. 7.7.2008 χωρίς τροποποιήσεις σε σχέση με το υπ' αρ. 1 θέμα Για την ακρίβεια Θέμης Γ. Φιλιππίδης Δημοτικός Γραμματέας » Τα πρακτικά της συνεδρίας της Επιτροπής Πολεοδομίας και Τεχνικών Έργων - Αρ. 12 ημερ. 18.3.08 που εγκρίθηκαν με την ανωτέρω απόφαση αναφέρουν τα εξής σε σχέση με την αίτηση των Εναγουσών: «............................... 2.2 Αρ. αιτ. 819/90 ημερ. 28.11.
- Αλέκκα και Βερεγγάρια Παπακόκκινου. Ο Δημοτικός Μηχανικός ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με την πιο πάνω αίτηση: Σύμφωνα με την Αναθεωρητική Έφεση 2560 (προσφυγή 175/94) μεταξύ της Βερεγγάριας Παπακόκκινου και άλλης V Δημοκρατίας ημερομηνίας 19.7.2002 παραμερίστηκε η Πρωτόδικη απόφαση του Αν. Δικαστηρίου και η επίδικη διοικητική απόφαση του Δήμου, γιατί η έρευνα της Αρμόδιας Αρχής (Δήμου Πάφου) ήταν ελλιπείς «τόσο ως προς το πραγματικό πλάτος του δρόμου όσο και ως προς την υφιστάμενη ένθεν & ένθεν κατάσταση του δρόμου στην περιοχή» του τεμαχίου προς ανάπτυξη (τεμ. 158/1 του Φ/Σχ.51/2 στην ενορία Μούτταλος). Μετά από παραστάσεις του Δήμου Πάφου προς το Κτηματολόγιο, την τοποθέτηση 7 ορόσημων της χωρομετρίας και την αποτύπωση της περιοχής-δρόμου από ιδιώτη Τοπογράφο Μηχανικό (Χριστίνα Προδρόμου) και την τοποθέτηση του δευτερεύοντος οδικού δικτύου της περιοχής που είναι δημοσιευμένο στο Τοπικό Σχέδιο Πάφου - φαίνεται ξεκάθαρα ότι το αιτούμενο εστιατόριο δεν διαθέτει τον απαιτούμενο χώρο για να ανεγερθεί. Συγκεκριμένα μετά την αφαίρεση του τμήματος του οδικού δικτύου που επηρεάζει το υπό αναφορά τεμάχιο των αιτητριών, το μεγαλύτερο πλάτος του ελεύθερου τεμαχίου ανέρχεται σε 39'0'' ενώ το πλάτος του προτεινόμενου εστιατορίου είναι 42'0''. Γι' αυτό εισηγείται εκ νέου απόρριψη της πιο πάνω αίτησης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Νομοθεσίας που ίσχυαν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Η Επιτροπή μελετώντας τα πιο πάνω εισηγείται την εκ νέου απόρριψη της αίτησης.» Κατατοπιστικός επίσης ήταν και ο Μ.Υ.3 Φίλιππος Φιλίππου, τεχνικός στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου Πάφου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, στις 10.4.03 ο Δήμος Πάφου μετά την απόφαση στην Αναθεωρητική Έφεση απέστειλε επιστολή στο Κτηματολόγιο με την οποίαν ζητούσε την οριοθέτηση του τεμαχίου των Εναγουσών. Αυτή διεξήχθη στις 5.2.04 και στις 22.5.06 ο Δήμος Πάφου ζήτησε προσφορές από τοπογράφους μηχανικούς για αποτύπωση της επί τόπου οριοθέτησης. Στις 4.1.07 η τοπογράφος Χριστίνα Προδρόμου που κέρδισε τη προσφορά, παρέδωσε στο Δήμο Πάφου το σχέδιο αποτύπωσης. Στη βάση του σχεδίου αυτού διαφάνηκε ότι το πλάτος του τεμαχίου ήταν μικρότερο απ' εκείνο της οικοδομής που θα ανεγειρόταν, με αποτέλεσμα η οικοδομή να ξεφεύγει από τα όρια του τεμαχίου. Γι' αυτό και η αίτηση απερρίφθη εκ νέου. Ως αποτέλεσμα ο ίδιος σύνταξε την επιστολή (Τεκμήριο 23) με την οποία πληροφορούσε τις Ενάγουσες για την απόφαση του Δήμου Πάφου την οποία προώθησε για ταχυδρόμηση. Ο Φιλιππίδης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει με ακρίβεια αν οι Ενάγουσες πληροφορήθηκαν με επιστολή την εκ νέου απορριπτική απόφαση του Δήμου Πάφου. Όμως ο ίδιος μετά την έγκριση των εισηγήσεων της Επιτροπής Πολεοδομίας, προώθησε στη γραμματέα της Επιτροπής που είναι Ανώτερη Λειτουργός του Τμήματος Τεχνικών Υπηρεσιών, την έγκριση των πρακτικών, οπότε ανέμενε ότι θα συντάσσετο επιστολή που θα αποστέλλετο στις Ενάγουσες. Ο Φιλιππίδης ήταν παρών στη συνεδρία του Δημοτικού Συμβουλίου που αφορά το Τεκμήριο 23(Α), το οποίο σύνταξε ο ίδιος και φέρει την υπογραφή του, και ό,τι γνωρίζει για τη συνεδρία της Επιτροπής Πολεοδομίας είναι από τα πρακτικά (Τεκμήριο 24) που τήρησε η γραμματέας της Επιτροπής. Ο Φιλιππίδης εξήγησε τον τρόπο λήψης των πρακτικών της συνεδρίας που αναφέρεται στο Τεκμήριο 24 ότι την ευθύνη τήρησης τους είχε η γραμματέας της Επιτροπής, Αντρούλλα Ευθυμίου, αλλά την υποστήριξη, δηλαδή τις σημειώσεις έπαιρνε η Δημητριάδου ως Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός. Σημειώνεται ότι δεν τέθηκε κανένα στοιχείο από πλευράς Εναγουσών ότι οι συνεδρίες ήταν παράνομες. Ούτε ότι τα πρακτικά των συνεδριών, δηλ. τα Τεκμήρια 23(Α) και 24 παρουσιάζουν οτιδήποτε το μεμπτό, μετά τις εξηγήσεις που έδωσε ο Φιλιππίδης ως προς τον τρόπο σύνταξη τους. Το μεν Τεκμήριο 23Α, σύμφωνα με τον Φιλιππίδη, αποτελεί απόσπασμα των πρακτικών της συνεδρίας ημερ. 21.4.08 του Δημοτικού Συμβουλίου, το δε 24 το σύνολο των πρακτικών της συνεδρίας της Επιτροπής Πολεοδομίας ημερ. 18.3.
- Ο Φιλιππίδης, ως δημοτικός γραμματέας είναι ο κατά νόμο υπεύθυνος στη τήρηση και φύλαξη των πρακτικών. Για την πληροφόρηση των Εναγουσών της νέας απόφασης του Δήμου Πάφου μερίμνησε ο Μ.Υ.
- Ο Μ.Υ.4 Σάββας Σάββα, δημοτικός μηχανικός, αναφέρθηκε στο ιστορικό της αίτησης των Εναγουσών για άδεια οικοδομής που κατέληξε στην απορριπτική απόφαση του Δήμου Πάφου, ημερ. 26.5.
- Το ιστορικό της αίτησης και τις διάφορες διαδικασίες κατά την εξέταση της αίτησης και επανεξέταση της μετά την απόφαση στην Αναθεωρητική Έφεση, επιβεβαιώνει και ο Μ.Υ.3.στη μαρτυρία του. Ο Μ.Υ.4 επιβεβαιώνει τον Φιλιππίδη σ' όσον αφορά τις συνεδρίες της Πολεοδομικής Επιτροπής και του Δημοτικού Συμβουλίου (βλ. Τεκμήρια 23Α και 24) κατά τις οποίες λήφθηκε η απόφαση απόρριψης εκ νέου της αίτησης για άδεια οικοδομής, με τα δεδομένα της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης. Και στις δύο συνεδρίες ο Μ.Υ.4 ήταν παρών. Αν και ο Φιλιππίδης δεν γνώριζε αν πληροφορήθηκαν σχετικά οι Ενάγουσες, ο Μ.Υ.4 ήταν κατηγορηματικός ότι πληροφόρησε τις Ενάγουσες με την επιστολή ημερ. 18.5.10 (Τεκμήριο 23) που φέρει την υπογραφή του αλλά συντάχθηκε από το τεχνικό που εξέτασε την αίτηση και εξήγησε ότι το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, οφείλετο στο ότι είχε παραπέσει ο φάκελος της υπόθεσης, λόγω της μεγάλης ανάπτυξης της οικοδομικής βιομηχανίας την περίοδο εκείνη. Όπως ο Φιλιππίδης (Μ.Υ.5) και οι Μ.Υ.3 και 4, επίσης έκαμαν πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν θετικοί στις θέσεις που πρόβαλαν και η μαρτυρία τους συμφωνεί απόλυτα στα βασικά σημεία όπως και με τα τεκμήρια. Τους κρίνω καθόλα αξιόπιστους και ότι μαρτύρησαν την αλήθεια. Παρά την εισήγηση της δικηγόρου των Εναγουσών, ότι διακατέχοντο από αρνητικά αισθήματα σε βάρος τους, ισχυρισμό που αφορά και τον Φιλιππίδη, δεν πρόσεξα καμία εμπάθεια εκ μέρους τους, ή προσπάθεια τους να παραποιήσουν γεγονότα ή έγγραφα με σκοπό να βοηθήσουν το Δήμο Πάφου. Η εμπλοκή τους στην παρούσα υπόθεση ήταν μέρος των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους στα πλαίσια των εργασιών τους στο Δήμο Πάφου. Συνεπώς, κρίνω ότι τα αληθινά γεγονότα στα αμφισβητούμενα σημεία είναι όπως τα περιέγραψαν οι Μ.Υ.3, 4 και 5 και όχι η Ενάγουσα 1 που ήταν φανερή η προσπάθεια της να παρουσιάσει την εικόνα που η ίδια πίστευε ότι εξυπηρετούσε την υπόθεση των Εναγουσών. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, δεν έχω κανένα ενδοιασμό να δεχθώ ότι μετά την επιτυχία της Αναθεωρητικής Έφεσης ο Δήμος Πάφου προέβη σε επανεξέταση της αίτησης των Εναγουσών για άδεια οικοδομής την οποία απέρριψε εκ νέου με την απόφαση του ημερ. 21.4.08, αφού ενέκρινε την εισήγηση της Επιτροπής Πολεοδομίας και Τεχνικών Έργων Αρ.12 και ημερ. 18.3.
- Στα πλαίσια της επανεξέτασης έγινε οριοθέτηση του τεμαχίου των Εναγουσών, όπου διαφάνηκε ότι το πλάτος του τεμαχίου τους δεν ήταν ικανοποιητικό. Για τα αμέσως πιο πάνω, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Στη βάση της μαρτυρίας του Μ.Υ.4, το Δικαστήριο βρίσκει ότι ο Δήμος Πάφου πληροφόρησε γραπτώς τις Ενάγουσες για την απόφαση του αυτή με την επιστολή του Μ.Υ.4 (Τεκμήριο 23), η οποία υπεγράφη από τον ίδιο, ενώ είχε συνταχθεί από τον Μ.Υ.
- Η επιστολή απευθυνόταν στις Ενάγουσες και απεστάλη στην ίδια διεύθυνση που αναγράφετο στην αίτηση τους για άδεια οικοδομής (Τεκμήριο 21), στην οποία είχε αποσταλεί και η πρώτη απόφαση του Δήμου Πάφου (Τεκμήριο 6) που ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η καθυστέρηση στην αποστολή της επιστολής, δικαιολογήθηκε από τον Μ.Υ.4 ότι οφειλόταν στο φόρτο εργασίας λόγω της μεγάλης οικοδομικής δραστηριότητας τότε. Δεν κρίνεται παράλογη η δικαιολογία που έδωσε. Υπό τις περιστάσεις, έχοντας κατά νου και ότι ο Δήμος Πάφου κατέστη διάδικος μετά το διάταγμα του Δικαστηρίου τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης και του Τίτλου της Αγωγής ημερ. 12.2.10, δεν κρίνω την επιστολή ως εκ των υστέρων κατασκεύασμα ή ότι είχε τα κίνητρα που της αποδίδουν οι Ενάγουσες. Είναι φανερό ότι ο Δήμος Πάφου με την επανεξέταση της αίτησης των Εναγουσών, προέβη σε αποκατάσταση της νομιμότητας μετά την επιτυχή έκβαση της Αναθεωρητικής Έφεσης των Εναγουσών. Από τα δεδομένα ενώπιον μου διαφαίνεται ότι ίσως να υπήρξε κάποια καθυστέρηση από πλευράς του Δήμου Πάφου στην έναρξη των διαβημάτων επανεξέτασης της αίτησης, εφόσον με τη μαρτυρία του Μ.Υ.3 τα διαβήματα ξεκίνησαν με την αίτηση για οριοθέτηση του τεμαχίου των Εναγουσών τον Απρίλη του
- Δεν είναι όμως επίδικο θέμα και ούτε της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου η εξέταση τυχόν επιπτώσεων. Αν οι Ενάγουσες ήταν με την εντύπωση ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση του Δήμου Πάφου στην Αναθεωρητική Έφεση ή δεν γνώριζαν τα διαβήματα του στα πλαίσια επανεξέτασης της αίτησης τους, θα έπρεπε να προσβάλουν την παράλειψη του Δήμου Πάφου να συμμορφωθεί με το ακυρωτικό αποτέλεσμα της Αναθεωρητικής Έφεσης. Αντ' αυτού, προχώρησαν άμεσα με την καταχώριση της παρούσας Αγωγής χωρίς καν να υποβάλουν προηγουμένως την απαίτηση τους (βλ. Grenova Advertising Ltd κ.ά. ν. ΚΟΤ
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1149). Κατά συνέπεια, η Αγωγή των Εναγουσών δεν μπορεί να πετύχει στη βάση του άρθρου 146.6 του Συντάγματος και για τον πιο πάνω λόγο. Σ' όσον αφορά την Εναγόμενη 1 θα απορριπτόταν επιπρόσθετα η Αγωγή και για τον λόγο ότι δεν ήταν η Αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτε το αρμόδιο όργανο για επανεξέταση της αίτησης των Εναγουσών. Σε σχέση με την εισήγηση περί παραβίασης από μέρους των Εναγομένων των άρθρων 23, 30 ή και άλλων άρθρων του Συντάγματος, οι Ενάγουσες δεν έθεσαν κανένα στοιχείο που να την υποστηρίζει, γι' αυτό και η Αγωγή δεν μπορεί να πετύχει ούτε επ' αυτής της βάσης. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, η εξέταση του θέματος αποζημιώσεων στις οποίες κατ' ισχυρισμό δικαιούνται οι Ενάγουσες, σε περίπτωση που νομιμοποιούντο στην καταχώριση της παρούσας αγωγής, κρίνεται περιττή (βλ. Στυλιανού ν. Σχολικής Εφορείας Αραδίππου
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 1312). Σημειώνεται ότι σχετική μαρτυρία για το θέμα των αποζημιώσεων είναι εκείνη του Μ.Ε.2, εκτιμητή ακινήτων, του Μ.Υ.1, επίσης εκτιμητή ακινήτων στο Κτηματολόγιο Πάφου και του Μ.Υ.2, επιμετρητή ποσοτήτων στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, εξού και το Δικαστήριο δεν έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη μαρτυρία τους. Έλαβε υπόψη από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 εκείνα τα σημεία που σχετίζοντο με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και ευρήματα με τα οποία ασχολήθηκε το Δικαστήριο πιο πάνω στην απόφαση του. Αναλώθηκε πολύς δικαστικός χρόνος κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά και κατά την αγόρευση της δικηγόρου των Εναγουσών, επί της ουσίας της αίτησης για άδεια οικοδομής και των λόγων για τους οποίους, ως η εισήγηση της δικηγόρου των Εναγουσών, θα έπρεπε να πετύχει. Δεν κρίνω σκόπιμο να ενδιατρίψω επί του θέματος γιατί δεν είναι της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι οι Ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής γίνεται δεκτή. Συνεπώς η Αγωγή απορρίπτεται. Οι Ενάγουσες καταδικάζονται στην πληρωμή των εξόδων των Εναγομένων, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο