← Κύπρος

Fortune Properties Investments Limited ν. Αυγούλλας Ιουλίου Στυλιανού ή Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1151/08, 6/12/2013

Fortune Properties Investments Limited ν. Αυγούλλας Ιουλίου Στυλιανού ή Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1151/08, 6/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1151/08 Μεταξύ: Fortune Properties Investments Limited Ενάγουσας και

  1. Αυγούλλας Ιουλίου Στυλιανού ή Χαραλάμπους
  2. Γιωργούλλας Ιουλίου Στυλιανού ή Γεωργίου Πέτρου
  3. Μυροφόρας Ιουλίου Στυλιανού ή Χερουβείμ
  4. Ανδρέα Μιλτιάδους Εναγομένων --------------------------- 6.12.13 Για Ενάγοντες: κ. Αγ. Γεωργιάδης (κα Μ. Πατσαλίδου ν΄ ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενους: κ. Επ. Κορακίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Tεμάχιο γης στην τοποθεσία Αγ. Αβατζερός του χωριού Κονιά, Επαρχίας Πάφου, υπ' αρ. εγγραφής 6044, Φύλλο/Σχέδιο LI/5, ημερομηνίας 16.6.00 αποτέλεσε τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων που τους οδήγησε στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με την επιστολή του ημερ. 30.8.90 πληροφόρησε τους Ενάγοντες ότι αποφάσισε να προβεί σε εγγραφή μέρους του τεμαχίου τους με αρ. 5, και αρ. εγγραφής 4361, ήτοι έκτασης ενός εκταρίου, οκτώ δεκαρίων και 69 τ.μ. στο όνομα της Μαρίας Σωτήρη Χ"Αντώνη, μητέρας των Εναγομένων. Με την Αίτηση/Έφεση Αρ. 32/90 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, οι Ενάγοντες προσέβαλαν την εν λόγω απόφαση του Διευθυντή και το Δικαστήριο στις 30.8.90 απέρριψε την Αίτηση/΄Εφεση, κατόπιν ακρόασης. Οι Ενάγοντες ζήτησαν παράταση χρόνου για να εφεσιβάλουν την πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου στο Ανώτατο Δικαστήριο και τους δόθηκε παράταση 60 ημερών από τις 10.9.
  5. Η έφεση καταχωρήθηκε τελικά στις 21.10.99, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε στον τότε δικηγόρο της Μαρίας Χ"Αντώνη που είναι ο Εναγόμενος 4 στην παρούσα υπόθεση. Με την επιστολή του ημερομηνίας 22.10.99 ο Εναγόμενος 4 ζήτησε από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου την εγγραφή της πιο πάνω έκτασης επ' ονόματι της πελάτιδος του, όπως και έγινε. Η Χ"Αντώνη στη συνέχεια το μεταβίβασε επ' ονόματι των παιδιών της - Εναγόμενων 1-
  6. Στις 19.2.03 εκδόθηκε η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία παραμερίστηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι Ενάγοντες καταλογίζουν στους Εναγόμενους ότι οι ενέργειες τους που οδήγησαν στην επ' ονόματι της Χ"Αντώνη εγγραφή του επίδικου ακινήτου, έγιναν δόλια και/ή κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή συνωμοσίας και/ή λάθους και/ή αμέλειας, οι λεπτομέρειες των οποίων καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης. Επιπρόσθετα και/ή διαζευτικά καταλογίζουν ευθύνη στους Εναγόμενους για παράνομη επέμβαση υποστηρίζοντας ότι δημιουργήθηκε καθεστώς επιτρόπου και δικαιούχου μεταξύ των διαδίκων και ότι υπέστησαν ζημιά την οποία απαιτούν διαζευκτικά μαζί με δήλωση ότι η αρχική μεταβίβαση επ' ονόματι της Μαρίας Χ"Αντώνη και η μετέπειτα μεταβίβαση επ' ονόματι των Εναγομένων είναι άκυρες, και με διάταγμα για επανεγγραφή της πιο πάνω έκτασης επ' ονόματι τους. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους αρνούνται όλα όσα τους καταλογίζουν οι Ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι το τεμάχιο που αφορά ο Τίτλος των Εναγόντων 4361 προέκυψε από διαχωρισμό του τεμαχίου αρ. 5 περί το 1898, και απλά το Κτηματολόγιο κατόπιν εκσυγχρονισμού του αντικατέστησε τον Τίτλο τους με άλλον που φέρει αρ.
  7. Ακολούθως το τεμάχιο τους μεταβιβάστηκε από τους Ενάγοντες στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου. Το υπόλοιπο μέρος του τεμαχίου αρ. 5 ενεγράφη επ' ονόματι της Μαρίας Χ"Αντώνη κατόπιν αίτησης με αρ. Α334/88 και επιτόπιας εξέτασης από μέρους του Κτηματολογίου, η οποία το μεταβίβασε περαιτέρω στα παιδιά της. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφαση του στην έφεση, δεν ακύρωσε την επ' ονόματι της Μαρίας Χ"Aντώνη εγγραφή του επίδικου τεμαχίου, αλλά την ειδοποίηση του Κτηματολογίου προς τους Ενάγοντες ότι θα προέβαινε στην εγγραφή του επίδικου τεμαχίου επ' ονόματι της Χ"Αντώνη, εκτός αν λάμβαναν δικαστικά μέτρα εντός 30 ημερών. Προς υποστήριξη της υπόθεσης των Εναγόντων έδωσαν μαρτυρία η Δέσπω Αζίνα (Μ.Ε.1), ο Χρίστος Γεωργιάδης (Μ.Ε.2), ο Στέφανος Φιντικλής (Μ.Ε.3) , η Ανδρούλλα Ζαμπυρίνη (Μ.Ε.4) και ο Χαρίλαος Μαρδάς (Μ.Ε.5). Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσαν η Εναγόμενη 1 (Μ.Υ.1) , ο Γιώργος Σιακίδης (Μ.Υ.2) , η Πόπη Πέτρου (Μ.Υ.3) και η Ευγενία Λάμπρου (Μ.Υ.4). Ως προς το ιστορικό του επίδικου τεμαχίου κλήθηκαν και από τις δύο πλευρές λειτουργοί του Κτηματολογίου Πάφου οι οποίοι κατέθεσαν ως τεκμήρια αριθμό εγγράφων από τους φακέλους και τα βιβλία του Κτηματολογίου που είχαν στην κατοχή τους και αφορούσαν στην επίδικη διαφορά. Εγκρίθηκε επίσης ένας μεγάλος αριθμός παραδεκτών γεγονότων που είναι τα εξής: «Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές. Η επωνυμία τους άλλαξε στις 7.10.98 από «Konia Tourism Development Ltd» σε «Fortune Propery Investments Ltd» και στις 19.10.01 σε «Fortune Properties and Investments Ltd». Οι Ενάγοντες ήσαν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του κτήματος Αρ. Εγγραφής 4361: Αρ. τεμαχίου: 5, Φ./Σχέδιο: L1/5, Koνιά, Πάφος («το Κτήμα»). Οι Εναγόμενες αρ. 1, 2 και 3 είναι θυγατέρες της Μαρίας Σωτήρη Χ"Αντώνη, αποβιώσασας. Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας («ο Διευθυντής») με επιστολή ημερ. 30.8.90, πληροφόρησε τους Ενάγοντες ότι αποφάσισε να εγγράψει στο όνομα της Χ"Αντώνη μέρος του Τεμ. 5, Φ/Σχ. L1/5, Κονιά, έκτασης ενός εκταρίου, οκτώ δεκαρίων και 69 τ.μ. («το Επίδικο Μέρος»). Οι Ενάγοντες, με την Αίτηση-Έφεση Ε. Δ. Πάφου Αρ. 32/90 πρόσβαλαν την παραπάνω απόφαση του Διευθυντή. Με την αίτηση ημερ. 12.8.99, που επιδόθηκε στους δικηγόρους της Χ"Αντώνη, οι Ενάγοντες ζήτησαν παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης ενάντια στην Πρωτόδικη απόφαση. Στις 10.9.99 με τη συγκατάθεση του εκ των δικηγόρων της Χ"Aντώνη, κ. Ανδρέα Ονουφρίου, και της δικηγόρου του Διευθυντή, κας Αστέρως Κυριακού, το Ε. Δ. Πάφου έκδωσε το Διάταγμα με το οποίο παρέτεινε τον χρόνο καταχώρισης έφεσης για 60 ημέρες από 10.9.
  8. Οι Ενάγοντες στις 21.10.99 καταχώρισαν έφεση εναντίον της Πρωτόδικης Απόφασης. Η Χ"Αντώνη με δωρεά μεταβίβασε το επίδικο μέρος στις Εναγόμενες αρ. 1, 2 και 3 και παραμένει εγγεγραμμένο στο όνομα τους μέχρι σήμερα. Το αποτέλεσμα της έφεσης ήταν, με την Απόφαση Εφετείου ημερ. 19.2.03 (

(2003)1 Α.Α.Δ. 173), να παραμεριστεί η Πρωτόδικη Απόφαση.» Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου τα εξής έγγραφα: η Αίτηση/Έφεση αρ. 32/90 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (Τεκμήριο 2), η απόφαση της Δικαστού κας Μιχαηλίδου ημερ. 10.8.99 στην πιο πάνω Αίτηση/Έφεση (Τεκμήριο 3), αίτηση στην΄Εφεση αρ 32/90 για παράταση χρόνου καταχώρισης έφεσης (Τεκμήριο 4), Διάταγμα του Δικαστηρίου στην αίτηση ημερ. 10.9.99 (Τεκμήριο 5), Ειδοποίηση Έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο (Τεκμήριο 6) εναντίον της απόφασης της κας Μιχαηλίδου, , απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 10658, ημερ. 19.2.03 (Τεκμήριο 7) με την οποία ακυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου προς τους Ενάγοντες, ημερ. 30.8.90 (Τεκμήριο 8), επιστολή του Εναγόμενου 4 προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου ημερ. 22.10.99 (Τεκμήριο 9), ο Τίτλος Εγγραφής 4361 (Τεκμήριο 10), επιστολή του Χρίστου Γεωργιάδη στο Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Τεκμήριο 11), επιστολή του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας προς τον Χρήστο Γεωργιάδη ημερ. 11.3.03 (Τεκμήριο 12), επιστολή του Χρίστου Γεωργιάδη προς το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 20.5.03 (Τεκμήριο 13), επιστολή του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας προς Χρίστο Γεωργιάδη ημερ. 16.5.13 (Τεκμήριο 14), συστημένη επιστολή του Χρήστου Γεωργιάδη προς Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερ. 8.6.05 (Τεκμήριο 15), συστημένη επιστολή του Χρήστου Γεωργιάδη προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερ. 8.6.05 (Τεκμήριο 16), επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα προς τον Χρήστο Γεωργιάδη ημερ. 9.9.05 (Τεκμήριο 17), συστημένη επιστολή του Χρήστου Γεωργιάδη προς τον Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερ. 22.9.05 (Τεκμήριο 18), συστημένες επιστολές του Χρήστου Γεωργιάδη προς τον Γενικό Εισαγγελέα ημερ. 22.9.05 και 20.6.06 (Τεκμήρια 19 και 20 αντίστοιχα), συστημένη επιστολή του Χρήστου Γεωργιάδη προς τον Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 21), επιστολές του Χρήστου Γεωργιάδη προς τον Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου ημερ. 28.7.06, 26.3.07 και 13.12.07 (Τεκμήρια 22, 25 και 27 αντίστοιχα), επιστολές του Χρήστου Γεωργιάδη προς τον Γενικό Εισαγγελέα ημερ. 28.7.06, 28.8.06 και 28.3.07 (Τεκμήρια 23, 24 και 26 αντίστοιχα), επιστολή του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας προς τον Χρήστο Γεωργιάδη ημερ. 4.1.08 (Τεκμήριο 28) και τέλος επιστολές του Χρήστου Γεωργιάδη προς Γενικό Εισαγγελέα ημερ. 13.2.08, 18.3.08 και 16.5.08 (Τεκμήρια 29, 20 και 21 αντίστοιχα). Oι δικηγόροι των διαδίκων στις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας σε νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στα κατάλληλα σημεία. Πρωταρχικής σημασίας ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί προτού το Δικαστήριο προχωρήσει με την εξέταση της ουσίας της διαφοράς στη βάση των δικογράφων, είναι κατά πόσο το μέρος του τεμαχίου 5 που ενεγράφη επ' ονόματι της Μαρίας Χ"Αντώνη δυνάμει Πιστοποιητικού Εγγραφής 6044 καλύπτετο από τον Τίτλο εγγραφής 4361, όπως διατείνονται οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους. Στην περίπτωση που η απάντηση στο ερώτημα είναι θετική τότε θα αποφασιστεί κατά πόσο δόλια και/ή κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή συνομωσίας και/ή παράνομης επέμβασης και/ή λάθους και/ή κατά παράβαση καταπιστεύματος αυτό μετεβιβάσθη επ' ονόματι της Χ"Αντώνη. Συνιστά παραδεκτό γεγονός η έκδοση του Πιστοποιητικού Εγγραφής με αρ. 4361 επ΄ ονόματι των Εναγόντων. Έντονη αμφισβήτηση υπήρξε από πλευράς Εναγομένων κατά την ακρόαση σ' όσον αφορά τη θέση των Εναγόντων ότι το κτήμα που αφορά η εγγραφή 6044 επ' ονόματι της Χ"Αντώνη, συνιστούσε μέρος του κτήματος που κάλυπτε η εγγραφή τους και παράνομα αφαιρέθηκε για να μεταβιβαστεί επ' ονόματι της Χ"Aντώνη. Πολύ διαφωτιστική για το θέμα ήταν η μαρτυρία των δύο Κτηματολογικών Λειτουργών, δηλαδή της Δέσπως Αζίνα (Μ.Ε.1) που κλήθηκε από μέρους των Εναγόντων και του Γιώργου Σιακίδη (Μ.Υ.2) από μέρους των Εναγομένων. Η Δέσπω Αζίνα (Μ.Ε.1), υπάλληλος του Κτηματολογίου Πάφου κατέθεσε πρώτη για την υπόθεση των Εναγόντων. Η Αζίνα κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 32 πιστοποιητικό έρευνας ημερ. 31.7.08 σε σχέση με τα τεμάχια αρ. 23 και 24 που καλύπτονται από τους Τίτλους Εγγραφής 6044 και 6045 αντίστοιχα. Όπως εξήγησε, το Κτηματολόγιο Πάφου στις 16.6.00 προχώρησε στην έκδοση δύο εγγραφών σε σχέση με το τεμάχιο αρ. 5 του Φύλλου/Σχεδίου L1/5 στα Κονιά της Επαρχίας Πάφου, δηλαδή την εγγραφή αρ. 6044 επ' ονόματι της Χ"Αντώνη που είναι η επίδικη και εκείνη με αρ. 6045 επ' ονόματι των Εναγόντων. Διευκρίνισε ότι αρχικά το κτήμα που καλύπτει ο Τίτλος εγγραφής 4361, επί του οποίου στηρίζεται ουσιαστικά η αξίωση των Εναγόντων, αγοράστηκε από τον Ανδρέα Καϊσή στις 21.9.71 για £60.- με την Πώληση 2409/71 και πωλητής ήταν η Μαρία Χ"Αντώνη. Η πρώτη εγγραφή σ' όσον αφορά το τεμάχιο που καλύπτει ο Τίτλος 4361 ήταν εκείνη με αρ. 922 στο όνομα του Θεμιστοκλή Χ"Γιωρκή το 1898 και ήταν έκτασης δύο σκαλών. Σ' αυτή την εγγραφή δεν υπήρχε αριθμός τεμαχίου και ούτε χωρομετρικό σχέδιο. Σε μεταγενέστερο στάδιο αντικρίστηκε στο γραφείο, χωρίς να γίνει επιτόπια έρευνα, με το τεμάχιο αρ.
  1. Το συγκεκριμένο κτήμα που αφορά ο τίτλος των Εναγόντων, πωλήθηκε το 1914 στον Σωτήρη Χ"Aντώνη και μεταφέρθηκε στην Εγγραφή
  2. Στη συνέχεια ο Χ"Aντώνης το δώρισε στη θυγατέρα του Μαρία στις 19.12.50 και η εγγραφή μεταφέρθηκε σε εκείνη με αρ.
  3. Aκολούθησε η πώληση και μεταβίβαση του επ' ονόματι του Καϊσή το
  4. Κατά την τελευταία εγγραφή πληρώθηκαν δικαιώματα μεταβίβασης σύμφωνα με το τίμημα πώλησης, δηλαδή των £60.-. Κατά τη μεταφορά αυτή αναγράφηκε στον σχετικό Τίτλο τεμάχιο 5, εμβαδόν 2 στρεμμάτων, ενώ υπάρχει σημείωση στα Μητρώα Εγγραφής ότι η εγγραφή δεν βασίστηκε στα εν χρήσει σχέδια. Αυτό σημαίνει ότι η εγγραφή του ακινήτου μπορεί να αντιπροσωπεύει μέρος του τεμαχίου ή και ολόκληρο. Αυτό συνέβαινε στις περιπτώσεις που ο τίτλος είχεν εκδοθεί χωρίς να προηγηθεί επιτόπια έρευνα. Στη συνέχεια ο Καϊσής το δώρισε στην εταιρεία Konia Tourist Development Co Ltd στις 27.11.
  5. Με την αίτηση της Αρ. Φακέλου Α334/88, η Μαρία X"Aντώνη ζήτησε από το Κτηματολόγιο την επ' ονόματι της εγγραφή του δυτικού μέρους του τεμαχίου αρ. 5, δηλαδή εκείνου που δεν είχε Τίτλο. Κατόπιν επιτόπιας έρευνας του Κτηματολογίου αποφασίστηκε ότι η εγγραφή 4361 κάλυπτε μέρος μόνο του τεμαχίου αρ. 5, δηλαδή το κτήμα 5Β στη βάση του σχεδιαγράμματος που ετοίμασε ο αρμόδιος κτηματολογικός λειτουργός, που επιλήφθηκε της επιτόπιας εξέτασης, ενώ το δυτικό μέρος που είναι το 5Α ανήκει στη Μαρία Χ"Αντώνη. Ουσιαστικά ήταν και η μοναδική μαρτυρία που προσέφεραν οι Ενάγοντες σ' όσον αφορά την εγγραφή με αρ. 4361 και σ' ότι αυτή καλύπτει εφόσον ο Χρήστος Γεωργιάδης (Μ.Ε.2) ήταν απλά ο δικηγόρος τους στις δικαστικές διαδικασίες που ακολούθησαν της επιστολής του Διευθυντή του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 8), που στόχο είχαν την προσβολή της απόφασης του Διευθυντή που εμπεριέχετο στο εν λόγω τεκμήριο. Σ' όσον αφορά τα γεγονότα στα οποία έκανε αναφορά ο Γεωργιάδης τα πλείστα εξ αυτών εγκρίθηκαν ως παραδεκτά. Σε σχέση δε με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, διατυπώνει τις απόψεις των πελατών του και τη νομική άποψη του ιδίου αναφορικά με τις ενέργειες των διαφόρων εμπλεκομένων για να καταλήξει στο ότι ο διαχωρισμός του τεμαχίου με αρ. 5 και η απόσπαση ουσιαστικά της επίδικης έκτασης που καλύπτεται σήμερα από την εγγραφή 6044 από την υπόλοιπη που καλύπτετο από την εγγραφή 4361 και οι μεταβιβάσεις και οι εγγραφές που ακολούθησαν έγιναν δόλια, κατόπιν ψευδών παραστάσεων ή και συνομωσίας από πλευράς των Εναγομένων. Σημειώνεται ότι από τη μαρτυρία του, εφόσον ούτε ο Καϊσής αλλ' ούτε και κάποιος από τους πελάτες του έδωσαν μαρτυρία, διαφαίνεται ότι η επιστολή του Διευθυντή (Τεκμήριο 8) ήταν η αφετηρία για τη λήψη των δικαστικών και άλλων διαβημάτων που ακολούθησαν προς το σκοπό διεκδίκησης του επίδικου ακινήτου από μέρους των Εναγόντων. Σ' όσον αφορά την Ανδρούλα Ζαμπυρίνη (Μ.Ε.4) υπάλληλο των δικηγόρων των Εναγόντων, το περισσότερο μέρος της μαρτυρίας της αναλώθηκε στα διαδικαστικά θέματα που αφορούσαν στην Αίτηση/Έφεση 32/90 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και Ειδοποίηση Έφεσης (Τεκμήριο 6), όπως ημερομηνίες επίδοσης δικογράφων και άλλων σχετικών εγγράφων, παραλαβής της συνταγμένης απόφασης κ.λ.π. Καταλήγει στο ότι σύμφωνα με την Έκθεση του Χαρίλαου Μαρδά (Μ.Ε.5) την οποία δεν προτίθετο να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, ο τίτλος εγγραφής των Εναγόντων δηλαδή ο 4361 κάλυπτε ολόκληρο το τεμάχιο
  6. Όπως διευκρίνισε, η ίδια δεν μελέτησε καν το Φάκελο του Κτηματολογίου και ό,τι γνωρίζει για τον τίτλο των Εναγόντων είναι από το Φάκελο του γραφείου των δικηγόρων τους. Oύτε και ο Χαρίλαος Μαρδάς (Μ.Ε.5) Ανώτερος Κτηματολογικός Λειτουργός μέχρι το 2009, που έχει ήδη αφυπηρετήσει, υπήρξε διαφωτιστικός για το υπό εξέταση θέμα. Αν και προέβη σε έρευνα στους Φακέλους του Κτηματολογίου και ετοίμασε μια Έκθεση, προτίμησε να μην την καταθέσει στο Δικαστήριο λόγω της νομικής συμβουλής των δικηγόρων των Εναγόντων. Προσπάθειες από πλευράς των δικηγόρων των Εναγόντων σε κατοπινό στάδιο επανάκλησης του Μαρδά, αλλά και της Ζαμπυρίνη για σκοπούς παρουσίασης και υποστήριξης της Έκθεσης του Μαρδά ή υπό τύπο αντικρουστικής μαρτυρίας δεν είχαν επιτυχή κατάληξη κατόπιν απορριπτικών αποφάσεων του Δικαστηρίου επί των σχετικών αιτήσεων των Εναγόντων, για τους λόγους που εμφαίνονται στις αποφάσεις. Οι Εναγόμενοι, σ' όσον αφορά τα διάφορα διαβήματα του Κτηματολογίου που κατέληξαν στην επ' ονόματι της Χ"Αντώνη εγγραφή του επίδικου ακινήτου, δεν παρέμειναν μόνο στη μαρτυρία της Αζίνα, μάρτυρα των Εναγόντων, αλλά κάλεσαν και οι ίδιοι ως μάρτυρα τον Γιώργο Σιακίδη (Μ.Υ.2) αφυπηρετήσαντα Λειτουργό του Κτηματολογίου. Ο μάρτυρας αυτός επιβεβαίωσε το ιστορικό της εγγραφής 4361, όπως το μαρτύρησε η Αζίνα, αλλά έδωσε και πολλές άλλες πληροφορίες και στοιχεία κυρίως σ' όσον αφορά την έκδοση του τίτλου Αρ. 6044 επ' ονόματι της Χ"Αντώνη, εφόσον ο ίδιος ήταν ο Κτηματολογικός Λειτουργός που χειρίστηκε το θέμα και ανέλαβε τη διαδικασία έκδοσης του. Πρόσθεσε ότι η εγγραφή Αρ. 4361, επί της οποίας εδράζουν οι Ενάγοντες τις αξιώσεις τους, προέρχεται από την αρχική εγγραφή 922 του 1898 επ' ονόματι του Θεμιστοκλή Χ"Γιωρκή και το κτήμα που αφορούσε η εγγραφή ήταν χωράφι εμβαδού δύο στρεμμάτων και σύνορα του «Δρόμος, Χαράλαμπος Χ"Aβραάμ και 2 πλευρές Καφκάλλα». Τα ίδια ακριβώς σύνορα αναγράφονται τόσο στον τίτλο Αρ. 1741 στον οποίο μεταφέρθηκε η εγγραφή 922 λόγω πώλησης του κτήματος στον Σωτήρη Χ"Αντώνη, όσο και στον 4361 στον οποίο μεταφέρθηκε η εγγραφή 1741 λόγω δωρεάς του κτήματος από τον Σωτήρη Χ"Αντώνη στη Μαρία Χ"Αντώνη και στη συνέχεια από τη Μαρία στον Ανδρέα Καϊσή. Ο Σιακίδης τόνισε ότι η εγγραφή 4361 δεν μπορούσε να καλύπτει οτιδήποτε πέραν της αρχικής εγγραφής 922 που προηγήθηκε της δημιουργίας χωρομετρικών σχεδίων. Από το Βιβλίο του Κτηματολογίου «Φόρμα 115» που ετοιμάστηκε την περίοδο 1923-25 για σκοπούς αρχείου και επιβολής φορολογίας διαφαίνεται στη σχετική σελίδα (Τεκμήριο 49) ότι το τεμάχιο αρ. 5 ανήκε στην Ελένη Θεμιστοκλή και ότι ήταν έκτασης 16 σκαλών και αξίας 30 γρόσια τη σκάλα και ότι ήταν συνολικής αξίας 480 γρόσια. Στη σελίδα 167 του ιδίου βιβλίου (Τεκμήριο 50) καταδεικνύεται ότι από τη σελίδα που αφορούσε την Ελένη Θεμιστοκλή αφαιρέθηκε αξία 60 γρόσια από το τεμάχιο 5, δηλαδή η αξία των δύο σκαλών και γινόταν παραπομπή στη σελίδα 707 (Τεκμήριο 51) που αφορούσε τη Μαρία Χ"Αντώνη όπου αναγραφόταν ότι της ανήκε μέρος του τεμαχίου 5, έκτασης 2 σκαλών αξίας 60 γρόσια για το οποίο φορολογείτο. Χαρακτηρίστηκε, δηλαδή, η εγγραφή 4361 που καταχωρήθηκε το 1950, ως μέρος του τεμαχίου 5, έκτασης 2 σκαλών αξίας 60 γρόσια. Σημειώνεται ότι από ενδελεχή μελέτη του Δικαστηρίου των τεκμηρίων στα οποία έκαμε αναφορά ο Σιακίδης, καταδεικνύεται η ταύτιση των λεχθέντων του με τα στοιχεία των τεκμηρίων. Από την έρευνα του ο Σιακίδης διαπίστωσε ότι από το 1985 είχεν ανοιχθεί φάκελος στο Κτηματολόγιο, όταν διαπιστώθηκε ότι το τεμάχιο 5 αφορούσε σε δύο κτήματα, δηλαδή ένα με εγγραφή και ήταν εκείνο που προέκυψε από την εγγραφή 922 του 1898 έκτασης 2 σκαλών και το άλλο χωρίς εγγραφή που είναι το επίδικο που διεκδικούν οι Ενάγοντες. Και τα δύο κτήματα πρέπει να ανήκαν αρχικά στο ίδιο πρόσωπο, δηλαδή στον Θεμιστοκλή Χ"Γιωρκή και το 1898 καταχωρήθηκε επ' ονόματι του η εγγραφή 922 για τις δύο σκάλες, προφανώς γιατί προτίθετο να τις πωλούσε. Ολόκληρη η έκταση των 16 σκαλών κατεχωρήθη επ' ονόματι της θυγατέρας του Ελένης κατά το 1923-25 για σκοπούς φορολογίας, εφόσον οι δύο σκάλες ανήκαν πλέον στον σύζυγο της Σωτήρη Χ"Αντώνη, στον οποίον είχε μεταβιβαστεί η εγγραφή 922 το 1914, ενώ το υπόλοιπο πήρε από τον πατέρα της. Με την ετοιμασία των σχεδίων τόσο η έκταση που κάλυπτε ο Τίτλος 1741, όσο και η υπόλοιπη που ήταν απλά καταχωρημένη, περιγράφονται ως ένα κτήμα για σκοπούς φορολογίας. Κατά το 1950 η καταχώριση στο Βιβλίο του Κτηματολογίου διορθώθηκε με την απόκτηση Τίτλου για το κτήμα των δύο σκαλών από τη Μαρία Χ"Αντώνη, θυγατέρα της Ελένης. Ο Σιακίδης γνωρίζει το ιστορικό του τεμαχίου όχι μόνο από την έρευνα του στα Βιβλία του Κτηματολογίου αλλά είχεν προβεί και σε επιτόπια εξέταση το 1985 στα πλαίσια του φακέλου 360/
  7. Κατά την επιτόπια εξέταση του προέβη σε επιτόπου διαχωρισμό του τεμαχίου 5 στην παρουσία αντιπροσώπων των μερών, τον οποίον δεν αποδέχθηκε ο Καϊσής. Επίσης κατά την επιτόπια εξέταση του το 1988 ζήτησε και έλαβε τις απόψεις του κοινοτάρχη και άλλων ηλικιωμένων ατόμων του χωριού που του εξήγησαν τις συγγένειες. Επιπλέον είχε προμηθευτεί και το προικοσύμφωνο έγγραφο που αφορούσε τη Μαρία Χ"Αντώνη (Τεκμήριο 52) που είχε την εξής αναφορά σε σχέση με τα αντικείμενα της προικοδότησης από τους γονείς της Σωτήρη Χ"Αντώνη και Ελένη Θεμιστοκλή: «Άλλον χωράφι το οποίον ευρίσκεται στην τοποθεσίαν αγ. Αβατσιερόν όσο εστίν και το δικόν μου και της γυναίκας όλον. Σύνορα μονοπάτιν δίπλα άλλον μονοπάτιν Γιωρκής Παπαονησιφόρου». Ακόμη και η επιτόπου κατάσταση, σύμφωνα με τον Σιακίδη, όπου ένας μικρός παλιός πέτρινος όχθος φτιαγμένος με τα χέρια διαχωρίζει το τεμάχιο 5 και ότι αρκετό μέρος από το κτήμα που διεκδικούσε η Χ"Αντώνη καλλιεργείτο, ενώ εκείνο της εγγραφής 4361 όχι, επιβεβαίωναν τα στοιχεία των βιβλίων του Κτηματολογίου ότι το τεμάχιο 5 είχε μια εγγραφή και μια καταχώριση ξεχωριστά. Τόσο η Αζίνα (Μ.Ε.1) όσο και ο Σιακίδης (Μ.Υ.2) μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Και οι δύο ήταν υπάλληλοι του Κτηματολογίου, διερεύνησαν διάφορες πτυχές της υπόθεσης ως ανεξάρτητοι μάρτυρες, χωρίς κανένα συμφέρον στην υπόθεση και ό,τι έκαμαν ήταν στα πλαίσια των καθηκόντων τους στο Κτηματολόγιο Πάφου. Η μαρτυρία τους στηρίχθηκε κυρίως στα πρακτικά, έγγραφα και βιβλία του Κτηματολογίου, αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Ανέλυσαν με κάθε λεπτομέρεια, ιδιαίτερα ο Σιακίδης, τα διαβήματα που έλαβε το Κτηματολόγιο για να καταλήξει στην εγγραφή 6044, που αφορά στο επίδικο ακίνητο, επ' ονόματι της Χ"Αντώνη. Ο Σιακίδης άντλησε την πληροφόρηση του επιπρόσθετα και από τις επιτόπιες εξετάσεις του στο μέρος στη βάση του Φακέλου 360/85 και της αίτησης 334/88 της Μαρίας Χ"Aντώνη και έρευνα του. Έκθεση της τελευταίας επιτόπιας εξέτασης του (Form N.63) κατατέθηκε ως Τεκμήριο 33 μαζί με το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε και το Πιστοποιητικό της Χωριτικής Αρχής. Σημαντικό είναι το σημείο από τη μαρτυρία του ότι η επιτόπου κατάσταση, όπου δηλαδή το τεμάχιο 5 διαχωρίζει πέτρινος παλιός όχθος και όχι φυσικός τον οποίο χρησιμοποίησε για το διαχωρισμό του τεμαχίου 5 το 1985, συμφωνεί με τα βιβλία και φακέλους του Κτηματολογίου που καταδεικνύουν ότι το τεμάχιο 5 αποτελείτο από δύο κτήματα, ένα με τίτλο και άλλο απλά καταχωρημένο. Αρκετό μέρος μάλιστα του τελευταίου κτήματος καλλιεργείτο. Το ίδιο αποδεικνύει και το προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 52) που αφορά στην προικοδότηση της Μαρίας Χ"Αντώνη, από τους γονείς της Σωτήρη Χ"Αντώνη και Ελένη Θεμιστοκλή όπου γίνεται αναφορά στην προικοδότηση μεταξύ άλλων και χωραφιού το οποίον ευρίσκεται στην τοποθεσία Αγ. Αβατζιερόν μέρος του οποίου ανήκε στο Σωτήρη και το υπόλοιπο στη γυναίκα του Ελένη. Όπως και η φορολόγηση ολόκληρου του τεμαχίου 5 επ' ονόματι της Ελένης Θεμιστοκλή Χ"Γιωρκή η οποία είχε παντρευτεί τον Σωτήρη Χ"Αντώνη και ήταν πλέον αντρόγυνο, ενώ δεν φορολογείτο ο Σωτήρης για το μέρος που κάλυπτε η δική του εγγραφή. Σ΄όσον αφορά τις συγγένειες επιβεβαιώνονται από την Εναγόμενη
  8. Ο τρόπος αυτός φορολόγησης του τεμαχίου 5 κατ' ουδένα λόγο μπορεί να εκληφθεί ότι ακυρώθηκε η εγγραφή 1741 ή ότι αυτή διευρύνθηκε ώστε να περιλαμβάνει επιπρόσθετα των δύο σκαλών που αυτός αφορούσε και άλλες 14 σκάλες. Σημειώνεται ότι εκτός από τη γενική αναφορά του Γεωργιάδη ότι οι πελάτες του πίστευαν ότι αγόρασαν όλο το τεμάχιο 5, χωρίς να έλθουν οι ίδιοι στο Δικαστήριο να υποστηρίξουν τέτοια θέση, δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο που να οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα ότι το κτήμα που αφορούσε η Πώληση 2409/71 στην πραγματικότητα ήταν έκτασης μεγαλύτερης των δύο σκαλών και μάλιστα δεκαέξι σκαλών. Σ' όσον αφορά το τι κάλυπτε η εγγραφή 4361 ήταν περισσότερο θέμα μαρτυρίας των Κτηματολογικών Λειτουργών, παρά των διαδίκων, οι οποίοι είχαν την ευχέρεια να ανατρέξουν στο ιστορικό της εγγραφής 4361 όπως διαφαίνετο στα Βιβλία και τις σχετικές καταχωρίσεις του Κτηματολογίου και Φακέλους. Δεν βρίσκω οτιδήποτε το μεμπτόν στις ενέργειες ή συμπεράσματα του Σιακίδη. Δεν έχει διαφανεί να έγινε κάποιο λάθος ή παρατυπία κατά τις επιτόπιες εξετάσεις του στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης 334/88 και του Φακέλου 360/
  9. Το γεγονός ότι δεν θυμόταν τα ονόματα των ηλικιωμένων που συνομίλησε και άντλησε πληροφόρηση σε σχέση με το καθεστώς του τεμαχίου 5 και τις συγγένειες των κατόχων του, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έγινε σκόπιμα ή είχε αλλότρια κίνητρα, που δικαιολογείτο εξ άλλου και από το μεγάλο χρονικό διάστημα των 25 χρόνων που μεσολάβησε. Παρά την πιεστική αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός στις τοποθετήσεις του, οι οποίες ήταν καθόλα τεκμηριωμένες. Η μαρτυρία του συμφωνεί απόλυτα με εκείνη της Αζίνα που μαρτύρησε για την υπόθεση των Εναγόντων και παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Άνκαι οι Ενάγοντες κάλεσαν, εκτός από την Αζίνα, ακόμη ένα πρόσωπο, πρώην λειτουργό του Κτηματολογίου ως μάρτυρα, δηλ. τον Μαρδά, εντούτοις επέλεξαν να μην κάνει αναφορά στο ιστορικό του τεμαχίου 5 από μια συγκεκριμένη ημερομηνία και προηγουμένως, για άγνωστους στο Δικαστήριο λόγους. Οι Ενάγοντες αντλούν το δικαίωμα τους επί του επίδικου ακινήτου που καλύπτεται από την εγγραφή 6044 και είναι έκτασης σύμφωνα με το σχετικό Πιστοποιητικό Εγγραφής (Τεκμήριο 39) 17 δεκαρίων και 726 τ.μ., από την εγγραφή 4361 που μεταβιβάστηκε από την Χ"Aντώνη επ' ονόματι του Ανδρέα Καϊσή και αφορά σε έκταση δύο σκαλών. Άνκαι η Αζίνα κλήθηκε ως μάρτυρας των Εναγόντων, στην ουσία η μαρτυρία της επιβεβαιώνει τη θέση των Εναγομένων ότι το τεμάχιο 5 αποτελείτο από δύο κτήματα, ένα με εγγραφή και το άλλο απλά καταχωρημένο. Οι Ενάγοντες κατά την ακρόαση με τη μαρτυρία του Γεωργιάδη, αλλά και στην αγόρευση του ο δικηγόρος τους, έδωσαν έμφαση στην αναφορά του αριθμού 5 στο σημείο που αφορούσε στο τεμάχιο στον Τίτλο εγγραφής 4361 που εκδόθηκε το 1950, για να υποστηρίξουν τη θέση τους ότι ο τίτλος τους περιελάμβανε όλη την έκταση του τεμαχίου
  10. Τη δήλωση αυτή στον τίτλο ο Σιακίδης τη χαρακτήρισε ως λάθος εφόσον η συγκεκριμένη εγγραφή αφορούσε μόνο σε μέρος του τεμαχίου
  11. Το σωστό, κατά την άποψη του, θα ήταν να αναγραφόταν ότι επρόκειτο περί μέρους, να γίνει δηλαδή υποδιαίρεση 5/1 και 5/
  12. Την άποψη του περί λάθους βασίζει στα εξής: Η περιγραφή των συνόρων του κτήματος της εγγραφής 4361 συμφωνεί με εκείνη των άλλων δύο προηγούμενων εγγραφών. Επίσης η μεταφορά της εγγραφής 1741 στην 4361 έγινε κατόπιν συσχετισμού από το γραφείο και όχι επιτόπιας έρευνας. Σημαντική επιπρόσθετα είναι η σημείωση στο Μητρώο ότι η εγγραφή δεν βασίζετο στα εν χρήσει σχέδια. Αυτά είναι στοιχεία που υποδηλώνουν, κατά τον Σιακίδη, ότι η εγγραφή 4361 αφορούσε σε μέρος του τεμαχίου. Βρίσκω τα συμπεράσματα του δικαιολογημένα και εύλογα στη βάση των στοιχείων που είχεν ενώπιον του. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει τα Τεκμήρια 46Α και 47Α και τη βαρύτητα που ενέχουν στο υπό εξέταση θέμα λόγω της σημασίας που τους προσδόθηκε κατά την ακρόαση από το δικηγόρο των Εναγόντων. Ο Σιακίδης κατέθεσε στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του ως Τεκμήριο 46, πιστό αντίγραφο της σελίδας του Βιβλίου Εγγραφών στο οποίο έκανε αναφορά τόσο ο ίδιος όσο και η Αζίνα σ' όσον αφορά την εγγραφή
  13. Σε σχέση με το βιβλίο αυτό επεξήγησε σε τι αφορά η κάθε στήλη που αναγραφόταν στις σελίδες με πρώτη εκείνη που αναφέρεται στον αριθμό εγγραφής και ακολούθως κατά σειρά, οι στήλες ως προς την ημερομηνία εγγραφής, την προγενεστέρα εγγραφή και ημερομηνία της, την τοποθεσία, την περιγραφή του κτήματος, την έκταση σε σκάλες, τα σύνορα και την κατηγορία του κτήματος. Ακολουθεί η δεύτερη σελίδα που ξεκινά με το όνομα του προηγούμενου ιδιοκτήτη και συνεχίζει με το όνομα του νέου ιδιοκτήτη, τον τρόπο απόκτησης και καταλήγει στη νέα εγγραφή. Εξήγησε ότι το Βιβλίο αυτό δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο λόγω του «τεράστιου» μεγέθους του. Διευκρίνισε επίσης ότι η εγγραφή 1741 αρχίζει στη μια σελίδα και συνεχίζει στην επόμενη. Στις σελίδες αυτές διαφαίνονται η εγγραφή 922 του 1898 που προηγήθηκε της 1741 ημερομηνίας 24.10.1914 και ο συσχετισμός τους. Διαφαίνεται επίσης και η επόμενη εγγραφή
  14. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 47 πιστό αντίγραφο άλλης σελίδας του ιδίου Βιβλίου που αφορά στην εγγραφή 922 που μεταφέρθηκε και καταλήγει στην εγγραφή
  15. Η εγγραφή αυτή αναφέρει τον Θεμιστοκλή Χ"Γιωρκή ως τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη. Τα σύνορα του κτήματος που αφορούν οι εγγραφές 922 και 1741 στις σελίδες των Τεκμηρίων 46 και 47 είναι τα ίδια όπως είναι τα ίδια και με του κτήματος που αφορά η εγγραφή 4361 επ' ονόματι του Καϊσή (βλ. Πιστοποιητικό Εγγραφής 4361 - Τεκμήριο 48). Το ίδιο ισχύει και για την έκταση και τοποθεσία του κτήματος που αφορούν οι εγγραφές 922, 1741 και
  16. Σημειώνεται ότι τα στοιχεία των εγγραφών 922 και 1741 του Μητρώου Εγγραφών (Τεκμήρια 47 και 46 αντίστοιχα) συμφωνούν με εκείνα των Τεκμηρίων 58 και 59 που είναι πιστά αντίγραφα των Κτηματολογικών Βιβλίων που αφορούν στα Βιβλία Εγγραφών σε σχέση με τις εγγραφές 922 και
  17. Κατά την αντεξέταση του Σιακίδη ο δικηγόρος των Εναγόντων τον κάλεσε να τοποθετηθεί επί δύο εγγράφων που του υπέδειξε και ζήτησε να κατατεθούν ως τεκμήρια. Ο Σιακίδης τα αναγνώρισε ότι αποτελούσαν και αυτά σελίδες από το Βιβλίο Εγγραφών του Κτηματολογίου και είναι οι ίδιες σελίδες που αφορούν στα Τεκμήρια 46 και
  18. Σημειώνεται ότι και οι σελίδες αυτές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 46Α και 47Α φέρουν πιστοποίηση ότι αποτελούν πιστά αντίγραφα των πρωτότυπων σελίδων του Βιβλίου Εγγραφής. Ο Σιακίδης μελετώντας το Τεκμήριο 46Α διευκρίνισε ότι ναι μεν αναφέρεται στην ίδια σελίδα του Βιβλίου Εγγραφών ως το Τεκμήριο 46, αλλά είναι διαφορετικό εφόσον υπάρχει καταγραμμένη η πρόταση «value 450» σε μια από τις στήλες που αφορούν στην εγγραφή
  19. Ο Σιακίδης χαρακτήρισε την συγκεκριμένη αναφορά ως μη συμβατή εφόσον σε καμιά στήλη δεν υπάρχει αξία όπως δεν υπάρχει αξία σε κανένα από τα κτήματα που αφορούν στις εγγραφές στο Μητρώο. Δεν είναι συμβατή επιπρόσθετα η δήλωση αυτή και με την επόμενη εγγραφή που είναι η 4361 που στους σχετικούς Τίτλους (Τεκμήρια 48 και 10) εξακολουθούν να αναφέρουν το ποσό των 333 μιλς ως αξία του κτήματος και όχι 450 γρόσια. Σε υποβολή του δικηγόρου των Εναγόντων ότι η διαφορά στην αξία του κτήματος στις εγγραφές 1741 και 4361 οφειλόταν στο ότι μεταξύ των ημερομηνιών των συγκεκριμένων εγγραφών μεσολάβησε η Γενική Χωρομετρία και Εκτίμηση, ο Σιακίδης απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση αυτή με το δικαιολογητικό ότι δεν έγινε καμία επιτόπια έρευνα ώστε να αλλάξει η αξία του κτήματος και να γίνει αλλοίωση του Τίτλου. Δεν διέφυγε της προσοχής του Δικαστηρίου η ειλικρινής έκφραση έκπληξης του Σιακίδη όταν αντιλήφθηκε την παρουσία του στοιχείου «value 450» στις σελίδες του Βιβλίου που αφορούν στις εγγραφές 922 και 1741, εφόσον ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε πουθενά κατά την έρευνα του στα στοιχεία του Μητρώου την αξία 450 γρόσια. Θα προχωρήσω να εξετάσω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν τα Τεκμήρια 46Α και 47Α, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας για το θέμα. Η Ευγενία Λάμπρου (Μ.Υ.4), υπεύθυνη του Κλάδου Αιτήσεων στο Κτηματολόγιο Πάφου, η οποία σημειώνεται ότι κλήθηκε για σκοπούς αντεξέτασης της από μέρους των Εναγόντων για φερόμενες δηλώσεις της στην Πόπη Πέτρου (Μ.Υ.3), ανέφερε ότι έδωσε τα Τεκμήρια 46Α και 47Α στην Ζαμπυρίνη (Μ.Ε.4). Εξήγησε κατά την αντεξέταση της από τον δικηγόρο των Εναγόντων ότι οι φωτοτυπίες που δόθηκαν του Μητρώου δεν ήταν ευδιάκριτες λόγω του μεγέθους του Βιβλίου και της αρχαιότητας του γι' αυτό και έχουν καθαρογραφτεί από την ίδια για να φαίνονται καθαρά. Η Λάμπρου δεν παρέμεινε μόνο σ' αυτή την εκδοχή. Κρίνω χρήσιμο να αναφέρω επί λέξει και το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία της Λάμπρου κατά την επανεξέταση της από το δικηγόρο των Εναγομένων σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα: «Ε. Εσείς είπατε ότι εκεί που γράψαν το value 450 ανεγράφη εκεί τούτο το πράγμα στο βιβλίο. Α. Όχι, αν μπορώ να εξηγήσω κάποια πράγματα. Ε. Ναι. Α. Τα βιβλία που σας είπα είναι 100 χ
  20. Δεν έχουμε τα τεχνικά θέματα, για να γίνει αυτό το πράγμα έπρεπε να σταλούν στη Λευκωσία να φωτογραφηθούν για να βγάλουν μεγάλα για να μπορούμε να τα έχουμε ολόκληρα. Όμως με τα τεχνικά μέσα της φωτοτυπικής μηχανής που έχουμε βγάζει μόνο Α
  21. Βγήκε Α3 από την αρχή μέχρι το σημείο που έβγαινε η Α3 κόλλα. Τότε ζητήθηκε ότι το value δεν φαινόταν πάνω το οποίο ήταν κάτι σημαντικό και έπρεπε να φαίνεται. Έτσι πήραμε το value και το βάλαμε σε ένα κενό χώρο, το γράψαμε και βάλαμε τη σφραγίδα ότι ήταν επιπρόσθετο πάνω. Όμως όταν ήλθε η κα Πέτρου εκεί είδε το βιβλίο και είδε τη θέση που ήταν αρχικώς δεν ήταν στη στήλη του value γιατί η στήλη του value δεν μπορούσε να βγει πάνω στο πιστό αντίγραφο. Αν μας έλεγε και η άλλη πλευρά όταν ήλθε ότι ήταν σημαντικό το ίδιο θα κάναμε. Εκτός αν μας έδινε χρόνο γιατί ήταν κάτω από ασφυκτικά πλαίσια που μας ζητήθηκε. Και στο κάτω κάτω είναι πραγματικά γεγονότα μπορεί να έλθει το βιβλίο εδώ να το δείτε. Δεν είναι κάτι που δεν υπάρχει ή είναι ψέμα ή είναι παραποιημένο. Μπορεί να έλθει το βιβλίο ολόκληρο να το δείτε και ο δύο πλευρές.» Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται η μαρτυρία της Μ.Υ.3 Πόπης Πέτρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων, η οποία επισκέφθηκε το Κτηματολόγιο Πάφου στις 20.6.13 δηλ. μετά την κατάθεση στο Δικαστήριο των Τεκμηρίων 46Α και 47Α και εξασφάλισε πιστά αντίγραφα των σελίδων 289 και 485 των Κτηματολογικών Βιβλίων που αφορούν στα Βιβλία Εγγραφών και συγκεκριμένα στις εγγραφές 922 και 1741, τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 58 και 59 αντίστοιχα. Ο λόγος που ζήτησε και εξασφάλισε αντίγραφα των πιο πάνω σελίδων του Βιβλίου, όπως μαρτύρησε η Πέτρου, ήταν γιατί τα Τεκμήρια 46 και 47 που εξασφάλισαν αρχικά δεν περιείχαν την πρόταση «value 450», όπως εκείνα που κατατέθηκαν από πλευράς Εναγόντων. Εκεί της ανεφέρθη από την Λάμπρου ότι όντως δεν αναγράφετο η πρόταση αυτή στη συγκεκριμένη στήλη του Βιβλίου και ο λόγος που ανέγραψαν με πένα «value 450» στο αντίγραφο που εξασφάλισαν από το αρχείο του Κτηματολογίου, ήταν κατόπιν υπόδειξης υπαλλήλου των δικηγόρων των Εναγόντων, ονόματι Κούλλα. Σημειώνεται ότι άνκαι ζητήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων η κλήση της Λάμπρου για αντεξέταση της επί των πιο πάνω κατ' ισχυρισμό δηλώσεων της στην Πέτρου, τελικά ο δικηγόρος τους δεν την αντεξέτασε επ' αυτού του μέρους της μαρτυρίας της. Η Πέτρου σε υποβολή του δικηγόρου των Εναγόντων κατά την αντεξέταση της ότι η προσθήκη έγινε με την πένα γιατί οι συγκεκριμένες αναφορές "value 450» δεν ήταν ευδιάκριτες, ήταν κατηγορηματική ότι οι εγγραφές σ' αυτό είναι πολύ καθαρογραμμένες και διαβάζονται πάρα πολύ καλά. Το ίδιο διαπίστωσε και το Δικαστήριο από τη μελέτη των Τεκμηρίων 46 και
  22. Εν πάση περιπτώσει η πιο πάνω υποβολή του δικηγόρου των Εναγόντων συμφωνεί με τη μια από τις δύο εκδοχές της Λάμπρου στη μαρτυρία της, εφόσον έδωσε και άλλη, σύμφωνα με το πιο πάνω απόσπασμα των πρακτικών της μαρτυρίας της. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι κρίνω την Πέτρου καθόλα αξιόπιστη και ειλικρινή, τη μαρτυρία της οποίας αποδέχομαι στο σύνολο της. Η νέα εκδοχή της Λάμπρου κατά την επανεξέταση της ήταν ότι η αναφορά «value 450» ήταν κάπου αλλού, δηλαδή «στη στήλη του value» στο Βιβλίο και μεταφέρθηκε στο συγκεκριμένο σημείο. Ο Σιακίδης όμως ήταν πολύ διαφωτιστικός σ' όσον αφορά τις στήλες των εγγραφών στο Μητρώο ότι σε κανένα από τα κτήματα δεν υπάρχει στήλη που να αφορά στην αξία. Ούτε επίσης και τα Τεκμήρια 58 και 59 που αποτελούν πιστά αντίγραφα των σελίδων των Κτηματολογικών Βιβλίων που αφορούν στα Βιβλία Εγγραφών σε σχέση με τις εγγραφές 922 και 1741 περιέχουν τέτοια στήλη. Σημασία ενέχει το γεγονός ότι τα Τεκμήρια 46Α και 47Α έπαυσαν να αποτελούν πιστά αντίγραφα των καταχωρίσεων στο Βιβλίο Εγγραφών του Κτηματολογίου, ενόψει των επεμβάσεων στα αντίγραφα των σελίδων που αφορούν στις εγγραφές 922 και 1741 από μέρους της Λάμπρου, κατόπιν προτροπής, όπως είπε, της Ζαμπυρίνη (Μ.Ε.4). Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας ενόψει των συνθηκών έκδοσης των τεκμηρίων, αλλά και της ασάφειας της μαρτυρίας σ' όσον αφορά την προέλευση της δήλωσης «value 450», το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει καμία βαρύτητα στα τεκμήρια αυτά. Ακόμη και να υπήρχε η εν λόγω αναφορά στο Βιβλίο Εγγραφών που σημειώνεται ότι δεν διευκρινίστηκε από τη Λάμπρου αν η ίδια είδε την συγκεκριμένη αναφορά και σε ποιό ακριβώς σημείο του Βιβλίου την είδε ή έστω να παρουσιάσει αντίγραφο της σελίδας στην οποία εντοπίστηκε, δεν βλέπω με ποιόν τρόπο βοηθά την υπόθεση των Εναγόντων η αναφορά αυτή· έχοντας κατά νου το υπόλοιπο και ατράνταχτο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ακόμη και από τους ίδιους τους Ενάγοντες με τη μαρτυρία της Αζίνα. Παρέμεινε να εξεταστεί η μαρτυρία της Αυγής Χαραλάμπους - Εναγομένης 1, καθώς και του Στέφανου Φιντικλή (Μ.Ε.3). Με τη μαρτυρία του τελευταίου θα ασχοληθώ πιο κάτω σε άλλο σημείο της απόφασης μου. Όπως ανέφερε η Εναγόμενη 1, η μητέρα της μεταβίβασε επ' ονόματι της και των δύο αδελφών της - Εναγομένων 2 και 3 το κτήμα με αρ. εγγραφής 6044 περί το 2000, όταν ήδη ήταν υπερήλικη και ασθενής. Γνωρίζει το κτήμα από το 1960 περίπου γιατί το επισκεπτόταν με τη γιαγιά της Ελένη Θεμιστοκλή. Θυμάται που της έλεγαν οι γονείς της ότι αυτό δεν είχε τίτλο ιδιοκτησίας και ότι ανήκε στη γιαγιά της Ελένη που της το είχε δώσει ο πατέρας της Θεμιστοκλής Χ"Γιωρκή. Η γιαγιά της το δώρισε ακολούθως το 1950 στη μητέρα της Μαρία. Το γειτονικό κτήμα ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της μητέρας τους και της το είχε δώσει ο πατέρας της κατά το 1950, που το είχε αγοράσει από τον προπάππο της Θεμιστοκλή Χ"Γιωρκή. Θυμόταν ότι η μητέρα της πώλησε το κτήμα που είχε τίτλο στον Ανδρέα Καϊσή, ενώ η οικογένεια συνέχισε να έχει κατοχή του μεγάλου κτήματος που ήταν 14 σκάλες και δεν είχε εγγραφή και να το καλλιεργά και να το ενοικιάζει στο Θεμιστοκλή Κούκλο. Τα πιο πάνω γεγονότα, όπως τα μαρτύρησε η Εναγόμενη 1, συμφωνούν με τη μαρτυρία της Αζίνα και του Σιακίδη καθώς και με τους Φακέλους και τα Βιβλία του Κτηματολογίου στα οποία αυτοί έκαμαν αναφορά. Το Δικαστήριο αποδέχεται ως ορθή και αληθινή τη μαρτυρία της Εναγόμενης
  23. Η κατάθεση της ήταν ειλικρινής και χωρίς επιτήδευση. Ουσιαστικά η μαρτυρία της παραμένει αναντίλεκτη σ' όσον αφορά τον ισχυρισμό της ότι η γιαγιά της και μετά η μητέρα της είχαν την κατοχή του επίδικου κτήματος το οποίο καλλιεργούσαν και ενοικίαζαν σε κάποιο Θεμιστοκλή Κούκλο, υπερήλικα σήμερα. Σημειώνεται ότι εκτός από τη γενική αναφορά του Γεωργιάδη ότι ο πελάτης του το αγόρασε για να το συνενώσει με το διπλανό κτήμα, δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ενώπιον μου από πλευράς Εναγόντων ότι ο Ανδρέας Καϊσής ή τα πρόσωπα επί των οποίων μεταφέρθηκε στη συνέχεια η εγγραφή 4361 απέκτησαν ποτέ κατοχή του επίδικου κτήματος. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, αποδεχόμενη τη μαρτυρία της Αζίνα και του Σιακίδη ως αντιπροσωπεύουσα την ορθή εικόνα του ιστορικού του επίδικου ακινήτου όπως αναδύεται από τους Φακέλους και Βιβλία του Κτηματολογίου, βρίσκω ότι αποδείχθηκαν τα εξής για τα οποία προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα: Ο Καϊσής αγόρασε στις 21.9.71 το κτήμα που αφορά η εγγραφή 4361 έναντι £60.- από την Μαρία Σοφόκλη Χ"Aντώνη. Ο Τίτλος 4361 προήλθε από τον τίτλο 922 επ' ονόματι του Θεμιστοκλή Χ"Γιωρκή που εκδόθηκε το 1898 και αφορούν και οι δύο σε έκταση δύο σκαλών. Η πρώτη εγγραφή 922 εκδόθηκε χωρίς φάκελο, δεν υπήρχε αριθμός τεμαχίου, και αυτό είχε ως σύνορα δρόμο, Χαράλαμπον Χ"Αβραάμη και από δύο μέρη καφκάλλα. Η εγγραφή 922 δεν βασίστηκε σε σχέδια γιατί προϋπήρχε της Γενικής Χωρομετρίας που ξεκίνησε το 1918 και τέλειωσε το
  24. Αυτή μεταφέρθηκε ακολούθως στην εγγραφή 1741 το 1914, όταν το κτήμα πωλήθηκε στον Σωτήρη Χ"Αντώνη, χωρίς επίσης να βασιστεί σε σχέδια. Ο Σωτήρης Χ"Αντώνης στη συνέχεια το δώρισε στη θυγατέρα του Μαρία Χ"Αντώνη στις 19.12.50 και εκδόθηκε η εγγραφή 4361, χωρίς πάλι να βασιστεί στα εν χρήσει σχέδια και χωρίς να γίνει συσχετισμός της εγγραφής επιτόπου με το τεμάχιο
  25. Λόγω του ότι ο συσχετισμός έγινε από το γραφείο ήταν αδύνατο να διαφανεί ότι ο τίτλος αφορούσε σε μέρος του τεμαχίου
  26. Ακολούθησε η μεταβίβαση της εγγραφής 4361 επ' ονόματι του Ανδρέα Καϊσή και η έκδοση σχετικού Τίτλου (Τεκμήριο 48) και μετά επ' ονόματι των Εναγόντων στις 27.11.73 (Τεκμήριο 10) με αναφορά στο τεμάχιο 5 και στα ίδια σύνορα όπως των προηγούμενων του εγγραφών. Όλο το τεμάχιο 5 ήταν καταχωρημένο επ' ονόματι του Θεμιστοκλή Χ"Γιωρκή. Ακολούθως για σκοπούς φορολογίας το 1923-1925 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Φόρου (βλ. Τεκμήριο 49), μετά τη Γενική Χωρομετρία, επ' ονόματι της Ελένης Θεμιστοκλή, θυγατέρας του Θεμιστοκλή Χ"Γιωρκή. Η Ελένη είχεν παντρευτεί εν τω μεταξύ τον Σωτήρη Χ"Αντώνη, ιδιοκτήτη της εγγραφής 1741 από το 1914 στην οποία είχε μεταφερθεί η εγγραφή 922, που αφορούσε σε κτήμα έκτασης 2 σκαλών από το τεμάχιο
  27. Ο Σωτήρης δεν φορολογείτο για το κτήμα που αγόρασε γιατί φορολογείτο για ολόκληρο το τεμάχιο 5 η σύζυγος του Ελένη. Ακολούθησε το 1950 η προικοδότηση της Μαρίας Χ"Αντώνη από τον πατέρα της Σωτήρη Χ"Aντώνη της εγγραφής 1741 που μεταφέρθηκε στην 4361 και από τη μητέρα της Ελένη Θεμιστοκλή του καταχωρημένου κτήματος από το τεμάχιο
  28. Συνεπεία της εγγραφής 4361 αφαιρέθηκε από τη φορολογία της Ελένης Θεμιστοκλή το μέρος του τεμαχίου 5 που κάλυπτε η εγγραφή 4361, οι δύο δηλαδή σκάλες (βλ. Τεκμήριο 50) και άρχισε να φορολογείται πλέον γι' αυτές η Χ"Αντώνη (βλ. Τεκμήριο 51), ενώ συνέχιζε η Ελένη να φορολογείτο για τις υπόλοιπες 14 σκάλες του τεμαχίου 5, που ήταν απλά καταχωρημένο. Το καταχωρημένο μέρος από το τεμάχιο 5 που δεν καλύπτετο από την εγγραφή 4361 ενεγράφη επ' ονόματι της Μαρίας Χ"Aντώνη δυνάμει του Φακέλου Α 334/88 που ανοίχθηκε κατόπιν αίτησης της Μαρίας. Είχε προηγηθεί η επιτόπια εξέταση του Κτηματολογίου από τον Σιακίδη που χειρίστηκε την αίτηση και η ετοιμασία σχεδιαγράμματος όπου διαφαίνονται τα δύο τεμάχια, εκείνο με τον τίτλο 4361 και το δυτικό μέρος που ενεγράφη επ' ονόματι της Μαρίας, αφού εξασφαλίστηκε πιστοποιητικό της Χωριτικής Αρχής. Το 2000 εκδόθηκε η εγγραφή 6044 επ' ονόματι της Χ"Αντώνη για το καταχωρημένο κτήμα και η 6045 επ' ονόματι των Εναγόντων που είναι η εκσυγχρονισμένη εγγραφή της 4361, για τα δύο κτήματα που προέκυψαν από το τεμάχιο 5, δηλαδή το 23 και το 24 αντίστοιχα. Το 2001 η εταιρεία Fortune Properties Investments Ltd (Ενάγοντες) μεταβίβασε την εγγραφή 6045 επ' ονόματι της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, η οποία ακολούθως τη μεταβίβασε στην A.B.A. Operations Ltd στις 21.10.05 και στη συνέχεια η εγγραφή 6045 κατέληξε στην εταιρεία Αristo Developers Ltd το
  29. Στη βάση της μαρτυρίας της Εναγόμενης 1 αποδείχθηκε επιπρόσθετα ότι το επίδικο κτήμα κατείχετο από τον Θεμιστοκλή Χ"Γιωρκή και μετά από τη θυγατέρα του Ελένη Θεμιστοκλή μέχρι που προικοδοτήθηκε από την Ελένη στη θυγατέρα της Μαρία Χ"Αντώνη η οποία και εξασφάλισε τίτλο με την αίτηση της Α334/88, μέχρι που και αυτή το μεταβίβασε στις Εναγόμενες 1, 2 και
  30. Ο Καϊσής ή οι Ενάγοντες ουδέποτε απέκτησαν την κατοχή του επίδικου κτήματος. Ο τρόπος καθορισμού εκτάσεως γης καθορίζεται από το Άρθρο 50 του Κεφ. 224 που έχει ως εξής: «Η έκταση γης που καλύπτεται από εγγραφή τίτλου επί ακίνητης ιδιοκτησίας είναι η έκταση του τεμαχίου με το οποίο δύναται να συσχετιστεί η εγγραφή πάνω σε οποιοδήποτε Κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο ή πάνω σε οποιοδήποτε άλλο σχέδιο που καταρτίστηκε πάνω σε κλίμακα από τον Διευθυντή: Νοείται ότι όταν η εγγραφή δεν δύναται να συσχετιστεί με οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο η έκταση αυτή είναι η έκταση της γης στην οποία δικαιούται ο κάτοχος του τίτλου λόγω εχθρικής κατοχής, αγοράς ή κληρονομιάς.» Στην υπόθεση Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου & άλλων
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 749 τονίστηκαν τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο στη σελ. 756: «Δεν πρέπει να διαλανθάνει της προσοχής μας ότι το πιστοποιητικό εγγραφής δεν είναι ο αυθεντικός οδηγός της ιδιοκτησίας, αλλά η εκ πρώτης όψεως απόδειξη της. Αυθεντικό οδηγό της ιδιοκτησίας αποτελεί ο συσχετισμός τεμαχίου προς το κτηματολογικό σχέδιο. Αυτό προβλέπει το άρθρο 50 του νόμου. Όταν η ιδιοκτησία δεν μπορεί να προσδιορισθεί με τον τρόπο που καθορίζει ο νόμος λόγω λάθους στα σχέδια, βιβλία και εγγραφές του Κτηματολογίου, τότε υπεισέρχεται το άρθρο 61 ώστε να αποκαθαριστούν από το λάθος τα σχέδια και μητρώα και να δώσουν αυθεντική εικόνα της ιδιοκτησίας.» Η πιστοποίηση ύπαρξης λάθους ή δόλου στην τιτλοποίηση μπορεί να ανατρέψει αυτή την κατ' αρχάς ένδειξη της ιδιοκτησίας. Το βάρος της απόδειξης το φέρει σίγουρα εκείνος που ισχυρίζεται την επ' ονόματι κάποιου άλλου λανθασμένη εγγραφή και δεν δικαιούται σε διάταγμα ακύρωσης εγγραφής συνεπεία αδυναμίας του άλλου να αποδείξει τη δική του νόμιμη κατοχή του ακινήτου. Σχετική είναι η υπόθεση Αntonis Andrea Sadi Dourmoush
(1962)A.A.Δ. 7, οι αρχές της οποίες υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Ηajipetrou v. Petroloukas
(1985)1 C.L.R. 83. Στην υπόθεση Φιλίππου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 448 έχει τονιστεί ότι η μεταβίβαση κτήματος δεν συνεπάγεται οτιδήποτε άλλο από την μεταβίβαση του κτήματος που καλύπτει ο τίτλος ιδιοκτησίας. Δεν μεταβιβάζονται οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα του μεταβιβάζοντος έστω και σε παρακείμενα κτήματα. Είναι επίσης νομολογημένο ότι απλή καταχώριση στα βιβλία του Κτηματολογίου μιας ακίνητης περιουσίας επ' ονόματι κάποιου προσώπου, αυτό από μόνο του δεν δημιουργεί προς όφελος του δικαιώματα πάνω σ' αυτήν γιατί τέτοια καταχώριση δεν είναι εγγραφή ή τιτλοποίηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Κεφ. 224 (βλ. Κάκουλλου ν. Κακουλλή
(1985)1 Α.Α.Δ. 355). Στην παρούσα περίπτωση η θέση των Εναγόντων βαρύνεται από το ακόλουθο λάθος. Εξισώνει τον τίτλο εγγραφής ιδιοκτησίας 4361 με αυτή ταύτη την ιδιοκτησία ολόκληρου συγκεκριμένου τεμαχίου γης, δηλαδή του τεμαχίου 5. Αυτό αποτελεί σφάλμα. Ο τίτλος εγγραφής 4361 αποτελούσε εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για την ιδιοκτησία του κτήματος 5 που αυτός αφορά. Καθοριστικής σημασίας είναι η σημείωση στο Μητρώο Εγγραφών ότι η εγγραφή 4361 δεν βασίστηκε στα εν χρήσει σχέδια. Αυτό σημαίνει ότι στην πραγματικότητα η εγγραφή 4361 μπορούσε να αφορούσε και σε μικρότερη έκταση απ' εκείνη που αναγράφετο στον Τίτλο ή ακόμη και σε μεγαλύτερη. Όταν έγινε συσχετισμός του τεμαχίου 5 με τα κτηματολογικά σχέδια το 1950, διαφάνηκε ότι ο τίτλος 4361 κάλυπτε μέρος μόνο του τεμαχίου 5 και όχι ολόκληρο. Όπως εξηγείται στη Χ"Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 844, ο συσχετισμός της επιτόπου κατάστασης του τεμαχίου με το σχέδιο, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τον καθορισμό της ιδιοκτησίας που ενέχει ο τίτλος εγγραφής ακινήτου. Συνεπώς κατά τη μεταβίβαση της εγγραφής 4361 από τη Μαρία επ' ονόματι του Καϊσή, εφόσον η εγγραφή αυτή προέρχετο από τις εγγραφές 922 και 1741 και καμιά τους δεν είχε συσχετιστεί με τα εν χρήσει σχέδια, ο τελευταίος κατέστη ιδιοκτήτης του κτήματος των δύο σκαλών που αφορούσε η πρώτη εγγραφή
  1. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να διανοηθεί κανείς με τη μαρτυρία που προσκόμισαν ο Ενάγοντες ότι η εγγραφή ενός κτήματος έκτασης δύο σκαλών στην πραγματικότητα αφορούσε σε κτήμα δεκαέξι σκαλών. Ούτε εξάλλου προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Εναγόντων ότι η συμφωνία πώλησης μεταξύ του Καϊσή και της Χ"Αντώνη αφορούσε σε κτήμα έκτασης δεκαέξι σκαλών και όχι δύο, όπως αναφέρετο στον Τίτλο
  2. Σημειώνεται ότι οι προσπάθειες διεκδίκησης της κυριότητας του επίδικου κτήματος, δηλ. έκτασης πολύ περισσότερης των δύο σκαλών που αφορούσε ο τίτλος τους από μέρους των Εναγόντων, είχαν αφετηρία την επιστολή του Διευθυντή του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 8) και όχι προηγουμένως. Βασικό για το υπό εξέταση θέμα είναι ότι οι Ενάγοντες δεν προώθησαν αξίωση για διεκδίκηση του επίδικου κτήματος στη βάση εχθρικής κατοχής, αγοράς ή διαφορετικά. Η βάση των αξιώσεων τους είναι η εγγραφή 4361 και η αναφορά σ' αυτή «τεμάχιο 5», παραγνωρίζοντας ότι η εν λόγω εγγραφή δεν συσχετίσθη με τα κτηματολογικά σχέδια και ότι το κτήμα περιγράφετο στον τίτλο ως έκτασης δύο σκαλών. Με βάση την πιο πάνω νομολογία και ευρήματα, είναι πρόσφορο στη συνέχεια να εξεταστεί η νομική πλευρά της υπόθεσης. Είναι πρωταρχικής σημασίας για την έκβαση της Αγωγής να διευκρινιστεί η βάση της Αγωγής και με ποιόν τρόπο οι Ενάγοντες επέλεξαν να παρουσιάσουν την υπόθεση τους. Από την Έκθεση Απαίτησης η μόνη βάση διεκδίκησης του επίδικου κτήματος που αποκαλύπτεται είναι ότι ο τίτλος εγγραφής των Εναγόντων με αρ. 4361 αφορά σε όλο το τεμάχιο 5 και συνεπώς καλύπτει και το κτήμα με αρ. εγγραφής
  3. Στη βάση αυτή στηρίζουν την εισήγηση ότι ο διαχωρισμός του σε δύο κτήματα το 2000 και οι συνακόλουθες εγγραφές 6044 και 6045 που το αφορούν έγιναν δόλια και/ή κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή συνωμοσίας και/ή παράνομα. Παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης τα στοιχεία της επιλήψιμης συμπεριφοράς των Εναγομένων υπό τύπο λεπτομερειών που συνοπτικά είναι: Ο Εναγόμενος 4 και/ή η Χ"Αντώνη και/ή οι Εναγόμενες 1, 2 και 3 απέκρυψαν την παράταση της προθεσμίας καταχώρισης έφεσης που οι Ενάγοντες εξασφάλισαν από το Δικαστήριο. Παρέστησαν περαιτέρω στο Διευθυντή του Κτηματολογίου ότι δεν ετίθετο θέμα έφεσης και δεν ενημέρωσαν το Διευθυντή για τη καταχώριση της έφεσης. Θα πρέπει επομένως να εξεταστεί αν τα όσα ισχυρίζονται οι Ενάγοντες συνιστούν δόλο μέσα στην έννοια του Νόμου. Μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμβατική σχέση μέσα στα πλαίσια της οποίας να είχε ασκηθεί ο δόλος. Ούτε εξάλλου υπήρξε τέτοια εισήγηση. Επομένως αυτό που μένει να εξεταστεί είναι η ύπαρξη δόλου σαν χωριστού αστικού αδικήματος. Το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 επί του οποίου ο δικηγόρος των Εναγόντων βασίζει την εισήγηση του, έχει ως εξής: «
  4. Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά: Νοείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο.» Δεν χρειάζεται μεγάλη ανάλυση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης για να φανεί ότι οι πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση . Περιορίζομαι να υποδείξω ότι για να υπάρχει δόλος μέσα στην έννοια του Νόμου θα πρέπει οι Ενάγοντες οι ίδιοι να έχουν στηριχθεί και να ενεργήσουν στη βάση των ψευδών παραστάσεων που τους έγιναν προς ζημιά τους. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο δεν βρίσκεται μπροστά σε τέτοια κατάσταση. Η μεταβίβαση του επίδικου κτήματος επ' ονόματι της Χ"Aντώνη δεν ήταν το αποτέλεσμα των ενεργειών των Εναγόντων που επήλθαν λόγω ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων. Συνεπώς οι ισχυρισμοί των Εναγόντων για δόλο δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής ούτε στη βάση του δικαίου των συμβάσεων, ούτε και των αστικών αδικημάτων αλλ' ούτε και της επικείκειας. Για το τελευταίο εξηγώ. Αν από τα γεγονότα της υπόθεσης διαπιστώνετο η ύπαρξη δόλου τότε θα υπήρχε περιθώριο για θεραπεία υπέρ των Εναγόντων παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι δεν ενήργησαν με οποιονδήποτε τρόπο σαν αποτέλεσμα του δόλου των Εναγομένων, αλλά υφίστανται τις συνέπειες του δόλου τους. Έχει αποφασιστεί πιο πάνω ότι η εγγραφή 4361 επ' ονόματι του Καϊσή και μετά των Εναγόντων δεν περιελάμβανε το επίδικο κτήμα. Για να πετύχουν οι Ενάγοντες στις αξιώσεις τους στη βάση των πιο πάνω αρχών και στοιχείων που οι ίδιοι δίνουν υπό τύπο λεπτομερειών εκτός του ότι θα έπρεπε να αποδείξουν ότι η δική τους εγγραφή περιελάμβανε και το επίδικο κτήμα, θα πρέπει να αποδείξουν επιπρόσθετα και ότι η εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της Χ"Αντώνη έγινε στη βάση της επιστολής του Εναγομένου 4 (Τεκμήριο 9), τότε δικηγόρου της Χ"Αντώνη και της απόφασης του Διευθυντή που κοινοποιήθηκε στους Ενάγοντες με την επιστολή του (Τεκμήριο 8) που ακυρώθηκε στη συνέχεια με την απόφαση του Εφετείου. Από τα τεκμήρια εντοπίζεται η επιστολή ημερ. 9.9.05 (Τεκμήριο 17) που απεστάλη από τον Γενικό Εισαγγελέα στον Γεωργιάδη (Μ.Ε.2), τότε δικηγόρο των Εναγόντων, σε απάντηση της επιστολής του ημερ. 8.6.05 (Τεκμήριο 16) που απαιτούσε επαναφορά των πραγμάτων στην προ της ειδοποίησης του Διευθυντή (Τεκμήριο 8) κατάσταση. Στο Τεκμήριο 17 ο δικηγόρος των Εναγόντων στη γραπτή του αγόρευση στηρίζεται για να υποστηρίξει ότι η μεταβίβαση του επίδικου κτήματος επ' ονόματι της Μαρίας ήταν στα πλαίσια εκτέλεσης της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου που ακυρώθηκε από το Εφετείο και του αιτήματος του Εναγομένου 4 (Τεκμήριο 9). Με το Τεκμήριο 9 ο Εναγόμενος 4 πληροφορούσε τον Διευθυντή του Κτηματολογίου περί της απόρριψης της Αίτησης/Έφεσης και ότι η απόφαση δεν έχει ανασταλεί ή εφεσιβληθεί και τον καλούσε να προχωρήσει στην επ' ονόματι της πελάτιδος του εγγραφή στη βάση της αίτησης της Αρ. 334/
  5. Με τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί και ευρήματα μου η επ' ονόματι της Μαρίας Χ"Αντώνη εγγραφή 6044 έγινε στη βάση εχθρικής κατοχής και δεν αντλούσε τα δικαιώματα της επί του επίδικου κτήματος από τη γνωστοποίηση του Διευθυντή. Επιπρόσθετα από το μαρτυρικό υλικό ενώπιον μου δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει τη χρήση δόλου ή ψευδών παραστάσεων από πλευράς Εναγομένων. Η μόνη σχετική μαρτυρία είναι αυτή του Γεωργιάδη που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική προς απόδειξη χρήσης δόλου ή ψευδών παραστάσεων από μέρους των Εναγομένων ή οποιουδήποτε εξ αυτών, προς ζημιά των Εναγόντων. Σημειώνεται ότι δεν προσδόθηκε από τον Γεωργιάδη οποιαδήποτε επιλήψιμη συμπεριφορά στις Εναγόμενες 1, 2 και
  6. Αν μπορούσε να καταλογιστεί ευθύνη για τέτοια συμπεριφορά σε κάποιον, μόνο στη μητέρα τους Μαρία Χ"Αντώνη μπορούσε να καταλογιστεί που πέτυχε την επ' ονόματι της εγγραφή με τη χρήση της πιο πάνω συμπεριφοράς. Η ίδια η Χ"Αντώνη όμως μέσω του διαχειριστή της περιουσίας της δεν είναι διάδικος στην παρούσα Αγωγή. Συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι μέχρι την έναρξη της ακρόασης δεν είχε καταχωρηθεί αίτηση για διαχείριση της περιουσίας της Μαρίας Χ"Aντώνη. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να ασκήσει, από μόνο του, τη διακριτική εξουσία που του παρέχει η Δ.9 θ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών να διατάξει τη προσθήκη του διαχειριστή της περιουσίας της Μαρίας ως συνεναγόμενου (βλ. Αναστασία Κώστα Αλεξάνδρου ν. Alexander Keith Edward, Πολ. Έφ. 240/2008, ημερ. 22.11.2013). Δεν υπήρχε όμως οτιδήποτε που να εμπόδιζε τους Ενάγοντες στη λήψη διαβημάτων για διορισμό διαχειριστή της περιουσίας της Μαρίας για περιορισμένο σκοπό και μετά να ακολουθήσουν τις πρόνοιες των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών για προσθήκη του ως συνεναγόμενου ώστε να μπορέσουν να προχωρήσουν δικαστικά εναντίον της περιουσίας της Χ"Αντώνη, κάτι που δεν έπραξαν. Εφόσον η διαφορά αφορούσε στην αμφισβήτηση της κυριότητας της Χ"Αντώνη επί του επίδικου ακινήτου, ο διαχειριστής της περιουσίας της θα έπρεπε ασφαλώς να ήταν διάδικος στην παρούσα Αγωγή (βλ. Πιττάρα κ.ά. ν. Χηράτη κ.ά. Πολ. Έφεση 42/07 ημερ. 28.12.11). Συνεπώς η αγωγή δεν μπορεί να πετύχει και γι' αυτό το λόγο. Σ' όσον αφορά τον Εναγόμενο 4, από τη μαρτυρία διαφάνηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η εμπλοκή του στην επίδικη εγγραφή ήταν υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρου της Χ"Αντώνη. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν οι Εναγόμενοι ή η Χ"Αντώνη ν' απέκρυψαν σκόπιμα την καταχώριση έφεσης δεν υπήρχε οτιδήποτε που να εμπόδιζε την Χ"Αντώνη ή τον Εναγόμενο 4, μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στην Αίτηση/Έφεση 32/90, στη διεκδίκηση του επίδικου ακινήτου στη βάση εχθρικής κατοχής. Ούτε για το Κτηματολόγιο υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο στο να προχωρήσει στην επίδικη εγγραφή
  7. Εκτός του ότι η Έφεση επιδόθηκε μετά τις 22.10.99 που στάληκε η επιστολή του Εναγόμενου 4 στο Διευθυντή του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 9), ο Διευθυντής του Κτηματολογίου θα πρέπει να ήταν γνώστης περί των προθέσεων των Εναγόντων καταχώρισης έφεσης εφόσον ήταν διάδικος στη διαδικασία της Αίτησης/Έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο και αντιπροσωπεύετο από δικηγόρο. Από την άλλη η παράλειψη ενημέρωσης του Διευθυντή του Κτηματολογίου περί των διαβημάτων των Εναγόντων μετά την απόφαση στην Αίτηση/Έφεση 32/90, δεν προσκρούει σε κανένα νομοθέτημα ή αρχή και ούτε οδηγεί απαραίτητα στο συμπέρασμα ότι εγένετο δόλια. Ούτε επίσης αποκτούν οι Ενάγοντες δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του επίδικου κτήματος. Στη βάση όλων των γεγονότων της υπόθεσης η συμπεριφορά των Εναγομένων ή της Χ"Αντώνη δεν ήταν δόλια έναντι των Εναγόντων, οπότε δεν βρίσκω ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές της επιείκειας για να δικαιούνται σε θεραπεία. Συνεπώς, η Αγωγή δεν θα μπορούσε επιπρόσθετα να πετύχει στη βάση δόλου ή ψευδών παραστάσεων από μέρους της Χ"Αντώνη ή των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες που ισχυρίζονται την επ' ονόματι της Χ"Αντώνη και μετέπειτα επ' ονόματι των Εναγομένων 1, 2 και 3 λανθασμένη εγγραφή, πρέπει να αποδείξουν την υπόθεση τους και δεν δικαιούνται σε διάταγμα ακύρωσης εγγραφής λόγω της οποιασδήποτε αδυναμίας των Εναγομένων να δείξουν τη δική τους νόμιμη κατοχή της γης (βλ. Antonis Andrea v. Sadi Deurmoush
(1962)A.Α.Δ. 13). Σε αγωγές ο οποίες έχουν αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία, είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι θα πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι, όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Συνιστά κοινό έδαφος ότι η εγγραφή 4361 μετά τον εκσυγχρονισμό της σε 6045 μετεβιβάσθη από τους Ενάγοντες σε άλλα πρόσωπα και σήμερα ιδιοκτήτης του κτήματος που αφορά η εγγραφή 4361 είναι η εταιρεία Aristo Developers Ltd. Το γεγονός αποξένωσης της εγγραφής ασφαλώς και αποκόπτει κάθε δεσμό των Εναγόντων επί του ακινήτου που αφορά η εγγραφή 4361 (βλ. Φιλίππου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 448). Καμία μαρτυρία δεν έχει προσαχθεί ως προς το ότι οι Ενάγοντες διατήρησαν οποιοδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον. Συνεπώς οι Ενάγοντες δεν έχουν κανένα δικαίωμα πλέον επί του ακινήτου που κατ΄ ισχυρισμό περιλαμβάνει η εγγραφή 4361. Αν είχε κάποιο που θα μπορούσε να έχει παράπονο, θα πρέπει να είναι ο σημερινός ιδιοκτήτης της εγγραφής που δεν συνενώθη ως Ενάγοντας. Με την αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιώνουν διαζευκτικά αποζημιώσεις. Για να δικαιούνται σε αποζημιώσεις θα πρέπει οι Ενάγοντες να αποδείξουν ότι είχαν ή έχουν δικαίωμα στην επίδικη ιδιοκτησία. Τέτοιο δικαίωμα με τη μαρτυρία που προσκόμισαν δεν έχει αποδειχθεί. Απεδείχθη μόνο η αγοραία αξία του ακινήτου με αρ. εγγραφής 6044 έκτασης 18.069 τ.μ. σε €575.000 κατά τις 19.2.03 και σε €885.000 κατά τον Οκτώβριο του 2008 σύμφωνα με την Έκθεση Εκτίμησης (Τεκμήριο 37) του Στέφανου Φιντικλή (Μ.Ε.3). Σημειώνεται ότι ο Φιντικλής δεν αντεξετάστηκε καθόλου, οπότε η μαρτυρία του παραμένει αναντίλεκτη. Οι Ενάγοντες με την Αγωγή τους διαζευκτικά στηρίζουν τις αξιώσεις τους σε παράνομη επέμβαση από μέρους των Εναγομένων επί της ιδιοκτησίας τους και ότι οι Εναγόμενοι κατέστησαν επίτροποι προς τους Ενάγοντες ως δικαιούχοι της επίδικης περιουσίας. Από τη μαρτυρία που οι Ενάγοντες έχουν προσκομίσει δεν καταδεικνύεται καμία σχέση επιτρόπου και δικαιούχου μεταξύ των διαδίκων. Σ' όσον αφορά την παράνομη επέμβαση ούτε επ' αυτής της βάσης μπορεί να πετύχει η Αγωγή τους, εφόσον προϋποθέτει δικαίωμα ιδιοκτησίας ή κατοχής των Εναγόντων επί της επίδικης περιουσίας, η οποία φέρεται να είναι το αντικείμενο επέμβασης, που με τη μαρτυρία που έχουν προσκομίσει δεν κατάφεραν να αποδείξουν. Τα ίδια ισχύουν και για το αγώγιμο δικαίωμα στη βάση του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου που αφορά στο δίκαιο της αποκατάστασης. Αν οι Ενάγοντες εννοούν ότι δικαιούνται σε αποζημιώσεις γιατί παρέδωσαν το επίδικο κτήμα στους Εναγόμενους όχι χαριστικά, σίγουρα τέτοιο αγώγιμο δικαίωμα όχι μόνο δεν εξάγεται από την Έκθεση Απαίτησης τους, αλλά και τα γεγονότα που οι ίδιοι παρουσίασαν υποστηρίζουν το αντίθετο. Ότι δηλαδή αυθαίρετα αφαιρέθηκε το επίδικο κτήμα από τον τίτλο τους. Είναι περαιτέρω η θέση του δικηγόρου των Εναγόντων στη γραπτή του αγόρευση ότι η απόφαση του Εφετείου και συγκεκριμένα το μέρος που αναφέρει «Ήταν και ενώπιον μας η άποψη όλων πως η κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι μόνο με δικαστική απόφαση θα ήταν δυνατό να επέλθει κτηματική αλλαγή στην περίπτωση, είναι ορθή», δημιούργησε δεδικασμένο και/ή κώλυμα και/ή κατάχρηση της διαδικασίας να ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι περί της εγκυρότητας της μεταβίβασης της εγγραφής 6044 επ' ονόματι της Χ"Αντώνη. Συγκεκριμένα ήταν η εισήγηση του ότι το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε πως η Αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί εκ μέρους εκείνου που διεκδικούσε το επίδικο ακίνητο, δηλ. από τη Χ"Αντώνη ή έστω να καταχωρήσει Ανταπαίτηση στην παρούσα διαδικασία. Οπότε στη παρούσα περίπτωση το βάρος απόδειξης ότι οι Εναγόμενες 1, 2 και 3 δικαιούνται του επίδικου κτήματος, μετατίθετο στις ίδιες. Μελέτησα με μεγάλη προσοχή τόσο την πρωτόδικη απόφαση της κας Μιχαηλίδου, όσο και εκείνη του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της οποίας οι Ενάγοντες στηρίζουν την αρχή του δεδικασμένου. Η αρχή του δεδικασμένου είναι απότοκο της ανάγκης να δίνεται τέλος στην αντιδικία. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury`s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 15, σελ. 184, όταν ένα επίδικο γεγονός αποφασιστεί με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων και το ίδιο γεγονός επανεμφανιστεί σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των διαδίκων, τότε εγείρεται δεδικασμένο. Στην παρούσα περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Αίτηση/Έφεση δεν φαίνεται να ασχολήθηκε επί της ουσίας της διαφοράς γεγονός που διαπίστωσε και το Ανώτατο Δικαστήριο όπου σε ένα σημείο στην απόφαση του αναφέρει ρητά ότι καλώς το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επελήφθη της ουσίας. Ούτε και το Ανώτατο Δικαστήριο επελήφθη της ουσίας. Εκείνο που αποφάσισε ήταν την ακύρωση της γνωστοποίησης του Διευθυντή του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 8) και τίποτε άλλο επί της ουσίας της διαφοράς. Ούτε εξάλλου στην παρούσα περίπτωση υπάρχει ταύτιση των Εναγομένων στις δύο δικαστικές διαδικασίες. Θέμα δεδικασμένου εγείρεται στην Απάντηση των Εναγόντων σ' όσον αφορά στην εγκυρότητα της εγγραφής του επίδικου κτήματος επ' ονόματι της Χ"Αντώνη και αργότερα των Εναγόντων. Η θέση αυτή στην Απάντηση κατ' ουδένα λόγο μπορεί να εκληφθεί ότι το δεδικασμένο επεκτείνεται και σε δικαίωμα κυριότητας των Εναγόντων επί του επίδικου κτήματος στη βάση δεδικασμένου. Εν πάση περιπτώσει το Ανώτατο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την κυριότητα του επίδικου κτήματος ή την επ' ονόματι της Χ"Aντώνη εγγραφή, που δεν μπορούσε εξάλλου να κάμει κάτι τέτοιο λόγω του ότι η εγγραφή διενεργήθηκε μετά την πρωτόδικη απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς, ασχολήθηκε με την ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου την οποία ακύρωσε αποφασίζοντας ότι η κυριότητα του επίδικου κτήματος θα έπρεπε να αποφασιστεί στα πλαίσια Αγωγής. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «.Οπότε, η ειδοποίηση που τροχιοδρομούσε δυνατότητα ή προοπτική εγγραφής ακινήτου ιδιοκτησίας όχι δυνάμει δικαστικής απόφασης αλλά δυνάμει κρίσης του Διευθυντή αναφορικά με τα ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων, που θα ακολουθούσε εκτός εάν η άλλη πλευρά και όχι εκείνη που επιζητούσε παρέμβαση, εξασφάλιζε δικαστική απόφαση ή πάντως προχωρούσε με αγωγή, δεν είχε δικαιοδοτικό έρεισμα. Συνιστούσε ανεπίτρεπτη αντιστροφή με αναγνώριση προβαδίσματος υπέρ της μιας από τις δύο πλευρές και η έφεση που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 80, το οποίο εκτείνεται και σε ειδοποιήσεις, θα έπρεπε να επιτύχει. ............................. Οι εφεσείοντες, με εναλλακτικούς ισχυρισμούς, αμφισβητούν και την ορθότητα της θεώρησης πως η ειδοποίηση του Διευθυντή στάληκε δυνάμει του άρθρου 46
(1). Θεωρούν ότι, υπό το φως των δεδομένων, στα οποία περιλαμβάνουν και ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, στην πραγματικότητα ήταν εξουσία δυνάμει του άρθρου 61 που άσκησε ο Διευθυντής. Οι εφεσίβλητοι διαφωνούν αλλά δεν χρειάζεται να μας απασχολήσει αυτή η πτυχή. Ήταν και ενώπιον μας η άποψη όλων πως η κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι μόνο με δικαστική απόφαση θα ήταν δυνατόν να επέλθει κτηματική αλλαγή στην περίπτωση, είναι ορθή. Επομένως, το αποτέλεσμα δεν θα άλλαζε αφού, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά υπέδειξε, πιθανή επίλυση τέτοιας διαφοράς από το Διευθυντή κατ' επίκληση του άρθρου 61 ή άλλως, θα υπερέβαινε την εξουσία του. Η έφεση επιτυγχάνει. Η προσβαλλόμενη απόφαση παραμερίζεται. Η ειδοποίηση του Διευθυντή ημερομηνίας 30.8.90 ακυρώνεται. Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας και της έφεσης, επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον των εφεσιβλήτων.» Ο δικηγόρος των Εναγόντων στη γραπτή αγόρευση του εισηγείται περαιτέρω ότι μετά την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 8) νομικά και λογικά συνεπάγεται δικαίωμα επιστροφής στην προτέρα κατάσταση. Εξαρτάται όμως τι εννοεί στην προτέρα κατάσταση. Οι Ενάγοντες στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου ήταν ιδιοκτήτες του κτήματος με αρ. εγγραφής 4361 που προήλθε από την αρχική εγγραφή 922 έκτασης δύο σκαλών και εξακολουθεί η εκσυγχρονισμένη εγγραφή 6045 να αφορά στο ίδιο κτήμα και να έχει τα ίδια σύνορα. Στην παρούσα περίπτωση η απόφαση του Διευθυντή για διαχωρισμό του τεμαχίου 5 και εκσυγχρονισμό της εγγραφής 4361 χρονικά ήταν μεταγενέστερη της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η απόφαση του εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και μόνο με τη διαδικασία που προνοεί το άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου μπορεί να προσβληθεί. Δεν προχώρησαν όμως οι Ενάγοντες σε τέτοια διαδικασία. Αντίθετα ενεργώντας στη βάση της εγγραφής 6045, το 2001 οι Ενάγοντες τη μεταβίβασαν σε άλλο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος, γεγονός που κατατείνει σε συμπέρασμα ότι έχουν αποδεχθεί τον εκσυγχρονισμό της εγγραφής τους και αποκλείει κάθε αξίωση τους για ακύρωση του και επιστροφή στην προτέρα κατάσταση. Ήταν περαιτέρω εισήγηση του δικηγόρου των Εναγόντων ότι η εγγραφή 6044 επ' ονόματι της Χ"Αντώνη έγινε στη βάση της «ανύπαρκτης» όπως την χαρακτήρισε απόφασης του Διευθυντή. Η θέση αυτή διαψεύδεται όχι μόνο από τον Σιακίδη, αλλά και από την Αζίνα (Μ.Ε.1), ότι δηλαδή το επίδικο κτήμα ενεγράφη επ' ονόματι της Μαρίας Χ"Αντώνη στη βάση εχθρικής κατοχής και της διαδικασίας που ακολούθησε ο Σιακίδης στα πλαίσια της Αίτησης 334/88. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι ο οποιοσδήποτε διάδικος αξιώνει οτιδήποτε από το Δικαστήριο, θα πρέπει να παρουσιάζει αξιόπιστη, θετική και ειλικρινή μαρτυρία. Στην υπόθεση Αντρέας Μιχαηλίδης ν. Κακουλλή
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 67 τονίστηκε ότι: «Είναι πρωτίστως καθήκον του εφεσείοντα να ικανοποιήσει το δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τους εφεσίβλητους να την αντικρούσουν.» Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης, σε συσχετισμό με τις βάσεις της Αγωγής, είναι κατάληξη μου ότι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί όπως και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.