ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1251/07, 6/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A224 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1251/07 Μεταξύ: ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΥ από την Πάφο Ενάγoντα και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου ------------------------- Ημερομηνία: 6 Δεκεμβρίου, 2013 Για τον Ενάγοντα: κ. Αλ. Αλεξάνδρου, για να ακούσει την απόφαση κ. Μενοίκου Για τον Εναγόμενο: κ. Μ. Αναστασίου, για να ακούσει την απόφαση κ. Κόκκινου Ενάγων παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης είναι: «Α. €10620 απώλεια εισοδήματος για 45 ημέρες που παρέμεινε στην φυλακή. Β. €3.500 δικηγορικά έξοδα για σκοπούς εφέσεως. Γ. €10.000 ιατρικά έξοδα, φάρμακα και οδοιπορικά λόγω του προβλήματος υγείας που παρουσίασε ο ενάγων από τον εγκλεισμό του στην φυλακή. Δ. Γενικές αποζημιώσεις για τα σοβαρά προβλήματα υγείας που παρουσίασε ο ενάγων συνεπεία του εγκλεισμού του στις φυλακές. Ε. Γενικές αποζημιώσεις για απώλεια εισοδημάτων μέχρι σήμερα, και για απώλεια εισοδημάτων στο μέλλον λόγω της ανικανότητας του ενάγοντα να εργαστεί. ΣΤ. Νόμιμο τόκο επί οιουδήποτε επιδικασθησομένου ποσού από τις 9.3.2006 μέχρι εξόφλησης». Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 35 ετών υγιέστατος, διατηρούσε και διαχειρίζετο εστιατόριο, καφέ και/ή μπυραρία στην επαρχία Πάφου και έχαιρε εκτίμησης από το κοινωνικό σύνολο. Από την επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκούσε κέρδιζε κατά έτος περίπου το ποσό των €85.000. Ο ενάγων ήταν κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση υπ' αρ. 8986/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και στις 9.3.2006 καταδικάστηκε από το Δικαστήριο και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 45 ημερών. Η καταδικαστική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ανατράπηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου στην ποινική έφεση υπ' αρ. 44/2006 και ο ενάγων στις 8.9.2006 αθωώθηκε αφού συμπλήρωσε την ποινή που του επιβλήθηκε. Συνεπεία της καταδίκης του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και του εγκλεισμού του στις Κεντρικές Φυλακές επηρεάστηκε όπως ισχυρίζεται ο ψυχικός του κόσμος με καταστροφικές συνέπειες για τον ίδιο που είχαν ως αποτέλεσμα να περιέλθει ο ενάγων σε κατάθλιψη με ψυχωτικά συμπτώματα και να καταστεί ένας ταλαίπωρος άνθρωπος και ανίκανος για εργασία μετά την έξοδο του από τις φυλακές. Επιπλέον λόγω της φύσεως της κατηγορίας που αντιμετώπιζε στην ποινική υπόθεση και της εσφαλμένης καταδικαστικής απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρξε ως συνεπακόλουθο ο διασυρμός της προσωπικότητας του, η προσβολή του ενάγοντα σε τέτοιο βαθμό που μετά την έξοδο του από τις φυλακές δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο από ντροπή, και είχε το αίσθημα ότι όλος ο κόσμος τον καταδίωκε. Ο ενάγων λόγω της καταδίκης του από το Πρωτόδικο Δικαστήριο απώλεσε τα εισοδήματα του για 45 ημέρες, και εξαναγκάστηκε να καταχωρήσει έφεση και να επιβαρυνθεί δικηγορικά έξοδα λεπτομέρειες των οποίων αναφέρει στην έκθεση απαίτησης του. Ο ενάγων με βάση τον Νόμο 144
(1)/2001 στις 21.11.2006 μέσω του δικηγόρου του γνωστοποίησε στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών την απαίτηση του και συμμορφώθηκε πλήρως με τις πρόνοιες του Νόμου. Με βάση τον αναφερθέντα Νόμο ο ενάγων δικαιούται για την απώλεια του εισοδήματος του κατά τον χρόνο που παρέμεινε στην φυλακή αύξηση κατά 25%, δηλαδή επί του ποσού των €10.620 επιπρόσθετο ποσό €2.655 που αντιστοιχεί στο 25%. Επιπρόσθετα ο ενάγων διεκδικεί από την εναγόμενη ειδικές ζημιές για ιατρικά έξοδα, γενικές αποζημιώσεις για τα σοβαρότατα προβλήματα υγείας που παρουσίασε συνεπεία του εγκλεισμού του όπως ισχυρίζεται στις φυλακές, για την απώλεια εισοδημάτων μέχρι σήμερα, και για την απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων καθ' ότι μέχρι σήμερα είναι ανίκανος για οποιανδήποτε εργασία. Στην έκθεση υπεράσπισης η εναγόμενη αρνείται όλους και καθένα χωριστά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα όπως φαίνονται στις παραγράφους 6,7 και 8 της έκθεσης απαίτησης δεν δημιουργούν και/ή δεν στοιχειοθετούν βάση και/ή αιτία αγωγής και/ή δεν πρέπει και/ή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και/ή δεν εμπίπτουν στα πλαίσια του περί Κατ' Έφεση Ανατροπής Ποινής Φυλάκισης (Αποζημίωση) Νόμου 144(Ι)/2001 που διέπει εξαντλητικά το θέμα και/ή το ύψος και/ή τη φύση της αποζημίωσης που μπορεί να δοθεί σε περίπτωση κατ' έφεση ανατροπής καταδικαστικής απόφασης και/ή τα θέματα που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό τυχόν αποζημίωσης. Η εναγόμενη αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα χωριστά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που περιέχονται στην παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζεται ότι ο ενάγων δεν υπέβαλε μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της κατ' έφεση απόφασης αίτηση τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών ζητώντας τη χορήγηση σ' αυτόν αποζημίωσης σύμφωνα με τον Ν.144(Ι)/2001 και αρνείται ότι ο ενάγων στις 21.11.2006 μέσω του δικηγόρου του γνωστοποίησε στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών την απαίτησή του. Ως εκ τούτου αναφέρει ότι ουδεμία αποζημίωση δικαιούται αφού σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο οι προθεσμίες είναι ανατρεπτικές. Χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω ισχυρισμών της η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που ο ενάγων αποδείξει ότι υπέβαλε και/ή απέστειλε αίτηση ημερ. 21.11.2006, η αίτηση αυτή ήταν λανθασμένη και/ή ελλιπής και/ή κατά παράβαση του άρθρου 4
(2)του Νόμου 144(Ι)/2001 δεν περιείχε και/ή δεν περιελάμβανε πληροφορίες και/ή στοιχεία ως προς τα θέματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 5 του Νόμου 144(Ι)2001 και/ή δεν περιείχε στοιχεία και πληροφορίες που ήταν αναγκαίες για να καταστεί δυνατή η μελέτη της αίτησης και ως εκ τούτου δεν δικαιούται οιανδήποτε αποζημίωση δυνάμει των προνοιών του Νόμου. Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τα ποσά που απαιτεί ο ενάγων είναι παράλογα και/ή υπέρογκα και/ή υπερβολικά και/ή λανθασμένα. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων δεν δικαιούται να διεκδικά αποζημιώσεις για τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης και/ή αυτά δεν δημιουργούν βάση αγωγής και/ή δεν υπάρχει αιτία αγωγής στη βάση της οποίας ο ενάγων να μπορεί να διεκδικήσει τέτοιες αποζημιώσεις. Το ύψος της αποζημίωσης που μπορεί να χορηγηθεί σε περιπτώσεις όπου μια καταδικαστική απόφαση ανατρέπεται κατ' έφεση, διέπεται από τον Ν.144(Ι)/2001 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέγιστο ποσό που υπολογίζεται στο άρθρο
- Τα όσα ο ενάγων αναφέρει στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησής του δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό της αποζημίωσης που δυνατόν να μπορεί να του χορηγηθεί. Στην απάντηση στην υπεράσπιση ο ενάγων αρνείται κατηγορηματικά τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι δεν υπέβαλε μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της κατ' έφεση απόφασης αίτηση στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών σύμφωνα με τον Ν.144(Ι)/2001 για χορήγηση σ' αυτόν αποζημίωσης και ισχυρίζεται ότι ενήργησε στα πλαίσια του σχετικού νόμου και στις 21.11.2006 γνωστοποίησε την απαίτηση του στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών μέσω του δικηγόρου του. Για να αποδείξει την υπόθεση του ο Ενάγων έδωσε μαρτυρία ο ίδιος και κάλεσε επίσης 6 μάρτυρες. Για την εναγόμενη έδωσε μαρτυρία η Μ.Υ.1 Παναγιώτα Ανδρέου. Στην γραπτή του δήλωση Τεκμήριο Α ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 35 ετών, υγιέστατος και ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα που σχετίζεται με εστιατόρια, καφέ και μπυραρίες στην επαρχία της Πάφου. Ήταν κύριος μέτοχος και διευθυντικό στέλεχος της εταιρείας Ανθούλης και Αγαμέμνων Αντωνίου Λτδ. Από τη δραστιηριότητα του αυτή κέρδιζε περίπου €85.000 το χρόνο. Ήταν κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση 8986/03 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και στις 9.3.2006 καταδικάστηκε από το Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης 45 ημερών. Η καταδικαστική απόφαση ανατράπηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην ποινική έφεση 44/06 και στις 8.9.2006 αθωώθηκε αφού όμως προηγουμένως έκτισε την ποινή που του επέβαλε το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Σαν συνέπεια της καταδίκης και του εγκλεισμού του στις κεντρικές φυλακές επηρεάστηκε ο ψυχικός του κόσμος με αποτέλεσμα να περιέλθει σε κατάθλιψη και να παρουσιάζει ψυχωτικά συμπτώματα και μετά την αποφυλάκιση του να παρουσίαζε σοβαρές ψυχολογικές διαταραχές. Σαν αποτέλεσμα των προβλημάτων υγείας και του διασυρμού της προσωπικότητας του δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με κανένα ούτε να κυκλοφορήσει εκτός από το σπίτι του. Κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη φυλακή απώλεσε τα εισοδήματα του και ως εκ τούτου καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία ζητά την απώλεια εισοδήματος για την περίοδο μεταξύ 9.3.06 και 12.4.06 που παρέμεινε στη φυλακή, τα δικηγορικά έξοδα που πλήρωσε για σκοπούς έφεσης, τα ιατρικά έξοδα λόγω των προβλημάτων υγείας που παρουσιάζει αλλά και γενικές αποζημιώσεις για προβλήματα υγείας και απώλεια εισοδημάτων. Στην αντεξέταση του ο ενάγων αναφέρθηκε στα προβλήματα υγείας που παρουσιάζει και όπως είπε αυτά άρχισαν να εμφανίζονται αμέσως μετά την καταδίκη του σε ποινή φυλάκισης. Μετά την αποφυλάκιση του επισκεπτόταν κάθε 2 με 3 μέρες την γιατρό Μαρία Παλέξα και σταμάτησε να την επισκέπτεται τους τελευταίους 6 με 8 μήνες και ξεκίνησε να εργάζεται το
- Ενημέρωσε όπως είπε το Υπουργείο Οικονομικών σχετικά με την απαίτηση του με την επιστολή η οποία κατατέθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου
- Η Μ.Ε.2 Μαρίνα Τσαντή ανέφερε ότι εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του κ. Αλέξανδρου Αλεξάνδρου τα τελευταία 16 χρόνια και μεταξύ των καθηκόντων της είναι η δακτυλογράφηση και αποστολή επιστολών. Την επιστολή ημερομηνίας 21/11/06 μέρος του Τεκμηρίου 6 τη δακτυλογράφησε η ίδια και την έστειλε προσωπικά αυθημερόν με απλό ταχυδρομείο. Η επιστολή δεν επεστράφηκε πίσω. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν υπήρχε λόγος να σταλεί συστημένη η επιστολή και στη μάρτυρα υπεβλήθηκε ότι η επιστολή ημερομηνίας 21.11.06 δεν στάληκε στο Υπουργείο Οικονομικών. Η Μαρία Παλέξα Μ.Ε.3 είναι ψυχίατρος στο Νοσοκομείο Πάφου και παρακολουθούσε τον Ενάγοντα καθ΄ όλη τη διάρκεια που αυτός παρουσίαζε προβλήματα υγείας. Η μαρτυρία της βρίσκεται καταγεγραμμένη με λεπτομέρειες στα πρακτικά και δεν θα την επαναλάβω. Θα αναφερθώ στη μαρτυρία της όπου κριθεί σκόπιμο για την παρούσα υπόθεση. Ο Κωνσταντίνος Καζάκος Μ.Ε.4 ανέφερε ότι είναι εγκεκριμένος λογιστής ελεγκτής και διατηρεί δικό του γραφείο στη Λεμεσό. Διορίστηκε ελεγκτής για να ετοιμάσει καταστάσεις λογαριασμών που αφορούν την εταιρεία Ανθούλης και Αγαμέμνων Αντωνίου Λτδ οι οποίες κατατέθηκαν στο γραφείο Φόρου Εισοδήματος. Ο μάρτυρας κατέθεσε το πιστοποιητικό μερισμάτων για τα έτη 2005 μέχρι το 2009 σαν Τεκμήριο 13, τις φορολογικές δηλώσεις του Ενάγοντα σαν Τεκμήριο 14 και τις πρόσθετες αναθεωρημένες δηλώσεις σαν Τεκμήριο 15 και
- Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι μισθοί του Ενάγοντα ήταν σταθεροί και ως μέτοχος έπαιρνε μέρισμα ανεξάρτητα από το αν εργαζόταν. Σε ερώτηση της κ. Αναστασίου αν τα μερίσματα αυτά ήταν πάντα σταθερά ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά και όπως ανέφερε ήταν περίπου τα ίδια. Ο νευρολόγος ψυχίατρος Νεόφυτος Παπανεοφύτου Μ.Ε.5 ανέφερε ότι εξέτασε τον ενάγοντα 3 φορές και τέθηκαν ενώπιον του όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά της κας Παλέξα. Ο ίδιος ετοίμασε ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο κατατέθηκε σαν Τεκμήριο
- Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, από ψυχιατρικής πλευράς δεν υπάρχει διαφορά στα ευρήματα του από αυτά της κας Παλέξα. Το μετατραυματικό σύνδρομο το οποίο παρουσιάζει ο Ενάγων είναι η κατάσταση που προκλήθηκε από κάποιο τραυματικό γεγονός και γενεσειουργός αιτία ήταν σύμφωνα με τον μάρτυρα ο εγκλεισμός του ενάγοντα στη φυλακή. Ήταν μια αντιδραστική ψύχωση λόγω των γεγονότων και δεν μπορεί να ήταν από άλλη αιτία γιατί αν ήταν κάτι τέτοιο η διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής θα επανέφερε την κατάσταση του ενάγοντα. Σήμερα ο ενάγων βρίσκεται σε καλή κατάσταση και αναμένεται περαιτέρω βελτίωση εκτός βέβαια αν συμβεί κάποιο ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός που να υποτροπιάσει την κατάσταση του. Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι ουσιαστικά τη θεραπεία την ολοκλήρωσε η κα Παλέξα όμως μετατραυματικά κατάλοιπα εξακολουθούν να υπάρχουν. Για τον ενάγοντα κατέθεσε επίσης ο αδελφός του Ανθούλης Αντωνίου Μ.Ε.6 ο οποίος ανέφερε ότι ασχολείται με την τουριστική βιομηχανία σε οικογενειακές εταιρείες. Μέτοχοι είναι ο ίδιος και ο ενάγων σε ποσοστό 50% ο καθένας. Ο ίδιος ασχολείται με το εστιατόριο της πρώτης εταιρείας και ο ενάγων με το εστιατόριο της άλλης. Οικονομικά οι δυο εταιρείες πήγαιναν πολύ καλά και ο αδελφός του πριν από την καταδίκη του σε ποινή φυλάκισης και τον εγκλεισμό του στη φυλακή ήταν ένα ευχάριστο και δραστήριο άτομο που όταν όμως βγήκε από τη φυλακή ήταν ένα διαφορετικό πρόσωπο, κρυβόταν, φοβόταν τον κόσμο και ήταν πάντοτε ατημέλητος. Τον παρακολουθούσε η γιατρός Μαρία Παλέξα την οποία επισκέφθηκε 2 1/2 με 3 μήνες μετά που βγήκε από τη φυλακή. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας η εταιρεία Ανθούλης και Αγαμέμνων Αντωνίου Λτδ μετά την αποφυλάκιση του αδελφού του άρχισε να ήταν ζημιογόνος γιατί ο ίδιος δεν μπορούσε να ασχοληθεί και με τα δυο εστιατόρια. Η Γιάννα Παυλίδου, Μ.Ε.7, υπεύθυνη στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου κατέθεσε σαν Τεκμήριο 18 το κατηγορητήριο το οποίο αντιμετώπισε ο ενάγων στην ποινική υπόθεση 8986/
- Για την εναγόμενη έδωσε μαρτυρία η Παναγιώτα Ανδρέου (Μ.Υ.1) η οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης που έγινε Τεκμήριο Β. Η μάρτυρας εργάζεται όπως ανέφερε στο αρχείο του Υπουργείου Οικονομικών στη Λευκωσία. Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της παραλαμβάνει όλη την αλληλογραφία που φθάνει στο Υπουργείο Οικονομικών και όλα τα έγγραφα που παραλαμβάνονται σφραγίζονται με σφραγίδα στην οποία φαίνεται η ημερομηνία παραλαβής. Στη συνέχεια τα έγγραφα αποστέλλονται ανάλογα με το θέμα στον Υπουργό, στον Γενικό Διευθυντή ή στους Οικονομικούς Διευθυντές για οδηγίες. Όταν τα έγγραφα επανέλθουν στο αρχείο με τις ανάλογες οδηγίες αυτά κατανέμονται στους λειτουργούς του αρχείου, σαρώνονται και καταχωρούνται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και ακολουθεί η φυσική φύλαξη των εγγράφων σε χάρτινους φακέλους. Η πρώτη επιστολή που παραλήφθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών εκ μέρους του ενάγοντα ήταν η επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 4.5.07 στην οποία έκαναν αναφορά και επισύναπταν μια άλλη επιστολή ημερ. 21.11.
- Από τον έλεγχο που έκαμε τότε αλλά και πρόσφατα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και στο σχετικό φάκελο που καταχωρούνται οι επιστολές που αφορούν αιτήσεις προσώπων που φυλακίστηκαν και στη συνέχεια αθωώθηκαν διαπίστωσε ότι δεν παραλήφθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών η επιστολή ημερ. 21.11.
- Για πρώτη φορά είδε επιστολή με ημερ. 21.11.06 τον Μάιο του 2007 όταν παρέλαβαν την επιστολή ημερ. 4.5.07 των δικηγόρων του ενάγοντα στην οποία είχε επισυναφθεί η επιστολή ημερ. 21.11.
- Στην αντεξέταση της η μάρτυρας επανέλαβε ότι η μοναδική επιστολή που υπάρχει στο αρχείο είναι η επιστολή ημερ. 4.5.2007 στην οποία επισυνάπτεται η επιστολή ημερ. 21.11.
- Στη μάρτυρα υπεβλήθηκε ότι παραλήφθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών η επιστολή ημερ. 21.11.06 αλλά την έχασαν. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ουδέποτε παραλήφθηκε τέτοια επιστολή από το Υπουργείο Οικονομικών. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις. Ήταν η θέση της κ. Αναστασίου ότι ουδέποτε στάληκε η επιστολή ημερομηνίας 21.11.
- Η κα Αναστασίου αναφέρθηκε επίσης στις πρόνοιες του Περί Κατ΄ Έφεση Ανατροπής Ποινής Φυλάκισης (Αποζημίωση) Νόμος 144
(1)/2001 και τόνισε ότι οι προθεσμίες που αναφέρονται στο Νόμο είναι ανατρεπτικές και ως εκ τούτου η μη έγκαιρη αποστολή της επιστολής εκ μέρους του ενάγοντα έχει ως αποτέλεσμα ο ενάγων να μην νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω η κα Αναστασίου αναφέρει στην αγόρευση της ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προχωρήσει σε υπολογισμό των αποζημιώσεων που θα εδικαιούτο ο ενάγων με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Νόμου ο ενάγων δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε αποζημίωση για οποιοδήποτε ποσό πέραν της πραγματικής απώλειας εισοδήματος του για την περίοδο που αυτός βρισκόταν στη φυλακή αυξημένης κατά 25%. Αντίθετα ο κ. Αλεξάνδρου ανέφερε ότι έγκαιρα αποστάληκε η επιστολή σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου και η απώλεια της οφείλεται στο Υπουργείο Οικονομικών. Αναφέρει επίσης ο κ. Αλεξάνδρου στην αγόρευση του ότι στο περιεχόμενο της επιστολής του Υπουργείου Οικονομικών ημερ. 25.5.07 που αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 6 φαίνεται να εγκαταλείπεται ουσιαστικά η θέση της εναγόμενης για μη λήψη της επιστολής. Αναφέρει επίσης ότι ο νόμος μπορεί να καθορίζει μόνο την αποζημίωση στις περιπτώσεις αθώωσης μετά από καταδίκη και την απώλεια του εισοδήματος για την περίοδο αυτή όμως δεν περιορίζει ο Νόμος αυτός και δεν αποκλείει την διεκδίκηση και επιδίκαση όποιων άλλων αποζημιώσεων που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της καταδίκης και μεταγενέστερης αθώωσης. Σύμφωνα με τον Νόμο 144
(1)/2001 πρόσωπο στο οποίο επεβλήθηκε ποινή φυλάκισης η οποία ανατρέπεται κατ΄ έφεση ή διατάσσεται επανεκδίκαση της υπόθεσης με τελική κατάληξη την τελεσίδικη αθώωση του δικαιούται σε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 4
(1): «Ο δικαιούχος υποβάλλει μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της κατ΄ έφεση απόφασης ή στην περίπτωση επανεκδίκασης από την ημερομηνία της αθωωτικής τελεσιδικίας, αίτηση στον διευθυντή ζητώντας τη χορήγηση σ΄ αυτόν αποζημίωσης». Το άρθρο 6 του ιδίου νόμου αναφέρει ότι όλες οι προθεσμίες που αναφέρονται στο νόμο είναι ανατρεπτικές και αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση που παρέλθει η προθεσμία των 3 μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της κατ΄ έφεση απόφασης ή της αθώωσης του μετά από επανεκδίκαση της υπόθεσης ο δικαιούχος χάνει το δικαίωμα να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η αθωωτική απόφαση εκδόθηκε στις 8.9.06 και απέστειλε τη σχετική επιστολή στο Υπουργείο Οικονομικών στις 21.11.
- Η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι η ίδια έστειλε την επιστολή αυτή η οποία δεν επεστράφηκε. Αντίθετα η Μ.Υ.1 αναφέρει ότι τέτοια επιστολή δεν παραλήφθηκε και στο Υπουργείο Οικονομικών παραλήφθηκε μόνο επιστολή ημερομηνίας 4.5.2007 στην οποία επισυναπτόταν αντίγραφο της επιστολής 21.11.
- Αναφορά ότι δεν παραλήφθηκε η επιστολή ημερομηνίας 21.11.06 γίνεται και στην επιστολή ημερομηνίας 15.5.07 από το Υπουργείο Οικονομικών προς τον Γενικό Εισαγγελέα που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου
- Έχω εξετάσει τους ισχυρισμούς των δυο μαρτύρων και παρακολούθησα τις δυο μάρτυρες όπως κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα. Η Μ.Ε.2 ήταν βέβαιη ότι στάληκε η επιστολή γιατί όπως είπε αυτό ήταν μέρος των καθηκόντων της και δεν υπήρχε λόγος να σταλεί συστημένη η επιστολή. Είναι όμως άξιο απορίας πως ο ενάγων αποτάθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών για να διερευνήσει κατά πόσο παραλήφθηκε η επιστολή του ημερομηνίας 21/11/06 σχεδόν 6 μήνες μετά την αποστολή της και 3 ημέρες πριν από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Η λογική πορεία των πραγμάτων επιβάλλει όπως μια τόσο σημαντική και καταλυτική για την υπόθεση του ενάγοντα επιστολή παρακολουθείται και επιβεβαιώνεται έγκαιρα και σίγουρα ότι παραλήφθηκε και όχι σχεδόν 6 μήνες μετά από την αποστολή της. Ο ενάγων λογικά ανέμενε απάντηση από τον Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος και σε περίπτωση μη αποδοχής της όποιας αποζημίωσης προσφέρετο από τον Διευθυντή ή σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος τότε δικαιούτο να καταχωρήσει αγωγή εντός 3 μηνών. Κατά συνέπεια ο ενάγων είχε κάθε λόγο να παρακολουθεί την πορεία της επιστολής του για να συμμορφωθεί με τις προθεσμίες και λογικά η επιστολή με την οποία ζητούσε τις διευκρινήσεις θα έπρεπε να αποσταλεί μετά τους τρεις μήνες από την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 21/11/06 και όχι έξι μήνες μετά. Η Μ.Υ.1 με σαφήνεια ανέφερε ότι τέτοια επιστολή δεν παραλήφθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών και αυτό φαίνεται και στην επιστολή ημερομηνίας 15/5/2007 προς το Γενικό Εισαγγελέα με την οποία ζητούσαν οδηγίες για χειρισμό του θέματος. Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της Μ.Ε.2 και κρίνω ότι η επιστολή δεν αποστάληκε στον ουσιαστικό χρόνο και η υποβολή προς τη Μ.Υ.1 ότι η επιστολή παραλήφθηκε και χάθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών παρέμεινε μετέωρη. Ως εκ τούτου και με βάση την κατάληξη μου ότι ο ενάγων δεν απέστειλε την επιστολή - αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου και εφόσον η προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 6 είναι ανατρεπτική ο ενάγων δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και τη διεκδίκηση αποζημιώσεων με βάση το νόμο 144
(1)/2001. Δεν θα συμφωνήσω με την θέση του κ. Αλεξάνδρου ότι η εναγομένη εγκατέλειψε την θέση της για μη έγκαιρη παραλαβή της επιστολής. Στην επιστολή ημερομηνίας 15.5.07 το Υπουργείο Οικονομικών ενημερώνει τον Γενικό Εισαγγελέα ότι δεν παραλήφθηκε η επιστολή η οποία προνοείται στο νόμο και ως αποτέλεσμα αυτού ο Γενικός Εισαγγελέας στην έκθεση υπεράσπισης που ετοίμασε για την εναγομένη θέτει το γεγονός αυτό σαν το πρώτο λόγο για τον οποίο θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή αφού ο ίδιος ο νόμος προνοεί ότι η προθεσμία είναι ανατρεπτική. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα εξετάσω κατά πόσο στην περίπτωση που αποστέλλετο η αναγκαία επιστολή - αίτηση εντός 3 μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της αθωωτικής για τον ενάγοντα απόφασης ο ενάγων δικαιούται σε οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)για τον καθορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη το επάγγελμα και απασχόληση του δικαιούχου αμέσως πριν από την καταδίκη του και η πραγματική απώλεια εισοδήματος συνεπεία της παραμονής του στη φυλακή για την περίοδο που είχε παραμείνει εκεί. Το εδάφιο 2 του άρθρου 5 αναφέρει τα εξής: «Νοείται ότι, εάν ο δικαιούχος δεν απώλεσε εισόδημα ή εάν το ποσό που απώλεσε είναι μικρότερο του ποσού που θα εισέπραττε αν το εισόδημα του ήταν ίσο με το εκάστοτε σε ισχύ κατώτατο όριο μισθών βάσει του περί Κατωτάτου Ορίου Μισθών Νόμου, Κεφ. 183, η αποζημίωση δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που θα εισέπραττε αν είχε τέτοιο εισόδημα αυξημένο κατά 25%» Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 κατά τον ουσιαστικό χρόνο οι μισθοί του ενάγοντα ήταν σταθεροί και ως μέτοχος στην εταιρεία έπαιρνε μέρισμα ανεξάρτητα του αν εργαζόταν και τα μερίσματα αυτά ήταν πάντα σταθερά. Κατά συνέπεια είναι η κρίση μου ότι ο ενάγων δεν είχε οποιαδήποτε πραγματική απώλεια εισοδημάτων κατά την περίοδο που βρισκόταν στις κεντρικές φυλακές. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του όπως φαίνεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι είχε απώλειες εισοδημάτων €10.620 για την περίοδο από 9/3/06 μέχρι 12/4/06 που παρέμεινε στη φυλακή είναι εκτός πραγματικότητας με δεδομένη επίσης τη θέση του ότι το ετήσιο εισόδημα του ήταν €85.000. Ο ενάγων θα δικαιούτο με βάση το άρθρο 5
(2)σαν αποζημίωση ποσό ίσο με το κατώτατο μισθό που ίσχυε στον ουσιαστικό χρόνο σύμφωνα με το Περί Κατωτάτου Ορίου Μισθών Νόμου Κεφ. 183 αυξημένο κατά 25% εφόσον βέβαια απέστειλε έγκαιρα την επιστολή - αίτηση προς το Υπουργείο Οικονομικών. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δικαιούται γενικές αποζημιώσεις για τα σοβαρά προβλήματα υγείας που παρουσίασε συνεπεία του εγκλεισμού του στις κεντρικές φυλακές και για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων λόγω της ανικανότητας του να εργαστεί για 3 και πλέον χρόνια μετά την αποφυλάκιση του όπως επίσης τα δικηγορικά έξοδα που πλήρωσε για τους σκοπούς της έφεσης και τα ποσά που αφορούν ιατρικά έξοδα. Ο νόμος 144
(1)/2001 αναφέρει περιοριστικά το πλαίσιο των αποζημιώσεων που δικαιούται κάποιο πρόσωπο μετά από ανατροπή καταδικαστικής απόφασης και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί μέσα στο πλαίσιο αυτό. Δεν μπορεί να ερμηνευθεί όπως εισηγείται ο κ. Αλεξάνδρου ότι εφόσον δεν απαγορεύει ο Νόμος την εξέταση οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης μπορεί αυτή να δοθεί. Κάτι τέτοιο θα καταστρατηγούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του Νόμου και θα υπήρχε αυθαίρετη εφαρμογή του και ως εκ τούτου δεν θα εξετάσω τις περαιτέρω αξιώσεις του ενάγοντα. Ενόψει της κατάληξης μου ότι ο ενάγων δεν υπέβαλε εντός 3 μηνών από των ημερομηνία έκδοσης της κατ' έφεση απόφασης αίτηση προς τον Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών και ενόψει του γεγονότος ότι η προθεσμία είναι ανατρεπτική ο ενάγων δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: Αποζημιώσεις αποφυλακισθέντα μετά από αθώωση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο