← Κύπρος

Μελίνας Κονιώτη Μαυρικίου δια του Γενικού Πληρεξουσίου Αντιπροσώπου της Λουκά Μαυρίκιου κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής : 1

Μελίνας Κονιώτη Μαυρικίου δια του Γενικού Πληρεξουσίου Αντιπροσώπου της Λουκά Μαυρίκιου κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής : 1357/13, 26/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A216 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον : Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 1357/13 Μεταξύ : 1) Μελίνας Κονιώτη Μαυρικίου δια του Γενικού Πληρεξουσίου Αντιπροσώπου της Λουκά Μαυρίκιου 2) Λουκά Μαυρίκιου Ενάγοντες Και 1) Cyprus Popular Bank Public Co Ltd 2) Αντρης Αντωνιάδου υπό την ιδιότητά της ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd 3) Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα και του Υπουργού Οικονομικών 4) Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την ιδιότητάς της ως Αρχής Εξυγίανσης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και/ή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Εναγομένων 26 Νοεμβρίου 2013 Αίτηση ημερομηνίας 24.05.2013 Για τους Ενάγοντες 1 και 2-Αιτητές 1 και 2: κ. Λουκάς Μαυρίκιος Για τις Εναγόμενες 1 και 2-Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κ. Χριστιάνα Αχιλλέως για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 3-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Στάθης Ερωτοκρίτου Για την Εναγόμενη 4-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Δημήτρης Χατζηνέστορος για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση κ. Λάζιτς) Ενδιάμεση Απόφαση Με την αγωγή τους, η οποία καταχωρήθηκε στις 24.05.2013 σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2 r.1) οι Ενάγοντες 1 και 2 αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1,2,3 και 4: «Α. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή Απόφαση των Εναγομένων 3, μέσω των Εναγομένων 4, που έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας την 29/03/2013, υπό τον τίτλο Παράρτημα Τρίτο, Μέρος Ι, Κ.Δ.Π. 104/2013, «Ο Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013» στο μέτρο που αφορά ένα κοινό Τραπεζικό Λογαριασμό των Εναγόντων 1 και 2, τους 6 Τραπεζικούς Λογαριασμούς Τακτής Προθεσμίας και ενός Τραπεζικού Τρεχούμενου Λογαριασμού της Ενάγουσας 1 ως περιγράφονται κατωτέρω, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη νομικής ισχύος και αποτελέσματος και/ή παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Συνθήκη Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το Αρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Περί Προασπίσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή παράνομης προτίμησης πιστωτών σε βάρος των Εναγόντων 1 και 2 και/ή άλλως πως. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και 4 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους εντολοδόχους τους όπως επαναφέρουν και/ή αποκαταστήσουν τα ποσά των καταθέσεων και/ή των Γραμματίων και/ή πιστωτικού υπολοίπου του κοινού Τραπεζικού Λογαριασμού των Εναγόντων 1 και 2 υπ' αρ. 060-09-154613, των 6 Τραπεζικών Λογαριασμών Τακτής Προθεσμίας υπ΄αρ. 063-09-

  1. 060-09-162748, 060-09-155611, 063-09-185738, 060-09-161792 και 139-31-012849 και του ενός Τραπεζικού Τρεχούμενου Λογαριασμού υπ' αρ. 060-11-020739, που η Ενάγουσα 1 είχε στην Εναγόμενη 1 κατά την 26/03/2013 και/ή οποιοδήποτε μέρος αυτών το οποίο έχει μειωθεί και/ή μηδενισθεί δυνάμει του «Ο Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013). Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Νόμος 17(Ι)/2013) είναι αντισυνταγματικός καθ' ότι παραβιάζει τα άρθρα 1Α , 6, 9, 23, 24, 25, 26, 28, 30, 33 και 35 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση, τα άρθρα 6, 13, 14 και 34 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και τα άρθρα 1, 15, 16, 17, 20, 21, 45 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Δ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το άρθρο 32 των Τραπεζικών Εργασιών Νόμων 1997 έως 2013 (Νόμος 66(Ι)/1997) είναι αντισυνταγματικό καθ' ότι προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 33 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ε. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 4 εμποδίζεται από τις πράξεις και/ή υποσχέσεις της (estoppel by contact και/ή promissory estoppel) από το να ενεργήσει και/ή να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες με σκοπό την υλοποίηση των Κ.Δ.Π.94/2013, Κ.Δ.Π.97/2013, Δ.Δ.Π.104/2013 και Κ.Δ.Π.105/
  2. ΣΤ. Ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμβατικών και/ή εκ του νόμου απορρεόντων ρητών και/ή εξυπακουόμενων υποχρεώσεων και/ή καθηκόντων των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 προς τους Ενάγοντες 1 και
  3. Ζ. Ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις λόγω αθέμιτου επηρεασμού (undue influence) και//ή παροτρύνσεων των Εναγόντων 1 και 2, από τις Εναγόμενες 1 και/ή 3 και/ή 4 μέσω δημοσίων δηλώσεων στα Μ.Μ.Ε. και/ή μέσω γραπτών εγκυκλίων και/ή προφορικών δηλώσεων ότι, μεταξύ άλλων δεν υφίστατο θέμα κουρέματος των καταθέσεων των καταθετών στους Τραπεζικούς Οργανισμούς της Κύπρου και/ή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd / Εναγομένης 1, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες 1 και 2 να διατηρήσουν στο σύνολο τους τις καταθέσεις τους στην Τράπεζα της Εναγομένης 1, και να υποστούν οικονομικές ζημιές και απώλειες εισοδημάτων λόγω της μείωσης και/ή μηδένισης των καταθέσεων των δυνάμει των ρυθμίσεων της Κ.Δ.Π. 104/2013 υπό τον τίτλο «Ο Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013». Η. Εδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις για παραπλανητικές και/ή ανυπόστατες και/ή ψευδείς και/ή αμελείς (fraudulent and/or negligent misrepresentations) που έγιναν μέσω δημοσίων δηλώσεων στα Μ.Μ.Ε. και/ή μέσω γραπτών και/ή προφορικών δηλώσεων και/ή παροτρύνσεων αξιωματούχων των Εναγομένων 1 και/ή 3 και/ή 4 προς τους Ενάγοντες 1 και , ότι, μεταξύ άλλων, δεν υφίστατο θέμα κουρέματος των καταθέσεων στους Τραπεζικούς Οργανισμούς της Κύπρου και/ή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd / Εναγόμενης 1, στις οποίες δηλώσεις και/ή παροτρύνσεις βασίστηκαν οι Ενάγοντες 1 και 2 και εμπιστεύτηκαν διατηρώντας και/ή συντηρώντας τις καταθέσεις τους στην Τράπεζα της Εναγόμενης 1, με αποτέλεσμα να υποστούν οικονομικές ζημιές και/ή απώλειες εισοδημάτων με τις ρυθμίσεις της Κ.Δ.Π. 104/2013 υπό τον τίτλο «Ο Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013». Θ. Ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις για αμέλεια (negligence) και/ή μη επίδειξη της δέουσας επιμέλειας (due diligence) και/ή παράλειψη επίδειξης καλής πίστης και/ή της απαιτούμενης φειδούς για την προστασία και/ή προώθηση και/ή διαφύλαξη των καλώς νοουμένων συμφερόντων της Ενάγουσας (fiduciary duty) ως εκ της θέσης και/ή ειδικών καθηκόντων των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 έναντι των Εναγόντων 1 και 2 (fiduciary duty). Ι. Ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της θέσης ύψιστης εμπιστοσύνης και/ή καλύτερης θέσης στην οποία ευρίσκοντο οι Εναγόμενοι 1 και/ή 3 και/ή 4, στο να γνωρίζουν και/ή να κατέχουν και/ή να έχουν τη δυνατότητα να κατέχουν και/ή να πληροφορηθούν (uberrimae fidei) την οικονομική κατάσταση του Τραπεζικού Οργανισμού της Εναγόμενης 1 και/ή τις ανάγκες και/ή την πιθανότητα και/ή τη βεβαιότητα οικονομικής κατάρρευσης και/ή πτώχευσης και/ή διάλυσης της Εναγόμενης 1, συμπεριλαμβανομένων των πιθανών και/ή επερχόμενων μέτρων εξυγίανσης και/ή αναδιάρθρωσης των Κυπριακών Τραπεζών, συμπεριλαμβανομένου και του Τραπεζικού Οργανισμού της Εναγομένης 1, με τα οποία θα μπορούσαν κατάλληλα να συμβουλεύσουν και/ή να προβούν σε όλα τα αναγκαία και/ή επαρκή μέτρα για την προστασία των καταθέσεων και/ή των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόντων 1 και
  4. Λ. Αποζημιώσεις για σκόπιμες και/ή εσκεμμένες και/ή δόλιες και/ή παράνομες και/ή πλημμελείς και/ή αμελείς ενέργειες και/ή παραλείψεις των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 έναντι των Εναγόντων 1 και
  5. Μ. Αποζημιώσεις για παράβαση των συνταγματικών και/ή νομίμων δικαιωμάτων των Εναγόντων 1 και 2 και/ή για παράνομη επέμβαση και ιδιοποίηση των περιουσιακών δικαιωμάτων των Εναγόντων 1 και 2 και/ή για καταδολίευση των Εναγόντων 1 και 2 και/ή για παράνομη προτίμηση πιστωτών της Εναγόμενης 1 σε βάρος και επί ζημία των Εναγόντων και/ή για αθέμιτο πλουτισμό και/ή άλλως πως. Ν. Αποζημιώσεις για παράβαση εκ μέρους της Εναγόμενης 4 των θέσμιων καθηκόντων της που περιλαμβάνονται στον Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο και/ή τον Περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο και δυνάμει των καθηκόντων της που προδιαγράφονται από το Πρωτόκολλο 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και των δυνάμει τούτου Κανονισμών και/ή άλλως πως. Ξ. Αποζημιώσεις για παράβαση εκ μέρους της Εναγόμενης 4 των θέσμιων καθηκόντων της που περιλαμβάνονται στην Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ενωση και στην Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης και στο τέταρτο Πρωτόκολλο για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ευρωπαϊκών Τραπεζών και του Συστήματος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας και των δυνάμει τούτου Κανονισμών. Ο. Αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης 1 κατά την εκτέλεση και/ή άσκηση των εργασιών της δυνάμει των Τραπεζικών Εργασιών Νόμων 1997-2-13 και/ή των εκάστοτε ισχυόντων Κανονισμών. Π. Αποζημιώσεις για παράβαση των δικαιωμάτων των Εναγόντων 1 και 2 εκ μέρους των Εναγομένων που διασφαλίζονται από τα Αρθρα 6, 23, 25, 26, 28, 33, 35 του Συντάγματος και από το Αρ. 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή Συνταγματικών και/ή Νομίμων Δικαιωμάτων. Ρ. Αποζημιώσεις για παράβαση των δικαιωμάτων των Εναγόντων 1 και 2 εκ μέρους των Εναγομένων που διασφαλίζονται από τα Αρθρα 12, 15, 16, 17, 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης και/ή Συνταγματικών και/ή νομίμων δικαιωμάτων. Σ. Αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου και/ή Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Εναγομένης 4 κατά την εκτέλεση και/ή άσκηση και/ή παράλειψης άσκησης των καθηκόντων τους και/ή κατά την έκδοση των Διαταγμάτων 94/
  6. 97/2013, 104/2013 και 105/2013 και/ή κατά την έκδοση Αποφάσεων του στην εκτέλεση των καθηκόντων της. Τ. Αποζημιώσεις για επηρεαζόμενα δικαιώματα των Εναγόντων 1 και 2 και/ή απώλεια και ζημιά που υφίστανται ένεκα των μέτρων εξυγίανσης που έλαβαν οι Εναγόμενοι 1, 2 , 3 και 4 η οποία απώλεια και/ή ζημιά είναι μεγαλύτερη από την οποιαδήποτε απώλεια και/ή ζημιά που τυχόν θα υφίσταντο οι Ενάγοντες 1 και 2 αν η Εναγόμενη 1 ετίθετο στο σύνολο της απευθείας σε εκκαθάριση. Υ. Τιμωρητικές αποζημιώσεις. Φ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία θεωρεί ως εύλογη και δίκαια το Δικαστήριο. Χ. Νόμιμους Τόκους. Ψ. Εξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α.». Η αίτηση Με την επίδικη αίτηση, που αρχικά καταχωρήθηκε ως μονομερής, αλλά το Δικαστήριο διέταξε την επίδοσή της, οι Ενάγοντες 1 και 2-Αιτητές 1 και 2 (στο εξής θα αποκαλούνται «οι Αιτητές») επιδιώκουν την έκδοση των ακόλουθων παρεμπίπτοντων απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει του Εναγόμενους 1,2 και 3-Κα' ων η Αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους και/η τους υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους τους από του να προβούν στη λήψη οποιονδήποτε μέτρων εξυγίανσης, να μειώσουν και/ή εξαλείψουν και/ή μηδενίσουν και/ή με οποιονδήποτε τρόπο επέμβουν επί των καταθέσεων και/ή πιστωτικού υπολοίπου του κοινού Τραπεζικού Λογαριασμού των Εναγόντων 1 και 2 υπ' αρ. 060-09-154613, των 6 Τραπεζικών Λογαριασμών Τακτής Προθεσμίας υπ΄αρ. 063-09-
  7. 060-09-162748, 060-09-155611, 063-09-185738, 060-09-161792 και 139-31-012849 και του ενός Τραπεζικού Τρεχούμενου Λογαριασμού υπ' αρ. 060-11-020739και/ή οποιουδήποτε μέρους αυτών που οι Ενάγοντες 1 και 2-Αιτητές διατηρούσαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην Εναγόμενη 1-Καθ' ης η Αίτηση και συγκεκριμένα κατά την 17/05/2013 ώρα 14.03 δυνάμει της Απόφασης / Διατάγματος που εξεδόθη στις 29/03/2013 από τον Διοικητή της Εναγόμενης 4-Καθ' ης η Αίτηση υπό τον τίτλο «Ο Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Διάταγμα του 2013» (Κ.Δ.Π. 104/2013) μέχρι την τελική Απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα Αγωγή ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1,2,3, και 4-Καθ' ων η Αίτηση, και/ή υπαλλήλους τους και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπηρέτες τους από του να προβούν σε οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμό των δικαιωμάτων των Εναγόντων 1 και 2, του κοινού Τραπεζικού Λογαριασμού των Εναγόντων 1 και 2-Αιτητών υπ' αρ. 060-09-154613, για το ποσό των €151,918,70σ., πλέον Δεδουλευμένους Τόκους προς 5% ετησίως από 09/10/12 μέχρι 09/04/13 στο ποσόν των €3.219,42σ., των Τραπεζικών Λογαριασμών Τακτής Προθεσμίας της Ενάγουσας-Αιτητρίας υπ' αρ. 063-09-187056, για το ποσόν των €101.000,00σ., πλέον Δεδουλευμένους Τόκους προς 5% ετησίως από 04/10/12 μέχρι 04/04/13 στο ποσόν των €2.140,37σ., υπ' αρ. 060-09-162748, για το ποσό των €41.346,06σ., πλέον Δεδουλευμένους Τόκους προς 5,15% ετησίως στο ποσόν των €446,28σ., υπ' αρ. 060-09-155611 για το ποσόν των €204,808,47σ., πλέον Δεδουλευμένους Τόκους προς 5% ετησίως από 29/10/12 μέχρι 29/04/13 στο ποσό των €4.340,25σ., υπ' αρ. 063-09-185738 για το ποσόν των €160.000,00σ. πλέον Τόκους προς 5% ετησίως από 24/01/13 μέχρι 27/07/13, στο ποσόν των €3.372,05σ., υπ' αρ. 060-09-161792, για το ποσόν των €80.000,00σ., πλέον Τόκους προς 5,10% ετησίως στο ποσόν των €1.734,00σ. από 28/12/12 μέχρι 28/06/13, Λήξη 4ου εξαμήνου, υπ' αρ. 139-31-012849 για το ποσόν των €17.313,,75σ. και υπ' αρ. 060-11-020739 για το ποσόν των €5.149,55σ. και/ή σε οποιαδήποτε μείωση και/ή εξάλειψη και/ή μηδενισμό και/ή αντικατάσταση και/ή με οποιοδήποτε τρόπο επέμβουν επί των ποσών ως περιγράφονται ανωτέρω, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναστέλλει την εφαρμογή της Απόφασης/Διατάγματος του Διοικητή της Εναγομένης 4-Καθ' ης η Αίτηση που εξεδόθη στις 29/03/2013 υπό τον τίτλο «Ο Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π.104/2013) δια της οποίας διατάχθηκε και/ή αποφασίσθηκε η μείωση και/ή εξάλειψη και/ή ο μηδενισμός και/ή με οποιονδήποτε τρόπο επέμβαση επί των καταθέσεων και/ή των Γραμματίων και/ή πιστωτικού υπολοίπου του κοινού Τραπεζικού Λογαριασμού των Εναγόντων 1 και 2-Αιτητών υπ' αρ. 060-09-154613 και των 6 Τραπεζικών Λογαριασμών Τακτής Προθεσμίας της Ενάγουσας 1-Αιτήτριας 063-09-187056,060-09-162748,060-09-155611,063-09-185738,060-09-161792,139-31-012849 και του ενός Τραπεζικού Τρεχούμενου Λογαριασμού υπ' αρ. 060-11-020739, που οι Ενάγοντες 1 και2-Αιτητές, διατηρούσαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην Εναγόμενη 1-Καθ' ης η Αίτηση και συγκεκριμένα κατά την 17/05/2013 ώρα 14:03 χωρίς να προηγηθεί ο καθορισμός και/ή η απόδοση νόμιμης και/ή δίκαιης και/ή εύλογης αποζημίωσης στην Ενάγουσα-Αιτήτρια από το Αρμόδιο Δικαστήριο, μέχρι την τελική Απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα Αγωγή ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Διαζευκτικά εάν έγινε οποιαδήποτε διαγραφή ή επέμβαση ή στέρηση ή μείωση ή οιαδήποτε μέτρα εξυγίανσης από τις Εναγόμενες 1,2 και 4 επί οιωνδήποτε ποσών και/ή πιστωτικού υπολοίπου του κοινού Τραπεζικού Λογαριασμού των Εναγόντων 1 και 2-Αιτητών υπ' αρ. 060-09-154613 και των 6 Τραπεζικών Λογαριασμών Τακτής Προθεσμίας της Ενάγουσας 1-Αιτήτριας 063-09-187056,060-09-162748,060-09-155611,063-09-185738,060-09-161792,139-31-012849 και του ενός Τραπεζικού Τρεχούμενου Λογαριασμού υπ' αρ. 060-11-020739, που οι Ενάγοντες 1 και2-Αιτητές, διατηρούσαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην Εναγόμενη 1-Καθ' ης η Αίτηση, όπως εκδοθεί Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει την επαναφορά των πιστωτικών υπολοίπων των Τραπεζικών Λογαριασμών των Εναγόντων 1 και 2 ως αναφέρονται ανωτέρω, στην φύλαξη των Εναγομένων 1,2 και 4-Καθ' ων η Αίτηση και να παραμείνουν παγοποιημένα μέχρι την τελική Απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα Αγωγή ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1,2 και 3-Καθ΄ων η Αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους τους όπως επιτρέψουν στους Ενάγοντες 1 και 2-Αιτητές και/ή στους αντιπροσώπους τους να μεταφέρουν με διατραπεζικό Εμβασμα το ποσόν των καταθέσεων και/ή των Γραμματίων και/ή πιστωτικού υπολοίπου του κοινού Τραπεζικού Λογαριασμού των Εναγόντων 1 και 2-Αιτητών υπ' αρ. 060-09-154613 και των 6 Τραπεζικών Λογαριασμών Τακτής Προθεσμίας της Ενάγουσας 1-Αιτήτριας 063-09-187056,060-09-162748,060-09-155611,063-09-185738,060-09-161792,139-31-012849 και του ενός Τραπεζικού Τρεχούμενου Λογαριασμού υπ' αρ. 060-11-020739, που οι Ενάγοντες 1 και2-Αιτητές, διατηρούσαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην Εναγόμενη 1-Καθ' ης η Αίτηση και συγκεκριμένα κατά την 17/05/2013 ώρα 14:03 σε οποιαδήποτε Κυπριακή Τράπεζα και/ή Τράπεζα του Εξωτερικού της επιλογής των Εναγόντων 1 και 2- Αιτητών μέχρι την τελική Απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα Αγωγή ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου». Η αίτηση βασίζεται στα Αρθρα 23,24,26,28,30,33,35 και 179

(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη Δ.48, Θ.Θ. 1,2,3,4,6,7,8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 Αρθρα 31,32,42 και 57 επί του Αρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στα Αρθρα 6,8,13,14 και 32 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στα Αρθρα 1,15,16,17,20,21,41 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στην Οδηγία 2001/24/ΕΚ και του Συμβουλίου της 4ης Απριλίου 2001 «Για την Εξυγίανση και Εκκαθάριση Πιστωτικών Ιδρυμάτων», στον Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997 Ν.66(Ι)/1997, στον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμο Ν.17(Ι)/2013, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στο Κοινοδίκαιο, στο δίκαιο, στις αρχές της επιείκειας και στη διακριτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ημερ. 24.05.2013, του Λουκά Μαυρίκιου, Ενάγοντα 2 και Γενικού Πληρεξούσιου Αντιπροσώπου της Ενάγουσας 1, στην οποία αναφέρονται τα ουσιαστικά γεγονότα, στα οποία αυτή βασίζεται και από ένορκη δήλωση του ιδίου προσώπου, ημερ. 07.11.2013, η οποία καταχωρήθηκε σε απάντηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, ημερ. 30.10.
  1. Οι ενστάσεις Οι Εναγόμενοι 1,2,3 και 4 - Καθ' ων η αίτηση (στο εξής θα αποκαλούνται «οι Καθ' ων η Αίτηση 1,2,3 και 4» αντίστοιχα), με γραπτές ενστάσεις αντικρούουν την αίτηση για διάφορους λόγους, οι οποίοι, λαμβάνοντας υπόψη και τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των Καθ΄ων η Αίτηση, μπορούν να συνοψισθούν στους ακόλουθους:
  2. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  3. Οι Αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει αιτία αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα.
  4. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κλίνει προς την κατεύθυνση της απόρριψης της Αίτησης.
  5. Ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Ν.17(Ι)/2013)(που στο εξής θα καλείται «ο Νόμος») δεν έχει καταστεί αντισυνταγματικός και κατά συνέπεια, τόσο ο Νόμος, όσο και τα Διατάγματα που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δυνάμει του ως άνω Νόμου, περιλαμβανομένων των Κ.Δ.Π.94/2013 και Κ.Δ.Π.104/2013, που εκδόθηκαν στις 25.03.2013 και 29.03.2013 αντίστοιχα (που στο εξής θα καλούνται «τα Διατάγματα»), βρίσκονται σε πλήρη ισχύ και εφαρμογή, καθότι δεν έχουν ανακληθεί, ούτε έχουν ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενες 1 και 2 να οφείλουν να συμμορφώνονται και να εφαρμόζουν αυτά τα Διατάγματα. Επιπρόσθετα η παρούσα δεν είναι η κατάλληλη διαδικασία για να αμφισβητηθεί η συνταγματικότητα ενός νόμου.
  6. Η απομείωση στις καταθέσεις που διατηρούσαν οι Αιτητές στην Καθ' ης η Αίτηση 1, επιβλήθηκε από τα πιο πάνω Διατάγματα και το Ν.17(Ι)/2013)και δεν αντίκειται, ούτε σε πρόνοιες του Συντάγματος, ούτε σε πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
  7. Τα Διατάγματα εκδόθηκαν λόγω έκτακτης ανάγκης και/ή δημοσίου συμφέροντος και/ή δημόσιας ωφελείας.
  8. Οι Αιτητές δεν είναι ιδιοκτήτες των καταθέσεων, που βρίσκονταν στους λογαριασμούς τους, αλλά δανειστές της Καθ' ης η Αίτηση 1 και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
  9. Κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων σε σχέση με τις καταθέσεις των Αιτητών, μεταξύ των Αιτητών και της Καθ' ης η Αίτηση 1, η τελευταία δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει για την μετέπειτα έκδοση των Διαταγμάτων, δεν ήταν σε θέση να αποτρέψει την έκδοσή τους και εμποδίζεται πλέον να εκτελέσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι των Αιτητών.
  10. Το αποτέλεσμα της έκδοσης των Διαταγμάτων και της επιβολής των μέτρων εξυγίανσης είναι ότι συμβάσεις των Αιτητών με την Καθ' ης η Αίτηση 1 έχουν καταστεί άκυρες, εφόσον η εκτέλεσή τους είναι πλέον αδύνατη.
  11. Η εφαρμογή και εκτέλεση των Διαταγμάτων έχει καταστήσει την Αίτηση άνευ αντικειμένου.
  12. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι έχουν ζημιωθεί από τα μέτρα εξυγίανσης περισσότερο από ότι θα ζημίωναν αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν είχαν ληφθεί, ούτε και προβάλλουν τέτοιο ισχυρισμό.
  13. Η αγωγή των Αιτητών είναι πρόωρη, διότι η έκταση του επηρεασμού των καταθέσεών τους θα διαφανεί μόνο με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης της Καθ' ης η Αίτηση
  14. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα συνιστά δυσμενή διάκριση εκ μέρους του Δικαστηρίου προς τους λοιπούς καταθέτες της Καθ' ης η Αίτηση 1, στους λογαριασμούς των οποίων έχουν επιβληθεί τα ίδια μέτρα εξυγίανσης. Η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κ. Φυτούλας Νεοφύτου, ημερ. 08.07.2013 και συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κ. Κατερίνας Μαραγκού, ημερ. 30.10.
  15. Η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 3 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Σκλάβου, ημερ. 05.07.
  16. Η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 4 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Στυλιανού, ημερ. 18.06.2013 Οι Αιτητές ήταν καταθέτες και/ή πιστωτές στην Καθ' ης η Αίτηση 1 και, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, διατηρούσαν ένα
(1)κοινό Τραπεζικό Λογαριασμό με αρ. 060-09-154613, έξι
(6)Τραπεζικούς Λογαριασμούς Τακτής Προθεσμίας με αρ. 063-09-187056, 060-09-162748, 060-09-155611, 063-09-185738, 060-09-161792 και 139-31-012849 και ένα
(1)Τραπεζικό Τρεχούμενο Λογαριασμό με αρ. 060-11-020739, με συνολικό ποσό καταθέσεων, συμπεριλαμβανομένων δεδουλευμένων τόκων €776,788,90.- Μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας Ν.17(Ι)/2013και/ή κατ' επίκληση άρθρων αυτής, οι Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 εξέδωσαν και δημοσίευσαν στις 29.03.2013 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Διάταγμα με την Κ.Δ.Π. 104/2013 με τίτλο «Ως το Περί της Πώλησης Ορισμένων Τραπεζικών Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd», θέτοντας την Καθ' ης η Αίτηση 1 υπό καθεστώς εξυγίανσης και με το οποίο στην ουσία διαγράφθηκαν όλες οι καταθέσεις των Αιτητών σε αυτή πέραν των €100.000.- Η Καθ' ης η Αίτηση 1 ενάγεται γιατί είναι η οντότητα η οποία έχει συμβατική σχέση με τους Αιτητές και έχει παραβιάσει τη σύμβαση, κατ΄ εφαρμογή του έκδηλα παράνομου Νόμου και των Διαταγμάτων. Η Καθ' ης η Αίτηση 2 ενάγεται υπό την ιδιότητά της ως Ειδικής Διαχειρίστριας της Καθ' ης η Αίτηση
  1. Η Καθ' ης η Αίτηση 3 ενάγεται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα δυνάμει του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου ως εκπρόσωπος της Δημοκρατίας. Η Καθ' ης η Αίτηση 4 ενάγεται γιατί υπέχει νομική ευθύνη ως η οντότητα που λειτουργεί στη βάση έκδηλα αντισυνταγματικού Νόμου και Διαταγμάτων, για την καταστρατήγηση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των Αιτητών και για παραβιάσεις του θέσμιου καθήκοντός της και/ή για σοβαρή αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων της. Σε κάθε έναν από τους Καθ' ων η Αίτηση 1,3 και 4 καταλογίζονται αντισυμβατικές και/ή παράνομες και/ή αντισυνταγματικές πράξεις και η διάπραξη ευρείας έκτασης και φύσης αστικών αδικημάτων, που παρέχουν στους Αιτητές δικαίωμα αποζημιώσεων. Ενδεικτικά καταλογίζεται αθέμιτος επηρεασμός (Undue influence) και/ή παροτρύνσεις μέσω γραπτών εγκυκλίων και/ή προφορικών δηλώσεων, παραπλανητικές και/ή ανυπόστατες και/ή ψευδείς και/ή αμελείς δηλώσεις (fraudulent and/or negligent misrepresentations) που έγιναν μέσω δημοσίων δηλώσεων στα Μ.Μ.Ε. και/ή μέσω γραπτών και/ή προφορικών δηλώσεων και/ή παροτρύνσεων αξιωματούχων τους, αμέλεια (negligence) και/ή μη επίδειξη της δέουσας επιμέλειας (due diligence) και/ή παράλειψη επίδειξης καλής πίστης και/ή της απαιτούμενης φειδούς για την προστασία και/ή προώθηση και/ή διαφύλαξη των καλώς νοουμένων συμφερόντων των Αιτητών (fiduciary duty), παράβαση της θέσης ύψιστης εμπιστοσύνης και/ή καλύτερης θέσης στην οποία βρίσκονταν, στο να γνωρίζουν και/ή να κατέχουν και/ή να έχουν τη δυνατότητα να κατέχουν και/ή να πληροφορηθούν (uberrimae fidei) την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή τις ανάγκες και/ή την πιθανότητα οικονομικής κατάρρευσής της, συμπεριλαμβανομένων των πιθανών και/ή επερχόμενων μέτρων εξυγίανσης της Καθ' ης η Αίτησης 1, με τα οποία θα μπορούσαν να προβούν σε όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των καταθέσεων των Αιτητών, αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων τους και παραβιάσεις άρθρων του Συντάγματος, του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Σύμφωνα με τους Αιτητές ένεκα των μέτρων εξυγίανσης, που έλαβαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1,2,3 και 4, υπέστησαν απώλεια και/ή ζημιά, η οποία είναι μεγαλύτερη από την οποιαδήποτε απώλεια και/ή ζημιά που τυχόν θα υφίσταντο αν η Καθ' ης η Αίτηση 1 ετίθετο στο σύνολό της απευθείας σε εξυγίανση. Αναφορά στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης γίνεται στην ένορκη δήλωση της κ. Φυτούλας Νεοφύτου, η οποία, όπως ισχυρίζεται, μέχρι και τις 29.03.2013 ήταν υπάλληλος στην Καθ' ης η Αίτηση 1 και συγκεκριμένα κατείχε τη θέση της Λειτουργού Εμπορικής Τραπεζικής. Η θέση της κ. Νεοφύτου είναι ότι οι Αιτητές ήταν πελάτες της Καθ' ης η Αίτηση 1 και διατηρούσαν λογαριασμούς διαφόρων τύπων. Στην ένορκη δήλωσή της (παρ. 4) αναφέρονται τα υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών, πλέον δεδουλευμένους τόκους στις 26.03.
  2. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κ. Κατερίνας Μαραγκού, η οποία, όπως ισχυρίζεται, μέχρι και τις 29.03.2013 ήταν υπάλληλος της Καθ' ης η Αίτηση 1 και υπεύθυνη του υποκαταστήματος υπ' αρ. 324, επισυνάπτονται καταστάσεις λογαριασμού των Αιτητών, ημερ. 22.05.2013 και 22.07.2013 αντίστοιχα, στις οποίες καταγράφεται το ακριβές ποσό απομείωσης που επιβλήθηκε επί του συνόλου των λογαριασμών των Αιτητών, καθώς και το εξασφαλισμένο ποσό που μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Αποτελεί ισχυρισμό της κ. Μαραγκού, ότι όσον αφορά τους δυο
(2)λογαριασμούς με αρ. 060-09-154613 και 060-11-020739, στους οποίους είναι συνδικαιούχοι και οι δυο Αιτητές, δεν υπέστησαν απομείωση, σε αντίθεση με τους έξι
(6)λογαριασμούς με αρ. 063-09-187056, 060-09-162748, 060-09-155611, 063-09-185738, 060-09-161792 και 139-31-012849, στους οποίους δικαιούχος είναι μόνο η Αιτήτρια 1, από τους οποίους οι πέντε
(5)πρώτοι υπέστησαν πλήρη απομείωση, εκτός από τους δεδουλευμένους τόκους μέχρι 26.03.2013 και στον έκτο, κατά σειρά, επιβλήθηκε απομείωση για το ποσό των €8.902,92.- και στην Τράπεζα Κύπρου μεταφέρθηκε το ποσό των €8.410,83.- Στην απαντητική του ένορκη δήλωση ο Αιτητής 2 απορρίπτει, με διάφορα επιχειρήματα και παραπομπή σε σχετικά τεκμήρια, όλους τους ισχυρισμούς της κ. Μαραγκού, που περιέχονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Νομική πτυχή Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο οποίο στηρίζεται δικονομικά η παρούσα αίτηση, έχει ως ακολούθως: «32.-
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδηται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι, εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον ........................................................................................................................................................... » Σύμφωνα, τόσο με τη λεκτική, όσο και με τη νομολογιακή ερμηνεία (βλ. Οδυσσέως V Pieris Estates Ltd
(1982)1 AAΔ 557 και Κυρίλλου V Λάμπρου
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1528) της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας, το Δικαστήριο έχει πλατιά διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα, τα οποία θεωρεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν, εφόσον διαπιστώνει ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
  1. Ο αιτητής αποδεικνύει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση
  2. Οτι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και
  3. Οτι υπάρχει πιθανότητα να υποστεί ο αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά, με την έννοια ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην περίπτωση που ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ( Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. ( Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 1653, 1659). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Αυτό συνεπώς δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασισθεί ποια εκδοχή του Αιτητή 2 ή των κ. Νεοφύτου και Μαραγκού ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αυτό θα γίνει κατά το στάδιο εκδίκασης της αγωγής όταν το Δικαστήριο θα ακούσει προφορική μαρτυρία και θα την αξιολογήσει. Υπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής Η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε, σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Από τη νομολογία μας προκύπτει ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. (βλ. Οδυσσέως (ανωτέρω), Demstar Limited V Zim Israel Navigation Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597 σελ. 601 και T.A. Micrologic Consultants Ltd V Microsoft Corporation
(2002)1(B) ΑΑΔ 1802). Η δεύτερη προϋπόθεση για ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία, επιβάλλει στον ενάγοντα υποχρέωση να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Εχει κατά κόρον λεχθεί ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Οδυσσέως (ανωτέρω) η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Το Δικαστήριο διερευνώντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει, χωρίς βεβαίως να αποφασίσει οτιδήποτε σε αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή αποδεικτική αξία της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σε αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Βεβαίως το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν είναι ορθό να αξιολογήσει την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων και ούτε θα πράξει κάτι τέτοιο. Περιορίζεται απλά να διαπιστώσει αν υπάρχει πιθανότητα, με βάση την ποιότητα του μαρτυρικού υλικού, οι Αιτητές να έχουν πιθανότητα επιτυχίας, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσο οι Αιτητές έχουν καταδείξει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και της πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, θα βασισθεί στη δύναμη του δικογράφου τους και στα άλλα στοιχεία που έθεσαν ενώπιόν του, με τις ένορκες δηλώσεις και τα επισυνημμένα σε αυτές έγγραφα, για να διαπιστώσει κατά πόσο έχουν καταφέρει να αποσείσουν την ύπαρξη των δυο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου
  1. Τα γεγονότα, που οδήγησαν στο να τεθεί η Καθ' ης η Αίτηση 1 το Μάρτιο του 2013 υπό καθεστώς εξυγίανσης, περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Στυλιανού, Υπεύθυνου της Μονάδας Εξυγίανσης της Καθ' ης η Αίτηση 4, που υποστηρίζει την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση
  2. Αναφορά σε αυτά τα γεγονότα, από άλλη οπτική βεβαίως γωνία, γίνεται, τόσο στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2, όσο και στην ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Σκλάβου, Οικονομικού Λειτουργού του Υπουργείου Οικονομικών, που υποστηρίζει την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση
  3. Ο κ. Στυλιανού χρησιμοποιεί ως χρονική αφετηρία το Μάιο του 2011 όταν, μετά από υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Δημοκρατίας, αυτή αποκλείστηκε για σκοπούς χρηματοδότησης από τις διεθνείς αγορές και ως εκ τούτου η χρηματοδότηση των κυπριακών τραπεζών από τις διεθνείς αγορές περιορίστηκε σημαντικά. Εξηγεί πως η κεφαλαιακή θέση των δύο μεγαλύτερων τραπεζών του τόπου, της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής, επιδεινώθηκε με αναφορές σε σημαντικά γεγονότα που έλαβαν χώρα, με ιδιαίτερη έμφαση στην απόφαση για απομείωση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου τον Οκτώβριο του
  4. Η Λαϊκή για πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 2011 αιτήθηκε την παροχή έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) από την Κεντρική Τράπεζα και μέχρι την 22.3.2013 είχε λάβει ELA ύψους €9,5 δισεκατομμυρίων. Είχε, στο μεσοδιάστημα, με απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων ημερομηνίας 18.5.2012, εγκριθεί η παροχή σε αυτήν κρατικής στήριξης ύψους €1,8 δισεκατομμυρίων. Το Μάρτιο του 2013 αμφότερες οι τράπεζες δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους αν εξέλειπε η παροχή σε αυτές ELA. Τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 καταγράφονται αναλυτικά: «
  5. Στις 16 Μαρτίου 2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, όπου μεταξύ άλλων, καταγράφηκε η δέσμευση των κυπριακών αρχών να λάβουν πρόσθετα μέτρα, ενεργοποιώντας ίδιους πόρους, προκειμένου να περιορίσουν το μέγεθος της οικονομικής βοήθειας που συνδέεται με το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής. Αυτά τα μέτρα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή μιας εφάπαξ εισφοράς αλληλεγγύης που θα εφαρμόζεται σε καταθέτες (κατοίκους και μη κατοίκους) και, την αναδιάρθρωση και ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
  6. Στις 19 Μαρτίου 2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το νομοσχέδιο για την εφάπαξ εισφορά επί των καταθέσεων.
  7. Στις 21 Μαρτίου 2013 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε, σε σχέση με παροχή έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) ζητηθείσα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, να διατηρήσει την παροχή έκτακτης ρευστότητας στα μέχρι τότε επίπεδα έως τις 25 Μαρτίου
  8. Στη συνέχεια, όπως αναφέρει η ίδια ανακοίνωση της ΕΚΤ, η παροχή έκτακτης ρευστότητας θα εξεταστεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα τεθεί σε εφαρμογή πρόγραμμα της ΕΕ/ΔΝΤ το οποίο θα εξασφαλίζει τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. .............................................
  9. Στις 22 Μαρτίου 2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε σειρά νόμων στο πλαίσιο του πακέτου διάσωσης της κυπριακής οικονομίας, περιλαμβανομένου και του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν. 17(Ι)/
  10. Η υπό αναφορά νομοθεσία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 22 Μαρτίου 2013 («ο Νόμος»). .............................................
  11. Στις 25 Μαρτίου 2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κύπρου και των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας εξέλιξης για τη χώρα. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα διαχωριστεί σε καλή και κακή τράπεζα και όπως η καλή τράπεζα στη συνέχεια αφομοιωθεί από την Τράπεζα Κύπρου. Με την καλή τράπεζα θα μεταφερθούν €9 δις έκτακτης παροχής ρευστότητας. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι τα χρήματα του προγράμματος (μέχρι €10 δις) δεν θα χρησιμοποιηθούν για ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου.» Σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, Αρχή Εξυγίανσης είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με τις εξουσίες της να καθορίζονται στο άρθρο
  12. Η παράγραφος 12(α) του άρθρου παρέχει τη δυνατότητα στην Αρχή Εξυγίανσης να εκδίδει από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών διατάγματα στο πλαίσιο εκτέλεσης των αρμοδιοτήτων της για την επίτευξη των σκοπών του Νόμου. Στο άρθρο 12 γίνεται πρόνοια για διάσωση με ίδια μέσα και παρέχονται διάφορες εξουσίες στην Αρχή. (Σημειώνεται ότι με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 97(Ι)/2013 η σύνθεση της Αρχής Εξυγίανσης άλλαξε, καθώς προστέθηκε ο Υπουργός Οικονομικών και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.) Το Περί Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 94/2013) και το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013) εκδόθηκαν από την Αρχή Εξυγίανσης (δημοσιεύθηκαν την 25.3.2013 και 29.3.2013 αντίστοιχα) στο πλαίσιο της άσκησης των εξουσιών που της παρείχε ο πιο πάνω Νόμος. Το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 104/2013 είχε σκοπό την πώληση ορισμένων εργασιών της Καθ' ης η Αίτηση 1 στην Τράπεζα Κύπρου και διαλάμβανε διάφορα μέτρα. Σύμφωνα με την παράγραφο 5
(1)όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η Αίτηση 1 μεταβιβάζονταν στην Τράπεζα Κύπρου. Μεταβιβάζονταν και οι υποχρεώσεις της Καθ' ης η Αίτηση 1 προς τους καταθέτες της εκτός στο βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερέβαινε το ποσό των €100.000 (βλ. υποπαράγραφο
(2)(β)). Ως χρόνος μεταβίβασης καθορίστηκε η ώρα 06:10 της 29.3.
  1. Προνοείται στο Διάταγμα (παρ. 6) ότι θα ακολουθήσει διαδικασία αποτίμησης των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων και η Αρχή Εξυγίανσης θα προσδιορίσει κατά πόσο η τελική τους αξία υπερβαίνει την τελική αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν. Εάν ναι, η Αρχή Εξυγίανσης θα μπορεί, με νέο διάταγμα, να απαιτήσει από την Τράπεζα Κύπρου να εκδώσει προς την Καθ' ης η Αίτηση 1 αριθμό μετοχών Τάξης Α' προς δίκαιη αποζημίωσή της χωρίς δικαίωμα άλλης αποζημίωσης. Συνεπώς, για τα ποσά των καταθέσεων των Αιτητών που υπερβαίνουν τις €100.000 για τον καθένα, αυτό που μπορεί να αναμένουν είναι τα αποτελέσματα της πιο πάνω αποτίμησης ευελπιστώντας ότι μετοχές Τάξεως Α' θα αποδοθούν στην Καθ' ης η Αίτηση 1 και αυτές θα χρησιμοποιηθούν για να αποζημιωθούν οι καταθέτες της, συμπεριλαμβανομένων των Αιτητών, για τις καταθέσεις πέραν των €100.000 που είχαν ο καθένας. Σε προηγούμενο σημείο της απόφασης έχουν καταγραφεί οι αιτίες αγωγής εναντίον του κάθε ενός από τους Καθ' ων 1,2,3 και
  2. Είναι, ωστόσο, χρήσιμο αυτές να εξεταστούν υπό το πρίσμα των όσων αποφασίστηκαν στην θεμελιακή υπόθεση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α., Υπόθ. Αρ. 551 κ.α., ημερ. 07.06.
  3. Στην υπόθεση αυτή αποφασίσθηκε καταρχήν από το Ανώτατο Δικαστήριο πως τα εκδοθέντα Διατάγματα δεν συνιστούν Εκτελεστές Διοικητικές Πράξεις, υποκείμενες στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά Πράξεις Κυβερνήσεως. Μέσω αυτών, υπήρξε παρέμβαση της Πολιτείας στη σχέση της Καθ' ης η Αίτηση 1 με τους καταθέτες της. Τα εκδοθέντα διατάγματα κατέστησαν ανέφικτη για την Καθ' ης η Αίτηση 1 την αποπληρωμή των χρημάτων των καταθετών της. Συγκεκριμένα αποφασίσθηκε πως: «Ο «επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ' όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου.» Στη συνέχεια της απόφασης γίνεται αναφορά στο άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου και στη γενική θέση πως κατά τη λήψη και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης οι πιστωτές του υποκείμενου σε εξυγίανση ιδρύματος δεν θα πρέπει να βρεθούν σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση, και σημειώνεται πως: «Η πρόνοια αυτή, ουσιαστικά κατοχυρώνοντας και στο Νόμο πάγιες νομικές αρχές όσον αφορά την πρόκληση ζημίας και την απόδειξη και αποτίμηση της έκτασής της, διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταθετών στις αστικές διαδικασίες στις οποίες και παραπέμπονται και καταδεικνύει το ουσιαστικό ζητούμενο, που είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο. Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και κατ' επέκταση και τη θέση των καταθετών της.» Με απλά λόγια αυτό που επιβεβαιώθηκε είναι, πως η ζημιά, που οι καταθέτες της Καθ' ης η Αίτηση 1 υπέστησαν, λόγω της παρέμβασης της Πολιτείας, δεν είναι ισόποση των καταθέσεων τους (πέραν των €100.000) που ο καθένας διατηρούσε σε αυτή. Τούτο θα συνέβαινε μόνο αν η Καθ' ης η Αίτηση 1 ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει πλήρως τις υποχρεώσεις της, που δεν ήταν. Στην προκείμενη υπόθεση δεν αμφισβητείται πως η υπαλλακτική οδός της διαδικασίας εξυγίανσης ήταν να τεθεί η Καθ' ης η Αίτηση 1 υπό εκκαθάριση. Είναι συνεπώς η διαφορά των δύο που καθορίζει τη ζημιά των καταθετών από την παρέμβαση της Πολιτείας, με το βάρος στους ώμους του καταθέτη να αποδείξει ότι, αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν λαμβάνονταν, θα ήταν σε καλύτερη θέση από τη θέση στην οποία βρέθηκε με την εφαρμογή τους. Η γενική οπισθογράφηση, που καταχωρίστηκε πριν την έκδοση της Χριστοδούλου (ανωτέρω), δεν είχε αυτή την κατεύθυνση όσον αφορά την αξίωση κατά των Καθ' ων η Αίτηση 1,2,3, και 4. Οι Ενάγοντες δικογράφησαν την αξίωσή τους, εκλαμβάνοντας ως δεδομένο, πως εάν δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης και η Καθ' ης η Αίτηση 1 ετίθετο υπό εκκαθάριση, η οικονομική ζημιά που θα υφίσταντο θα ήταν μικρότερη. Χαρακτηριστική είναι η παρ. (Τ) του κλητηρίου εντάλματος, στην οποία οι Αιτητές αξιώνουν αποζημιώσεις για επηρεαζόμενα δικαιώματά τους και/ή για απώλεια και/ή ζημιά που υφίστανται ένεκα των μέτρων εξυγίανσης που έλαβαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1,2,3 και 4, η οποία απώλεια και/ή ζημιά είναι μεγαλύτερη από την οποιαδήποτε απώλεια και/ή ζημιά που τυχόν θα υφίσταντο αν η Καθ' ης η Αίτηση ετίθετο στο σύνολό της απευθείας σε εκκαθάριση. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα ο κ. Στυλιανού στις παραγράφους 12 - 14 της ένορκης δήλωσής του επιχειρηματολογεί σχετικά για να καταλήξει στην παράγραφο 15 ότι: «Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, και με βάση το Νόμο και τα Διατάγματα για την εξυγίανση της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας, η λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν θέτει τους πιστωτές και τους μετόχους τους σε δυσμενέστερη οικονομική θέση συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν οι εν λόγω τράπεζες τίθεντο εναλλακτικά σε εκκαθάριση.» Η κ. Νεοφύτου στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσής της αναπτύσσει ανάλογη επιχειρηματολογία: «. με τη λήψη των ως άνω μέτρων εξυγίανσης, επιτεύχθηκε η διατήρηση και η συνέχιση προσφοράς των βασικών τραπεζικών εργασιών με αποτέλεσμα να διασφαλίζεται η χρηματοοικονομική σταθερότητα του κυπριακού τραπεζικού συστήματος. Στην περίπτωση που δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης, αναμφίβολα θα τίθεντο υπό εκκαθάριση τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, γεγονός που θα επέφερε καταστροφικές συνέπειες στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου συμπεριλαμβανομένων και των καταθετών οι οποίοι θα έχαναν το σύνολο των καταθέσεων τους.» Ο κ. Σκλάβος αναπτύσσει παρόμοια επιχειρηματολογία στην ένορκη δήλωσή του για να υποστηρίξει στην παρ. 15 ότι: «Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, και με βάση το Νόμο και τα Διατάγματα για την εξυγίανση της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας, η λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν θέτει τους πιστωτές και τους μετόχους τους σε δυσμενέστερη οικονομική θέση συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν οι εν λόγω τράπεζες τίθεντο ενναλακτικά σε εκκαθάριση». Το ζήτημα δεν μπορεί και δεν θα αποφασιστεί σε αυτό το διαδικαστικό στάδιο. Αλλωστε είναι προφανές ότι σε κάθε περίπτωση ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο για να αποφασιστεί τώρα. Στο παρόν στάδιο όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι Αιτητές να έχαναν και τα ασφαλισμένα ποσά κάτω των €100.000.- σε περίπτωση που η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν ετίθετο υπό καθεστώς εξυγίανσης. Ιδιαίτερα για τον Αιτητή 2 δεν τίθεται καν θέμα προς συζήτηση, εφόσον οι δυο λογαριασμοί, στους οποίους είναι συνδικαιούχος με την Αιτήτρια 1, δεν υπέστησαν απομείωση. Η νομολογία βεβαίως δεν αποτελεί προηγούμενο αναφορικά με γεγονότα που διαπιστώνονται. Όμως στο ακόλουθο απόσπασμα της Χριστοδούλου (ανωτέρω) εξηγείται το συγκεκριμένο επίδικο ζήτημα, όπως προκύπτει μέσα και από τα γεγονότα που τέθηκαν στην παρούσα διαδικασία. «Η εικόνα που προέκυπτε ήταν λοιπόν εκείνη του βεβαίου κινδύνου άμεσης χρεοκοπίας της Λαϊκής Τράπεζας και κατά συνέπεια και της Δημοκρατίας ως εγγυητού της σε σχέση με τα εν λόγω ομόλογα αλλά και ως υπόχρεος δυνάμει των δικών της κρατικών ομολόγων, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην Τράπεζα Κύπρου αλλά και σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και το κράτος. Οι επιπτώσεις θα αντανακλούσαν όχι μόνο στις ανασφάλιστες αλλά και στις ασφαλισμένες καταθέσεις, αφού δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα κρατικά ποσά προς κάλυψη των, δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων.» Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δυο
(2)λογαριασμοί με αρ. 060-09-154613 και 060-11-020739, στους οποίους οι Αιτητές ήταν συνδικαιούχοι, δεν υπέστησαν απομείωση, δεν φαίνεται να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σε σχέση με αυτούς. Συναφώς η αγωγή των Αιτητών, σε σχέση με αυτούς τους λογαριασμούς, δεν φαίνεται ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Οσον αφορά τους υπόλοιπους έξι
(6)λογαριασμούς με αρ. 063-09-187056, 060-09-162748, 060-09-155611, 063-09-185738, 060-09-161792 και 139-31-012849, στους οποίους δικαιούχος είναι μόνο η Αιτήτρια 1 καταλήγω ότι: Εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 έχει καταδειχθεί κατά τρόπο θετικό η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Αναμφίβολα υπήρχε συμβατική σχέση μεταξύ Αιτήτριας 1 και Καθ' ης η Αίτηση
  1. Η θέση όμως των Αιτητών (παρ. 39,40 και 41 Ε/Δ) είναι ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 παραβίασε τη συμβατική τους σχέση και/ή τη σχέση που τη διέπει ως εμπιστευματοδόχος των καταθέσεών τους (breach of trust). Οι Αιτητές έχουν δικαίωμα, δυνάμει τους άρθρου 23 του Συντάγματος να έχουν κατοχή, απόλαυση και κυριότητα της ιδιοκτησίας τους, ήτοι των τραπεζικών λογαριασμών τους, το οποίο έχει παραβιασθεί. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα στη Χριστοδούλου (ανωτέρω) διευκρινίζεται ότι: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματα του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης.» Επομένως η σχέση της Αιτήτριας 1 με την Καθ' ης η Αίτηση 1 είναι σχέση πιστωτή και οφειλέτη αντίστοιχα, που αναμφίβολα δημιουργεί υποχρέωση αποπληρωμής των ποσών που βρίσκονταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς της. Στη βάση δε του ότι οι καταθέσεις απορροφήθηκαν στο όλο ενεργητικό της Καθ' ης η Αίτηση 1, ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 23 του Συντάγματος. Το γεγονός είναι ότι η Καθ' η Αίτηση 1 δεν μπορεί να εκπληρώσει την συμβατική της υποχρέωση έναντι της Αιτήτριας 1, λόγω του ότι έχει τεθεί σε καθεστώς εξυγίανσης, στο οποίο οδηγήθηκε, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας του τρόπου διαχείρισής της. Καταλήγω πως η συγκεκριμένη βάση αγωγής δεν έχει καταδειχθεί ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η Καθ' ης η Αίτηση 2, η οποία διορίσθηκε ως Ειδική Διαχειρίστρια για την Καθ' ης η Αίτηση 1, δυνάμει των προνοιών του Ν. 17(Ι)/2013 και ενάγεται, με αυτή την ιδιότητα, είναι αναγκαίος διάδικος για την εκτέλεση τυχόν απόφασης εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση
  2. Εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 3 διαφαίνεται πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας και αφορά το κατά πόσο δηλαδή η πολιτεία με τις πράξεις της, που κατέληξαν στα μέτρα εξυγίανσης της Καθ' ης η Αίτηση 1, έχει ζημιώσει τους καταθέτες της, μεταξύ των οποίων και την Αιτήτρια 1, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων ή παραλείψεων, όσων συμμετείχαν στις αποφάσεις του Μαρτίου του 2013, που κατέληξαν στην ψήφιση και εφαρμογή των συγκεκριμένων μέτρων εξυγίανσης. Στην Καθ' ης η Αίτηση 4 με την αγωγή φαίνεται να καταλογίζονται ψευδείς παραστάσεις, αμελείς πράξεις και παραλείψεις και λανθασμένες αποφάσεις, που συνέβαλαν στην επέλευση των γεγονότων του Μαρτίου του
  3. Το άρθρο 29 του Ν.17(Ι)/2013 δεν αποκλείει την Αρχή Εξυγίανσης από τον καταλογισμό ευθύνης, σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών της, που προβλέπονται από το Νόμο, όταν αποδειχθεί ότι η πράξη ή παράλειψη δεν έγινε με καλή πίστη ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους της. Πρόκειται επίσης για ένα σοβαρό ζήτημα, με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, που αφορά το κατά πόσο δηλαδή η Καθ' ης η Αίτηση 4 εκπλήρωσε, με καλή πίστη και επιμέλεια, τα καθήκοντα της, ως η εποπτική αρχή των εμπορικών τραπεζών, σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση 1, και αν όχι, κατά πόσο τούτο δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της από τον κάθε καταθέτη της Καθ' ης η Αίτηση 1 που υπέστηκε ζημιά. Τα ανωτέρω δεν προκαταβάλλουν την έκβαση της αγωγής εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1,2,3 και
  4. Η διάγνωση γίνεται στη βάση των όσων μέχρι τώρα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου. Για σκοπούς άρσης, εν τη γενέσει της, οποιασδήποτε παρερμηνείας της πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου, οφείλω να τονίσω ότι αυτή διατυπώνεται και περιορίζεται στα πλαίσια εξέτασης της βασιμότητας της παρούσας αίτησης (βλ. Jonitexo V Adidas
(1983)1 C.L.R. 263). Η πιθανότητα να υποστεί ο αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά, με την έννοια ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι, αν δεν εκδοθεί ή οριστικοποιηθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, συνήθως σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων, κάτω βεβαίως από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Κατά βάση εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στον ενάγοντα στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού V Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255 στη σελ. 258). Ο πιο πάνω κανόνας όμως δεν είναι απόλυτος, αφού το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και οποιοδήποτε άλλο μεταβλητό παράγοντα, ο οποίος ενδεχομένως να καταστήσει την επιτυχία του ενάγοντα άνευ σημασίας (βλ. Papastratis V Petrides
(1979)1 CLR 231 και Κυρισάββα κ.α. V Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245 στη σελ. 1253). Οπως υποδείχθηκε δε στην αγγλική υπόθεση Evans Marshall & Co V Bertola S.A.
(1973)1 All E.R. 992, το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων έχει και μια άλλη πτυχή, η οποία σχετίζεται με το κατά πόσον η Καθ' ης η Αίτηση θα είναι σε θέση να καταβάλει το ποσό των αποζημιώσεων. Στην προκείμενη περίπτωση οι μόνες αναφορές που γίνονται προς ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι στην παρ. 52 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή 2, στην οποία αναφέρεται ότι εάν το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί δεν θα υπάρχει μεταγενέστερα δυνατότητα αποκατάστασης ή θεραπείας, διότι η υλοποίηση και/ή εφαρμογή του Διατάγματος θα προξενήσει στους Αιτητές ανεπανόρθωτη ζημιά και σε συνδυασμό με την έλλειψη οποιασδήποτε πρόνοιας στο Διάταγμα και/ή στη σχετική Νομοθεσία περί εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ανακτήσουμε την ιδιοκτησίας μας που θα απολέσουμε και/ή απωλέσαμε. Στη Χριστοδούλου (ανωτέρω) ξεκαθαρίζεται ότι: «.δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια χρηματική ζημιά στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκομένων οργάνων της Ευρωπαϊκης Ενωσης και άλλων». Ζήτημα ανάκτησης της ιδιοκτησίας των Αιτητών δεν τίθεται, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι καταθέσεις δεν συνιστούν περιουσιακό στοιχείο. Απομένει ότι στο μόνο που δικαιούνται οι Αιτητές είναι στη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Όταν η μόνη θεραπεία, που μπορεί να αξιωθεί με την αγωγή και να αποδοθεί είναι η χρηματική αποζημίωση, η τρίτη προϋπόθεση συνήθως περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο οι Εναγόμενοι θα αδυνατούν να ικανοποιήσουν το ποσό της ενδεχόμενης απόφασης. Οι Αιτητές δεν παρουσίασαν μαρτυρία αναφορικά με τη μη φερεγγυότητα των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 (Ιπποδρομιακή Αρχή V Χ"Βασίλη
(1989)Α.Α.Δ. 1 Α.Α.Δ. 152, 155). Αντίθετα στην παρ. 42 της ένορκης δήλωσης, που υποστηρίζει την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 3 αναφέρεται ότι: «.σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής οι αιτητές θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου που τυγχάνει θεσμικής ανεξαρτησίας και αυτονομίας ενσωματωμένη στο Ευρωσύστημα με δική της περιουσία που υπερβαίνει τα €120.000.000.» και στην παρ. 39 της ένορκης δήλωσης, που υποστηρίζει την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 4 αναφέρεται ότι «.οι αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως από τους καθ' ων η αίτηση και την καθ' ης η αίτηση η οποία έχει το δικό της προϋπολογισμό, είναι αυτόνομη και θεσμικά ανεξάρτητο όργανο, κατέχει περιουσία σε χρήμα όσο και αξιόγραφα που υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό της αγωγής των Εναγόντων και ως εκ τούτου δεν είναι αφερέγγυα». Ως εκ τούτου δεν έχει καταδειχθεί πως δεν είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η διατήρηση του status quo ante Είναι νομολογημένο ότι η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι, υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας (βλ. Odysseos (ανωτέρω) και Κοσμά V Xατζηκυπρή και άλλων
(2000)1(Α) ΑΑΔ 169). Το Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π.104/2013, το οποίο δημοσιεύθηκε στις 29 Μαρτίου
  1. Σύμφωνα με την παράγραφο 18 του υπό αναφορά Διατάγματος, το Διάταγμα ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και τίθεται σε εφαρμογή από την Ημερομηνία Μεταβίβασης, δηλ. από την 29η Μαρτίου 2013 και ώρα 6:
  2. Επομένως ζήτημα διατήρησης του status quo της υπόθεσης, με την έννοια που ζητείται στις παρ. (Α) (Β) και (Γ) της Αίτησης δεν τίθεται, εφόσον το Διάταγμα έχει τεθεί σε εφαρμογή και τα συνακόλουθα μέτρα εξυγίανσης της Καθ' ης η Αίτησης 1 έχουν ήδη συντελεστεί από τις 29.03.2013 ώρα 06:
  3. Για τον ίδιο λόγο από την συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα η Αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Το ισοζύγιο της ευχέρειας Το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση έκδοσης προσωρινού διατάγματος, πέραν της πλήρωσης των προϋποθέσεων, που προνοούνται στις οικείες νομοθετικές διατάξεις, πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η έκδοση του διατάγματος είναι δίκαιη και πρόσφορη και ότι εξυπηρετεί τις ανάγκες της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σε περίπτωση λοιπόν που πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, έχοντας υπόψη τη φύση της επίδικης διαφοράς, αλλά και τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω για τη διαμόρφωση του status quo ante της υπόθεσης, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως αποκαλείται στην American Cyanamid Co Ltd V Ethicon
(1975)1 All E.R. 503, θα έκλεινε σαφώς υπέρ της άρνησης έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Από τις ένορκες δηλώσεις των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 προκύπτει ότι, με βάση τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε το Κράτος και το εναλλακτικό σενάριο της χρεοκοπίας, ουδεμία άλλη λύση προσφερόταν και σίγουρα δεν προσφερόταν η διαδικασία της εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση 1, που προτείνουν οι Αιτητές. Ενδεχόμενη χρεοκοπία του Κράτους θα είχε, αναμφίβολα ανάλογες και ανυπολόγιστες οικονομικές και κοινωνικές καταστροφικές συνέπειες. Είναι προφανές ότι τα μέτρα εξυγίανσης της Καθ' ης η Αίτηση 1 έγιναν, με σκοπό το δημόσιο συμφέρον και ωφέλεια και την αποτροπή δυσμενέστερων συνεπειών για τους Αιτητές, τους υπόλοιπους καταθέτες της Καθ' ης η Αίτηση 1 και το σύνολο των συμπολιτών μας. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει καταφανώς υπέρ της απόρριψης της Αίτησης προκειμένου να μπορέσουν οι Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν απρόσκοπτα στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και στη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Κατάληξη Εχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Συναφώς η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 1,2,3, και 4 και σε βάρος των Αιτητών και θα πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Νοείται ότι για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, οι οποίοι είχαν κοινή εκπροσώπηση, θα υπολογισθεί ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αίτηση για έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων - άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίου Νόμου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.