← Κύπρος

KASKANIS CYPRUS RECYCLE CENTER LIMITED ν. MASCOT PROPERTIES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2931/07, 11/12/2013

KASKANIS CYPRUS RECYCLE CENTER LIMITED ν. MASCOT PROPERTIES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2931/07, 11/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A226 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2931/07 Μεταξύ: KASKANIS CYPRUS RECYCLE CENTER LIMITED από την Τίμη Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση και MASCOT PROPERTIES LIMITED από την Πάφο Εναγόμενης-Αιτήτριας ---------------- Αίτηση ημερομηνίας 8.10.2013 --------------- Ημερομηνία: 11.12.2013 Για Εναγόμενη-Αιτήτρια: κα Γ. Ζυμπουλάκη για Μ. Κυπριανού και κα Η. Αντωνιάδου για Λ. Γεωργίου Για Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Δανιήλ για κ. Π. Ευθυμίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη-Αιτήτρια εξαιτείται: «

  1. Διάταγμα και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου για τροποποίηση και/ή διόρθωση της Υπεράσπισης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ως ακολούθως: Α) Δια της προσθήκης στην υπεράσπιση μετά την 10η γραμμή της παραγράφου 12 μετά την φράση για να εξαλειφθεί η υποθήκη της πιο κάτω φράσης: «Οι ενάγοντες μέχρι σήμερα δεν έχουν καταβάλει τα ενυπόθηκα χρέη τους και δεν έχουν εξαλείψει τις υπάρχουσες επί του επιδίκου ακινήτου υποθήκες οι οποίες είναι 3 και επιβαρύνουν το ακίνητο από το
  2. Περαιτέρω το ακίνητο επιβαρύνουν 2 αναγκαστικές πωλήσεις δυνάμει των υπάρχουσων υποθηκών πράγμα που αποδεικνύει ότι οι ενάγοντες δεν ήταν και δεν είναι σε θέση να εξαλείψουν τις εν λόγω υποθήκες από το επίδικο ακίνητο.» Β) Δια της αντικατάστασης στην 6η γραμμή της παραγράφου 12 υπεράσπισης της φράσης: «Την υπάρχουσα υποθήκη που ήταν προαπαιτούμενος όρος διαγραφής της τόσο κατά την πώληση όσο και κατά την μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος και/ή του κτιριακού συγκροτήματος και/ή οι Ενάγοντες εν πάση περιπτώσει δεν ήταν σε θέση να καταβάλουν το ενυπόθηκο χρέος τους για να εξαλειφθεί η υποθήκη» ως ακολούθως: «τις υπάρχουσες υποθήκες που ήταν προαπαιτούμενος όρος διαγραφής τους τόσο κατά την πώληση όσο και κατά την μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος και/ή του κτιριακού συγκροτήματος και/ή οι Ενάγοντες εν πάση περιπτώσει δεν ήταν σε θέση να καταβάλουν τα ενυπόθηκα χρέη τους για να επαλειφθούν οι υποθήκες». Γ) Δια της προσθήκης στην υπεράσπιση μετά την παράγραφο 11 ακόμη μια παράγραφο και θα αναφέρει: «Η εναγόμενη κατά ή περί τον Μάίο του 2007 είχε εξεύρει 2 προτιθέμενους αγοραστές για την αγορά του επιδίκου ακινήτου όμως η ενάγουσα παρεμπόδισε την εν λόγω πώληση κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας με συνέπεια την οικονομική ζημία της εναγόμενης αφού αγόρασε τα 8 ακίνητα τα οποία ανεγείροντο εντός του συγκεκριμένου τεμαχίου με σκοπό να τα μεταπωλήσει και/ή να τα ενοικιάσει για σκοπούς επένδυσης. Περαιτέρω το επίδικο ακίνητο ουδέποτε είχε αποπερατωθεί αφού η πισίνα δεν ανεγέρθηκε όπως συμφωνήθηκε αφού η ενάγουσα δεν έλαβε άδεια από τις αρμόδιες αρχές για να την ανεγείρει. Είχε ουσιωδώς συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν λάμβανε τις απαραίτητες άδειες και σε περίπτωση τερματισμού των επιδίκων συμφωνιών η ενάγουσα είχε υποχρέωση να επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε από την εναγόμενη τα οποία θα έφεραν τόκο 8% το χρόνο». Δ) Δια της προσθήκης στην υπεράσπιση μετά την παράγραφο 12 ακόμη μια παράγραφο και θα αναφέρει: «Οι ενάγοντες μετά την απόσυρση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου από τα μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου έχουν πωλήσει το επίδικο διαμέρισμα σε τρίτο πρόσωπο το οποίο έχει καταθέσει αγοραπωλητήριο έγγραφο στα μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης».
  3. Διάταγμα και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου για τροποποίηση και/ή διόρθωση της ανταπαίτησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ως ακολούθως: Α) Δια της διαγραφής των υποπαραγράφων Α, Β και Γ της παραγράφου 18 της ανταπαίτησης. Β) Δια της αντικατάστασης της υποπαραγράφου Δ της παραγράφου 18 της ανταπαίτησης ως ακολούθως: «Επιστροφή του ποσού των €22,211.81 το οποίο η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ως προκαταβολή λόγω παράβασης σύμβασης και/ή δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού». Γ) Δια της προσθήκης ακόμη μίας υποπαραγράφου στην παράγραφο 18 της ανταπαίτησης ως ακολούθως: «Τόκο 8% τον χρόνο είναι του ποσού των €22,211.81 από τις 23/04/07 μέχρι εξοφλήσεως». 3) Δια της διόρθωσης της αρίθμησης στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση.» Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.
  4. Θ.1-6, Δ.48 Θ.1, Θ.2, Θ.9, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Χρυστάλλας Φιλίππου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Εναγομένης. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι πρόσφατα προέκυψε η ανάγκη για δεύτερη τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης για το λόγο ότι, εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας και ενώ οι δικηγόροι της Εναγομένης είχαν πρόθεση να καλέσουν ως μάρτυρα υπεράσπισης τον αρμόδιο κτηματολογικό λειτουργό για να δώσει μαρτυρία για τα εμπράγματα βάρη του επίδικου ακινήτου, έλαβαν την 4.10.2013 πληροφόρηση από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου ότι το επίδικο ακίνητο είχε πωληθεί από την Ενάγουσα σε τρίτο πρόσωπο μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής και ότι το εν λόγω πρόσωπο έχει καταθέσει το σχετικό αγοραπωλητήριο έγγραφο στα μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Από την ίδια πληροφόρηση οι δικηγόροι της Εναγομένης έμαθαν ότι στο επίδικο ακίνητο έχουν επιβληθεί δύο αναγκαστικές πωλήσεις δυνάμει των υπαρχουσών υποθηκών από την Ελληνική Τράπεζα και συγκεκριμένα οι υπ΄ αριθμό 115/11 και 117/
  5. Συνεπώς, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, οι περισσότερες θεραπείες τις οποίες ζητά η Εναγόμενη με την ανταπαίτηση της καθίστανται άνευ αντικειμένου με αποτέλεσμα να προκύπτει άμεση ανάγκη για τροποποίηση. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι η τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης είναι επιβεβλημένη για να προστεθούν στοιχεία τα οποία εκ παραδρομής ή και λόγω λάθους ή και αβλεψίας δεν περιλήφθηκαν σ΄ αυτή δηλαδή να περιληφθούν σε αυτή αναφορές για έξοδα και ζημιές που προέκυψαν και συνεχίζουν να προκύπτουν (μετά την καταχώριση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης) λόγω υπαιτιότητας της Ενάγουσας. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η τροποποίηση είναι απόλυτα αναγκαία γιατί έχει σκοπό να διασαφηνίσει πληρέστερα ισχυρισμούς της Εναγομένης που είναι διατυπωμένοι στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση, να διορθωθούν λάθη και να δώσει κάποιες επιπλέον λεπτομέρειες ισχυρισμών που βρίσκονται σε συνάρτηση με αυτούς που ήδη εκτίθενται στα δικόγραφα ώστε να αποδίδεται ολοκληρωτικά η ανταπαίτηση της Εναγομένης. Αναφέρει ακόμα ότι οι τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τη διαλεύκανση των πραγματικών θεμάτων για τα οποία υπάρχει διαφορά, για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Η ενόρκως δηλούσα εισηγείται ακόμα ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε να προσδιοριστεί με ακρίβεια και ολοκληρωμένα η υπεράσπιση και ανταπαίτηση της Εναγομένης σύμφωνα με τις αρχές της δίκαιης και ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της καλής πίστης. Εισηγείται επίσης ότι δεν τίθεται θέμα οποιασδήποτε ανεπανόρθωτης ζημιάς ή βλάβης σε βάρος της Ενάγουσας από τη σκοπούμενη τροποποίηση ούτε υπάρχει οποιαδήποτε κακοπιστία και ότι δεν θα προξενηθεί οποιαδήποτε ταλαιπωρία ή αδικία ή βλάβη στην πλευρά της Ενάγουσας μη αποτιμώμενη σε χρήμα και η οποία δεν θα μπορούσε να θεραπευτεί με την καταβολή εξόδων. Σύμφωνα με τη θέση της η παρούσα αίτηση γίνεται σε κατάλληλο στάδιο δηλαδή αμέσως μόλις περιήλθε στη γνώση των δικηγόρων της Εναγομένης η αλλαγή της κατάστασης του ακινήτου δηλαδή η πώληση του από τους Ενάγοντες και η επιβολή δύο αναγκαστικών πωλήσεων και προτού ολοκληρωθεί η μαρτυρία του πρώτου μάρτυρα της Ενάγουσας. Άρνηση της αιτούμενης τροποποίησης, καταλήγει, θα επηρεάσει αρνητικά την Εναγομένη στερώντας της τη δυνατότητα να παρουσιάσει ολοκληρωμένα την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της ενώπιον του Δικαστηρίου κάτι που θα έχει ανυπολόγιστες ζημιές στην υπόθεση της και θα καταστήσει την ανταπαίτηση της, σε μεγάλο μέρος της, άνευ αντικειμένου. Η πλευρά της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2, 3, ,4 5, 6, 7, 8, 9, στη Δ.39, στη Δ.64, στη Δ.25, στην Κυπριακή Νομολογία και Πρακτική των Κυπριακών Δικαστηρίων, στο δίκαιο της επιείκειας και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «Α. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του Νόμου για την ζητούμενη με την αίτηση θεραπεία, αφού δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική και/ή νομική βάση στην αίτηση, Β. Οι αιτητές με την αίτηση τους, επιχειρούν κατ' ανεπίτρεπτο τρόπο την εισαγωγή νέων νομικών βάσεων στα δικόγραφα τους, Γ. Με την αίτηση τους οι εναγόμενοι επιχειρούν να επιφέρουν ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες, Δ. Η αίτηση των αιτητών καταχωρείται σε πολύ προχωρημένο στάδιο και αφού η ακρόαση της υπόθεσης έχει ήδη ξεκινήσει και ο βασικός μάρτυρας των εναγόντων ευρίσκεται εις το στάδιο της αντεξέτασης. Ε. Η αίτηση των αιτητών είναι παράτυπη και αντικανονική αφού δεν αναφέρει τους λόγους της αίτησης εις το σώμα της αίτησης.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χρίστου Σιμιλλίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της Ενάγουσας. Ο ενόρκως δηλών ουσιαστικά επαναλαμβάνει στην ένορκη του δήλωση τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης στην ένορκη του δήλωση τους πιο κάτω ισχυρισμούς: «
  6. Με την αίτηση τους οι εναγόμενοι επιχειρούν να επιφέρουν ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες. Να σημειωθεί ότι οι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση έχουν άλλες 7 αγωγές μεταξύ τους, που αφορούν παρόμοιες συμφωνίες στην βάση των οποίων έγινε πώληση διαμερισμάτων με τα ίδια και/ή παρόμοια αμφισβητούμενα γεγονότα στην εξέλιξη.
  7. Στην βάση της αγωγής αυτής, η ακρόαση της οποίας ξεκίνησε στις 16/9/2013, με την κατάθεση του βασικού μάρτυρα εναγόντων, έγινε στην συνέχεια δήλωση, στις αγωγές 1921/07 & 2929/07 ότι το αποτέλεσμα της ακρόασης στην υπόθεση αυτή, θα είναι δεσμευτικό και για τις υποθέσεις αυτές.
  8. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η τροχιοδρομημένη και ξεκινημένη ακρόαση στην βάση των ήδη υπαρχόντων δικογραφημένων ισχυρισμών, έχει προδεσμεύσει τους ενάγοντες όσον αφορά το πλαίσιο της διαφοράς τους με τους εναγόμενους σε άλλες 2 υποθέσεις.
  9. Η αίτηση των αιτητών καταχωρείται σε πολύ προχωρημένο στάδιο και αφού η ακρόαση της υπόθεσης έχει ήδη ξεκινήσει και ο βασικός μάρτυρας των εναγόντων ευρίσκεται εις το στάδιο της αντεξέτασης. Με βάση την δοθείσα μαρτυρία, έχει καθοριστεί η εξέλιξη και πορεία της ακροαματικής διαδικασίας και η πιθανή έγκριση της τροποποίησης θα επιφέρει ζημιά στους ενάγοντες.» Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και την ένσταση. Έχω μελετήσει με προσοχή τις εισηγήσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Χρήστου v. Αζά

(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρ. 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» Περαιτέρω στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου και άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στη σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Όσον αφορά τους λόγους ένστασης της πλευράς του Ενάγοντα ότι η αίτηση υποβάλλεται σε προχωρημένο στάδιο στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. V. A. & G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 44, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήτο ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δώδεκα και πλέον χρόνων. Στην παρούσα υπόθεση πράγματι η ακρόαση της αγωγής έχει ξεκινήσει όμως βρίσκεται σε πολύ αρχικό στάδιο αφού έχει μόλις ολοκληρωθεί η κύρια εξέταση του πρώτου μάρτυρα των Εναγόντων. Δεν έχει ξεκινήσει ακόμη η αντεξέταση του. Επομένως το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η παρούσα αίτηση δεν αποτελεί κώλυμα για έγκριση της αίτησης. Ακόμη, η παρούσα αίτηση φαίνεται να καταχωρήθηκε (8/10/13) τέσσερις μόλις μέρες μετά την λήψη των σχετικών πληροφοριών σχετικά με το επίδικο ακίνητο (4/10/13). Ο ισχυρισμός αυτός που περιέχεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτος και η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση δεν αντεξετάσθηκε ούτε έχει προσφερθεί αντίθετη μαρτυρία μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Φαίνεται επομένως ότι η πλευρά της Εναγόμενης κινήθηκε αμέσως μετά τη λήψη των πιο πάνω πληροφοριών με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η πλευρά της Ενάγουσας υποστηρίζει ότι μέσω της αίτησης επιχειρείται κατά τρόπο ανεπίτρεπτο η εισαγωγή νέων νομικών βάσεων στην υπεράσπιση. Σύμφωνα με τη νομολογία το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ΄ εαυτού ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί (βλ. Saba & Co T.M.P. v. T.M.P. Agents και Χρίστου v. Αζά (ανωτέρω)). Όπως επίσης αναφέρεται στο Annual Practice
(1959)σελ. 627, το Δικαστήριο δεν θα αρνηθεί να επιτρέψει μια τροποποίηση απλά και μόνο επειδή εισάγει νέα υπόθεση. Θα το πράξει όμως εκεί που η τροποποίηση θα άλλαζε την αγωγή σε μια τελείως διαφορετικού χαρακτήρα η οποία και θα ήταν πολύ πιο ευχερές να περιλαμβανόταν σε μια τελείως νέα αγωγή. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 204/09, ημερ. 25.4.12, λέχθηκε πως όταν επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής η οποία δεν έχει παραγραφεί, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία. Κρίνω ότι με την παρούσα αίτηση δεν επιχειρείται η αλλαγή της υπεράσπισης και ανταπαίτησης σε μια τελείως διαφορετικού χαρακτήρα αλλά αντίθετα φαίνεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις να είναι στο ίδιο πνεύμα με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της εναγομένης στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση της. Όσον αφορά τους υπόλοιπους λόγους ένστασης ότι δηλαδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου για τη ζητούμενη με την αίτηση θεραπεία και ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα οι λόγοι αυτοί δεν έχουν υποστηριχθεί ικανοποιητικά εκτός από κάποιες γενικές αναφορές και δεν γίνονται αποδεκτοί. Το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή φαίνεται να συνδέεται με αριθμό άλλων παρόμοιων αγωγών στις οποίες φαίνεται να έχει δηλωθεί ή πρόκειται να δηλωθεί ότι το αποτέλεσμα στην παρούσα αγωγή θα είναι δεσμευτικό γι΄ αυτές δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για μη έγκριση της αίτησης. Περαιτέρω, δεν έχω αντιληφθεί η παρούσα αίτηση να είναι παράτυπη ή αντικανονική ή αβάσιμη. Ο ισχυρισμός της πλευράς της Ενάγουσας ότι δεν αναφέρονται οι λόγοι της αίτησης στο σώμα της αίτησης δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από οποιαδήποτε πρόνοια στους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς ή τη νομολογία και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτός. Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί ότι παρόλο που η Εναγόμενη έχει ήδη προβεί σε τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της και με την παρούσα αίτηση επιχειρείται τροποποίηση για δεύτερη φορά, εντούτοις και η πλευρά της Ενάγουσας έχει προχωρήσει σε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 5/2/2013. Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση εγκρίνεται. Η Εναγόμενη-Αιτήτρια να καταχωρίσει τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση εντός δέκα ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση να καταχωρήσει απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση εντός δεκαπέντε ημερών από την επίδοση σ΄ αυτήν της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Τα έξοδα της αίτησης ως επίσης όλα τα έξοδα τα οποία καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται εναντίον της Εναγομένης-Αιτήτριας και υπέρ της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση και να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης. (Yπ.) ............... Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.