← Κύπρος

Παύλος Σταματόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Δημοσίων Έργων, Αρ. αγωγής: 1294/09, 17/12/2013

Παύλος Σταματόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Δημοσίων Έργων, Αρ. αγωγής: 1294/09, 17/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A231 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1294/09 Παύλος Σταματόπουλος Ανιέλα Καμένοβα Ενάγοντες εναντίον Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Δημοσίων Έργων Εναγόμενης ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17/12/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Οι ενάγοντες εμφανίζονται αυτοπροσώπως Για την εναγόμενη : κος Στάθης Ερωτοκρίτου ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή τους, οι ενάγοντες διεκδικούν μέσω της έκθεσης απαίτησης, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες συνεπακόλουθες ζημιές και απώλειες που επεσυνέβησαν στις 10/12/2007 ενώ ο ενάγοντας 1 ήταν οδηγός μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής ΚΒΜ 272 μάρκας BMW ιδιοκτησίας δικής του και ενώ η ενάγουσα 2 ήταν συνεπιβάτιδα στην πιο πάνω μοτοσυκλέτα, λόγω αμέλειας και/ή παράβασης εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων και υποχρεώσεων των εναγομένων για δημιουργία ασφαλούς δικτύου, ένεκα παραλείψεων των εναγομένων σε ένα σημείο του νέου δρόμου Λεμεσού - Πάφου παρά την έξοδο προς την Πέτρα του Ρωμιού και ενώ ο ενάγοντας οδηγούσε την μοτοσικλέτα με κατεύθυνση προς την Λεμεσό, λόγω υδρολίσθησης και λόγω κακής κατασκευής του δρόμου, απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του με αποτέλεσμα να παρεκκλίνει της πορείας του και να ακινητοποιηθεί στο αριστερό αυλάκι του δρόμου και συνεπεία του δυστυχήματος τραυματίστηκαν και οι δύο επιβαίνοντες ενώ η μοτοσικλέτα υπέστηκε εκτεταμένες ζημιές. Σύμφωνα με τις ισχυριζόμενες λεπτομέρειες αμέλειας, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να τοποθετήσουν σήμα κινδύνου και φώτα σήμανσης για την προστασία ατόμων και οχημάτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο, παρέλειψαν να επιδιορθώσουν έγκαιρα και να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την επιδιόρθωση του δρόμου σε κατάλληλη κατάσταση, παρέλειψαν να προειδοποιήσουν για την ακαταλληλότητα του οδοστρώματων μέσω σημάτων και φωτισμού, παρέλειψαν να προειδοποιήσουν το κοινό με την κατάλληλη σήμανση ότι ο δρόμος δεν ήταν ασφαλής για χρήση και ότι είχε κρυμμένο κίνδυνο και ελάττωμα, ανέχθηκαν την ύπαρξη καθίσδησης και τους κινδύνους που υπήρχαν, παρέλειψαν να βρουν εναλλακτικές λύσεις προκειμένου να αποτρέψουν την συσσώρευση λιμνάζοντων υδάτων στο σημείο εκείνο του δρόμου και γενικά παρέλειψαν να παρέχουν την κατάλληλη προστασία και ασφάλεια στους οδηγούς. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, λόγω των πιο πάνω ισχυριζόμενων παραβάσεων των νομίμων καθηκόντων των εναγομένων, οι ενάγοντες υπέστησαν ειδικές ζημιές τις οποίες δικογραφούν εκτενώς, περαιτέρω ο μεν ενάγοντας 1 υπέστη άλγος στις αριστερές πλευρές, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση θώρακος και κοιλίας, έντονο άλγος αριστερού ημιθωρακίου, έντονη ευαισθησία στις κατώτερες αριστερές πλευρές, αιμάτωμα/εκχύμωση αριστερού γλουτού και ευαισθησία έντονη στο δεξί γόνατο. Η δε ενάγουσα 2, υπέστη κεφαλαλγία και πόνο στην δεξιά ωμοπλάτη, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση θώρακος και κοιλίας, έντονο άλγος δεξιάς ωμοπλάτης, άλγος αριστερής οσφυικής χώρας, αριστερού γλουτού, γόνατος και ποδοκνημικής άρθρωσης. Στην έκθεση υπεράσπισης, η εναγόμενη παραδέχεται μέν ότι έχει γίνει κάποιο ατύχημα στις 10/12/2007 σε ένα σημείο του δρόμου Λεμεσού Πάφου παρά την έξοδο προς την Πέτρα του Ρωμιού με το επίδικο όχημα, πλην όμως αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζονται, (αν και δεν έχει προσκομίσει οποιανδήποτε μαρτυρία για οποιονδήποτε ισχυρισμό), ότι στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου υπήρχε αποψίλωση του ασφαλτικού οδοστρώματος χωρίς να παρατηρείται συγκέντρωση νερού, ο δρόμος έχει κατασκευαστεί βάσει σχεδίων και προδιαγραφών που ανταποκρίνονται στα γεωμετρικά πρότυπα για αυτοκινητόδρομους και σε διεθνείς κατασκευαστικές πρακτικές, αρνείται τα όσα της καταλογίζει ως λεπτομέρειες αμέλειας εκ μέρους της και τις ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές των εναγόντων. Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το δυστύχημα οφείλεται λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας των εναγόντων και πιο συγκεκριμένα ότι παρέλειψαν να αντιληφθούν τον κίνδυνο ενώ γνώριζαν τον κίνδυνο, δεν εφάρμοσαν τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και την σωστή ταχύτητα οδηγόντας με υπερβολική και την μη ενδεικνυόμενη ταχύτητα, οδηγώντας επικίνδυνα χωρίς να έχουν αποτελεσματικό έλεγχο και με τέτοιον τρόπο που ήταν σίγουρο ότι θα γινόταν το ατύχημα, οδηγούσαν απερίσκεπτα και επιπόλαια και αφηρημένα εκθέτωντας τους εαυτούς τους σε κίνδυνο και χωρίς την δέουσα παρατηρητικότητα, παρέλειψαν να λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να αποφύγουν το ατύχημα, χρησιμοποίησαν τα φρένα τους κατά παράβαση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας και δεν αντιλήφθηκαν έγκαιρα την κατάσταση του δρομου αδιαφορώντας για την ασφάλεια του οχήματος και των εαυτών τους και παραλείπωντας να κάνουν οποιονδηποτε ελιγμό και γενικά οδηγούσαν χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, η εναγόμενη δεν προσκόμισε οποιανδήποτε μαρτυρία και οι μόνοι που έδωσαν μαρτυρία ήταν οι ενάγοντες. Σημειοτέον ότι δεν έχει καταχωρηθεί ουδεμία απόδειξη ή πιστοποιητικό προς απόδειξη των ισχυρισμών τους από τους ενάγοντες αν και υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τον ενάγοντα 1 μετά τις τελικές αγορεύσεις, αίτημα το οποίο έχει απορριφθεί. Πρώτος κατέθεσε ο ενάγοντας

  1. Ανέφερε ότι στις 10/12/2007 ενώ οδηγούσε την επίδικη μοτοσικλέτα με αναβάτη και την ενάγουσα 2, ένα μέτρο πριν την έξοδο προς την Πέτρα του Ρωμιού στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου, διατηρούσε την τέταρτη ταχύτητα διότι έβρεχε ελαφρώς προηγουμένως και πιο συγκεκριμένα ο ενάγοντας ανέφερε τα εξής: ΄΄στο σημείο εκείνο δυνάμωσε η βροχή και συναντήσαμε μια τεράστια λάντα με νερά λόγω της βροχής, νερά περίπου 10 μέτρα μήκος και 6 μέτρα πλάτος. Σε αυτή την λάντα, αναφέρεται και στη έκθεση της αστυνομίας, στο οποίο σημείο του δρόμου που είχε υποστεί καθίζηση, σημαντική, προ του δικού μας ατυχήματος, έχουν συμβεί 2 ατυχήματα με αυτοκίνητο που έχουν χάσει τον έλεγχο λόγω υδρολίσθησης, όπως αναφέρει η έκθεση της αστυνομίας και εν συνεχεία και ενόσω η συνεπιβάτης Ανιέλα της μοτοσυκλέτας βρίσκετουν ακόμα στο έδαφος και η οποία σημειωτέο είχε χρηματοδοτήσει κατά μεγάλο μέρος την αγορά της μοτοσυκλέτας και δεν ήταν απαραίτητο το αυτοκίνητο να το χρησιμοποιούμε για λόγους οικονομικούς σε θέματα της βενζίνης γιατί κατά τα άλλα ήταν εξίσου το ίδιο, αλλά και το εξοπλισμό ασφάλειας αυτής, τον πανάκριβο εξοπλισμό που μας έσωσε τις ζωές. Στολές, θερμαντικά, γάντια της πιο ακριβής μάρκας, μπότες, γάντια, κράνη, με αποτέλεσμα να υποστούμε μόνο τραυματισμούς, συγκεκριμένα η σύζυγος μου Ανιέλα στον αριστερό αστράγαλο, όπου και της έχει μείνει μόνιμη βλάβη. Και εγώ σύμφωνα με τις τομογραφίες, αξονικές και μαγνητικές, πρωτύτερα του ατυχήματος, λόγω του προβλήματος που έχω αναφέρει πιο πάνω και τις κατοπινές του ατυχήματος, προέκυψε μια διαφορά με παρεχτιπησθέν οστό, είναι στη λεκάνη που εισχωρεί στα παρακείμενα μαλακά μόρια και προκαλεί αφόρητους πόνους, ειδικώς κατά την Άνοιξη και Φθινόπωρο, με τις αλλαγές καιρού. Οπότε αναγκάζομαι να χρησιμοποιώ μπαστούνι τον χειμώνα, καλοκαίρι δεν με ενοχλούν΄΄. Αναφορικά με τους τραυματισμούς ανέφερε ότι τόσο ο ίδιος, όσο και η σύζυγος τους παραιτούνται από την οποιαδήποτε αποζημίωση, αν και απαιτεί ο ίδιος αποζημίωση για ψυχική οδύνη, ως επίσης και για τις ζημιές της μοτοσικλέτας και του εξοπλισμού ασφαλείας. Αναφορικά με την επίδικη μοτοσικλέτα, ο ενάγοντας 1 ανέφερε τα ακόλουθα: ΄΄ Η μοτοσυκλέτα πήγε σε πραγματογνώμονα. Υπάρχουν εκθέσεις εκ των οποίων οι δύο είναι εγκεκριμένοι, όπως ο Πιλακούτας. Πουλήθηκε για εξαρτήματα για χίλια ευρώ, υπάρχουν τιμολόγια, παρότι η αξία της μοτοσυκλέτας ήταν δύο φορές μεγαλύτερη, ένα χρόνο μετά, στα κεντρικά του Πιλακούτα . Και στη συνέχεια ήταν στην αυλή της κατοικίας μου, διαλυμένη, όπως γράφει και η έκθεση του Σωφρονίου, και από τους δύο πραγματογνώμονες εγκεκριμένους΄΄. Αναφορικά με τις ενέργειες που έχει κάνει για να αποφύγει το ατύχημα ανέφερε ο ενάγοντας τα ακόλουθα: ΄΄ακόμα και στο τελευταίο χιλιοστό του δευτερολέπτου έκανα ότι επιβάλλεται, προκειμένου να αποφευχθεί το ατύχημα και όταν είδα ότι λόγω πλήρης απώλειας ελέγχου, διότι δεν είχαμε επαφή με την άσφαλτο, ήταν σε ένα στρώμα νερού, ώθησα την μοτοσυκλέτα όσο μπορούσα με το πόδι μου, είχα κατεβάσει τα δύο πόδια για να δώσω περισσότερη σταθερότητα με τις αντιολισθητικές μπότες της μοτοσυκλέτας και όταν είδα ότι δεν μπορούσα να την συγκρατήσω, έδωσα ώθηση προς τα αριστερά για να αποφύγω τα χειρότερα, τα οποία χειρότερα θα ήταν να χτυπήσω στο διαχωριστικό ανάμεσα στους δρόμους κυκλοφορίας, πάνω στο τσιμεντένιο΄΄ ως επίσης ανέφερε τα εξής: ΄΄ Μια από τις παραμέτρους της συνετής, αμυντικής, οδήγησης ήτο ότι δεν κατέφυγα σε απότομες κινήσεις στα φρένα ή στο κιβώτιο ταχυτήτων, απλώς έκλεισα το γκάζι και προσπάθησα να συγκρατήσω την μοτοσυκλέτα. Δεν είχα καιρό για τίποτε άλλο, δεν προλάβαινα ούτε ταχύτητα να κατεβάσω, πρέπει να κινούμουν γύρω στα 80 χιλιόμετρα, προηγουμένως πήγαινα με εκατό με την έκτη. Στο σημείο εκεί ήμουν με τετάρτη΄΄. Για να υποστηρίξει την θέση του ότι το οδόστρωμα στο σημείο όπου έγινε το ατύχημα ήταν ελαττωματικό, ανέφερε τα ακόλουθα: ΄΄Πήγαν και έβαλαν τα δημόσια έργα, ταμπέλα, που έπρεπε, σαν το όριο ταχύτητας, πράμα που δεν ήταν την μέρα του ατυχήματος ή προ αυτού, όπως επίσης και ουδεμία άλλη σήμανση προϋπήρχε δεικνύοντας ανωμαλία του οδοστρώματος. Λίγους δε μήνες μετά, 2‑ 3 μήνες μετά, μικρό συνεργείο του τμήματος δημόσιων έργων και για αρκετές μέρες και νύχτες, πράμα που δεικνύει τι ζημιά είχε το οδόστρωμα που είχε εκεί, ο τόπος αποκατάστησε τη ζημιά εκεί, θα ευχόμουν να το έκανε λίγους μήνες πριν. Και πάνω σ' αυτό θέλω να υπενθυμίσω, όταν η εταιρεία είχε αναλάβει το τμήμα του δρόμου, γνώστη εταιρεία, είχε συναντήσει στο μέρος Λεμεσού‑Πάφου, μικρές δυσκολίες και υπήρχε μικρή καθυστέρηση στην παράδοση αυτού του κομματιού και τα οχήματα οδηγούνταν από το παλαιό δρόμο σε εκείνο το σημείο ή αργότερα στο να χρησιμοποιούν μόνο μια λωρίδα, μιλούμε πριν πολλά χρόνια΄΄. Ολοκληρώνοντας την κύρια εξέταση του, ο ενάγοντας αναφορικά με την όλη του υπόθεση αλλά και ως προς το θέμα των αποζημιώσεων, ανέφερε τα ακόλουθα: ΄΄Νομίζω δεν έχω παραλείψει κάτι που θα βοηθήσουμε το σεβαστό Δικαστήριο να βγάλει μια δίκαιη απόφαση και για μας και το τμήμα δημοσιών έργων. Ξέρουμε τι καιρούς διαβαίνουμε. Αν ήταν κάπου αλλού, σε κάποια άλλη χώρα, θα ζητούσαμε πολλά παραπάνω και για τους πόνους που περάσαμε και όλα αυτά. Απλώς μια απάλειψη του πόνου μας θέλουμε΄΄. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι είναι οδηγός για 40 χρόνια και συνεπώς είναι έμπειρος οδηγός, την επίδικη ημέρα με συνεπιβάτη την ενάγουσα 2 κατευθύνονταν προς την Λεμεσό μετά το πέρας των εργασιών τους και ως προς τις καιρικές συνθήκες, ανέφερε ότι πριν το σημείο του ατυχήματος ΄΄ψιλοέβρεχε΄΄ αλλά στο σημείο του ατυχήματος έβρεχε καταρρακτωδώς, αρνούμενος σχετική υποβληθείσα θέση ότι στο σημείο του ατυχήματος ΄΄ψιλοέβρεχε΄΄. Δεν έχει διακρίνει οποιονδήποτε λόγο για να σταματήσει το όχημα που οδηγούσε αλλά με το είδος της μοτοσικλέτας που είχε που την χαρακτήρισε τουρισμού και όχι πίστας, δεν σταματά κάποιος αλλά προχωρεί, όπως έκανε και ο ίδιος αφού είχε και την απαραίτητη στολή αλλά και την συνεπιβάτιδα του για την οποία ήταν υπεύθυνος. Ερωτώμενος για το πότε είδε την λακκούβα με το νερό, ανέφερε τα ακόλουθα: ΄΄ Εγώ έφτασα πάνω λακκούβα, η λακκούβα δε φαινόταν. Από μακριά βλέπεις μια συνέχεια του δρόμου, της ασφάλτου, εφόσον η βροχή την κάλυπτε. Δεν ήταν μια λακκούβα. Δεν ήταν ένα σημείο που να είχε αποξεστεί το οδόστρωμα και να φανεί το νερό. Αυτό ήταν λίμνη με νερά. Είχε υποστεί καθίζηση ως ήτο το οδόστρωμα, η άσφαλτος είχε αποχωρήσει προς τα κάτω. Το μόνο που έβλεπες ήταν σκόρπια συντρίμμια από τα δύο προηγούμενα ατύχημα΄΄. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι δεν έχουν γίνει τα πιο πάνω αναφερθέντα ατυχήματα και παρέπεμψε ουσιαστικά στην αστυνομία η οποία έχει διερευνήσει και το επίδικο ατύχημα και επανερχόμενος στο θέμα της λακκούβας, ανέφερε ότι ουσιαστικά δεν ήταν λακκούβα διότι η λακκούβα είναι με διαστάσεις ένα επί ένα, αλλά στην προκείμενη περίπτωση ήταν μια λίμνη. Ερωτώμενος τι ενέργειες έχει προβεί για να αποφύγει το ατύχημα, είπε τα ακόλουθα: ΄΄ Πρώτο πήγαινα με τετάρτη, δεύτερο έκλεισα το γκάζι. Τι άλλες ενέργειες έπρεπε να κάνω; Προσπάθησα να συγκρατήσω τη μοτοσυκλέτα το οποίο εστάθη αδύνατο αφού οι δύο τροχοί δεν εφάπτονταν σε άσφαλτο΄΄. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι το ατύχημα προκλήθηκε λόγω της ταχύτητας που είχε και της δικής του αμέλειας, λέγοντας ότι κρατούσε την ταχύτητα των 80 Χ.Α.Ω. η οποία δεν είναι η ίδια με την ταχύτητα ενός αυτοκινήτου και με την τέταρτη ταχύτητα που οδηγούσε, οι στροφές ΄΄κοντεύουν στο κόκκινο΄΄ όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Αρνήθηκε επίσης σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι στο σημείο του ατυχήματος υπήρχαν πινακίδες που προειδοποιούσαν για επισκευές, για ανώμαλο οδόστρωμα και να μειωθεί η ταχύτητα στα 80 Χ.Α.Ω. λέγοντας ότι δεν υπήρχαν την ημέρα του ατυχήματος αλλά αυτές τοποθετήθηκαν μετά το ατύχημα και αυτό το διαπίστωσε όταν τον κάλεσαν από τον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών για να δώσει κατάθεση. Ο ενάγοντας αμφισβήτησε τις θέσεις που του έχουν υποβληθεί οι οποίες έχουν δικογραφηθεί και που αφορούν την θέση των εναγομένων ότι το ατύχημα ουσιαστικά προκλήθηκε συνεπεία της αμέλειας και της ταχύτητας του ενάγοντα και ειδικότερα όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το ατύχημα για να αποφύγει το επίδικο ατύχημα, ανέφερε τα εξής: ΄΄ Εν μέρη το αποδέχομαι. Δεν μπορούσα να είμαι σίγουρος ότι θα έβρω λίμνη με νερά. Ήξερα ότι στα σημεία του δρόμου ότι υπάρχουν νερά αλλά όχι και έτσι΄΄. Αναφορικά με την επίδικη μοτοσικλέτα, τελικά αυτή πωλήθηκε για εξαρτήματα για το ποσό των χιλίων ευρώ, αφού ήταν ασύμφορη η κράτηση της σε αντιπροσωπεία για την φύλαξη της και έχει όλα τα τιμολόγια και τρεις εκτιμήσεις για αυτό το ζήτημα. Ως Μ.Ε. 2 κατέθεσε η ενάγουσα
  2. Ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα ξεκίνησαν με τον ενάγοντα 1 για να πάνε στην Λεμεσό για να αλλάξουν την επίδικη μοτοσικλέτα με κάποια μεγαλύτερη και στον δρόμο ήταν λίγα τα νερά. Ακολούθως ανέφερε τα ακόλουθα: ΄΄ Εγώ που έκατσα στην μοτοσυκλέτα, δεν μπορούσα να ξέρω πόσα νερά είναι, σαν συνοδηγός δεν μπορούσα να ξέρω ποσό είναι τα νερά κάτω. Μετά που πριν να κοντέψουμε, με το κράνος που το ανοίγουμε για να μιλήσουμε και μου είπε ότι "είναι πολλά τα νερά" και οδήγαν προσεκτικά και μου φάνηκε και τον ρώτησα γιατί οδηγά τόσο σιγά και με λέει ότι "είναι τα νερά". Κατέβηκε στα πόδια κάτω αυτό που είδε και τον ρώτησα "τι γίνεται; ", μου λέει "προσπαθώ να κρατήσω την μοτοσυκλέτα από την λάντα με νερό" και σε όλα αυτά ούτε σε ένα λεπτό εγείραμε. Αυτά ήταν όλα. Μετά από ποσό καιρό, δεν θυμάμαι, ήρθε το ασθενοφόρο και η αστυνομία που τα Κούκλια, φόρτωσαν την μοτοσυκλέτα και την πήραν στον Πηλακούτα και εμένα στο νοσοκομείο στην Πάφο. Και την μοτοσυκλέτα αυτή την έχω πληρώσει εγώ με τα δικά μου τα λεφτά αυτό μπορώ να πω δεν έχω τίποτε να πω άλλο.΄΄ Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι ο ενάγοντας 1 προσπάθησε να συγκρατήσει την μοτοσικλέτα λόγω των νερών κατεβάζοντας τα πόδια του αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό και αμφότεροι έπεσαν από την μοτοσικλέτα. Ο ενάγοντας 1 σε σύγκριση με άλλες φορές είχε χαμηλή ταχύτητα χωρίς να ξέρει όμως με τι ταχύτητα, απάντησε με την λέξη ΄΄ναι΄΄ σε υποβληθείσα θέση ότι το ατύχημα προήλθε λόγω της αποκλειστικής ευθύνης του ενάγοντα 1 και η μόνη συνομιλία που είχε με τον ενάγοντα 1 είναι η ερώτηση που του έκανε για την χαμηλή ταχύτητα και την απάντηση που έλαβε ότι ήταν λόγω των νερών, αρνούμενη ουσιαστικά υποβληθείσα θέση ότι το ατύχημα προήλθε λόγω της μεταξύ τους συνομιλίας, ως επίσης αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι το ατύχημα προκλήθηκε λόγω της ταχύτητας του ενάγοντα 1, λέγοντας ότι μέσα στην βροχή δεν ήταν σε θέση ο ενάγοντας 1 να μην προσέχει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναμφίβολα, η νομική βάση της απαίτησης των εναγόντων, είναι αυτό του αστικού αδικήματος της δημόσιας οχληρίας, δυνάμει του άρθρου 45 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: <<Δημόσια oχληρία συvίσταται σε παράvoμη πράξη, ή σε παράλειψη εκτέλεσης voμικής υπoχρέωσης αv η πράξη αυτή ή η παράλειψη θέτει σε κίvδυvo τη ζωή, ασφάλεια, υγεία, ιδιoκτησία ή άvεση τoυ κoιvoύ ή παρακωλύει τo κoιvό στηv άσκηση κoιvoύ δικαιώματoς: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται για δημόσια oχληρία, παρά μόvo (α) από τo Γεvικό Εισαγγελέα της Δημoκρατίας για έκδoση απαγoρευτικoύ διατάγματoς͘ ή (β) από τo πρόσωπo πoυ υπέστη εξαιτίας αυτής ειδική ζημιά>> Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ -ν- ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΖΥΠΙΤΗ κ.α.

(2003)1Β Α.Α.Δ 749 στην οποία επίσης αφορούσε ατύχημα σε υπεραστικό δρόμο και ατύχημα λόγω των νερών της βροχής σε κοίλωμα που υπήρχε και που δεν έχει αμφισβητηθεί από την Δημοκρατία, λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Το δυστύχημα έγινε στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με το Κοινό Δίκαιο, με κανόνα από πολύ παλιά διατυπωμένο, η αρμόδια αρχή διαχείρισης των αυτοκινητόδρομων δεν υπείχε αστική ευθύνη έναντι μέλους του κοινού που τραυματιζόταν λόγω της παράλειψής της να διατηρήσει τους δρόμους σε καλή κατάσταση. Ευθυνόταν μόνο όταν το ατύχημα οφειλόταν σε πλημμελή επιδιόρθωση (misfeasance), ενώ δεν εθεωρείτο υπεύθυνη για ζημιές σε περιπτώσεις παράλειψης επιδιόρθωσης (non-feasance), όπου το δυστύχημα είχε προκληθεί λόγω ανωμαλιών που είχαν δημιουργηθεί από φυσικά αίτια, λόγω μη συντήρησης του δρόμου (Newsome v. Darton Urban District Council [1938] 3 All E.R. 93, Hart's Introduction to the Law of Local Government and Administration, 3η Έκδοση, σελ. 446). Η «ασυλία» οφειλόταν σε ιστορικούς λόγους. Ο κανόνας δημιουργήθηκε αρχικά κατά τον 18ο αιώνα, όταν η ευθύνη επισκευής των δημόσιων δρόμων βάρυνε τους κατοίκους των διάφορων κοινοτήτων διά μέσου των οποίων διερχόταν ο δρόμος, ενώ κάθε κοινότητα ήταν υπεύθυνη για το μέρος του δρόμου που βρισκόταν εντός των συνόρων της (Swain v. Southern Railway Co. [1939] 2 All E.R. 794, 805). Ο λόγος ήταν καθαρά πρακτικός, επειδή η επιμέτρηση της αποζημίωσης σε περίπτωση ατυχήματος μεταξύ των διάφορων ιδιοκτητών ήταν πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Αφού οι κάτοικοι της κάθε κοινότητας δεν αποτελούσαν νομικό πρόσωπο, δεν υπήρχε συντεταγμένο νομικά ταμείο από το οποίο να πληρώνονταν οι αποζημιώσεις. Έτσι κρίθηκε ότι ήταν πρακτικά αδύνατο να εγείρεται αγωγή εναντίον κάθε κατοίκου χωριστά, για το δικό του μερίδιο στη ζημιά (Russel v. Men of Devon [1788] 2 R.R. 667). Η αρχή αυτή συνέχισε να εφαρμόζεται και ως προς διάφορες άλλες δημόσιες αρχές στις οποίες, παρελθόντος του χρόνου, μεταβιβάστηκε η υποχρέωση των κατοίκων να επιδιορθώνουν τους δρόμους. Έτσι αποφασίστηκε ότι δεν μπορούσε να εγερθεί αγωγή για παράλειψη επιδιόρθωσης εναντίον του Επιθεωρητή Αυτοκινητοδρόμων (Young v. Davis [1863] 2 H. & C. 197). Μεταγενέστερα η ίδια αρχή εφαρμόστηκε και στην περίπτωση τοπικού συμβουλίου (Cowley v. Newmarket Local Board [1892] 62 L.J.Q.B. 65). Η ασυλία κάλυπτε μόνο τις αρχές που διαδέκτηκαν τον Επιθεωρητή Αυτοκινητόδρομων (Swain v. Southern Railway Co. ανωτέρω), αλλά ουδέποτε εφαρμόστηκε σε εταιρείες που ήταν ιδιοκτήτες ή διαχειρίζονταν αποβάθρες, σιδηρόδρομους ή διώρυγες (canal companies) οι οποίες είχαν θέσμιο καθήκον να συντηρούν δρόμους ή γέφυρες (βλέπε Mersey Docks Trustees v. Gibbs [1866] L.R. 1 H.L. 93, Blundy, Clark & Co. v. London and North Eastern Ry 100 L. J. K. B. 401 και Guilfoyle v. Port of London Authority 101 L. J. K. B. 91). Όμως, η εξαίρεση αυτή δεν έτυχε της εύνοιας των δικαστηρίων που την ερμήνευαν στενά (βλέπε Meggs v. Liverpool Corporation [1968] 1 All E.R. 1137, 1139). Η αρχή, η οποία πολύ δύσκολα συμβαδίζει με τις σύγχρονες απαιτήσεις, στην Αγγλία καταργήθηκε στις 3 Αυγούστου, 1961 με το άρθρο 1 του The Highways (Miscellaneous Provisions) Act του 1961. Σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, κάθε δικαστήριο, κατά την άσκηση της πολιτικής ή ποινικής του δικαιοδοσίας, εφαρμόζει, μεταξύ άλλων, το Κοινό Δίκαιο και τις Αρχές της Επιείκειας, εκτός αν υπάρχει άλλη πρόβλεψη από οποιονδήποτε νόμο που πρέπει να εφαρμοστεί ή που έγινε δυνάμει του Συντάγματος ή από οποιονδήποτε νόμο που διατηρήθηκε σε ισχύ, εφόσον δεν αντιβαίνουν ή δεν είναι ασυμβίβαστοι προς το Σύνταγμα. Έχει λεχθεί ότι κατάλληλες για την Κύπρο δεν είναι όλες οι πρόνοιες του αγγλικού Κοινού Δικαίου. Στην υπόθεση Universal Advertising and Publishing Agency and others v. Panayiotis A. Vouros 19 C.L.R. 87, ο Αρχιδικαστής Χάλλιναν στη σελ. 94, αναφέρει ότι υπέρτατη αρχή του αγγλικού συστήματος αστικού δικαίου, είναι η διατήρηση της ελαστικότητας στην απονομή της δικαιοσύνης, η οποία δίδει τη δυνατότητα στα δικαστήρια να προσαρμόζουν το νόμο, με τρόπο που να αντιμετωπίζεται η ατέρμων ποικιλία καταστάσεων και περιστάσεων που παρουσιάζονται στην καθημερινή ζωή. Το Κοινό Δίκαιο θα πρέπει να αναπτύσσεται με τρόπο που να αντιμετωπίζονται οι ανάγκες της επόμενης γενιάς. Η αντιμετώπιση αυτή τονίζει ακόμα τη σπουδαιότητα του ατόμου, την πεποίθηση ότι οι νόμοι γίνονται για τον άνθρωπο και όχι το αντίθετο, τη δυσπιστία στην υπερβολικά δύσκαμπτη λογική και συμμετρία η οποία δυνατόν να προκαλέσει ατροφία και την πεποίθηση ότι οι κοινωνικοί και πολιτικοί νόμοι και έθιμα, δεν θα πρέπει να εκδίδονται και αποφασίζονται μια για πάντα, αλλά να αφήνονται να εξελίσσονται. Ο Δικαστής Χάλλιναν καταλήγει ότι δεν είναι δυνατόν όλες οι πρόνοιες του αγγλικού Κοινού Δικαίου να είναι κατάλληλες για την Κύπρο. Οι διατάξεις του Κοινού Δικαίου θα πρέπει να μεταφυτεύονται εδώ σαν ζωντανός οργανισμός, που θα πρέπει να κλαδεύεται, διά του νόμου και της νομολογίας, για να αρμόζει στις τοπικές συνθήκες (βλέπε επίσης Hadji Theodossiou v. Koulia and Another
(1970)1 C.L.R. 310, 323, 324). Αισθανόμαστε ότι η παρούσα υπόθεση αποδεικνύει πόσο σοφά ήταν τα λόγια του Δικαστή Χάλλιναν όταν διακήρυσσε ότι κατάλληλες για την Κύπρο δεν είναι όλες οι πρόνοιες του Αγγλικού Κοινού Δικαίου. Δεν βλέπουμε κανένα λόγο γιατί μια διευθέτηση η οποία, όπως είδαμε, βασίζεται σε καθαρά ιστορικούς λόγους και η οποία στον τόπο καταγωγής της έχει, εδώ και 40 τόσα χρόνια, καταργηθεί νομοθετικά, να μεταφυτευτεί στην Κύπρο, ενώ όλες οι περιστάσεις είναι εντελώς διαφορετικές. Η τυφλή επανάλειψη μιας νομικής αρχής που δημιουργήθηκε στο αγγλικό σύστημα, χωρίς εξέταση της καταγωγής της και των περιστάσεων που οδήγησαν στη δημιουργία της, θα μπορούσε να σκλαβώσει το νομικό μας σύστημα. Αν η ελαστικότητα στην απονομή της δικαιοσύνης, που είναι ένα από τα ισχυρότερα χαρακτηριστικά του δικαιϊκού μας συστήματος δεν ασκείται ουσιαστικά, τότε ο νόμος μας καθίσταται στάσιμος και εν πολλοίς, λανθασμένος. Όμως η συγκεκριμένη αρχή δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί στην Κύπρο και για ένα πιο ουσιαστικό λόγο. Η διάταξη βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με το Σύνταγμα. Το Άρθρο 172 του Συντάγματος αναφέρει ότι η Δημοκρατία ευθύνεται για κάθε ζημιογόνο άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους. Το Άρθρο 172 έχει κριθεί νομολογιακά ότι παρέχει αγώγιμο δικαίωμα αποζημίωσης όταν υπάρχει άδικη πράξη ή παράλειψη οργάνων του κράτους, ως αποτέλεσμα της οποίας προκαλείται οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια. Με την αρχή της μη παροχής ένδικης προστασίας σε περιπτώσεις ζημίας λόγω κακής συντήρησης δρόμου, ουσιαστικά ο ζημιούμενος πολίτης δεν μπορεί, κατά παράβαση του Άρθρου 172, να ενάξει τη Δημοκρατία. Για τους δρόμους που βρίσκονται μέσα σε δημοτικά όρια προβλέπεται νομοθετικά η υποχρέωση των τοπικών δήμων να τους διατηρούν σε καλή κατάσταση. Παρά την έρευνά μας δεν έχουμε καταφέρει να εντοπίσουμε παρόμοια θέσμια υποχρέωση της Δημοκρατίας ως προς τους υπεραστικούς δρόμους. Έτσι, θα πρέπει να ισχύσουν στην παρούσα περίπτωση οι γενικές αρχές των αστικών αδικημάτων και συγκεκριμένα της δημόσιας οχληρίας (Dymond v. Pearce and others [1972] 1 All E.R. 1142, 1149 και Morton v. Wheeler 1956, The Times, 1st February) και της αμέλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 45 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, η δημόσια οχληρία συνίσταται σε παράνομη πράξη ή παράλειψη εκτέλεσης νομικής υποχρέωσης, αν η πράξη αυτή ή η παράλειψη θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, ασφάλεια, υγεία, ιδιοκτησία ή άνεση του κοινού ή το παρακωλύει στην άσκηση κοινού δικαιώματος. Το πρόσωπο που υπέστη από τη δημόσια οχληρία ειδική ζημιά, νομιμοποιείται να εγείρει αγωγή. Η δημόσια οχληρία ορίζεται ως πράξη ή παράλειψη η οποία συνιστά επέμβαση ή ενόχληση σε πρόσωπο κατά την άσκηση ή απόλαυση δικαιώματος που του ανήκει ως μέρος του κοινού (Clerk & Lindsell on Torts, 16η Έκδοση, παραγρ. 24-01). Δεν χρειάζεται να λεχθούν περισσότερα επί του θέματος. Εκτός του ότι η Δημοκρατία έχει παραδεχθεί την υποχρέωσή της να διατηρεί τους δρόμους της αρμοδιότητάς της σε καλή κατάσταση, είναι ουσιαστικά αδιάφορο αν η ευθύνη της βασίζεται σε δημόσια οχληρία ή αμέλεια, γιατί τα δύο αυτά αστικά αδικήματα αλληλοκαλύπτονται. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Goldman v. Hargrave [1966] 2 All E.R. 989, το αστικό αδίκημα της οχληρίας, με αβέβαια τα όριά του, μπορεί να συνίσταται σε μια μεγάλη ποικιλία περιπτώσεων, σε μερικές των οποίων η αμέλεια είναι αποφασιστικής σημασίας, ενώ σε άλλες δεν παίζει κανένα απολύτως ρόλο. Σε περιπτώσεις όπου η ευθύνη του εναγόμενου προκύπτει όχι γιατί δημιούργησε την οχληρία, αλλά επειδή επέτρεψε να συνεχίζεται, απόδειξη της αμέλειάς του είναι τουλάχιστον ουσιώδης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Sedleigh-Denfield v. O' Callaghan [1940] 3 All E.R. 349, αν ο εναγόμενος δεν δημιούργησε την οχληρία, για να θεωρηθεί υπεύθυνος θα πρέπει να την είχε συνεχίσει, δηλαδή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αμέλησε να την άρει όταν πληροφορήθηκε την ύπαρξή της ή όταν θα έπρεπε να είχε πληροφορηθεί την ύπαρξή της. Στην ίδια απόφαση έχει λεχθεί ότι ο κάτοχος ή ο ιδιοκτήτης γης όπου έγινε το ζημιογόνο γεγονός δεν είναι ασφαλιστής. Θα πρέπει να αποδειχθεί κάτι παραπάνω από την απλή ζημιά στην περιουσία του ενάγοντα για να ευθύνεται. Αυτό σημαίνει ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ευθύνη, δηλαδή θα πρέπει να υπάρχει σφάλμα και σφάλμα βρίσκεται στην αμέλεια ή πολύ περισσότερο στην πρόθεση του κατόχου να βλάψει, υπό περιστάσεις τις οποίες το δικαστήριο θεωρεί ως μη εύλογη χρήση της περιουσίας του. Στην Αγγλία όπου η ευθύνη των αρμόδιων αρχών για την μη επιδιόρθωση των αυτοκινητόδρομων καλύπτεται νομοθετικά, τα δικαστήρια στις περιπτώσεις όπου η παράλειψη επιδιόρθωσης προκάλεσε ζημιά σε πεζό, ήταν προσεκτικά στο να μην απαιτήσουν από τις αρμόδιες αρχές πολύ ψηλό επίπεδο προσοχής. Μικρές διαφορές στο οδόστρωμα δεν θεωρήθηκαν ως απόδειξη έλλειψης φροντίδας στην συντήρηση (Clerk & Lindsell on Torts, 16η Έκδοση, παραγρ. 24-78. Βλέπε επίσης Littler v. Liverpool Corporation [1968] 2 All E.R. 343n., 345). Πώς όμως θα αποφασίσουμε κατά πόσο η συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων επί του αυτοκινητόδρομου συνιστούσε κίνδυνο; Εξαρτάται από το κατά πόσο η ζημιά ήταν εύλογα προβλεπτή. Αν η δημιουργηθείσα κατάσταση είναι τέτοια που είναι εύλογο να αναμένεται από τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον αυτοκινητόδρομο, ζημιά, τότε έχουμε δημόσια οχληρία. Αν ένας λογικός άνθρωπος λαμβάνοντας υπ' όψιν όλες τις περιστάσεις μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει πράγματι η πιθανότητα τραυματισμού κάποιου που ταξιδεύει κατά μήκος του δρόμου, τότε η κατάσταση αυτή συνιστά κίνδυνο. Όπου όμως η πιθανότητα ζημιάς είναι τόσο απομακρυσμένη που θα την απέρριπτε αμέσως, γιατί ήταν βεβαίως δυνατή, αλλά καθόλου πιθανή, τότε η κατάσταση δεν συνιστά κίνδυνο (Dymond v. Pearce and others [1972] 1 All E.R. 1142, 1149). Στην Αγγλία όπου όπως είδαμε η ευθύνη της αρμόδιας αρχής είναι θέσμια, έχει αποφασιστεί ότι δεν θα πρέπει η αρμόδια αρχή να προβλέπει για τον πρότυπο οδηγό, αλλά για το συνηθισμένο τύπο οδηγού που χρησιμοποιεί τους δρόμους κι αυτός περιλαμβάνει και τους οδηγούς που υποπίπτουν σε λάθη. Κατά πόσο μια συγκεκριμένη περίπτωση μη επιδιόρθωσης υποκρύπτει κίνδυνο στη συνήθη τροχαία κίνηση του αυτοκινητόδρομου είναι θέμα πραγματικό και βαθμού που εξετάζεται σε κάθε περίπτωση. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό (Rider v. Rider and another [1973] 1 All E.R. 294, 299, 300). H εκτίμηση της σχετικής μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει με βάση την κοινή λογική. Το κριτήριο είναι βέβαια πάντα η προβλεψιμότητα του κινδύνου. Περαιτέρω, ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του αντιδίκου του και των ζημιών που έχει υποστεί (Metropolitan Railway Co v. Jackson 47 L.J.C.P. 303). Ο εναγόμενος δεν βαρύνεται να αποδείξει, για να απαλλάξει τον εαυτό του, ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Ο ζημιωθείς θα πρέπει θετικά να αποδείξει ότι η ζημιά ήταν αποτέλεσμα της αμέλειας του εναγομένου (Wilsher v. Essex Area Health Authority
(1988)1 All E.R. 871 και Carslogie SS Co v. Royal Norwegian Government [1952] 1 All E.R. 20). Δεν μπορεί επίσης να επιδικάζεται σε ενάγοντα ποσοστό της απώλειάς του επί τη βάσει του συλλογισμού ότι η παράβαση του καθήκοντος της άλλης πλευράς δυνατόν να προκάλεσε τη ζημιά (Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ. 447). Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη (Hotson v. East Berkshire Area Health Authority [1987] 2 All E.R. 909). Θέμα πραγματικό είναι και ο λόγος που προκάλεσε το δυστύχημα. Ακόμα και στην περίπτωση που εναγόμενος παραδέχεται αμέλεια, ο ενάγων δεν δικαιούται, άνευ άλλου τινός, αποζημίωσης, εκτός αν μπορεί να συνδέσει τη ζημιά του με την αμέλεια αυτή (Rankine v. Garton Sons & Co. Ltd [1979] 2 All E.R. 1185).>> Επίσης στην υπόθεση ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΓΚΟΥΔΗΣ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ,ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΑΣ ΠΟΛΥΜΝΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΓΚΟΥΔΗ -ν- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
(2009)1Β Α.Α.Δ 1574 στην οποία πάλι αφορούσε ατύχημα σε υπεραστικό δρόμο λόγω συγκέντρωσης νερών στον αυτοκινητόδρομο, λέχθησαν τα ακόλουθα: << Πολύ χρήσιμη αυθεντία ως προς το υπό εξέταση θέμα παρέχεται και από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Burnside and another v. Emerson and Others [1968] 3 All E.R.
  1. Σε εκείνη την υπόθεση, ο οδηγός αυτοκινήτου υπό συνθήκες έντονης και παρατεταμένης βροχής, εισήλθε εντός λίμνης νερού που βρισκόταν στο μέσο του δρόμου και, αφού απώλεσε τον έλεγχο, κινήθηκε δεξιά και συγκρούστηκε με εξ' αντιθέτου κατευθύνσεως ερχόμενο όχημα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιρρίψει ακέραιη την ευθύνη για το δυστύχημα στο αρμόδιο δημοτικό συμβούλιο της περιοχής, που ήταν ένας από τους εναγομένους λόγω ανεπάρκειας ή αστοχίας του υπάρχοντος συστήματος διαφυγής ομβρίων υδάτων. Στην έφεση που ακολούθησε, οι ξεκάθαρες αρχές και οι τρεις προϋποθέσεις για καταλογισμό ευθύνης σε δημοτικά συμβούλια, τις οποίες έθεσε ο Lord Denning M.R., αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Οι προϋποθέσεις είναι:
  2. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο δρόμος ήταν σε τέτοια κατάσταση ώστε να ήταν επικίνδυνος για την τροχαία κίνηση.
  3. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι η επικινδυνότητα οφειλόταν σε παράλειψη συντήρησης ή επιδιόρθωσης. Εδώ γίνεται διάκριση μεταξύ ενός μόνιμου κινδύνου που οφείλεται σε έλλειψη επιδιόρθωσης και ενός παροδικού κινδύνου που οφείλεται στα στοιχεία της φύσης. Στο δεύτερο περιλαμβάνεται ο κίνδυνος από χιόνι, παγετό ή έντονη βροχόπτωση και σ' αυτή την περίπτωση ο παροδικός κίνδυνος που προκαλείται για σύντομο χρονικό διάστημα, δεν συνιστά μαρτυρία περί παράλειψης επιδιόρθωσης ή συντήρησης. Ειδικότερα ως προς τη βροχόπτωση, η πρόκληση πλημμύρας στο δρόμο λόγω έντονης βροχής δεν είναι αρκετή μαρτυρία.
  4. Εάν πράγματι διαπιστώνεται παράλειψη συντήρησης/ επιδιόρθωσης, η αρμόδια αρχή είναι εκ πρώτης όψεως υπεύθυνη για οποιαδήποτε ζημιά προκαλείται λόγω αυτής και μπορεί τότε μόνο να αποφύγει ευθύνη, εάν αποδείξει ότι άσκησε τέτοια επιμέλεια και φροντίδα, όση ήταν εύλογη. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην ανωτέρω υπόθεση, το Αγγλικό Εφετείο συμπέρανε κατ' αρχήν ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείτο εφόσον ο συνδυασμός της ύπαρξης της λίμνης νερού στο δρόμο και στροφής που ακολουθούσε, δημιουργούσε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση για τους οδηγούς. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή η επικινδυνότητα προκλήθηκε από παράλειψη επιδιόρθωσης/συντήρησης του δρόμου, το γεγονός της ύπαρξης της υδάτινης λίμνης από μόνο του σε μια τόσο βροχερή μέρα, δεν ήταν αρκετό. Όμως υπήρχε και μαρτυρία σύμφωνα με την οποία εκείνο το σημείο του δρόμου δεν είχε επαρκές σύστημα διαφυγής-αποχέτευσης των ομβρίων υδάτων και το νερό λίμναζε. Υπήρχε εκεί εγκατεστημένο καλό σύστημα αποχέτευσης των υδάτων με σωλήνα 6 ιντζών, πλην όμως υπήρχε στο δρόμο στο σημείο εκείνο ένα βαθούλωμα, πιο ψηλό από το σημείο διαφυγής του νερού και η διαφυγή εμποδιζόταν μερικώς και λόγω της κατασκευής του δρόμου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, το Εφετείο συμπέρανε ότι το αρμόδιο δημοτικό συμβούλιο δεν κατέδειξε ότι άσκησε την εύλογη φροντίδα η οποία απαιτείτο υπό τις περιστάσεις και απέτυχε να λειτουργεί το σύστημα ικανοποιητικά. Ως προς το θέμα καταμερισμού ευθύνης, το Εφετείο απέδωσε ευθύνη και στον εναγόμενο οδηγό του αυτοκινήτου αφού συμπέρανε ότι οποιοσδήποτε οδηγός ο οποίος οδηγούσε με μια λογική ταχύτητα και με άσκηση επιμέλειας, θα μπορούσε να διέλθει από τη λίμνη νερού με ασφάλεια χωρίς να πλαγιολισθήσει. Τα γεγονότα έδειχναν αναπόφευκτα ότι ο οδηγός εκείνος πρέπει να οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη από την αναμενόμενη υπό τις περιστάσεις. Τελικά, το Εφετείο καταλόγισε ευθύνη και στον οδηγό του αυτοκινήτου στον οποίο καταμέρισε ποσοστό ευθύνης κατά 2/3 και στο εναγόμενο δημοτικό συμβούλιο κατά 1/
  5. Όπως είχε παρατηρήσει στην απόφασή του στην ίδια υπόθεση ο Diplock L.J., η υποχρέωση αρμόδιας αρχής όπως επισκευάζει/συντηρεί τους δρόμους, σίγουρα περιλαμβάνει και το καθήκον όπως ο δρόμος διαθέτει ένα επαρκές σύστημα διοχέτευσης των ομβρίων υδάτων>>. Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ -ν - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΩΣΤΑΚΗ ΑΝΗΛΙΚΟΥ, ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΩΝ ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑΣ ΚΩΣΤΑΚΗ
(2008)1Α Α.Α.Δ 432 λέχθησαν τα ακόλουθα: << Η δημόσια οχληρία, με βάση το Άρθρο 45 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αποτελείται από παράνομη πράξη ή παράλειψη εκτέλεσης νομικής υποχρέωσης αν η πράξη αυτή ή παράλειψη θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, την ασφάλεια, την υγεία, την ιδιοκτησία ή την άνεση του κοινού ή παρακωλύει το κοινό στην άσκηση κοινού δικαιώματος. Η επιφύλαξη του άρθρου προνοεί ότι δεν εγείρεται αγωγή για δημόσια οχληρία, παρά μόνο από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ή από το πρόσωπο που υπέστη εξ αιτίας αυτής, ειδική ζημιά. Η πιο πάνω νομοθετική διάταξη αποτελεί την κωδικοποίηση ουσιαστικά του κοινοδικαίου, σύμφωνα δε με τον Salmond &Heuston on the Law of Torts 21η έκδ. σελ. 54, η δημόσια ή κοινή οχληρία είναι κατά κύριο λόγο ποινικό αδίκημα. Πρέπει, όπως αναφέρεται και στον ορισμό, να επηρεάζει το κοινό γενικά ή τουλάχιστο μια ικανή μερίδα αυτού. Παρόλο που όπως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί ότι κάθε μέλος του κοινού έχει υποστεί πρόβλημα, εν τούτοις, πρέπει να αποδειχθεί ότι τουλάχιστο ένας ικανός αριθμός ατόμων έχει επηρεαστεί, ώστε να θεωρείται ως μια τάξη του κοινού και αυτό αποτελεί πραγματικό ζήτημα. Όπως περαιτέρω εξηγείται στο σύγγραμμα Street on Torts 11η έκδ. σελ. 423-429, η δημόσια μπορεί να αποτελέσει τη βάση και για αστικό αδίκημα, όπως στη λεγόμενη περίπτωση του «relator action for an injunction», που όπως και στην Κύπρο, εισάγεται από τον Γενικό Εισαγγελέα, ή, από ιδιώτη «who can show that he has suffered 'special damage' beyond that suffered by the others of Her Majesty's subjects affected by the defendant's interference.». Σύμφωνα με τα όσα περαιτέρω αναφέρονται, η αστική αγωγή από ιδιώτη θα αποτύχει, εάν δεν αποδειχθεί ότι η ζημιά που έχει υποστεί ο ίδιος είναι «ειδική ζημιά» (κάτι διαφορετικό από τα «special damages»), ενώ θα πρέπει επίσης να αποδεικνύεται ότι το κοινό γενικά υφίσταται ζημιά που εντάσσεται στις κατηγορίες που εξειδικεύονται στο Άρθρο 45. Στη σελ. 424 αναγράφεται: «Instead, the nuisance in such cases amounts to an inconvenience occasioned to the public generally, but causes special damage to the claimant (ie damage beyond that suffered by other members of the public). Such nuisances typically involve obstructing, or creating a danger on the highway.» Περαιτέρω στη σελ. 425 αναφέρονται τα εξής: «In addition to pecuniary loss, personal injury and property damage have also been held to constitute special damage. So, too, have causing inconvenience and delay, provided that the harm thereby caused to the claimant is substantial and appreciably greater in degree than any suffered by the general public>> ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Αναφορικά με τις ισχυριζόμενες ειδικές ζημιές των εναγόντων, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι καμία εξ΄ αυτών δεν έχει αποδειχθεί όπως αυτές έχουν δικογραφηθεί. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά την ενάγουσα 2, δεν έχει αναφερθεί από την ίδια, ούτε καν αριθμητικά οποιοδήποτε ποσό και για οποιοδήποτε κονδύλι όπως αυτά έχουν δικογραφηθεί στην έκθεση απαίτησης και χωρίς κανένα απολύτως έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο. Υπήρξε απλά μια γενική αναφορά ως προς την οικονομική συμβολή της στην αγορά της επίδικης μοτοσικλέτας που και αυτή όμως παρέμεινε ασαφής, γενική και αόριστη και χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Εχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί από το Εφετείο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά και με θετική μαρτυρία και ότι δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα αλλά πρέπει και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Βλ. Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1153, Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 921 και Μεταξάκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 ΑΑΔ
  1. Συνεπώς η ενάγουσα 2 απέτυχε να αποδείξει οποιανδήποτε ειδική ζημιά. Τα ίδια ισχύουν βεβαίως και για τον ενάγοντα 1, ο οποίος και αυτός με την σειρά του δεν έχει κάνει καμία απολύτως αναφορά σε ποσά, όπως αυτά έχουν δικογραφηθεί στην έκθεση απαίτησης, παρά μόνο υπήρξε μια μόνο αναφορά ότι η επίδικη μοτοσικλέτα πωλήθηκε για εξαρτήματα για το ποσό των € 1000, χωρίς πάλι κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο και αφήνοντας και ο ενάγοντας 1 απλά μια γενική, ασαφή και αόριστη αναφορά αναφορικά με το ζήτημα των ειδικών ζημιών χωρίς κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο. Ο ενάγοντας 1 έκανε αναφορά σε τιμολόγια και εκτιμήσεις, δεν ζήτησε όμως να κατατεθούν ως τεκμήρια όταν έδιδε μαρτυρία δια ζώσης, παρά μόνο υπέβαλε αίτημα μετά τις τελικές αγορεύσεις προφανώς λόγω της άγνοιας του επειδή δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο, που βεβαίως το εν λόγω αίτημα απερρίφθη. Δεν προσκόμισε οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυριζόμενων ειδικών ζημιών, αν και έχει κάνει ο ενάγοντας 1 αναφορά σε τρίτα πρόσωπα, όπως οι εκτιμητές, η αντιπροσωπεία της μοτοσικλέτας κλπ, που όμως τα εν λόγω άτομα δεν έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο. Έτσι η απουσία των προσώπων που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις και διαπιστώσεις, στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται σε αυτές. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον Τάσου Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. σελ. 217). Οι αναφορές που έκανε επίσης ο ενάγοντας 1 περί της μοτοσικλέτας και του εξοπλισμού που είχε, έχουν παραμείνει και αυτές αναπόδεικτες, διότι δεν έχει γίνει καμία έστω αναφορά σε συγκεκριμένα ποσά και όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, δεν έχει προσκομιστεί κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο και συνεπώς οι ισχυριζόμενες ειδικές ζημιές του ενάγοντα 1 δεν έχουν αποδειχθεί. Αναφορικά με το θέμα των γενικών αποζημιώσεων και πιο συγκεκριμένα για το θέμα των τραυματισμών της ενάγουσας 2, η μόνη αναφορά που προήλθε από την ενάγουσα 2, είναι ότι μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο, αλλά καμία απολύτως ειδική αναφορά σε τραυματισμούς δεν έχει γίνει και ουδεμία άλλη μαρτυρία προφορική ή γραπτή δεν έχει προσκομιστεί που να αποδεικνύει οποιονδήποτε από τους τραυματισμούς της ενάγουσας 2, ως αυτοί έχουν δικογραφηθεί στην έκθεση απαίτησης. Αναφορικά με το θέμα των γενικών αποζημιώσεων και πιο συγκεκριμένα για το θέμα των τραυματισμών του ενάγοντα 1, αν και ο ίδιος ο ενάγοντας 1 ανέφερε ότι δεν διεκδικεί οποιαδήποτε αποζημίωση για τα τραύματα του, εν τούτοις το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας της απόφασης του αλλά και εν΄ όψει του ότι ανέφερε ότι ζητά αποζημίωση για ΄΄ψυχική οδύνη΄΄ και ΄΄απάλειψη του πόνου΄΄ όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, θα εξετάσει το ζήτημα αυτό και κατά πόσο έχει ο ενάγοντας 1 αποδείξει οποιονδήποτε από τους ισχυρισμούς του ως αυτοί έχουν δικογραφηθεί στην έκθεση απαίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο μάρτυρας δεν έχει προσκομίσει την δέουσα μαρτυρία από πραγματογνόμωνα (expert) όπως π.χ. γιατρό από το ιατρικό κέντρο όπου γίνεται δικογράφηση για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τους ισχυριζόμενους τραυματισμούς του, ούτε έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό περί τούτου και συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του το αναγκαίο μαρτυρικό υπόβαθρο για να αξιολογήσει μαρτυρία και να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα επί αυτού του θέματος και η όλη μαρτυρία που έθεσε ο ενάγοντας 1 επί αυτού του θέματος παρέμεινε μετέωρη. Αναφορικά με το ζήτημα της κατάστασης του οδοστρώματος και την ισχυριζόμενη δημόσια οχληρία αλλά και αμέλεια εκ μέρους της Δημοκρατίας, ως αυτή έχει δικογραφηθεί, αυτή η θέση δεν έχει αποδειχθεί με τον δέοντα τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ΄ αρχήν δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ενάγουσα 2 περί αυτού του θέματος, δεν έχει αναφέρει το οτιδήποτε. Ο δε ενάγοντας 1, ουσιαστικά προώθησε την θέση ότι το οδόστρωμα υπέστη καθίζηση με αποτέλεσμα να συσσωρεύονται νερά σε εκείνο το σημείο με αποτέλεσμα να μην είναι ορατή η καθίζηση έγκαιρα και εξ΄ αιτίας αυτής της συσσώρευσης νερών η μοτοσικλέτα του υδρολίσθησε, έχασε τον έλεγχο και ανατράπηκαν οι ενάγοντες από την μοτοσικλέτα, παρ΄ όλες τις προσπάθειες του και μάλιστα στο ίδιο σημείο επεσυνέβησαν και άλλα δύο ατυχήματα. Προς επίρρωση των εν λόγω θέσεων του, ο ενάγοντας 1 έχει επικαλεστεί το τμήμα δημοσίων έργων αλλά και την αστυνομία, πλην όμως δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία από τα αρμόδια άτομα αυτών των αρχών και συνεπώς η απουσία των προσώπων που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις, διαπιστώσεις και ενέργειες, όπως π.χ. την διερεύνηση του ατυχήματος από την τροχαία και την τοποθέτηση ταπέλλων από το τμήμα δημοσίων έργων και την ισχυριζόμενη επιδιόρθωση του οδοστρώματος και συνεπώς στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται σε αυτές για τις οποίες έγινε επίκληση από τον ενάγοντα
  2. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον Τάσου Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. σελ. 217). Το γεγονός ότι υπήρχε μαρτυρία ότι έχουν κλητευθεί σε προηγούμενες δικασίμους, αυτό δεν αποτελεί λόγο καλό για την μη προσκόμιση της πρωτογενούς εκείνης μαρτυρίας, διότι αποτελεί καθήκον των εναγόντων να τους καλέσουν, έστω και αν δεν εκπροσωπούνταν με δικηγόρο κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Θα έπρεπε να προσκομιστεί εκείνη η δέουσα και λεπτομερής, τεχνικής φύσεως μαρτυρία από το τμήμα τροχαίας αλλά κυρίως από το τμήμα δημοσίων έργων ή έστω φωτογραφία που να αποδεικνύει με σαφήνεια και πληρότητα την φύση και την έκταση της ισχυριζόμενης καθίζησης και ότι αυτή οφείλεται στην ανεπαρκή συντήρηση του οδοστρώματος εκ μέρους της Δημοκρατίας, πράγμα που βεβαίως δεν έχει αποδειχθεί. Ακόμα και αν αποδεικνυόταν όμως αυτό, ή έστω ακόμα και αν το Δικαστήριο αποδεχόταν τον ισχυρισμό του ενάγοντα 1 ότι το οδόστρωμα έχει υποστεί καθίζηση, θέση η οποία παρέμεινε γενική, αόριστη και ασαφής, το Δικαστήριο δεν θα δύνατο να επιδικάσει άλλωστε οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες, εν΄ όψει της πιο πάνω αξιολόγησης και πιο συγκεκριμένα λόγω της αποτυχίας τους να αποδείξουν με την δέουσα μαρτυρία και σύμφωνα με την νομολογία, την φύση και την έκταση των ισχυριζόμενων ζημιών. Με λίγα λόγια, οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τις επιταγές που έθεσε η πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία ως προς την φύση και την έκταση της δημόσιας οχληρίας και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και των ζημιών, δεν αποδείχθησαν οι ισχυριζόμενες ζημιές, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμέλεια εκ μέρους της Δημοκρατίας και κατά πόσο ήταν εύλογα προβλεπτός ο ισχυριζόμενος κίνδυνος και γενικά οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους και συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον των εναγόντων, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.