ΞΕΝΙΟΣ ΣΟΦΙΑΝΟΣ ν. ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, Αρ. αγωγής: 2243/12, 19/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 2243/12 ΞΕΝΙΟΣ ΣΟΦΙΑΝΟΣ Ενάγοντας εναντίον ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/12/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους - αιτητές: κα Αντωνιάδου Για ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση: κα Σοφιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους ημερομηνίας 1/11/2013, οι εναγόμενοι - αιτητές, αιτούνται Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση από αυτούς συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη/συμπλήρωση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 6/12/
- Νομοθετικά, η αίτηση στηρίχθηκε στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.28, 30, 39, 48 Θ. 1 - 13, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους κανόνες φυσικής Δικαιοσύνης, στην νομολογία, πρακτική, στην διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε προς υποστήριξη της αίτησης, είναι η ένορκη δήλωση της κας Κούλλας Μενοίκου. Η εν λόγω ενόρκως δηλούσα, αναφέρει ότι είναι δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των εναγομένων και έχει στην κατοχή και φύλαξη της τον φάκελλο της δικογραφίας της παρούσας αγωγής, γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους εναγόμενους να προβεί στην ένορκη δήλωση. Κατά την 6/12/2012 και κατόπιν Διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/11/2012, καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους των εναγόμενων, στην οποία υπήρχε επισυνημμένος κατάλογος με τα έγγραφα που οι εναγόμενοι είχαν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο των ιδίων και των δικηγόρων τους μέχρι και την ημέρα καταχώρησης. Εκ παραδρομής και/ή αβλεψίας και/ή λόγω μη σωστού συντονισμού, δεν έχουν αποκαλυφθεί τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της εναγόμενης και τα οποία όμως είχαν αποσταλεί στο δικηγορικό γραφείο σε μεταγενέστερο στάδιο της αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 6/12/2012 και είναι τα ακόλουθα: Α) πιστοποιητικό ασφάλισης του ενάγοντα με την εναγόμενη με αρ. ασφαλιστηρίου 110500857311 με επισυνημμένους όρους ασφαλιστηρίου Β) συμπληρωματική αναφορά της έκθεσης ζημιών του οχήματος με αρ. εγγραφής KQZ 450 από την εταιρεία CHR. SOFRONIOU CAR CRASH SURVEY SERVICES AYTOMOBILE ASESSOR - EXPERT & INVESTIGATOR ημερομηνίας 20/1/2013 Γ) έντυπο απαιτήσεως του ενάγοντα με αρ. ΜΡ20125104 ημερομηνίας 28/2/2012 Δ) πίνακας του συμβολαίου με αρ. 110500857311 του ενάγοντα Στ) πρόταση για ασφάλιση του οχήματος με αρ. KQZ 450 του ενάγοντα από την εναγόμενη ημερομηνίας 10/7/
- Το αίτημα εδράζεται σε καλό λόγο, αφού πρόκειται για έγγραφα τα οποία έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα ζητήματα στην ως άνω αγωγή και δεν ήταν στην κατοχή του δικηγόρου της εναγομένης κατά την χρονική στιγμή που καταχωρήθηκε η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 6/12/
- Αντίθετα, αυτά τα έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή του δικηγόρου της εναγομένης σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο και ως εκ τούτου η εναγόμενη προβαίνει στην παρούσα αίτηση και έντιμα και ειλικρινά πιστεύει ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της καλύτερης απονομής της Δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της η εναγόμενη. Το πιο πάνω αίτημα, αντίκρυσε την μερική ένσταση του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση και πιο συγκεκριμένα σχετικά με τα έγγραφα της παραγράφου 3 (β) και (στ) της ένορκης δήλωσης των αιτητών. Οι λόγοι της ένστασης άπτονταν στο ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας και στοχεύει στην παρεμπόδιση απόδειξης της γνήσιας απαίτησης εναντίον των εναγομένων, στο ότι η αίτηση δεν γίνεται με καλή πίστη και/ή γίνεται κακόπιστα, στο ότι η αίτηση αποσκοπεί στην δημιουργία μαρτυρίας προς υποστήριξη της υπερασπίσεως της αιτήτριας, στο ότι η αιτούμενη Διαταγή αποκάλυψης εγγράφων της αιτήτριας δεν θα εξυπηρετούσε την δίκαιη απονομή της Δικαιοσύνης και στο ότι η έκδοση του Διατάγματος συνιστά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε προς υποστήριξη της ένστασης, προήλθε από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Ο ενάγων στην ένορκη του δήλωση, αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η εναγόμενη στις 6/12/2013 (προφανώς εκ τυπογραφικού λάθους, διότι έχει γίνει αυτή η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 6/12/2012) έχει καταχωρηθεί ένορκη δήλωση με κατάλογο αποκάλυψης των εγγράφων που είχε στην κατοχή της, συμπεριλαμβανομένου της έκθεσης εκτίμησης των ζημιών του οχήματος του ενάγοντα που ετοίμασε ο κ. Σωφρονίου. Το έγγραφο στην παράγραφο 3(α) της ένορκης ομολογίας της κας Κούλλας Μενοίκου που αναφέρεται ως συμπληρωματική αναφορά της έκθεσης ζημιών του οχήματος του ενάγοντα με αριθμούς KQZ 450 με ημερομηνία 20/1/2013 από την εταιρεία CHR. SOFRONIOU CAR CRASH SURVEY SERVICES AYTOMOBILE ASESSOR - EXPERT & INVESTIGATOR, αναφέρει την ύπαρξη φθαρμένων ελαστικών. Η αναφορά αυτή, αποτελεί εκ των υστέρων δημιούργημα της εναγομένης με μοναδικό σκοπό την στήριξη της υπεράσπισης της. Η αναφορά σε φθαρμένα ελαστικά αποτελεί και τον κύριο λόγο υπεράσπισης της εναγομένης, η οποία θα έπρεπε να περιλαμβάνεται με ειδική αναφορά στην αρχική έκθεση του εμπειρογνώμονα κ. Σωφρονίου όταν επισκέφθηκε το όχημα του ενάγοντα αμέσως μετά το δυστύχημα και όχι σε συμπληρωματική αναφορά σχεδόν ένα χρόνο αργότερα από την ημέρα που επισκέφθηκε το όχημα. Η εκ των υστέρων αναφορά σε φθαρμένα ελαστικά, αποτελεί εκ των υστέρων δημιουργία μαρτυρίας υπέρ της εναγόμενης με μοναδικό σκοπό την στήριξη της υπεράσπισης της στην δίκη. Επιπλέον η αναφορά αυτή έχει στόχο να βλάψει την απαίτηση του ενάγοντα και να αποφύγει και να βοηθήσει την εναγόμενη να αποφύγει την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Το έγγραφο στην παράγραφο 3(στ) της ένορκης ομολογίας της κας Κούλλας Μενοίκου, αφορά την πρόταση ασφάλισης του πιο πάνω οχήματος του ενάγοντα στην περίοδο 2007 -
- Η περίοδος αυτή δεν έχει καμία σχέση με την περίοδο ασφάλισης του οχήματος του ενάγοντα κατά την στιγμή του δυστυχήματος του, η οποία ήταν το έτος 2011 -
- Κατ΄ επέκταση η πρόταση αυτή δεν αναφέρεται στην πρόταση ασφάλισης του ενάγοντα για το έτος που ασφάλισε το όχημα του, που είναι το έτος του δυστυχήματος. Ο ενάγοντας πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα με μοναδικό σκοπό την δημιουργία εκ των υστέρων μαρτυρίας με απώτερο σκοπό την αποφυγή των συμβατικών και των κατά νόμο υποχρεώσεων της και πιστεύει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη νομολογία, η αποκάλυψη εγγράφων βάσει της δικονομικής πρόνοιας Δ.28 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αντίστοιχης της παλιάς Αγγλικής Δ.31 θ.12, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δύναται να εξετάσει το θέμα μέσω των δικογράφων, ενόρκων δηλώσεων ή και οποιασδήποτε διαδικασίας μέσα στην ίδια την αγωγή και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η αποκάλυψη εγγράφων έχει ως σκοπό τη λήψη πληροφοριών και την παρουσίαση εγγράφων που έχουν σχέση με την αντιδικία των μερών για την προετοιμασία της ακρόασης, μπορεί δε να ζητηθεί, είτε γενική είτε εξειδικευμένη, από οποιονδήποτε από τους διαδίκους και συνήθως ζητείται μετά το κλείσιμο της δικογραφίας οπότε τα επίδικα θέματα θα έχουν καθοριστεί με ακρίβεια. Αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων απορρίπτεται είτε όταν θεωρηθεί ότι δεν είναι αναγκαία για την δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης είτε όταν εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε, δεν επιτρέπεται δε η αποκάλυψη όταν ζητείται για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες οι οποίες μπορεί να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεσή του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του ή να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες, άμεσα ή έμμεσα, ανεξάρτητα αν μπορούν ή όχι να δοθούν ως μαρτυρία. (βλ. μεταξύ άλλων Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 12, σελ. 2-34, The Annual Practice 1956, σελ. 516 επ., National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)C.L.R. 40, Nissho Iwai Corporation and others v. Lizard Shipping Company Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 31, Lagos Ltd. v. Πλοίου FT Zolotets κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600, G.A.P. Navig. Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1624, Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271). Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958
(1)σελ. 713-714 και 716, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Δ. Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798) έχει λεχθεί ότι η τμηματική αποκάλυψη εγγράφων δεν είναι ενδεδειγμένη ή πρόσφορος για σκοπούς της εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας ενόσω η αναγκαιότητα της αποκάλυψης εγγράφων συναρτάται με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Επίσης, η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων δεν περιορίζεται σε έγγραφα που μπορεί να είναι αποδεκτά ως μαρτυρία. (βλ. σχετικά Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.B.D. 62, 63, O' Rourke v. Darbishire
(1920)A.C. 581, 630). Στο The Supreme Court Practice 1987, τόμος 1, παράγρ. 24/1/2 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με την αγγλική δικονομική πρόνοια για αποκάλυψη εγγράφων, Ο.24,r.1, σύμφωνα με την οποία σε υποθέσεις που αρχίζουν με κλητήριο ένταλμα, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση μετά που θα κλείσουν οι έγγραφες προτάσεις, να προβούν σε αποκάλυψη των εγγράφων που, όπως προνοεί και η δική μας δικονομική πρόνοια για αποκάλυψη, Δ.28 θ.1, «είναι ή ήταν» στην κατοχή, έλεγχο ή φύλαξή τους και αφορούν στα επίδικα θέματα: "Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of the documents which have come into a party´s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party´s obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party´s possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cv. O.18, rr.8 and 9) and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true . ... An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay costs occasioned by the failure to give discovery promptly." Στην υπόθεση Touchstone Development Ltd v. Cypromar Shipping Ltd κ.ά. αρ. Αγωγής 1208/06 Ε.Δ. Λάρνακος, η Πρόεδρος(τότε) του Δικαστηρίου κα Π. Παναγή, εξετάζοντας παρόμοιο ζήτημα σε ενδιάμεση απόφαση της ημερ. 18.10.10 ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην καναδική υπόθεση Lib Brokerage and Realty Co
(1977)Ltd ν. Budd
(1992)2 WWR 453 επισημαίνεται σχετικά πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε Κανονισμός ο οποίος να εμποδίζει το Δικαστήριο να εκδώσει, βάσει της σύμφυτης του δικαιοδοσίας, διάταγμα για περαιτέρω αποκάλυψη, ενώ οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των πραγματικοτήτων της σύγχρονης δικαστικής διαδικασίας ("... ... the Rules requiring disclosure of documents must be interpreted in the light of the realities of current litigation practice"). Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co. 1
(1884)Cab & El 215 αναφέρθηκε ότι η υποχρέωση αποκάλυψης δεν αφορά μόνο έγγραφα τα οποία έρχονται στην κατοχή του διαδίκου μετά την αρχική αποκάλυψη αλλά εκτείνεται και σε έγγραφα τα οποία είτε από λάθος είτε από αβλεψία, ενώ βρίσκονταν στην κατοχή του διαδίκου δεν αποκαλύφθηκαν. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Now in my opinion, a party who after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which I think is the proper course or at least by notice and he has no right to keep back all knowledge of the newly discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery. To keep back under such circumstances a document known to be material, would in my opinion, amount to a reprehensible want of frankness ... .... ». Ένας από τους στόχους της Δ.28 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι να αποτρέψει τον αιφνιδιασμό κατά την ακροαματική διαδικασία και να δοθεί η δυνατότητα στην κάθε πλευρά να εκτιμήσει σωστά την δύναμη της υπόθεσης της ενόψει των εγγράφων που αποκαλύπτονται. Η αποκάλυψη προάγει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No.2)
(1997)1 All E.R 614, αναφέρθηκε ότι η χρήση του ενεστώτα και του αόριστου στην πιο πάνω αγγλική δικονομική πρόνοια δεν καλύπτει έγγραφα που δεν υπάρχουν όταν καταρτίζεται ο κατάλογος εγγράφων ή η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, υποδείχθηκε ότι «.... the rule stated in the Supreme Court Practice is not only the practice but the law». Επίσης υποδεικνύεται ότι η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζεται μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Touchstone Development Ltd, ανωτέρω, η ακροαματική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη και όταν επιχειρήθηκε να κατατεθούν έγγραφα ως τεκμήρια ο συνήγορος της άλλης πλευράς έφερε ένσταση καθότι επρόκειτο για έγγραφα που δεν είχαν αποκαλυφθεί με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Το διάταγμα για αποκάλυψη δεν αναφερόταν σε υποχρέωση αποκάλυψης μελλοντικών εγγράφων. Τα έγγραφα (φωτογραφίες) που επιθυμούσαν να καταθέσουν δημιουργήθηκαν μετά την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης και κρίθηκε ότι υπήρχε βάσιμη δικαιολογία για την παράλειψη των εναγόντων να τα αποκαλύψουν ενωρίτερα. Έτσι το Δικαστήριο αφού έκρινε ότι δεν θα επηρεαζόταν δυσμενώς η άλλη πλευρά, επέτρεψε την κατάθεση των φωτογραφιών υπό τον όρο ότι οι ενάγοντες θα καταχωρούσαν σχετική συμπληρωματικη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εντός δυο ημερών σύμφωνα με τη Δ.28 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Μετά το αρχικό διάταγμα του Δικαστηρίου για αποκάλυψη, η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζει και εκτείνεται σε έγγραφα που αποκτούνται ή δημιουργούνται στην πορεία της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Όπως δε υποδεικνύεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley η μορφή που θα πάρει η όποια περαιτέρω αποκάλυψη δηλαδή κατά πόσο θα είναι με επίσημο κατάλογο ή απλά με επιστολή είναι αδιάφορη. Η ουσία της υποχρέωσης είναι ότι δεν πρέπει να αποσιωπάται ή αποκρύπτεται η ύπαρξη εγγράφων σχετικών με την επίδικη διαφορά είτε ο διάδικος σκοπεύει να τα παρουσιάσει στη δίκη είτε όχι. Όπως διαφαίνεται και από την υπόθεση Mitchell, ανωτέρω, υφίσταται συνεχής υποχρέωση αποκάλυψης ακόμη και μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης η οποία μπορεί να γίνει είτε με συμπληρωματική δήλωση είτε με σχετική ειδοποίηση. Στην περίπτωση που διάδικος διατάχθηκε να αποκαλύψει έγγραφα και παραλείψει να το πράξει και όταν επιχειρήσει να τα παρουσιάσει ως μαρτυρία δεν θα του επιτραπεί να τα παρουσιάσει εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε βάσιμη δικαιολογία για την παράληψη του αυτή και μπορεί να επιτρέψει όπως τέτοιο έγγραφο τεθεί ως μαρτυρία με τέτοιους όρους που θα κρίνει αρμόζοντες. (βλ. Δ.28 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Όπως έχει αναφερθεί στην υπ. Τυλληρή v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 2271: "Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει . . . στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη". Η αποκάλυψη εγγράφων δυνατόν να είναι είτε γενική βάσει της Δ.28 θ.1 που αντιστοιχεί με την αγγλική διάταξη 0.31 r.12, είτε ειδική βάσει της Δ.28 θ.11 που αντιστοιχεί με την 0.31 r. 19A
(3). Είναι γεγονός πως από τα σχόλια στις 0.31 r.12 και 0.31 r.19A
(3)στο Annual Practice 1958 προκύπτει πως υπάρχει όντως τέτοια εξουσία του δικαστηρίου τόσο εν σχέσει με γενική, όσο και ειδική αποκάλυψη που έχει προηγηθεί. Όπως αναφέρεται στη σελ. 716: "Where the affidavit is insufficient in form a further affidavit will be ordered". Αυτό προκύπτει και από αναφορά στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, reissue, Τόμος 37, § 555. Πλην όμως υπάρχουν προϋποθέσεις όπως συνάγεται από το πιο κάτω απόσπασμα στη σελ. 713 του Annual Practice: "Upon Application for Further Affidavit. - (see r. 19A, under which a further affidavit can be ordered as to particular documents.) The Court is not restricted to requiring from a party one affidavit of documents only: it may require another at any time if it is not unreasonable Το suppose . . . ., from certain sources . . . . or there is a reasonable probability or presumption or ground for suspicion derived from such sources that he has other relevant documents in his possession . . . . if, for example, he has excluded documents under a misconception of the case". Συνεπώς θα πρέπει είτε να μην είναι παράλογο να υποτεθεί με βάση τις συγκεκριμένες πηγές (certain sources), είτε να υπάρχει εύλογη πιθανότητα ή τεκμήριο ή υπόβαθρο για υποψία προερχόμενη από τις εν λόγω πηγές ότι υπάρχουν και άλλα σχετικά έγγραφα στην κατοχή κάποιου. Εάν δεν καταδειχθεί με αυτό τον τρόπο ότι η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης είναι ανεπαρκής δεν διατάσσεται Περαιτέρω ένορκη Δήλωση απκάλυψης (Further Affidavit). Ως πηγές εννοούνται η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, τα τυχόν προσκομισθέντα έγγραφα και τα δικόγραφα. Στο Annual Practice, σελ. 725 αναφέρεται επίσης πως μια εκ πρώτης όψεως περίπτωση σχετικότητας και κατοχής των εγγράφων είναι αρκετή για να επιτραπεί το διάταγμα ("A prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order"). Στην ίδια περικοπή και ειδικά εν σχέσει με την 0.31 r.12 (Δ.28 θ.2) αναφέρεται ότι: "A further affidavit may be ordered under r.12, supra, on an application without an affidavit in support, but under r.12 only when the Court is clearly satisfied from particular sources that the assertions in the affidavit of documents are untrue or cannot be accepted." Το Δικαστήριο στη βάση της Δ.28 θ.11 έχει τη δυνατότητα να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων υπό το φως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 713, 714 και 716). Το Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή προτού προβεί σε διαταγή για περαιτέρω αποκάλυψη εξετάζει κατά πόσο η αποκάλυψη εξυπηρετεί τους σκοπούς δίκαιης δίκης ή απλά αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. H Δ.28 θ.11, υπήρξε αντικείμενο εξέτασης, μεταξύ άλλων θεμάτων, στην υπόθεση Τ.Β.F (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)ΑΑΔ 153 όπου στις σελίδες 158 και 159 αναφέρθηκαν τα εξής: «O δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28 θ.11. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ.11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ.11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση. Η Δ.28 θ.11 ταυτίζεται με την αγγλική Δ.19 Α
(3). Από τα παρακάτω αποσπάσματα της απόφασης του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions
(1928)W.N. 218, διαφαίνεται ο σκοπός της διάταξης και παράλληλα η κοινή αντιμετώπιση: ´´The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient.´´ ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... .... In his Lordship´s opinion, upon a application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party´s affidavit of documents``. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ Το Δικαστήριο, έχοντας κατά νου το μαρτυρικό υπόβαθρο που έχει τεθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα, το περιεχόμενο του φακέλλου της παρούσας διαδικασίας και του ιστορικού που έχει προηγηθεί μέχρι σήμερα αλλά και τις πιο πάνω νομοθετικές και νομολογιακές επιταγές όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικώς πιο πάνω και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι το αίτημα των αιτητών θα πρέπει να τύχει έγκρισης για τους πιο κάτω λόγους: Τα επιζητούμενα προς αποκάλυψη έγγραφα, ήρθαν στην κατοχή των αιτητών μετά την αποκάλυψη εγγράφων που έχει προηγηθεί και που έγινε στις 6/12/2012, όπου ο λόγος αυτός με βάση την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία, είναι καλός λόγος. Αποτελεί επίσης καλό λόγο με βάση την πιο πάνω νομολογία η αβλεψία, παραδρομή και ο μη σωστος συντονισμός για την μη συμπερίληψη στην αρχική ένορκη δήλωση των επιζητούμενων εγγράφων προς αποκάλυψη. Αποτελεί επίσης βάσιμος λόγος με βάση την πιο πάνω νομολογία, το ότι τα έγγραφα έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Επίσης με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εγγράφων, το Δικαστήριο θα έχει μια πλήρη εικόνα των εγγράφων που θα προσκομιστούν από την εναγόμενη, ζήτημα δηλαδή συμφυές με τον σκοπό της Δ.
- Στον αντίποδα, οι λόγοι ένστασης αναπόφευκτα δεν μπορούν να ευσταθήσουν, όχι μόνο λόγω της ικανοποίησης του Δικαστηρίου στο ότι οι λόγοι που τέθηκαν προς υποστήριξη της αίτησης βρίσκουν έρεισμα στην πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία, αλλά και επειδή οι λόγοι ένστασης αφορούν ουσιαστικά την ουσία της υπόθεσης, αλλά και από την άλλη προβάλλουν την αντιφατική θέση ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν έχουν καμία σχέση με την υπόθεση και τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής. Η θέση του ενάγοντα ότι με την επιζητούμενη αποκάλυψη εγγράφων επιζητείται η στήριξη της υπεράσπισης και να βλάψει την υπόθεση του ενάγοντα, αποτελούν βάσιμους λόγους με βάση την πιο πάνω νομολογία για να εγκριθεί σχετικό αίτημα. Το κατά πόσο με την επιζητούμενη αποκάλυψη εγγράφων οι εναγόμενοι αποσκοπούν στην δημιουργία μαρτυρίας, αυτή η θέση δεν ευσταθεί διότι δεν είναι αυτή η φύση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για αποκάλυψη εγγράφων, αλλά και κυρίως αυτά τα θέματα θα εξεταστούν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που θα τεθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι με την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος δεν θα προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης η οποία είναι ορισμένη στις 28/2/
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση κρίνεται ως νόμω και ουσία βάσιμη, η ένσταση ως νόμω και ουσία αβάσιμη και εκδίδεται Διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο η εναγόμενη να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων μέχρι τις 23/12/2013 των πιο κάτω εγγράφων: πιστοποιητικό ασφάλισης του ενάγοντα με την εναγόμενη με αρ. ασφαλιστηρίου 110500857311 με επισυνημμένους όρους ασφαλιστηρίου συμπληρωματική αναφορά της έκθεσης ζημιών του οχήματος με αρ. εγγραφής KQZ 450 από την εταιρεία CHR. SOFRONIOU CAR CRASH SURVEY SERVICES AYTOMOBILE ASESSOR - EXPERT & INVESTIGATOR ημερομηνίας 20/1/2013 έντυπο απαιτήσεως του ενάγοντα με αρ. ΜΡ20125104 ημερομηνίας 28/2/2012 πίνακας του συμβολαίου με αρ. 110500857311 του ενάγοντα πρόταση για ασφάλιση του οχήματος με αρ. KQZ 450 του ενάγοντα από την εναγόμενη ημερομηνίας 10/7/
- Τα έξοδα της αίτησης θα είναι έξοδα στην πορεία της υπόθεσης. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο