Λουκάς Μαυρίκιος ν. David Glenn Cairns κ.α., Αρ. Αγωγής: 4067/2012, 6/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A223 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 4067/2012 Μεταξύ: Λουκάς Μαυρίκιος, από την Πάφο Ενάγοντα Και David Glenn Cairns από το Μέσα Χωριό Shelley Ruth Cairns, από το Μέσα Χωριό Εναγομένων ------------------------ Ημερομηνία: 6 Δεκεμβρίου 2013 Αίτηση ημερομηνίας 21.3.2013 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - αιτητές: κα Θεοχάρους για κ. Σ. Αργυρού Για Ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση: κα Νικόλα ------------------------ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ H Με την αγωγή του ο ενάγοντας, ο οποίος είναι δικηγόρος, αξιώνει εναντίον των εναγομένων, που όπως ισχυρίζεται κατά τα έτη 2007 και 2008 ήταν πελάτες του και τους παρείχε νομικές συμβουλές και νομικές υπηρεσίες αναφορικά με διάφορα θέματα, το ποσό των €1,138.88σ πλέον τόκους. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του, κατά ή περί την 27.6.2018 και 30.6.2009 εξέδωσε δύο χρεωστικές σημειώσεις προς τους εναγόμενους αναφορικά με τις υπηρεσίες που τους πρόσφερε οι οποίες τους στάληκαν προς εξόφληση αλλά δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση εκ μέρους τους. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν την 14.2.2013 εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και την 21.3.2013 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, η οποία στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στις Δ.27 και Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στο άρθρο 7
(2)του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(Ι)/2012 με την οποία ζητούν: (Α) Διάταγμα με το οποίο να απορρίπτεται και/ή παραμερίζεται η αγωγή και/ή το κλητήριο ένταλμα και/ή τη μέχρι σήμερα διαδικασία στην παρούσα αγωγή ως παραγραφείσα και/ή αντικανονική και/ή ως αντιβαίνουσα στους Νόμους και Κανονισμούς καθώς και στους Δικαστικούς Θεσμούς και συγκεκριμένα στο άρθρο 7
(2)του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(Ι)/2012). (Β) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται όπως η περαιτέρω διαδικασία στην αγωγή σταματήσει (be stayed)και/ή ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης για απόρριψη της αγωγής λόγω παραγραφής της απαίτησης. Το αιτητικό της παρ. Β υπό τις περιστάσεις καθίσταται άνευ αντικείμενου. Η υπό κρίση αίτηση, συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Δικηγόρου Άννας Παπαντωνίου, στην οποία αφού κάνει αναφορά στα όσα περιλαμβάνει ως ισχυρισμούς ο ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης του, υποστηρίζει ότι, εφόσον η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε κατά ή περί τις 27/06/2008 και 30/06/2008, όταν ο ενάγοντας - καθ΄ου η αίτησης εξέδωσε τις Χρεωστικές του Σημειώσεις και η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 27.12.2012, δυνάμει των όσων το άρθρο 7
(2)του Νόμου 66(Ι)/2012 διαλαμβάνει, η απαίτηση του έχει παραγραφεί και συνεπώς το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αγωγή ως παραγραφείσα, αντικανονική και παραβαίνουσα στους Νόμους και Κανονισμούς. Ο ενάγοντας καθ΄ ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση και προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Οι εναγόμενοι 1 και 2 εμποδίζονται από την προώθηση της παρούσας αίτησης ένεκα της εμφάνισης τους υπό διαμαρτυρία και/ή η παρούσα αίτηση είναι αντικανονική και αντίκειται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς την σχετική Νομοθεσία και Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
- Η αίτηση στερείται νομικού υπόβαθρου, καθότι δεν αναφέρει ουδεμία νομική και/ή νομοθετική βάση και/ή διάταξη που να παρέχει στους Αιτητές το δικαίωμα να ζητήσουν το αιτούμενο διάταγμα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 χρησιμοποιούν την παρούσα διαδικασία για παράκαμψη των ειδικών θεσμών και/ή προϋποθέσεων που αφορούν τα όσα επιζητούν με την παρούσα αίτηση.
- Η αίτηση είναι πρόωρη στην υπό κρίση διαδικασία, καθότι δεν έχει καταχωρηθεί Υπεράσπιση από τους Εναγόμενους 1 και 2, δεν υπάρχει συναίνεση ως προς τα γεγονότα και δεν όπως απορριφθεί και περαιτέρω δεν υπάρχουν παραδεκτά γεγονότα, απαραίτητα κάτω από την Δ.
- Η παρούσα αίτηση για προδικασία προδικαστικής ένστασης της υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2 αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court), είναι καταπιεστική, ενοχλητική και έγινε για αλλότριους σκοπούς και ειδικότερα για να καθυστερήσει την εκδίκαση της παρούσας αγωγής.
- Δεν συντρέχουν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συνυπάρχουν δια την έκδοση διατάγματος το οποίο να απορρίπτει και/ή παραμερίζει και ακυρώνει την ως άνω αγωγή ως παραγραφείσα και/ή αντικανονική σύμφωνα με την υφιστάμενη Νομοθεσία και Νομολογία .
- Οι εναγόμενοι 1 και 2 κωλύονται από την προώθηση της παρούσας αίτησης καθότι το χρονικό διάστημα του χρόνου παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος αναστάληκε σύμφωνα με το άρθρο 13 (β) του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος 2012 (66(I)/2012), Συγκεκριμένα από τον Ιανουάριο του 2011 και μέχρι τον Ιούλιο του 2012 οι εναγόμενοι 1 και 2 με αλληλογραφία εκ μέρους των τότε δικηγόρων τους ζητούσαν χρόνο και πληροφορίες για τις Χρεωστικές Σημείωσης ημερ. 27.6.2008 και 30/06/2008 και/ή διαπραγματεύονταν το χρωστικό υπόλοιπο τους με τον ενάγοντα με αποτέλεσμα οι ενέργειες τους να αποτρέψουν τον ενάγοντα στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής.
- Οι εναγόμενοι 1 και 2 απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
- Η αίτηση δεν είναι νομότυπη, είναι παράτυπη και/ή αντίκειται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας ήτοι της αρχής ότι ο μέρος που επιζητεί την επιείκεια του δικαστηρίου και την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας πρέπει να προσέλθει σε αυτό με καθαρά τα χέρια (one who comes into equity must come with clean hands) και την αρχή της επιείκειας ότι δεν θα επιτρέψει στο ένας μέρος να επωφεληθεί από δική του παρανομία (equity will not permit a party to profit by his own wrong).
- Η αίτηση αποτελεί προσπάθεια κωλυσιεργίας και καθυστέρησης της διαδικασίας είναι κακόπιστη και αυτό φαίνεται απ΄ όλα τα στοιχεία που περιβάλουν την παρούσα αίτηση και προκαλεί καταπίεση στον ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση.
- Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους και/ή οποιουδήποτε ικανοποιητικούς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό της παρούσας αίτησης το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι γενικό, ασαφή, αόριστο, ελλιπή και ατεκμηρίωτο και δεν συνάδει με την σχετική νομολογία,.
- Η παρούσα αίτηση και ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν είναι νομότυπη και /ή αντίκειται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα με την οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους λόγους της ένστασης Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
- θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όσον αφορά τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της διαγραφής δικογράφου ως μη απροκάλυπτων αγώγιμο δικαίωμα, χρήσιμη είναι η αναφορά στην υπόθεση In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246, οι αρχές τις οποίας υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Ν. Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 ΑΑΔ 1338. Στην υπόθεση In Re Pelmako το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε ότι η διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 θ. 26 και της Δ.27 θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συνιστά εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παράβαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτό. Αν με βάση αυτά τα στοιχεία το δικόγραφο κριθεί ως αναντίλεκτα ανυπόστατο τότε διατάσσεται η διαγραφή του. Η διαπίστωση ως προς το κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά θέμα δικαίου. Κρίνω ορθό όπως αρχικά εξετάσω τον τελευταίο λόγο ένστασης καθότι σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι αυτός ευσταθεί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, η αίτηση θα παραμείνει μετέωρη χωρίς γεγονότα που να την υποστηρίζουν. Η ενέργεια και τακτική των δικηγόρων να δίδουν μαρτυρία σε υποθέσεις έχει χαρακτηρισθεί σε πλείστες αποφάσεις σαν απαράδεκτη και αποφευκτέα, αν και δεν προσκρούει σε οποιαδήποτε νομοθετική απαγόρευση (Andreou v. Andreou
(1969)1 C.L.R 533, In re Efthymiou
(1987)C.L.R. 329). Τονίζεται η ανάγκη όπως η πρακτική αυτή να αποφεύγεται εκτός αν υφίσταται αδήριτη ανάγκη η οποία θα εξυπηρετούσε την απονομή της δικαιοσύνης. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβίβαστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του (In re Eftymiou
(1987)1 C.L.R 319 και D. Rybolovlev v. E. Rybolovlena και M. Holdinngs Ltd v. E. Rybolovleva, Πολικές Εφέσεις αρ. 130/2009 και 131/2009 ημερομηνίας 29/1/2010). Στις περιπτώσεις δε που ο ομνυών είναι δικηγόρος, κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί που δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. H συνήγορος του ενάγοντα με αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, εισηγήθηκε ότι θα πρέπει όλοι οι προβαλλόμενοι στην ένορκη δήλωση ισχυρισμοί να απορριφθούν καθότι είναι ανεπίτρεπτο η Δικηγόρος η οποία συνεργάζεται με τον γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης-αιτήτριας να ενεργεί και υπό την ιδιότητα του μάρτυρα. Επιπρόσθετα, η ενόρκως δηλούσα δεν είναι ικανή να αποδείξει τα αναγκαία και ουσιώδη γεγονότα τα οποία αναφέρει καθ΄ ότι σύμφωνα με την Δ.39 παρέλειψε να αναφέρει από του αντλεί την γνώση της για τα γεγονότα της υπόθεσης. Παρά το ότι πρόκειται, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, για ενέργεια και τακτική απαράδεκτη και αποφευκτέα, στην κρινόμενη περίπτωση, πρόκειται για ενδιάμεση αίτηση και ενόψει του νομικού ζητήματος που εγείρεται, θεωρώ ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί το περιεχόμενο της για τον πιο πάνω λόγο. Περαιτέρω, τα όσα περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της ενόρκως δηλούσας πρόκειται για γεγονότα και στοιχεία που προκύπτουν από τον φάκελο της διαδικασίας και δεν υπάρχουν γεγονότα τέτοιας μορφής και φύση ώστε να ήταν απαραίτητη η επιβεβαίωση τους από πρόσωπο που έχει προσωπική γνώση. Επίσης η ενόρκως δηλούσα σύμφωνα με την ένορκη της δήλωση έχει εξουσιοδοτηθεί από την εναγόμενη - αιτήτρια να προβεί σε ένορκη δήλωση για σκοπούς υποστήριξης της αίτησης της. Συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος της ένστασης απορρίπτεται. Για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, έχοντας υπόψη μου τα όσα διαλαμβάνει η Δ.27 θ.3, την σχετική πάντα επί του θέματος νομολογία, την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα, που είναι το ουσιαστικότερο στοιχείο να κρίνει την τύχη της αίτησης αλλά και τα όσα ο Νόμος 66(Ι)/2012 προβλέπει και ρυθμίζει καταλήγω πως η αίτηση δεν δύναται να επιτύχει. Αρχικά στην έκθεση απαίτησης μνημονεύονται αρκετά στοιχεία που στηρίζουν καλή βάση αγωγής και αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα ενώ το ζήτημα της παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντα πρόκειται για ανεξάρτητο ζήτημα. Η κύρια θέση ως προς την προώθηση της συγκεκριμένης θέσης πέραν των δικονομικών ζητημάτων θίγονται με την ένσταση και δεν αφορούν την ουσία του αιτήματος αλλά το τυπικό και δικονομικό μέρος της αίτησης, είναι ότι η συγκεκριμένη απαίτηση του ενάγοντα έχει παραγραφεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων του 2012 Ν 66(Ι)/2012 και συγκεκριμένα δυνάμει του άρθρου 7
(2)του Νόμου, για αυτό κρίνω σκόπιμο όπως εξετάσω κατά προτεραιότητα την πιο πάνω θέση αφού αυτή θα κρίνει και την βασιμότητα της αίτησης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα, «Οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατά τα έτη 2007 και 2008 υπήρξαν πελάτες του αναφορικά με διάφορα θέματα νομικής φύσεως και ο ενάγοντα τους παρέχει νομικές υπηρεσίες κτλ., και πάλι σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του, «Κατά ή περί την 27/06/08 και 30/06/2008 ο Ενάγοντας εξέδωσε 2 Χρεωστικές Σημειώσεις αναφορικά με τις νομικές υπηρεσίες που πρόσφερε στους Εναγόμενους 1 & 2 για το συνολικό ποσό των €1,138.88σ, τις οποίες απεστάλη στους Εναγόμενους 1 & 2 ζητώντας τους την εξόφληση τους, χωρίς όμως να υπάρξει οιαδήποτε ανταπόκριση από τους Εναγόμενους 1 και 2.» Οι εναγόμενοι 1 και 2 επικαλούνται το άρθρο 7
(2)του Ν. 66
(1)/2012, το οποίο και αναφέρει: «7.
(2)Καμία αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντιάτρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξαρτήτου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά από την πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάση της αγωγής.» Ο ενάγοντας, μετά την έκδοση των δύο χρεωστικών σημειώσεων προς τους εναγόμενους αναφορικά με τις υπηρεσίες που τους παρείχε, καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 27.12.2012, δηλαδή 4 και πλέον χρόνια αργότερα. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι η θέση των εναγομένων ότι η παρούσα περίπτωση είναι εκ των περιπτώσεων που συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για επίλυσης της δυνάμει της Δ.27 Θ.3, αφού είναι απόλυτα καθαρό ότι η αγωγή του ενάγοντα δεν μπορεί να επιτύχει καθ΄ότι η απαίτηση του έχει παραγραφεί από τον Ιούνιο του 2012 (παρ. 12 της ένορκης δήλωσης στην αίτηση). Οι εναγόμενοι αγνοούν όμως, όπως διαφαίνεται, ότι η έναρξη της ισχύος του Νόμου που επικαλούνται προς επίλυση του ζητήματος, καθορίζεται στο άρθρο 28 του Νόμου, το οποίο αναφέρει ότι «Ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύει την 1η Ιουλίου 2012». Επίσης φαίνεται να αγνοούν και την μεταβατική διάταξη του Νόμου, άρθρο 26, το οποίο είναι καθοριστικό, μεταξύ άλλων, ως προς τον χρόνο έναρξης της παραγραφής. Το άρθρο 26 αναφέρει τα εξής: «
- Καμία αγωγή δεν εγείρεται μετά την εκπνοή ενός έτους από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος Νόμου, εάν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός εάν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία έχει συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την συμπλήρωσης ενός έτους από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.» Πρόσφατα, στις 31.5.2013, το πιο πάνω άρθρο έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 41(Ι)/2013 και τώρα έχει ως εξής: «
- Καμία αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2013 , αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός εάν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία έχει συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) Συνεπώς, αυτό το οποίο προκύπτει μέσα από τα πιο πάνω άρθρα του Νόμου 66(Ι)/2012 που επικαλούνται οι εναγόμενοι, είναι ότι ακόμη και εάν η βάση της αγωγής έχει συμπληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου, υπάρχει χρονικό περιθώριο ενός ακόμη έτους και με βάση την τροποποίηση μέχρι 31η Δεκεμβρίου
- Η τελευταία τροποποίηση δηλαδή μετέφερε τον χρονικό διάστημα για έγερση αγωγών για την διεκδίκηση συγκεκριμένων απαιτήσεων από την 1η Ιουλίου του 2012 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου
- Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στην υπό κρίση περίπτωση, ο ενάγοντας θα μπορούσε να καταχωρήσει την αγωγή του για την αξίωση της συγκεκριμένης απαίτησης, ακόμα και σήμερα χωρίς να τίθεται ζήτημα παραγραφής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχω εκθέσει, χωρίς ανάγκη εξέτασης των λοιπών λόγων της ένστασης στην αίτηση των εναγόμενων, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο