ΝΙΚΟΛΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΣΥΜΕΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2047/2008, 18/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A212 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2047/2008 Μεταξύ: ΝΙΚΟΛΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ενάγοντα και ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΣΥΜΕΟΥ Εναγομένης ---- Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Φλωράκη Για την Εναγόμενη: κα Κνέκνα για κ. Παπαθεοχάρους ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγων με την παρούσα αγωγή ζητά από το Δικαστήριο: α) Δήλωση ότι η Εναγόμενη κατέχει το ¼ μερίδιο του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 28163 Φ/Σχ. 51/03, τεμ. 709, στην τοποθεσία Ριζάδερα της ενορίας Αγίου Θεοδώρου στην Πάφο ως καταπιστευματοδόχος και/ή θεματοφύλακας προς όφελος του Ενάγοντα. β) Δήλωση ότι ο Ενάγων είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης και ή το πρόσωπο το οποίο δικαιούται σε εγγραφή επ΄ ονόματι του του ¼ μεριδίου του πιο πάνω ακινήτου. γ) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη και/ή σε περίπτωση που η Εναγόμενη αρνηθεί ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου όπως εγγράψει επ΄ ονόματι του Ενάγοντα το ¼ μερίδιο του πιο πάνω ακινήτου. δ) €17.497,50 ως αποζημιώσεις και/ή διαφυγόντα κέρδη και/ή ενοίκια από την ημερομηνία αποπεράτωσης της εν λόγω κατοικίας μέχρι την 1.9.2008 ε) €207,50 μηνιαίως από 1.10.2008 και κάθε πρώτη εκάστου μηνός μέχρι παράδοσης της ανώγειας κατοικίας και στ) Διαζευκτικά με τα πιο πάνω €178.500 ως αποζημιώσεις και/ή απόδοση του μεριδίου που αναλογεί στον Ενάγοντα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης στις 6.9.1997 ο Ενάγων παντρεύτηκε τη θυγατέρα της Εναγομένης με την οποία χώρισαν στις 19.6.
- Η Εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου του πιο πάνω ακινήτου και στο εν λόγω ακίνητο βρίσκεται μια διώροφη κατοικία η αξία της οποίας είναι γύρω στις €357.
- Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα όταν ήταν αρραβωνιασμένος με τη θυγατέρα της Εναγομένης η ανώγειος κατοικία δεν ήταν ολοκληρωμένη και ο ίδιος συνείσφερε τόσο με προσωπική εργασία όσο και με χρηματική βοήθεια και η κατοικία ολοκληρώθηκε. Ισχυρίζεται επίσης ότι συνεισέφερε τόσο για την ολοκλήρωση της οικοδομής όσο και για τον εξοπλισμό της κατοικίας το χρηματικό ποσό των €162.
- Τα χρήματα αυτά προέρχονται τόσο από δικά του εισοδήματα όσο και από δάνεια που συνήψε με σκοπό την αποπεράτωση της κατοικίας. Ο Ενάγων προέβηκε στην πιο πάνω συνεισφορά βασιζόμενος στη ρητή και/ή εξυπακουόμενη υπόσχεση της Εναγομένης ότι η εν λόγω κατοικία θα εγγραφόταν επ΄ ονόματι του και επ΄ ονόματι της πρώην συζύγου του ανά ½ μερίδιο στον καθένα. Η κατοικία αποπερατώθηκε στα τέλη του 1999 και όπως ισχυρίζεται ο ίδιος δικαιούται να εγγραφεί ως ο ιδιοκτήτης κατά ½ μερίδιο και δικαιούται επίσης το ½ μερίδιο των ενοικίων της κατοικίας από την αποπεράτωση της μέχρι την παράδοση του μεριδίου του από την κατοικία. Στην έκθεση υπεράσπισης η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων ουδέποτε εργάστηκε προσωπικά στην επίδικη κατοικία και ουδέποτε συνείσφερε οποιοδήποτε ποσό για την ανέγερση της. Η οικοδομή αποπερατώθηκε αποκλειστικά με δαπάνες του συζύγου της και με προσωπική εργασία του συζύγου της. Ισχυρίζεται επίσης ότι ουδέποτε υποσχέθηκε στον Ενάγοντα με οποιοδήποτε τρόπο ότι θα εγγράψει το ½ μερίδιο της κατοικίας στο όνομα του και αρνείται ότι κατέχει το ½ μερίδιο της κατοικίας σαν καταπιστευματοδόχος προς όφελος του Ενάγοντα ή της θυγατέρας της Ξένιας Ξενοφώντος. Ισχυρίζεται επίσης ότι η κατοικία αποπερατώθηκε στις αρχές του 1999 και ο Ενάγων δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση αλλά περαιτέρω οι ισχυρισμοί του για το ύψος οποιουδήποτε ενοικίου είναι αυθαίρετοι και ανυπόστατοι. Η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελείται από τη γραπτή δήλωση του Ενάγοντα η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και την προφορική του μαρτυρία ιδιαίτερα το περιεχόμενο της αντεξέτασης του αλλά και από τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 Ξένιας Ξενοφώντος και της Εναγομένης Κυριακής Ξενοφώντος. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης σωρεία τεκμηρίων στα οποία θα αναφερθώ όπου κριθεί αναγκαίο. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα όταν αρραβωνιάστηκε με τη θυγατέρα της Εναγομένης το 1995 μετακόμισε στο σπίτι των πεθερικών του πάνω από το οποίο είχαν αρχίσει την ανέγερση δεύτερης ανεξάρτητης κατοικίας. Η Εναγόμενη από την πρώτη φορά που πήγε στο σπίτι των πεθερικών του του ανέφερε ότι η κατοικία που κτίζουν θα ανήκε στον ίδιο και την σύζυγο του όταν θα παντρευτούν και θα την εγγράψει από μισό στο όνομα τους. Έτσι με βάση αυτή τη δήλωση της Εναγομένης υποσχέθηκε και ο ίδιος ότι θα βοηθούσε οικονομικά αλλά και με την προσωπική του εργασία στην ολοκλήρωση της κατοικίας. Επειδή ο πεθερός του αλλά και τα αδέλφια της πεθεράς του είχαν εταιρεία που έπαιρναν υπεργολαβίες και έκτιζαν σπίτια και ήταν γνώστες του αντικειμένου ο πεθερός του ανέλαβε πλήρως τη διεύθυνση στην ανέγερση της κατοικίας. Η ολοκλήρωση της κατοικίας όπως ο Ενάγων αναφέρει στη δήλωση του ήταν οικογενειακή υπόθεση των πεθερικών του και στις αποφάσεις ελάχιστα συμμετείχε αφού τους είχε πλήρη εμπιστοσύνη. Η κατοικία ολοκληρώθηκε περίπου στις αρχές του 2000 αλλά δεν γνωρίζει το ακριβές κόστος της ολοκλήρωσης της αφού όλες τις πληρωμές τις έκανε ο πρώην πεθερός του. Παρά το γεγονός ότι δεν γνωρίζει πόσο ακριβώς κόστισε το κτίσιμο της κατοικίας επειδή όμως ήθελε να γνωρίζει τι ακριβώς πλήρωνε ο ίδιος κρατούσε σημειώσεις για τις μεγάλες πληρωμές που έκαμνε είτε απευθείας σε τρίτα πρόσωπα ή μέσω του πρώην πεθερού του στους υπεργολάβους, εργάτες και προμηθευτές υλικών. Έτσι σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς ο ίδιος πλήρωσε το ποσό των £48.400 ή €82.696,
- Επίσης πλήρωσε για τον εξοπλισμό της κατοικίας το συνολικό ποσό των €£15.610 ή €26.671,
- Τα ποσά για την ανέγερση της κατοικίας τα συγκέντρωσε από δάνεια τα οποία συνήψε ο ίδιος στο όνομα του ή από κοινού με τη σύζυγο του και για τα οποία αναφέρει στη δήλωση του λεπτομέρειες καταθέτοντας επίσης ως Τεκμήρια τα σχετικά έγγραφα. Όπως αναφέρει περαιτέρω στη γραπτή του δήλωση δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποια ακριβώς πληρωμή έκανε για κάθε συγκεκριμένο δάνειο. Βεβαιώνει όμως ότι τα ποσά χρησιμοποιήθηκαν στο κτίσιμο του σπιτιού αφού δεν είχε κανένα άλλο λόγο να δανειστεί χρήματα από τράπεζα. Αναφέρει επίσης ότι πρόθεση του ιδίου και της συζύγου του ήταν να πάρουν ένα μεγάλο δάνειο για να καλύψουν όλα τα έξοδα για το κτίσιμο της κατοικίας το οποίο ως στεγαστικό θα είχε και χαμηλότερο επιτόκιο. Όμως οι τράπεζες ήθελαν για εγγύηση να μπει υποθήκη το σπίτι και αφού το σπίτι ήταν στο όνομα της πεθεράς του αναγκάστηκαν να πάρουν πολλά μικρά δάνεια στο όνομα του σε διάφορες τράπεζες όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια που αποτελούν τα δάνεια που πήρε. Τα δάνεια όπως ισχυρίζεται ο Ενάγων τα αποπλήρωσε αποκλειστικά ο ίδιος αφού εργαζόταν ως μάγειρας σε διάφορα ξενοδοχεία και εστιατόρια της Πάφου με αρκετά καλό εισόδημα. Κατέθεσε επίσης έναντι των δανείων άλλα ποσά τα οποία πήρε από το Ταμείο Προνοίας αλλά και από ποσό το οποίο εισέπραξε από ασφάλεια ζωής. Αναφέρει επίσης στη δήλωση του ότι πέραν από την οικονομική συνεισφορά ο ίδιος βοήθησε και με προσωπική εργασία με την βοήθεια του πεθερού του και την καθοδήγηση του. Βοήθησε επίσης τον αδελφό της πεθεράς του όταν ήλθε για να κάνει τις ξυλουργικές εργασίες όπως επίσης βοήθησε και κατά το στάδιο του μπογιατίσματος. Το σπίτι πήρε περίπου 5 χρόνια να τελειώσει και ο λόγος της καθυστέρησης οφείλεται στο ότι οι εργολάβοι ήταν συγγενείς των πεθερικών του και έρχονταν όποτε μπορούσαν να εργαστούν. Παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις του προς την Εναγομένη για το χρόνο μεταβίβασης της κατοικίας στο όνομα του η ίδια έβρισκε διάφορες δικαιολογίες όμως πάντα τον διαβεβαίωνε ότι το σπίτι ήταν δικό του. Στην αντεξέταση του ο Ενάγων ανέφερε ότι τις πληρωμές για την αγορά των υλικών της ανάλαβε ο πεθερός του και ο ίδιος του έδινε τα χρήματα με τα οποία πλήρωνε τους υπεργολάβους. Ο ίδιος κρατούσε απλώς σημειώσεις όταν έδινε μεγάλα ποσά. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνώριζε το κόστος ή τα υλικά που τοποθετήθηκαν στην οικοδομή, αυτά τα γνώριζε ο πεθερός του και όπως περαιτέρω ανέφερε η ανέγερση της οικοδομής ήταν μια καθαρά οικογενειακή υπόθεση αφού ο κάθε ένας από τα αδέλφια της πεθεράς και του πεθερού του έβαζαν προσωπική εργασία μέσα στο σπίτι. Στον Ενάγοντα υπεβλήθηκε ότι κανένας δεν χρέωσε εργατικά από την οικογένεια των πρώην πεθερικών του και ότι τα υλικά αγοράστηκαν σε πολύ χαμηλές τιμές λόγω των επαγγελμάτων που ο καθένας από τους συγγενείς της πρώην συζύγου του έκαμνε. Ο Ενάγων ανέφερε ότι έβαζαν προσωπική εργασία όμως ήθελαν να πληρωθούν για την εργασία που έκαμναν. Ισχυρίστηκε ότι ο πρώην πεθερός του του ζήτησε να συνεισφέρει και αυτός χρήματα ούτως ώστε να τελειώσει το σπίτι πιο γρήγορα. Η κα Κνέκνα στην μακρά αντεξέταση της υπέβαλε στον Ενάγοντα αναλυτικά τις χρεώσεις που ο Ενάγων ανέφερε ζητώντας από αυτόν να εξηγήσει το κάθε ποσό. Σε ερώτηση της τι εννοεί ο Ενάγων με τη σημείωση «£4.500 διάφορα εργατικά», ο Ενάγων ανέφερε και χρησιμοποιώ ακριβώς την απάντηση του «διάφορα εργατικά ήταν και από υπεργολαβίες. Εγώ έγραφα ορισμένα ποσά και βάλαμε ένα ορισμένο ποσό». Οι ίδιες λεπτομέρειες ζητήθηκαν από την κα Κνέκνα και για το ποσό των £7.000 που ζητά ο Ενάγων σαν αξία αγοράς επίπλων. Υπεβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι τα έπιπλα ήταν αξίας £2.745 και ο Ενάγων ανέφερε ότι ζήτησε από την εταιρεία που πώλησε τα έπιπλα να του δώσει την απόδειξη και δεν γνωρίζει αν η εταιρεία έκανε λάθος. Σε υποβολή επίσης της κας Κνέκνα ότι το ποσό που δόθηκε για την αγορά των ηλεκτρικών συσκευών δεν ξεπερνούσε το ποσό των £1.460 ο Ενάγων ανέφερε ότι το ποσό ήταν παραπάνω αλλά δεν θυμόταν ακριβώς πόσο ήταν. Ερωτήθηκε επίσης πόσα αυτοκίνητα αγόρασε ο ίδιος και ο μάρτυρας ανέφερε ότι αγόρασε 4 αυτοκίνητα. Υπεβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι τα δάνεια που παρουσίασε έγιναν με σκοπό την αγορά των αυτοκινήτων και μάλιστα ένα από τα δάνεια έγινε πριν ακόμα γνωριστεί με την πρώην σύζυγο του. Ο Ενάγων ανέφερε ότι έπαιρνε ορισμένα ποσά από διάφορες τράπεζες γιατί δεν μπορούσε να κάνει ένα μεγάλο δάνειο επειδή δεν υπήρχε εγγύηση και έπαιρναν μικρά μικρά δάνεια και τα ποσά τα χρησιμοποιούσαν για την ανέγερση της κατοικίας. Σε ερώτηση επίσης της κας Κνέκνα με αναφορά στο Τεκμήριο 9 ποιος εξόφλησε το συγκεκριμένο δάνειο ο Ενάγων ανέφερε ότι μπορεί να είναι εξ αδιαιρέτου με την πρώην σύζυγο του και δεν γνωρίζει ποιος έβγαλε την απόδειξη εξόφλησης. Σε υποβολή ότι το δάνειο ξοφλήθηκε από τη σύζυγο του με χρήματα που της έδωσε ο πατέρας της ο Ενάγων ανέφερε ότι ποτέ δεν ξόφλησαν οι γονείς της συζύγου του οποιοδήποτε δάνειο, τα δάνεια τα ξοφλούσε ή ο ίδιος ή «εξ αδιαιρέτου». Υπεβλήθηκε επίσης στον Ενάγοντα ότι το δάνειο που φαίνεται στο Τεκμήριο 12 και αφορά £12.000 χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του καινούργιου του διπλοκάμπινου αυτοκινήτου και η απάντηση του μάρτυρα ήταν ότι «δεν νομίζω». Σύμφωνα με τις υποβολές της κας Κνέκνα το δάνειο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 13 δεν ήταν νέο δάνειο αλλά ανανέωση του δανείου που φαίνεται στο Τεκμήριο
- Η απάντηση του Ενάγοντα στην υποβολή αυτή ήταν και πάλι «δεν νομίζω». Ανέφερε επίσης ότι δεν θυμάται όλα τα δάνεια του πότε τα εξόφλησε και σε ποιες ημερομηνίες και πρόσθεσε ότι πλήρωναν πάντα μαζί με τη σύζυγο του και όσο μπορούσε ο καθένας συνείσφερε. Για την πλευρά του Ενάγοντα δεν δόθηκε περαιτέρω μαρτυρία και στη συνέχεια η Εναγομένη κάλεσε σαν Μ.Υ.1 την θυγατέρα της Ξένια Ξενοφώντος η οποία ήταν πρώην σύζυγος του Ενάγοντα. Στη γραπτή της δήλωση η οποία έγινε Τεκμήριο Β η μάρτυρας αναφέρει ότι γνώρισε τον Ενάγοντα στις 23.6.1995 και παντρεύτηκαν στις 6.9.
- Το 2003 καταχώρησε αίτηση διαζυγίου το οποίο εκδόθηκε το
- Όταν γνώρισε τον σύζυγο της αυτός μόλις είχε τελειώσει την στρατιωτική του θητεία και η ίδια ήταν ακόμη μαθήτρια λυκείου. Ο πατέρας της επιθυμούσε πάντοτε να της κτίσει μια κατοικία και η μητέρα της ήθελε να κτιστεί ακριβώς πάνω από τη δική τους κατοικία. Οι γονείς της της ανέφεραν ότι η κατοικία προοριζόταν για την ίδια αλλά ουδέποτε ανέφεραν ή υποσχέθηκαν ότι θα μεταβίβαζαν το ½ της κατοικίας στον Ενάγοντα. Η κατοικία άρχισε να κτίζεται το 1994 πριν ακόμη γνωριστεί με τον Ενάγοντα. Ο πατέρας της ήταν υπεργολάβος και αναλάμβανε το κτίσιμο οικοδομών και επίσης στην ανέγερση της κατοικίας πρόσφερε τόσο η μητέρα της όσο και αρκετά συγγενικά τους πρόσωπα γιατί όλοι στην οικογένεια των γονιών της ασχολούνταν με οικοδομικές και άλλες παρεμφερείς εργασίες όπως πελεκάνοι, υδραυλικοί και ηλεκτρολόγοι. Όλοι οι θείοι της πρόσφεραν αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες τους και πληρώνονταν μόνο για τα υλικά που χρησιμοποιούσαν. Η μάρτυρας ανέφερε ότι έχει στην κατοχή της τιμολόγια και αποδείξεις πληρωμών αλλά και επιταγές με τις οποίες πληρώθηκαν τσιμέντα, τούβλα, το ντεπόζιτο του νερού, τα υλικά για τα ξυλουργικά και τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις όπως τα κεραμικά και τα είδη υγιεινής τις οποίες κατέθεσε σαν Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι ο ισχυρισμός της Μ.Υ.1 ότι ο Ενάγων ουδέποτε ασχολήθηκε με την ανέγερση της κατοικίας και δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τις εργασίες που γίνονταν. Τα χρήματα που κέρδιζε από την εργασία του τα χρησιμοποιούσε για αγορές αυτοκινήτων αφού μέσα σε 5 χρόνια αγόρασε 4 αυτοκίνητα. Τα δάνεια που ο Ενάγων κατέθεσε σαν Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου τα έκαμε για την αγορά των αυτοκινήτων αλλά και μίας μοτοσικλέτας την οποία αγόρασε πριν γνωριστεί μαζί του. Ο Ενάγων σύμφωνα με την μάρτυρα ουδέποτε είχε επαρκή εισοδήματα για να συνεισφέρει στο κόστος ανέγερσης και ολοκλήρωσης της κατοικίας και πέραν από τα έξοδα που αφορούσαν το πρόσωπο του δεν είχε καμιά συνεισφορά στην οικογένεια. Στη δική της γραπτή δήλωση Τεκμήριο Γ, η Εναγόμενη αναφέρει ότι ο Ενάγων είναι ο πρώην σύζυγος της θυγατέρας της. Μαζί με το σύζυγο της το 1994 αποφάσισαν να κτίσουν την κατοικία πάνω από την κατοικία που διέμεναν για την θυγατέρα τους Ξένια. Ο σύζυγος της εργαζόταν σαν υπεργολάβος οικοδομών και έτσι αφιέρωνε πολύ χρόνο, κόπο και χρήματα για να ανεγείρει την κατοικία της θυγατέρα τους. Ο Ενάγων τίποτε δεν συνείσφερε για την ανέγερση της κατοικίας ούτε καν προσωπική εργασία. Επειδή όλοι στην οικογένεια τόσο τη δική της όσο και του συζύγου της ασχολούνταν με οικοδομικές εργασίες βοήθησαν για την ανέγερση της. Όπως ανέφερε στην αντεξέταση της η ίδια έχει 4 αδέλφια που είναι ο ένας πελεκάνος και οι άλλοι 3 κτίστες και καλουψιήδες και έτσι βοήθησαν στην ανέγερση της κατοικίας όπως βοήθησαν και στην ανέγερση των κατοικιών όλων των αδελφών χωρίς να χρεώσουν οποιαδήποτε εργατικά αγοράζοντας μόνο τα υλικά. Η Εναγόμενη ανέφερε ότι ουδέποτε υποσχέθηκε στον Ενάγοντα να του μεταβιβάσει την κατοικία και ο Ενάγων ουδέποτε συνείσφερε στο σπίτι αυτό. Όταν ο Ενάγων αρραβωνιάστηκε με την θυγατέρα της ήταν πολύ νεαρός δεν είχε οποιαδήποτε χρήματα και δεν ήταν σε θέση να συνεισφέρει οτιδήποτε. Σε υποβολή της κας Φλωράκη ότι ο Ενάγων συνέβαλε κατά πολύ μεγάλο ποσοστό στην ολοκλήρωση της κατοικίας η μάρτυρας ανέφερε ότι τα δάνεια που έκαμε ο Ενάγων για να αγοράσει αυτοκίνητα ήταν τέτοια που τίποτε δεν περίσσευε ακόμη και για να φέρνει γάλα για τα παιδιά του. Σε υποβολή επίσης ότι συνείσφερε με προσωπική εργασία η μάρτυρας ανέφερε ότι ούτε μια φορά δεν ανέβηκε για να δει την κατοικία στο χρόνο που κτιζόταν. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου θεωρηθεί σκόπιμο. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης θα εξετάσω τη προδικαστική ένσταση που εγείρεται με την υπεράσπιση ότι δηλαδή το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση και αρμόδιο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο αφού αφορά περιουσιακή διαφορά συζύγων. Αντίθετα η πλευρά του Ενάγοντα θεωρεί ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης αφού δεν ισχυρίζεται ότι η επίδικη κατοικία ανήκει κατ΄ ουσία στην πρώην σύζυγο του και η Εναγόμενη την κατακρατεί προς όφελος της και ότι η περιουσία της πρώην συζύγου του αυξήθηκε λόγω της δικής του συνεισφοράς. Όπως αναφέρει η κ. Φλωράκη στην αγόρευση της ο Ενάγων βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο στην υπόσχεση της Εναγόμενης και γι΄ αυτό τον λόγο επιλέχθηκε να μην είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή η πρώην σύζυγος του και όχι στη σχέση που είχε με την τότε σύζυγο και κατά συνέπεια αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Η κ. Φλωράκη με την εισήγηση της διαχωρίζει την υπόσχεση της Εναγομένης προς τον Ενάγοντα από την σχέση του Ενάγοντα με την πρώην σύζυγο του καθορίζοντας την σαν μια αυτοτελή υπόσχεση. Κάτω από το πλαίσιο όμως αυτό το πρώτο ερώτημα που προβάλλει είναι γιατί η Εναγόμενη να υποσχεθεί κάτι τέτοιο στον Ενάγοντα ανεξάρτητα από την σχέση του με την θυγατέρα της. Εάν δόθηκε τέτοια υπόσχεση δεν ήταν λογικό να δοθεί με την προοπτική του γάμου και μέσα στα πλαίσια του γάμου της θυγατέρας της με τον Ενάγοντα. Στην υπόθεση Ιωάννης Χ. Περικλέους ν. Μαρίας Παναγιώτου Εγγλέζου κ.α. Έφεση Αρ. 5/10 ημερ. 9/6/11 αναφέρεται ότι η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία «είχε αγοράσει το οικόπεδο πριν από το γάμο το οποίο με την ανοχή ή συγκατάθεση της χρησιμοποιήθηκε για να οικοδομηθεί οικία προς στέγαση των συζύγων. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις θεωρείται πως δεν μπορεί το Οικογενειακό Δικαστήριο να μην έχει δικαιοδοσία επειδή η ακίνητη περιουσία παραμένει εγγεγραμμένη επί ονόματι της εταιρείας. Δεν είναι τόσο το ότι η αξίωση διέρχεται μέσα από τις σχέσεις των συζύγων όσο ότι η αξίωση αρχίζει και τελειώνει με την σχέση των συζύγων και εξ΄ αιτίας αυτής». Στην απόφαση επίσης Αντρέας Μαλαός ν. Χριστιάνα Χρίστου
(2005)1 ΑΑΔ 1191, αποφασίστηκε ότι ορθά το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέτασε το αγώγιμο δικαίωμα στη βάση του άρθρου 14 του Νόμου Περί Ρυθμίσεως των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, Ν.232/91όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.58
(1)/99, αφού κατά το χρόνο της συμβολής του αιτητή στην επαύξηση της περιουσίας έστω ότι το τεμάχιο στο οποίο είχε ανεγερθεί η επίδικη κατοικία δεν ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της συζύγου του αυτό δεν εξουδετερώνει το δικαίωμα του αιτητή για συνεισφορά αφού η ανέγερση της αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου με τη σύμφωνη γνώμη και της μητέρας της συζύγου που ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Με βάση τα πιο πάνω η παρούσα υπόθεση θα έπρεπε κατά την κρίση μου να τεθεί ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου σαν αρμόδιου Δικαστηρίου για την εκδίκαση της. Με δεδομένη όμως τη θέση της κ. Φλωράκη θα εξετάσω τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη του υποσχέθηκε ότι θα του μεταβιβάσει το ½ της κατοικίας στη βάση του εξ΄ υπαγωγής καταπιστεύματος. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Κληρίδης ως εκτελεστής της διαθήκης της αποβιωσάσης Πετρούλας Ρούσου ν. Ηρόδοτου Σταυρίδη ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Φωτιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 521 στην οποία έγινε αναφορά στην απόφαση Grant v. Edwards
(1986)2 ALL E.R. 426, για να αποδειχθεί η ύπαρξη εξ΄ επαγωγής καταπιστεύματος θα πρέπει ο Ενάγων να παρουσιάσει μαρτυρία για κοινή πρόθεση για ωφέλιμο συμφέρον και εξυπακουόμενο κοινό σκοπό. Η απόδειξη της κοινής πρόθεσης μπορεί αν στηριχθεί σε κοινή συμφωνία ή πάνω σε εξυπακουόμενη κοινή συμφωνία όπως προκύπτει από τις πράξεις των μερών. Εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης παρατηρώ ότι η απαίτηση του Ενάγοντα είναι για αναγνώριση του ως μεριδιούχου του ¼ του ακινήτου ή διαζευκτικά για το ποσό των €178,500 ως αποζημίωση για το μερίδιο που του αναλογεί. Η κα Κνέκνα ανέφερε μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του Ενάγοντα ότι αποδέχεται το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 ότι δηλαδή η ολική αξία της επίδικης κατοικίας είναι €201,500 και γίνεται ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου. Ο ουσιαστικός ισχυρισμός του Ενάγοντα είναι ότι η Εναγόμενη του υποσχέθηκε ρητά ότι θα του μεταβίβαζε το ½ της επίδικης κατοικίας και ενόψει αυτής της υπόσχεσης ο ίδιος συνείσφερε τόσο σε χρήματα όσο και σε εργασίες για την ολοκλήρωση της κατοικίας. Τον ισχυρισμό αυτό αρνείται ρητά τόσο η Εναγόμενη όσο και η Μ.Υ.
- Ο Ενάγων κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σωρεία τεκμηρίων στα οποία φαίνεται ότι έχει συνάψει διάφορα δάνεια τα οποία όπως ισχυρίστηκε χρησιμοποίησε για την ανέγερση της κατοικίας. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι πήρε μικρά ποσά δανείων από διάφορες τράπεζες γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν μεγάλο δάνειο αφού έπρεπε να βάλουν εγγύηση. Τέτοια εγγύηση όμως δεν μπορούσαν να βάλουν ή να υποθηκεύσουν το οικόπεδο ή την κατοικία αφού ήταν στο όνομα της πεθεράς του. Εξετάζοντας το Τεκμήριο 5 φαίνεται ότι το δάνειο αυτό έγινε για την αγορά μοτοσικλέτας και το Τεκμήριο 6 αφορά δάνειο για την αγορά αυτοκινήτου όπως και τα Τεκμήρια 7 και
- Φαίνεται επίσης ότι μεγάλο ποσό των δανείων αφορούσε την πληρωμή προηγούμενων δανείων και όπως προκύπτει από την μαρτυρία του Ενάγοντα κατά το στάδιο της αντεξέτασης τα δάνεια αυτά συμπίπτουν με την αγορά εκ μέρους του καινούργιων αυτοκινήτων. Τα πιο πάνω συγκρούονται πλήρως με την βεβαίωση του στη γραπτή του δήλωση ότι δεν είχε κανένα άλλο λόγο να δανειστεί χρήματα από την Τράπεζα. Το Τεκμήριο 3 ήταν ο ισχυρισμός του ότι ήταν η συνεισφορά του για την επίπλωση της κατοικίας όμως ο Ενάγων δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τι ακριβώς αντιπροσώπευε και όπως ανέφερε, ζήτησε και του έδωσαν τις αποδείξεις που είχαν στην εταιρεία. Δεν ήταν επίσης σε θέση να διευκρινίσει ούτε την πραγματική αξία των επίπλων αλλά ούτε και τα έπιπλα που αγοράστηκαν. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι έκαμνε μικρά - μικρά δάνεια γιατί δεν ήταν σε θέση να βάλει οποιαδήποτε υποθήκη για να πάρει ένα μεγάλο στεγαστικό δάνειο με καλύτερο επιτόκιο συγκρούεται με τον ισχυρισμό του ότι η Εναγομένη του είχε υποσχεθεί την κατοικία. Η λογική πορεία των γεγονότων λέει ότι η Εναγομένη εφόσον πραγματικά ήθελε να δώσει την κατοικία και στον Ενάγοντα γιατί να είχε οποιαδήποτε ένσταση να βοηθήσει στη σύναψη ενός μεγάλου δανείου με λογικό επιτόκιο εφ΄ όσον ο Ενάγων ήταν πρόθυμος να συνεισφέρει. Η όλη μαρτυρία του Ενάγοντα όπως φαίνεται ιδιαίτερα μέσα από την αντεξέταση του στηρίζεται σε γενικότητες και ατεκμηρίωτες αναφορές με τελικό αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να πει ποιο ακριβώς ποσό έδωσε για την ανέγερση της κατοικίας αλλά ούτε και γνώριζε πόσο ακριβώς κόστισε η κατοικία. Ο Ενάγων ανέφερε ότι γνωρίζει το κόστος της κατοικίας από το Τεκμήριο
- Το Τεκμήριο 1 καθορίζει όμως την αξία της κατοικίας και όχι το κόστος κατασκευής. Κρίνοντας τη μαρτυρία αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο Ενάγων κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρώ ότι ο Ενάγων δεν ήταν σε θέση να καθορίσει το ακριβές ποσό που έδωσε γιατί δεν έδωσε κανένα ποσό για την ανέγερση της κατοικίας αλλά ούτε και ενδιαφέρθηκε για την ανέγερση της κατοικίας γιατί όπως και ο ίδιος ανέφερε η ανέγερση ήταν θέμα που αφορούσε την οικογένεια της συζύγου του. Περαιτέρω όμως κρίνω ότι δεν συνάδει με τη λογική η αναφορά του Ενάγοντα ότι από την πρώτη φορά που πήγε στο σπίτι των πεθερικών του η πεθερά του του ανέφερε χωρίς ουσιαστικά να τον γνωρίζει ότι το σπίτι που κτίζουν ανήκει κατά ½ μερίδιο στον ίδιο και κατά ½ στη θυγατέρα της. Ως εκ τούτου και για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα. Η Μ.Υ.1 κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια για τα πραγματικά γεγονότα, η μαρτυρία της ήταν σαφής και απόλυτα τεκμηριωμένη και η μάρτυρας με παραπομπή σε συγκεκριμένα τεκμήρια όπως φαίνονται από τα πρακτικά που είναι με λεπτομέρεια καταγεγραμμένα στο φάκελο του Δικαστηρίου εξήγησε τι αντιπροσώπευε το κάθε Τεκμήριο που ο Ενάγων κατέθεσε, κάθε ποσό και σε τι αφορούσε. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ο Ενάγων χρησιμοποιούσε τα χρήματα που έπαιρνε από την εργασία του για την αγορά 4 αυτοκινήτων ισχυρισμός που επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια που ο Ενάγων κατέθεσε αλλά και την δική του παραδοχή ότι αγόρασε τέσσερα αυτοκίνητα. Η αμεσότητα στη μαρτυρία της Μ.Υ.1, η σαφής αναφορά της και οι τεκμηριωμένες θέσεις της καταδεικνύουν ότι η μάρτυρας είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια για τα πραγματικά γεγονότα. Η μαρτυρία της υποστηρίζεται από την μαρτυρία της Εναγομένης η οποία επανέλαβε επανειλημμένα ότι δεν είχε κανένα λόγο να υποσχεθεί στον ενάγοντα ότι θα του μεταβιβάσει οποιοδήποτε μερίδιο από την κατοικία έστω και αν είχε τον Ενάγοντα σαν γιο της αφού όταν αρραβωνιάστηκε με την κόρη της ήταν μόλις 19½ χρονών. Όπως περαιτέρω ανέφερε ούτε στη θυγατέρα της μεταβίβασε την κατοικία. Όταν η θυγατέρα της παντρεύτηκε με τον Ενάγοντα και ήθελαν να επιπλώσουν το σπίτι η ίδια πίστευε ότι την επίπλωση του σπιτιού θα την έκαμναν οι ίδιοι από τα χρήματα που είχαν πάρει σαν δώρα του γάμου αλλά τελικά ο Ενάγων με τα χρήματα αυτά αγόρασε αυτοκίνητο και ούτε για τον σκοπό αυτό δεν έδωσε οποιοδήποτε ποσό. Η μαρτυρία της Εναγόμενης πέραν από το γεγονός ότι συνάδει με τα όσα η Μ.Υ.1 ανέφερε χαρακτηρίζεται από απλοϊκότητα, ευθύτητα και ειλικρίνεια και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι ο Ενάγων απέτυχε να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό του ότι η Εναγόμενη του υποσχέθηκε ότι θα του μεταβιβάσει το ½ μερίδιο της επίδικης κατοικίας. Περαιτέρω όμως απέτυχε να αποδείξει με σαφήνεια και αποδεκτή μαρτυρία ότι συνείσφερε οποιοδήποτε ποσό στην ανέγερση της κατοικίας και ότι δικαιούται σε οποιαδήποτε συνεισφορά και/ή ότι η Εναγομένη κατέχει το ¼ μερίδιο του ακινήτου ως καταπιστευματοδόχος προς όφελος του Ενάγοντα. Ως εκ τούτου και για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω η απαίτηση του Ενάγοντα απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: Αποζημιώσεις και/ή απόδοση μεριδίου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο