MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. Χρύσω Σωκράτους ως Διαχειρίστριας της περιουσίας της Ελένης Ανδρέου Σωκράτους, Αρ. Αγωγής 2799/2010, 13/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A228 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 2799/2010 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, από την Λευκωσία Εναγόντων και Ελένη Ανδρέου Σωκράτους, από την Πάφο Εναγόμενης -------------------- Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, από την Λευκωσία Εναγόντων και Χρύσω Σωκράτους ως Διαχειρίστριας της περιουσίας της Ελένης Ανδρέου Σωκράτους, από την Πάφο Εναγόμενης -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 27.2.2013 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και προσθήκης ανταπαίτησης. Ημερομηνία: 13 Δεκεμβρίου 2013 Για την εναγόμενη - Αιτήτρια: κα Δημοσθένους για Ανδρέα Χρ. Δημητριάδη ΔΕΠΕ Για τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: κ. Λ. Χ¨Νεοφύτου για Chrysses Demetriades & Co LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εναγόμενη ζητά την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης της ώστε από αυτή να διαγραφούν οι ισχυρισμοί που προβάλλει με τις παραγράφους 2,3,4 (Α), (B), (Γ) και 5 της έκθεσης υπεράσπισης και να προστεθούν 28 νέες παράγραφοι καθώς και ανταπαίτηση. Η υπό κρίση αίτηση που καταχωρήθηκε στις 27.2.2013 στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1-5 και Δ.48 Θ1 -
- Η εναγόμενη σύμφωνα με την αίτησης της, αλλά και το περιεχόμενο των νέων παραγράφων που επιθυμεί να προσθέσει στην έκθεση υπεράσπισης της, επιθυμεί να προβάλει ως υπεράσπιση, μεταξύ άλλων, ότι κατά τους επίδικους χρόνους έπασχε από σοβαρά ψυχικά προβλήματα δεν ήταν σε θέση από μόνη της λόγω διανοητικής διαταράξεως, να χειρίζεται την περιουσία και τις υποθέσεις της και ότι στερείτο της ικανότητας να συμβάλλεται, πράγμα που είχε ως συνέπεια η εναγόμενη να βασιστεί στη συμβουλή και/ή γνώμη και/ή συνέργια της ενάγουσας για την συνομολόγηση των επίδικων δοσοληψιών, η οποία, ενήργησε να δόλο, απάτη, αμέλεια κτλ. Επίσης, επιθυμεί να προσθέσει σχετική υπεράσπιση ως προς νομιμότητας των όρων της επίδικης συμφωνίας κ.ά. Η αίτηση, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της θυγατέρας της εναγόμενης, Χρύσως Σωκράτους που με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.5.2012 (Τεκμήριο 1) διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας της εναγόμενης μητέρας της, η οποία λόγω διανοητικής διαταράξεως κρίθηκε ανίκανη να διαχειρίζεται την περιουσία και τις υποθέσεις της, γεγονός το οποίο οδήγησε και στην τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων. Όπως υποστηρίζει με την ένορκη της δήλωση, η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται καλόπιστα εκ μέρους της και δεν αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αποτελούν παρέκκλιση από την καθορισθείσα πορεία των πραγμάτων ενώ η προσθήκη θεραπειών απλά συνιστά διεύρυνση της υφιστάμενης αξίωσης και καταχώρησης ανταξίωσης, γεγονός το οποίο, εύκολα και χωρίς ζημιογόνα επακόλουθα μπορεί να αντιμετωπισθεί από την Ενάγουσα/καθ΄ης η αίτηση. Αφού επαναλαμβάνει με την ένορκη δήλωση της το σύνολο των αιτούμενων τροποποιήσεων, αναφέρει τέλος (στις παρ. 41 και 42) τα ακόλουθα:
- Η υπόθεση δεν είναι ώριμη για ακρόαση, καθώς δεν έχει προηγηθεί η αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων και ενδεχόμενα άλλων διαδικασιών που είναι απαραίτητες να προηγηθούν της ακρόασης.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, καλόπιστες και ουδόλως επηρεάζουν τα δικαιώματα της Ενάγουσας. Οι εναγόμενοι - καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση με την οποία προβάλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: α. Η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή αντίθετη με την νομολογία. β. Η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι παράτυπη και/ή αντικανονική. γ. Η αιτήτρια δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. δ. Η αιτήτρια επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. ε. Η αιτήτρια ουδεμία δικαιολογία έδωσε για την υπέρμετρη καθυστέρηση που υπήρξε στην καταχώρησης της αίτησης. στ. Καμία αναφορά δεν περιέχεται στην ένορκη δήλωση ως προς το χρόνο που δημιουργήθηκε η αναγκαιότητα για την τροποποίηση της υπεράσπισης. ζ. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. η. Η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει στερούνται καλής πίστης και περαιτέρω σκοπό έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ντίνου Κουππάρη, ο οποίος, όπως αναφέρει, είναι υπάλληλος των καθ΄ων η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση, αρνείται τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας στην αίτηση, πλήν της έκδοσης του Διατάγματος ημερ. 17.5.2012 και επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους λόγους της ένστασης των εναγόντων - καθ' ών η αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
- θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας της έκδοσης του σχετικού διατάγματος τροποποίησης, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έτυχε ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων όπου τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί όταν αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εκτός από περιπτώσεις που η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν ο αιτητής κινείται με κακή πίστη (βλ. Ευριπίδου ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24, William Patric Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation και άλλων
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 11, Federal Bank of Lebanon (S.A. L) v. Nίκου K. Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ 44.) Οι αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25 συνοψίστηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd και άλλων (ανωτέρω) από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 στου Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο μπορεί να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβανομένων υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. Με την επίτευξη της τροποποίησης των δικογράφων αποφεύγεται η πολλαπλότητα διαδικασιών. Όπως τόνισε ο Δικαστής (όπως ήταν τότε) Σ. Νικήτας στην υπόθεση Π. Χρίστου ν. Α. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στην σελ 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για το προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. N.K. Σιακόλα (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσει στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστερήσεις νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Κατά κανόνα η άδεια για τροποποίηση των δικογράφων δίνεται εκτός αν ο αιτών ενεργεί κακόβουλα (mala fide) ή υπέβαλε το αίτημα του πολύ καθυστερημένα δεδομένου ότι η τροποποίηση δεν θα επηρεάζει τα δικαιώματα του αντιδίκου (Α. Ευριπίδου ν. Π. Kαννάουρου
(1985)1 C.L.R. 24). Σε ότι αφορά του δύο πρώτους λόγους της ένστασης, πέρα του ότι δεν λέχθηκε τίποτα από τους δικηγόρους των εναγόντων καθ΄ ων η αίτηση για την υποστήριξη τους, αυτοί παρουσιάζουν γενικότητα. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό για την μη βασιμότητα της ένορκης δήλωσης, για αντικανότητα και παρατυπία, δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που θα την καθιστούσε τέτοια, τώρα αν το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση δεν είναι ικανοποιητικό και κριθεί ανεπαρκές για σκοπούς έγκρισης της αίτησης πρόκειται για ζήτημα που αφορά την ουσία τους αιτήματος και εξετάζεται πιο κάτω. Αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης και των συναφών λόγων ένστασης (λόγοι ένστασης δ, ε και στ.), για σκοπούς εξέτασης τους, κρίνω σκόπιμο και ορθό όπως αναφερθώ στη πορεία της υπόθεσης όπως διαγράφεται από τον φάκελο της δικογραφίας. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 20.12.
- Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.8.2010, η εμφάνιση στις 18.10.20010, η έκθεση υπεράσπισης της εναγόμενης στις 3.12.2010 και η απάντηση στην έκθεση υπεράσπισης της εναγόμενης στις 20.12.
- Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και μετά από γραπτό αίτημα των συνηγόρων των εναγόντων, η αγωγή ορίστηκε πρώτη φορά για οδηγίες στις 1.3.2011 και εντωμεταξύ στις 28.2.2011 (στη εν λόγω ειδοποίηση αναφέρεται 2010 αλλά πρόκειται για λάθος, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου) καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου εκ μέρους της εναγόμενης όπου ανάλαβε ως νέος δικηγόρος της ο δικηγόρος που την εκπροσωπεί μέχρι σήμερα. Μετά από τον διορισμό του νέου δικηγόρου της εναγόμενης και κατόπιν δικού του αιτήματος, η αγωγή ορίστηκε ξανά για οδηγίες στις 3.5.2013, ώστε να μελετηθούν τα δικόγραφα. Την 3.5.2011 ζητήθηκε χρόνος από την εναγόμενη, καθότι, όπως δηλώθηκε, η εναγόμενη θα καταχωρούσε αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης της. Στην συνέχεια ζητήθηκε χρόνος για τον ίδιο σκοπό και λέχθηκε από τον δικηγόρο της εναγόμενης, πως δεν κατέστη δυνατή η ετοιμασία της αίτησης για τροποποίηση και το δικαστήριο την όρισε εκ νέου για οδηγίες στις 20.9.2011, αλλά μέχρι τότε δεν καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποίηση και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση πρώτη φορά στις 27.1.
- Την ημέρα της ακρόασης της αγωγής, ζητήθηκε αναβολή για να καταχωρηθεί αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης, αλλά τελικά στις 13.9.2012 καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και εκ συμφώνου στις 13.2.2012 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της έκθεσης απαίτησης και κάποιων αναγκαίων τροποποιήσεων στην έκθεση απαίτησης, λόγω της έκδοσης διατάγματος με το οποίο η εναγόμενη κηρύχθηκε πρόσωπο ανίκανο εν τη έννοια του Νόμου 23
(1)/1996 και με το οποίο διοριζόταν ως διαχειρίστρια της περιουσίας της η Χρύσω Σωκράτους. Η καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων συμπληρώθηκε στις 4.2.2013 και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 13.9.2013. Στις 27.2.2013 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση και ορίστηκε για ακρόαση στις 11.10.2013 μετά την καταχώρηση της ένστασης. Την 13.9.2013, λόγω του ότι εκκρεμούσε η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε κοινό αίτημα για αναβολή της ακρόασης το οποίο και εγκρίθηκε. Από την παράθεση των πιο πάνω, φαίνεται ότι υπήρξε πράγματι καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, αφού λογικά τα όσα η εναγόμενη επιθυμεί να προσθέσει δια τροποποιήσεως, σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς που επιθυμεί να προβάλλει με αυτή, προϋπήρχαν κατά τους ουσιώδεις για την παρούσα υπόθεση χρόνους, ενώ το Διάταγμα με το οποίο κηρύχθηκε πρόσωπο ανίκανο εν τη έννοια του Νόμου 23
(1)/1996 και με το οποίο διοριζόταν ως διαχειρίστρια της περιουσίας της η Χρύσω Σωκράτους εκδόθηκε στις 13.2.2012. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν δίδεται καμία δικαιολογία ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης και τα όσα ο συνήγορος της εναγόμενης αναφέρει στην γραπτή του αγόρευση (παρ. 4 και 5 στην σελίδα 2 και παρ. 40.4 και 40.5 στην σελ 14), που σκοπό έχουν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση, αποτελούν μαρτυρία και δεν μπορούν να προστεθούν μέσω της αγόρευσης και συνεπώς δεν μπορούν ούτε και να ληφθούν υπόψη. Η αναφορά την αγόρευση του δικηγόρου της εναγόμενης ότι η καθυστέρηση δικαιολογείται και επεξηγείται από το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί που επιχειρεί να εισάξει η εναγόμενη ήρθαν σε γνώση των δικηγόρων της μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης της εναγόμενης, επίσης δεν αποτελούν μαρτυρία αφού κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. N.K. Σιακόλα Πολιτική Έφεση 11215 ημερομηνίας 22.2.2002, το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα του εναγόμενου για τροποποίηση της έκθεσης Υπεράσπισης του, παρά το ότι διαπιστώθηκε ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε, παρά το ότι δεν υπήρχε τέτοιος ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση, πως η καθυστέρηση οφειλόταν σε αβλεψία και παραδρομή. Κατ΄έφεση, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε καθότι, ο ισχυρισμός για αβλεψία και παραδρομή δεν υπήρχε στην ένορκη δήλωση της αίτησης και δεν θα μπορούσε αυτό να συμπληρωθεί με την αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή και να αποτελέσει λόγο επί του οποίου να βασίσει το Δικαστήριο την απόφαση του. Στην υπόθεση Federal Bank (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εξετάσαμε με προσοχή την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για τροποποίηση και πουθενά, είτε άμεσα είτε με συγκαλυμμένο τρόπο, δεν βρήκαμε ισχυρισμό ότι η καθυστέρηση οφειλόταν σε αβλεψία και παραδρομή. Είναι γεγονός ότι κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των αιτητών, μετά από ερωτήσεις του Δικαστηρίου, διστακτικά άρθρωσε τη θέση πως η αβλεψία και η παραδρομή ήταν ένας από τους λόγους της καθυστέρησης. Εφόσον, όμως δεν υπήρχε ισχυρισμός και μαρτυρία επί του προκειμένου στην ένορκη δήλωση τούτο δεν μπορούσε να συμπληρωθεί με την αγόρευση του δικηγόρου και να αποτελέσει λόγο επί του οποίου να βασίσει το Δικαστήριο την απόφαση του». Θα πρέπει όμως να αναφερθεί ότι σημαντικό στοιχείο στην υπόθεση Federal ήταν και το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την υποβολή της αίτησης για τροποποίηση το οποίο ήταν αξιοσημείωτα μεγάλο (η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23/1/1986 και η αίτηση για τροποποίηση σχεδόν 15 χρόνια μετά) έτσι που δεν δικαιολογείτο η μη προβολή των λόγων της σημειωθείσας καθυστέρησης. Στην υπόθεση SABA & CO (T.M.R) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο που υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α ν. A.G Leventis κ.α
(1993)1 ΑΑΔ
- Στην παρούσα περίπτωση, είναι προφανές ότι η αρχική έκθεση υπεράσπισης της εναγόμενης τέθηκε υπόψη του νέου δικηγόρου της κατά την ανάθεση της υπόθεσης και μάλιστα ζητήθηκε να δοθεί χρόνος από το Δικαστήριο για να μελετηθούν τα δικόγραφα κατά το αρχικό στάδιο που ανέλαβε την υπεράσπιση της εναγόμενης, αυτό έγινε την 1.3.2011 και ενώ από τις 3.5.2011 τέθηκε το ζήτημα της υποβολής αίτησης για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης της εναγόμενης αυτή καταχωρήθηκε σχεδόν 2 χρόνια αργότερα χωρίς να δίδεται εξήγηση και δικαιολογία για την καθυστέρηση που παρατηρείται. Επίσης, ενώ από τις 3.5.2011 τέθηκε το ζήτημα της τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης της εναγόμενης και ενώ η εναγόμενη είχε την δυνατότητα και την ευχέρεια να προβάλει την σχετική υπεράσπιση κατά το στάδιο της ετοιμασίας της έκθεσης υπεράσπισης της στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης της εναγόμενης δεν το έπραξε και δεν δίδει επίσης καμία εξήγηση για αυτό. Τα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο της εναγόμενης, σε σχέση το διάταγμα ημερομηνίας 17.5.2012 και για τον χρόνο έκδοσης του, δεν έχουν κατά την άποψη μου σχέση με τους ισχυρισμούς περί δικαιοπρακτικής ικανότητας της εναγόμενης κατά το έτος 2007, που είναι ο ουσιώδης χρόνος για την παρούσα υπόθεση αφού σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης των εναγόντων η επίδικη συμφωνία έγινε στις 19.6.
- Η πιο πάνω αναφορά γίνεται, όχι για σκοπούς απόρριψης της ουσίας των ισχυρισμών της εναγόμενης, που δεν είναι σαφώς κάτι που αποφασίζεται στο στάδιο αυτό, αλλά για να καταδείξω ότι πρόκειται υπό τις περιστάσεις για γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά καθ' όλα τα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρονικά σημεία και δεν πρόκειται για γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης της εναγόμενης. Δηλαδή, η έκδοση του πιο πάνω διατάγματος κατά το έτος 2012 δεν καθορίζει τον χρόνο έναρξης της αναγκαιότητας για τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης της εναγόμενης. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις, γίνονται ενόψει του ότι δεν παρουσιάστηκε κανένας λόγος που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης ή γεγονότων που να συντέλεσαν στην καθυστέρηση της υποβολής της αίτησης, όπως είναι αυτά που επικαλείται ο συνήγορος της εναγόμενης στην αγόρευση του, αλλά όμως δεν υποστηρίζονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για τροποποίηση. Κρίνοντας λοιπόν το ζήτημα της καθυστέρησης η οποία δεν δικαιολογείται, και παρά το ότι τροποποίηση επιδιώκετε σχεδόν 3 χρόνια μετά την καταχώρηση της αρχικής έκθεσης υπεράσπισης, έχοντας υπόψη κυρίως ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει, θεωρώ πως αν κατά τα άλλα η αίτηση ευσταθεί, η παρατηρούμενη καθυστέρηση δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνη της σε απόρριψη της αίτησης. Δεν θεωρώ ειδικότερα, ότι η αίτηση αλλά και η έκδοση διατάγματος για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης, εφόσον κριθεί ότι είναι αναγκαία και δίκαιη και εξυπηρετεί το συμφέρον για απονομή της δικαιοσύνης, θα επηρεάσει την πορεία της υπόθεσης αλλά ούτε και έχει καταδειχτεί ότι οι ενάγοντες θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη όσον αφορά τα συμφέροντα τους στην υπόθεση εάν η αίτηση επιτραπεί ή ότι θα προκληθεί αδικία στους ανάγοντες του είδους που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Οι καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα και μοναδικό σκοπό έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας (λόγος έντασης η). Το κατά πόσο η αίτηση για τροποποίηση γίνεται κακόπιστα είναι ζήτημα του οποίου η εξέταση ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Από τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι δεν προκύπτει οτιδήποτε από το οποίο να συνάγεται η ύπαρξη κακοπιστίας. Σημαντικό θεωρώ, αναφορικά το πιο πάνω ζήτημα της και ειδικότερα την θέση ότι η αίτηση σκοπό έχει την δημιουργία καθυστέρησης στην διαδικασία , είναι και το ότι οι ενάγοντες και η εναγόμενη από κοινού την 13.9.2013 υπέβαλαν αίτημα για αναβολή της ακρόασης της αγωγής για τον μοναδικό λόγο ότι εκκρεμούσε η υπό κρίση αίτηση και οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν την δημιουργία καθυστέρησης στην διαδικασία της αγωγής. Η υποβολή κοινού αιτήματος για αναβολή της ακρόασης της αγωγής λόγω του ότι εκκρεμούσε προς εκδίκαση η υπό κρίση αίτηση αποδυναμώνει τους πιο πάνω ισχυρισμούς ενώ δεν υπάρχουν γεγονότα από ατ οποία να προκύπτει και να συνάγεται η ύπαρξη κακοπιστίας. Σε ότι αφορά τον τρίτο λόγο της ένστασης, ότι δηλαδή δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τούτο προκύπτει από τους ίδιους τους ισχυρισμούς που η εναγόμενη επιθυμεί να προβάλει αλλά και την ανταπαίτηση της η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αξίωση των εναγόντων, που σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η αίτηση της, η εναγόμενη είτε θα εμποδίζεται σε μεταγενέστερο στάδιο να προβάλει ανεξάρτητη απαίτηση εναντίον των εναγόντων, αφού μπορεί να δημιουργηθεί δεδικασμένο και επίσης θα δημιουργείτο πολλαπλότητα των διαδικασιών, σπατάλη χρόνου και εξόδων. Τα πιο πάνω, είναι αρκετά κατά την άποψη μου, ικανοποιητικά στοιχεία για την έγκριση της αίτησης, όπως προκύπτει από την υπόθεση Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1989)1 CLR 606, έστω και αν υπήρξε κάποια καθυστέρηση. Υποστηρίζουν οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης της εναγόμενης και το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων, που είναι οι νέοι ισχυρισμοί που επιθυμεί να προβάλει τώρα η εναγόμενη με την έκθεση υπεράσπισης της, πράγματι διαπιστώνεται ότι επιθυμεί να εισάξει μια εντελώς νέα βάση υπεράσπισης που σχετίζεται με την δικαιοπρακτική της ικανότητα κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Η αρχική υπεράσπιση της ουδεμία σχέση έχει με την υπεράσπιση που επιθυμεί τώρα να προβάλει. Κατά την άποψη μου, παρά το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας σε ότι αφορά τον χρόνο αλλά όχι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η αλλαγή της υπεράσπισης της εναγόμενης σε αυτό το στάδιο δεν θα δημιουργήσει ανυπέρβλητα προβλήματα στους ενάγοντες αφού θα μπορούν να προετοιμαστούν κατάλληλα για την υπόθεση τους γνωρίζοντας τι ακριβώς έχουν να αντιμετωπίσουν πριν από την ακρόαση της υπόθεσης. Σε ότι αφορά την γνησιότητα των ίδιων των ισχυρισμών που επιθυμεί τώρα να προβάλει και την ειλικρίνεια τους αυτό θα φανεί στο κατάλληλο στάδιο. Σημασία έχει να δοθεί η ευκαιρία και η δυνατότητα στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφορά τους στοιχεία και να αποφευχθεί η πολλαπλότητα των νομικών διαδικασιών. Για όλους τους πιο πάνω τους λόγους που εξηγώ, αποφάσισα να ασκήσω την διακριτική μου εξουσία και να επιτρέψω την τροποποίηση κυρίως, Α) Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων της εναγόμενης. Οποιαδήποτε αναφορά ως προς την ουσία, την αποτελεσματικότητα των ισχυρισμών και των θέσεων της εναγόμενης, θα κατάληγε σε κρίση του δικαστηρίου επί αυτών και συνεπώς έργο μη επιτρεπτό σε αυτό το στάδιο. Β) Δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στους ενάγοντες. Η οποία καθυστέρηση θα δημιουργηθεί σε αυτό το στάδιο συνεπεία της τροποποίησης, με δεδομένο ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει, μπορεί να ξεπεραστεί με κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Συνεπακόλουθα η αίτηση εγκρίνεται. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και ανταπαίτηση να καταχωρηθεί μέσα σε 25 ημέρες από σήμερα. Απάντηση στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και έκθεση υπεράσπισης στην ανταπαίτηση να καταχωρηθεί σε περαιτέρω 35 ημέρες από την επίδοση της. Τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expences) όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης - αιτήτριας τα οποία θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 4.3.2014 και ώρα 08:30. (Υπ.)........... Κ. Κουνίδου Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο