Παναγιώτης Κωνσταντίνου ν. Χριστάκης Αλεξάνδρου κ.α., Αρ. Αγωγής. :- 1872/2007, 11/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A211 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής. :- 1872/2007 Παναγιώτης Κωνσταντίνου Και
- Χριστάκης Αλεξάνδρου
- Johanna Petronella Andreana Αλεξάνδρου Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 4/10/2013 Ημερομηνία :- Δευτέρα 11η Νοεμβρίου 2013 Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η αίτηση :- κος. Γεώργιος Κυριακίδης Για ν΄ ακούσει Απόφαση :- Για τους Εναγόμενους - Αιτητές :- κος. Νικήτας Α. Νικήτα Για ν΄ ακούσει Απόφαση :- κος. Πέτρος Χατζηπαναγιώτου Ενδιάμεση Απόφαση ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Προτού προχωρήσω σε εξέταση της αίτησης τροποποίησης των εναγομένων θεωρώ ορθό όπως καταγραφεί παράλληλα και ένα ιστορικό της πορείας της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο αυτή έχει επηρεαστεί τόσο από τη καταχώρηση της αίτησης όσο και από τα προβλήματα υγεία τα οποία στη συνέχεια αντιμετώπισαν τόσο ο συνήγορος των εναγομένων όσο και ο ίδιος ο ενάγων.
- Συνεπώς το εισαγωγικό αυτό μέρος της απόφασης δεν έχει άμεση σχέση με την εξέταση της ίδιας της αίτησης και ως εκ τούτου ο αναγνώστης αυτής της απόφασης μπορεί να το παρακάμψει εάν το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στην ίδια την ουσία της αίτησης τροποποίησης.
- Η ακρόαση της παρούσης αγωγής άρχισε στις 30/9/2013 με τον ενάγοντα να καταθέτει ως μάρτυρας. Αφού ολοκληρώθηκε η κύρια εξέταση του άρχισε και η αντεξέταση του η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή. Ορίστηκε για συνέχιση η ακρόαση της αγωγής αρχικά στις 3/10/2013 με αλλαγή όμως της ημερομηνίας στη συνέχεια για τις 4/10/
- Κατά την ημερομηνία αυτή μετά από άδεια του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε και ορίστηκε αυθημερόν η αίτηση τροποποίησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε μέχρι την εκδίκαση της αίτησης τροποποίησης ενώ η αίτηση ορίστηκε αρχικά για οδηγίες στις 10/10/2013 έτσι ώστε να ρυθμιστεί ανάλογα η διαδικασία και για να καταχωρηθεί η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης του ενάγοντα μέχρι τότε. Καταχωρήθηκε όντως η ένσταση μία μέρα προηγουμένως, δηλαδή στις 9/10/
- Στις 10/10/2013 η αίτηση ορίστηκε γι΄ ακρόαση στις 18/10/
- Κατά την ημερομηνία αυτή υποβλήθηκε αίτημα αναβολής καθότι στο μεσοδιάστημα ο συνήγορος των εναγομένων είχε υποστεί κάταγμα στο ένα του πόδι. Ορίστηκε στη συνέχεια η αίτηση και πάλι γι΄ ακρόαση στις 25/10/2013 κατά την οποία ημερομηνία εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου άλλος δικηγόρος εκ μέρους του συνηγόρου των εναγομένων και ο δικηγόρος του ενάγοντα. Αμφότεροι δήλωσαν πως είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους αντίγραφα γραπτών αγορεύσεων τις οποίες παράδωσαν στο Δικαστήριο και επιφυλάχθηκε αυτή η απόφαση.
- Ενημερώθηκε επίσης κατά την ημερομηνία αυτή το Δικαστήριο πως και ο ενάγων αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας και βρισκόταν κλινήρης στην εντατική μονάδα παρακολούθησης στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Διευκρινίζω πως οι αναφορές στα προβλήματα υγείας τόσο του δικηγόρου των εναγομένων όσο και του ενάγοντα γίνονται κυρίως έτσι ώστε αυτά να ενταχθούν εντός ενός πλαισίου αναφορικά με την όλη πορεία εκδίκασης αυτής της αγωγής και την οποιαδήποτε καθυστέρηση προκλήθηκε σε αυτή, αρχικά εξαιτίας της καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Καθότι τα δεδομένα αυτά, δηλαδή τα προβλήματα υγείας τόσο του δικηγόρου των εναγομένων όσο και του ενάγοντα, όπως έχουν γίνει αντιληπτά από το Δικαστήριο, μετά και από σχετική ενημέρωση, όταν βεβαίως αυτά προέκυψαν, ακόμη και σήμερα δεν θα επέτρεπαν τη συνέχιση της ακρόασης της αγωγής ανεξάρτητα και από τη καταχώρηση της συγκεκριμένης αίτησης.
- Αρχικά η απόφαση αυτή ήταν προγραμματισμένη να δοθεί στις 8/11/
- Εντούτοις, η απόφαση δεν ήταν έτοιμη και ως εκ τούτου η αίτηση ορίστηκε εκ νέου στις 11/11/2013 για την έκδοση της απόφασης. Ενημερώθηκε όμως το Δικαστήριο κατά την ημερομηνία αυτή ως προς τη κατάσταση υγείας τόσο του ενάγοντα όσο και του συνηγόρου των εναγομένων. Βάσει αυτής της ενημέρωσης δυστυχώς διαφαίνεται το ενδεχόμενο τόσο ο ενάγων, του οποίου η προφορική κατάθεση, ως ο πρώτος μάρτυρας στην αγωγή, δεν έχει ολοκληρωθεί, όσο και ο συνήγορος των εναγομένων να μην είναι σε θέση να συμμετέχουν στην ακροαματική διαδικασία για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο πρώτος για περίοδο ενός μηνός περίπου ενώ ο δεύτερος ενδεχομένως ακόμη και μέχρι δύο μήνες ακόμη. Δεν αποκλείεται δηλαδή το ενδεχόμενο να μην υπάρχει η δυνατότητα συνέχισης της ακροαματικής διαδικασίας μέχρι και τον Ιανουάριο του
- Όσο λυπητερό και να είναι αυτό και όσο και αναπόφευκτα να επηρεάζεται η προσπάθεια του Δικαστηρίου για την όσο το δυνατό πιο έγκαιρη εκδίκαση της αγωγής ασφαλώς προτεραιότητα έχει και η κατάσταση της υγείας τόσο του ενάγοντα όσο και του συνηγόρου των εναγομένων. Η ΑΙΤΗΣΗ
- Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης (στο εξής θα αναφέρεται ως η «ένορκη δήλωση») οι βασικοί δύο λόγοι καταχώρησης της αίτησης τροποποίησης οι οποίοι προβάλλονται από τον εναγόμενο 1, «.με βάση πληροφορίες.» που έχει λάβει από τον δικηγόρο τους, είναι οι ακόλουθοι. Βεβαίως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «ενόρκως δηλών») αναφέρεται σε αυτούς τους λόγους ως «.ο λόγος για τον οποίο δεν δικογραφήθηκαν κατά την καταχώρηση της Υπεράσπισης οι παράγραφοι που αναφέρονται . στην αίτηση .». 7.
- Ο δικηγόρος των εναγομένων «.είχε την εντύπωση ότι θα μπορούσε να προωθήσει τους σχετικούς ισχυρισμούς με βάση την ήδη καταχωρηθείσα υπεράσπιση.». 7.
- Επειδή κάποια γεγονότα ήρθαν στην αντίληψη του δικηγόρου των εναγομένων «.μόνο μετά που ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία στις 30/09/2013».
- Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης πως ο ενόρκως δηλών ήταν παρών κατά το μεγαλύτερο μέρος της ακρόασης στις 30/9/
- Σημειώνεται μάλιστα στο πρακτικό του Δικαστηρίου το ελάχιστο χρονικό διάστημα για το οποίο ο ενόρκως δηλών είχε εξέλθει της δικαστικής αίθουσας. Συνεπώς όπου αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του στην αντεξέταση του ενάγοντα διατηρεί υπόψη του το Δικαστήριο πως αναφορικά με αυτό το μέρος της ένορκης δήλωσης του ο ενόρκως δηλών είχε και προσωπική γνώση και δεν ορκιζόταν , «.με βάση πληροφορίες.» που είχε λάβει από τον δικηγόρο τους.
- Αναφορικά με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω (βλ. την υποπαράγραφο 7.1 της απόφασης) ο ενόρκως δηλών προσθέτει στη παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του, ότι ο δικηγόρος τους «.θεωρούσε ότι θα μπορούσε με βάση τις υφιστάμενες παραγράφους 3β και 3γ της Υπεράσπισης να προσκομίσει σχετική μαρτυρία .». Αναφέρεται αυτή η λεπτομέρεια από τον ενόρκως δηλούντα ως ένας από τους λόγους («αφενός») για τους οποίους ο δικηγόρος των εναγομένων «.δεν προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης τροποποίησης.».
- Ο άλλος λόγος («αφετέρου») ήταν «.επειδή σε αρκετές από τις προηγούμενες δικασίμους γίνονταν σοβαρές προσπάθειες για συμβιβασμό της αγωγής, δημιουργήθηκε στον δικηγόρο μας η ισχυρή εντύπωση ότι η αγωγή θα συμβιβαζόταν». Προσθέτει επίσης ο ενόρκως δηλών πως παράλληλα «.ο δικηγόρος του Ενάγοντα δήλωσε τόσο στο Δικαστήριο, όσο και στον δικηγόρο μας, ότι ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας τα οποία μάλλον δεν θα του επέτρεπαν να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο και αυτός ήταν ακόμη ένας λόγος που ο δικηγόρος μας πίστευε ότι η αγωγή θα συμβιβαζόταν ή ότι θα απέσυρε την αγωγή ο δικηγόρος του Ενάγοντα και άρα δεν θα χρειαζόταν οποιαδήποτε τροποποίηση της Υπεράσπισης».
- Αξίζει να σημειωθεί πως τα όσα σχετικά αναφέρει ο ενόρκως δηλών στη παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του δεν υποστηρίζουν με οποιοδήποτε τρόπο τη θέση πως τα όσα ζητούν οι εναγόμενοι να προσθέσουν στην έκθεση υπεράσπισης τους με την αίτηση τροποποίησης προκύπτουν καθότι κάποια γεγονότα ήρθαν στην αντίληψη του δικηγόρου τους μόνο μετά που ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία. Δηλαδή διαφορετικό είναι να προβάλλεται από τη μία η θέση πως προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης μετά που ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία και από την άλλη η θέση πως οι εναγόμενοι δεν προχώρησαν προηγουμένως σε καταχώρηση αίτησης τροποποίησης καθότι είτε ο δικηγόρος τους θεωρούσε πως θα μπορούσε με την υφιστάμενη έκθεση υπεράσπισης «.να προσκομίσει σχετική μαρτυρία.» (ως επίσης λογικά κατ΄ επέκταση και να αντεξετάσει επί συγκεκριμένων θεμάτων) είτε διότι είχε δημιουργηθεί η προσδοκία ουσιαστικά πως η αγωγή θα συμβιβαζόταν ή αποσυρόταν και ως εκ τούτου δεν θα χρειαζόταν οποιαδήποτε τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης.
- Δηλαδή, αυτό το οποίο ευθύς εξ αρχής παρατηρείται είναι μία διφορούμενη στάση ως προς την εκδοχή η οποία προτείνεται προς απόδειξη της ύπαρξης της αναγκαιότητας για τη τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και πως αυτή είτε όντως - έστω και μερικώς - προέκυψε στην όλη πορεία της ακροαματικής διαδικασίας είτε όντως προϋπήρχε της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας αλλά για τους λόγους που αναφέρονται δεν προωθήθηκε.
- Καθώς μάλιστα όπως διαφαίνεται από τα όσα σχετικά αναφέρει ο ενόρκως δηλών, στις παραγράφους 3 και 4 της ένορκης δήλωσης, η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αντιμετωπίζεται ως μία εξέλιξη η οποία δεν αναμενόταν για τους λόγους τους οποίους ο ίδιος ανέφερε.
- Βεβαίως πλέον με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο ενόρκως δηλών αναφέρεται και στα όσα προφανώς και ο ίδιος ήταν σε θέση να διαπιστώσει (βλ. παράγραφο 8 της απόφασης) αναφορικά με τη δυνατότητα της αντεξέτασης του ενάγοντα από το δικηγόρο των εναγομένων επί συγκεκριμένων θεμάτων.
- Αναφέρει συγκεκριμένα στη παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του τα εξής. Κατά την αντεξέταση του ενάγοντα «.σε σχετικές ερωτήσεις που υπέβαλε ο δικηγόρος μας σε σχέση με τα χρήματα τα οποία λάμβανε ο Ενάγοντας στην εταιρεία Otakis Holdings Ltd και τα οποία εξόδευε καθημερινά, με αποτέλεσμα να μην αυξάνεται η εργασία και τα κέρδη της εν λόγω επιχείρησης, ως επίσης και αναφορικά με τα έσοδα της επιχείρησης τα οποία τα μοιραζόταν μαζί μου και τα σπαταλούσαμε σκορπίζοντας τα «δεξιά και αριστερά, υπήρξαν ενστάσεις εκ μέρους του συνηγόρου του Ενάγοντα, οι οποίες έγιναν δεκτές από το σεβαστό Δικαστήριο, στην βάση του ότι οι σχετικές ερωτήσεις δεν καλύπτονται από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Υπεράσπιση».
- Ολοκληρώνει ο ενόρκως δηλών αναφέροντας πως ενόψει αυτών αλλά και των όσων πληροφορείται από το δικηγόρο του καθίσταται αναγκαία η καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης έτσι ώστε να μπορούν οι εναγόμενοι να θέσουν τους ισχυρισμούς τους στον ενάγοντα και να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί αυτών και έτσι το Δικαστήριο να έχει μία πλήρη εικόνα των γεγονότων που αφορούν αυτή την αγωγή.
- Πέραν όμως και των όσων αναφέρει στη παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του ο εναγόμενος 1 - εξηγώντας ουσιαστικά πως προέκυψε η αναγκαιότητα για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης - αναφέρει επίσης και τα ακόλουθα στη παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του. Σε αυτή τη περίπτωση σε σχέση με ερωτήσεις του συνηγόρου των εναγομένων αναφορικά με τα «.όσα προηγήθηκαν της επίδικης συμφωνίας.» και για τις οποίες επίσης υπήρξαν ενστάσεις από το δικηγόρο του ενάγοντα. Το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτό αποτελεί ουσιαστικά το δεύτερο μέρος του αιτήματος των εναγομένων καθότι αυτό έχει να κάνει με ένα εντελώς διαφορετικό θέμα όπως θα φανεί πιο κάτω. Το πρώτο μέρος είχε να κάνει με τη κατ΄ ισχυρισμό είσπραξη χρημάτων από την επίδικη επιχείρηση από τον ενάγοντα και στη συνέχεια τη κατ΄ ισχυρισμό σπάταλη συμπεριφορά τόσο του ιδίου όσο και του εναγομένου
- Το δεύτερο μέρος του αιτήματος τροποποίησης αναφέρεται σε ένα διαφορετικό χρονικό στάδιο, αυτό της περιόδου προ της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. 17.
- Ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών πως τα όσα «.προηγήθηκαν της υπογραφής της συμφωνίας είναι ουσιώδη και σημαντικά ώστε το σεβαστό Δικαστήριο να έχει μία πλήρη εικόνα των επίδικων θεμάτων». 17.
- Αναφέρει συγκεκριμένα πλέον πως η τροποποίηση είναι «.απαραίτητη και προέκυψε μετά την καταχώρηση του Τεκμηρίου 2 [προφανώς ο εναγόμενος 1 εννοεί το τεκμήριο 3 και εκ παραδρομής αναφέρεται στο τεκμήριο 2] από τον Ενάγοντα, το οποίο αναφέρει ότι αυτός κατέστη 100% ανίκανος 1 χρόνο και 4 μήνες μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 1 και περαιτέρω, όπως ο ίδιος αναφέρει στην γραπτή του δήλωση, την οποία καταχώρησε στο Δικαστήριο στις 30/09/2013, μετά το τέλος του 2003 δεν μπορούσε να εργαστεί για λόγους υγείας, δηλαδή 1 χρόνο και 1 ½ μήνα μετά την επίδικη συμφωνία».
- Στη συνέχεια της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης του ο εναγόμενος 1 εισηγείται πως εύλογα δηλαδή εγείρονται τα ακόλουθα ερωτήματα. 18.
- Κατά πόσο ο ενάγων βρισκόταν σε θέση να κατανοήσει πλήρως και να υπογράψει το τεκμήριο 1 (δηλαδή την επίδικη συμφωνία) στις 15/11/
- 18.
- Κατά πόσο οι προθέσεις του ενάγοντα ήταν ειλικρινείς και ανυστερόβουλες όταν υπέγραφε το τεκμήριο 1 ή το υπέγραψε για αλλότριους σκοπούς. 18.
- Κατά πόσο ο ενάγων ήταν σε θέση να εργαστεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. 18.
- Ως επίσης και γιατί ο ενάγων ζητά αποζημιώσεις από τις 15/11/2003 έως 16/4/2007 ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται ότι το τέλος του 2003 σταμάτησε να εργάζεται.
- Αναφορικά με το πρώτο ερώτημα (βλ. υποπαράγραφο 18.1 της απόφασης) ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στο ότι ο ίδιος ο ενάγων είχε δηλώσει ότι επισκέφθηκε για πρώτη φορά ψυχίατρο πολύ πριν την υπογραφή του τεκμηρίου 1 στην ηλικία των 24 ετών και ότι κατά το χρόνο της υπογραφής της επίδικης συμφωνία και μετέπειτα ήταν ψυχολογικά άρρωστος.
- Το ερώτημα βεβαίως σε σχέση με την έκβαση της αίτησης τροποποίησης είναι προς τι εγείρονται τα ερωτήματα (βλ. παράγραφο 18 της απόφασης) στα οποία ο ενόρκως δηλών αναφέρεται. Διότι το να εγείρονται απλώς κάποια ερωτήματα από την όση μαρτυρία ο ενάγων έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής δεν αρκεί έτσι ώστε να κριθεί αναγκαία η αιτούμενη τροποποίηση. Όφειλαν οι εναγόμενοι με το αίτημα τους να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο αναφορικά με την αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης με το να είχαν εντάξει τα συγκεκριμένα ερωτήματα σε ένα σχετικό νομικό πλαίσιο το οποίο θα μπορούσε να καταστεί μέρος των επίδικων θεμάτων σε σχέση με την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Εξετάζεται αυτό το θέμα πιο κάτω.
- Αναφορικά με τις επιπτώσεις σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης τροποποίησης ο ενόρκως δηλών εισηγείται τα ακόλουθα. 21.
- Η αιτούμενη τροποποίηση δεν καταλαμβάνει τον ενάγοντα εξ απροόπτου για τους ακόλουθους λόγους. 21.1.
- Πρώτο, καθώς με τις υφιστάμενες παραγράφους της έκθεσης υπεράσπισης 3 (β) και 3 (γ) της έκθεσης υπεράσπισης οι εναγόμενοι είχαν εκδηλώσει από την αρχή τη πρόθεση τους να αντεξετάσουν τον ενάγοντα αναφορικά με τη προσπάθεια που ο ίδιος έκανε για αύξηση των κερδών της εταιρείας Otakis Holidays Ltd (στο εξής θα καλείται η «επίδικη εταιρεία»). Βεβαίως ο ενόρκως δηλών επιλέγει να αγνοήσει με αυτό το λόγο το γεγονός ότι ταυτόχρονα ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν καθίστατο εφικτή η αντεξέταση του ενάγοντα επί συγκεκριμένων θεμάτων παρά και την ύπαρξη των συγκεκριμένων υποπαραγράφων στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων. 21.1.
- Δεύτερο, οι υπόλοιπες τροποποιήσεις προέκυψαν μετά τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα στις 30/9/2013 και συνδέονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής και την επίδικη συμφωνία. Σαφώς βεβαίως ο λόγος αυτός συνδέεται με το δεύτερο μέρος του αιτήματος των εναγομένων. 21.
- Ο ενάγων δεν πρόκειται να υποστεί οποιαδήποτε ζημιά καθώς δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη η αντεξέταση του. Συνεπώς, πρώτο, θα μπορεί να τοποθετηθεί στους ισχυρισμούς που θα του τεθούν την αντεξέταση του ενώ, δεύτερο, θα μπορεί ο δικηγόρος του να έχει τη δυνατότητα επανεξέτασης του (αναφορικά δηλαδή με τους νέους ισχυρισμούς). 21.
- Με την αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγονται νέα επίδικα θέματα. Όπως θα επεξηγηθεί σε περισσότερη λεπτομέρεια και πιο κάτω ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί καθόλου είτε σε σχέση με το πρώτο μέρος του αιτήματος είτε το δεύτερο μέρος αυτού. Βεβαίως και εισάγονται νέα επίδικα θέματα. Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με το πρώτο μέρος του αιτήματος για πρώτη φορά πλέον οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως ο ενάγων λάμβανε το ήμισυ των εσόδων της επίδικης επιχείρησης και μάλιστα επί καθημερινής βάσης ενώ παράλληλα διασυνδέεται η είσπραξη αυτή σε συνδυασμό και με τη κατ΄ ισχυρισμό σπάταλη συμπεριφορά του ενάγοντα και του εναγομένου 1 με κατ΄ ισχυρισμό παράβαση του ενάγοντα να τηρήσει τον όρο 12 της επίδικης συμφωνίας. Ενώ σε σχέση με το δεύτερο μέρος του αιτήματος τα επίδικα θέματα τα οποία δημιουργούνται εάν αυτό επιτραπεί είναι όχι μόνο πραγματικά αλλά θα έχουν και μία ιδιαίτερη νομική πτυχή η οποία έχει άμεση σχέση με το ερώτημα κατά πόσο η συγκεκριμένη τροποποίηση είναι δυνατό να κριθεί ως αναγκαία. Το θέμα αυτό εξετάζεται πιο κάτω. 21.
- Η μαρτυρία του ίδιου του εναγομένου 1 δεν έχει ακόμη αρχίσει (προφανώς ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στη δική του προτιθέμενη προφορική κατάθεση) όπου ο ίδιος προτίθεται να προσφέρει μαρτυρία για τα ζητήματα τα οποία σχετίζονται με την αιτούμενη τροποποίηση. Επομένως, θα μπορεί ο δικηγόρος του ενάγοντα να τον αντεξετάσει σχετικά σε περίπτωση όπου επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση.
- Τέλος, εισηγείται ο ενόρκως δηλών πως σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης δεν θα προκληθεί υπέρμετρη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής καθώς η ακρόαση της αγωγής μόλις έχει αρχίσει στις 30/9/2013 και είναι ορισμένη για συνέχιση στις 4/10/2013 (βεβαίως ο ενόρκως δηλών επιλέγει να αγνοήσει σε σχέση με τη δεύτερη ημερομηνία ότι κατά αυτή την ημερομηνία υποβλήθηκε το υπό εξέταση αίτημα τροποποίησης). Βεβαίως αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης της διαδικασίας το Δικαστήριο διατηρεί παράλληλα υπόψη του τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στο εισαγωγικό μέρος αυτής της απόφασης. Καθώς τα γεγονότα πλέον σε σχέση με τη κατάσταση της υγείας τόσο του ενάγοντα αλλά και του δικηγόρου των εναγομένων διαδραματίζουν ένα κυρίαρχο ρόλο τον οποίο ούτε ο ενόρκως δηλών θα μπορούσε να είχε προβλέψει αλλά ούτε και το Δικαστήριο είναι σε θέση να υπερπηδήσει. Θεωρώ δηλαδή πως αναπόφευκτα δεν θα είναι η οποιαδήποτε έγκριση της αίτησης η οποία θα οδηγήσει σε υπέρμετρη καθυστέρηση της διαδικασίας εφόσον η επίσπευση αυτής πλέον δεν είναι εφικτή για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω (βλ. τις παραγράφους 1 έως και 6 της απόφασης).
- Επιπλέον, εισηγείται πως η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε να διευκρινισθούν καλύτερα όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και έτσι ώστε να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα αυτής.
- Αναφορικά με την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης την οποία ο ενάγων καταχώρησε και τους αναφερόμενους λόγους ένστασης εντός αυτής αλλά και τις γραπτές αγορεύσεις διευκρινίζω απλά πως το Δικαστήριο ασφαλώς λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο τους, με αναφορές σε αυτό όπου αυτό κρίνεται χρήσιμο προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης, ενώ αναμφίβολα το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση επί των θεμάτων υπό εξέταση από σχετική νομολογία.
- Αναφορικά με τους προτεινόμενους από τον ενόρκως δηλούντα λόγους καταχώρησης της αίτησης (παράγραφος 7 αυτής της απόφασης) ο πρώτος έχει να κάνει με την εντύπωση την οποία ο δικηγόρος των εναγομένων είχε ως προς τη δυνατότητα προώθησης των ισχυρισμών των εναγομένων έχοντας ως βάση την ήδη καταχωρημένη έκθεση υπεράσπισης ενώ ο δεύτερος έχει σχέση και με τα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του δικηγόρου των εναγομένων μόνο μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Βεβαίως ως μέρος του πρώτου λόγου ο ενόρκως δηλών έχει αναφερθεί και στην εντύπωση η οποία υπήρχε αναφορικά με το ότι δεν θα άρχιζε η ακροαματική διαδικασία.
- Αναφορικά με το πρώτο λόγο αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως ασφαλώς αυτός βασίζεται και στη γενικότερη θέση η οποία προωθήθηκε σε σχέση με την αντίληψη του δικηγόρου των εναγομένων ως προς τη δυνατότητα αντεξέτασης η οποία του παρεχόταν έχοντας ως βάση τις παραγράφους 3 (β) και 3 (γ) της έκθεσης υπεράσπισης.
- Επειδή γίνεται αναφορά ως προς το αίτημα των εναγομένων από τον ενόρκως δηλούντα στο περιεχόμενο των παραγράφων 3β και 3δ της έκθεσης υπεράσπισης θεωρώ ότι θα ήταν χρήσιμο όπως παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο αυτό πιο κάτω (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). «3.Οι Εναγόμενοι . ισχυρίζονται ότι τα αληθινά και πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης αυτής έχουν ως ακολούθως: α. . β. Ο λόγος της σταδιακής μεταβίβασης και του υπολοίπου 50% των μετοχών της εταιρείας OTAKIS HOLIDAYS LTD στον Ενάγοντα από τους Εναγομένους ήτο όπως προβλέπεται και στους όρους της εν λόγω συμφωνίας, η υποχρέωση του Ενάγοντα να εργάζεται προσωπικά με πλήρες ωράριο για την εταιρεία και την άσκηση της επιχείρησης της καθώς επίσης για την επαύξηση των εργασιών και των κερδών της. γ. Ο Ενάγοντας κατά παράβαση των εν λόγω υποχρεώσεων του και/ή των όρων της εν λόγω συμφωνίας ημ.15/11/2002, παρέλειπε να εργάζεται προσωπικά με πλήρες ωράριο για την εταιρεία, με όλες τις επακολουθήσασες συνέπειες, επικαλούμενος διάφορες δικαιολογίες στις οποίες οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την δικάσιμο.»
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτών των παραγράφων προβάλλονται οι εξής θέσεις. 28.
- Με τη παράγραφο 3 (β) επεξηγείται πως ο λόγος για τη σταδιακή μεταβίβαση του υπολοίπου 50% των μετοχών της επίδικης εταιρείας σύμφωνα και με τους όρους της επίδικης συμφωνίας ήταν συγκεκριμένη υποχρέωση του ενάγοντα. Η υποχρέωση αυτή ήταν «.να εργάζεται προσωπικά με πλήρες ωράριο για την εταιρεία και την άσκηση της επιχείρησης της καθώς επίσης για την επαύξηση των εργασιών και των κερδών της». 28.
- Ενώ εντός της παραγράφου 3 (γ) υπάρχει αναφορά στη κατ΄ ισχυρισμό παράβαση από τον ενάγοντα των υποχρεώσεων του και/ή των όρων της επίδικης συμφωνίας. Υπό την έννοια της παράλειψης του να εργάζεται προσωπικά με πλήρες ωράριο για την επίδικη εταιρεία «.με όλες τις επακολουθήσασες συνέπειες.». Αναφέρεται επίσης στη παράγραφο 3 (γ) πως αναφορικά με τη συγκεκριμένη παράλειψη ο ενάγων επικαλείτο διάφορες δικαιολογίες τις οποίες οι εναγόμενοι επιφυλάσσονταν να αναφερθούν κατά την δικάσιμο.
- Αξίζει να σημειωθεί πως οι αναφορές στις παραγράφους 3 (β) και 3 (γ) εστιάζονται σε κατ΄ ισχυρισμό παράλειψη του ενάγοντα να εργάζεται προσωπικά μεταξύ άλλων και για την επαύξηση των εργασιών και των κερδών της με όλες τις επακολουθήσασες συνέπειες. Δεν υπάρχει σε κανένα σημείο αναφορά πως η επαύξηση των εργασιών και των κερδών της επίδικης εταιρείας επηρεάστηκαν από τον τρόπο με τον οποίο ο ενάγων είτε μόνος του είτε μαζί με τον εναγόμενο 1 ξόδευαν τα χρήματα τα οποία κέρδιζαν από την επιχείρηση αυτή. Ή ακόμη και αναφορά πως ο ενάγων εισέπραττε το ήμισυ των εσόδων της επιχείρησης επί καθημερινής βάσης τα οποία στη συνέχεια σπαταλούσε μαζί με τον εναγόμενο
- Συνεπώς η θέση πως θα μπορούσε ο συνήγορος των εναγομένων να προσκόμιζε σχετική μαρτυρία αναφορικά με αυτό το θέμα βάσει και του περιεχομένου των παραγράφων 3 (β) και 3 (γ) δεν είναι δυνατό να κριθεί είτε βάσιμη είτε ακόμη και εύλογη. Οποιοδήποτε περιθώριο ερμηνείας και να δοθεί στο περιεχόμενο των παραγράφων αυτών. Απορρίπτεται μάλιστα η θέση αυτή ως μία θέση η οποία δεν είναι δυνατό υπό τις περιστάσεις να κριθεί ως γνήσια και προβαλλόμενη με καλή πίστη από τους εναγόμενους προς υποστήριξη της αίτησης τους. Αντιθέτως η εντύπωση η οποία εύλογα δημιουργείται είναι πως κατά την σύνταξη της έκθεσης υπεράσπισης δεν υπήρχε καμία πρόθεση προώθησης μίας τέτοιας θέσης αλλά αυτή ήταν μία εκ των υστέρων σκέψη των εναγομένων.
- Τέτοια πρόθεση ασφαλώς υπήρχε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δίχως όμως να είναι δυνατό να καθοριστεί με τα όσα αναφέρει σχετικά ο ενόρκως δηλών πότε ακριβώς πριν από την έναρξη της δίκης αυτή δημιουργήθηκε. Δεν πείθει όμως ως προς τη γνησιότητα της θέσης τους ο ενόρκως δηλών με το να αναφέρει πως ο δικηγόρος τους θεωρούσε πως θα μπορούσε να βασιζόταν στο περιεχόμενο των συγκεκριμένων παραγράφων για να προσκομίσει σχετική μαρτυρία ή έτσι ώστε να υπέβαλε ερωτήσεις ή υποβολές προς τον ενάγοντα αναφορικά με τα όσα θέματα επιδιώκει να προσθέσει ως επίδικα με την αιτούμενη προσθήκη της παραγράφου 3 (η) στην έκθεση υπεράσπισης.
- Επιπλέον, διατηρώντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο επέλεξαν να υποστηρίξουν την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης οι εναγόμενοι, το Δικαστήριο οφείλει να ελέγξει όχι μόνο κατά πόσο όντως ευσταθεί η θέση πως εύλογα θεωρήθηκε από τον δικηγόρο των εναγομένων πως το περιεχόμενο των παραγράφων 3 (β) και 3 (γ) της έκθεσης υπεράσπισης του παρείχε τη δυνατότητα την οποία ο ίδιος είχε υπόψη του (θέση η οποία απορρίπτεται πιο πάνω) αλλά επίσης και το κατά πόσο κατά την αντεξέταση του ενάγοντα όντως αντιμετώπισε εμπόδια ως προς τη προβολή των θέσεων τις οποίες ο ενόρκως δηλών εισηγείται θα έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν μόνο μετά από έγκριση του αιτήματος τροποποίησης.
- Βεβαίως ως προς τη κατ΄ ισχυρισμό δυνατότητα την οποία ο δικηγόρος των εναγομένων είχε υπόψη του - όπως ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται - ο έλεγχος της βασιμότητας αυτής της θέσης είναι δυνατό να επιτευχθεί με συσχετισμό της ύπαρξης αυτής της δυνατότητας με τα θέματα αναφορικά με τα οποία επιδιώκεται η τροποποίηση. Η προβαλλόμενη δε εντύπωση ως προς την ύπαρξη μίας τέτοιας δυνατότητας έχει περισσότερο σχέση με τη γνησιότητα της θέσης του ενόρκως δηλούντος η οποία δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως υπαρκτή.
- Ως προς το ότι δηλαδή ανέκαθεν οι εναγόμενοι είχαν πρόθεση ο ενάγων να τύχει αντεξέτασης επί θεμάτων για τα οποία εύλογα ο δικηγόρος τους είχε την εντύπωση πως θα μπορούσε να αντεξετάσει τον ενάγοντα αλλά αναφορικά με τα οποία δεν του επιτράπηκε η αντεξέταση εξαιτίας του περιεχομένου της έκθεσης υπεράσπισης ως αυτό είχε κατά την ημερομηνία έναρξης της ακρόασης. Βεβαίως συνδέεται άμεσα η εντύπωση αυτής της δυνατότητας και κατά πόσο αυτή ήταν εύλογη και με τα όσα όντως συνέβησαν στις 30/9/2013 κατά την αντεξέταση του ενάγοντα.
- Σε σχέση με αυτή τη θέση σε συνάρτηση και με την αντεξέταση του ενάγοντα κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία διαπιστώνονται τα ακόλουθα.
- Όντως υπήρχαν ενστάσεις κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ενάγοντα. Εντούτοις παρατηρούνται τα ακόλουθα. Υπενθυμίζω πως η θέση του ενόρκως δηλούντος είναι πως υπήρξαν ενστάσεις σε ερωτήσεις τις οποίες ο συνήγορος των εναγομένων υπέβαλε σε σχέση με τα χρήματα τα οποία ο ενάγων λάμβανε από την επίδικη εταιρεία και τα οποία ξόδευε καθημερινά μαζί με τον ίδιο τον εναγόμενο 1, με αποτέλεσμα να μην αυξάνεται η εργασία και τα κέρδη της, ως επίσης και αναφορικά με τα έσοδα της επίδικης εταιρείας.
- Παρατηρώ τα εξής. Ερωτήθηκε σχετικά ο ενάγων δίχως να υπάρχει οποιαδήποτε ένσταση τα ακόλουθα. Ερωτήθηκε τι έκανε τα λεφτά τα οποία κέρδιζαν από την επιχείρηση. Απάντησε ο ενάγων πως αγόραζαν πυροσβεστήρες προσθέτοντας πως βασικά τα λεφτά τα διαχειριζόταν ο κ. Τάκης (δηλαδή, ο εναγόμενος 1) και ότι αγορές είχαν να κάνουν τις έκανε αυτός. Το ίδιο και με οποιαδήποτε έξοδα είχαν. Ερωτήθηκε εάν ο ίδιος έπαιρνε λεφτά και απάντησε ότι πήρε ορισμένα τα οποία αφαίρεσε από το ποσό το οποίο ζητά ως αποζημίωση. Ερωτήθηκε ακολούθως εάν υπήρχαν περιπτώσεις όπου χρησιμοποιούσαν χρήματα της επιχείρησης μαζί με τον εναγόμενο 1 σε εστιατόρια και απάντησε ότι κάποτε πήγαιναν με τον εναγόμενο και έτρωγαν μια φορά κάθε τόσο. Ένσταση υπήρχε ως προς την ερώτηση αναφορικά με το σε ποια εστιατόρια πήγαιναν. Εντούτοις, αμέσως μετά υποβλήθηκε στον ενάγοντα πως πολλά από τα κέρδη της εταιρείας τα ξόδευαν μαζί με τον εναγόμενο 1 σε διάφορα ακριβά εστιατόρια και απάντησε ο ενάγων, μονολεκτικά, με τη λέξη ψέματα. Του υποβλήθηκε επίσης πως πολλά από τα κέρδη της επιχείρησης τα ξόδευαν σε αγορά ακριβών πούρων. Απάντησε με τον ίδιο τρόπο. Όπως απάντησε επίσης και σε σχέση με την υποβολή πως χρησιμοποιούσαν πολλά από τα χρήματα αυτά σε νυχτερινά κέντρα μεταξύ των οποίων και καμπαρέ.
- Σε αυτό το σημείο της αντεξέτασης άλλαξε θέμα ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων. Υποβλήθηκε στον ενάγοντα πως έπαιρνε τις καθημερινές εισπράξεις της εταιρείας από μισά με τον εναγόμενο 1 και ηγέρθηκε ένσταση η οποία εν τέλει έγινε αποδεκτή.
- Το σκεπτικό του Δικαστηρίου με βάση το οποίο η συγκεκριμένη υποβολή δεν έγινε δεκτή είναι το ακόλουθο.
- Αναφέρθηκε στον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων πως αυτό το οποίο εξεταζόταν ήταν κατά πόσο θα επιτρεπόταν η υποβολή καθώς ενώ ο ίδιος αναφερόταν στον τρόπο της καθημερινής λειτουργίας της εταιρείας από άποψης διαμοιρασμού των εισπράξεων διερωτάτο το Δικαστήριο πως αυτό σχετιζόταν με το κατά πόσο ο ενάγων εργαζόταν προσωπικά με πλήρες ωράριο ή είχε αδυναμία να εργαστεί και μάλιστα τονίστηκε πως ούτε καν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε οποιαδήποτε κακή διαχείριση χρημάτων από τους εναγόμενους.
- Εννοώντας δηλαδή το Δικαστήριο πως τέτοια αναφορά δεν υπήρχε εντός της έκθεσης υπεράσπισης. Υποδείχτηκε στον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων πως αυτό δεν ήταν επίδικο θέμα ανεξαρτήτως του κατά πόσο αυτή μπορεί να ήταν η πραγματικότητα. Υπέδειξε το Δικαστήριο πως δεν μπορούσε να επιτραπεί να συνεχιστεί η διαδικασία με αυτό τον τρόπο. Κάλεσε δε τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων όπως απαντήσει στην ένσταση.
- Μετά και από επιχειρηματολογία επί του θέματος το Δικαστήριο παρατήρησε πως ακόμη και η παράγραφος 3 (β) της έκθεσης υπεράσπισης αναφέρεται στην υποχρέωση του ενάγοντα να εργάζεται προσωπικά, με πλήρες ωράριο για την επαύξηση των εργασιών και των κερδών της επιχείρησης αλλά και πάλι αυτό δεν μπορούσε να συνδεθεί με τα όσα εισηγείτο ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων και μάλιστα με τον τρόπο διασύνδεσης του με τη συμπεριφορά του εναγομένου 1, συμπεριφορά σε σχέση με την οποία δεν υπήρχε οποιαδήποτε αναφορά στην έκθεση υπεράσπισης. Εν τέλει η υποβολή δεν επιτράπηκε. Συνεπώς, όντως τουλάχιστον επί αυτού του θέματος διαπιστώνεται πως οι εναγόμενοι δεν μπόρεσαν να προωθήσουν τη συγκεκριμένη θέση ενόψει της απουσίας σχετικού ισχυρισμού από το δικόγραφο τους.
- Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ασφαλώς έχουν σχέση με το κατά πόσο είναι δυνατό να διαπιστωθεί επηρεασμός της διαδικασίας ή ουσιαστικά η ύπαρξη οποιωνδήποτε δικονομικών εμποδίων τα οποία οι εναγόμενοι αντιμετώπισαν κατά την αντεξέταση του ενάγοντα σε σχέση με τη προώθηση των οποιωνδήποτε θέσεων τους. Όπως διαπιστώνεται ο ενάγων ερωτήθηκε αναφορικά με τη κατ΄ ισχυρισμό σπάταλη συμπεριφορά τόσο του ιδίου όσο και του εναγομένου 1 δίχως να εγερθεί ένσταση επί αυτού του θέματος. Συνεπώς αυτά τα οποία οι εναγόμενοι επιδιώκουν να προσθέσουν με τροποποίηση στην έκθεση υπεράσπισης με τη προτεινόμενη παράγραφο 3 (η) σε σχέση με το πώς ο ενάγων μαζί με τον εναγόμενο 1 ξόδευαν σε ακριβά εστιατόρια, αγορά ακριβών πούρων, σε νυχτερινά κέντρα και καμπαρέ έχουν ήδη υποβληθεί στον ενάγοντα και ο ίδιος τοποθετήθηκε σχετικά. Ενώ ερωτήθηκε επίσης και τι έκαναν (προφανώς ο ενάγων και ο εναγόμενος 1) με τα λεφτά τα οποία κέρδιζαν από την επίδικη επιχείρηση και ο ενάγων έδωσε συγκεκριμένη απάντηση. Συνεπώς θα μπορούσε να θεωρηθεί πως σε αυτό το βαθμό η αιτούμενη τροποποίηση είναι αχρείαστη. Παράλληλα θα μπορούσε να θεωρηθεί πως αυτή δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη στην άλλη πλευρά εφόσον ήδη ο ενάγων έχει ερωτηθεί αναφορικά με αυτά τα θέματα δίχως να είχε εγερθεί οποιαδήποτε ένσταση.
- Βεβαίως το περιεχόμενο της προτεινόμενης νέας παραγράφου 3 (η) δεν περιορίζεται στα όσα αναφέρονται πιο πάνω αλλά παράλληλα εμπεριέχει όχι μόνο ισχυρισμό πως ο ενάγων ελάμβανε το ήμισυ των εσόδων της επίδικης επιχείρησης αλλά και διασύνδεση της κατ΄ ισχυρισμό συμπεριφοράς τόσο του ενάγοντα όσο και του εναγομένου 1 με το αποτέλεσμα αυτής. Ως προς το ότι δηλαδή γενικά τα δύο αυτά άτομα σκόρπιζαν αφελώς, ανεγκέφαλα κα σπαταλούσαν άσκοπα τα κέρδη της επιχείρησης με αποτέλεσμα να μην αυξάνονται τα κέρδη αυτής και κατ΄ επέκταση η επιχείρηση να υφίσταται ζημιά.
- Διατηρώντας υπόψη τα όσα όντως είχε ερωτηθεί και απαντήσει ο ενάγων κατά την αντεξέταση του αλλά και τη κατ΄ ισχυρισμό είσπραξη του ήμισυ των κερδών της επιχείρησης από τον ενάγοντα και επίσης τη κατ΄ ισχυρισμό διασύνδεση της σπάταλης συμπεριφοράς τόσο του ίδιου του ενάγοντα όσο και του εναγομένου 1 με παράβαση ουσιαστικά της συμβατικής υποχρέωσης του ενάγοντα για την επαύξηση των εργασιών και κερδών της (όρος 12 της επίδικης συμφωνίας) θεωρώ ότι θα ήταν δίκαιο και ορθό όπως επιτραπεί τουλάχιστον αυτό το μέρος του αιτήματος των εναγομένων. Παρά και τη διαπίστωση πως δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση της υποβολής του αιτήματος των εναγομένων με τα όσα αναφέρθηκαν είτε ως προς την εντύπωση την οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος τους είχε για τη δυνατότητα του να βασιστεί στο δικόγραφο τους ως είχε για να υποβάλει τις συγκεκριμένες ερωτήσεις ή υποβολές είτε ως προς την εντύπωση ότι η ακροαματική διαδικασία δεν θα άρχιζε.
- Θεωρώ ότι παρά την αδικαιολόγητη καθυστέρηση η οποία διαπιστώνεται στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης παρέχεται το περιθώριο από τη νομολογία μας (βλ. σχετικά την απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1Β Α. Α. Δ. 1005) όπως το πρώτο μέρος του αιτήματος (όπως αυτό διαχωρίζεται από το Δικαστήριο) γίνει δεκτό. Όπως αναφέρει σχετικά ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αρτέμης Δ. (όπως ήταν τότε) το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και αν και κατά την εξέταση του θέματος το Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων ενώ τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από τον διάδικο αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης όπου δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Αναφέρει σχετικά ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ναθαναήλ Δ. στην απόφαση της Πολιτικής Αίτησης Αρ. 153/2013, Αναφορικά με την Αίτηση του Νίκου Χριστοφή για Εκκαθάριση της Εταιρείας Christofi Bros Trading Limited, για έκδοση διατάγματος certiorari πως διακριτική ευχέρεια σημαίνει στάθμιση δεδομένων και γεγονότων και απόφαση επ΄ αυτών προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια η οποία μου παρέχεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνω πως θα πρέπει ουσιαστικά να επιτραπεί στους εναγομένους να διατυπώσουν και θέσουν πλήρως υπόψη του ενάγοντα τις θέσεις τους επί του συγκεκριμένου θέματος έτσι ώστε αυτός να είναι σε θέση επίσης να τοποθετηθεί όχι μόνο εντός ενός τροποποιημένου δικογράφου του αλλά και κατά τη διάρκεια του υπολοίπου της προφορικής κατάθεσης του ως ο πρώτος μάρτυρας στην ακροαματική διαδικασία της αγωγής.
- Θα προχωρήσω τώρα σε εξέταση του δεύτερου μέρους του αιτήματος των εναγομένων. Υπενθυμίζω την αναφορά του ενόρκως δηλούντος ως προς την ύπαρξη ενστάσεων σε σχέση με ερωτήσεις του συνηγόρου των αναφορικά με τα όσα προηγήθηκαν της επίδικης συμφωνίας (παράγραφος 17 αυτής της απόφασης).
- Βεβαίως το όλο θέμα προέκυψε όταν ο ενάγων ερωτήθηκε πόσο εμπόρευμα είχε η επιχείρηση και τότε ηγέρθηκε ένσταση. Ήταν σε σχέση με αυτή την ένσταση και τα όσα σχετικά ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων που οδηγήθηκε το Δικαστήριο στο να υπενθυμίσει τον κ. Νικήτα πως υπήρχε μία συμφωνία και πως η σχέση των διαδίκων διέπεται από αυτή τη γραπτή συμφωνία. Η θέση του κ. Νικήτα ήταν πως αυτό είχε σχέση με την εργασία του ενάγοντα αλλά το Δικαστήριο αν και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο η αξία του εμπορεύματος να είχε σχέση με τη συμφωνία δεν έγινε δεκτό ότι τέτοια σχέση υπήρχε και με την εργασία του ενάγοντα. Εν τέλει δεν έγινε δεκτό ως επίδικο θέμα η αξία του εμπορεύματος.
- Σημασία βεβαίως σε αυτό το μέρος της απόφασης έχει η αναφορά στην ύπαρξη της γραπτής συμφωνίας. Ερωτήθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης του ο ενάγων αναφορικά με τη συγκεκριμένη συμφωνία. Δηλαδή, ως προς την ετοιμασία της, από ποιο άτομο ετοιμάστηκε, το χώρο όπου αυτή υπογράφηκε, το κατά πόσο ο αδελφός του, ο οποίος τυγχάνει να είναι δικηγόρος, υπέγραψε ως μάρτυρας, αν θυμόταν ποιοι υπέγραψαν ως μάρτυρες και ποια άλλα άτομα ήταν παρόντα.
- Σε αυτό το σημείο παρά και το ότι δεν είχε εγερθεί ένσταση το ίδιο το Δικαστήριο παρενέβη ερωτώντας το κ. Νικήτα ως προς το ποία σημασία είχε το που υπογράφηκε η συμφωνία ή ποίοι ήταν παρόντες και ποίοι ήταν οι μάρτυρες. Υπενθύμισε το Δικαστήριο πως αυτό το οποίο είναι γεγονός είναι ότι υπέγραψαν οι διάδικοι μία συμφωνία η οποία και κατατέθηκε ως τεκμήριο. Κάλεσε τον κ. Νικήτα να εξηγήσει τι σημασία είχε ποίοι ήταν παρόντες και τι σχέση είχε αυτό με την εκδοχή των εναγομένων. Ερωτήθηκε επίσης ο κ. Νικήτα γιατί θα έπρεπε το Δικαστήριο να επιτρέπει να αναλώνεται ο χρόνος του με αυτό τον τρόπο και τον κάλεσε να επικεντρωθεί στα επίδικα θέματα.
- Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων δεν τοποθετήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο παρά μόνο ανέφερε πως σε αυτό το σημείο δεν θα υπέβαλε άλλη ερώτηση. Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί πως οι εναγόμενοι όντως προσπάθησαν με οποιοδήποτε στοχευμένο τρόπο να αναφερθούν στα όσα προηγήθηκαν της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας κατά την αντεξέταση του ενάγοντα. Ιδιαίτερα δε σε σχέση με το οτιδήποτε θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε αυτή την υπογραφή και όχι βεβαίως με τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή υπογράφηκε. Υπό την έννοια δηλαδή που αυτή υπογράφηκε και ποιοι ήταν παρόντες.
- Δεν θεωρώ αναγκαίο όπως επαναλάβω τα όσα αναφέρονται εντός αυτής της απόφασης στις παραγράφους 17 και 18 και τις υποπαραγράφους αυτών των παραγράφων ή στις παραγράφους 19 και
- Τονίζω απλά ότι λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο αυτών σε αυτό το μέρος της απόφασης.
- Πραγματικά τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής κυρίως άποψης είναι άξιον απορίας πως είναι δυνατό να προβάλλεται η θέση πως, έχοντας ως βάση τα όσα ο ίδιος ο ενόρκως δηλών αναφέρει προς υποστήριξη του αιτήματος των εναγομένων, τα όσα προηγήθηκαν της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας είναι ουσιώδη και σημαντικά έτσι ώστε το Δικαστήριο, όπως ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται, να έχει μία πλήρη εικόνα των επίδικων θεμάτων.
- Ακόμη περισσότερη απορία αλλά δυστυχώς ακόμη και δυσπιστία προκαλεί ο ισχυρισμός πως η τροποποίηση επί του συγκεκριμένου θέματος προέκυψε μετά από τη καταχώρηση του τεκμηρίου
- Καθότι ναι μεν κατατέθηκε η βεβαίωση των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναφορικά με το ποσοστό ανικανότητας του ενάγοντα (100%) μετά από την έναρξη της ακρόασης αλλά ο ενάγων με την απάντηση του στην υπεράσπιση των εναγομένων, με ημερομηνία καταχώρησης 15/9/2008 αναφέρεται σε σοβαρή ασθένεια του για την οποία λάμβανε «σήμερα» σύνταξη ανικανότητας/αναπηρίας και η οποία δεν του επέτρεπε να εργάζεται με πλήρες και συνεχές ωράριο για την εταιρεία.
- Εμφανώς η αδυναμία του ενάγοντα για εργασία καθίσταται με αυτό τον τρόπο γνωστή στους εναγομένους ανεξάρτητα κατά πόσο είναι δυνατό να κριθεί σε αυτό το στάδιο εάν αυτή είχε σχέση με χρονικό στάδιο προ του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας. Αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο είναι πως παρεχόταν η δυνατότητα στο στάδιο μετά τη καταχώρηση του συγκεκριμένου δικογράφου όπως οι εναγόμενοι αιτηθούν είτε λεπτομέρειες (Δ.19 θ. 6) είτε ακόμη και την αποκάλυψη ή επιθεώρηση (Δ.28) οποιουδήποτε σχετικού εγγράφου αναφορικά με τη παροχή σύνταξης ανικανότητας/αναπηρίας του ενάγοντα. Δεν έπραξαν κάτι σχετικό για περίοδο τουλάχιστον 5 ετών.
- Επομένως δεν είναι δυνατό με αυτά τα δεδομένα να γίνει δεκτή ως πειστική η θέση τους πως η αναγκαιότητα για τροποποίηση προέκυψε εξαιτίας της παρουσίασης του τεκμηρίου 3 το οποίο απλά τεκμηρίωνε και καθόριζε το ποσοστό της ανικανότητας του ενάγοντα. Το γεγονός δε πως το τεκμήριο 3 αναφέρει ότι ο ενάγων κατέστη 100% ανίκανος για εργασία σε ημερομηνία η οποία υπολογίζεται να είναι 1 χρόνο και 4 μήνες μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δεν προσθέτει οτιδήποτε το ενισχυτικό στο δεύτερο μέρος του αιτήματος των εναγομένων.
- Βεβαίως από νομικής άποψης το δεύτερο μέρος του αιτήματος των εναγομένων καθίσταται ακόμη πιο αχρείαστα πολύπλοκο αλλά και πιο δύσκολο αυτό να γίνει δεκτό ως δικαιολογημένο με την εισήγηση του ενόρκως δηλούντος ως προς τα ερωτήματα τα οποία εγείρονται (βλ. τις υποπαραγράφους 18.1 έως και 18.4 της απόφασης). Υπό την έννοια δηλαδή να καθίσταται εφικτή η διαπίστωση της ύπαρξης της αναγκαιότητας της αιτούμενης τροποποίησης με βάση τα όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει.
- Τα ερωτήματα τα οποία ο ενόρκως δηλών εγείρει προκαλούν με τη δική τους σειρά το εξής βασικό ερώτημα. Πραγματικά ποία είναι η σημασία αυτών σε σχέση με το αίτημα τροποποίησης;
- Παραδείγματος χάριν, τι σημασία έχει εάν ο ενάγων βρισκόταν σε θέση να κατανοήσει πλήρως και υπογράψει την επίδικη συμφωνία στις 15/11/2002; Ή ακόμη κατά πόσο οι προθέσεις του ήταν ειλικρινείς και ανυστερόβουλες όταν υπέγραφε την επίδικη συμφωνία ή εάν την υπέγραψε για αλλότριους σκοπούς. Το δε ερώτημα κατά πόσο ο ενάγων ήταν σε θέση να εργαστεί κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί ανεξάρτητα και από την οποιαδήποτε τροποποίηση ενώ δεν πείθεται το Δικαστήριο ως προς το ότι αυτό θα πρέπει να ενταχθεί εντός ενός πλαισίου εξέτασης των συνθηκών οι οποίες προηγήθηκαν ή οδήγησαν στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Ενώ το ερώτημα γιατί ο ενάγων αξιώνει αποζημιώσεις και για μία περίοδο για την οποία ο ίδιος ισχυρίζεται πως δεν μπορούσε να εργαστεί είναι κάτι το οποίο μπορεί να εξεταστεί δίχως να χρειάζεται η οποιαδήποτε τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης. Δηλαδή, δεν πείθεται το Δικαστήριο πως έχοντας ως βάση αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση έτσι ώστε να προσδιορίζεται με αυτό τον τρόπο η ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων προς αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Δηλαδή, δεν εγείρει θέματα ο ενόρκως δηλών τα οποία πείθουν το Δικαστήριο πως θα πρέπει να επιτραπεί το συγκεκριμένο μέρος της αίτησης τροποποίησης έτσι ώστε κατά τη δίκη να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων.
- Βεβαίως το θέμα υπό εξέταση δεν περιορίζεται απλώς στα ερωτήματα τα οποία ο ίδιος ο ενόρκως δηλών εγείρει αλλά και σε σχέση με τη προτεινόμενη υποπαράγραφο 3 (θ) την οποία οι εναγόμενοι επιδιώκουν να προσθέσουν στην έκθεση υπεράσπισης τους και η οποία συμπεριλαμβάνει λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων του ενάγοντα.
- Ενώ ως προς τη προτεινόμενη υποπαράγραφο 3 (ι) με αναφορές σε ισχυρισμό ότι ο ενάγων ψεύδεται και ότι προσπαθεί με έντεχνο ή πονηρό τρόπο να αξιώσει χρήματα τα οποία δεν δικαιούται, το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτή θα πρέπει να ιδωθεί ως ενταγμένη γενικότερα στο όλο πλαίσιο των προτεινόμενων ισχυρισμών των εναγομένων για τις προαναφερόμενες λεπτομέρειες και κυρίως όχι μόνο αυτές των ψευδών παραστάσεων αλλά και την αναφορά ότι ο ενάγων ξεγέλασε τους εναγόμενους (παράγραφος 5 της προτεινόμενης υποπαραγράφου 3 (θ)). Επομένως θεωρώ πως το οποιοδήποτε συμπέρασμα του Δικαστηρίου αναφορικά με τη προτεινόμενη υποπαράγραφο 3 (θ) θα πρέπει να εφαρμοστεί και σε σχέση με τη προτεινόμενη υποπαράγραφο 3 (ι).
- Εύστοχα ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα στη γραπτή αγόρευση του προβάλει το επιχείρημα πως οι εναγόμενοι προσπαθούν να εισάγουν ισχυρισμούς περί δόλου δίχως να επεξηγούν ή να στοιχειοθετούν γιατί αυτοί είναι απαραίτητοι ή σε τι θα εξυπηρετούσε αυτή η προσθήκη εφόσον ακόμη και εάν εγκρινόταν το αίτημα τους σε κανένα σημείο του δικογράφου τους δεν προκύπτει ότι ακύρωσαν τη συμφωνία λόγω δόλου ή απάτης ή ψευδών παραστάσεων. Εισηγείται δηλαδή πως ακόμη και να εγκρινόταν αυτό το αίτημα και πάλι δεν θα είχαν υπεράσπιση οι εναγόμενοι εναντίον της αξίωσης ενώ παράλληλα ενισχύει αυτή τη θέση με αναφορά στα όσα προνοούνται σχετικά από το άρθρο 19 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Υπενθυμίζει δε πως οι εναγόμενοι δεν προέβηκαν σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας ενώ αντιθέτως επιθυμούν τη διατήρηση της σε ισχύ δηλώνοντας ταυτόχρονα πρόθυμοι όπως μεταβιβάσουν στον όνομα του ενάγοντα τις μετοχές σύμφωνα δηλαδή με τα όσα προνοούνται από την επίδικη συμφωνία.
- Όντως είναι βάσιμο αλλά και καθοριστικό αυτό το επιχείρημα προς υποστήριξη ουσιαστικά της θέσης πως με το δεύτερο μέρος της αιτούμενης τροποποίησης όχι μόνο δεν αποδεικνύεται αλλά ούτε καν αναδεικνύεται η οποιαδήποτε αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης.
- Θα πρόσθετα σε σχέση με αυτό το επιχείρημα και το εξής. Οι εναγόμενοι δεν επεδίωξαν με την αίτηση τροποποίησης τους όπως προσθέσουν ανταπαίτηση στο δικόγραφο τους. Ενώ αξίζει να σημειωθεί και το εξής. Οι εναγόμενοι στη παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης τους ισχυρίζονται πως έχουν υποστεί ζημιά από την εκ μέρους του ενάγοντα παράβαση της επίδικης συμφωνίας ή λόγω της μη εργασίας του στην εταιρεία και επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους για καταχώρηση ξεχωριστής αγωγής και διεκδίκηση της ζημιάς που υπέστησαν. Προς τι πραγματικά αυτή η υφιστάμενη επιφύλαξη ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη τα όσα επιδιώκουν να προσθέσουν στην έκθεση υπεράσπισης τους με το δεύτερο μέρος του αιτήματος τροποποίησης.
- Υπενθυμίζω επίσης σχετικά ότι κατά την εξέταση της ένστασης σε ερώτηση αναφορικά με το πόσο εμπόρευμα είχε η επίδικη επιχείρηση υποδείχτηκε στον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων πως αυτή δεν είχαν ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα.
- Συνεπώς όχι απλώς μειώνεται με την έλλειψη ανταπαίτησης των εναγομένων εναντίον του ενάγοντα η αναγκαιότητα της προσθήκης των προτεινόμενων υποπαραγράφων 3 (θ) και 3 (ι) αλλά ουσιαστικά εξουδετερώνεται εντελώς.
- Παράλληλα όμως η ορθότητα της θέσης του ευπαίδευτου δικηγόρου επί του προκειμένου είναι εμφανής. Μία απλή ανάγνωση του άρθρου 19 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, είναι αρκετή έτσι ώστε να επιβεβαιωθεί η ορθότητα αυτής της θέσης. Όντως σε περίπτωση όπου η συγκατάθεση ενός συμβαλλόμενου εξασφαλίστηκε με απάτη ή ψευδείς παραστάσεις αυτός έχει την επιλογή ακύρωσης της συμφωνίας ή δύναται να απαιτήσει όπως η συμφωνία εφαρμοστεί έτσι ώστε να βρεθεί στη θέση την οποία θα βρισκόταν εάν οι παραστάσεις οι οποίες είχαν γίνει ήταν αληθινές.
- Ως προς το ενδεχόμενο να απαιτούσαν οι εναγόμενοι να βρεθούν σε αυτή τη θέση αυτό βεβαίως στη περίπτωση του ενάγοντα δεν είναι δυνατό να κριθεί εφικτό όχι τόσο ενόψει της προβαλλόμενης ανικανότητας του να εργαστεί αλλά του ίδιου του γεγονότος πως είναι επί αυτής της ανικανότητας που οι ίδιοι οι εναγόμενοι επιδιώκουν να βασιστούν σε σχέση με τις προβαλλόμενες λεπτομέρειες δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων. Κατ΄ επανάληψη στις παραγράφους 1 έως και 4 της προτεινόμενης υποπαραγράφου 3 (θ) αναφέρονται οι εναγόμενοι στην άσχημη ή κακή ψυχολογική κατάσταση του ενάγοντα η οποία δεν του επέτρεπε να εργαστεί ως ένα φυσιολογικός άνθρωπος.
- Συνεπώς δικονομικά πουθενά δεν θα οδηγούσε η προσθήκη των συγκεκριμένων υποπαραγράφων παρά μόνο σε σύγχυση των επίδικων θεμάτων και αχρείαστη ανάλωση δικαστικού χρόνου με τη παρουσίαση και δοκιμασία με αντεξέταση μαρτυρίας η οποία στο τέλος της διαδικασίας δεν θα είχε οποιαδήποτε σημασία αναφορικά με την έκβαση της αγωγής είτε ως προς την επιδίκαση οποιωνδήποτε θεραπειών υπέρ των εναγομένων είτε με την απόρριψη της αξίωσης του ενάγοντα με τη προβολή μίας βάσιμης υπεράσπισης των εναγομένων η οποία θα αναδεικνυόταν με απόδειξη των προτεινόμενων λεπτομερειών δόλου ή απάτης ή ψευδών παραστάσεων.
- Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, κρίνεται πως η αίτηση τροποποίησης θα πρέπει να εγκριθεί μόνο ως προς το πρώτο μέρος της και όχι ως προς το δεύτερο μέρος όπως αυτά τα δύο μέρη έχουν καθοριστεί από το Δικαστήριο. Συνεπώς, η αίτηση τροποποίησης εγκρίνεται μερικώς ως η αίτηση παράγραφος 1 (α). Οι εναγόμενοι θα πρέπει να καταχωρήσουν τη τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης τους εντός 21 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ενώ ο ενάγων θα πρέπει να καταχωρήσει τη τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση εντός 7 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης στο δικηγόρο του.
- Αναφορικά με τα έξοδα διατηρώντας υπόψη τη φύση της διαδικασίας και καθιερωμένη νομολογία επί του θέματος παρά και τη μερική έγκριση της αίτησης των εναγομένων τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εις βάρος των εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την αποπεράτωση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο