← Κύπρος

ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ ν. ΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αρ. αγωγής: 3854/07, 18/12/2013

ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ ν. ΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αρ. αγωγής: 3854/07, 18/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A232 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 3854/07 ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ Ενάγοντας εναντίον ΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΝΔΡΕΚΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18/12/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενο 1 - αιτητή: κα Εύα Θεμιστοκλέους Για ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση: κος Αλέξανδρος Αλεξάνδρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους ημερομηνίας 25/10/2013, ο εναγόμενος 1 αιτείται Διάταγμα του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο να επιτρέπει στον εναγόμενο 1/αιτητή να προβεί σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, ήτοι το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Ανδρέα Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 4/2/

  1. Νομοθετικά, η αίτηση βασίστηκε στην Δ.28 Θ.Θ. 1 - 14, Δ.25 θ.θ. 1 - 5, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4, 7 και 9, Δ.57 Θ. 2 και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Το μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε προς υποστήριξη της αίτησης, είναι η ένορκη δήλωση της Εύας Θεμιστοκλέους από την Λεμεσό και στον φάκελλο της υπόθεσης. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι είναι δικηγορικός υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ στην Πάφο και προβαίνει στην ένορκη δήλωση μετά από εντολή, οδηγίες και εξουσιοδότηση του εναγόμενου
  2. Γνωρίζει τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη της δήλωση από πληροφορίες που έλαβε από τους δικηγόρους του γραφείου που χειρίζονται την υπόθεση, αλλά και από μελέτη του φακέλλου της δικογραφίας και των σχετικών με την παρούσα υπόθεση εγγράφων. Από ότι γνωρίζει η ίδια και από ότι την πληροφορούν οι δικηγόροι του γραφείου που χειρίζονται την υπόθεση, το έγγραφο για το οποίο ζητείται η αποκάλυψη, δεν περιλήφθηκε στην αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, διότι περιήλθε στην κατοχή του εναγόμενου 1 κατά ή περί την 4/2/2013, ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, ήτοι 14/8/2012 και ως εκ τούτου ζητεί με την παρούσα αίτηση την αποκάλυψη του. Το εν λόγω έγγραφο είναι ορθό και δίκαιο να αποκαλυφθεί, είναι σημαντικό για την ακρόαση της υπόθεσης και θα βοηθήσει σημαντικά στην διαμόρφωση άποψης επί των επίδικων θεμάτων και θα περιορίσουν και τα επίδικα θέματα. Περαιτέρω, από ότι γνωρίζει η ίδια και από πληροφορίες που έλαβε από τους δικηγόρους του γραφείου που χειρίζονται την υπόθεση, η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος είναι αναγκαία για την δίκαιη και αποτελεσματική επιδίκαση της υπόθεσης και πιθανή απόρριψη του αιτούμενου Διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί ο εναγόμενος 1 του δικαιώματος του να τύχει μιας δίκαιης δίκης, προωθώντας πλήρως και εμπεριστατωμένα την γραμμή υπεράσπισης του, αλλά και να αποκαλύψει έγγραφα που έχει στην κατοχή του και για όλους τους πιο πάνω λόγους, πιστεύει ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Η πιο πάνω αίτηση, αντίκρυσε την ένσταση του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση. Νομοθετικά, η ένσταση στηρίχθηκε στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.28 Θ. 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8 και 11 και Δ.48 Θ. 8

(2), στα άρθρα 42 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης άπτονται στο ότι το πιο πάνω έγγραφο περιήλθε στην κατοχή του αιτητή στις 4/2/2013 και συνεπώς δεν νομιμοποιείται σε αυτό το στάδιο να το αποκαλύψουν, στο ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας και ο αιτητής δεν αναφέρει κανένα απολύτως λόγο και/ή δεν παρέχει οποιανδήποτε εξήγηση που να δικαιολογεί την πολύμηνη καθυστέρηση της υποβολής της αίτησης, στο ότι η αποκάλυψη εγγράφων που ζητά ο αιτητής δεν είναι αναγκαία και/ή απαραίτητη και/ή ως προνοείται από την νομοθεσία και/ή η σχετική νομολογία και/ή τους σχετικούς κανονισμούς, στο ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και/ή ο αιτητής δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της αίτησης, στο ότι η αίτηση έγινε καταχρηστικά και/ή κακόπιστα, στο ότι τέτοιο Διάταγμα και/ή οδηγίες αποκάλυψης εγγράφων δεν συντείνουν στην δίκαιη επίλυση οποιουδήποτε επίδικου θέματος και υπό τις περιστάσεις η έκδοση τέτοιου Διατάγματος και/ή οδηγιών δεν είναι αναγκαία για την δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης, στο ότι δεν συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση η προυποθέσεις δια την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, στο ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο και δεν πρέπει να εκδόσει το αιτούμενο Διάταγμα και/ή τις αιτούμενες οδηγίες αφού εμπίπτουν στην διακριτική του ευχέρεια η οποία θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση και όχι υπέρ του αιτητή και στο ότι η έκδοση Διατάγματος για αποκάλυψη αυτού του εγγράφου θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής και πρόκληση υψηλών εξόδων. Το μαρτυρικό υπόβαθρο που έχει τεθεί προς υποστήριξη της ένστασης, προέρχεται από τον ενάγοντα, ο οποίος στην ένορκη του δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη νομολογία, η αποκάλυψη εγγράφων βάσει της δικονομικής πρόνοιας Δ.28 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αντίστοιχης της παλιάς Αγγλικής Δ.31 θ.12, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δύναται να εξετάσει το θέμα μέσω των δικογράφων, ενόρκων δηλώσεων ή και οποιασδήποτε διαδικασίας μέσα στην ίδια την αγωγή και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η αποκάλυψη εγγράφων έχει ως σκοπό τη λήψη πληροφοριών και την παρουσίαση εγγράφων που έχουν σχέση με την αντιδικία των μερών για την προετοιμασία της ακρόασης, μπορεί δε να ζητηθεί, είτε γενική είτε εξειδικευμένη, από οποιονδήποτε από τους διαδίκους και συνήθως ζητείται μετά το κλείσιμο της δικογραφίας οπότε τα επίδικα θέματα θα έχουν καθοριστεί με ακρίβεια. Αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων απορρίπτεται είτε όταν θεωρηθεί ότι δεν είναι αναγκαία για την δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης είτε όταν εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε, δεν επιτρέπεται δε η αποκάλυψη όταν ζητείται για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες οι οποίες μπορεί να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεσή του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του ή να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες, άμεσα ή έμμεσα, ανεξάρτητα αν μπορούν ή όχι να δοθούν ως μαρτυρία. (βλ. μεταξύ άλλων Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 12, σελ. 2-34, The Annual Practice 1956, σελ. 516 επ., National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)C.L.R. 40, Nissho Iwai Corporation and others v. Lizard Shipping Company Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 31, Lagos Ltd. v. Πλοίου FT Zolotets κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600, G.A.P. Navig. Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1624, Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271). Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958
(1)σελ. 713-714 και 716, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Δ. Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798) έχει λεχθεί ότι η τμηματική αποκάλυψη εγγράφων δεν είναι ενδεδειγμένη ή πρόσφορος για σκοπούς της εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας ενόσω η αναγκαιότητα της αποκάλυψης εγγράφων συναρτάται με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Επίσης, η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων δεν περιορίζεται σε έγγραφα που μπορεί να είναι αποδεκτά ως μαρτυρία. (βλ. σχετικά Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.B.D. 62, 63, O' Rourke v. Darbishire
(1920)A.C. 581, 630). Στο The Supreme Court Practice 1987, τόμος 1, παράγρ. 24/1/2 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με την αγγλική δικονομική πρόνοια για αποκάλυψη εγγράφων, Ο.24,r.1, σύμφωνα με την οποία σε υποθέσεις που αρχίζουν με κλητήριο ένταλμα, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση μετά που θα κλείσουν οι έγγραφες προτάσεις, να προβούν σε αποκάλυψη των εγγράφων που, όπως προνοεί και η δική μας δικονομική πρόνοια για αποκάλυψη, Δ.28 θ.1, «είναι ή ήταν» στην κατοχή, έλεγχο ή φύλαξή τους και αφορούν στα επίδικα θέματα: "Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of the documents which have come into a party´s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party´s obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party´s possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cv. O.18, rr.8 and 9) and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true . ... An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay costs occasioned by the failure to give discovery promptly." Στην υπόθεση Touchstone Development Ltd v. Cypromar Shipping Ltd κ.ά. αρ. Αγωγής 1208/06 Ε.Δ. Λάρνακος, η Πρόεδρος(τότε) του Δικαστηρίου κα Π. Παναγή, εξετάζοντας παρόμοιο ζήτημα σε ενδιάμεση απόφαση της ημερ. 18.10.10 ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην καναδική υπόθεση Lib Brokerage and Realty Co
(1977)Ltd ν. Budd
(1992)2 WWR 453 επισημαίνεται σχετικά πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε Κανονισμός ο οποίος να εμποδίζει το Δικαστήριο να εκδώσει, βάσει της σύμφυτης του δικαιοδοσίας, διάταγμα για περαιτέρω αποκάλυψη, ενώ οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των πραγματικοτήτων της σύγχρονης δικαστικής διαδικασίας ("... ... the Rules requiring disclosure of documents must be interpreted in the light of the realities of current litigation practice"). Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co. 1
(1884)Cab & El 215 αναφέρθηκε ότι η υποχρέωση αποκάλυψης δεν αφορά μόνο έγγραφα τα οποία έρχονται στην κατοχή του διαδίκου μετά την αρχική αποκάλυψη αλλά εκτείνεται και σε έγγραφα τα οποία είτε από λάθος είτε από αβλεψία, ενώ βρίσκονταν στην κατοχή του διαδίκου δεν αποκαλύφθηκαν. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Now in my opinion, a party who after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which I think is the proper course or at least by notice and he has no right to keep back all knowledge of the newly discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery. To keep back under such circumstances a document known to be material, would in my opinion, amount to a reprehensible want of frankness ... .... ». Ένας από τους στόχους της Δ.28 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι να αποτρέψει τον αιφνιδιασμό κατά την ακροαματική διαδικασία και να δοθεί η δυνατότητα στην κάθε πλευρά να εκτιμήσει σωστά την δύναμη της υπόθεσης της ενόψει των εγγράφων που αποκαλύπτονται. Η αποκάλυψη προάγει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No.2)
(1997)1 All E.R 614, αναφέρθηκε ότι η χρήση του ενεστώτα και του αόριστου στην πιο πάνω αγγλική δικονομική πρόνοια δεν καλύπτει έγγραφα που δεν υπάρχουν όταν καταρτίζεται ο κατάλογος εγγράφων ή η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, υποδείχθηκε ότι «.... the rule stated in the Supreme Court Practice is not only the practice but the law». Επίσης υποδεικνύεται ότι η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζεται μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Touchstone Development Ltd, ανωτέρω, η ακροαματική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη και όταν επιχειρήθηκε να κατατεθούν έγγραφα ως τεκμήρια ο συνήγορος της άλλης πλευράς έφερε ένσταση καθότι επρόκειτο για έγγραφα που δεν είχαν αποκαλυφθεί με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Το διάταγμα για αποκάλυψη δεν αναφερόταν σε υποχρέωση αποκάλυψης μελλοντικών εγγράφων. Τα έγγραφα (φωτογραφίες) που επιθυμούσαν να καταθέσουν δημιουργήθηκαν μετά την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης και κρίθηκε ότι υπήρχε βάσιμη δικαιολογία για την παράλειψη των εναγόντων να τα αποκαλύψουν ενωρίτερα. Έτσι το Δικαστήριο αφού έκρινε ότι δεν θα επηρεαζόταν δυσμενώς η άλλη πλευρά, επέτρεψε την κατάθεση των φωτογραφιών υπό τον όρο ότι οι ενάγοντες θα καταχωρούσαν σχετική συμπληρωματικη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εντός δυο ημερών σύμφωνα με τη Δ.28 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Μετά το αρχικό διάταγμα του Δικαστηρίου για αποκάλυψη, η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζει και εκτείνεται σε έγγραφα που αποκτούνται ή δημιουργούνται στην πορεία της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Όπως δε υποδεικνύεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley η μορφή που θα πάρει η όποια περαιτέρω αποκάλυψη δηλαδή κατά πόσο θα είναι με επίσημο κατάλογο ή απλά με επιστολή είναι αδιάφορη. Η ουσία της υποχρέωσης είναι ότι δεν πρέπει να αποσιωπάται ή αποκρύπτεται η ύπαρξη εγγράφων σχετικών με την επίδικη διαφορά είτε ο διάδικος σκοπεύει να τα παρουσιάσει στη δίκη είτε όχι. Όπως διαφαίνεται και από την υπόθεση Mitchell, ανωτέρω, υφίσταται συνεχής υποχρέωση αποκάλυψης ακόμη και μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης η οποία μπορεί να γίνει είτε με συμπληρωματική δήλωση είτε με σχετική ειδοποίηση. Στην περίπτωση που διάδικος διατάχθηκε να αποκαλύψει έγγραφα και παραλείψει να το πράξει και όταν επιχειρήσει να τα παρουσιάσει ως μαρτυρία δεν θα του επιτραπεί να τα παρουσιάσει εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε βάσιμη δικαιολογία για την παράληψη του αυτή και μπορεί να επιτρέψει όπως τέτοιο έγγραφο τεθεί ως μαρτυρία με τέτοιους όρους που θα κρίνει αρμόζοντες. (βλ. Δ.28 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Όπως έχει αναφερθεί στην υπ. Τυλληρή v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 2271: "Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει . . . στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη". Η αποκάλυψη εγγράφων δυνατόν να είναι είτε γενική βάσει της Δ.28 θ.1 που αντιστοιχεί με την αγγλική διάταξη 0.31 r.12, είτε ειδική βάσει της Δ.28 θ.11 που αντιστοιχεί με την 0.31 r. 19A
(3). Είναι γεγονός πως από τα σχόλια στις 0.31 r.12 και 0.31 r.19A
(3)στο Annual Practice 1958 προκύπτει πως υπάρχει όντως τέτοια εξουσία του δικαστηρίου τόσο εν σχέσει με γενική, όσο και ειδική αποκάλυψη που έχει προηγηθεί. Όπως αναφέρεται στη σελ. 716: "Where the affidavit is insufficient in form a further affidavit will be ordered". Αυτό προκύπτει και από αναφορά στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, reissue, Τόμος 37, § 555. Πλην όμως υπάρχουν προϋποθέσεις όπως συνάγεται από το πιο κάτω απόσπασμα στη σελ. 713 του Annual Practice: "Upon Application for Further Affidavit. - (see r. 19A, under which a further affidavit can be ordered as to particular documents.) The Court is not restricted to requiring from a party one affidavit of documents only: it may require another at any time if it is not unreasonable Το suppose . . . ., from certain sources . . . . or there is a reasonable probability or presumption or ground for suspicion derived from such sources that he has other relevant documents in his possession . . . . if, for example, he has excluded documents under a misconception of the case". Συνεπώς θα πρέπει είτε να μην είναι παράλογο να υποτεθεί με βάση τις συγκεκριμένες πηγές (certain sources), είτε να υπάρχει εύλογη πιθανότητα ή τεκμήριο ή υπόβαθρο για υποψία προερχόμενη από τις εν λόγω πηγές ότι υπάρχουν και άλλα σχετικά έγγραφα στην κατοχή κάποιου. Εάν δεν καταδειχθεί με αυτό τον τρόπο ότι η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης είναι ανεπαρκής δεν διατάσσεται Περαιτέρω ένορκη Δήλωση απκάλυψης (Further Affidavit). Ως πηγές εννοούνται η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, τα τυχόν προσκομισθέντα έγγραφα και τα δικόγραφα. Στο Annual Practice, σελ. 725 αναφέρεται επίσης πως μια εκ πρώτης όψεως περίπτωση σχετικότητας και κατοχής των εγγράφων είναι αρκετή για να επιτραπεί το διάταγμα ("A prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order"). Στην ίδια περικοπή και ειδικά εν σχέσει με την 0.31 r.12 (Δ.28 θ.2) αναφέρεται ότι: "A further affidavit may be ordered under r.12, supra, on an application without an affidavit in support, but under r.12 only when the Court is clearly satisfied from particular sources that the assertions in the affidavit of documents are untrue or cannot be accepted." Το Δικαστήριο στη βάση της Δ.28 θ.11 έχει τη δυνατότητα να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων υπό το φως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 713, 714 και 716). Το Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή προτού προβεί σε διαταγή για περαιτέρω αποκάλυψη εξετάζει κατά πόσο η αποκάλυψη εξυπηρετεί τους σκοπούς δίκαιης δίκης ή απλά αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. H Δ.28 θ.11, υπήρξε αντικείμενο εξέτασης, μεταξύ άλλων θεμάτων, στην υπόθεση Τ.Β.F (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)ΑΑΔ 153 όπου στις σελίδες 158 και 159 αναφέρθηκαν τα εξής: «O δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28 θ.11. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ.11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ.11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση. Η Δ.28 θ.11 ταυτίζεται με την αγγλική Δ.19 Α
(3). Από τα παρακάτω αποσπάσματα της απόφασης του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions
(1928)W.N. 218, διαφαίνεται ο σκοπός της διάταξης και παράλληλα η κοινή αντιμετώπιση: ´´The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient.´´ ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... .... In his Lordship´s opinion, upon a application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party´s affidavit of documents``. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ Το Δικαστήριο, έχοντας κατά νου το μαρτυρικό υπόβαθρο που έχει τεθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα, το περιεχόμενο του φακέλλου της παρούσας διαδικασίας και του ιστορικού που έχει προηγηθεί μέχρι σήμερα αλλά και τις πιο πάνω νομοθετικές και νομολογιακές επιταγές όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικώς πιο πάνω και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι το αίτημα των αιτητών θα πρέπει να τύχει έγκρισης για τους πιο κάτω λόγους: Το επιζητούμενο προς αποκάλυψη έγγραφο, ήρθε στην κατοχή του αιτητή μετά την αποκάλυψη εγγράφων που έχει προηγηθεί, αφού η αποκάλυψη εγγράφων έγινε στις 14/8/2012 εκ μέρους του εναγόμενου 1, ενώ το επιζητούμενο έγγραφο περιήλθε στην κατοχή του εναγόμενου 1 αργότερα, ήτοι στις 4/2/
  1. Μετά τις 4/2/2013, προηγήθηκε διαδικασία, σύμφωνα με την οποία έχουν τροποποιηθεί τα δικόγραφα με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 3/7/2013 και η συμπλήρωση των δικογράφων έλαβε χώρα στις 9/10/2013, ήτοι μόλις 16 μέρες πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Το επιζητούμενο προς αποκάλυψη έγγραφο είναι σχετικό με την παρούσα υπόθεση, διότι ο εναγόμενος 1, ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που τέθηκε προς υποστήριξη της αίτησης του, θα βοηθήσει σημαντικά στην διαμόρφωση άποψης επί των επιδίκων θεμάτων και θα προωθήσει την γραμμή υπεράσπισης του, θα αποκαλύψει το εν λόγω έγγραφο ως είναι και η διαρκής και συνεχής υποχρέωση του με βάση την νομολογία όπου περιλαμβάνει έγγραφα που είτε καλόπιστα ή από αβλεψία δεν περιλήφθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση ή περιήλθαν στην κατοχή του μεταγενέστερα από αυτήν, όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση. Δεν θα παρατηρηθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, διότι η αίτηση ορίστηκε για πρώτη φορά στις 2/12/2013, όπου δόθησαν οδηγίες για καταχώρηση ένστασης και ορίστηκε η αίτηση για ακρόαση στις 11/12/2013 και η απόφαση εκφωνείται πριν την ημερομηνία που θα αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, ήτοι στις 30/1/2014, παρόλο που στο ενδιάμεσο υπήρξε ημερομηνία δικασίμου, ήτοι στις 4/12/2013 και συνεπώς δεν παρατηρείται κωλισιεργεία στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης εξ΄ αιτίας της παρούσας αίτησης, λαμβανομένου υπόψη της ημερομηνίας καταχώρησης της παρούσας αγωγής και την πρόσφατη συμπλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων όπως πιο πάνω αναφέρεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση κρίνεται ως νόμω και ουσία βάσιμη, η ένσταση ως νόμω και ουσία αβάσιμη και συνεπώς εκδίδεται Διάταγμα σύμφωνα με το οποίο ο εναγόμενος 1 με ένορκη δήλωση του που θα καταχωρήσει εντός δύο ημερών από σήμερα, ήτοι μέχρι τις 20/12/2013, αποκαλύψει το έγγραφο, ήτοι το ιατρικό πιστοποιητικό Δρ. Ανδρέα Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 4/2/
  2. Τα έξοδα της αίτησης θα είναι έξοδα στην πορεία της υπόθεσης. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.