← Κύπρος

Ντία Παφίτη κ.α. ν. Ανδρέας Χαραλάμπους, Αρ. αγωγής: 1149/13, 23/12/2013

Ντία Παφίτη κ.α. ν. Ανδρέας Χαραλάμπους, Αρ. αγωγής: 1149/13, 23/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A239 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1149/13 Ντία Παφίτη Δημήτρης Ποργιανού και Ντία Παφίτη προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητα τους ως γονείς και/ή κληρονόμοι της αποβιώσασας Σοφίας Ποργιανού Ενάγοντες εναντίον Ανδρέας Χαραλάμπους Εναγόμενου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23/12/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές: κα Παπαντωνίου Για καθ΄ ων η αίτηση: κος Συμεωνίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους, η PRIME INSURANSE CO. LIMITED, αιτείται: Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED προστεθεί ως εναγόμενη 2 στην παρούσα αγωγή Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπον στην PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED όπως παρέμβει και λάβει μέρος στην διαδικασία (intervene) υπό τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον. Νομοθετικά, η αίτηση στηρίχθηκε στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ. 2 - 11 και Δ.48 Θ. 1 - 8 , στην νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε προς υποστήριξη της αίτησης, είναι η ένορκη δήλωση της κας Αντωνίας Παρτασίδου και ο φάκελλος της δικογραφίας. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, ότι είναι στην υπηρεσία της αιτήτριας, εργάζεται στο τμήμα απαιτήσεων και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την αιτήτρια να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση και προβαίνει σε αυτήν από προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και μετά από νομική συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους της αιτήτριας. Η παρούσα αγωγή αφορά θανατηφόρο δυστύχημα το οποίο επεσυνέβη στις 4/6/2010 στον Άγιο Δημητριανό της Πάφου. Στο εν λόγω ατύχημα ενεπλάκη ο εναγόμενος και προκλήθηκε ο θάνατος της ανήλικης θυγατέρας των εναγόντων. Στις 29/4/2013 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η παρούσα αγωγή με την οποία διεκδικούνται προς όφελος της ενάγουσας 1, μητέρας της ανήλικης αποβιώσασας, γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για ψυχικό τραυματισμό και γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για πόνο και ταλαιπωρία της αποβιώσασας και για οδύνη και/ή απώλεια οικείου. Ακολούθως, με την επιστολή 30/4/2013 κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια η παρούσα αγωγή, δυνάμει του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλεια Υπέρ Τρίτου) Νόμου 96

(1)/2000 υπό την ιδιότητα της ως ασφαλίστρια εταιρεία του οχήματος. Η επιστολή κοινοποίησης παραλήφθηκε από την αιτήτρια στις 14/5/2013 και αντίγραφο της επιστολής κατατέθηκε ως τεκμήριο 1. Η αιτήτρια δυνάμει του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλεια Υπέρ Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 έχει υποχρέωση όπως καλύψει και/ή πληρώσει οποιαδηποτε απαίτηση του ενάγοντα, καθ΄ ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής, το όχημα του εναγομένου ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία Demco Insurance Ltd η οποία στις 2/2/2012 συγχωνεύθηκε με την αιτήτρια και η τελευταία ανέλαβε εξ΄ ολοκλήρου τις εργασίες, υποχρεώσεις και διαδικασίες που αφορούσαν την πιο πάνω εταιρεία και επισυνάφθηκε ως τεκμήριο 2 το αντίγραφο του Διατάγματος συγχώνευσης. Περαιτέρω η αιτήτρια βάσει του νόμου, έχει το δικαίωμα σε περίπτωση που υπάρχει παράβαση των ασφαλιστικών όρων του συμβολαίου και υποχρεωθεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα, να προχωρήσει σε ανάκτηση του ποσού από τον εναγόμενο 1, ο οποίος κατά παράβαση των όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου δεν γνωστοποίησε στην αιτήτρια το εν λόγω θανατηφόρο ατύχημα. Η πρώτη φορά που έμαθε η αιτήτρια την ύπαρξη του ατυχήματος και των επιπτώσεων του, ήταν με επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα με ημερομηνία 21/5/2012 (τεκμήριο 3). Στις 2/7/2012 η αιτήτρια απέστειλε επιστολή (τεκμήριο 4) στον εναγόμενο ενημερώνοντας τον ότι έχει παραβιάσει ουσιώδεις όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου που ήταν σε ισχύ κατά πάντα ουσιώδη χρόνο της αγωγής μεταξύ του ιδίου και της αιτήτριας. Επιπλέον ζητήθηκε από τον εναγόμενο όπως εφοδιάσει την αιτήτρια με σχετικές πληροφορίες του επίδικου δυστυχήματος, χωρίς όμως καμία ανταπόκριση από πλευράς του εναγομένου. Περαιτέρω και παρόλες τις προσπάθειες της αιτήτριας, ο εναγόμενος αποφεύγει την επικοινωνία με την αιτήτρια, τόσο για να δώσει την δική του εκδοχή για τα γεγονότα, όσο και για να την ενημερώσει για την ποινική δίωξη εναντίον του. Η όλη συμπεριφορά του εναγομένου συνιστά κατάφορη παραβίαση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και στερεί από την αιτήτρια την προάσπιση των δικαιωμάτων της. Σε περίπτωση που δεν επιτραπεί στην αιτήτρια να εμφανιστεί στην διαδικασία, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να εκδοθεί απόφαση εναντίον του εναγομένου, την οποία η αιτήτρια θα πρέπει να καλύψει, χωρίς να ακουστεί η θέση της αιτήτριας και χωρίς να μπορέσει το Δικαστήριο να ακούσει όλες τις πλευρές. Για τους ενάγοντες είναι αδιάφορο εάν προστεθεί ή όχι η αιτήτρια ως εναγόμενη 2 στην παρούσα αγωγή, αφού ούτως ή άλλως η αιτήτρια υποχρεούται βάσει της ασφαλιστικής νομοθεσίας και της συμφωνίας μεταξύ ασφαλιστικών εταιρειών και του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχημάτων (MIF) να πληρώσει προς ικανοποίηση οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί υπέρ του στην παρούσα αγωγή. Οι ενάγοντες έφεραν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση. Ως λόγους ένστασης προέβαλαν τους πιο κάτω: 1) Δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις του Νόμου και/ή της Νομολογίας για την παροχή των Διαταγμάτων που ζητά η αιτήτρια. 2) Η αιτήτρια δεν καταδεικνύει οποιουσδήποτε και/ή επαρκείς λόγους για τους οποίους να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικασηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτημάτων της ή οιονδήποτε εξ΄ αυτών. 3) Το πραγματικό υπόβαθρο που θέτει η αιτήτρια μέσω της ένορκης της δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκές για να δικαιολογήσει την έγκριση της και/ή οι σχετικοί ισχυρισμοί και/ή γεγονότα που η αιτήτρια επικαλείται δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. 4) Η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων πιθανόν να περιπλέξει αχρείαστα τα επίδικα θέματα που εγείρονται στα πλαίσια της αγωγής και να καθυστερήσει αδικαιολόγητα την Δικαστική Διαδικασία. Νομοθετικά, η ένσταση στηρίχθηκε στον περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλεια Υπέρ Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000, όπως έχει τροποποιηθεί, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ.10 και 11, Δ.48, Δ.39 Θ. 1, 2 και Δ.57 Θ.2, Δ.64, στην Νομολογία, στην εγγενή εξουσία, διακριτική ευχέρεια και πρακτική των Κυπριακών Δικαστηρίων. Το μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε προς υποστήριξη της ένστασης, είναι η ένορκη δήλωση της κας Νινό Εμπανοίδζε. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των εναγόντων από τους οποίους είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και τα γεγονότα στα οποία κάνει αναφορά και που δεν φαίνονται στον φάκελλο του Δικαστηρίου, τα γνωρίζει προσωπικά εκτός όπου κάνει αναφορά σε άλλη πηγή γνώσης. Από όσο καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει, δεν πληρούνται όλα τα κριτήρια και οι προυποθέσεις της Νομολογίας ώστε να δικαιούται η αιτήτρια να παρέμβει στην διαδικασία και να προστεθεί ως εναγόμενη στην παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με την νομολογία, μια από τις προυποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν σε περιπτώσεις όπου μια ασφαλιστική εταιρεία επιθυμεί να προστεθεί ως εναγόμενη σε αγωγή εναντίον ασφαλιζόμενου, είναι και η ανάληψη υποχρέωσης από την ασφαλιστική εταιρεία προς κάλυψη του ασφαλιζόμενου αναφορικά με αποζημιώσεις που τυχόν επιδικαστούν εναντίον του στα πλαίσια της αγωγής. Από όσα καλύτερα γνωρίζει και όπως φαίνεται και από τον φάκελλο του Δικαστηρίου, η αιτήτρια παρόλο που της ζητήθηκε να δεσμευτεί με σχετική δήλωση της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να καλύψει τον εναγόμενο σε περίπτωση που επιδικαστούν αποζημιώσεις εναντίον του, δεν αποδέχτηκε να το πράξει. Από όσα καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει, οι λόγοι που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της αιτήτριας προς υποστήριξη της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων είναι ανεπαρκείς. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που δεν επιτραπεί στην ίδια να παρέμβει στην διαδικασία, τότε υπάρχει κίνδυνος να εκδοθεί απόφαση εναντίον του εναγομένου, χωρίς πρώτα να ακουστεί η θέση της αιτήτριας από το Δικαστήριο. Όπως φαίνεται από τον φάκελλο του Δικαστηρίου, τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή, αφορούν αμέλεια του εναγομένου σε σχέση με το τροχαίο ατύχημα που έγινε στις 4/6/2010 στον Άγιο Δημητριανό στην Πάφο για την πρόκληση του οποίου, όπως είναι η θέση των εναγόντων, ευθύνεται ο εναγόμενος. Είναι η θέση των εναγόντων ότι η αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα να παρέμβει στην Δικαστική διαδικασία και να ασκεί δικαιώματα εναγομένου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Η αιτήτρια θα έχει δικαίωμα να προβάλει την δική της θέση πάνω στο επίδικο θέμα της αμέλειας του εναγομένου μόνο εάν δεσμευόταν ενώπιον του Δικαστηρίου να καλύψει τον εναγόμενο σε περίπτωση που επιδικάζονταν αποζημιώσεις εναντίον του, κάτι το οποίο η αιτήτρια αρνήθηκε να πράξει. Από όσα καλύτερα γνωρίζει, σε περιπτώσεις όπου εγείρεται αγωγή εναντίον ενός ασφαλιζόμενου για αποζημιώσεις τις οποίες πιθανό να κληθεί να καλύψει μια ασφαλιστική εταιρεία μετά από έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου η οποία επιδικάζει αποζημιώσεις υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του ασφαλιζόμενου, η ασφαλιστική εταιρεία είθισται να παρακολουθεί την διαδικασία ως ενδιαφερόμενο μέρος, χωρίς όμως να έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει και να προβάλει υπεράσπιση στους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Σύμφωνα με την νομολογία, τέτοιο δικαίωμα υφίσταται μόνο σε περιπτώσεις όπου η υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας προς κάλυψη του ασφαλιζόμενου υπάρχει πριν την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στην αγωγή και αφού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της σχετικής αίτησης της ασφαλιστικής εταιρείας, προυπόθεση η οποία δεν πληρείται στην παρούσα περίπτωση. Από όσο καλύτερα πιστεύει, αν επιτραπεί στην αιτήτρια να παρέμβει στην διαδικασία της αγωγής και να προστεθεί ως εναγόμενη 2, τότε αυτό θα οδηγούσε σε αχρείαστη περιπλοκή των επιδίκων θεμάτων και σε περαιτέρω αδικαιολόγητη καθυστέρηση της Δικαστικής διαδικασίας και γενικά πιστεύει ότι η αίτηση είναι αβάσιμη και καταχρηστική και δεν ευσταθούν οι λόγοι που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και αιτήθηκε την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εις βάρος της αιτήτριας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ Ασφαλή οδηγό του Δικαστηρίου στην αξιολόγηση της υπό εξέταση αίτησης, αποτελεί η υπόθεση ΠΑΓΚΥΠΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ -ν- ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΗΝΑ 1 Α.Α.Δ. 1818 στην οποία τέθηκαν τα κριτήρια με τα οποία μια ασφαλιστική εταιρεία δύναται να παρέμβει και να προστεθεί ως διάδικος σε υπάρχουδα Δικαστική διαδικασία. Συγκεκριμένα λέχθησαν τα ακόλουθα: << Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από την Δ.9 Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η τελευταία αντιστοιχεί με την Δ.16 θ.11 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θ.11 έτυχε ερμηνείας από την Αγγλική νομολογία. Στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd [1956] 1 All E.R. 273 το θέμα τέθηκε ως εξής: «Το κριτήριο κατά πόσο δυνάμει της Δ.16 θ.11 το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προσθέσει ως εναγόμενο πρόσωπο το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμούσε να εναγάγει ήταν κατά πόσο το διάταγμα το οποίο ο ενάγων επεδίωκε στην αγωγή δυνατόν να επηρέαζε άμεσα τον παρεμβαίνοντα (δηλαδή τον προτεινόμενο διάδικο) με τον περιορισμό των νομίμων δικαιωμάτων των. γιατί ο μόνος λόγος ο οποίος δυνατόν να καθιστά την παρουσία ενός μέρους ενώπιον του Δικαστηρίου αναγκαία για να δυνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως (εντός της έννοιας της Δ.16 θ.11) ήταν ότι θα δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της διαδικασίας.» Προηγουμένως στην Dollfus Mieg et Compagnie S.A. v. Bank of England [1950] 2 All E.R. 605, 611 υιοθετήθηκε το εξής κριτήριο: «Μπορεί το διάταγμα το οποίο επιδιώκει ο ενάγων να επηρεάσει άμεσα τον παρεμβαίνοντα στην απόλαυση των νομίμων δικαιωμάτων του.» Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω δύο αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί από το δικό μας Εφετείο στην General Insurance Co. of Cyprus Ltd v. Georghiou and Another
(1963)2 C.L.R.
  1. Στην Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328 o Lord Denning M.R. επέλεξε να δώσει μια ευρεία ερμηνεία στο σχετικό κανόνα όπως είχε δοθεί και από τον Lord Esher M.R. στην Byrne v. Brown [1889] 22 Q.B.D.
  2. Έθεσε το θέμα ως εξής: «Μου φαίνεται πως όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τζέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να 'αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως' ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.» Στην Gurtner (πιο πάνω) οι ασφαλιστές ζήτησαν να προστεθούν ως εναγόμενοι στην αγωγή. Το αίτημα τους εγκρίθηκε από τον Master, εφόσον θα αναλάμβαναν να ικανοποιήσουν τις αποζημιώσεις που θα επιδικάζοντο στον ενάγοντα (the Master granted the application on their giving an undertaking to satisfy any damages awarded to the plaintiff). Το Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση του Master. Το Εφετείο έκρινε ότι οι ασφαλιστές πρέπει να προστεθούν ως εναγόμενοι, εφόσον θα αναλάμβαναν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις που δυνατόν να επιδικάζοντο στον ενάγοντα. Ο Lord Denning M.R. έθεσε το θέμα ως εξής στη σελ. 332: «In my opinion, we should make an order allowing the Motor Insurers' Bureau to be added as defendants. They are prepared to undertake to pay any damages that may be awarded. This undertaking should be embodied in the order. On being added, they should be entitled to defend the action and to exercise all the rights of the defendant therein.» Σε μετάφραση: «Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να εκδώσουμε διάταγμα που να επιτρέπει στο Motor Insurers' Bureau να προστεθούν ως εναγόμενοι. Είναι έτοιμοι να αναλάβουν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις που δυνατόν να επιδικασθούν. Η ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης πρέπει να ενσωματωθεί στην απόφαση. Εφόσον προστεθεί θα πρέπει να δικαιούνται να υπερασπιστούν την αγωγή και να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα του εναγομένου.» Από την απόφαση Gurtner (πιο πάνω) προκύπτει ότι μέρος του λόγου της (ratio) ήταν η ανάληψη υποχρέωσης από τους ασφαλιστές να ικανοποιήσουν την απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον του ασφαλιζόμενου. Πρόσθετα καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Carpenter v. Ebblewhite and Others [1939] 1 K.B. 347, 358) δεν μπορεί να εγερθεί διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και των ασφαλιστών εκτός μετά από την έκδοση απόφασης σε αγωγή, μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου, υπέρ του ενάγοντα και τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης από τον εναγόμενο εναντίον των ασφαλιστών. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω νομολογία, τα κριτήρια που έχουν τεθεί για να επιτραπεί σε μια ασφαλιστική εταιρεία να προστεθεί ως διάδικος, αλλά και γενικά το νομικό πλαίσιο είναι ως εξής:
  3. Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από τη Δ.9 Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η εν λόγω διάταξη αντιστοιχεί στη Δ.16, θ.11 των Παλαιών Διαδικαστικών Κανονισμών.
  4. Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη σχετική αγγλική νομολογία είναι οι ακόλουθες: α. Το κριτήριο κατά πόσο δυνάμει της Δ.16, θ.11 το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προσθέσει ως εναγόμενο πρόσωπο το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμούσε να εναγάγει είναι το εξής: «Μπορεί το διάταγμα το οποίο επιδιώκει ο ενάγων να επηρεάσει άμεσα τον παρεμβαίνοντα στην απόλαυση των νομίμων δικαιωμάτων του». β. Οι ασφαλιστές πρέπει να προστεθούν ως εναγόμενοι, εφόσον θα αναλάμβαναν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις που δυνατό να επιδικάζοντο στον ενάγοντα. γ. Δεν μπορεί να εγερθεί διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και των ασφαλιστών εκτός μετά από την έκδοση απόφασης σε αγωγή, μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου, υπέρ του ενάγοντα και τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης από τον εναγόμενο εναντίον των ασφαλιστών. (Carpenter v. Ebblewhite and Others). Το Δικαστήριο, έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές και νομολογιακές αρχές, την αίτηση και την ένσταση καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αλλά και το περιεχόμενο του φακέλλου της παρούσας υπόθεσης και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η αίτηση δεν δύναται να εγκριθεί, για τους πιο κάτω λόγους: Α) Μέσα από τα πρακτικά ημερομηνίας 21/11/2013, όταν η παρούσα αίτηση ήταν ορισμένη για οδηγίες, λέχθησαν απο πλευράς εναγόντων τα ακόλουθα από τον συνήγορο των εναγόντων: ΄΄οι ενάγοντες αποδέχονται την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, νοουμένου ότι θα γίνει δήλωση ότι σε περίπτωση που διαφανεί ευθύνη, η ασφαλιστική εταιρεία θα αποζημιώσει΄΄ Η αιτήτρια όμως, δια μέσου του δικηγόρου της, απάντησε τα ακόλουθα: ΄΄Δεν αποδέχομαι όπως προβώ στην πιο πάνω δήλωση και αποδοχή της΄΄ Μέσα λοιπόν από την πιο πάνω δήλωση, ευθαρσώς και ξεκάθαρα η αιτήτρια δεν ανέλαβε την υποχρέωση όπως καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση σε περίπτωση ευρήματος ευθύνης, ως είναι προαπαιτούμενο με βάση την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία. Δηλαδή θα πρέπει να υπάρχει ξεκάθαρη και εκ των προτέρων και ανεπιφύλακτη δήλωση - δέσμευση εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας, ότι θα αποζημιώσει τον ενάγοντα σε περίπτωση ύπαρξης ευθύνης του ασφαλιζομένου, πράγμα που δεν επεσυνέβηκε στην παρούσα περίπτωση και συνεπώς από την στιγμή που απουσιάζει αυτή η δήλωση - δέσμευση, δεν πληρείται η πιο πάνω αναφερθείσα προυπόθεση από την νομολογία και συνεπώς το αίτημα της αιτήτριας δεν βρίσκει νομολογιακό έρεισμα και απορρίπτεται. Ήταν η θέση της αιτήτριας, όπως έχει διαφανεί στην γραπτή της αγόρευση, ότι δεν νομιμοποιείται και ούτε ήταν ή είναι στην πρόθεση της να υπαναχωρήσει από την νόμιμη υποχρέωση της να αποζημιώσει, δυνάμει των άρθρων 14 και 15 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Υπέρ Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000 και ότι θα αναλάβει να πληρώσει τυχόν αποζημιώσεις. Όμως το Δικαστήριο, δεν δύναται να προσδώσει σε αυτήν την δήλωση οποιαδήποτε βαρύτητα, έστω και αν είναι μεταγενέστερη της δήλωσης που υπάρχουν στα πρακτικά ημερομηνίας 21/11/2012, διότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μια αντιφατική προσέγγιση από πλευράς αιτήτριας και αυτή η δήλωση έγινε στα πλαίσια επιχειρηματολογίας στην αγόρευση και όχι ενώπιον των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση όπως έγινε στις 21/11/2013 έτσι ώστε να επανατοποθετηθούν επί της αιτήσεως. Το ότι αποτελεί νομική υποχρέωση της αιτήτριας να αποζημιώσει τους ενάγοντες δυνάμει των άρθρων 14 - 16 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Υπέρ Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000, από μόνος του αυτός ο λόγος δεν αρκεί για να προστεθεί η ασφαλιστική εταιρεία ως διάδικος με βάση την πιο πάνω νομολογία, αλλά απαιτείται και η πιο πάνω αναφερθείσα ανάληψη υποχρέωσης αποζημίωσης, πράγμα που δεν γίνεται στην παρούσα υπόθεση όπως πιο πάνω αναφέρθηκε. Ούτως ή άλλως, η αιτήτρια δεν βάσισε την αίτηση της στον περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Υπέρ Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000. Όμως για σκοπούς πληρότητας εξέτασης του όλου νομικού πλαισίου της παρούσας αίτησης και ένστασης, το Δικαστήριο θα εξετάσει και τις πρόνοιες των άρθρων 14 - 16 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Υπέρ Τρίτου) Νόμου 96
(1)/2000. Το άρθρο 14
(4)του εν λόγω νόμου, προνοεί τα ακόλουθα: <<Ανεξάρτητα αν ο ασφαλιστής δυνατό να δικαιούται να αναιρέσει ή να ακυρώσει ή δυνατό να έχει ήδη αναιρέσει ή ακυρώσει το ασφαλιστήριο και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής οφείλει να πληρώσει προς το πρόσωπο ή τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων εκδόθηκε η δικαστική απόφαση οποιοδήποτε ποσό καθίσταται πληρωτέο με βάση την απόφαση αυτή σε σχέση με ευθύνη για θάνατο ή για σωματική βλάβη ή για ζημιά σε περιουσία>>. Δηλαδή, ακόμα και αν η αιτήτρια προχωρήσει στην ακύρωση ή αναίρεση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με τον εναγόμενο δυνάμει της μη ενημέρωσης από πλευράς εναγομένου προς την αιτήτρια, η αιτήτρια ούτως ή άλλως θα είναι υπόχρεη σε αποζημιώσεις και είναι αδιάφορο εάν θα κινηθεί Δικαστικώς εναντίον του εναγομένου, διότι αυτό δεν αφορά της παρούσα αγωγή αλλά ενδεχόμενη εγερθείσα αγωγή από την αιτήτρια εναντίον του εναγομένου, μετά την έκδοση καταδικαστικής απόφασης, ως εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα από την πιο πάνω νομοθετική διάταξη, αφού προαπαιτεί την ύπαρξη Δικαστικής απόφασης. Περαιτέρω, το άρθρο 16
(1)του πιο πάνω νόμου, προνοεί τα ακόλουθα: << Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος.>> Από την στιγμή λοιπόν που οι ενάγοντες δεν έκαναν χρήση του πιο πάνω δικαιώματος να στραφούν εναντίον της αιτήτριας και από την στιγμή που δεν έγινε καταγγελία του ασφαλιστηρίου, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η αιτήτρια δεν προέβηκε στην ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωση ανάληψης υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε επιδικάσει υπέρ των εναγόντων, το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια και για τους λόγους που έχουν αναλυθεί πιο πάνω και εφαρμόζοντας τις επιταγές που έθεσε η πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία, απορρίπτει την αίτηση ημερομηνίας 22/8/2013 με έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.