← Κύπρος

Αναφορικά με την Εταιρεία "Lion Resorts (Cyprus) Limited", Αρ. Εγγραφής 193347, Αίτηση Εταιρειών αρ. :- 74/11, 6/12/2013

Αναφορικά με την Εταιρεία "Lion Resorts (Cyprus) Limited", Αρ. Εγγραφής 193347, Αίτηση Εταιρειών αρ. :- 74/11, 6/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A221 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αίτηση Εταιρειών αρ. :- 74/11 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την Εταιρεία "Lion Resorts (Cyprus) Limited", Αρ. Εγγραφής 193347 Ημερομηνία :- Παρασκευή 6η Δεκεμβρίου 2013 Για την Αιτήτρια :- κος. Θωμά Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co. LLC Για ν΄ ακούσει Απόφαση :- Για την Kαθ΄ ης η Aίτηση :- κος. Πολύκαρπος Φιλίππου Για ν΄ ακούσει Απόφαση :- Ενδιάμεση Απόφαση

  1. Η ακρόαση της αίτησης διάλυσης της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας άρχισε στις 16/10/
  2. Διατηρώντας υπόψη και το αντικείμενο της ένστασης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση αξίζει να σημειωθεί πως ο ευπαίδευτος δικηγόρος της αιτήτριας ευθύς εξ αρχής - δηλαδή αμέσως προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας - έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ένα θέμα αναφορικά με το οποίο όμως, ακόμη και σε εκείνο το αρχικό σημείο της διαδικασίας, δεν επεδίωξε τη προκαταρκτική του εξέταση. Επιλέγοντας πρώτα όπως παρουσιάσει τη μαρτυρία της αιτήτριας προς απόδειξη της αίτησης της για τη διάλυση της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας.
  3. Ηγέρθηκε δηλαδή το θέμα αυτό - για πρώτη φορά με σκοπό την εξέταση του από το Δικαστήριο - υπό μορφή ένστασης στη παρουσίαση οποιασδήποτε μαρτυρίας από την καθ΄ ης η αίτηση και αφού προηγουμένως η αιτήτρια είχε ολοκληρώσει τη παρουσίαση της υπόθεσης της προς απόδειξη της αίτησης της και αφού είχε προηγηθεί και η αντεξέταση του μοναδικού της μάρτυρα.
  4. Το θέμα, το οποίο ο κ. Χριστοδούλου επέλεξε όπως μην προωθήσει μέχρι και το κλείσιμο της υπόθεσης της αιτήτριας προς απόδειξη της αίτησης της, είχε σχέση με την εγκυρότητα της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση. Προηγουμένως, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο ίδιος είχε δηλώσει πως δεν είχε ένσταση στην αντεξέταση του βασικού μάρτυρα προς απόδειξη της αίτησης, παρά και τα όσα υποστήριζε αναφορικά με αυτό το θέμα. Εισηγήθηκε δε κατά την αγόρευση του, στις 12/11/2013, πως ο λόγος για τον οποίο δεν ήγειρε ένσταση ήταν έτσι ώστε ουσιαστικά να δοθεί με αυτό τον τρόπο η ευκαιρία να δοκιμαστεί η αξιοπιστία του βασικού μάρτυρα προς απόδειξη της αίτησης.
  5. Οφείλω να παρατηρήσω το εξής. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί της οποίας επισυνάπτεται η ένορκη δήλωση της οποίας η εγκυρότητα αμφισβητείται καταχωρήθηκε στις 12/3/
  6. Το όλο θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση θα μπορούσε να είχε τεθεί προς εξέταση νωρίτερα και μάλιστα προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας. Ενδεχομένως και με τη καταχώρηση σχετικής αίτησης δίχως όμως το Δικαστήριο να θεωρεί αναγκαίο όπως υποδείξει επί θεωρητικού επιπέδου την οποιαδήποτε προσφερόμενη διαδικασία. Ο ίδιος ο κ. Χριστοδούλου εισηγήθηκε μία πιθανή αίτηση η οποία αναφέρεται πιο κάτω. Όπως και ο κ. Φιλίππου εισηγήθηκε μια άλλη πιθανή διαδικασία.
  7. Ο λόγος για τον οποίο αναφέρεται η ύπαρξη της γενικής αυτής δυνατότητας, δίχως όμως καθορισμό της ιδιαίτερης δικονομικής μορφής της, είναι προς διευκρίνιση της θέσης του Δικαστηρίου αναφορικά με τον τρόπο έγερσης της ένστασης. Καθότι, όπως κρίνεται, η αιτήτρια δεν εμποδίζεται, παρά και την επιλογή της να μην λάβει οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα νωρίτερα, από το να εγείρει ένα θέμα το οποίο, όπως ο κ. Χριστοδούλου ουσιαστικά εισηγείται, έχει να κάνει με τη δυνατότητα, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, να παρουσιαστεί μαρτυρία από την καθ΄ ης η αίτηση προς υποστήριξη της ένστασης της στην αίτηση διάλυσης της.
  8. Επιλαμβάνεται δηλαδή το Δικαστήριο του όλου θέματος ως ενταγμένο περισσότερο εντός ενός πλαισίου του δικαίου της απόδειξης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρά επί μίας δικονομικής βάσης προ της έναρξης της δίκης. Έστω και εάν ο κ. Χριστοδούλου σε μεγάλο βαθμό βασίζει τη θέση του και σε εισήγηση ως προς την ανυπαρξία έγκυρης ένστασης ή ουσιαστικά - και σε αναλογία με μία διαδικασία πολιτικής αγωγής - ανυπαρξίας του απαραίτητου δικογράφου της καθ΄ ης η αίτηση με το οποίο να προβάλει την υπεράσπιση της σε σχέση με το αίτημα για τη διάλυση της.
  9. Η θέση του κ. Χριστοδούλου θα μπορούσε να περιγραφεί όχι μόνο ως απόλυτη αλλά και ως καταλυτικά δραστική καθότι αυτό το οποίο εισηγείται δεν είναι απλώς πως δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης αλλά επιπλέον πως δεν θα πρέπει καν να επιτραπεί στην καθ΄ ης η αίτηση να παρουσιάσει την οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης της.
  10. Η θέση του δηλαδή είναι πως η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική και κατά συνέπεια δεν υπάρχει καταχωρημένο δικόγραφο, η οποία κατ΄ αναλογία, όπως εισηγείται, είναι η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση διάλυσης. Κατ΄ επέκταση δεν μπορεί η καθ΄ ης η αίτηση να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να μην έχει βάση στο δικόγραφο της.
  11. Ο κ. Χριστοδούλου πρότεινε 4 λόγους βάσει των οποίων η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική οι οποίοι παρατίθενται πιο κάτω.
  12. Προτού όμως παραθέσω τους λόγους αυτούς και με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, θεωρώ ότι θα ήταν χρήσιμο επίσης όπως υπενθυμίσω τα όσα ο ίδιος ανέφερε, σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, σε σχέση με το ποια είναι η ορθή διαδικασία η οποία ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις.
  13. Εισηγήθηκε πως σε μία πρωτογενή αίτηση, όπως η συγκεκριμένη αίτηση διάλυσης εταιρείας, η διαδικασία είναι η ίδια η οποία ακολουθείται σε αγωγές. Δηλαδή, η αίτηση διάλυσης έχει τη θέση του κλητηρίου εντάλματος και κατ΄ αναλογία η ένσταση έχει τη θέση της υπεράσπισης όπως εφαρμόζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Δήλωσε μάλιστα πως η θέση του είναι ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου δεν υπάρχει υπεράσπιση καταχωρημένη και πως η υπόθεση θα πρέπει να προχωρήσει μονομερώς, δηλαδή θα μπορούσε να γίνει αίτηση για απόφαση ex parte και να εκδοθεί απόφαση. Πρόσθεσε δε ότι ίσως και να μην είχε το δικαίωμα ο κ. Φιλίππου της αντεξέτασης, η οποία βεβαίως δέχτηκε όμως ότι είχε γίνει με τη συγκατάθεση της αιτήτριας. Είναι σε αυτό το σημείο της όλης επιχειρηματολογίας του που πρόσθεσε πως η αντεξέταση «σίγουρα» έγινε για σκοπούς αξιοπιστίας τονίζοντας παράλληλα πως εκεί σταματούσε ο ρόλος του κ. Φιλίππου και δεν μπορεί να προσφέρει μαρτυρία.
  14. Οι 4 λόγοι στους οποίους ο κ. Χριστοδούλου αναφέρθηκε είναι οι ακόλουθοι. 12.
  15. Ότι στη «φερόμενη ως ένορκη δήλωση» η βεβαίωση η οποία έχει τεθεί κάτω αριστερά όπως φαίνεται από τη σφραγίδα είναι από κάποιο ο οποίος εργάζεται στο προξενείο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αγγλία. Δεν λέει ότι ορκίστηκε ο κος. Mably. Το μόνο που αναφέρει είναι ότι υπέγραψε στη παρουσία του. Σύμφωνα με τη Δ.39 θ. 10 θα έπρεπε να αναφερόταν ότι ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον του ατόμου το οποίο υπογράφει τη βεβαίωση. Παρέπεμψε δε σχετικά στην απόφαση Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοι Λτδ κ. ά. ν. Arizona Trading Co. Ltd.

(1997)1Γ Α. Α. Δ.
  1. 12.
  2. Ότι δεν αναφέρεται ο κος. Mably ως ο ενόρκως δηλών αλλά ως ο αιτητής. Δηλαδή, γίνεται χρήση της λέξης "applicant" αντί της λέξης "affiant". 12.
  3. Ο τόπος στον οποίο υπογράφηκε η ένορκη δήλωση, δηλαδή σε Κυπριακό προξενείο, δεν αναφέρεται εντός της Δ.39 θ.
  4. Παρέπεμψε δε σχετικά στην απόφαση General Engineering Co. Ltd. v. Seddon Atkinson Vehicles Ltd.
(1975)1 C. L. R.
  1. Εισηγήθηκε πως η απόφαση αυτή αναφέρει ότι ίσως ο συγκεκριμένος θεσμός θα έπρεπε να καταργηθεί αλλά κρατήθηκε ως μία περίπτωση συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. 12.
  2. Το πρόσωπο το οποίο έχει δεχθεί την ένορκη δήλωση δεν είναι πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα να την είχε δεχτεί σύμφωνα με τον περί Όρκων Νόμο, Κεφ. 18, ο οποίος αναφέρεται σε πταισματοδίκες ή Πρωτοκολλητές.
  3. Προτού δοθεί η ευκαιρία στον κ. Φιλίππου να αγορεύσει σχετικά ερωτήθηκε επίσης ο κ. Χριστοδούλου, από το Δικαστήριο, αναφορικά με το ενδεχόμενο να τύγχανε εφαρμογής το άρθρο 325 του περί Εταιρειών Νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση. Βεβαίως, αναφορικά με αυτό το θέμα, ο κ. Χριστοδούλου υπενθύμισε επίσης το Δικαστήριο, πως δεν φαίνεται επί της ένορκης δήλωσης ποιο είναι το άτομο ενώπιον του οποίου είχε υπογραφεί η ένορκη δήλωση στο εξωτερικό. Εξέφρασε δε αρχικά, στις 12/11/2013, και την εντύπωση ότι το συγκεκριμένο άρθρο αφορά το μέρος του περί Εταιρειών Νόμου σε σχέση με τη διαδικασία εκκαθάρισης και όχι αίτηση διάλυσης επομένως δεν εφαρμοζόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επιβεβαίωσε δε αυτή την αρχική εντύπωση και ως τη τελική του θέση επί του θέματος, στις 20/11/2013, μετά και από την αγόρευση του κ. Φιλίππου. Καθότι, όπως ανέφερε, το Μέρος V αρχίζει από το άρθρο 298 του περί Εταιρειών Νόμου και συγκεκριμένα πως αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου ήδη μία εταιρεία έχει τεθεί υπό εκκαθάριση. Το Δικαστήριο εξετάζει αυτό το θέμα πιο κάτω.
  4. Έχοντας υπόψη και τη καθοριστική φύση της ένστασης την οποία ήγειρε ο κ. Χριστοδούλου δόθηκε αναβολή στον κ. Φιλίππου έτσι ώστε να ετοιμαστεί αναλόγως για τη δική του αγόρευση. Αναφορικά με το περιεχόμενο της αγόρευσης του κ. Φιλίππου θα περιοριστώ σε ορισμένες επισημάνσεις στο βαθμό στον οποίο αυτό κρίνεται χρήσιμο ή σκόπιμο σε σχέση με την αιτιολόγηση αυτής της απόφασης.
  5. Εισηγήθηκε ο κ. Φιλίππου, προς απάντηση των θέσεων του κ. Χριστοδούλου, τα ακόλουθα. 15.
  6. Ότι υπάρχει δικόγραφο, δηλαδή ότι η ένσταση και ένορκη δήλωση αποτελούν τη περιγραφή της μαρτυρίας που η καθ΄ ης η αίτηση θα παρουσιάσει προς υπεράσπιση της. 15.
  7. Ενώ τόνισε πως ο οποιοσδήποτε δικαιούται να υπερασπίσει τον εαυτό του στο Δικαστήριο ανεξάρτητα από τους κανονισμούς. Ότι δηλαδή δεν μπορεί να στερηθεί σε οποιονδήποτε το δικαίωμα να υπερασπιστεί ή να παρουσιάσει «αντικρουστική» μαρτυρία, όπως χαρακτηριστικά την περιέγραψε, για τα όσα έχουν κατατεθεί ενόρκως. 15.
  8. Βεβαίως η φράση «αντικρουστική μαρτυρία» αποτελεί νομικό όρο με συγκεκριμένη σημασία (παραδείγματος χάριν, βλ. σχετικά την απόφαση των Πολιτικών Εφέσεων Αρ. 231/09 και Αρ. 47/10
  9. Στέφανη Αττεσλή κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., ημερομηνίας 25/10/2013). Δεν έχω αντιληφθεί ο κ. Φιλίππου να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο νομικό όρο με τη κυριολεκτική του έννοια αλλά ως αναφορά σε μαρτυρία προς αντιμετώπιση των όσων ισχυρισμών προέβαλε σχετικά ο μάρτυρας της αιτήτριας. 15.
  10. Εισηγήθηκε επίσης πως εφόσον η απόφαση Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοι Λτδ κ. ά. ν. Arizona Trading Co. Ltd. είχε σχέση με διαδικασία συνοπτικής απόφασης το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν καταλυτικής σημασίας. Δηλαδή πως ήταν αυξημένης σημασίας η ποιότητα της ένορκης δήλωσης. Ιδιαίτερα «ερήμην» της άλλης πλευράς προφανώς εννοώντας δίχως να δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του. 15.
  11. Τόνισε και πάλι πως ο ίδιος θεωρούσε λανθασμένη τη θέση του κ. Χριστοδούλου ότι δεν υπήρχε δικόγραφο περιγράφοντας και πάλι την ένσταση και ένορκη δήλωση ως το περίγραμμα της μαρτυρίας. 15.
  12. Ως προς την απουσία αναφοράς στην επίδικη ένορκη δήλωση ότι ο κος. Mably ορκίστηκε εισηγήθηκε πως το γεγονός ότι ορκίστηκε φαίνεται στις πρώτες παραγράφους της ένορκης δήλωσης ενώ πρόσθεσε πως η Δ.64 υπάρχει ακριβώς έτσι ώστε να διορθώνει αυτού του είδους τα ελαττώματα. 15.
  13. Αναφέρθηκε επίσης στο χρόνο έγερσης της ένστασης εισηγούμενος πως η αιτήτρια θα έπρεπε είτε να είχε λάβει μέτρα για παραμερισμό της αντικανονικότητας του δικογράφου είτε να άφηνε τη διαδικασία να προχωρήσει. Το γεγονός πως δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα κατά τον ίδιο δείχνει ότι αυτό αποτελούσε μία παρατυπία η οποία διορθώνεται από το Δικαστήριο. 15.
  14. Αναφέρθηκε και σε σχετικό κανονισμό αναφορικά με την εγκυρότητα της ένορκης δήλωσης. Συγκεκριμένα κανονισμό βάσει του περί Εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας Νόμο του 1960 (Ν. 10 του 1960 όπως αυτός τροποποιήθηκε). 15.
  15. Διαβάζοντας τον συγκεκριμένο Νόμο σχετικό διαπιστώνεται να είναι το άρθρο 10 προφανώς σε σχέση με τα καθήκοντα και αρμοδιότητες της κάθε θέσης στην Εξωτερική Υπηρεσία η οποία ιδρύεται βάσει του άρθρου
  16. Αναφέρθηκε ο κ. Φιλίππου στη δυνατότητα η οποία παρεχόταν για αποδοχή όρκων σε προξενικούς λειτουργούς. 15.
  17. Η όλη εισήγηση του κ. Φιλίππου ως προς τη διατήρηση κανονισμών του 1970, παρά και την αναφορά από τον ίδιο του καταργητικού Νόμου, δηλαδή του περί της Εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας Νόμο του 2006, Ν.25(Ι)/2006, δεν διευκρινίζει τη σημασία του γεγονότος πως οι περί Εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας Νόμοι του 1960 μέχρι 1980 καταργούνται με τον Νόμο του
  18. Ο κ. Χριστοδούλου εισηγήθηκε πως εφόσον καταργείται ο Νόμος κατά συνέπεια καταργούνται και οι κανονισμοί. 15.
  19. Αν και δεν έχω εντοπίσει κανονισμούς οι οποίοι να καταργούν τους συγκεκριμένους κανονισμούς (όπως, παραδείγματος χάριν, ο καταργητικός κανονισμός 27 στη περίπτωση των περί Εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας (Ειδικοί Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμών του 2006 Κ.Δ.Π. 109/2006) εντούτοις θεωρώ πως το όλο θέμα δεν χρήζει περισσότερης εμβάθυνσης για σκοπούς αιτιολόγησης αυτής της απόφασης. 15.
  20. Αναφέρθηκε επίσης ο κ. Φιλίππου και στην απόφαση E. Philippou Ltd. v. Littner Hampton
(1984)1 C. L. R. 716 ως προς τη σημασία του Συντάγματος και τις ανάλογες αλλαγές και προσαρμογές στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας σε σχέση με αναφορές σε αυτούς στο γεγονός ότι προηγουμένως η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελούσε Βρετανική αποικία. 15.
  1. Η κύρια αιχμή της αγόρευσης του κ. Φιλίππου ουσιαστικά ήταν πως δεν μπορεί η καθ΄ ης η αίτηση να στερηθεί το δικαίωμα να απαντήσει και πως η ένορκη δήλωση δεν αποτελεί κάτι το απαραίτητο προς αυτό το σκοπό. 15.
  2. Αναφέρθηκε επίσης και στο άρθρο 325 του περί Εταιρειών Νόμου αλλά και στη δυνατότητα διόρθωσης της ένορκης δήλωσης η οποία παρέχεται από τη Δ.39 θ. 15 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας.
  3. Όπως αναφέρεται στον κανονισμό 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών (Companies Rules, Subsidiary Legislation of Cyprus, Vol. II, σελίδα 279) οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί σε ισχύ σε σχέση με πολιτικές αγωγές και η γενική πρακτική και δικονομία των Δικαστηρίων (ή σε περίπτωση έλλειψης τοπικής διάταξης, η πρακτική και δικονομία των Δικαστηρίων στην Αγγλία) θα εφαρμόζονται αναφορικά με όλες τις διαδικασίες σε σχέση με αιτήσεις με τις οποίες οι κανονισμοί περί Εταιρειών σχετίζονται, στο βαθμό στον οποίο αυτό είναι πρακτικό, εκτός εάν και στην έκταση την οποία ο περί Εταιρειών Νόμος ή οι κανονισμοί περί Εταιρειών διαφορετικά προνοούν.
  4. Αξίζει να σημειωθεί πως δεν προβλέπεται ρητά στους περί Εταιρειών Κανονισμούς συγκεκριμένος τύπος είτε της αίτησης διάλυσης είτε της ένστασης σε αίτηση διάλυσης. Ουσιαστικά στην αίτηση, υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, έχει χρησιμοποιηθεί μία διαδικασία παρόμοια με αυτή η οποία χρησιμοποιείται σε περίπτωση καταχώρησης αίτησης βάσει της Δ.48 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Επί του συγκεκριμένου θέματος παρατηρώ τα ακόλουθα.
  5. Υπάρχει νομολογία αναφορικά με τη δυνατότητα η οποία παρέχεται ως προς τη διασφάλιση δικαιωμάτων τα οποία παρέχονται βάσει νομοθεσίας ή σύμβασης ανεξάρτητα και από το γεγονός πως δεν προσδιορίζεται με ρητή αναφορά οποιοσδήποτε δικονομικός μηχανισμός αναφορικά με τον τρόπο προώθησης διαδικασίας ως προς την αναγνώριση τέτοιων δικαιωμάτων.
  6. Παράδειγμα αυτής της δυνατότητας αποτελεί η απόφαση Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc.
(1999)1Α Α. Α. Δ.
  1. Εντός της οποίας αναφέρει σχετικά ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Νικολάου Δ., πως ανεξάρτητα από την ανυπαρξία προσδιορισμού δικονομικού μηχανισμού στη Σύμβαση περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων αυτό δεν σήμαινε ότι καθίσταντο ανενεργά τα δικαιώματα τα οποία αυτή παρείχε προσθέτοντας ότι για πρόσβαση στο Δικαστήριο μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι γνωστές στο δίκαιο διαδικασίες φτάνει να κατοχυρώνονταν τα δικαιώματα όλων των μερών. Πρόσθεσε δε το εξής σημαντικό. Πως αν και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν διείπαν άμεσα τη περίπτωση υπό εξέταση εντούτοις παρείχαν τους μηχανισμούς οι οποίοι μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Τονίστηκε δε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η δυνατότητα η οποία διατηρήθηκε στην άλλη πλευρά να αντιταχθεί και να ακουστεί σε ζητήματα που αυτή έθετε με βάση τη Σύμβαση. Αναφέρθηκε δε πως το Ανώτατο Δικαστήριο δεν διέκρινε σε τέτοια διαδικασία οτιδήποτε το άτοπο ή οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό του προσώπου κατά του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση ενώ τουναντίον κρίθηκε η διαδικασία η οποία χρησιμοποιήθηκε ως η πλέον πρόσφορη.
  2. Άλλο παράδειγμα καθορισμού τρόπου εφαρμογής διασφάλισης δικαιωμάτων τα οποία παρέχονται από νομοθεσία, ανεξάρτητα και από την απουσία στη συγκεκριμένη νομοθεσία οποιασδήποτε ρητής αναφοράς σε προσδιορισμό δικονομικού μηχανισμού, αποτελεί η απόφαση Hjihchambis v. Attorney-General
(1986)1 C. L. R. 386. Βεβαίως δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου πως στη συγκεκριμένη απόφαση η επιλογή έναρξης διαδικασίας βάσει της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας κρίθηκε πως οδηγούσε σε ακυρότητα της διαδικασίας εφόσον ο ορθός τρόπος πρόσβασης στο Δικαστήριο ήταν με εναρκτήρια κλήση. Ενώ άλλο παράδειγμα έγκρισης από το Ανώτατο Δικαστήριο χρήσης των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρά και την ανυπαρξία προσδιορισμού δικονομικού μηχανισμού σε σχέση με την εφαρμογή νομοθετικής πρόνοιας, δηλαδή του άρθρου 40 του περί Δικαστηρίων Νόμου (προτού το άρθρο αυτό καταργηθεί), αποτελεί και η υπόθεση Philippou v. Philippou
(1986)1 C. L. R.
  1. Στην ύπαρξη της οποίας βεβαίως αναφέρθηκε και ο κ. Χριστοδούλου στην αγόρευση του.
  2. Βεβαίως στη περίπτωση υπό εξέταση το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του κυρίως τα όσα αναφέρονται σχετικά στη παράγραφο 16 αυτής της απόφασης.
  3. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε 4 λόγους ο κ. Χριστοδούλου ως προς την ύπαρξη αντικανονικότητας σε σχέση με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Θα εξετάσω τον καθένα ξεχωριστά. 22.
  4. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο διαπιστώνονται τα ακόλουθα. 22.1.
  5. Κρίνω ότι η παράλειψη να αναφερθεί στη βεβαίωση (jurat) της ένορκης δήλωσης το γεγονός ότι ο κος. Mably ορκίστηκε δεν θεραπεύεται από τη Δ.
  6. 22.1.
  7. Η απόφαση Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοι Λτδ κ. ά. ν. Arizona Trading Co. Ltd. δεν αφήνει οποιοδήποτε περιθώριο αμφιβολίας αναφορικά με αυτό το θέμα. Απορρίπτω ως λανθασμένη την εισήγηση του κ. Φιλίππου πως η εμβέλεια της συγκεκριμένης αυθεντίας περιορίζεται σε περιπτώσεις όπου η ένορκη δήλωση έχει αυξημένη αποδεικτική σημασία, όπως δηλαδή σε αίτηση για συνοπτική απόφαση. Η συγκεκριμένη αυθεντία έχει μία πολύ συγκροτημένη αλλά και καθολική λογική. Θέτοντας το πολύ απλά δεν είναι δυνατό η βεβαίωση μίας ένορκης δήλωσης να μην αναφέρει αυτό το ελάχιστο αναμενόμενο δεδομένο. Ότι δηλαδή ο ενόρκως δηλών ορκίστηκε ενώπιον του ατόμου το οποίο έλαβε τη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Το ίδιο δε το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης λογικά δεν είναι δυνατό να θεραπεύσει μία τέτοια παράλειψη, υπό την έννοια δηλαδή της απουσίας της απαραίτητης βεβαίωσης. Ενώ σαφώς, βάσει της σχετικής νομολογίας, η Δ.39 θ. 15 καλύπτει κυρίως επουσιώδεις παρατυπίες. Όπως συγκεκριμένα αναφέρει ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Νικήτας Δ., τα κενά ή ελλείψεις δεν μπορεί να αφεθούν να συμπληρώνονται ούτε ακόμη και με μαρτυρία (πόσο μάλλον δε από το περιεχόμενο της ίδιας της ένορκης δήλωσης) καθότι ακριβώς αυτός είναι ο σκοπός του jurat, δηλαδή να αποφεύγονται με οποιοδήποτε τρόπο οι οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις. Ενώ τονίστηκε στην ίδια απόφαση πως η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε είδους ελάττωμα, παρανομία ή αντικανονικότητα. 22.1.
  8. Η δε κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη αυθεντία ήταν πως το έγγραφο το οποίο κατατέθηκε για να στηρίξει το αίτημα δεν είχε καμία αποδεικτική αξία και επομένως έπασχε ριζικά ολόκληρη η διαδικασία. Επί αυτής της κατάληξης θα δεχτώ μερικώς την εισήγηση του κ. Φιλίππου ως προς το ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η φύση της διαδικασίας η οποία εξεταζόταν στην περίπτωση της Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοι Λτδ κ. ά. ν. Arizona Trading Co. Ltd.. Δηλαδή, αίτηση για συνοπτική απόφαση στην οποία κρίθηκε πως η ένορκη δήλωση προς απόδειξη της αξίωσης δεν είχε αποδεικτική αξία. Στη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση όντως η ένορκη δήλωση του κου. Mably δεν είναι δυνατό να παρομοιαστεί με ένορκη δήλωση προς υποστήριξη ουσιαστικά αιτήματος έκδοσης μίας τελικής δικαστικής απόφασης δίχως να δοθεί η ευκαιρία στον αντίδικο εναγόμενο να καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης. Η διαφοροποίηση αυτή έχει τη σημασία της βεβαίως, όπως θα φανεί και πιο κάτω. 22.1.
  9. Όμως ως προς τη σημασία της απουσίας αναφοράς στη βεβαίωση (jurat) ότι ο κος. Mably όντως ορκίστηκε ενώπιον του άγνωστου ατόμου το οποίο υπογράφει στο σημείο της σφραγίδας επισημαίνω απλά ότι αυτό καθεαυτό παραβιάζει τη πεμπτουσία μίας ένορκης δήλωσης, δηλαδή τη πιστοποίηση ότι ο ενόρκως δηλών όντως ορκίστηκε ενώπιον κάποιου αρμοδίου για τη λήψη ενόρκων δηλώσεων. 22.
  10. Θεωρώ πως η χρήση της λέξης "applicant" αντί της λέξης "affiant", όπως ουσιαστικά και ο ίδιος ο κ. Χριστοδούλου παραδέχτηκε, είναι όντως ο πιο επουσιώδης λόγος προς υποστήριξη της έγερσης ένστασης ως προς την αποδοχή από το Δικαστήριο της οποιασδήποτε μαρτυρίας από την καθ΄ ης η αίτηση. Μάλιστα θεωρώ ότι ο λόγος αυτός είναι τόσο επουσιώδης που κάλλιστα θα μπορούσε να θεραπευτεί εάν η ένορκη δήλωση δεν κρινόταν ως αντικανονική με βάση τον πρώτο από τους 4 λόγους. 22.
  11. Ως προς τον τρίτο λόγο, δηλαδή ότι ο τόπος στον οποίο υπογράφηκε η ένορκη δήλωση, δηλαδή σε Κυπριακό προξενείο, δεν αναφέρεται εντός της Δ.39 θ. 17 θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι η απόφαση General Engineering Co. Ltd. v. Seddon Atkinson Vehicles Ltd.
(1975)1 C. L. R. 278 όντως καθορίζει το γενικό κανόνα τον οποίο ο κ. Χριστοδούλου υποστήριξε. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη όχι μόνο τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 188 του Συντάγματος αλλά και σε άλλη σχετική νομολογία όπως την απόφαση στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Φιλίππου, δηλαδή την απόφαση E. Philippou Ltd. v. Littner Hampton (βλ. πιο πάνω). Επιπλέον, επί του ιδίου θέματος ουσιαστικά, το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του και τα όσα σχετικά αναφέρονται πιο κάτω σε σχέση με το άρθρο 325 του περί Εταιρειών Νόμου. 22.
  1. Ως προς τον τέταρτο λόγο θεωρώ ότι ελλείπει η πραγματική βάση επί της οποίας να παρέχεται η δυνατότητα εξέτασης του κατά πόσο αυτός ευσταθεί ή όχι νομικά. Καθότι όπως και ο ίδιος ο κ. Χριστοδούλου επισήμανε δεν αναφέρεται ποίο είναι το συγκεκριμένο άτομο ενώπιον του οποίου υπογράφηκε η ένορκη δήλωση. Δηλαδή, το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε στο σημείο της σφραγίδας της Ύπατης Αρμοστείας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Λονδίνο της Αγγλίας. Εντούτοις και επί αυτού του σημείου δεν είναι δυνατό να αγνοηθούν και τα όσα αναφέρονται σχετικά στο άρθρο 325 του περί Εταιρειών Νόμου.
  2. Βεβαίως η αποδοχή ή όχι των υπόλοιπων τριών λόγων δεν έχει καθοριστική σημασία αναφορικά με το κατά πόσο γίνεται δεκτό το μέρος της εισήγησης του κ. Χριστοδούλου αναφορικά με την αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης του κου. Mably. Αποδέχεται δηλαδή το Δικαστήριο πως όντως η ένορκη δήλωση του κου. Mably δεν αποτελεί έγκυρη ένορκη δήλωση με βάση μόνο και μόνο την αποδοχή του πρώτου λόγου προς υποστήριξη της θέσης πως η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση είναι αντικανονική.
  3. Προτού προχωρήσω προς εξέταση του υπόλοιπου μέρους της ένστασης του κ. Χριστοδούλου (βλ. τη παράγραφο 7 της απόφασης) οφείλω να διευκρινίσω ένα συγκεκριμένο θέμα έστω και εάν εντός του πλαισίου αυτής της απόφασης αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αναφορικά με το αποτέλεσμα της. Πραγματικά προκαλεί απορία η θέση του κ. Χριστοδούλου πως το άρθρο 325 δεν τυγχάνει εφαρμογής στη παρούσα διαδικασία. Όχι μόνο το άρθρο αυτό τυγχάνει εφαρμογής αλλά επιπλέον θα μπορούσε και να περιέσωζε την ένορκη δήλωση του κου. Mably από τη κήρυξη της ως αντικανονική εάν αυτή δεν έπασχε για άλλο λόγο, σε σχέση δηλαδή με τη διατύπωση της βεβαίωσης (jurat) σε αυτή.
  4. Αναφέρεται συγκεκριμένα στο άρθρο 325 πως οποιαδήποτε «..ένορκη δήλωση που απαιτείται να βεβαιώνεται ενόρκως με βάση τις διατάξεις ή για τους σκοπούς του Μέρους αυτού δύναται να βεβαιώνεται[1].» κλ.π.
  5. Ενδεχομένως, η κρινόμενη από το Δικαστήριο ως λανθασμένη θέση του κ. Χριστοδούλου ότι το Μέρος V του περί Εταιρειών Νόμου αρχίζει από το άρθρο 298, να προκύπτει από το γεγονός πως όντως πάνω από το άρθρο 298 υπάρχει ο τίτλος "(V) PROVISIONS APPLICABLE TO EVERY MODE OF WINDING UP".
  6. Όμως το Μέρος V του συγκεκριμένου Νόμου σαφώς φέρει τον τίτλο "PART V. - WINDING UP" (στα Ελληνικά ΜΕΡΟΣ V - ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ) το οποίο βεβαίως υποδιαιρείται σε 5 ενότητες οι οποίες επίσης φέρουν Λατινική αρίθμηση. Όπως, παραδείγματος χάριν, "(Ι) PRELIMINARY" ή "(II) WINDING UP BY THE COURT" (στα Ελληνικά «(Ι) ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΑ» ή «ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ»). Όπως δηλαδή και στη περίπτωση της πέμπτης ενότητας η οποία φέρει τον τίτλο "(V) PROVISIONS APPLICABLE TO EVERY MODE OF WINDING UP" (στα Ελληνικά "(V) ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΕ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ»). Είναι δηλαδή εμφανές ότι το ΜΕΡΟΣ V του συγκεκριμένου Νόμου αρχίζει από το άρθρο 203 έχοντας ως τελευταίο άρθρο αυτού του Μέρους του Νόμου το άρθρο
  7. Επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως το άρθρο 325 εφαρμόζεται και θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής και σε αυτή την αίτηση διάλυσης. Μάλιστα παρουσιάζει επί του προκειμένου και ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι το συγκεκριμένο άρθρο κατά τη μετάφραση του, προφανώς από την τότε υπάρχουσα Υπηρεσία Αναθεώρησης και Ενοποίησης της Νομοθεσίας, δίχως να έχει προηγηθεί η οποιαδήποτε τροποποίηση, έχει προσαρμοστεί από το αρχικό κείμενο στην Αγγλική γλώσσα με αναφορές πλέον όχι σε αποικία αλλά στη Δημοκρατία και διαγραφή οποιασδήποτε αναφοράς σε κτήσεις (dominions) της Αυτής Μεγαλειότητας. Σχετικός επί αυτού του θέματος είναι ο περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας (Ερμηνευτικός) Νόμος του 1993 (Ν.21(I)/93) στο προοίμιο του οποίου υπάρχει αναφορά σε νόμους οι οποίοι θεσπίστηκαν πριν από την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος και την εφαρμογή, ερμηνεία και προσαρμογή αυτών σύμφωνα με το άρθρο 188 του Συντάγματος.
  8. Αναφορικά με το μέρος της εισήγησης του κ. Χριστοδούλου ότι εφόσον η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική τότε δεν υπάρχει κατ΄ αναλογία καταχωρημένο δικόγραφο, δηλαδή η ένσταση στην αίτηση διάλυσης, και συνεπώς δεν μπορεί να προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία από την καθ΄ ης η αίτηση παρατηρώ τα ακόλουθα.
  9. Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω (βλ. παράγραφο 17 της απόφασης) ο τύπος είτε της αίτησης διάλυσης είτε της ένστασης δεν προβλέπεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Εταιρειών. Ουσιαστικά αυτό το οποίο ακολουθείται στα Δικαστήρια μας αποτελεί μία πάγια πρακτική έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εφαρμογής της καταχώρησης αίτησης σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο για τη διάλυση μίας εταιρείας από το Δικαστήριο. Υπενθυμίζω και τα όσα αναφέρονται σχετικά στη παράγραφο 16 αυτής της απόφασης σε σχέση με τη διαδικασία η οποία ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις και την εφαρμογή γενικά της πρακτικής και δικονομίας των Δικαστηρίων σε σχέση με πολιτικές αγωγές.
  10. Θεωρώ πως με ιδωμένη την όλη διαδικασία μίας αίτησης διάλυσης εντός αυτού του πλαισίου δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως ορθή η θέση πως η αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης η οποία αποτελεί μαρτυρία επεκτείνεται και στην ένσταση την οποία η καθ΄ ης η αίτηση έχει καταχωρήσει έτσι ώστε και αυτή να μιαίνεται με τέτοιο τρόπο και να καθίσταται επίσης αντικανονική. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο είτε η αίτηση είτε η ένσταση να είναι δυνατό να κριθούν ότι ενέχουν οποιαδήποτε αντικανονικότητα εφόσον δεν προβλέπεται συγκεκριμένος τύπος αναφορικά με τα δύο αυτά έγγραφα. Επιπλέον στο βαθμό στον οποίο θα ήταν δυνατό να παρομοιαστούν με δικόγραφα τότε θεωρώ πως τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση το δικόγραφο δεν είναι η μαρτυρία η οποία επισυνάπτεται είτε επί της αίτησης είτε επί της ένστασης.
  11. Χαρακτηριστικά ο ενόρκως δηλών στην αίτηση διάλυσης υιοθετεί και επαναλαμβάνει στη σύντομη του ένορκη δήλωση, η οποία αποτελείται από 3 μόνο παραγράφους, τα όσα αναφέρονται στην αίτηση η οποία αποτελείται από 12 παραγράφους.
  12. Ενώ εντός της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση καταγράφονται οι λόγοι με βάση τους οποίους ενίσταται στην αίτηση διάλυσης της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ένσταση θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως το δικόγραφο της καθ΄ ης η αίτηση. Καθότι όπως διαπιστώνεται παρέχονται με αυτό τον τρόπο οι βασικοί λόγοι οι οποίοι είναι δυνατό να ιδωθούν και ως ισχυρισμοί της καθ΄ ης η αίτηση ανεξάρτητα από τη ανυπαρξία μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη τους. Παρέχεται δηλαδή η ευχέρεια στην αιτήτρια να λάβει γνώση των λόγων για τους οποίους η καθ΄ ης η αίτηση αντιτίθεται στην αποδοχή της αίτησης διάλυσης.
  13. Η αιτήτρια επέλεξε όπως προωθήσει την αίτηση της συμπληρώνοντας τη μαρτυρία εντός της ένορκης δήλωσης του μοναδικού της μάρτυρα και με την προφορική κατάθεση του και εγείροντας το συγκεκριμένο θέμα προς εξέταση μόνο μετά από το κλείσιμο της υπόθεσης της για απόδειξη της αίτησης της.
  14. Με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα και από τη διαπιστωμένη αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης, κρίνω πως θα πρέπει να παρασχεθεί η ευκαιρία αλλά και ευχέρεια στην καθ΄ ης η αίτηση όπως υποστηρίξει τους λόγους τους οποίους προβάλει με την ένσταση της για απόρριψη της αίτησης όχι μόνο με προβολή σχετικής επιχειρηματολογίας αλλά εάν η ίδια το επιθυμεί και με παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας.
  15. Συνεπώς, απορρίπτεται ως λανθασμένη η εισήγηση του κ. Χριστοδούλου ως προς το ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί στην καθ΄ ης η αίτηση να παρουσιάσει την οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης της. Καλώ τον κ. Φιλίππου όπως παρουσιάσει την υπόθεση της καθ΄ ης η αίτηση προς υποστήριξη της ένστασης της στην αποδοχή της αίτησης για τη διάλυση της. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "325.
(1)Any affidavit required to be sworn under the provisions or for the purposes of this Part may be sworn ." etc.. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.