← Κύπρος

Ανδρέα Κονναρή ν. Λίζας Λουκαίδου Θεοφάνους, Αρ. Αγωγής :- 2093/2003, 30/10/2013

Ανδρέα Κονναρή ν. Λίζας Λουκαίδου Θεοφάνους, Αρ. Αγωγής :- 2093/2003, 30/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A208 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2093/2003 Μεταξύ :- Ανδρέα Κονναρή Ενάγοντα Και Λίζας Λουκαίδου Θεοφάνους Εναγόμενη Ημερομηνία :- Τετάρτη 30η Οκτωβρίου 2013 Για τον ενάγοντα :- κος. Κυριάκος Μιχαηλίδης και κα. Έλενα Κονναρή για Κυριάκος Θ. Μιχαηλίδης & Σία Για ν΄ ακούσει Απόφαση :- κα. Ήβη Αντωνιάδου Για την εναγόμενη :- κα. Αρίστη Κορακίδου, προσωπικά και για Χρίστος Βάκης & Σία Για ν΄ ακούσει Απόφαση :- Περιεχόμενα

  1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ.. 3
  2. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ.. 3
  3. Ο ΟΡΟΣ «ΔΙΑΛΥΣΗ». 8
  4. Η ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ.. 9
  5. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ. 17
  6. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ.. 60
  7. ΤΟ «ΕΓΓΡΑΦΟΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ». 64
  8. ΤΟ «ΕΓΓΡΑΦΟΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ» ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ.. 66
  9. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ "ΕΓΓΡΑΦΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ" 71
  10. Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ
  11. 80
  12. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΤΟΥ "ΕΓΓΡΑΦΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ" 87
  13. Ο ΜΙΣΘΟΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ. 89
  14. ΕΞΩΓΕΝΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ.. 96
  15. Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟ.. 98
  16. Η ΚΑΤ΄ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ.. 99
  17. ΟΙ ΜΕΤΟΧΕΣ ΤΗΣ ΜΙΝΕΡΒΑ.. 104
  18. Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ.. 106
  19. Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΥ.. 114
  20. Η ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΣΤΗ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ. 121
  21. ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ "ΖΥΓΟΣ" 125
  22. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ.. 130
  23. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ.. 131
  24. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  25. Αμφότεροι οι διάδικοι ως δικηγόροι ίδρυσαν μαζί με τρίτο συνάδελφο τους ομόρρυθμο συνεταιρισμό. Η ίδρυση του συνεταιρισμού έγινε με το "Έγγραφον Συνεταιρισμού" (τεκμήριο 1). Σύμφωνα με σχετικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 2) ο συνεταιρισμός γράφτηκε στις 16/9/
  26. Μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού (12/3/2008) εξακολουθούσε να βρίσκεται εγγεγραμμένος στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Προκύπτουν διάφορα θέματα προς εξέταση από το Δικαστήριο αναφορικά με τα όσα ακολούθησαν την αποστολή από την εναγόμενη επιστολής ημερομηνίας 15/1/2001 (τεκμήριο 10) με την οποία έδιδε ειδοποίηση προς τους υπόλοιπους δύο συνεταίρους πως ο συνεταιρισμός διαλυόταν από τις 17/1/2001 και με την οποία ενημέρωνε σχετικά με τη πρόθεση της να κοινοποιήσει τη διάλυση προς τον Έφορο και οποιαδήποτε άλλη αρχή ή πρόσωπο η ίδια θα έκρινε αναγκαίο.
  27. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
  28. Κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής σε σχέση με την ίδια τη λειτουργία του συνεταιρισμού, δηλαδή για όσο αυτός λειτουργούσε πριν από την αποστολή της επιστολής της εναγομένης ημερομηνίας 15/1/2001, τόσο η ίδρυση όσο και η λειτουργία ενός συνεταιρισμού διεπόταν από τις διατάξεις του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ. 116 όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών (Τροποποιητικός) Νόμο του 1977 (Ν. 77/1977)(στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»). 2.
  29. Ορισμένες βασικές πρόνοιες του σχετικού Νόμου οι οποίες έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα είναι οι ακόλουθες. 2.1.
  30. Σύμφωνα με τον ορισμό του συνεταιρισμού ο συνεταιρισμός είναι «.η σχέση η οποία υφίσταται μεταξύ προσώπων που διεξάγουν εργασίες από κοινού με σκοπό το κέρδος» (άρθρο 5). 2.1.
  31. Κάθε συνέταιρος είναι υπεύθυνος από κοινού μαζί με τους άλλους συνεταίρους για όλα τα χρέη και υποχρεώσεις του συνεταιρισμού που προκύπτουν ενόσω αυτός είναι συνέταιρος (άρθρο 12). 2.1.
  32. Τα αμοιβαία δικαιώματα και καθήκοντα των συνεταίρων, είτε αυτά καθορίζονται βάσει συμφωνίας ή ορίζονται από τον σχετικό Νόμο, μπορούν να διαφοροποιηθούν με τη συγκατάθεση όλων των συνεταίρων και τέτοια συγκατάθεση δύναται να είναι είτε ρητή είτε να συνάγεται από μία πορεία συναλλαγών (άρθρο 22). 2.1.
  33. Όλη η περιουσία και δικαιώματα και συμφέροντα σε περιουσία η οποία αρχικά εισήχθηκε στο απόθεμα του συνεταιρισμού ή αποκτήθηκε, είτε με αγορά είτε διαφορετικά, για λογαριασμό του συνεταιρισμού, η για τους σκοπούς και στη πορεία διεξαγωγής των εργασιών του συνεταιρισμού, καλείται στο σχετικό Νόμο περιουσία του συνεταιρισμού και θα πρέπει να κατέχεται και να χρησιμοποιείται από τους συνεταίρους αποκλειστικά για τους σκοπούς του συνεταιρισμού και σύμφωνα με τη συμφωνία συνεταιρισμού (άρθρο 23). 2.1.
  34. Εκτός εάν προκύπτει αντίθετη πρόθεση, περιουσία η οποία αγοράστηκε με χρήματα τα οποία ανήκαν στον συνεταιρισμό θεωρείται πως έχει αγοραστεί για λογαριασμό του συνεταιρισμού (άρθρο 24). 2.1.
  35. Στο άρθρο 26 του σχετικού Νόμου αναφέρονται οι κανόνες βάσει των οποίων, τηρουμένης οποιασδήποτε συμφωνίας, ρητής ή εξυπακουόμενης, μεταξύ των συνεταίρων, θα καθορίζονται τα συμφέροντα των συνεταίρων επί της περιουσίας του συνεταιρισμού και τα δικαιώματα και καθήκοντα τους σε σχέση με τον συνεταιρισμό. Παρατίθενται πιο κάτω συνοπτικά και στο βαθμό στον οποίο διαπιστώνεται άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα οι κυριότεροι κανόνες. 2.1.6.
  36. Όλοι οι συνέταιροι δικαιούνται σε ίσα μερίδια επί του κεφαλαίου και των κερδών των εργασιών του συνεταιρισμού και θα πρέπει να συνεισφέρουν εξίσου για τις απώλειες, είτε του κεφαλαίου είτε διαφορετικά, τις οποίες υφίσταται ο συνεταιρισμός. 2.1.6.
  37. Ο συνεταιρισμός θα πρέπει να αποζημιώνει κάθε συνέταιρο αναφορικά με πληρωμές οι οποίες γίνονται και προσωπικές υποχρεώσεις οι οποίες αναλήφθηκαν από αυτόν ─ (α) κατά τη συνήθη και δέουσα διεξαγωγή των εργασιών του συνεταιρισμού ∙ ή (β) σε σχέση με οτιδήποτε που έγινε αναγκαστικά για τη διατήρηση των εργασιών ή της περιουσίας του συνεταιρισμού. 2.1.6.
  38. Συνέταιρος ο οποίος προβαίνει, για τους σκοπούς του συνεταιρισμού, σε οποιαδήποτε πραγματική πληρωμή ή καταβολή πέραν του ποσού του κεφαλαίου το οποίο συμφώνησε να καταβάλει, δικαιούται σε τόκο. 2.1.6.
  39. Συνέταιρος δεν δικαιούται, πριν από την εξακρίβωση των κερδών, σε τόκο επί του κεφαλαίου το οποίο κατέβαλε. 2.1.6.
  40. Ο κάθε συνέταιρος δύναται να λαμβάνει μέρος στη διεύθυνση των εργασιών του συνεταιρισμού. 2.1.6.
  41. Κανένας συνέταιρος δεν δικαιούται αμοιβή για τις ενέργειες του στη διεξαγωγή των εργασιών του συνεταιρισμού. 2.1.6.
  42. Τα βιβλία του συνεταιρισμού θα φυλάσσονται στον τόπο διεξαγωγής των εργασιών του συνεταιρισμού και ο κάθε συνέταιρος δύναται, όταν το θεωρεί σκόπιμο, να έχει πρόσβαση και να επιθεωρεί και αντιγράφει οποιοδήποτε από αυτά. 2.
  43. Υπενθυμίζεται σε σχέση με τους πιο πάνω κανόνες το ενδεχόμενο ότι αυτοί τελούν υπό την αίρεση να μην υπάρχει οποιαδήποτε διαφορετική συμφωνία μεταξύ των συνεταίρων, ρητή ή εξυπακουόμενη. 2.
  44. Αναφορικά με την αποχώρηση από συνεταιρισμό αόριστης διαρκείας προνοείται πως οποιοσδήποτε συνέταιρος δύναται να τερματίσει οποτεδήποτε τον συνεταιρισμό δίδοντας ειδοποίηση της πρόθεσης του να το πράξει αυτό προς όλους τους άλλους συνεταίρους (άρθρο 28). 2.
  45. Οι συνέταιροι δεσμεύονται να παρέχουν σε οποιοδήποτε συνέταιρο ή νόμιμο αντιπρόσωπο του αληθείς λογαριασμούς και πλήρη πληροφόρηση για όλα τα θέματα που επηρεάζουν τον συνεταιρισμό (άρθρο 30). 2.
  46. Ως προς την ευθύνη συνεταίρων για προσωπικά κέρδη ο κάθε συνέταιρος πρέπει να δίνει λογαριασμό στον συνεταιρισμό για οποιοδήποτε όφελος που απεκόμισε, δίχως τη συγκατάθεση των άλλων συνεταίρων, από οποιαδήποτε συναλλαγή η οποία αφορά τον συνεταιρισμό ή λόγω χρήσης από τον ίδιο της περιουσίας, επωνυμίας ή επαγγελματικής σχέσης του συνεταιρισμού (άρθρο 31). 2.
  47. Ως προς το καθήκον ενός συνεταίρου να μην ανταγωνίζεται τον συνεταιρισμό, εάν ένας συνέταιρος, χωρίς τη συγκατάθεση των άλλων συνεταίρων, διεξάγει οποιαδήποτε εργασία της ίδιας φύσης όπως αυτή του συνεταιρισμού και ανταγωνίζεται με αυτή του συνεταιρισμού, πρέπει να δώσει λογαριασμό και να πληρώσει στον συνεταιρισμό όλα τα κέρδη τα οποία απέκτησε από αυτή την εργασία (άρθρο 32). 2.
  48. Τηρουμένης οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των συνεταίρων ένας συνεταιρισμός ο οποίος συστάθηκε για αόριστο χρόνο, διαλύεται από οποιοδήποτε συνέταιρο ο οποίος δίδει ειδοποίηση προς τον άλλο ή τους άλλους συνεταίρους της πρόθεσης του να διαλύσει τον συνεταιρισμό (άρθρο 34). 2.
  49. Ως προς τα δικαιώματα των συνεταίρων αναφορικά με τη διάθεση της περιουσίας του συνεταιρισμού σε περίπτωση διάλυσης του, ο κάθε συνέταιρος δικαιούται, έναντι των άλλων συνεταίρων, να διαθέσει τη περιουσία του συνεταιρισμού για τη πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων του συνεταιρισμού και μετά από τέτοια πληρωμή να διαθέσει το πλεόνασμα των περιουσιακών στοιχείων του συνεταιρισμού για τη πληρωμή οποιουδήποτε ποσού το οποίο ενδεχομένως να οφείλεται αντίστοιχα σε συνέταιρο, μετά από αφαίρεση του οποιουδήποτε ποσού ενδεχομένως να οφείλεται από τους συνεταίρους στον συνεταιρισμό. Για το σκοπό αυτό οποιοσδήποτε συνέταιρος, ή αντιπρόσωποι του, δύναται με τον τερματισμό του συνεταιρισμού να υποβάλει αίτηση προς το Δικαστήριο για την εκκαθάριση των εργασιών και υποθέσεων του συνεταιρισμού (άρθρο 41). 2.
  50. Προνοούνται κανόνες για τη διανομή του ενεργητικού του συνεταιρισμού κατά την τελική διευθέτηση των λογαριασμών, τηρουμένης οποιασδήποτε συμφωνίας, σύμφωνα με τον οποίο δίδεται έμφαση στη πληρωμή των ζημιών του συνεταιρισμού πρώτα από κέρδη, μετά από κεφάλαιο και τέλος, εάν αυτό είναι αναγκαίο, από τους συνεταίρους ατομικά σύμφωνα και με την αναλογία διαμοιρασμού των κερδών. Προνοείται και τρόπος διάθεσης του ενεργητικού του συνεταιρισμού όπου και πάλι δίδεται έμφαση σε πληρωμή χρεών και υποχρεώσεων του συνεταιρισμού σε πρόσωπα που δεν είναι συνέταιροι και μετά σε ανάλογες πληρωμές προς τους συνεταίρους (άρθρο 46). 2.
  51. Σε περίπτωση αλλαγής οποιουδήποτε στοιχείου εγγραφής ενός συνεταιρισμού δήλωση κατά τον καθορισμένο τύπο η οποία καθορίζει τη φύση της αλλαγής αποστέλλεται ταχυδρομικώς ή παραδίδεται στον Έφορο εντός επτά ημερών από την ημερομηνία αλλαγής (άρθρο 54). Παράδειγμα ενός από αυτά τα στοιχεία αποτελεί ασφαλώς και το όνομα του κάθε συνεταίρου (άρθρο 51). 2.
  52. Κάθε συνεταιρισμός τηρεί βιβλία λογαριασμών ενώ καθορίζεται πότε θεωρείται πως οι συνέταιροι δεν έχουν τηρήσει κατάλληλα βιβλία λογαριασμών. Η καταλληλότητα τέτοιων βιβλίων κρίνεται σύμφωνα με το κατά πόσο αυτά έχουν τηρηθεί με τον τρόπο που είναι αναγκαίος έτσι ώστε να παρουσιάζουν ή επεξηγούν τις συναλλαγές και οικονομική κατάσταση σε σχέση με το επάγγελμα των συνεταίρων, συμπεριλαμβανομένου και βιβλίου ή βιβλίων τα οποία να δείχνουν με επαρκή λεπτομέρεια καταχωρήσεις από μέρα σε μέρα όλων των μετρητών τα οποία έχουν εισπραχθεί και έχουν πληρωθεί (άρθρο 64).
  53. Ο ΟΡΟΣ «ΔΙΑΛΥΣΗ»
  54. Διατηρώντας υπόψη πως η λέξη «διάλυση» υπό τις περιστάσεις της παρούσης αγωγής έχει νομική έννοια και διάσταση διευκρινίζεται πως σε μεγάλο βαθμό εντός αυτής της απόφασης η χρήση της λέξης θα γίνεται σε εισαγωγικά ως ένδειξη δύο στοιχείων. 3.
  55. Πρώτο, ότι αυτή δεν αποτελεί νομικό ή πραγματικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου ως προς τη διάλυση του συνεταιρισμού όπως αυτή προβλέπεται εντός του "Εγγράφου Συνεταιρισμού". 3.
  56. Δεύτερο, πως η χρήση αυτής γίνεται με αναφορά στα όσα γεγονότα ακολούθησαν με χρονικό σημείο αφετηρίας την αποστολή της επιστολής της εναγομένης, ημερομηνίας 22/12/2000 (τεκμήριο 11) καθότι ουσιαστικά είναι από αυτό το σημείο όπου άρχισε μία διαδικασία διακοπής της λειτουργίας του συνεταιρισμού ως αυτός λειτουργούσε μέχρι τότε.
  57. Η ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ
  58. Η εναγόμενη εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της (παράγραφοι 2.1 και 2.2). Εντούτοις η δεύτερη δεν κρίνεται ως προδικαστική καθότι αυτή προϋποθέτει εξέταση της αγωγής στο σύνολο της. Αναφορικά δηλαδή με την επάρκεια των ισχυρισμών του ενάγοντα προς θεμελίωση αγώγιμου δικαιώματος του εναντίον της. Δεν παρέχεται δυνατότητα εξέτασης της δίχως πρώτα το Δικαστήριο να εξετάσει όλα τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής και αφού αξιολογήσει τη προσκομισθείσα μαρτυρία στο σύνολο της. 4.
  59. Η πρώτη όμως ένσταση όντως είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί ως προδικαστική. Βασίζεται στο εξής σκεπτικό. 4.1.
  60. Έχοντας ως δεδομένο τους ίδιους τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, ο ενάγων «.δεν νομιμοποιείται μόνος του να εγείρει την παρούσα αγωγή και/ή ότι η αγωγή του Ενάγοντα δεν μπορεί να προωθηθεί εν όψει της απουσίας του εκ των αρχικών συνεταίρων κ. Λεωνίδα Γεωργίου». 4.1.
  61. Επιπλέον, «. ο κ. Λεωνίδας Γεωργίου έχει εγείρει την αγωγή 2303/01 Ε. Δ. Πάφου εναντίον της Εναγομένης σε σχέση με το έγγραφο συνεταιρισμού ημερ. Ιουλίου 1993 και/ή συναφή ζητήματα γεγονός γνωστό στον Ενάγοντα ο οποίος εάν είχε οιαδήποτε δικαιώματα όφειλε και/ή μπορούσε να τα διεκδικήσει παρεμβαίνοντας στην διαδικασία της αγωγής 2303/01 Ε. Δ. Πάφου». 4.1.
  62. Επίσης η «.ξεχωριστή έγερση από τον Ενάγοντα και τον κ. Γεωργίου αγωγής εναντίον της Εναγομένης χωρίς να τίθενται στην καθεμιά οι σωστοί διάδικοι συνιστά κοινή εκ μέρους τους εκδικητική, κακόπιστη και συντονισμένη ενέργεια εναντίον της εναγομένης η οποία προκαλεί σπατάλη εξόδων και απώλεια δικαστικού χρόνου.». 4.1.
  63. Ο ενάγων και ο κ. Γεωργίου «.διατηρούν στενές φιλικές σχέσεις είναι κουμπάροι και συνεργάζονται επαγγελματικά όχι μόνο ως δικηγόροι αλλά και σε άλλους τομείς». 4.
  64. Παρατηρείται απλώς ως ένα δεδομένο το εξής. Η εναγόμενη δεν αιτήθηκε την εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης της ως νομικό σημείο βάσει της Δ.27, θ. 1 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. 4.
  65. Οι θέσεις των διαδίκων αναφορικά με τη προδικαστική ένσταση υπάρχουν καταγραμμένες στις τελικές αγορεύσεις των δικηγόρων τους. 4.
  66. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα εισηγείται πως τέτοια προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να προβάλλεται μετά από την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Ως επίσης πως με αυτή η εναγόμενη αμφισβητούσε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή και πως η καταχώρηση ανταπαίτησης ισοδυναμούσε με εγκατάλειψη της ένστασης της αναφορικά με την έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Καθότι η καταχώρηση ανταπαίτησης προϋποθέτει την ύπαρξη αγωγής. Συνεπώς δεν μπορούσε να καταχωρεί ανταπαίτηση και παράλληλα να ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει βάσιμη και νόμιμη αγωγή διότι όλοι οι συνεταίροι δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. 4.
  67. Επεκτείνεται δε η όλη επιχειρηματολογία του και στο ερώτημα κατά πόσο υπάρχει δικονομική υποχρέωση η οποία να καθιστά υποχρεωτική τη συνένωση όλων των συνεταίρων σε μία αγωγή. Απορρίπτει την ύπαρξη τέτοιας υποχρέωσης. Παράλληλα αναπτύσσει την εξής θέση. Ακόμη και αυτή να υπήρχε εφόσον η εναγόμενη δεν έλαβε μέτρα διαγραφής της αγωγής τότε αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία η οποία στη συνέχεια θεραπεύτηκε από τη σωρεία διαβημάτων στη διαδικασία τα οποία έλαβε η εναγόμενη. 4.
  68. Ουσιαστικά θέση του είναι πως η δυνατότητα η οποία παρέχεται προς συνένωση άλλου διαδίκου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας δεν επιτρέπει να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως η αγωγή είναι ελαττωματική καθότι δεν συνενώθει ως διάδικος ο Λεωνίδας Γεωργίου. Επιπλέον εισηγείται πως ορθά η αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον της εναγομένης μόνο. 4.
  69. Η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης τόνισε στη τελική αγόρευση της πως η εναγόμενη επιμένει στη προδικαστική ένσταση της. Εισηγήθηκε πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί σε θέματα του συνεταιρισμού τα οποία επηρεάζουν και τον Λεωνίδα Γεωργίου δίχως να του είχε δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί. Προέβαλε διάφορα ερωτήματα αναφορικά με την ανυπαρξία δυνατότητας του Δικαστηρίου να αποφασίσει επί θεμάτων τα οποία αφορούν τον συνεταιρισμό στην απουσία ενός εκ των συνεταίρων. Παρέπεμψε επίσης και σε σχετικά συγγράμματα τα οποία ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα απαντητικά σχολίασε στη δική του αγόρευση. 4.
  70. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου ως προς το ότι η προδικαστική ένσταση αποτελούσε αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κρίνεται ανυπόστατη. Η εναγόμενη σε κανένα σημείο προ ή κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αμφισβητούσε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή. Αντιθέτως η επίκληση της προς το Δικαστήριο ουσιαστικά ήταν να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια έτσι ώστε να ανακόψει τη κατάχρηση της διαδικασίας από τον ενάγοντα. 4.
  71. Το γεγονός πως δεν προώθησε προδικαστικά αυτή τη θέση δεν αλλοιώνει την ουσία της η οποία παραμένει η ίδια ανεξάρτητα και από τη καταχώρηση της ανταπαίτησης της και στη συνέχεια την εκδίκαση της αγωγής. Άλλωστε η ανταπαίτηση εμπεριέχεται στο δικόγραφο της εναγομένης με το οποίο προβλήθηκε και η προδικαστική ένσταση. Η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενάγοντα θέτει ως προϋπόθεση την έγερση προδικαστικής ένστασης δίχως παράλληλα να καταχωρείται έκθεση υπεράσπισης εντός της οποίας παρέχεται και το ενδεχόμενο άσκησης του δικαιώματος συμπερίληψης ανταπαίτησης. Τέτοια προϋπόθεση δεν προνοείται πουθενά στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας. 4.
  72. Σύμφωνα με τη Δ.27 θ. 1 οποιοσδήποτε διάδικος δικαιούται να εγείρει με το δικόγραφο του οποιοδήποτε νομικό σημείο και αυτό μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο αυτό δύναται να κριθεί κατάλληλο. Συνεπώς κρίνεται αβάσιμο το επιχείρημα πως ένας διάδικος δεν μπορεί να καταχωρεί ανταπαίτηση και παράλληλα να ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει βάσιμη και νόμιμη αγωγή διότι όλοι οι συνεταίροι δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. 4.
  73. Η ουσία της προδικαστικής ένστασης δεν είναι πως δεν υπάρχει βάσιμη και νόμιμη αγωγή αλλά ότι αυτή είναι καταχρηστική. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο της παραγράφου 2.1 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, ιδιαίτερα την αναφορά σε εκδικητική, κακόπιστη και συντονισμένη ενέργεια του ενάγοντα και του τρίτου συνεταίρου (βλ. την υποπαράγραφο 4.1.3 της απόφασης). 4.
  74. Αναφορικά με το δεδομένο ύπαρξης ταυτόχρονα δύο αγωγών εύλογα προκύπτει το εξής ερώτημα. Εάν η θέση της εναγομένης ήταν αυτή η οποία παρατίθεται στη προδικαστική ένσταση της τότε γιατί δεν καταχώρησε αίτηση συνένωσης των δύο αγωγών; 4.
  75. Σε αυτή τουλάχιστον την αγωγή η εναγόμενη δεν καταχώρησε αίτηση συνένωσης. Υπάρχει μαρτυρία βάσει της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο αυτό ως μία ευχερής δικονομική επιλογή της εναγομένης και κατά πόσο αυτή όντως αξιοποιήθηκε. 4.
  76. Η αγωγή 2303/01 καταχωρήθηκε στις 18/6/2001 (τεκμήριο 18). Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε περίπου δύο χρόνια αργότερα στις 3/7/
  77. Τα δικόγραφα στην αγωγή 2303/01 είχαν ολοκληρωθεί στις 26/9/2002 (τεκμήριο 21) ενώ η εκδίκαση της δεν άρχισε μέχρι και τις 7/3/2005 (τεκμήριο 24, σελίδα 53). Τα δικόγραφα στη παρούσα αγωγή ολοκληρώθηκαν την 1/7/
  78. Προηγουμένως, στις 27/5/2004, η εναγόμενη είχε καταχωρήσει στην αγωγή 2303/01 αίτηση συνένωσης της με την παρούσα αγωγή (τεκμήριο 23, σελίδα 5). Αυτή αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 15/9/2004 (τεκμήριο 23, σελίδα 6). Η αίτηση συνένωσης των δύο αγωγών την οποία ο ενάγων στην αγωγή 2303/01 καταχώρησε στις 16/3/2005 αποσύρθηκε στις 24/3/2005 (τεκμήριο 23, σελίδα 6). 4.
  79. Κρίνω πως η προδικαστική ένσταση της εναγομένης δεν είναι δυνατό να εξεταστεί εκτός του πλαισίου του ενδεχομένου της δυνατότητας επιδίωξης συνένωσης της παρούσης αγωγής με την αγωγή 2303/
  80. Επίσης δεν μπορεί παρά παράλληλα να λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη της δυνατότητας καταχώρησης αίτησης προς εξέταση προδικαστικά του σημείου το οποίο η ίδια εγείρει με τη προδικαστική ένσταση της. 4.
  81. Παραδείγματος χάριν, διατηρώντας υπόψη πως ως μέρος της προδικαστικής ένστασης της προβάλει τη θέση ότι ο ενάγων «.δεν νομιμοποιείται μόνος του να εγείρει την παρούσα αγωγή και/ή ότι η αγωγή του Ενάγοντα δεν μπορεί να προωθηθεί εν όψει της απουσίας του εκ των αρχικών συνεταίρων κ. Λεωνίδα Γεωργίου», τότε γιατί δεν επεδίωξε η ίδια την εξέταση προδικαστικά αυτού του θέματος; 4.
  82. Παρατηρείται πως παρόμοια προδικαστική ένσταση εγέρθηκε και στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην αγωγή 2303/01 (τεκμήριο 20) δίχως να διαπιστώνεται από τη μαρτυρία η επιδίωξη προδικαστικής εξέτασης αυτού του θέματος. Μάλιστα επί αυτού του σημείου υπάρχει αντίθετη μαρτυρία (τεκμήριο 22, σελίδα 6). 4.
  83. Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου έχει ως εξής. Σημασία έχει το γεγονός πως το θέμα τίθεται προς εξέταση ως ένα από τα επίδικα θέματα. Ανεξάρτητα και από τη μη επιδίωξη εξέτασης του προδικαστικά. 4.
  84. Όντως η δίκη έχει διεξαχθεί, συνεπώς η προδικαστική ένσταση δεν μπορεί πλέον εκ των πραγμάτων να εξεταστεί προδικαστικά. Όμως παραμένει επί τάπητος. Τα ερωτήματα τα οποία εγείρονται παραμένουν τα ίδια. Ενώ αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι η ύπαρξη ορισμένων δεδομένων τα οποία αδιαμφισβήτητα είναι συναφή με τη προδικαστική ένσταση της εναγομένης και τα οποία είναι εφικτό να ληφθούν υπόψη ως προς το κατά πόσο αυτή ευσταθεί ως προς την ουσία της τόσο πραγματικά όσο και νομικά. 4.
  85. Όπως θα φανεί πιο κάτω το Δικαστήριο θα επανέλθει επί αυτών των δεδομένων κατά την εξέταση άλλων πτυχών της αγωγής κυρίως σε σχέση με την αποδεικτική δυναμική της αγωγής του ενάγοντα. Αρκεί να καταγραφεί σε αυτό το μέρος της απόφασης πως το Δικαστήριο ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της δίκης είναι σε θέση να εξετάσει τα θέματα τα οποία εγείρονται ως αποτέλεσμα της έγερσης προδικαστικής ένστασης ανεξάρτητα και από το δεδομένο πως αυτή δεν εξετάστηκε προδικαστικά. Προδικαστικά υπό την έννοια της εξέτασης προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας. 4.
  86. Όμως ακόμη και σε αυτό το σημείο της απόφασης και διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο κάτω παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα πως ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε έκτασης βασιμότητας της γενικότερης θέση της εναγομένης ως προς τη πραγματική πτυχή των όσων αναφέρονται πιο πάνω στις υποπαραγράφους 4.1.1 έως και 4.1.3 δεν έχω πεισθεί, ως προς τη νομική πτυχή του θέματος, πως το Δικαστήριο θα πρέπει, μετά και από την επιφύλαξη της απόφασης του, να απορρίψει την αγωγή του ενάγοντα εξαιτίας των ακόλουθων λόγων. Δηλαδή, πρώτο, διότι δεν νομιμοποιείτο να την είχε εγείρει μόνος του ή, δεύτερο, διότι δεν μπορούσε να την προωθήσει μόνος του εν τη απουσία του Λεωνίδα Γεωργίου ή, τρίτο, διότι όφειλε ο ενάγων να διεκδικήσει τα οποιαδήποτε δικαιώματα του παρεμβαίνοντας στη διαδικασία της αγωγής 2303/01 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ή, τέλος, διότι η ξεχωριστή έγερση αυτής της αγωγής συνιστά κοινή εκ μέρους του ενάγοντα και του Λεωνίδα Γεωργίου εκδικητική, κακόπιστη και συντονισμένη ενέργεια εναντίον της εναγομένης. 4.
  87. Διευκρινίζω όμως και πάλι πως το Δικαστήριο επί της πραγματικής πτυχής της γενικότερης θέσης της εναγομένης, όπως αυτή διατυπώνεται εντός της προδικαστικής ένστασης της, δεν απορρίπτει τη βασιμότητα αυτής της θέσης. Παραδείγματος χάριν, ασφαλώς και θα εξοικονομείτο ο χρόνος του Δικαστηρίου και έξοδα εάν οι δύο άλλοι συνεταίροι είχαν συνεργαστεί ως ομόδικοι στη διεκδίκηση των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τους εναντίον της εναγομένης σε μία κοινή αγωγή. Όχι μόνο αυτό αλλά δεν θα προκαλούσε ο ενάγων με την επιλογή της μεταγενέστερης καταχώρησης ξεχωριστής αγωγής αντί προηγουμένως σε συνεργασία με τον Λεωνίδα Γεωργίου την όση δικονομική δυσχέρεια όντως δημιουργήθηκε βάσει αυτής της επιλογής. Παραδείγματος χάριν, υπενθυμίζω την αίτηση του ίδιου του ενάγοντα για άδεια της διακοπής της αγωγής, ημερομηνίας 27/4/12, και το περιεχόμενο της απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 23/5/
  88. 4.
  89. Εντούτοις, διατηρώντας υπόψη τη νομική πτυχή του όλου θέματος, κρίνω πως δεν είναι πρόσφορο πλέον όπως το Δικαστήριο ασκήσει οποιαδήποτε σύμφυτη εξουσία προς αποτροπή κατάχρησης της δικαιοδοσίας του. Η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνει διάφορες μορφές με ιδιαίτερη όμως μορφή αυτή της επιδίωξης του ίδιου σκοπού με παράλληλες διαδικασίες (βλ., παραδείγματος χάριν, Τσιακλίδης ν. Ευαγγέλου

(2004)1Α Α. Α. Δ.119). Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζενναρο Περρελλα
(1995)1 Α. Α. Δ. 217 όπου διαπιστώθηκε πως η συνύπαρξη δύο διαδικασιών συνιστούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. 4.
  1. Βεβαίως σε σχέση με τη νομολογία η οποία υπάρχει το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει την εξής ειδοποιό διαφορά της περίπτωσης του ενάγοντα. Δεν είναι ο ίδιος ως διάδικος ο οποίος προωθεί παράλληλα δύο ξεχωριστές διαδικασίες εναντίον της εναγομένης με τον ίδιο στόχο. Μάλιστα παρουσίασε και μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο ίδιος διαχώριζε τη θέση του από αυτή του τρίτου συνεταίρου. Στην επιστολή του τότε δικηγόρου του ημερομηνίας 3/1/2002 (τεκμήριο 15) διατυπώνεται η θέση πως το ενδιαφέρον του ενάγοντα ήταν να δρομολογηθούν οι νενομισμένες διαδικασίες για τη διάλυση του συνεταιρισμού και πως οι διαφορές της εναγομένης με το άλλο μέλος του συνεταιρισμού δεν τον αφορούσαν και δεν ήταν υποχρεωμένος όπως αναμένει τη πλήρη αποπεράτωση των συγκεκριμένων διαδικασιών. Εντούτοις θεωρώ πως δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, διατηρώντας υπόψη και τη στενή φιλική σχέση μεταξύ τους, ο τρόπος με τον οποίο οι δύο άλλοι συνεταίροι επέλεξαν να διεκδικήσουν τα οποιαδήποτε δικαιώματα τους εναντίον της εναγομένης, ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη την ανυπαρξία οποιασδήποτε αντιδικίας μεταξύ τους, να είχε και ως στόχο τα όσα σχετικά αναφέρει η εναγόμενη στη προδικαστική ένσταση της. Θα έπρεπε όμως να είχε επιδιωχθεί νωρίτερα είτε η προδικαστική εκδίκαση αυτού του θέματος είτε η συνένωση των δύο αγωγών. 4.
  2. Επιπλέον, κρίνω πως η επιλογή του ενάγοντα όπως μην συνενώσει τον Λεωνίδα Γεωργίου ως διάδικο σε αυτή την αγωγή δεν εμποδίζει τη προώθηση της αξίωσης του εναντίον της εναγομένης. Δίχως όμως παράλληλα αυτό να σημαίνει πως δεν καθίστατο πρακτικά πιο δύσκολη αυτή η προώθηση, σε σχέση δηλαδή με τη δυνατότητα απόδειξης της βασιμότητας της ίδιας της αξίωσης του ή ότι ως αποτέλεσμα αυτής της επιλογής παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιδικάσει τις ίδιες θεραπείες τις οποίες ενδεχομένως να είχε την ευχέρεια να επιδικάσει σε περίπτωση κατά την οποία βρίσκονταν ενώπιον του όλοι οι συνέταιροι.
  3. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ
  4. Ο ενάγων κατέθεσε ως Μ. Ε. 1 ενώ κάλεσε επίσης ως Μ. Ε. 2 τον Στέλιο Προδρομίτη (στο εξής θα καλείται ο «Προδρομίτης») , ως Μ. Ε. 3 την Πραξούλα Παπαδοπούλου Πέγκερου και ως Μ. Ε. 4 την Άντρη Λαζάρου. Η εναγόμενη κατέθεσε ως μάρτυρας ενώ επέλεξε όπως μην καλέσει οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. 5.
  5. Αξιοσημείωτο σε σχέση με την επιλογή όλων των μαρτύρων σε αυτή την αγωγή (με μοναδική εξαίρεση αυτή της Μ. Ε. 4 Άντρης Λαζάρου) είναι η ύπαρξη του ενδεχομένου μετά από συσχετισμό της γραπτής δήλωσης ενός μάρτυρα και της προφορικής κατάθεσης του να προκύπτουν διαφορές και κατ΄ επέκταση, σε περίπτωση διαπίστωσης της ύπαρξης τέτοιας διάστασης, να απαιτείται η εξέταση του βαθμού στον οποίο είναι δυνατό να διαπιστωθεί επίσης και ο επηρεασμός, με αυτό τον τρόπο, της αξιοπιστίας του αναφορικά με τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς του. Επισημαίνεται αυτό το σημείο ως ένα σημαντικό στοιχείο σε σχέση με αυτή την αξιολόγηση. 5.
  6. Διευκρινίζεται επίσης πως η παράθεση της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο δεν περιορίζεται σε αυτή την ενότητα της απόφασης. Κατά την εξέταση διαφόρων θεμάτων παρατίθενται παράλληλα και διαπιστώσεις του Δικαστηρίου επί αμφισβητουμένων θεμάτων. Όμως εντός αυτής της ενότητας παρατίθεται ο κορμός αυτής της αξιολόγησης ιδιαίτερα υπό την έννοια της γενικής εντύπωσης την οποία ο κάθε μάρτυρας προκάλεσε ως αποτέλεσμα της προφορικής κατάθεσης του. Διευκρινίζω επίσης σε αυτό το σημείο της απόφασης πως, όπως προφανώς ήταν και ο στόχος ετοιμασίας της, είναι κυρίως σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα όσα η ευπαίδευτη δικηγόρος του ενάγοντα κα. Κονναρή υποβοηθητικά αναφέρει σε ξεχωριστή τελική αγόρευση της ως μία εκ των δικηγόρων του ενάγοντα. 5.
  7. Προτού προχωρήσω στην ατομική αξιολόγηση των μαρτύρων παραθέτω το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στο σύνολο της. Βασικό και γενικό συμπέρασμα είναι το εξής. Έχει αποτύχει ο ενάγων με τη μαρτυρία την οποία έχει παρουσιάσει να πείσει το Δικαστήριο ως προς την βασιμότητα και δυνατότητα αποδοχής της δικής του εκδοχής ενώ η εκδοχή της εναγομένης κρίνεται πειστική και γενικά ανταποκρινόμενη στη πραγματικότητα σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Τονίζω πως η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από τον κάθε διάδικο ασφαλώς δεν κρίνεται απομονωμένα αλλά σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας η οποία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Διενεργείται δηλαδή σύγκριση των ισχυρισμών του ενάγοντα, όπως αυτοί υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε, με τους ισχυρισμούς της εναγομένης οι οποίοι, σε ορισμένες περιπτώσεις, υποστηρίζονται και από τη μαρτυρία την οποία ο ίδιος ο ενάγων παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης του. 5.
  8. Αναφορικά με την ατομική αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα διαπιστώνονται τα ακόλουθα. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα 5.
  9. Ο τρόπος με τον οποίο ο ενάγων κατέθεσε χαρακτηριζόταν από ηρεμία και σταθερότητα ενώ η ζωντανή εντύπωση του ως μάρτυρας κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του ήταν ιδιαίτερα θετική. Δίχως όμως αυτό να αρκεί από μόνο του έτσι ώστε ο ίδιος να κριθεί αξιόπιστος ή να καταργεί αυτό το οποίο απαιτείται σε κάθε περίπτωση αξιολόγησης της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Η αξιολόγηση δηλαδή του ίδιου του περιεχομένου της προφορικής κατάθεσης ενός μάρτυρα και όχι απλώς του τρόπου με τον οποίο αυτός κατέθεσε. Στη περίπτωση του ενάγοντα διαπιστώνεται πως το περιεχόμενο αυτό δεν υποστηρίζεται επαρκώς από την υπόλοιπη μαρτυρία ιδωμένη στο σύνολο της σε συνάρτηση και με τα όσα σχετικά ο ίδιος κατέθεσε. Ως αποτέλεσμα της ενδελεχούς αξιολόγησης του περιεχομένου της προφορικής κατάθεσης του ο ενάγων δεν κρίνεται αξιόπιστος ως μάρτυρας. Διευκρινίζω πως η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ενάγοντα δεν ανάγεται σε κρίση του Δικαστηρίου πως ο μάρτυρας αυτός κατέθετε με αδιάκοπη ανειλικρίνεια ή έκδηλη την ένδειξη στοχευμένης πρόθεσης παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται και βάσει του οποίου η μαρτυρία του δεν εμπνέει το Δικαστήριο με εμπιστοσύνη ως αξιόπιστη είναι η διαπίστωση πως αυτή δεν συνάδει ακόμη και με μαρτυρία την οποία ο ίδιος επέλεξε να παρουσιάσει. 5.
  10. Υποδεικνύονται βεβαίως σε αυτή την απόφαση και τα οποιαδήποτε σημεία αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο κρίνει πως προκύπτει και θέμα έλλειψης πλήρους ειλικρίνειας του ενάγοντα ως μάρτυρα, όπου αυτό συμβαίνει. Η τελική όμως γενική εικόνα η οποία διαμορφώνεται αναφορικά με τον ενάγοντα ως μάρτυρας είναι πως ακόμη και ο ίδιος δεν είχε μία πλήρη και συνολική αντίληψη είτε της πραγματικής ή νομικής σημασίας του "Εγγράφου Συνεταιρισμού", σε σχέση τόσο με τα δικά του δικαιώματα όσο και τις δικές του υποχρεώσεις, είτε της σημασίας του συμβατικά απαιτούμενου βαθμού συμμετοχής του στον συνεταιρισμό έτσι ώστε να ήταν σε θέση να πείσει ως προς τη βασιμότητα της αξίωσης του. 5.
  11. Αυτή είναι η εικόνα την οποία το Δικαστήριο αποκομίζει αναφορικά με την αξιοπιστία του ενάγοντα. Η αποτυχία του ενάγοντα να θεμελιώσει την αξίωση του επιτυχώς αποτελεί αποτέλεσμα αυτής της ελλιπούς αντίληψης του. Το κατά πόσο αυτή η ελλιπής αντίληψη βασιζόταν σε γνήσια άγνοια του ενάγοντα ή εσκεμμένη και εκ των υστέρων προσποίηση του δεν είναι θέμα το οποίο χρειάζεται να απασχολήσει ιδιαίτερα το Δικαστήριο. Σημασία έχει κυρίως η ύπαρξη διαπίστωσης αυτής της αντίληψης και όχι τόσο η πραγματική της αιτία. 5.
  12. Θεωρώ πως θα ήταν χρήσιμο να παραθέσω κάποια παραδείγματα αυτής της ελλιπούς αντίληψης προς αιτιολόγηση της αξιολόγησης της μαρτυρίας του από μαρτυρία η οποία, στη περίπτωση της αξίωσης του, προτάθηκε από τον ίδιο ως αντικατοπτρίζουσα την πραγματικότητα. 5.
  13. Αναφέρει στη γραπτή δήλωση του (παράγραφος 11) πως ήταν υποχρέωση της εναγομένης να κρατεί κανονικά βιβλία στα οποία θα έγραφε τα έσοδα και έξοδα. Η θέση αυτή υπάρχει και εντός της έκθεσης απαίτησης (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 8.5.1 της απόφασης). 5.
  14. Βεβαίως τέτοια αναφορά ως προς το άτομο το οποίο θα τηρούσε τα οποιαδήποτε βιβλία δεν υπάρχει εντός του "Εγγράφου Συνεταιρισμού". Είτε επιλέγει ο ενάγων να αγνοήσει τη διατύπωση του όρου 8[1] είτε όχι, αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το δεδομένο πως ο ίδιος ως μάρτυρας δεν πείθει ως προς τη βασιμότητα του ισχυρισμού ύπαρξης τέτοιας υποχρέωσης της εναγομένης, συμβατικής ή διαφορετικής. Δεν παραγνωρίζει βεβαίως το Δικαστήριο πως ο ενάγων δεν βασιζόταν αποκλειστικά στη συμφωνία μεταξύ των συνεταίρων προς υποστήριξη της θέσης του αλλά και σε άλλα στοιχεία στα οποία αναφέρθηκε. Όπως, παραδείγματος χάριν, ότι η εναγόμενη είχε τη διεύθυνση του γραφείου του συνεταιρισμού και πως η ίδια καθόριζε τον τρόπο καταχώρησης των οποιωνδήποτε οικονομικών δεδομένων. 5.
  15. Όμως προκύπτει από αυτή τη θέση και μία ερμηνεία της σύμβασης. Σύμβαση η οποία αποτελεί τη θεμέλιο λίθο της αξίωσης του ενάγοντα. Ερμηνεία όμως η οποία αγνοεί το εξής εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο αναφορικά με τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής. Το "Έγγραφον Συνεταιρισμού" δεν αποτελούσε τη βάση δημιουργίας συμβατικών υποχρεώσεων μόνο της εναγομένης αλλά και των υπολοίπων συνεταίρων. 5.
  16. Ως προς την εκτέλεση αυτών των υποχρεώσεων ασφαλώς απαιτείτο εφαρμογή της μεταξύ τους συμφωνίας. Το πώς οι τρεις συνεταίροι μεταξύ τους θα καθόριζαν τη συμμόρφωση τους στο σύνολο, δηλαδή είτε ομαδικά είτε ακόμη και ατομικά μετά από σχετική συνεννόηση μεταξύ τους, με τους οποιουσδήποτε όρους του συγκεκριμένου εγγράφου είναι θέμα το οποίο οι ίδιοι όφειλαν να είχαν καθορίσει. Προφανώς σε κάποιο βαθμό αυτό συνέβαινε ακόμη και σιωπηρά με αποδοχή από όλους τους συνεταίρους μίας γενικής τακτικής επί του θέματος δίχως ιδιαίτερο έλεγχο ως προς την εφαρμογή και τήρηση της επίδικης συμφωνίας από οποιονδήποτε από τους συνεταίρους. 5.
  17. Όμως αυτό το οποίο διαπιστώνεται στη περίπτωση του επίδικου συνεταιρισμού είναι πως, ελλείψει τέτοιας συνεννόησης, η εναγόμενη, προφανώς ως επαγγελματικά υπεύθυνο άτομο, εξ ανάγκης και προς την αποτελεσματικότερη λειτουργία αλλά και επιχειρηματική εξέλιξη του συνεταιρισμού, εξ αρχής αλλά στη συνέχεια και στην όλη πορεία λειτουργίας του συνεταιρισμού βρέθηκε επιφορτισμένη με την ανάληψη κοινών ευθυνών και υποχρεώσεων των συνεταίρων. Γι΄ αυτό ακριβώς και τηρούσε εκείνα τα απαραίτητα οικονομικά στοιχεία τα οποία όντως τηρούσε καθ΄ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του συνεταιρισμού (βλ. τη παράγραφο 2.11 της απόφασης ως προς την έννοια της τήρησης κατάλληλων βιβλίων λογαριασμών). Ανεξαρτήτως και από το γεγονός βεβαίως πως ούτε και η ίδια μερίμνησε ή επεδίωξε την ετοιμασία ελεγμένων λογαριασμών. Δεν παύει δηλαδή η εναγόμενη να ήταν η μοναδική εκ των τριών συνεταίρων η οποία μερίμνησε για τη τήρηση εκείνων των στοιχειωδών οικονομικών δεδομένων αρχικά με τη τήρηση του "Cash Book" (τεκμήριο 57) και μετά - από δική της πρωτοβουλία - σε μία πιο εξελιγμένη μορφή με την εγκατάσταση του προγράμματος "Ζυγός". Τα δεδομένα αυτά σε συνδυασμό με άλλες πηγές, παραδείγματος χάριν, τους φακέλους δικαστικών υποθέσεων, θα μπορούσαν με τον πλέον ευχερέστερο τρόπο, όπως εν τέλει αποδείχτηκε, αρκεί όλοι οι συνέταιροι να είχαν την ανάλογη καλή διάθεση προς αυτό το σκοπό, να είχαν χρησιμοποιηθεί ως μία ακλόνητη βάση για την ετοιμασία ελεγμένων λογαριασμών. 5.
  18. Σε σχέση με τη θέση του ενάγοντα (βλ. τη παράγραφο 5.9 της απόφασης) διαπιστώνεται το εξής. Δεν είναι καν λογικό μετά από τη λειτουργία του συνεταιρισμού στη πορεία του χρόνου - όπως αυτός λειτούργησε και για όσο διήρκεσε - ο οποιοσδήποτε από τους συνεταίρους αυθαίρετα να αποδίδει μία ερμηνεία ως προς την υποχρέωση ενός μόνο εκ των άλλων συνεταίρων και μάλιστα η ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης να τοποθετείται σε ένα χρονικό σημείο αμέσως μετά από την έναρξη λειτουργίας του συνεταιρισμού και η οποία ερμηνεία να απορρέει μεν από παράλληλα όμως να αγνοεί την ύπαρξη μίας κοινής υποχρέωσης όλων των συνεταίρων. Ανεξάρτητα μάλιστα κατά πόσο οι υπόλοιποι δύο, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου, είτε αρχικά είτε στη πορεία συμμορφώθηκαν με τον όρο ο οποίος προνοεί αυτή τη συγκεκριμένη υποχρέωση. Κάτι βεβαίως το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση ουδέποτε συνέβη. 5.
  19. Ένα άλλο παράδειγμα αποτελούν και οι αναφορές του ενάγοντα στις παραγράφους 12 και 29 της γραπτής δήλωσης του. Αφού αναφέρεται στο κλείσιμο των λογαριασμών την 31ην Δεκεμβρίου του κάθε έτους (όροι 6 και 8[2]) στη συνέχεια αναφέρει το εξής εκπληκτικό. Ότι παρά «.τα συμφωνηθέντα στο έγγραφο συνεταιρισμού για ετοιμασία λογαριασμών ετησίως κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει εξ΄ όσων γνωρίζω». Πάλι ο ενάγων, είτε πραγματικά αγνοεί, είτε επιλέγει να αγνοεί, - να προσποιείται δηλαδή ότι αγνοεί - συμβατική υποχρέωση και του ιδίου ως συνέταιρος (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 9.2.3 αυτής της απόφασης και τις υποπαραγράφους αυτής σε σχέση με τη προβλεπόμενη διαδικασία επί ετήσιας βάσης). 5.
  20. Ασφαλώς και ο ετήσιος έλεγχος δεν ήταν θέμα το οποίο αφορούσε μόνο την εναγόμενη ως συνέταιρο αλλά όλους τους συνεταίρους. Η διεξαγωγή του ήταν κοινή συμβατική υποχρέωση όλων των συνεταίρων. Μάλιστα δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά έτσι ώστε ένας τέτοιος έλεγχος των εξόδων να ήταν γνήσιος, αντικειμενικός και αποτελεσματικός. Δηλαδή, όχι μόνο από άποψης συμβατικής υποχρέωσης θα έπρεπε οι συνέταιροι να συμμορφώνονταν με αυτό τον όρο του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" αλλά και ως θέμα απλής κοινής λογικής, εφόσον δηλαδή διεξήγαγαν από κοινού μία επιχείρηση, καθώς θα έπρεπε στο τέλος κάθε χρόνου και πάλι από κοινού να έλεγχαν σε ποια οικονομική κατάσταση βρισκόταν το γραφείο του συνεταιρισμού. 5.
  21. Το εκπληκτικό στην αναφορά του ενάγοντα δεν είναι μόνο η χρήση της φράσης «.κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει εξ΄ όσων γνωρίζω». Η οποία φράση είναι και αποκαλυπτική όχι μόνο του βαθμού συμμετοχής του στις εργασίες του συνεταιρισμού και της γνώσης του γι΄ αυτές. Αλλά επίσης και το γεγονός της αποδοχής του ως προς το εξής. Πως παρά και την ύπαρξη των συμφωνηθέντων στο "Έγγραφο Συνεταιρισμού" εντούτοις, τουλάχιστον ο ίδιος, δεν είχε συμμορφωθεί με το συγκεκριμένο όρο. Ενώ εξ όσων γνώριζε, σύμφωνα με δικό του ισχυρισμό, ούτε και οι άλλοι δύο συνεταίροι είχαν συμμορφωθεί. 5.
  22. Τα όσα δε αναφέρει στη συνέχεια στη παράγραφο 29 της γραπτής δήλωσης του καθόλου δεν πείθουν ως ειλικρινή. Ως προς το ότι δηλαδή οι συνέταιροι είχαν μιλήσει μεταξύ τους «πολλές φορές» και πως είχε ειπωθεί ότι εφόσον το γραφείο «πήγαινε πολύ καλά» θα έπρεπε να ετοιμάζονται λογαριασμοί και ότι ο ίδιος έλεγε «.ότι είναι καιρός να δούμε κάποιες καταστάσεις, να ελέγξουμε εάν ο συνεταιρισμός έχει κέρδη ή ζημιές και αν είχε κέρδη να έπαιρνε ο κάθε συνέταιρος το μερίδιο του». Πέραν από τη χρονική αοριστία αυτού του ισχυρισμού ο ίδιος ο ενάγων αποκαλύπτει με αυτό τον ισχυρισμό του (ανεξάρτητα και από την απόρριψη του ως αναξιόπιστου) πως αν και γνώριζε για τη συγκεκριμένη υποχρέωση, εντούτοις εν τέλει δεν έκανε οτιδήποτε αποφασιστικό ως ισότιμος συνέταιρος έτσι ώστε να συμμορφώνονταν οι συνέταιροι με αυτό τον όρο. Ο οποίος όρος ασφαλώς δεν προνοούσε ως προϋπόθεση να «πήγαινε πολύ καλά» το γραφείο έτσι ώστε να διεξαγόταν ο συγκεκριμένος ετήσιος έλεγχος. Ο έλεγχος αυτός θα έπρεπε να συνέβαινε έτσι και αλλιώς. Απλά όπως προκύπτει από τη μαρτυρία η κοινή από όλους τους συνεταίρους υποχρέωση διεξαγωγής αυτού του ετήσιου έλεγχου δεν τηρείτο. 5.
  23. Εύλογα προκύπτει το εξής ερώτημα. Ο ίδιος τι έκανε σε σχέση με τη συμμόρφωση είτε του ιδίου είτε των υπόλοιπων συνεταίρων έτσι ώστε να δικαιολογείται η απόφαση του μετά και από τη πάροδο δέκα χρόνων από την ημερομηνία συμφωνίας προς ίδρυση του συνεταιρισμού (παράγραφος 3 της γραπτής δήλωσης του) να καταχωρεί αγωγή και να αξιώνει τη συμμόρφωση ουσιαστικά της εναγομένης με ένα όρο τον οποίο όλοι οι συνέταιροι στο σύνολο τους επέλεξαν να αγνοήσουν και παρέλειψαν να τηρήσουν; 5.
  24. Αντιφατικά δε εντός της ίδιας παραγράφου ενώ αρχικά αναφέρει πως είπαν πως το γραφείο «πήγαινε πολύ καλά» στη συνέχεια αναφέρει πως ο ίδιος μιλούσε κυρίως με τον Λεωνίδα Γεωργίου αλλά και με την εναγόμενη και έλεγε «.ότι είναι καιρός να δούμε κάποιες καταστάσεις, να ελέγξουμε εάν ο συνεταιρισμός έχει κέρδη ή ζημιές και αν είχε κέρδη να έπαιρνε ο κάθε συνέταιρος το μερίδιο του». Τελικά γνώριζε ή δεν γνώριζε ο ενάγων κατά πόσο το γραφείο του συνεταιρισμού πήγαινε πολύ καλά; Αντιφατική η όλη εκδοχή του ενάγοντα επί του προκειμένου. Ενώ παράλληλα καταβάλλεται και μία εκ των υστέρων προσπάθεια ανάδειξης αποκλειστικά δικού του ενδιαφέροντος για την ετοιμασία λογαριασμών η οποία καθόλου δεν πείθει το Δικαστήριο. 5.
  25. Βεβαίως το ερώτημα θα μπορούσε να τεθεί και πιο γενικά. Τελικά τι γνώριζε όντως ο ενάγων σε σχέση με τον συνεταιρισμό; Είτε με την οικονομική κατάσταση του είτε σε σχέση με το κατά πόσο όντως «πήγαινε» ή δεν «πήγαινε» πολύ καλά. Πραγματικά όπως και να ιδωθούν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί του ενάγοντα όχι μόνο δεν πείθουν καν ως ειλικρινείς αλλά συντείνουν στη δημιουργία της όλης εικόνας της ελλιπούς αντίληψης του ενάγοντα όχι μόνο σε αυτή τη περίπτωση των συμβατικών υποχρεώσεων των συνεταίρων αλλά ακόμη και των εργασιών αλλά και διεργασιών του συνεταιρισμού κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λόγω είτε πραγματικής άγνοιας είτε επιλογής προσποίησης άγνοιας αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα. Στη περίπτωση του ενάγοντα αυτό το οποίο διαπιστώνεται να ισχύει είναι το πρώτο. 5.
  26. Όμως η άγνοια αυτή ουδέποτε προέκυψε διότι η εναγόμενη σκοπίμως απέκρυψε οτιδήποτε από τον ενάγοντα. Ο ίδιος επέλεξε να μην ασκήσει εκείνα τα δικαιώματα τα οποία του παρείχε το "Έγγραφον Συνεταιρισμού" είτε από την αρχή της λειτουργίας του συνεταιρισμού είτε στη συνέχεια έτσι ώστε να διατηρούσε μία καθαρή εικόνα στο μυαλό του αναφορικά με την όλη πορεία του δικηγορικού γραφείου του συνεταιρισμού ως μία επιχείρηση. 5.
  27. Καλεί ουσιαστικά ο ενάγων το Δικαστήριο να δεχτεί πως ενώ ο ίδιος για μία περίοδο ορισμένων ετών έλεγε στους άλλους δύο συνεταίρους ότι ήταν καιρός να δουν κάποιες καταστάσεις, αυτοί τον αγνοούσαν, ο ίδιος συνέχιζε να εισηγείται το ίδιο και αυτοί συνέχιζαν να τον αγνοούν. Πολύ απλά επί αυτού του θέματος ο ενάγων δεν πείθει ως ειλικρινής. Ο μόνος τρόπος να κρινόταν ειλικρινής θα ήταν εάν πρώτα δημιουργούσε την εντύπωση πως αυτός ήταν αφελής κάτι το οποίο καθόλου δεν ισχύει στη περίπτωση του ενάγοντα. Η πραγματική εικόνα η οποία δημιουργείται, βάσει του συνόλου της μαρτυρίας όπως αυτή αξιολογείται, είναι τόσο αυτή της αδιαφορίας του ενάγοντα όσο και αυτή της έλλειψης συμμετοχής του στην όλη λειτουργία του συνεταιρισμού. 5.
  28. Πολύ αργά επέλεξε ο ενάγων να αποπειραθεί όπως πείσει ως προς την απόδειξη της προηγούμενης ύπαρξης ενδιαφέροντος από τον ίδιο είτε στην οικονομική κατάσταση του συνεταιρισμού είτε στον τρόπο με τον οποίο αυτός λειτουργούσε. Η απουσία του από την από μέρα σε μέρα λειτουργία του συνεταιρισμού αποκαλύπτεται από την ίδια την απραξία του ως προς το βασικό αυτό θέμα της έλλειψης ένδειξης καν πραγματικού ενδιαφέροντος αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του αποτελέσματος λειτουργίας του συνεταιρισμού είτε κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του είτε στη συνέχεια στα επόμενα έτη αυτής της λειτουργίας. Δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο το οποίο να υποστηρίζει ή ενισχύει τον ισχυρισμό του ενάγοντα ως προς το ότι αυτός δήθεν προέτρεπε τους άλλους δύο συνεταίρους να προβούν σε έλεγχο ως προς το κατά πόσο ο συνεταιρισμός είχε κέρδη ή ζημιές. Μόνο ως ένας εκ των υστέρων ισχυρισμός είναι δυνατό αυτός να κριθεί καθώς το Δικαστήριο αναλογίζεται την όλη συμπεριφορά του ενάγοντα σε σχέση με τη τήρηση των προνοιών του "Εγγράφου Συνεταιρισμού". 5.
  29. Ισχυρίζεται ο ενάγων την ύπαρξη της σχεδόν καθημερινής του επαφής με το γραφείο της Πάφου (παράγραφος 30 της γραπτής δήλωσης του). 5.
  30. Εντούτοις η μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί σε σχέση με το κύριο αντικείμενο των εργασιών του γραφείου του συνεταιρισμού (δηλαδή, υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου) δεν δικαιολογεί καν την αναγκαιότητα μίας τέτοιας επαφής. Η χρονική συχνότητα επί της οποίας επιδιώκει ο ενάγων να αποδείξει τη συμμετοχή του στη λειτουργία του συνεταιρισμού καθόλου δεν αναδεικνύεται από το σύνολο της μαρτυρίας το οποίο παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Ούτε και ο ισχυρισμός του, στην ίδια παράγραφο, πως όποτε υπήρχε μη ελληνόφωνος πελάτης τον ειδοποιούσαν από το γραφείο της Πάφου να το επισκεφθεί για να δει πελάτες. Ούτε επίσης και ο ισχυρισμός του πως στην Πάφο πήγε «πάρα πολλές φορές» για εργασία του συνεταιρισμού τόσο για να δει πελάτες όσο και για την ετοιμασία εγγράφων και άλλων σχετικών θεμάτων του συνεταιρισμού (παράγραφος 34 της γραπτής δήλωσης του). 5.
  31. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται σε σχέση με τη μαρτυρία την οποία ο ενάγων παρουσίασε είναι μία προσπάθεια ο ίδιος να μεγαλοποιήσει τη συμμετοχή του στις εργασίες του συνεταιρισμού. Ούτε και πείθει ότι τα όσα στοιχεία παρουσίασε «.αποτελούν απλά ένδειξη των φορών.» που χρειάστηκε να έλθει στην Πάφο ή ότι ο λόγος που δεν μπορεί να θυμάται συγκεκριμένα ακριβώς πόσες φορές ήλθε στην Πάφο είναι ότι η πάροδος του χρόνου (δηλαδή μέχρι την ημερομηνία της έναρξης της προφορικής κατάθεσης του) ήταν μεγάλη. 5.
  32. Ασφαλώς δεν θα ανέμενε το Δικαστήριο να αναφέρει αριθμητικά ο ενάγων πόσες φορές επισκέφθηκε το γραφείο της Πάφου. Αυτό το οποίο αναμενόταν προς απόδειξη της συχνότητας της συμμετοχής του στη λειτουργία του συνεταιρισμού δεν ήταν ο επακριβής αριθμός των επισκέψεων του αλλά μαρτυρία προς απόδειξη της ουσίας του ισχυρισμού του. 5.
  33. Αναμφίβολα ο ενάγων διεκπεραίωσε κάποια εργασία προς όφελος του συνεταιρισμού. Ως όφειλε βεβαίως να κάνει ως συνέταιρος (όρος 7 του "Εγγράφου Συνεταιρισμού"). Όμως δεν κατάφερε να αποδείξει πως ο ρόλος του στη λειτουργία του συνεταιρισμού ήταν όσο σημαντικός όσο αυτός ήθελε να τον παρουσιάσει. Διατηρώντας μάλιστα υπόψη πως θέση του ήταν ότι ο κύριος ρόλος του ήταν η προώθηση του τομέα αλλοδαπών και διασταυρώνοντας αυτό τον ισχυρισμό με τα όσα στοιχεία έχουν παρουσιαστεί ως προς τις οικονομικές καταστάσεις του συνεταιρισμού. 5.
  34. Το λιγότερο το οποίο θα ανέμενε το Δικαστήριο από τον ενάγοντα θα ήταν τουλάχιστον να παρουσίαζε μία λίστα αυτών των αλλοδαπών πελατών. Καθότι εάν όντως η συμμετοχή του ήταν αυτή η οποία ισχυρίζεται θα αναμενόταν από τον ίδιο να τηρούσε ένα κατάλογο των πελατών για τους οποίους ο ίδιος θα ήταν και ο κύριος υπεύθυνος μεταξύ των συνεταίρων. Ως ο αρμόδιος δηλαδή για τον τομέα των αλλοδαπών. Συνεπώς είτε δεν τήρησε τέτοια λίστα είτε ο αριθμός αυτών των πελατών δεν ήταν αυτός τον οποίο ο ίδιος ήθελε να παρουσιάσει πως ήταν. Αποτελεί και αυτό το στοιχείο ένδειξη της ανεπιτυχούς προσπάθειας του ενάγοντα να μεγαλοποιήσει το ρόλο της συμμετοχής του στον συνεταιρισμό. 5.
  35. Τονίζω παράλληλα πως η σημασία της αποτυχίας απόδειξης του βαθμού συμμετοχής τον οποίο επεδίωξε ο ενάγων στις εργασίες του συνεταιρισμού δεν έχει τόση σημασία ως προς το κατά πόσο ο ίδιος είχε συνεισφέρει ή όχι πελατεία στον συνεταιρισμό αλλά σε σχέση με το κατά πόσο όντως ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί του ως προς την ενεργό και μάλιστα επί καθημερινής βάσης συμμετοχής του στον συνεταιρισμό. 5.
  36. Παραδόξως η προσπάθεια του ενάγοντα να αποδείξει παραλείψεις της εναγομένης εν τέλει λειτούργησε εις βάρος του έχοντας το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Καθώς αυτό το οποίο προέκυπτε δεν ήταν τόσο η απόδειξη παραλείψεων της εναγομένης αλλά γενικά η ανάδειξη παραλείψεων του ίδιου του ενάγοντα και ενδεχομένως και του τρίτου συνεταίρου. 5.
  37. Παραδείγματος χάριν, ισχυρίζεται ο ενάγων (παράγραφος 48 της γραπτής δήλωσης του) πως η εναγόμενη «.ουδέποτε μου έδωσεν λογαριασμόν των εσόδων και εξόδων του συνεταιρισμού και ουδέποτε ετήρησε τα αναγκαία με την συμφωνίαν μας, αλλά και τον νόμον, βιβλία, παρ΄ όλον ότι αυτή εχειρίζετο προσωπικά όλα τα θέματα». Ισχυρίζεται μάλιστα (εντός της ίδιας παραγράφου) πως ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και ο τρίτος συνέταιρος είχαν ανάμειξη με τα θέματα του συνεταιρικού γραφείου. Στην ίδια παράγραφο ισχυρίζεται πως η εναγόμενη κατακράτησε όλα τα ποσά τα οποία εισέπραξε για λογαριασμό του ως συνεταίρου. 5.
  38. Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο προς ποίο σκοπό προωθούσε ο ενάγων αυτούς τους ισχυρισμούς. Καθότι αυτοί εμφανώς αποτελούν ένα δίκοπο μαχαίρι με αποδεικτικές συνέπειες στη συγκεκριμένη περίπτωση εις βάρος του ίδιου του ενάγοντα παρά για την εναγόμενη. Παραδείγματος χάριν, πως είναι δυνατό να προβάλει ισχυρισμό ότι η εναγόμενη ουσιαστικά ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του, εισπράττοντας ποσά και εκ μέρους του ως συνεταίρου τα οποία όμως ουδέποτε ο ίδιος μέχρι και τη "διάλυση" του συνεταιρισμού δεν επέδειξε ενδιαφέρον όπως εισπράξει; 5.
  39. Επίσης, σε αυτό το σημείο της απόφασης, παρατηρείται απλώς, δίχως οποιαδήποτε περαιτέρω εμβάθυνση, το γεγονός πως ο ενάγων συχνά επέλεγε ως μάρτυρας όπως ομιλεί και εκ μέρους του απόντος τρίτου συνεταίρου. Ενδεχομένως αυτό να μην είναι κάτι το τυχαίο και να εμπεριέχει και σκοπιμότητα υπό την έννοια ενίσχυσης των δικών του ισχυρισμών και παραπόνων. Δίχως όμως παράλληλα να είχε επιδιωχτεί η άμεση ενίσχυση αυτών με παρουσίαση της μαρτυρίας του τρίτου συνεταίρου. 5.
  40. Ως προς την ουσία αυτών των ισχυρισμών αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως για άλλη μία φορά ο ενάγων επιλέγει να αγνοήσει το προαναφερόμενο (παράγραφος 5.11 της απόφασης) απλό δεδομένο. Το "Έγγραφον Συνεταιρισμού" δεν δέσμευε μόνο την εναγόμενη. Η συμφωνία αυτή δέσμευε όλους τους συνεταίρους. Ασφαλώς τους παρείχε ταυτόχρονα και δικαιώματα. Όμως παράλληλα τους επιβάρυνε και με υποχρεώσεις. Είναι αυτό το δεύτερο στοιχείο το οποίο επιλέγει να παραγνωρίσει ο ενάγων κατά τη παρουσίαση της δικής του εκδοχής. 5.
  41. Επιλέγει μάλιστα να συμπαρασύρει και τον τρίτο συνέταιρο σε αυτή τη δική του επιλογή ομιλώντας εκ μέρους του (παράγραφος 5.33 της απόφασης). Τον οποίο όχι μόνο ούτε συνένωσε ως διάδικο αλλά ούτε και κάλεσε ως μάρτυρα έτσι ώστε να ενισχύσει - εάν αυτό ήταν όντως εφικτό - τους δικούς του ισχυρισμούς. 5.
  42. Πραγματικά τι εννοεί με τον ισχυρισμό πως η εναγόμενη χειριζόταν προσωπικά όλα τα θέματα; Ακόμη και έτσι να είχαν τα πράγματα το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι το εξής. Δεν είναι ο ίδιος - ή ακόμη ο ίδιος και ο τρίτος συνέταιρος - ο οποίος επέτρεψε αυτή τη κατάσταση να διαμορφωθεί ως είχε; 5.
  43. Η ανοχή αυτή του ενάγοντα ή ακόμη ενδεχομένως και η ανοχή του ιδίου αλλά και του τρίτου συνεταίρου αναπόφευκτα θα μπορούσε να έχει και νομική σημασία ως προς το ότι οι άλλοι δύο συνεταίροι ακολούθως να εμποδίζονταν όπως απαιτήσουν την οποιαδήποτε συμμόρφωση της εναγομένης με το "Έγγραφον Συνεταιρισμού" από τη στιγμή που οι ίδιοι της δημιούργησαν μία εντύπωση βάσει της οποίας η ίδια δεν χρειαζόταν να συμμορφώνεται με όλες τις πρόνοιες αυτού. Κρίνεται από το Δικαστήριο πως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι απαραίτητο όπως η αγωγή αυτή εξεταστεί υπό αυτή τη νομική αντιμετώπιση του όλου θέματος. Όμως αυτό το οποίο προκαλεί εντύπωση κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από τη προφορική κατάθεση του είναι το γεγονός πως ουσιαστικά ο ίδιος βασίζεται στις δικές του παραλείψεις και ενδεχομένως και αυτές του τρίτου συνεταίρου σε σχέση με τη λειτουργία του συνεταιρισμού έτσι ώστε κατ΄ επέκταση να επιρρίψει ευθύνη στην εναγόμενη. Στην εναγόμενη η οποία εκ των τριών συνεταίρων αναδεικνύεται από τη μαρτυρία στο σύνολο της ως το μόνο άτομο το οποίο έπραξε στο μέγιστο βαθμό τα όσα όφειλε ως συνέταιρος σε σχέση με τη λειτουργία του συγκεκριμένου συνεταιρισμού. Σε αντίθεση με τον ενάγοντα του οποίου το κυριότερο στοιχείο το οποίο αναδεικνύεται από τη μαρτυρία ως προς το ίδιο θέμα είναι η κατ΄ εξοχήν απραξία του. 5.
  44. Καθότι αν και ο ίδιος είχε δικαιώματα βάσει του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" παράλληλα είχε και υποχρεώσεις. Πουθενά στο "Έγγραφο Συνεταιρισμού" δεν αναφέρεται πως η εναγόμενη ήταν αυτή η οποία θα τηρούσε τα οποιαδήποτε βιβλία. Εάν στη πράξη η ίδια εξ ανάγκης λόγω της απουσίας συμμετοχής των άλλων δύο συνεταίρων ανέλαβε τη πλήρη διεύθυνση του γραφείου του συνεταιρισμού και την απαραίτητη τήρηση αρχικά κάποιων έστω και στοιχειωδών οικονομικών στοιχείων, αυτό δεν προέκυπτε αποκλειστικά ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" ή της δικής της υποχρέωσης συμμόρφωσης με οποιοδήποτε όρο αυτού. 5.
  45. Αυτό εκ των πραγμάτων προέκυπτε κυρίως λόγω της κατάστασης η οποία είχε δημιουργηθεί ακόμη και εξαιτίας της επιμέλειας και καταβολής προσπάθειας της ίδιας της εναγομένης τόσο ως προς το να πετύχει ο συνεταιρισμός μακροπρόθεσμα όσο έτσι ώστε να ήταν και η ίδια στο μέγιστο δυνατό βαθμό πιο σωστή θα μπορούσε να ήταν έναντι όχι μόνο των πελατών του συνεταιρισμού των οποίων κατά διαστήματα ο συνεταιρισμός διαχειριζόταν τα χρήματα τους αλλά και έναντι των άλλων δύο συνεταίρων αναφορικά με τη τήρηση εν τη απουσία τους κάποιων βασικών οικονομικών στοιχείων σε σχέση με τη λειτουργία του γραφείου του συνεταιρισμού. 5.
  46. Επίσης, πως μπορεί ο ενάγων να ισχυρίζεται ότι ούτε ο ίδιος ούτε ο τρίτος συνέταιρος είχαν ανάμειξη με τα θέματα του γραφείου του συνεταιρισμού και να αναμένει να δεχτεί το Δικαστήριο πως αυτό υποστηρίζει ή ενισχύει τη βασιμότητα της αξίωσης του; Εύλογα προκύπτει το εξής ερώτημα. Γιατί δεν είχε ανάμειξη είτε ο ίδιος είτε ο Λεωνίδας Γεωργίου με τα θέματα του γραφείου του συνεταιρισμού; Όπως δηλαδή ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δεν είχαν. Εφόσον όφειλαν συμβατικά τόσο ο ενάγων ατομικά όσο και μεταξύ τους αμφότεροι οι υπόλοιποι δύο συνεταίροι να επιδείκνυαν παρόμοιο ενδιαφέρον και επιμέλεια προς επίτευξη της μακροπρόθεσμους επιτυχίας του συνεταιρισμού όπως αποδεδειγμένα επιδείκνυε επί καθημερινής βάσης η εναγόμενη. Σύμφωνα και με τον όρο 7[3] του "Εγγράφου Συνεταιρισμού". Ανεξάρτητα και από το δεδομένο πως η εναγόμενη ήταν αυτή η οποία βρισκόταν επί τόπου στο γραφείο του συνεταιρισμού στην Πάφο. Τι είδους συνεταιρισμός θα μπορούσε ο επίδικος να θεωρηθεί εάν οι άλλοι δύο συνεταίροι απλά παρείχαν το όνομα τους σε αυτόν και όχι παράλληλα και τις υπηρεσίες τους; Η δε εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενάγοντα στη τελική αγόρευση του πως ο σκοπός του συνεταιρισμού ήταν να «.συνεισφέρουν οι μεγαλύτεροι τις γνώσεις, εμπειρίαν και σχέσεις των και .» η εναγόμενη «.σαν νεαρά δικηγόρος να εργάζεται στο γραφείο.» όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται αλλά πόρρω απέχει από τα όσα σχετικά προνοούνται από το "Έγγραφον Συνεταιρισμού". Απορρίπτεται επίσης ως αβάσιμη από άποψης στοιχειοθέτησης της με μαρτυρία η εισήγηση πως η εναγόμενη εκμεταλλεύτηκε τους δύο μεγαλύτερους στην ηλικία και αρχαιότερους στο επάγγελμα συνεταίρους χρησιμοποιώντας τη πείρα τους και εκμεταλλευόμενη τις σχέσεις τους με αποτέλεσμα εν τέλει να είχε οικειοποιηθεί τα πάντα ισχυριζόμενη ότι μόνο αυτή εργαζόταν. 5.
  47. Κυρίως όμως αυτό το οποίο έχει σημασία αναφορικά με την έκβαση αυτής της αγωγής αλλά και της αξιολόγησης της αξιοπιστίας της εκδοχής του ενάγοντα είναι η εξής διαπίστωση. Πραγματικά με βάση το σύνολο της μαρτυρίας δεν αποδεικνύεται ως αξιόπιστο γεγονός ο ισχυρισμός πως η εναγόμενη δεν έδινε λογαριασμό των εσόδων ή εξόδων του συνεταιρισμού ή δεν τήρησε τα αναγκαία βιβλία για τη λειτουργία του συνεταιρισμού ή ότι εμπόδιζε είτε τον ίδιο είτε τον τρίτο συνέταιρο με το να αναμειχθούν με τα θέματα του γραφείου του συνεταιρισμού. Άλλωστε αυτό αποτελούσε και συμβατική τους υποχρέωση (όρος 7 του "Εγγράφου Συνεταιρισμού"). 5.
  48. Επίσης εάν όντως αυτή ήταν η συμπεριφορά της εναγομένης, κάτι το οποίο δεν γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο, τότε γιατί δεν αντέδρασαν νωρίτερα οι υπόλοιποι συνέταιροι; Απλά η μόνη λογική εξήγηση η οποία μπορεί να δοθεί σε σχέση με αυτή την επιλογή της παράλειψης εμπλοκής κυρίως του ενάγοντα αλλά μερικώς - μέχρι του χρονικού σημείου εμπλοκής του Προδρομίτη - και του τρίτου συνεταίρου, είναι η ίδια η επιλογή, ως συνέταιροι, του καθενός ξεχωριστά να μην αναμειχθούν. Κυρίως προφανώς διότι ενόψει της σταθερά υπεύθυνης συμπεριφοράς της εναγομένης οι ίδιοι δεν το έκριναν αναγκαίο να αντιδράσουν. Αξίζει να σημειωθεί έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης η διαπίστωση πώς η δυνατότητα για το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα αναφορικά με τη συμπεριφορά του τρίτου συνεταίρου επί αυτού του θέματος παρά το ότι αυτός ουδέποτε παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είτε ως διάδικος είτε ως μάρτυρας εξαρτάται και βασίζεται πλήρως επί της κρινόμενης ως αξιόπιστης μαρτυρίας της εναγομένης επί του θέματος. Εφόσον ο ίδιος ο ενάγων επέλεξε όπως μην παρουσιάσει τον τρίτο συνέταιρο ως μάρτυρα προς απόδειξη της αξίωσης του. 5.
  49. Προχωρά ο ενάγων (εντός της ίδιας παραγράφου) και ισχυρίζεται πως η εναγόμενη ουδέποτε «.έδωσε προς εμέ οιονδήποτε λογαριασμόν ή μου έδωσεν οιονδήποτε ποσόν ως κέρδος, παρ΄ όλον ότι εγκατεστήσαμε στο γραφείο της Πάφου το λογισμικό πρόγραμμα Ζυγός, που εφαρμόζεται σε δικηγορικά γραφεία, και στο οποίο μπορούσαν, και έπρεπε να καταχωρούνται όλες οι λεπτομέρειες των εργασιών του γραφείου.» προσθέτοντας ότι μάλιστα η εναγόμενη «.κατεκράτησε και κατακρατεί όλα τα ποσά τα οποία εισέπραξε διά λογαριασμόν μου ως συνεταίρου». 5.
  50. Πραγματικά προκαλεί απορία ο ενάγων καθώς προβάλει ισχυρισμούς αυτού του είδους. Εάν η αγωγή του είχε καταχωρηθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά από την έναρξη της λειτουργίας του συνεταιρισμού τέτοιοι ισχυρισμοί θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα πιο λογικό πλαίσιο. Εντούτοις καλεί ο ενάγων το Δικαστήριο να δεχτεί ως αξιόπιστη τη θέση του πως αν και η εναγόμενη ουδέποτε έδωσε προς τον ίδιο οποιοδήποτε λογαριασμό ή οποιοδήποτε ποσό ως κέρδος, ο ίδιος, για περίοδο δέκα ετών, δεν έπραξε οτιδήποτε έτσι ώστε να διεκδικήσει τα δικαιώματα του ως συνέταιρος. Ενώ είναι πλέον παράδοξο η εγκατάσταση του προγράμματος "Ζυγός" ως αποτέλεσμα πρωτοβουλίας της ίδιας της εναγομένης, να χρησιμοποιείται με αναφορά στον πληθυντικό (ότι δηλαδή «εγκατεστήσαμε») προς ενίσχυση των οποιωνδήποτε θέσεων του ενάγοντα. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως η εναγόμενη εισηγήθηκε και διασύνδεση των γραφείων των υπόλοιπων συνεταίρων με το πρόγραμμα "Ζυγός" κάτι όμως το οποίο αυτοί δεν επεδίωξαν. Ενώ αναδεικνύεται από τη μαρτυρία με την επιστολή ημερομηνίας 21/7/97 και τις επισυνημμένες καταστάσεις επί αυτής (τεκμήριο 49) η ετοιμότητα της εναγομένης να παράσχει τις οποιεσδήποτε πληροφορίες παραγόμενες από το συγκεκριμένο πρόγραμμα. 5.
  51. Ακόμη και να θεωρηθεί πως για πρώτη φορά και ο ενάγων όπως και ο Λεωνίδας Γεωργίου ενήργησε προς τη κατεύθυνση της εξασφάλισης κάποιων λογαριασμών ή οικονομικών στοιχείων αναφορικά με τη λειτουργία του συνεταιρισμού ακόμη και αυτή η χρονική περίοδος δεν είναι δυνατό να κριθεί ως δικαιολογημένη υπό την έννοια λήψης ανάλογης δράσης από τον ίδιο για ένα πρόβλημα το οποίο ουσιαστικά διατείνεται υπήρχε από την αρχή λειτουργίας του συνεταιρισμού. Εύλογα δημιουργείται το εξής ερώτημα. Πότε θυμήθηκε ο ενάγων να διεκδικήσει οτιδήποτε από τον συνεταιρισμό; 5.
  52. Διότι εάν ίσχυαν τα όσα πλέον ισχυριζόταν κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του τότε λογικά θα αναμενόταν να είχε λάβει μέτρα προηγουμένως και όχι να είχε αφήσει την όλη κατάσταση να εξελιχθεί όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Συντείνει δηλαδή σημαντικά η όλη αυτή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο να καθιστά ανυπόστατους τους ισχυρισμούς του. Είναι η αποδεικτική αξία αυτών και η δυνατότητα να κριθούν ως αξιόπιστοι η οποία επηρεάζεται από τη καθυστέρηση την οποία αποδεδειγμένα επέδειξε. 5.
  53. Επιπλέον, η αναφορά του στην εγκατάσταση του προγράμματος "Ζυγός" μόνο ως προσπάθεια εντυπωσιασμού είναι δυνατό να κριθεί. Καθώς όχι μόνο αναφέρεται στην εφαρμογή του σε δικηγορικά γραφεία αλλά αφήνει να νοηθεί ότι θα μπορούσαν αλλά και θα έπρεπε σε αυτό να καταχωρούνταν όλες οι λεπτομέρειες των εργασιών του γραφείου του συνεταιρισμού κάτι όμως το οποίο η εναγόμενη παρέλειπε να πράξει. Πραγματικά, διατηρώντας υπόψη στο σύνολο της τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε σε αυτή την αγωγή το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί πως η εναγόμενη σκοπίμως δεν καταχωρούσε οποιαδήποτε στοιχεία στο συγκεκριμένο πρόγραμμα. Αντιθέτως η σαφής εικόνα η οποία δημιουργείται βάσει της κρινόμενης ως αξιόπιστης μαρτυρίας είναι πως επιθυμία αλλά και επιδίωξη της εναγομένης ήταν όχι μόνο η εγκατάσταση του προγράμματος "Ζυγός" αλλά και η ανελλιπής ενημέρωση του με όλα τα απαραίτητα στοιχεία προς μία όσο το δυνατό καλύτερη λειτουργία του γραφείου του συνεταιρισμού. 5.
  54. Πέραν όμως και από αυτή τη διαπίστωση δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και το γεγονός πως η εναγόμενη είχε προμηθεύσει αμφότερους τους συνεταίρους με καταστάσεις οι οποίες εκτυπώθηκαν από το πρόγραμμα "Ζυγός". Ενώ έχει παρουσιαστεί και μαρτυρία σύμφωνα με την οποία υπήρχε η επιλογή εγκατάστασης παρόμοιου λογισμικού στο γραφείο του ενάγοντα στη Λεμεσό με παράλληλη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στο σύστημα του γραφείου του συνεταιρισμού στη Πάφο. Ποιος είναι ο λόγος που ο ενάγων δεν επεδίωξε κάτι τέτοιο εάν πράγματι τον ενδιέφερε η λειτουργία ή ο τρόπος της λειτουργίας του γραφείου του συνεταιρισμού από οικονομικής ή και άλλης άποψης; Σε σχέση με τον Λεωνίδα Γεωργίου ακούστηκε μαρτυρία αναφορικά με την έλλειψη κατάλληλου προσωπικού προς εκπαίδευση χρήσης του συγκεκριμένου προγράμματος. Εάν όντως ο ενάγων ενδιαφερόταν για τη καθημερινή λειτουργία του γραφείου του συνεταιρισμού ή ο βαθμός συμμετοχής του σε αυτή τη λειτουργία ήταν όντως αυτός τον οποίο ισχυριζόταν, τότε γιατί δεν επεδίωξε την σύνδεση αυτού του συστήματος με το γραφείο του στη Λεμεσό; Λογικά αυτό θα ανέμενε το Δικαστήριο εάν όντως ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί του αναφορικά με την ανάμειξη του στη λειτουργία του γραφείου του συνεταιρισμού (βλ. χαρακτηριστικά τις παραγράφους 27, 28, 30, 34, 37, 38 και 41 της γραπτής δήλωσης του). Η βασική θέση του ενάγοντα επί αυτού του θέματος, όπως και σε σχέση με άλλες παρόμοιες κατ΄ ισχυρισμό επιλογές του, δηλαδή ότι υπήρχε εμπιστοσύνη στην εναγόμενη, κρίνεται ως μία εκ των υστέρων επινόηση προς δικαιολόγηση της οποιασδήποτε απραξίας ή επιλογής του ενάγοντα αναφορικά με την παράλειψη ουσιαστικά αξιοποίησης της δυνατότητας διατήρησης επαφής με τη καθημερινή λειτουργία του γραφείου του συνεταιρισμού. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Προδρομίτη 5.
  55. Παρά και την οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ειλικρίνειας του ο Προδρομίτης κατέθεσε με σταθερότητα, εντυπωσιακή ηρεμία και τουλάχιστον επιφανειακή λογικότητα αποτυγχάνοντας όμως εν τέλει να πείσει το Δικαστήριο είτε ως προς την αντικειμενικότητα είτε ακόμη και την ειλικρίνεια του, ως μάρτυρας. Αντιθέτως η σαφής εντύπωση την οποία το Δικαστήριο αποκόμισε ως προς το μάρτυρα αυτό ήταν πως πάντοτε, τόσο κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του όσο και του οποιουδήποτε ελέγχου είχε διενεργήσει το γραφείο του στον συνεταιρισμό πριν από τη "διάλυση" του, ο ίδιος ενεργούσε ως άτομο το οποίο παρέμενε πιστό στον αρχικό πελάτη του, δηλαδή τον Λεωνίδα Γεωργίου, αποκλειστικά του οποίου τα συμφέροντα προσπαθούσε να εξυπηρετήσει παρακάμπτοντας έτσι και αγνοώντας όχι μόνο τα συμφέροντα ή δικαιώματα της εναγομένης αλλά ακόμη και του ίδιου του ενάγοντα, ο οποίος εντούτοις επέλεξε να τον παρουσιάσει ως μάρτυρα του. Κατ΄ επέκταση βεβαίως δεν αναδεικνύεται η κύρια μέριμνα αυτού του μάρτυρα να ήταν τα γενικότερα συμφέροντα του ίδιου του συνεταιρισμού παρά μόνο στο βαθμό στον οποίο αυτά επηρέαζαν την οικονομική θέση του πελάτη του, δηλαδή του τρίτου συνεταίρου. Υπενθυμίζω πως η γνωριμία του με τον Λεωνίδα Γεωργίου έγινε γύρω στο 1996 μετά από διορισμό του ως ελεγκτής για ξενοδοχειακή μονάδα στο Λατσί και για το δικηγορικό γραφείο του στη Λευκωσία. Ο ίδιος τον είχε γνωρίσει μέσω του πεθερού του ο οποίος ήταν φίλος με τον Λεωνίδα Γεωργίου αλλά ταυτόχρονα και Διευθυντής του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων. Αν και προσπάθησε να υποβαθμίσει τη φιλική σχέση η οποία στη συνέχεια αναπτύχθηκε μεταξύ του και του τρίτου συνεταίρου εντούτοις δεν την αρνήθηκε. Δέχτηκε επίσης πως για τα τελευταία 14 χρόνια ήταν ο ελεγκτής του Λεωνίδα Γεωργίου. Σημασία δεν έχει αλλά ούτε και κρίνεται η επιλογή του μάρτυρα αυτού ως προς τα συμφέροντα ποιού ατόμου θα εξυπηρετούσε με τις ενέργειες του ως λογιστής ή ελεγκτής (ως προς την ιδιότητα του βλ. παράγραφο 1 της γραπτής δήλωσης του). Η επιλογή αυτή όμως προκαθόριζε και τον ενδεχόμενο βαθμό αντικειμενικότητας του ως μάρτυρας. 5.
  56. Καθότι ο μάρτυρας αυτός πραγματικά δεν κατάφερε να πείσει πως μέριμνα του ήταν το συμφέρον του συνεταιρισμού ή η ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων του συνεταιρισμού προς εξυπηρέτηση του συνεταιρισμού στο σύνολο του. Ο όλος ρόλος του Προδρομίτη σε σχέση με την όψιμη επιλογή ελέγχου της οικονομικής κατάστασης του συνεταιρισμού, μετά και από τουλάχιστον 6 χρόνια λειτουργίας του και ο λόγος γι΄ αυτή την επιλογή, δηλαδή η ετοιμασία λογαριασμών για τον Λεωνίδα Γεωργίου και όχι για τον συνεταιρισμό (βλ. την υποπαράγραφο 5.53 της απόφασης), δεν εμπνέει καθόλου το Δικαστήριο με εμπιστοσύνη είτε ως προς την αμεροληψία του συγκεκριμένου μάρτυρα είτε ως προς την ειλικρίνεια του καθώς κατέθετε στο Δικαστήριο. Η δε αρνητική του διάθεση ως προς την εναγόμενη διέπνεε την όλη προφορική κατάθεση του τόσο ως προς τον επιφυλακτικό τρόπο με τον οποίο κατέθετε όσο και σε σχέση με τις απαντήσεις τις οποίες έδιδε. Η ιδιαίτερη προσοχή με την οποία κατέθετε αναδείκνυε πως ο Προδρομίτης ενεργούσε ως μάρτυρας ακριβώς όπως είχε προηγουμένως ενεργήσει και ως λογιστής για την ετοιμασία των λογαριασμών του συνεταιρισμού. Κύρια μέριμνα του ήταν η αποφυγή επηρεασμού και προστασία των συμφερόντων του πελάτη του, δηλαδή του Λεωνίδα Γεωργίου, παρά η εξυπηρέτηση των συμφερόντων του συνεταιρισμού στο σύνολο του. 5.
  57. Επεδίωξε με τη γραπτή δήλωση του όπως παρουσιάσει μία πολύ διαφορετική εικόνα από τη πραγματικότητα όπως αυτή αναδεικνύεται από το σύνολο της μαρτυρίας. Ότι δηλαδή περί τα τέλη του 1999 με αρχές του 2000 ο Λεωνίδας Γεωργίου τον ενημέρωσε για τη σύσταση του συνεταιρισμού και πως οι συνέταιροι είχαν συμφωνήσει όπως αρχίσει η ετοιμασία λογαριασμών και ότι ο ίδιος στη συνέχεια επικοινώνησε με την εναγόμενη. Βεβαίως ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι γνώριζε για την ύπαρξη και λειτουργία του συνεταιρισμού προτού ο Λεωνίδας Γεωργίου του αναφέρει οτιδήποτε. Καθίσταται λιγότερο πειστική η μαρτυρία του ως προς το ότι αυτό το οποίο του είχε ζητήσει ο Λεωνίδας Γεωργίου ήταν αυτό το οποίο ισχυρίστηκε στη γραπτή δήλωση του (παράγραφος 3). Βρέθηκε αντιμέτωπος, κατά την αντεξέταση του, με το τεκμήριο 39 το περιεχόμενο του οποίου είναι σαφές. Ακόμη και τον Ιούνιο του 1999 φαίνεται πως μέριμνα του ιδίου ήταν η ετοιμασία λογαριασμών για τον Λεωνίδα Γεωργίου και όχι για τον συνεταιρισμό. Απλά έπρεπε να λάβει γνώση και για τα οποιαδήποτε εισοδήματα του τρίτου συνεταίρου από τον συνεταιρισμό. Βεβαίως δεν έχει τόση σημασία το ακριβές χρονικό σημείο κατά το οποίο όντως πλέον άρχισε να καταβάλλεται προσπάθεια ετοιμασίας των λογαριασμών του συνεταιρισμού (μέσα στο 2000 ισχυρίστηκε ο μάρτυρας) όσο η σαφής ένδειξη πως η όλη προσέγγιση του συγκεκριμένου μάρτυρα ήταν η εξυπηρέτηση των αναγκών και κατά συνέπεια των συμφερόντων του πελάτη του, δηλαδή του τρίτου συνεταίρου στον συνεταιρισμό. Ο ίδιος μάλιστα παραδέχτηκε στη μαρτυρία του πως η ετοιμασία εξελεγμένων λογαριασμών είχε σκοπό τη πιστοποίηση των εισοδημάτων του τρίτου συνεταίρου. 5.
  58. Αναφορικά δε με το τεκμήριο 39 δεν ισχυρίστηκε πως δεν του είχαν σταλεί τα στοιχεία τα οποία είχε ζητήσει αλλά ότι δεν θυμόταν αν του είχαν σταλεί. Πρόσθεσε δε ότι δεν είπε πως θυμόταν να μην του είχαν σταλεί. Διφορούμενη πραγματικά και καθόλου βοηθητική η απάντηση του μάρτυρα επί του προκειμένου. Ενδεικτική όμως ως προς τη πραγματική έλλειψη διάθεσης του να είναι ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Του υπενθύμισε σχετικά η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης πως στη διαδικασία εκδίκασης της αγωγής 2303/01 ερωτήθηκε εάν του είχαν δοθεί τα όσα είχε ζητήσει από το γραφείο του συνεταιρισμού και είχε απαντήσει θετικά. Ότι δηλαδή δεν είχε ζητήσει κάτι και να μην του είχε δοθεί αν και αναφερόταν, όπως ισχυρίστηκε, στα έτη για τα οποία είχαν γίνει οι λογαριασμοί και όχι τα έτη για τα οποία δεν είχαν γίνει. Όμως ως προς τα έτη για τα οποία είχαν γίνει οικονομικές καταστάσεις τα στοιχεία που είχε ζητήσει του είχαν παραδοθεί. Συμφώνησε ότι αυτό είχε απαντήσει σε εκείνη τη διαδικασία. Βεβαίως η εντύπωση η οποία προκαλείται από το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του σε αυτή την αγωγή είναι κάπως διαφορετική καθώς προωθείται με ένα επιμελές τρόπο μία εικόνα έλλειψης συνεργασίας της εναγομένης. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός δεν εμπνέει το Δικαστήριο ως ένα άτομο το οποίο ενήργησε με αντικειμενικό τρόπο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έτσι ώστε να ήταν και σε θέση ακολούθως να καταθέσει και αντικειμενικά ως προς τις ενέργειες του σε σχέση με τον συνεταιρισμό. 5.
  59. Κατ΄ αρχάς είναι εμφανής η προσπάθεια η οποία καταβάλλεται εντός της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα αυτού έτσι ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση πως η εναγόμενη όχι μόνο είχε έλεγχο όλων των στοιχείων, όπως, παραδείγματος χάριν, του προγράμματος "Ζυγός", αλλά επιπλέον έλεγχε και ποια από αυτά δίδονταν σε άτομα από το γραφείο του. Ουσιαστικά με τη γραπτή δήλωση του ο μάρτυρας αυτός με έντεχνο τρόπο προσπαθεί να στοιχειοθετήσει μία γενικά αρνητική εικόνα ως προς τη συμπεριφορά της εναγομένης με την οποία να αναδεικνύεται τόσο η προσπάθεια χαλιναγώγησης της διαδικασίας ελέγχου των λογαριασμών αλλά και η έλλειψη πραγματικής ή γνήσιας συνεργασίας της εναγομένης. Ισχυρίζεται πως η ίδια εισηγήθηκε οι λογαριασμοί να αρχίσουν από το 1996 καθότι η πρόσβαση ήταν πιο εύκολη λόγω του προγράμματος "Ζυγός" αλλά επίσης πως, ενώ θα γινόταν αυτή η εργασία, η ίδια θα τους έδιδε και τα στοιχεία για τα προηγούμενα έτη τα οποία δεν ήταν καταχωρημένα στο πρόγραμμα "Ζυγός" (παράγραφος 5 της γραπτής του δήλωσης). Ισχυρίζεται πως οι υπάλληλοι δεν είχαν πρόσβαση στο πρόγραμμα "Ζυγός", ότι όλα τα στοιχεία από αυτό τους δίδονταν από τη Γιώτα (υπάλληλο στο γραφείο της εναγομένης) και πως, απ΄ ότι ο ίδιος κατάλαβε, η Γιώτα έπαιρνε οδηγίες από την εναγόμενη (παράγραφος 8 της γραπτής του δήλωσης). Προσθέτει δε πως η Γιώτα (και πάλι απ΄ ότι είχε καταλάβει) έπαιρνε οδηγίες από την εναγόμενη. Δημιουργείται δηλαδή η εντύπωση και πάλι της ύπαρξης διατήρησης αυστηρού ελέγχου από την εναγόμενη ως προς το ποια στοιχεία θα παρέχονταν προς τους υπαλλήλους του. Ισχυρίζεται μάλιστα πως ακόμη και για στοιχεία τα οποία δεν προέρχονταν από το πρόγραμμα "Ζυγός" και πάλι αυτά τα στοιχεία δίδονταν στους υπαλλήλους από την Γιώτα (παράγραφος 9 της γραπτής του δήλωσης). Στοιχεία δηλαδή όπως φάκελοι υποθέσεων, καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών, τιμολόγια εξόδων και τιμολόγια του συνεταιρισμού. Προσθέτει πως ως λογιστές/ελεγκτές στηρίζονται στα στοιχεία με τα οποία θα τους προμηθεύσει ο πελάτης και πως οι ίδιοι δεν έχουν τρόπο να επιβεβαιώσουν ότι ο πελάτης τους δίδει όλα τα στοιχεία (παράγραφος 10 της γραπτής του δήλωσης). Πραγματικά μία προσεχτική ανάγνωση του περιεχομένου της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα αυτού αποκαλύπτει το πόσο αυτή διαπνέεται από μία προσχεδιασμένη και επιδέξια προσπάθεια καταλογισμού ευθύνης στην εναγόμενη για την αδυναμία ετοιμασίας ολοκληρωμένων λογαριασμών για τον συνεταιρισμό. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε καθώς στη συνέχεια ο Προδρομίτης αντεξεταζόμενος δεν κατάφερε να πείσει ως προς τη βασιμότητα των όσων ισχυριζόταν εντός της γραπτής δήλωσης του ενώ αντιθέτως η εναγόμενη με τη δική της προφορική κατάθεση έπεισε το Δικαστήριο ως προς τη πλήρη συνεργασία την οποία επέδειξε σε σχέση με την εργασία την οποία ο Προδρομίτης είχε αναλάβει. Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως ενώ στη γραπτή δήλωση του (παράγραφος 5) ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη εισηγήθηκε την ετοιμασία λογαριασμών από το 1996 διότι η πρόσβαση σε στοιχεία θα ήταν πιο εύκολη με το πρόγραμμα "Ζυγός" και πως κατά τη διάρκεια που θα γινόταν αυτή η εργασία θα τους έδινε τα στοιχεία για τα προηγούμενα έτη, στην αντεξέταση του ισχυρίστηκε κάτι διαφορετικό. Όταν του υποβλήθηκε πως ο Λεωνίδας Γεωργίου του είχε ζητήσει από 1/4/1996 να ετοιμάσει οικονομικές καταστάσεις απάντησε ως εξής. Ο Λεωνίδας Γεωργίου του είχε αναθέσει να ετοιμάσει τις οικονομικές καταστάσεις του συνεταιρισμού από την ημερομηνία της ίδρυσης του μέχρι την ημερομηνία της ανάθεσης προσθέτοντας ότι απλά του είπε να ξεκινήσει από την 1/4/1996 λόγω του προγράμματος "Ζυγός" και ότι για τη προηγούμενη περίοδο θα εξέταζαν τα στοιχεία σε κατοπινό στάδιο. 5.
  60. Κατέβαλε προσπάθεια ο μάρτυρας αυτός να ενισχύσει τη θέση του ως προς το ότι ο ίδιος αντιλαμβανόταν ότι ενεργούσε ως ο λογιστής του συνεταιρισμού και όχι για να εκτελέσει την εργασία που του είχε αναθέσει ο Λεωνίδας Γεωργίου. Απορρίπτοντας δηλαδή τη θέση πως δεν είναι η εναγόμενη ή οι συνέταιροι στο σύνολο τους που του είχαν αναθέσει την ετοιμασία των λογαριασμών του συνεταιρισμού. Όμως πραγματικά όσο και να καθίστατο εφικτό να ενισχυθεί η θέση του πως και η εναγόμενη του είχε αναθέσει την ετοιμασία των καταστάσεων για τον συνεταιρισμό, εξαιτίας και της συγκατάθεσης της στη λήψη στοιχείων, εντούτοις το Δικαστήριο δεν κρίνει τη θέση αυτή ως πειστική. Αντιθέτως αποδέχεται ως αξιόπιστη τη θέση της εναγομένης ως προς το ότι ουσιαστικά η ίδια συγκατατέθηκε στη παραχώρηση στοιχείων σε ένα άτομο το οποίο η ίδια θεωρούσε πως ενεργούσε βάσει οδηγιών του τρίτου συνεταίρου και όχι όλων των συνεταίρων. 5.
  61. Είναι πραγματικά εκπληκτική η παραδοχή του μάρτυρα αυτού πως τα όσα στοιχεία και έγγραφα στα οποία στηρίχτηκε για να ετοιμάσει τις πρόχειρες (όπως τις χαρακτήρισε) οικονομικές καταστάσεις δεν τα γνωστοποίησε στον ενάγοντα. Υπό την εξής έννοια. Προέβαλε τον εαυτό του ο μάρτυρας αυτός ως ο λογιστής του συνεταιρισμού. Ο ενάγων ήγειρε αγωγή εναντίον της εναγομένης διεκδικώντας τη παροχή λογαριασμών και ουσιαστικά στοιχείων αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του συνεταιρισμού. Εντούτοις ο ίδιος ο Προδρομίτης δεν τον είχε προμηθεύσει με τα όσα στοιχεία ήδη είχε στη διάθεση του. Ευθέως δήλωσε ο Προδρομίτης πως τα έγγραφα τα οποία είχε στη κατοχή του έτσι ώστε να ετοιμάσει τα τεκμήρια 29, 30, 31 και 32 δεν δόθηκαν στον ενάγοντα. Προσπάθησε να δικαιολογήσει το γεγονός αυτό, όταν ερωτήθηκε εάν του εξήγησε το συγκεκριμένο περιεχόμενο αυτών, ισχυριζόμενος πως μίλησαν σε κατοπινό στάδιο για κάποια σημεία προσθέτοντας πως δεν χρειάστηκε να τα παρουσιάσει και εξηγήσει, ενώ σε σχέση με κάποια θέματα μίλησαν «αποσπασματικά» στο τηλέφωνο. Δεν ήταν σε θέση όμως να θυμηθεί για ποια θέματα μίλησαν. Ερωτήθηκε εάν ο ενάγων του ζήτησε να του δώσει στοιχεία βάσει των οποίων ετοίμασε τους λογαριασμούς και απάντησε όχι. Πραγματικά προκαλεί απορία είτε η έλλειψη ενημέρωσης του ενάγοντα είτε η προβαλλόμενη αδιαφορία του ενώ ενισχύεται από αυτή τη μαρτυρία η βασική θέση της εναγομένης πως ουσιαστικά ο ενάγων δεν συμμετείχε γενικά στα διαδραματιζόμενα του συνεταιρισμού. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως ο μάρτυρας αυτός με επιστολή του ημερομηνίας 2/1/2001 (τεκμήριο 34) ισχυριζόταν πως ενεργούσε εκ μέρους και του ενάγοντα για την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων του συνεταιρισμού. Επιστολή βεβαίως η οποία και αυτή με τη δική της σειρά συντείνει στη δημιουργία μίας σαφής εικόνας καθυστέρησης από τον ενάγοντα στη λήψη των οποιωνδήποτε δικαστικών μέτρων εναντίον της εναγομένης. Υπενθυμίζω πως εντός αυτής αναφέρεται πως οι πελάτες έχουν δώσει οδηγίες όπως τα αιτούμενα στοιχεία ετοιμαστούν το συντομότερο ενώ καλείται η εναγόμενη όπως επισπεύσει την όλη διαδικασία. Πως συμβαδίζει αυτή η προσπάθεια επίσπευσης με την όλη αδράνεια του ενάγοντα μέχρι και τη καταχώρηση της αγωγής του εναντίον της εναγομένης; 5.
  62. Γενικά ο μάρτυρας αυτός απέτυχε να πείσει πως η εναγόμενη παρεμπόδισε με οποιοδήποτε τρόπο την εργασία την οποία αρχικά του ανέθεσε ο Λεωνίδας Γεωργίου ή σε οποιοδήποτε στάδιο στη συνέχεια. Η κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία της εναγομένης αναφορικά με την ελευθερία πρόσβασης και διευκόλυνσης των υπαλλήλων του μάρτυρα αυτού αντιθέτως οδηγεί το Δικαστήριο σε διαπίστωση πως όλα τα διαθέσιμα στοιχεία δόθηκαν προς αυτούς έτσι ώστε ο Προδρομίτης να βρισκόταν σε θέση να ολοκληρώσει το έργο το οποίο ο Λεωνίδας Γεωργίου του είχε αναθέσει. Καθόλου δεν έπεισε ο ισχυρισμός του πως οι υπάλληλοι του δεν είχαν απρόσκοπτη πρόσβαση σε οποιαδήποτε στοιχεία βρίσκονταν σε φακέλους ή αποδείξεις εξόδων είτε σε φακέλους υποθέσεων του Δικαστηρίου ή στο πρόγραμμα "Ζυγός". Ούτε ότι για να αποκτήσουν πρόσβαση χρειαζόταν η συμβολή του υπαλλήλου της εναγομένης αλλά επιπλέον και η «αδειοδότηση» της εναγομένης. Αρνητική εντύπωση προκαλεί επίσης ο αμέσως μετά προβαλλόμενος ισχυρισμός του ως προς το ότι δεν ισχυρίστηκε πως η εναγόμενη είχε δώσει οδηγίες στην Γιώτα τι στοιχεία να του δώσει και τι να μην του δώσει. Η προσπάθεια περιορισμού του ισχυρισμού του σε σχέση με την επιστολή του ημερομηνίας 2/1/2001 (τεκμήριο 34) και την άρνηση σε απρόσκοπτη πρόσβαση μετά από αυτή την επιστολή δεν συνάδει με την απόρριψη από τον ίδιο της υποβολής την οποία απάντησε σε σχέση με τη διαθέσιμη πρόσβαση προς τους υπαλλήλους του σε προγενέστερο χρόνο. Ένα στοιχείο το οποίο προσμετρά ιδιαίτερα εναντίον της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Προδρομίτη ως προς την έλλειψη πρόσβασης από τους υπαλλήλους του στο πρόγραμμα "Ζυγός" είναι και η μαρτυρία της εναγομένης αναφορικά με τη παρουσίαση η οποία έγινε από υπάλληλο της εταιρείας η οποία είχε εγκαταστήσει το πρόγραμμα "Ζυγός" προς τους υπαλλήλους του Προδρομίτη (βλ. τις παραγράφους 33 και 34 της γραπτής δήλωσης της εναγομένης ως επίσης και τα τεκμήρια 55 και 56). Προς τι παρακολούθησαν για 6 ½ ώρες συνολικά σε δύο περιπτώσεις σχετική παρουσίαση οι υπάλληλοι του Προδρομίτη και πληρώθηκε συνολικά το ποσό των £160,00 εάν δεν θα είχαν στη συνέχεια πρόσβαση στο πρόγραμμα "Ζυγός"; Πραγματικά καθόλου πειστικός δεν κρίνεται ο ισχυρισμός του Προδρομίτη πως οι υπάλληλοι του δεν είχαν απρόσκοπτη πρόσβαση στο πρόγραμμα "Ζυγός". Ούτε και με βάση την κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία της εναγομένης κρίνεται αξιόπιστος ο ισχυρισμός του πως οι υπάλληλοι του δεν είχαν πρόσβαση σε στοιχεία εντός των οποιωνδήποτε φακέλων οι οποίοι υπήρχαν στο γραφείο του συνεταιρισμού. Επικαλέστηκε μάλιστα η εναγόμενη τη πληροφόρηση την οποία είχε από τη Γιώτα Αριστοδήμου ως προς το ότι όποια στοιχεία της ζητούσαν οι υπάλληλοι του Προδρομίτη τους τα έδινε δίχως στη συνέχεια να υποβληθεί σχετικό αίτημα ενεργοποίησης του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου έτσι ώστε να αντεξεταστεί η Γιώτα Αριστοδήμου σε σχέση με αυτή την αρχική της δήλωση. Επιπλέον όμως ανεξάρτητα και από τη μη παρουσίαση του συγκεκριμένου ατόμου ως μάρτυρα είτε από την ίδια την εναγόμενη είτε μετά από κλήτευση της από τον ενάγοντα ποιο πραγματικά θα ήταν το κίνητρο αυτού του ατόμου να μην πληροφορήσει ορθά την εναγόμενη ως εργοδότρια της; Επιπλέον ποιος πραγματικά θα ήταν ο λόγος η εναγόμενη να είχε δώσει οδηγίες στην υπάλληλο της για να μην παρέχει τα οποιαδήποτε αιτούμενα στοιχεία από τους υπαλλήλους του Προδρομίτη; Ενώ, τέλος, εάν όντως δεν παρέχονταν αυτά τα στοιχεία τότε λογικά δεν θα είχε αντιδράσει νωρίτερα ο Προδρομίτης; Ενημερώνοντας σχετικά και τον πελάτη του, δηλαδή τον Λεωνίδα Γεωργίου, ως προς τις δυσκολίες τις οποίες αντιμετώπιζε σε σχέση με την εργασία την οποία του είχε αναθέσει; Θα περίμενε δηλαδή μέχρι να προέκυπτε η "διάλυση" του συνεταιρισμού έτσι ώστε να φέρει εις γνώση του αυτή τη κατ΄ ισχυρισμό παρεμπόδιση από την εναγόμενη; Πραγματικά όσο περισσότερο εξετάζεται η εκδοχή του Προδρομίτη τόσο πιο αναξιόπιστη καθίσταται. 5.
  63. Θεωρώ πως η αναφορά σε επιπρόσθετα παραδείγματα από τη μαρτυρία του Προδρομίτη δεν θα προσθέσει οτιδήποτε διαφορετικό αναφορικά με τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου ως προς την αξιολόγηση της. Αρκεί να προσθέσω πως διαπιστώνεται με βάση την αλληλογραφία μεταξύ της εναγομένης και του Προδρομίτη (παραδείγματος χάριν, επιστολή ημερομηνίας 16/3/2001, τεκμήριο 35) πως υπήρχε περιθώριο και επιπρόσθετης συνεργασίας μεταξύ της εναγομένης και αυτού του μάρτυρα, εάν ο ίδιος όντως το επιθυμούσε, ακόμη και μετά τη "διάλυση" του συνεταιρισμού για τη παροχή οποιωνδήποτε επιπρόσθετων στοιχείων σε σχέση με την ετοιμασία λογαριασμών για οποιοδήποτε έτος λειτουργίας του συνεταιρισμού. Τα όσα δε ανέφερε ο μάρτυρας αυτός για το «ύφος» και περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 16/3/2001 ή γενικότερα τη στάση της εναγομένης ως προς το κατά πόσο όντως σκόπευε να δώσει σε αυτόν τα στοιχεία που ζητούσε δεν κρίνονται πειστικά έτσι ώστε να οδηγείται το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως υπήρχε ακόμη και σε αυτό το χρονικό στάδιο έλλειψη συνεργασίας της εναγομένης. 5.
  64. Ερωτήθηκε σχετικά με την αναφορά επί του τεκμηρίου 29 (οι οικονομικές καταστάσεις από 1/4/96 έως και 31/12/96) σε αμοιβή συνεταίρου (σελίδα 3) και απάντησε ότι αυτό αφορούσε την αμοιβή της εναγομένης. Όταν αμέσως μετά ερωτήθηκε εάν στο πρόγραμμα "Ζυγός" το όνομα της εναγομένης συμπεριλαμβανόταν κάτω από τη καρτέλλα με τίτλο «μισθοί» απάντησε ότι δεν θυμόταν. Κάτι το οποίο όμως θυμήθηκε κατά την αμέσως επόμενη δικάσιμο. Χωρίς όμως να είναι σε θέση να θυμηθεί πότε αφαιρέθηκε. Ακόμη και η αβεβαιότητα αυτή διαφοροποιεί τα όσα σχετικά ισχυρίζεται στη παράγραφο 28 της γραπτής δήλωσης του. Ουσιαστικά η εντύπωση η οποία δημιουργείται είναι προσπάθεια προβολής άγνοιας ως προς το ότι η λάμβανε η εναγόμενη σε οποιαδήποτε περίοδο ένα σταθερό ποσό ως μισθό. 5.
  65. Προκύπτουν και ορισμένα στοιχεία από τη μαρτυρία του Προδρομίτη τα οποία συνηγορούν υπέρ της θέσης της εναγομένης ως προς την μη συμμετοχή ή ακόμη και αποχώρηση του ενάγοντα από τον συνεταιρισμό. Το γεγονός ότι αυτά προκύπτουν από μαρτυρία την οποία ο ίδιος ο ενάγων παρουσίασε προσθέτει ιδιαίτερη σημασία σε αυτά. Υπό την έννοια ουσιαστικά παραδοχής ορισμένων θέσεων της εναγομένης. Όπως, παραδείγματος χάριν, σε σχέση με τη συμμετοχή του ενάγοντα στον συνεταιρισμό, η συμφωνία του μάρτυρα αυτού ως προς το ότι ο ενάγων από την έναρξη λειτουργίας του συνεταιρισμού μέχρι και τη "διάλυση" του δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από τον συνεταιρισμό. Βεβαίως και ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίστηκε πως πριν από τη "διάλυση" του συνεταιρισμού ουδέποτε ζήτησε μερίδιο από τον συνεταιρισμό. Ένα άλλο παράδειγμα το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία του Προδρομίτη είναι ότι σε σχέση με το έτος 2000 όταν ετοίμασε το τεκμήριο 32 (σημειώσεις για οικονομικές καταστάσεις) στην κατανομή του κέρδους διαιρούσε αυτό το ποσό μεταξύ της εναγομένης και του τρίτου συνεταίρου δίχως να λάβει υπόψη του τον ενάγοντα. Ο Προδρομίτης ισχυρίστηκε πως αυτό έγινε σύμφωνα με οδηγίες της εναγομένης και του τρίτου συνεταίρου. Όταν όμως ο ενάγων κατέθετε και τέθηκε υπόψη του πως ο Προδρομίτης δεν του είχε «δώσει» μερίδιο όταν ετοίμασε λογαριασμούς για τη περίοδο από Ιανουάριο μέχρι Αύγουστο του 2000, απάντησε πως τον καταμερισμό μόνος του τον έκανε ο Προδρομίτης χωρίς να τον ρωτήσει, ότι ο ίδιος δεν του έδωσε καμία οδηγία και κακώς έπραξε. Βεβαίως ο Προδρομίτης κάθε άλλο παρά ισχυρίστηκε πως τον καταμερισμό τον έκανε μόνος του αλλά με οδηγίες των άλλων δύο συνεταίρων. Τονίζω και πάλι τη σημασία αυτής της μαρτυρίας ως προερχόμενης από τον ίδιο τον ενάγοντα. Μαρτυρία η οποία πέραν και από την αντιφατικότητα ουσιαστικά μεταξύ των όσων ο ενάγων και ο Προδρομίτης ισχυρίστηκαν τείνει να υποστηρίξει τη βασιμότητα της εκδοχής της εναγομένης παρά αυτής του ενάγοντα. Επιπρόσθετο παράδειγμα αποτελούν και οι απαντήσεις οι οποίες δόθηκαν όταν ερωτήθηκε κατά πόσο η εναγόμενη ως συνέταιρος είχε υποχρέωση προσωπικά να τηρεί λογιστικά βιβλία του συνεταιρισμού. Έδωσε μία λογική απάντηση - εντυπωσιακά εντός του πλαισίου της σχετικής νομοθεσίας ως προς τα δικαιώματα ενός συνεταίρου - ως προς το ότι θεωρούσε ότι ένας συνεταιρισμός πρέπει να ετοιμάζει λογαριασμούς ελεγμένους από τους οποίους ο κάθε συνέταιρος θα μπορεί να πιστοποιεί το μερίδιο κερδών ή ζημιών που του αναλογούν με σκοπό υποβολής του εισοδήματος του στον Έφορο Φόρου Εισοδήματος ενώ χαρακτήρισε ως σωστή ενέργεια την απόφαση των συνεταίρων να διορίσουν ένα λογιστή έτσι ώστε να διεκπεραιώσει αυτή την εργασία. Βεβαίως καμία μαρτυρία δεν δόθηκε ως προς τη λήψη μίας τέτοιας ενέργειας από τους συνεταίρους πριν από τον Προδρομίτη. 5.
  66. Τέλος, πραγματικά δεν είναι δυνατό να μην παρατηρηθεί η ενδελεχής έκταση με την οποία απάντησε ο μάρτυρας αυτός κατά την επανεξέταση του ερώτηση ως προς το νόημα της λέξης «ελέγχθηκε». Βεβαίως ερωτήθηκε στην αντεξέταση του, κατά την ίδια μάλιστα ημερομηνία περίπου μισή ώρα προηγουμένως, κατά πόσο τα τεκμήρια 29, 30 και 31 αποτελούσαν ελεγμένους λογαριασμούς. Έδωσε όμως μία πολύ σύντομη απάντηση. Απάντησε ουσιαστικά πως είναι προσχέδια οικονομικών καταστάσεων και σε καμία περίπτωση δεν είναι ελεγμένοι λογαριασμοί. Ενώ σε επακόλουθη ερώτηση ισχυρίστηκε πως η «δουλεία» παραμένει ατέλειωτη. Προσθέτοντας πως, ενώ είναι ολοκληρωμένη σε μερικό βαθμό όμως πολύ σημαντικά στοιχεία παραμένουν αδιευκρίνιστα και κυρίως τα υπόλοιπα τα οποία μεταφέρονται από τα προηγούμενα έτη και συγκεκριμένα από την ημερομηνία ίδρυσης του συνεταιρισμού μέχρι και την 31/3/
  67. Αναφέρθηκε επίσης ότι χρειάζονται διευκρινιστικά στοιχεία για τα έτη 1997 έως και 1998 έτσι ώστε να συνάδουν με διεθνή λογιστικά πρότυπα οι οικονομικές καταστάσεις και να μπορούν να ελεγχθούν βάσει διεθνών ελεγκτικών προτύπων. Υπήρχε μία σύντομη διακοπή ενός τετάρτου μεταξύ της αντεξέτασης και της επανεξέτασης. Η εκτεταμένη απάντηση η οποία δόθηκε στην ερώτηση ως προς το νόημα της λέξης «ελέγχθηκε» κυρίως είχε σχέση με τη διαδικασία η οποία ακολουθείτο από το γραφείο του μάρτυρα σε σχέση με την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων και τη διεξαγωγή ελέγχου με μία μόνο παρενθετική αναφορά στο θέμα των διεθνών προτύπων. Προκάλεσε απορία η απάντηση του Προδρομίτη καθώς διερωτήθηκε το Δικαστήριο γιατί δεν είχε αναφερθεί, με παρόμοια πλήρες τρόπο, σε αυτή τη διαδικασία κατά την αντεξέταση του όταν ερωτήθηκε κατά πόσο τα συγκεκριμένα τεκμήρια αποτελούν ελεγμένους λογαριασμούς. Διαπιστώνεται δηλαδή όχι μόνο μία αποφυγή πλήρους τοποθέτησης του μάρτυρα επί του συγκεκριμένου θέματος κατά την αντεξέταση του αλλά ακόμη και στέρηση της δυνατότητας να είχε αντεξεταστεί σε σχέση με τη διαδικασία στην οποία αναφέρθηκε σε σχέση με το κατά πόσο τα συγκεκριμένα ήταν ή δεν ήταν ελεγμένοι λογαριασμοί. Η παρατήρηση του Δικαστηρίου επί αυτού του θέματος δεν έχει τόσο σχέση με το συγκεκριμένο θέμα για το οποίο ερωτήθηκε ο Προδρομίτης αλλά με την σταθερή επιμονή την οποία επέδειξε σε σχέση με τη προβολή ορισμένων βασικών του θέσεων οι οποίες στόχο είχαν να αναδείξουν τόσο την κατ΄ ισχυρισμό έλλειψη συνεργασίας της εναγομένης όσο και την ανυπαρξία πλήρη στοιχείων επί των οποίων να καθίστατο εφικτή η ετοιμασία ελεγμένων λογαριασμών. Θέσεις όμως οι οποίες όσο σταθερά και να προβλήθηκαν σε σύγκριση τελικά με την υπόλοιπη σχετική μαρτυρία δεν κρίνονται πειστικές. 5.
  68. Επιπλέον, παρά και τα θετικά στοιχεία ως προς τη ζωντανή εντύπωση αυτού του μάρτυρα (βλ. την υποπαράγραφο 5.51 της απόφασης) παρατηρείται παράλληλα, ως προς τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε, μία ιδιαίτερη προσοχή η οποία προσομοίαζε με επιφυλακτικότητα η οποία αναδεικνύει και αυτή με τη δική της σειρά τη σκοπιμότητα η οποία διαπιστώνεται πιο πάνω αναφορικά με τη παρουσίαση της μαρτυρίας του Προδρομίτη. Αξιολόγηση της μαρτυρίας της Πραξούλας Παπαδοπούλου Πέγκερου 5.
  69. Έντονο στοιχείο το οποίο διαπιστώνεται να διαπνέει τη μαρτυρία της Μ. Ε. 3, Πραξούλα Παπαδοπούλου Πέγκερου είναι όχι μόνο η προσπάθεια η οποία καταβλήθηκε να δοθεί έμφαση στη συχνότητα με την οποία ο ενάγων ασχολείτο με εργασίες του συνεταιρισμού αλλά και η υπερβολή η οποία χαρακτηρίζει αυτή τη προσπάθεια. Εμφανώς η μαρτυρία της προσφέρθηκε με σκοπό την ενίσχυση των ισχυρισμών του ενάγοντα ως προς το βαθμό συμμετοχής του στον συνεταιρισμό. Χαρακτηριστικά εντός της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος αυτής γίνεται κατ΄ επανάληψη χρήση της λέξης «συχνά» ή της φράσης «πολύ συχνά» σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμό δραστηριότητες του ενάγοντα ως συνέταιρος. Παραδείγματος χάριν, ισχυρίστηκε πως θυμόταν «.πολύ συχνά, κάποιες φορές και σε καθημερινή βάση.» να είχε επαφή το δικηγορικό γραφείο του ενάγοντα στην Λεμεσό με το δικηγορικό γραφείο του συνεταιρισμού στην Πάφο. Στην ίδια παράγραφο της γραπτής δήλωσης της (παράγραφος 5) ισχυρίζεται πως ακόμη «πιο συχνά» παρατηρούσαν την αποστολή εγγράφων μέσω φαξ για τα οποία θα έπρεπε ο ενάγων «.να επιληφθεί άμεσα για διεκπεραίωση εργασίας του συνεταιρισμού-γραφείου της Πάφου». Τονίζεται επίσης και στη παράγραφο 7 πως από ότι καλά θυμάται η μάρτυρας ο ενάγων «.έκανε πολύ συχνά εργασίες για το γραφείο της Πάφου» (παράγραφος 7). Όπως επίσης πως η ίδια είχε «συχνή επαφή» με τη γραμματέα του γραφείου της Πάφου «.για διάφορα θέματα» ενώ όπως ισχυρίστηκε εξυπηρετούσαν τον συνεταιρισμό λες και εργάζονταν για το γραφείο της Πάφου (παράγραφος 8). Επιπλέον λόγω της πείρας του ενάγοντα «.δεν ήταν λίγες φορές.» που ζητήθηκε βοήθεια από αυτόν στη διεκπεραίωση υποθέσεων (παράγραφος 9). Αναφέρθηκε επίσης και στην αναγκαιότητα να εργαστεί στο γραφείο της Πάφου για μία περίοδο 2 εβδομάδων (παράγραφος 10) κατά τη διάρκεια της οποίας θυμόταν «πολύ καλά» ότι τους επισκέφθηκαν ο ενάγων και ο Λεωνίδας Γεωργίου (παράγραφος 11). Παρά την επιστροφή της στη Λεμεσό συνέχισαν όμως τα δύο γραφεία να συνεργάζονται «επί καθημερινής βάσεως» ιδιαίτερα διότι η νέα γραμματέας δεν είχε πείρα και της έδειχναν και τη δουλειά. Στο γραφείο της Λεμεσού αφιέρωναν «αρκετό χρόνο» για τις εργασίες του γραφείου της Πάφου ενώ η εναγόμενη όπως θυμάται «.μιλούσε πολύ συχνά με τον κ. Κονναρή και του ζητούσε να προβεί σε διάφορες εργασίες που αφορούσαν πελάτες του συνεταιρισμού» (παράγραφος 12). Ενώ στην ίδια παράγραφο αναφέρεται στις «πολλές φορές» που προέβαινε ο ενάγων σε μεταφράσεις εγγράφων. Αναφέρθηκε επίσης στην «άψογη» συνεργασία των δύο γραφείων (παράγραφος 13) ενώ από ότι «καλά» θυμάται ο ενάγων «.πήγαινε σε τακτά χρονικά διαστήματα πολύ συχνά στην Πάφο για εργασίες του συνεταιρισμού» (παράγραφος 14). Τέλος επιπρόσθετα «κάποιες φορές» χρειάστηκε να μεταβεί με τον ενάγοντα στο γραφείο του συνεταιρισμού στην Πάφο για την ημέρα για να βοηθήσουν με τις εργασίες του συνεταιρισμού (παράγραφος 15). 5.
  70. Πραγματικά όλη αυτή η προσπάθεια της Μ. Ε. 3 δεν μπορεί παρά να κριθεί ως υπερβολική και μη πειστική καθότι η μαρτυρία της αναπόφευκτα θα πρέπει να ιδωθεί εντός του πλαισίου της μαρτυρίας του ίδιου του ενάγοντα σε συνδυασμό βεβαίως και με όλα τα έγγραφα τα οποία παρουσίασε προς υποστήριξη της όλης εκδοχής του αναφορικά με τη συμμετοχή του στον συνεταιρισμό και το βαθμό αυτής της συμμετοχής. Καθώς η ίδια η μαρτυρία του ενάγοντα δεν αξιολογείται ως πειστική επί των συγκεκριμένων σημείων, αναμφίβολα η οποιαδήποτε προσπάθεια ενίσχυσης αυτής δια μέσω ενός επιπρόσθετου μάρτυρα καθίστατο πιο δύσκολη. Παράλληλα δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και το δεδομένο ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ. Ε. 3 αυτή εργάστηκε στο γραφείο του ενάγοντα από τα τέλη Ιουλίου του 1993 μέχρι και τις αρχές του Οκτώβρη του 1997 το τέλος της οποίας περιόδου αποτελεί και μέρος του επίμαχου χρονικού σταδίου της κατ΄ ισχυρισμό αποχώρησης του ενάγοντα από τον συνεταιρισμό. Βεβαίως η μαρτυρία της, όπως και στη περίπτωση του ενάγοντα, αναφορικά με τη μετάφραση ορισμένων εγγράφων από τον ενάγοντα στην Αγγλική γλώσσα γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη. 5.
  71. Η δε αντεξέταση της Μ. Ε. 3 αν και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ήπια δεν αφήνει οποιοδήποτε περιθώριο αναντίλεκτης αποδοχής οποιουδήποτε εκ των ισχυρισμών της καθώς αυτοί απορρίφθηκαν και με σχετικές υποβολές στις οποίες απαντούσε κυρίως μονολεκτικά με τη λέξη «διαφωνώ» χωρίς όμως να προσθέτει οτιδήποτε προς υποστήριξη αυτής της διαφωνίας της. Επίσης αυτό το οποίο αποκάλυψε η αντεξέταση της μάρτυρος αυτής ήταν η αδυναμία της να στοιχειοθετήσει τους γενικούς ισχυρισμούς της εντός της γραπτής δήλωσης της με λεπτομέρειες ή να δείξει ότι όντως ήταν σε θέση να θυμηθεί καλά τα δεδομένα της τότε περιόδου όπως ισχυριζόταν εντός της γραπτής δήλωσης της. Όπως, παραδείγματος χάριν, να αναφερθεί σε υποθέσεις τις οποίες το γραφείο της Λεμεσού διεκπεραίωσε και αφορούσαν υποθέσεις του συνεταιρισμού. Απάντησε πως δεν θυμόταν. Ερωτήθηκε εάν θυμόταν πελάτες που ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ακίνητη περιουσία στην Πάφο. Ονόματα δεν θυμόταν αλλά θυμόταν ότι υπήρχαν περιπτώσεις. Βεβαίως το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει πως η μάρτυρας αυτή κατέθεσε ενώπιον του περίπου 14 χρόνια μετά από την αποχώρηση της από το γραφείο του ενάγοντα. Εντούτοις προβαλλόταν με τους ισχυρισμούς εντός της γραπτής δήλωσης της η δυνατότητα να θυμάται καλά ή πολύ καλά ορισμένα γενικά μεν δεδομένα και όχι λεπτομέρειες αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως οι ισχυρισμοί της παραμένουν γενικοί δίχως τη δυνατότητα αυτή να ενδυναμωθούν με οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία. Οι δε ισχυρισμοί της ως προς το ότι συνόδευε τον ενάγοντα σε επισκέψεις του στο γραφείο του συνεταιρισμού της Πάφου για να βοηθήσει αν αυτό χρειαζόταν καθόλου δεν πείθουν. Ούτε ο ίδιος ο ενάγων δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο ενώ πραγματικά είναι άξιον απορίας γιατί θα χρειαζόταν μία γραμματέας του δικηγορικού γραφείου της Λεμεσού να συνοδεύει τον ενάγοντα στην Πάφο. Η ίδια δεν ήταν σε θέση να θυμάται ακριβώς τι έκανε κάθε φορά. Η μαρτυρία της Άντρης Λαζάρου 5.
  72. Η μαρτυρία της Μ. Ε. 4, Άντρης Λαζάρου, ήταν τυπικής φύσης και δεν χρήζει οποιασδήποτε αξιολόγησης. Αξιολόγηση της μαρτυρίας της εναγομένης 5.
  73. Η εναγόμενη προκάλεσε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Εντύπωση η οποία ενδυναμώθηκε από τη φύση και έκταση της αντεξέτασης την οποία υπέστη και τις πειστικές απαντήσεις τις οποίες έδωσε κατά τη διάρκεια αυτής. Η εναγόμενη ήταν μοναδική ως μάρτυρας ανάμεσα στους τρεις βασικούς μάρτυρες (δηλαδή, η ίδια, ο ενάγων και ο Προδρομίτης) ως προς το ότι όχι μόνο έδιδε πειστικές αλλά παράλληλα και τεκμηριωμένες απαντήσεις όπου αυτό ήταν αναγκαίο με τα απαραίτητα στοιχεία. Η όλη εικόνα η οποία πέτυχε να δημιουργήσει η εναγόμενη ως μάρτυρας ήταν πως γενικά η εκδοχή της όπως αυτή παρατίθεται στο δικόγραφο της αντικατοπτρίζει τη πραγματικότητα ως προς τα όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του συνεταιρισμού μέχρι και της "διάλυσης" του. 5.
  74. Αναφέρθηκε η εναγόμενη και σε ένα εξαιρετικά βασικό στοιχείο το οποίο ήταν στη διάθεση του Προδρομίτη και αυτό ήταν το "Cash Book", φωτοαντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως τεκμήριο 57 (το πρωτότυπο κατατέθηκε στην αγωγή 2303/01). Πριν από την τεχνολογική αναβάθμιση του γραφείου του συνεταιρισμού με την εγκατάσταση του προγράμματος "Ζυγός" αυτό ήταν και το βασικότερο μέσο τήρησης καταγραφών αναφορικά με τις οικονομικές συναλλαγές του γραφείου και το οποίο τηρούσαν οι γραμματείς του γραφείου. Πραγματικά απέτυχε να πείσει ο Προδρομίτης το Δικαστήριο πως το σημαντικό αυτό στοιχείο δεν ήταν ένα βασικό αλλά και επαρκές εργαλείο με βάση το οποίο ένας λογιστής, σε συσχετισμό με τα οποιαδήποτε άλλα διαθέσιμα στοιχεία, να ελέγξει τα οικονομικά του γραφείου του συνεταιρισμού από την ημερομηνία της ίδρυσης του μέχρι και την εγκατάσταση του προγράμματος "Ζυγός" και με τη βοήθεια του οποίου και άλλων σχετικών πληροφοριών να ετοιμάσει τις ανάλογες οικονομικές καταστάσεις και στη συνέχεια ελεγμένους λογαριασμούς. 5.
  75. Ένα άλλο βασικό στοιχείο ή ουσιαστικά παράγοντας στον οποίο αναφέρθηκε η εναγόμενη ήταν και η παρουσία του Ροβέρτου Πισιάρα, πρώην Πρωτοκολλητή, στο γραφείο καθημερινά για αρκετό χρονικό διάστημα από τις 08:00 μέχρι αργά το απόγευμα ελέγχοντας τους φακέλους των υποθέσεων του γραφείου κυρίως δηλαδή σε σχέση με αγωγές οι οποίες προφανώς είχαν διεκπεραιωθεί ή εκκρεμούσαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (παράγραφοι 37 και 38 της γραπτής δήλωσης της). Αξίζει να σημειωθεί σε σχέση με αυτή την αγωγή το εξής. Το γεγονός πως ο συνεταιρισμός δεν ήταν μία επιχείρηση με εμπορική ή άλλη δραστηριότητα οικονομικών συναλλαγών προϊόντων ή υπηρεσιών, τουλάχιστον όχι υπό την έννοια της παροχής υπηρεσιών σε σχέση με τις οποίες να μην υπήρχε η δυνατότητα διασταύρωσης τους με οποιοδήποτε ανεξάρτητο και αντικειμενικό στοιχείο. Θέτοντας το πολύ απλά στη περίπτωση του δικηγορικού γραφείου του συνεταιρισμού είναι εμφανές πως ο περισσότερος όγκος των «συναλλαγών» του είχαν σχέση με τη καταχώρηση και διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων. Συνεπώς παρεχόταν η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητας των οποιωνδήποτε στοιχείων παρουσιάζονταν προς τους υπαλλήλους του Προδρομίτη και με διασταύρωση των στοιχείων τα οποία ο Πισιάρας ασφαλώς θα είχε στη διάθεση του. Αποτελεί δηλαδή και η εμπλοκή του Πισιάρα ένα επιπρόσθετο παράγοντα ο οποίος ενισχύει την αξιοπιστία της εναγομένης ως προς το ότι η ίδια είχε θέσει στη διάθεση είτε των συνεταίρων είτε του τρίτου συνεταίρου όλα τα αναγκαία στοιχεία προς ετοιμασία όχι μόνο οικονομικών καταστάσεων αλλά και ελεγμένων λογαριασμών. 5.
  76. Αναφορικά δε με το κατά πόσο η εναγόμενη παρεμπόδιζε τη παροχή ή ακόμη και αποκάλυψη των οποιωνδήποτε στοιχείων τα όσα στοιχεία η ίδια παρουσίασε με τη μαρτυρία της αλλά και τα όσα επιβεβαιωτικά στοιχεία προκύπτουν από τη μαρτυρία την οποία ο ενάγων παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης του, αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο. Αξίζει όμως να σημειωθεί και το εξής σε σχέση με τον οποιοδήποτε ισχυρισμό παρεμπόδισης αποκάλυψης στοιχείων από την εναγόμενη. Δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία ο ενάγων σύμφωνα με την οποία να δημιουργείται καν η υποψία πως η εναγόμενη είχε οποιοδήποτε κίνητρο καν να αποκρύψει οτιδήποτε. Ούτε και έχει αναφερθεί από τον ενάγοντα ή οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα του βάσιμη μαρτυρία αναφορικά με την ύπαρξη στοιχείων η οποία να δικαιολογεί τη δημιουργία υποψιών για οποιαδήποτε μορφή οικονομικής κατάχρησης από την εναγόμενη με χρήματα τα οποία ανήκαν στον συνεταιρισμό. Δηλαδή, δίχως σε αυτό το σημείο της απόφασης να λαμβάνεται υπόψη το μέρος της αξίωσης του ενάγοντα το οποίο έχει σχέση με τις μετοχές της Μινέρβα, δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη θα μπορούσε να είχε οποιοδήποτε λόγο ή κίνητρο να αποκρύψει οτιδήποτε ή να παρεμποδίσει τον Προδρομίτη ή τους υπαλλήλους του από το να ετοιμάσουν ελεγμένους λογαριασμούς του συνεταιρισμού. Δεν είναι δυνατό δηλαδή επί μετέωρων και ατεκμηρίωτων υποψιών οι οποίες ούτε καν προβάλλονται ευθέως να καταλογίζεται το οποιοδήποτε κίνητρο στην εναγόμενη για να είχε ενεργήσει όπως ισχυρίστηκε τόσο ο ενάγων όσο και ο Προδρομίτης. 5.
  77. Η δε προβολή του ισχυρισμού του ενάγοντα στη παράγραφο 26 της γραπτής δήλωσης του ως προς το ότι με την έναρξη των εργασιών του συνεταιρισμού περί τον Σεπτέμβριο του 1993, την αύξηση των υποθέσεων μέρα με τη μέρα, ότι σε περίπου ενάμισυ χρόνο το γραφείο του συνεταιρισμού ήταν το πρώτο σε αριθμό εισροής υποθέσεων και ότι η εναγόμενη «.πρέπει να εισέπραττεν . σημαντικά ποσά τα οποία κατεκράτησε χωρίς δικαιολογία και παράνομα» δεν κρίνεται καθόλου πειστική. Μόνο ως μία μετέωρη από άποψης μαρτυρίας είναι δυνατό να κριθεί αυτή η θέση ενώ εάν όντως ευσταθούσε τότε ο ενάγων θα έπρεπε να είχε τεθεί σε εγρήγορση και να ενεργούσε κατά πολύ νωρίτερα με τη διεκδίκηση των οποιωνδήποτε κατ΄ ισχυρισμό δικαιωμάτων του και όχι να ανέμενε τη "διάλυση" του συνεταιρισμού και άλλα περίπου 2 ½ χρόνια μέχρι και τη καταχώρηση της αγωγής του (παράγραφος 19.1 της απόφασης). 5.
  78. Αποπειράθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα να αξιοποιήσει εις βάρος της εκδοχής της εναγομένης την αναφορά της στη παράγραφο 8.2 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της ως προς το ότι κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του συνεταιρισμού η ίδια ήταν η «.ψυχή και ο διευθύνων τα του συνεταιρισμού τόσο αναφορικά με τη διεκπεραίωση των υποθέσεων του συνεταιρισμού ενώπιον του Δικαστηρίου και εξωδίκως όσο και για τη προβολή και την διοικητική και οικονομική λειτουργία και διαχείριση του συνεταιρισμού και γενικά τη διεύθυνση των υποθέσεων και της περιουσίας του.». Δίδοντας βεβαίως ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομική πτυχή αυτής της αναφοράς. Κατά την αντεξέταση της η εναγόμενη δεν διαφώνησε με τα όσα αναφέρονται εντός αυτής της υποπαραγράφου του δικογράφου της. Διευκρίνισε όμως πως όταν αναφερόταν σε «οικονομική λειτουργία» η ίδια έδινε οδηγίες σε ειδικούς. Αναφέρθηκε, παραδείγματος χάριν, στη δική της πρωτοβουλία για εγκατάσταση του προγράμματος "Ζυγός" ως επίσης και στη συνέχεια στις οδηγίες που έδινε έτσι ώστε να τηρούνται τα απαιτούμενα στοιχεία εντός αυτού. Αναφέρθηκε και στην ευθύνη που είχε κάθε τέλος του μήνα να πληρώνονται οι υποχρεώσεις του συνεταιρισμού ως επίσης και οι πελάτες του. Τόνισε πως δεν μπορούσε η ίδια να κάνει λογαριασμούς και ότι είναι με αυτή την έννοια που αναφερόταν στην οικονομική λειτουργία του συνεταιρισμού. Πραγματικά όχι μόνο η εξήγηση η οποία δόθηκε από την εναγόμενη κρίνεται πειστική αλλά επιπλέον δεν διαπιστώνεται εντός της συγκεκριμένης αναφοράς οποιαδήποτε παραδοχή των ευθυνών με τις οποίες ο ενάγων επεδίωξε να επιφορτίσει κατ΄ αποκλειστικότητα την εναγόμενη ωσάν αυτή να μην ήταν μία εκ τριών συνεταίρων όλοι εκ των οποίων έφεραν ευθύνη τόσο για τη λειτουργία όσο και για την επιτυχία του συνεταιρισμού. 5.
  79. Πραγματικά όταν η εναγόμενη ερωτήθηκε κατά πόσο στις 31 Δεκεμβρίου του κάθε έτους παρουσίασε στους συνεταίρους οποιαδήποτε κατάσταση εσόδων και εξόδων του συνεταιρισμού αγνοείτο επιλεκτικά από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα το δεδομένο της ύπαρξης κοινής υποχρέωσης των συνεταίρων αναφορικά με αυτό το θέμα. Πολύ λογικά απαντήθηκε η συγκεκριμένη ερώτηση. Ανέφερε η εναγόμενη πως δεν ετοίμασε ούτε παρουσίασε τέτοια κατάσταση αλλά ούτε και είχε υποχρέωση να το πράξει αυτό. Πολύ λογικά απέρριψε και την υποβολή πως δεν είχε αναλάβει ως διευθύνουσα του γραφείου του συνεταιρισμού την υποχρέωση παρουσίασης ετήσιας κατάστασης εσόδων και εξόδων αλλά ούτε και είχε τέτοια υποχρέωση. Πρόσθεσε πως τόσο τα έσοδα όσο και τα έξοδα τηρούνταν στο cash book το οποίο ήταν στη διάθεση του συνεταιρισμού ενώ τόνισε πως η γραμματέας (η οποία τηρούσε το cash book) δεν ήταν υπάλληλος της αλλά υπάλληλος του συνεταιρισμού. Προηγουμένως, προς ενίσχυση γενικότερα της θέσης της, είχε αναφερθεί και στον τρόπο λειτουργίας του συνεταιρισμού σε σχέση με τη πληρωμή των εξόδων του και πως αυτά πληρώνονταν από τους λογαριασμούς του συνεταιρισμού ενώ τα έσοδα εισπράττονταν από τον συνεταιρισμό. Η όλη θέση της εναγομένης κρίνεται λογική και αξιόπιστη. Τα δικά της καθήκοντα είχαν να κάνουν με τη διεκπεραίωση υποθέσεων κυρίως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν του δεδομένου πως δεν είχε από μόνη της υποχρέωση ως προς τη τήρηση οποιωνδήποτε λογαριασμών, εάν αυτή ασχολείτο στο βαθμό στον οποίο εκ των υστέρων απαιτείτο από τον ενάγοντα με την οικονομική πτυχή του συνεταιρισμού και όχι με τη προώθηση της όλης ανέλιξης του γραφείου δια μέσω της άσκησης της δικηγορίας και όχι της λογιστικής, τότε ενδεχομένως ο συνεταιρισμός να μην είχε είτε έσοδα είτε έξοδα έτσι ώστε να χρειάζεται καν η τήρηση οποιωνδήποτε οικονομικών στοιχείων. Σχετικές επί του θέματος είναι και οι παράγραφοι 18 και 19 της γραπτής δήλωσης της. Ουσιαστικά όσο περισσότερο αντεξεταζόταν η εναγόμενη τόσο ενδυναμωνόταν η γενικότερη της εκδοχή σε αυτή την αγωγή. 5.
  80. Η προσπάθεια του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενάγοντα να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στα όσα αναφέρονται στην υποπαράγραφο 8.2 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης παραγνωρίζει το γεγονός πως εντός αυτής υπάρχει αναφορά σε οικονομική λειτουργία και διαχείριση του συνεταιρισμού και όχι ασφαλώς σε υποχρέωση της εναγομένης για τήρηση λογαριασμών. Ούτε και η αναφορά πως η εναγόμενη ήταν η ψυχή και ο διευθύνων τα του συνεταιρισμού επιφορτίζει την εναγόμενη με υποχρέωση τήρησης λογαριασμών. Ενώ παράλληλα δεν παραγνωρίζεται από το Δικαστήριο ότι σημασία δεν έχουν μόνο οι ισχυρισμοί της εναγομένης όπως αυτή προβάλλονται εντός της υποπαραγράφου αυτής αλλά και το περιεχόμενο του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" το οποίο δεν είναι δυνατό, επί αυτού του σημείου, να αλλοιωθεί είτε από τη προβολή είτε από την ερμηνεία των ισχυρισμών της. Τονίζω όμως πως το Δικαστήριο, σε σχέση με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης υποπαραγράφου αποδέχεται ως αξιόπιστα αλλά και λογικά τα όσα η ίδια η εναγόμενη ανέφερε προς επεξήγηση αυτών των αναφορών. Κάποιος όντως από τους συνεταίρους θα έπρεπε να μεριμνά για την επί καθημερινής βάσης οικονομική διαχείριση και λειτουργία του συνεταιρισμού από άποψης τόσο εισπράξεων όσο και πληρωμών. Το μοναδικό άτομο το οποίο ασχολείτο με αυτά τα διευθυντικά καθήκοντα ήταν όντως η εναγόμενη κυρίως διότι οι υπόλοιποι συνεταίροι όχι μόνο δεν επιδείκνυαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον γι΄ αυτό το θέμα αλλά παράλληλα, όπως τόνισε και η ίδια η εναγόμενη κανένα πρόβλημα ή παράπονο δεν είχαν με τη καθημερινή διεύθυνση του γραφείου του συνεταιρισμού όπως αυτή είχε ουσιαστικά ανατεθεί και εμπιστευθεί σε αυτήν από τους άλλους δύο συνεταίρους. 5.
  81. Αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από το Δικαστήριο όχι μόνο στη ζωντανή εντύπωση της εναγομένης ως μάρτυρας αλλά και στο περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης της, το οποίο βεβαίως υιοθέτησε ως μέρος της προφορικής κατάθεσης της. Πραγματικά είναι εντυπωσιακή η γνησιότητα των ισχυρισμών οι οποίοι εμπεριέχονται σε αυτή τη γραπτή δήλωση. Γνησιότητα η οποία διαπιστώνεται και καθορίζεται όχι μόνο από τον πηγαίο τρόπο με τον οποίο η εναγόμενη δίδει τη δική της εκδοχή αναφορικά με τα όσα πραγματικά είχαν συμβεί στον συνεταιρισμό κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλλά και από την ενισχυτική μαρτυρία την οποία αλλεπάλληλα προσφέρει δια μέσω σχετικών παραπομπών κυρίως σε έγγραφα αλλά και γεγονότα υποστηρικτικά της βασιμότητας της εκδοχής της. 5.
  82. Τονίζω παράλληλα πως ουσιαστικά ένα μεγάλο μέρος της όλης αξιολόγησης της εναγομένης παρατίθεται και εντός της αξιολόγησης της μαρτυρίας τόσο του ενάγοντα όσο και του Προδρομίτη, ως οι βασικοί μάρτυρες προς απόδειξη της αξίωσης, καθότι εντός αυτής επισημαίνεται η ανάδειξη της αξιοπιστίας της εναγομένης ως μάρτυρας σε αντίθεση με την αναξιοπιστία των μαρτύρων αυτών επί συγκεκριμένων σημείων. Προκύπτουν και άλλα διάφορα σημεία τα οποία έχουν άμεση σχέση με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της εναγομένης σε άλλα μέρη της απόφασης (παραδείγματος χάριν, η ενότητα σε σχέση με τον όρο 6 του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" ή οι αναφορές στην ενότητα αναφορικά με το πρόγραμμα "Ζυγός"). Συνεπώς θεωρώ πως δεν χρειάζεται επανάληψη αυτών των σημείων και σε αυτό το μέρος της απόφασης.
  83. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
  84. Διατηρώντας σταθερά υπόψη τα επίδικα θέματα και σύμφωνα, με τα όσα είναι παραδεκτά, είτε βάσει των δικογράφων είτε παραδοχές των διαδίκων κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, και κυρίως βασιζόμενο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε, το Δικαστήριο καταλήγει στις ακόλουθες βασικές διαπιστώσεις αναφορικά με τη πραγματική πτυχή της αγωγής. Τονίζω πως το σκεπτικό βάσει του οποίου το Δικαστήριο καταλήγει στα ευρήματα του εμπεριέχεται στο σύνολο αυτής της απόφασης με ιδιαίτερη αναφορά βεβαίως στην όλη αξιολόγηση της μαρτυρίας. Διευκρινίζω δηλαδή πως τα πιο κάτω παρατιθέμενα ευρήματα δεν αποτελούν ασφαλώς μία πλήρη εικόνα της πραγματικής πτυχής αυτής της αγωγής η οποία είναι δυνατό να εξαχθεί μόνο διατηρώντας υπόψη στο σύνολο της τόσο το περιεχόμενο αυτής της απόφασης όσο και της όσης μαρτυρίας οι διάδικοι παρουσίασαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία βεβαίως δεν επαναλαμβάνεται εντός του περιεχομένου αυτής της απόφασης. Παράλληλα επεξηγώ πως ασφαλώς η κατάληξη του Δικαστηρίου σε διαπιστώσεις ως προς τη πραγματική πτυχή της αγωγής περιορίζεται ακριβώς σε αυτό τον τομέα δίχως παράλληλα τα ευρήματα τα οποία παρατίθενται πιο κάτω να πρέπει να γίνονται αντιληπτά και ως συμπεράσματα του Δικαστηρίου επί νομικών θεμάτων. 6.
  85. Αμφότεροι οι διάδικοι σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους της αγωγής ήταν εγγεγραμμένοι δικηγόροι. 6.
  86. Ο ενάγων διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Λεωνίδα Γεωργίου με τον οποίο επίσης είναι κουμπάρος και συνέταιρος σε επιχειρηματικές δραστηριότητες. 6.
  87. Δυνάμει συμφωνίας η οποία έγινε τον Ιούλιον του 1993 μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης και ενός άλλου δικηγόρου ονόματι Λεωνίδας Γεωργίου οι διάδικοι συμφώνησαν να ιδρύσουν από τις 15/7/1993 ομόρρυθμο εταιρεία υπό την επωνυμία «Θεοφάνους, Κονναρής, Γεωργίου & Σία» για τη διεξαγωγή πάσης φύσης νομικών υπηρεσιών, δικαστικών υποθέσεων ως και άλλων συναφών υπηρεσιών εις την πόλη και επαρχία της Πάφου. 6.
  88. Προς το σκοπό ίδρυσης του συνεταιρισμού οι διάδικοι υπέγραψαν γραπτή συμφωνία (το "Έγγραφον Συνεταιρισμού"). 6.
  89. Από την αρχή της λειτουργίας του συνεταιρισμού η εναγόμενη είχε την επί καθημερινής βάσης ευθύνη για τη διεύθυνση του γραφείου του συνεταιρισμού ως επίσης και την οικονομική διαχείριση αυτού κυρίως υπό την έννοια της έκδοσης των ανάλογων οδηγιών στους υπαλλήλους αναφορικά με τις οποιεσδήποτε εισπράξεις και πληρωμές. 6.
  90. Η εναγόμενη ουδέποτε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του συνεταιρισμού ασχολήθηκε προσωπικά με τη τήρηση των οποιωνδήποτε λογαριασμών ή οικονομικών καταστάσεων. 6.
  91. Κύρια μέριμνα της εναγομένης καθ΄ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του συνεταιρισμού ήταν η προώθηση των συμφερόντων του συνεταιρισμού με την ανάληψη υποθέσεων τις οποίες επί το πλείστον διεκπεραίωνε η ίδια δίχως οποιαδήποτε ιδιαίτερη βοήθεια από τους συνεταίρους της. 6.
  92. Αποτέλεσμα της αφοσίωσης της εναγομένης στην άσκηση των επαγγελματικών της καθηκόντων ως δικηγόρος ήταν η ανέλιξη του γραφείου του συνεταιρισμού ως ένα πετυχημένο δικηγορικό γραφείο στη πόλη και επαρχία της Πάφου. 6.
  93. Η συμμετοχή του ενάγοντα στην όλη λειτουργία του γραφείου του συνεταιρισμού ήταν ελάχιστη είτε στους τομείς τους οποίους είχε αναλάβει να αναπτύξει, δηλαδή αυτό των αλλοδαπών πελατών και εταιρειών, ενώ σε σχέση με τη διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων η συμμετοχή του ήταν μηδενική. 6.
  94. Σταδιακά η συμμετοχή του ενάγοντα μειωνόταν όλο και περισσότερο σε βαθμό όπου πλέον δεν ασχολείτο με τον συνεταιρισμό στον απαιτούμενο βαθμό σύμφωνα με το "Έγγραφον Συνεταιρισμού". 6.
  95. Ο βαθμός συμμετοχής του ενάγοντα είχε μειωθεί δραστικά ιδιαίτερα δε προς το τέλος του έτους 1997 με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι δύο συνεταίροι να συμπεριφέρονται κατά την διεξαγωγή των εργασιών του συνεταιρισμού ωσάν ο ενάγων να μην ήταν πλέον συνέταιρος παρά και το γεγονός ότι αυτός νομικά εξακολουθούσε να είναι όντως συνέταιρος στον συνεταιρισμό. 6.
  96. Ουσιαστικά ο ενάγων πλέον είχε καταστεί αμέτοχος τόσο στη διεξαγωγή των εργασιών του συνεταιρισμού όσο και γενικότερα σε οτιδήποτε είχε σχέση με τον συνεταιρισμό. 6.
  97. 10,500 μετοχές της Μινέρβα είχαν αγοραστεί στις 24/11/1997 (τεκμήριο 8) χρησιμοποιώντας χρήματα από τους τρεχούμενους λογαριασμούς του συνεταιρισμού ενώ στις 27/10/1999 (τεκμήριο 91) αγοράστηκαν άλλες 1050 μετοχές για το ποσό των £577,50 με την έκδοση επιταγής από τρεχούμενο λογαριασμό του συνεταιρισμού. 6.
  98. Οι μετοχές αυτές μετά από αύξηση τους σε αριθμό σε 31,762 πωλήθηκαν στις 27/6/2000 και το προϊόν της πώλησης αυτών, δηλαδή το ποσό των £57.419,34 (τεκμήριο 90) κατατέθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό του συνεταιρισμού. 6.
  99. Αμφότεροι οι εν ενεργεία συνεταίροι, δηλαδή η εναγόμενη και ο τρίτος συνέταιρος, κατά το έτος 2000, είχαν συμφωνήσει στη μετατροπή του συνεταιρισμού σε συνεταιρισμό δύο αντί τριών ατόμων προς αναγνώριση πλέον και νομικά της μη συμμετοχής του ενάγοντα στον συνεταιρισμό. 6.
  100. Εντούτοις η πρόθεση της εναγομένης και του τρίτου συνεταίρου για μετατροπή του συνεταιρισμού ναυάγησε καθώς η οικονομική αξίωση του ενάγοντα έτσι ώστε να αποχωρήσει και επίσημα από τον συνεταιρισμό κρίθηκε υπερβολική από την ίδια την εναγόμενη ενώ παράλληλα η συμπεριφορά του τρίτου συνεταίρου έναντι της εναγομένης δεν ήταν τέτοια έτσι ώστε να εμπνέει την ίδια με εμπιστοσύνη ως προς το ότι ο ίδιος πράγματι ενδιαφερόταν για τη διατήρηση του συνεταιρισμού μεταξύ των δύο πλέον εν ενεργεία συνεταίρων. 6.
  101. Ως αποτέλεσμα η εναγόμενη απέστειλε την επιστολή, ημερομηνίας 15/1/2001 (τεκμήριο 10), με την οποία έδιδε ειδοποίηση προς τον τρίτο συνέταιρο για τη "διάλυση" του συνεταιρισμού ενώ παράλληλα κοινοποιούσε το περιεχόμενο της και στον ενάγοντα παρά το γεγονός, όπως ρητά αναφέρεται εντός αυτής, πως ο ενάγων είχε αποχωρήσει από τον συνεταιρισμό, ενώ αρχικά είχε στείλει και άλλη επιστολή, ημερομηνίας 22/12/2000 (τεκμήριο 11) με την οποία πληροφορούσε αμφότερους τον ενάγοντα αλλά και τον Λεωνίδα Γεωργίου πως καμία υπόθεση που αφορούσε δικούς της πελάτες θα διεξαγόταν κάτω από το όνομα του συνεταιρισμού. 6.
  102. Η επιστολή ημερομηνίας 15/1/2001 αποτέλεσε και το έναυσμα της έναρξης μίας διαδικασίας ανταλλαγής επιστολών μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων σε σχέση με τη "διάλυση" του συνεταιρισμού ενώ αρχικά και ο ίδιος ο ενάγων είχε αποστείλει δική του επιστολή, ημερομηνίας 22/1/2001 (τεκμήριο 12), προς την εναγόμενη. 6.
  103. Ουδέποτε είχε σταλεί στον ενάγοντα αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 14/2/2001 (τεκμήριο 85) από τον Λεωνίδα Γεωργίου προς την εναγόμενη η οποία εμπεριείχε αναφορά σε δύο πλευρές μόνο και πρόταση να ζητηθεί από τους πελάτες να αποφασίσουν οι ίδιοι το δικηγόρο της επιλογής τους για προώθηση και αποπεράτωση των υποθέσεων. 6.
  104. Ο Λεωνίδας Γεωργίου στις 18/6/2001 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την αγωγή 2303/01 εναντίον της εναγομένης. 6.
  105. Ο Λεωνίδας Γεωργίου μετά τη «διάλυση» του συνεταιρισμού δεν είπε στον ενάγοντα να καλέσουν όλους τους πελάτες του συνεταιρισμού να αποφασίσουν μεταξύ των συνεταίρων για το δικηγόρο της επιλογής τους για διαμοιρασμό των υποθέσεων.
  106. ΤΟ «ΕΓΓΡΑΦΟΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ»
  107. Η ύπαρξη γραπτής συμφωνίας, δηλαδή το «Έγγραφον Συνεταιρισμού», είναι κοινά αποδεκτή από τους διάδικους. Βάσει αυτής της συμφωνίας ιδρύθηκε ο συνεταιρισμός μεταξύ των διαδίκων και του Λεωνίδα Γεωργίου. 7.
  108. Αναμφίβολα έχει ιδιαίτερη σημασία το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου καθότι αυτό αποτελεί και το σύνολο της συνεννόησης μεταξύ των συνεταίρων κατά την ίδρυση και έναρξη λειτουργίας του συνεταιρισμού όπως αυτή ενσωματώθηκε γραπτώς. Βεβαίως ενυπάρχουν εντός του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" διάφορα σημεία αναφορικά με τα οποία οι διάδικοι προβάλουν διαφορετική ερμηνεία. Η διαφορετικότητα αυτή εντοπίζεται ευθύς εξ αρχής εντός του περιεχομένου των δικογράφων των διαδίκων και αξίζει ιδιαίτερης αναφοράς καθότι έστω και σε επίπεδο ισχυρισμού καθορίζεται με αυτή και η όλη προσέγγιση των διαδίκων ως προς τη σημασία του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" αναφορικά με τη ρύθμιση της συνεταιρικής σχέσης όχι μόνο μεταξύ των διαδίκων αλλά και του τρίτου μη διάδικου συνέταιρου. 7.
  109. Επιπλέον, ανεξάρτητα και από τα όσα σχετικά αναφέρονται εντός των δικογράφων, ασφαλώς δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και το οποιοδήποτε περιθώριο ερμηνείας του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" ως ένα νομικό έγγραφο. Δηλαδή, ακόμη και να περιορίζονταν οι διάδικοι σε απλή αναφορά εντός των δικογράφων τους ως προς την ύπαρξη ενός τέτοιου εγγράφου δίχως να παρατίθενται οι όροι αυτού είτε υπό μορφή αποσπασμάτων είτε της οποιασδήποτε σύνοψης αυτών, ή ακόμη και παράθεσης θέσεων ερμηνείας αυτού, εντούτοις και πάλι το Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει το περιεχόμενο αυτής της γραπτής συμφωνίας και να προχωρούσε σε ερμηνεία όπου αυτό κρινόταν αναγκαίο εξαιτίας της ύπαρξης οποιασδήποτε ασάφειας ή αοριστίας εντός του "Εγγράφου Συνεταιρισμού". 7.
  110. Παραδείγματος χάριν, σύμφωνα με τον όρο 6 του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" αν και υπάρχει πρόνοια κατανομής σε ίση αναλογία των κερδών και ζημιών του συνεταιρισμού εντούτοις παράλληλα προνοείται επίσης και το εξής. Ουσιαστικά υπό μορφή επιφύλαξης. Πως εν πάση περιπτώσει τα έσοδα της εναγομένης «.δεν θα είναι ολιγότερα του ποσού των εσόδων τα οποία θα είχε αυτή αν ασκούσε ατομικά το επάγγελμα της παροχής Νομικών Υπηρεσιών πάσης μορφής εντός και εκτός των Δικαστηρίων στην Πόλη και Επαρχία Πάφου». Ευθύς εξ αρχής, απλά και μόνο με αναφορά σε αυτή την επιφύλαξη, εντοπίζεται ένα στοιχείο αοριστίας σε σχέση με αυτό τον όρο ο οποίος χρήζει ερμηνείας τόσο ως προς τη διατύπωση του όσο και σε σχέση με τη δυνατότητα εφαρμογής του υπό τις προβλεπόμενες περιστάσεις. Εκ πρώτης όψεως αποτελεί ο όρος αυτός παράδειγμα περίπτωσης όπου το ίδιο το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας δεν παρέχει επαρκή καθοδήγηση από μόνο του ως προς τον τρόπο εφαρμογής της συγκεκριμένης επιφύλαξης. Σαφώς προκύπτει δηλαδή η αναγκαιότητα εξασφάλισης καθοδήγησης από εξωγενή μαρτυρία επί του θέματος.
  111. ΤΟ «ΕΓΓΡΑΦΟΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ» ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ
  112. Υπάρχει αναφορά πιο πάνω στη διαφορετικότητα η οποία εντοπίζεται στα δικόγραφα ως προς τη σημασία του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" (βλ. σχετικά τη παράγραφο 7.1 αυτής της απόφασης). 8.
  113. Η διαφορετικότητα αυτή είναι αποκαλυπτική τόσο ως προς το καθορισμό των επίδικων θεμάτων αλλά και της θέσης ενός εκάστου των διαδίκων αναφορικά με τη σημασία της μεταξύ των συμφωνίας σε σχέση όχι τόσο με την ίδρυση όσο στη συνέχεια και με τη λειτουργία του συνεταιρισμού επί καθημερινής βάσης. Έστω και εάν η θέση αυτή αναφέρεται σε ερμηνεία του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" και τη σημασία αυτού σε σχέση με τον κατ΄ ισχυρισμό τρόπο εφαρμογής του αμέσως μετά την υπογραφή του. Η δε διαφορετική προσέγγιση των διαδίκων, όπου αυτή εντοπίζεται σε σχέση με το περιεχόμενο του "Εγγράφου Συνεταιρισμού", κατ΄ επέκταση καθίσταται υποβοηθητική ως προς μία καλύτερη αντίληψη της δημιουργίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων αλλά και της δυνατότητας η οποία πλέον παρέχεται ως προς τη δίκαιη επίλυση αυτής μετά από αναζήτηση της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων σε αυτή τη τόσο βασική συμφωνία μεταξύ τους. 8.
  114. Εντός αυτής της ενότητας της απόφασης το Δικαστήριο προβαίνει σε ένα συσχετισμό του περιεχομένου του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" και αυτού των δικογράφων αποφεύγοντας όμως οποιαδήποτε αχρείαστη επανάληψη του κειμένου είτε του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" είτε του περιεχομένου των δικογράφων. Βεβαίως το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει πως σε κάθε περίπτωση τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν περιληπτικά μόνο τα ουσιώδη γεγονότα (Δ.19 θ. 4). Λαμβάνονται όμως υπόψη οι ισχυρισμοί των διαδίκων όπως αυτοί πηγάζουν και σχετίζονται από την ερμηνεία την οποία ο καθένας αποδίδει στο "Έγγραφο Συνεταιρισμού" και όπως αυτή καταγράφεται εντός των δικογράφων. Καθότι οι ισχυρισμοί αυτοί αντικατοπτρίζουν τα όσα οι ίδιοι διάδικοι επικαλούνται ως τα ουσιώδη γεγονότα της μεταξύ τους διαφοράς. 8.
  115. Εντός της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης υπάρχει αναφορά στον όρο 13 του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" ενώ στη παράγραφο 10 υπάρχει αναφορά στο δεύτερο μέρος αυτού του όρου, το οποίο έχει σχέση με την αποχώρηση της εναγομένης από τον συνεταιρισμό. Η εναγόμενη με τη παράγραφο 7.0 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης παραθέτει αυτούσιο απόσπασμα αυτού του δεύτερου μέρους. Στη παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης υπάρχει αναφορά στην εξ ίσου κατανομή των κερδών μεταξύ των συνεταίρων (όρος 6) ενώ στη παράγραφο 7 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης παρατίθεται αυτούσιος ο σχετικός όρος. Βεβαίως και στην έκθεση απαίτησης υπάρχει αναφορά στην επιφύλαξη ως προς τα έσοδα της εναγομένης (βλ. σχετικά τη παράγραφο 7.3 αυτής της απόφασης). Αναφέρεται στη παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης πως είχε συμφωνηθεί η ενοικίαση γραφείου στο όνομα της εναγομένης προς άσκηση των εργασιών του συνεταιρισμού. Έχει σχέση αυτή η αναφορά με τους όρους 2 και 13 (δεύτερο μέρος) του "Εγγράφου Συνεταιρισμού". Στη παράγραφο 7 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης παρατίθεται αυτούσιο το δεύτερο μέρος του όρου
  116. Η παράγραφος 8 της έκθεσης απαίτησης, ως προς το κλείσιμο λογαριασμών στο τέλος του έτους, αντιστοιχεί ουσιαστικά με τον όρο 9 του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" ενώ η παράγραφος 9 αναφέρεται ουσιαστικά στον όρο
  117. Το ίδιο και η παράγραφος 10 σε σχέση με το δεύτερο μέρος του όρου
  118. Επίσης το ίδιο ισχύει αναφορικά με τη παράγραφο 11 και τον όρο 19 αν και η αναφορά σε νόμους θα έπρεπε να ήταν όχι σε αυτούς περί Εταιρειών αλλά περί ομορρύθμων εταιρειών. Εν πάση περιπτώσει η συμφωνία σύστασης εντος του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" αναφέρεται σε Ομόρρυθμο Εταιρεία (όρος 1). 8.
  119. Εντοπίζονται σημεία εντός των δικογράφων τα οποία σαφώς εδράζονται όχι ευθέως στο περιεχόμενο του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" αλλά σε ισχυρισμούς των διαδίκων. Ισχυρισμοί οι οποίοι θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτοί από το Δικαστήριο και ως θέσεις των διαδίκων αναφορικά με την ερμηνεία του "Εγγράφου Συνεταιρισμού" και της εφαρμογής αυτού. 8.
  120. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί είναι οι ακόλουθοι,:- 8.5.
  121. Σύμφωνα με τη παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης η εναγόμενη «.θα ετήρει συγχρονισμένα βιβλία των εσόδων και εξόδων του συνεταιρισμού και έκαστος συνέταιρος θα εδικαιούτο να τα εξετάζη και να λαμβάνη αντίγραφα». Τέ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.