MAKAZA CONSTRUCTION LIMITED ν. Βερεγγάρια Παπακοκκίνου κ.α., Αρ. αγωγής: 1973/12, 23/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A238 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1973/12 MAKAZA CONSTRUCTION LIMITED Ενάγοντες εναντίον Βερεγγάρια Παπακοκκίνου Αλέκα Παπακοκκίνου Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23/12/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: κα Αρίστη Κορακίδου Οι εναγόμενες εμφανίζονται αυτοπροσώπως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους οι ενάγοντες αιτούνται: Α) Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπον την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος στην πρώτη σελίδα δια της διαγραφής των φράσεων ΄΄ αριθ. 1 - ΚΛΗΤΗΡΙΟΝ ΕΝΤΑΛΜΑ (Ο.2,1.) και (FORM J. 190 G)΄΄ και αντικατάστασης των με τις φράσεις ΄΄Αρ. 2 - ΚΛΗΤΗΡΙΟΝ ΕΙΔΙΚΩΣ ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΝ (O.2,r 6) και (FORM J. 195G) αντίστοιχα. Β) Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπον την τροποποίηση του κλητηρίου δια της διαγραφής της φράσης στην πρώτη σελίδα ΄΄ Η εν τη αγωγή αξίωσις του ενάγοντος εκτίθεται εις την όπισθεν του παρόντος κλητηρίου οπισθογράφησιν΄΄ και την αντικατάσταση της με την φράση ΄΄ Η εν τη αγωγή αξίωσις του ενάγοντος εκτίθεται εις έκθεσιν απαιτήσεως ως φαίνεται όπισθεν΄΄ Γ) οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή Διάταγμα ήθελε το Δικαστήριο κρίνει υπό τις περιστάσεις εύλογη και δίκαιη. Νομοθετικά, η αίτηση στηρίχθηκε στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 1 Θεσμός 2, Διαταγή 2 Θεσμός 1, 3, 6, 7, Διαταγή 16 Θεσμός 9, Διαταγή 25 Θεσμοί 1 - 6, Διαταγή 48 Θεσμοί 1 - 3, 8 και 9, Διαταγή 64 Θεσμοί 1 και 2, στην διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στο δίκαιο της Επιείκιας. Το μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε προς υποστήριξη της αίτησης, είναι η ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Μακάση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι διευθυντής των εναγόντων στην παρούσα αγωγή και γνωρίζει τα γεγονότα αυτής και αναφέρει την πηγή των γνώσεων του όταν δεν έχει προσωπική γνώση και επί νομικών θεμάτων συμβουλεύεται τους δικηγόρους του. Εξ΄ όσων τον πληροφορεί η δικηγόρος των εναγόντων, εκ λάθους/ και/ή παραδρομής και/ή αβλεψίας, η πιο πάνω αγωγή καταχωρήθηκε σε κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο στην πρώτη σελίδα, καθ΄ ότι η πρώτη σελίδα του κλητηρίου εντάλματος η οποία είναι καταχωρημένη στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου της αντί να καταχωρηθεί σε φόρμα Δ.2 Θ.6 ειδικής οπισθογράφησης, καταχωρήθηκε σε φόρμα Δ.2 Θ.1 γενικής οπισθογράφησης. Είναι ορθό και δίκαιο για σκοπούς ορθής απονομής της Δικαιοσύνης να εκδοθεί Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδει άδεια και/ή επιτρέπει την θεραπεία της παρατυπίας αυτής με την τροποποίηση της πρώτης σελίδας του κλητηρίου εντάλματος στην παρούα αγωγή, ώστε να αντικατασταθούν οι φράσεις στην πρώτη σελίδα του κλητηρίου αριθ. 1 - ΚΛΗΤΗΡΙΟΝ ΕΝΤΑΛΜΑ (Ο.2,1.) και (FORM J. 190 G) με τις φράσεις ΄΄Αρ. 2 - ΚΛΗΤΗΡΙΟΝ ΕΙΔΙΚΩΣ ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΝ (O.2,r 6) και (FORM J. 195G) αντίστοιχα ώστε να θεραπευτεί η άνω παρατυπία. Είναι ορθό και δίκαιο για σκοπούς ορθής απονομής της Δικαιοσύνης να εκδοθεί Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδει άδεια και/ή επιτρέπει την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος στην παρούσα αγωγή δια της διαγραφής της φράσης στην πρώτη σελίδα ΄΄ Η εν τη αγωγή αξίωσις του ενάγοντος εκτίθεται εις την όπισθεν του παρόντος κλητηρίου οπισθογράφησιν΄΄ και την αντικατάσταση της με την φράση ΄΄ Η εν τη αγωγή αξίωσις του ενάγοντος εκτίθεται εις έκθεσιν απαιτήσεως ως φαίνεται όπισθεν΄΄ ώστε να θεραπευθεί η άνω παρατυπία. Οι εναγόμενες στην άνω αγωγή την 7/11/12 καταχώρησαν αίτηση στο Ε.Δ. Πάφου και ζητούν ακύρωση και/ή παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης λόγω αντικανονικότητας και μη συμμόρφωσης με τους Δικαστικούς Θεσμούς. Η πιο πάνω αίτηση, αντίκρυσε την ένσταση των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση. Ως λόγοι ένστασης έχουν εκτεθεί οι πιο κάτω: 1)Η αίτηση πάσχει και είναι νομικά, ουσιαστικά και τυπικά αβάσιμη και απαράδεκτη και δέον να απορριφθεί. 2) η αίτηση δεν έχει νομικό έρεισμα 3) Οι θεσμοί που επικαλείται η δικηγόρος της ενάγουσας ουδόλως εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση και ως εκ τούτου είναι άσχετοι και δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω 4) Τα υπό (α)(β)(γ) είναι απαράδεκτα, αβάσιμα, αντίθετα με τους Δικαστικούς Θεσμούς και απορρίπτονται. 5) Η Διαταγή 25 Θ. 1 - 5 αναφέρεται σε δικόγραφα (pleadings), στην έκθεση απαιτήσεως, στην υπεράσπιση, στην απάντηση, όχι όμως τροποποίηση σε φόρμες κλητηρίου εντάλματος Δ.2 Θ. 1 ούτε Form J. 190 G και ούτε αντικατάσταση της με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο Δ.2 Θ. 6 ούτε με Form J 195 G διότι είναι τα εν λόγω έγγραφα (φόρμες) και όχι δικόγραφα, αλλά οι φόρμες ούτε επιτρέπεται τροποποίηση του κλητηρίου των φράσεων της φόρμας, δια της διαγραφής της ζητούμενης φράσεως και ούτε η αντικατάσταση της με οιανδήποτε άλλη, φράση ή φόρμα, διότι είναι θέμα εντύπου (φόρμας) που δεν αφορά δικόγραφο ούτε είναι δικόγραφο και το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα, ούτε οιονδήποτε εξ΄ αυτών και είναι αβάσιμα, απαράδεκτα και εκτός δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. 6) Οι παραγράφοι 1 - 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση είναι απαράδεκτες και απορρίπτονται. 7) Δεν αποτελεί παρατυπία όπως αβασίμως και απαράδεκτα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά ακυρότητα του εγγράφου και της αγωγής και δεν θεραπεύεται ούτε η αίτηση, ούτε η αγωγή, αφού αποκλείεται η οποιαδήποτε ζητούμενη τροποποίηση από τους Δικαστικούς Θεσμούς Δ.25 Θ. 1 - 5 της Πολιτικής Δικονομίας και συνεπώς δέον να γίνει εν΄ όψει των ανωτέρω απόρριψη της αίτησης. 8) Ως εκ των ανωτέρω η ενάγουσα κωλύεται και είναι estopped από τους κανόνες Πολιτικής Δικονομίας να υποβάλει τέτοια αίτηση η οποία δέον να απορριφθεί. 9) Τα λάθη δεν θεραπεύονται ως εκ των ανωτέρω 10) Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή πάσχει και δέον να απορριφθεί άμεσα 11) Άνευ βλάβης των άνω, τονίζεται από τις εναγόμενες ότι η ενάγουσα ουδεμίαν βάση αγωγής έχει, τουναντίον οι εναγόμενες 1 και 2 έχουν πολλές αξιώσεις εναντίον της ενάγουσας η οποία το γνωρίζει πολύ καλά και γραπτώς και προφορικώς. 12) Η αίτηση της ενάγουσας όπως και η αγωγή είναι παντελώς κακόπιστες. 13) Η ενάγουσα και η δικηγόρος της καταχρώνται και περιφρονούν την Δικαστική διαδικασία και περιφρονούν τους Δικαστικούς Θεσμούς και προκαλούν τεράστια ταλαιπωρία και ζημιές στις εναγόμενες εσκεμμένα, πλέον των ζημιών και βλαβών που προκάλεσε η ενάγουσα στις εναγόμενες που επιφυλάττονται να διεκδικήσουν οι εναγόμενες Δικαστικώς. 14) Η ενάγουσα δεν μπορεί να επιτύχει καμία από τις αιτούμενες θεραπείες εν΄ όψει των ανωτέρω, τουναντίον η ενάγουσα οφείλει στις εναγόμενες τεράστια χρηματικά ποσά τα οποία και ζητούν οι εναγόμενες και θα διεκδικήσουν Δικαστικώς. 15) Άνευ βλάβης των άνω οι εναγόμενες επιφυλάττουν τα δικαιώματα τους τα οποία θα διεκδικήσουν εναντίον της ενάγουσας διότι οι εναγόμενες 1 και 2 έχουν πολλές αξιώσεις εναντίον της ενάγουσας για τεράστια ποσά τις οποίες η ενάγουσα γνωρίζει τόσο προφορικώς, όσο και γραπτώς και προσποιουμένης εντέχνως αποφεύγει να τις αναφέρει η ενάγουσα και σκοπίμως ισχυρίζεται τους απαράδεκτους, αναληθείς και διαστρεβλωτικούς ισχυρισμούς της επειδή γνώριζε και γνωρίζει ότι είναι η ίδια που οφείλει στην πλευρά των εναγομένων τεράστια ποσά και που δεν δικαιούται κανένα ποσό από αυτά που ζητά, τουναντίον οι εναγόμενες δικαιούνται να τα διεκδικήσουν Δικαστικώς αποζημιώσεις και άλλα που τους οφείλει. Κατεβλήθησαν από την πλευρά των εναγομένων στην ενάγουσα τεράστια ποσά τα οποία επιμελώς δεν αναφέρει και αποκρύπτει σκοπίμως μέρος των οποίων δεν έπρεπε να καταβληθούν και επιπλέον διεκδικούν και δικαιούνται οι εναγόμενες και αποζημιώσεις για ζημιές και βλάβες που τους προκάλεσαν και στις δύο και /ή σε κάθε μια από τις εναγόμενες ξεχωριστά και στα ακίνητα τους και θα διεκδικηθούν Δικαστικώς. 16) Η συνεχής, ανεπίτρεπτη, προκλητική, αβάσιμη και παντελώς απαράδεκτη συμπεριφορά της ενάγουσας είναι παντελώς εσκεμμένη και κακόπιστη. 17) Τα λάθη της ενάγουσας δεν θεραπεύονται εν΄ όψει των άνω και οι εναγόμενες ζητούν την απόρριψη της αγωγής και της αίτησης με έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Νομοθετικά, η ένσταση βασίστηκε στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Θ. 1-27, Δ.20 Θ. 1- 5, Δ.25 Θ. 1 - 5, Δ.1 Θ. 2
(1), Δ.2 Θ. 1 - 15, Δ.48 Θ. 1 - 4
(1)
(2), 8, 9, επί των estoppels, επί του άρθρου 30 του Συντάγματος, του άρθρου 6 της Ευρωπαικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, επί των κανόνων φυσικής Δικαιοσύνης, επί της Νομολογίας και της Δικαστηριακής Πρακτικής και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε προς υποστήριξη της ένστασης, είναι η ένορκη δήλωση της εναγόμενης - καθ΄ ης η αίτηση 1 η οποία είναι και εξουσιοδοτημένη από την εναγόμενη 2 η οποία συμφωνεί με το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης και τα όσα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση τα γνωρίζει από προσωπική της γνώση αλλά και κατόπιν νομικής συμβουλής. Η ενόρκως δηλούσα υιοθετεί τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης και αρνείται τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση ημερομηνίας 27/11/
- Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι το γεγονός που ισχυρίζεται η ενάγουσα, ότι δεν χρησιμοποιήθηκε το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο σε φόρμα Δ.2 Θ.6 και καταχωρήθηκε κλητήριο σε φόρμα Δ.2 Θ.1 γενικής οπισθογράφησης αυτό είναι πρόβλημα σοβαρό της ενάγουσας και του δικηγόρου της. Δεν νομιμοποιείται και ούτε έχει οιονδήποτε δικαίωμα η ενάγουσα να ζητεί την τροποποίηση του, διότι προσκρούει και είναι αντίθετο με την Πολιτική Δικονομία Δ.25 θ. 1 - 5 και δεν μπορεί ούτε να τροποποιηθεί, ούτε να αντικατασταθεί καμία φράση ή λέξη του και δεν μπορεί να θεραπευθεί με τροποποίηση που απαράδεκτα ζητείται από την ενάγουσα, η φόρμα, το κλητήριο και δεν αποτελεί παρατυπία όπως απαράδεκτα και αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά ακυρότητα του καταχωρημένου εγγράφου και ακυρότητα της ζητούμενης αιτήσεως και διαδικασίας αφού αποκλείεται από την Δ.25 θ. 1 - 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ως εκ τούτου πάσχει από ακυρότητα η αγωγή και δέον να απορριφθεί με έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Δεν είναι ούτε ορθόν και δίκαιον ούτε προς τον σκοπό ορθής απονομής της Δικαιοσύνης αυτά που ζητούνται από την ενάγουσα διότι αφού αποκλείονται τα ζητούμενα από την Διαταγή 25 και αντιθέτως, το ορθό και δίκαιο και ο σκοπός της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης είναι η απόρριψη της αιτήσεως και ως εκ τούτου κατ΄ επέκταση της αγωγής με έξοδα εις βάρος της ενάγουσας. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι τέτοιο εναρκτήριο έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε από την ενάγουσα δεν υπάρχει στην Πολιτική Δικονομία και ως εκ τούτου πουθενά. Στην πρώτη σελίδα της αγωγής χρησιμοποιήθηκε φόρμα κλητηρίου γενικής οπισθογράφησης από την ενάγουσα Δ.2 Θ.1, η δεύτερη σελίδα αναφέρεται σε έκθεση απαίτησης αντί οπισθογράφηση που έπρεπε να ήταν, που είναι η δεύτερη σελίδα της Δ.2 Θ.1 και ως εκ τούτου πάσχει παντελώς η αγωγή αφού τέτοιος τύπος εγγράφου είναι παντελώς ανύπαρκτος νομικά, ουσιαστικά και τυπικά και κατασκευάστηκε μόνο από την πλευρά της ενάγουσας, πάσχον το έγγραφο από ακυρότητα εξ΄ υπαρχής abinitio που δεν θεραπεύεται. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, οι εναγόμενες επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους εναντίον της ενάγουσας τα οποία θα διεκδικήσουν λόγω των αξιώσεων που έχουν για τεράστια ποσά τα οποία η ενάγουσα γνωρίζει τόσο προφορικώς αλλά και γραπτώς και η ενάγουσα προσποιούμενη εντέχνως, αποφεύγει να τα αναφέρει σκοπίμως και ισχυρίζεται τους απαράδεκτους, αναληθείς και διαστρεβλωτικούς ισχυρισμούς της, επειδή γνώριζε και γνωρίζει ότι είναι η ίδια που οφείλει στις εναγόμενες τεράστια ποσά τα οποία δεν δικαιούται σε κανένα από αυτά, τουναντίον οι εναγόμενες δικαιούνται και θα διεκδικήσουν Δικαστικώς αποζημιώσεις και άλλα που η ενάγουσα τους οφείλει. Καταβλήθηκαν από τις εναγόμενες προς την ενάγουσα τεράστια ποσά τα οποία επιμελώς δεν αναφέρει και αποκρύπτει σκοπίμως, μέρος των οποίων μάλιστα δεν έπρεπε να καταβληθούν και επιπλέον διεκδικούν και δικαιούνται αποζημιώσεις για ζημιές και βλάβες που τους προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί σε αμφότερες τις εναγόμενες και/ή σε κάθε μια ξεχωριστά και στα ακίνητα τους και θα διεκδικηθούν Δικαστικώς και ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και της αγωγής με έξοδα εναντίον της ενάγουσας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ Κατ΄ αρχήν θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι οι λόγοι της ένστασης που αφορούν ισχυριζόμενες ζημιές και απώλειες και διεκδικηθείσες στο μέλλον αποζημιώσεις εκ μέρους των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, δεν δύνανται να έχουν καμία απολύτως βαρύτητα στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, διότι αυτοί οι ισχυρισμοί και θέσεις θα πρέπει να προβάλλονται μέσω δικογράφων και να αποδεικνύονται στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Συνεπώς οι λόγοι ένστασης που άπτονται επί αυτού του θέματος απορρίπτονται ως μη έχοντες βάση στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αίτησης. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή την αίτηση ημερομηνίας 27/11/2012, ως επίσης και την ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν, τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, ως επίσης και την επιχειρηματολογία αμφοτέρων των ευπαιδεύτων συνηγόρων και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η αίτηση ημερομηνίας 27/11/2012 θα πρέπει να τύχει έγκρισης και εγκρίνεται. Αυτό που πρέπει να γίνει επίσης εξ΄ υπαρχής ξεκάθαρο και κατανοητό, ότι η ενάγουσα ουσιαστικά αιτείται άρση της παρατυπίας που έχει παρατηρηθεί, διότι ναι μεν αιτείται τροποποίηση δια της διαγραφής και προσθήκης κάποιων φράσεων αντίστοιχα από το καταχωρηθέν κλητήριο ένταλμα, αλλά επικαλείται ουσιαστικά και κατά κύριο λόγο την Διαταγή
- Ως είναι η σύγχρονη τάση της Νομολογίας, η απόκλιση από τους τύπους είναι ουσιαστικά θεραπεύσιμη και το όλο πνεύμα της σύγχρονης νομολογίας, είναι να αποφεύγονται οι τυπολαγνίες και η προσκόλληση στους τύπους και δέον όπως οι δικηγόροι και οι διάδικοι επικεντρώνονται στην ουσία της αγωγής και την όσον τον δυνατό γρηγορότερη εκδίκαση της υπόθεσης ή στον συμβιβασμό της, χωρίς να εισέρχονται σε ατέρμονες και στείρες Δικαστικές διελκυστίνδες με την ενασχόληση ενδιάμεσων αιτήσεων που ενδεχομένως να είναι και αχρείαστες και να λησμονείται ο κύριος σκοπός, που δεν είναι άλλος από την επίλυση της διαφοράς και η εξέταση της ουσίας. Επιβεβαίωση των πιο πάνω, αποτελεί και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γιώργο Ερωτοκρίτου στην υπόθεση ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΑΛΕΚΚΟΥ -ν - ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΈΦΕΣΗ 63/10, 17/12/
- Στην εν λόγω υπόθεση, επικυρώθηκε η πρωτοδικη απόφαση με την οποία θεραπεύθηκε η παρατυπία της καταχώρησης ειδικού οπισθογραφημένου κλητηρίου, παρόλο που στην έκθεση απαίτησης υπήρχαν ισχυρισμοί για δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις, όπου σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας απαιτείται η καταχώρηση γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και μάλιστα δεν έχει γίνει αίτηση για άρση της θεραπείας, αλλά καταχωρήθηκε αίτηση με την οποία ζητείτο απόρριψη της αίτησης λόγω αυτής της παρατυπίας, όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση με την καταχώρηση σχετικής αίτησης ημερομηνίας 7/11/2012, στην οποία έχει καταχωρηθεί σχετική ένσταση. Η διάκριση μεταξύ γενικά και ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου, προκύπτει από τη Δ.2 θ.6, οι πρόνοιες της οποίας έχουν ως ακολούθως (σε ελεύθερη μετάφραση):-Δ.2 θ.6 Σε αγωγές- <<
(1)Όπου ο ενάγων ζητεί να ανακτήσει χρέος ή εκκαθαρισμένη απαίτηση σε χρήμα πληρωτέο από τον εναγόμενο, με ή χωρίς τόκο, που προκύπτει (α) από γραμμάτιο ή συμβόλαιο, ρητό ή εξυπακουόμενο (όπως για παράδειγμα συναλλαγματική, υποσχετικό έγγραφο ή επιταγή ή άλλο συμβατικό χρέος)· ή (β) από εγγύηση, όταν η απαίτηση εναντίον του πρωτοφειλέτη αφορά το χρέος ή εκκαθαρισμένη απαίτηση· ή
(2)Όπου ο ιδιοκτήτης ζητεί να ανακτήσει κατοχή ακίνητης περιουσίας, με ή χωρίς απαίτηση για ενοίκιο, εναντίον ενοικιαστή του οποίου η περίοδος έχει λήξει ή έχει δεόντως τερματιστεί με ειδοποίηση για εκκένωση (notice to quit) ή υπόκειται σε απώλεια δικαιώματος λόγω μη πληρωμής ενοικίου, ή εναντίον προσώπων που αντλούν δικαιώματα από τέτοιο ενοικιαστή· ή
(3)Όπου ο ενάγων ζητεί να ανακτήσει την κατοχή ειδικής κινητής περιουσίας με ή χωρίς απαίτηση για μίσθωμα από αυτή ή για αποζημιώσεις για την κατακράτηση της· και
(4)Σε όλες τις άλλες αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο (εκτός από αγωγές για λίβελλο, προφορική δυσφήμιση, κακόβουλη δίωξη, παράνομη φυλάκιση, αποπλάνηση ή αθέτηση υπόσχεσης γάμου, και σε αγωγές, στις οποίες υπάρχει ισχυρισμός για δόλο εκ μέρους του ενάγοντος)· το κλητήριο ένταλμα δύναται, κατά την εκλογή του ενάγοντος να είναι ειδικά οπισθογραφημένο με την έκθεση απαιτήσεως του, ή την επανόρθωση ή τη θεραπεία στην οποία ισχυρίζεται ότι δικαιούται (Τύπος 2).>> Στην πιο πάνω απόφαση λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Η Δ.2 θ.6 βασικά προβλέπει ότι ο ενάγων σ' όλες τις αγωγές μπορεί να εναγάγει τον εναγόμενο με κλητήριο στο οποίο «δύναται» ("may") να οπισθογραφήσει και την έκθεση απαίτησης. Η χρήση της αγγλικής λέξης "may" υποδηλώνει δικαίωμα και επιλογή και όχι επιτακτική πρόνοια, οπότε θα χρησιμοποιείτο το ρήμα "shall". Όμως το δικαίωμα επιλογής δεν παρέχεται στον ενάγοντα όπου η φύση της αγωγής συμπεριλαμβάνεται στις εξαιρέσεις της Δ.2 θ.6
(4). Η διαφορά μεταξύ γενικής και ειδικής οπισθογράφησης, φαίνεται σήμερα να έχει περισσότερο ιστορική σημασία παρά πρακτική και ενδεχομένως οι περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπετο γενική οπισθογράφηση να ήταν εκείνες στις οποίες κρίθηκε ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν τα στενά περιθώρια καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, καταχώρισης έκθεσης υπεράσπισης και οι κίνδυνοι διεκδίκησης απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης, που υπάρχουν στην περίπτωση που στο κλητήριο περιλαμβάνεται σε ειδική οπισθογράφηση και η έκθεση απαίτησης. Πέραν των πιο πάνω, φαίνεται ότι η μόνη άλλη πρακτική σημασία να ήταν ότι ο ενάγων, όπου είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει με ειδική οπισθογράφηση αλλά προχωρούσε με γενική οπισθογράφηση, δεν εδικαιούτο έξοδα για τη μετέπειτα σύνταξη έκθεσης απαίτησης (βλ. The Annual Practice, 1955, σελ. 17). Όμως σήμερα, εκτός των περιπτώσεων που ο ενάγων δεν έχει όλες τις πληροφορίες για τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης του, η γενική οπισθογράφηση δεν είχε οποιαδήποτε άλλη χρησιμότητα, αλλά αντίθετα αποτελεί πηγή καθυστέρησης και δημιουργεί περιττά έξοδα. Στο παρελθόν υπήρξαν εισηγήσεις για κατάργηση της διάκρισης, πλην ορισμένων περιπτώσεων, π.χ. όπου η αγωγή κινδύνευε να αποκλειστεί λόγω παραγραφής ή όπου παρίστατο ανάγκη να διεκδικηθεί παρεμπίπτον διάταγμα, αλλά ο ενάγων δεν είχε όλα τα στοιχεία ή το χρόνο για να συντάξει την έκθεση απαίτησης του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ενάγων θα διατηρούσε το δικαίωμα να προχωρήσει με γενική οπισθογράφηση. Παρά τις πιο πάνω παρατηρήσεις, η πρόνοια της Δ.2 θ.6 για γενική οπισθογράφηση συνεχίζει να υφίσταται για τις σοβαρές εκείνες περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο
(4)του θεσμού 6, με αποτέλεσμα σε αγωγή στην οποία υπάρχει ισχυρισμός για δόλο, ο ενάγων να μην έχει δυνατότητα επιλογής ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου σύμφωνα με τον Τύπο 2. Επομένως, η κατάληξη της πρωτόδικης δικαστού ότι στην προκειμένη περίπτωση η χρήση από τον Εφεσίβλητο του Τύπου 1 ήταν επιβεβλημένη, είναι απόλυτα ορθή. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσον η διαπιστωθείσα μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς είναι θεραπεύσιμη ή όχι. Η Δ.64 όπως τροποποιήθηκε με τον Τροποποιητικό Κανονισμό 2/1995 προβλέπει ότι:- «Δ.64 1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Βασικά η νέα Δ.64 κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Δόθηκε στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με προεξάρχων ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1535 και η αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513. Στην προκειμένη περίπτωση η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.6
(4)ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 θ.1
(3), ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση. Επομένως, είναι ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η συγκεκριμένη περίπτωση καλύπτεται πλήρως από τη Δ.64 θ.1
(1)και
(3)και ότι η διαδικασία δεν έπρεπε να παραμεριστεί, αλλά το δικαστήριο θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ώστε να την θεραπεύσει. Όπως υποδείξαμε και πιο πάνω, η σημασία τυχόν μη συμμόρφωσης με τη Δ.2 θ.6
(4)δεν είναι πλέον τόσο σοβαρή και ουσιώδης ώστε να μην θεωρηθεί θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64, ιδιαίτερα όταν δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα του Εφεσείοντος, όπως στην παρούσα περίπτωση.................................................................................................................................................................................................................................... στην υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, στην οποία έκαμε αναφορά ο δικηγόρος του Εφεσείοντος, το Εφετείο υιοθετώντας τα όσα αναφέρθηκαν στην αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union, ανωτέρω, ανέφερε τα εξής:- «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
- Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
- Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
- Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
- Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
- Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
- Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον". Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελ. 522-523 - είναι διαφωτιστικό: "Where, in the course of proceedings, the court finds that a failure of the nature referred to in Ord. 2, r. 1
(1)has occurred, which has not been waived by the other party either expressly or by implication, it is given by Ord. 2, r. 1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord. 2, r. 2 is before it. In such a situation, in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly or in part the proceedings in which the failure occurred; ... alternatively, it may 'make such order ... dealing with the proceedings generally as it thinks fit'. The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity: see, for example, Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, per Stephenson L.J.". Σε ελληνική μετάφραση: "Όπου στη διάρκεια της διαδικασίας, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι έχει επισυμβεί παράλειψη της φύσης που αναφέρεται στην Δ.2 θ.1
(1)από την οποία το άλλο μέρος δεν έχει παραιτηθεί με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, η Δ.2 θ. 1
(2)παρέχει στο Δικαστήριο επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσει με δική του διακριτική ευχέρεια, είτε υπάρχει ενώπιον του ή όχι αίτηση δυνάμει της Δ.2 θ.2. Σε τέτοια περίπτωση στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει του θ. 1
(2), μπορεί είτε να υιοθετήσει την πλέον δρακόντια πορεία πλήρους παραμερισμού ή μερικώς της διαδικασίας στην οποία έχει επισυμβεί η παράλειψη .... Διαζευκτικά μπορεί «να εκδώσει τέτοιο διάταγμα... αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Οι τελευταίες λέξεις είναι, κατά την άποψη μου, έκδηλα τόσο ευρείες που του δίνουν εξουσία να εκδώσει διάταγμα παραίτησης από το δικαίωμα που παρέχεται λόγω της παρατυπίας: βλ. π.χ., Leal ν. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, απόφαση του Δικαστή Stephenson." (Βλ. και Panayiotis Georghiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64.» Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι «το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία» (βλ. σελ. 381 της απόφασης). Τα όσα αναφέρθηκαν μετέπειτα στις υποθέσεις M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή, ανωτέρω και Αρέστη ν. Ερμογένους, ανωτέρω, ότι η Δ.64 δεν «παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις», ουδόλως επηρεάζουν το δικαστικό λόγο της Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω δύο υποθέσεις που επικαλέστηκε ο συνήγορος του Εφεσείοντος, έγιναν με αναφορά στην υπόθεση Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ, ανωτέρω. Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία. Δεν χρειάζεται και ούτε και θα ήταν ορθό να αποφασίσουμε τελεσίδικα την εμβέλεια της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, καθότι δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, δεν βλέπουμε λόγο γιατί να μην μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον το έκρινε αναγκαίο. Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευθεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση, ώστε να δοθεί χρόνος στον Εφεσίβλητο να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία. Διερωτόμαστε σε τι θα εξυπηρετούσε η αίτηση, εφόσον η άλλη πλευρά δεν θα μπορούσε να έχει ουσιαστικούς λόγους ένστασης, αφού το ουσιαστικό θέμα είχε ήδη κριθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Βέβαια οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο. Επομένως ούτε ο δεύτερος λόγος έφεσης ευσταθεί>>. Από την στιγμή λοιπόν, που με βάση και την πιο πάνω απόφαση, κρίθηκε ως θεραπεύσιμη η παρατυπία, με βάση την οποία καταχωρήθηκε ειδικώς αντί γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, πόσο μάλλον στην παρούσα υπόθεση που αυτό που ουσιαστικά επιζητείται, είναι η σωστή αναγραφή του τύπου του κλητηρίου εντάλματος και το λεκτικό που προηγείται πριν την καταγραφή της απαίτησης. Αποτελεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι όχι μόνο πρόκειται περί απλού τυπογραφικού λάθους, αλλά αποτελούσε και ξεκάθαρη πρόθεση των εναγόντων να καταχωρήσουν και να απαιτήσουν με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα την απαίτηση τους η οποία είναι εκκαθαρισμένη, ήτοι απαιτούν συγκεκριμένο ποσό, χωρίς να ζητούν οποιοδήποτε διάταγμα ή γενικές αποζημιώσεις ή κάτι που να μην είναι εκκαθαρισμένο αριθμητικά. Η επιζητούμενη τροποποίηση - θεραπεία, χωρίς κανένα δισταγμό είναι απλά θέμα παρατυπίας και τυπογραφικού λάθους και δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παράβλαψη στα δικαιώματα των εναγομένων, διότι ούτως ή άλλως οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα και προώθησαν ουσιαστικά την αγωγή τους, ως δικαιούνταν και έπραξαν, με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με μόνη παρατυπία τα πιο πάνω αναφερμόμενα τυπογραφικά λάθη που λόγω λάθους και απροσεξίας αναγράφησαν και επιπλέον οι εναγόμενες θα δύνανται απρόσκοπτα να δικογραφήσουν την οποιανδήποτε υπεράσπιση και τυχόν ανταπαίτηση επιθυμούν, που αν δεν υπήρχε αυτή η ενδιάμεση διαδικασία η οποία στοίχησε σε πολύτιμο Δικαστικό χρόνο, θα μπορούσε να είχε ήδη γίνει προ πολλού και τα δικόγραφα να είχαν συμπληρωθεί και η αγωγή να οδηγείτο στην ακροαματική διαδικασία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση ημερομηνίας 27/11/2012 εγκρίνεται και εκδίδονται Διατάγματα ως η παράγραφος α) και β) της αίτησης ημερομηνίας 27/11/2012. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί μέχρι τις 14/1/2014. Στην συνέχεια να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Τα έξοδα της αίτησης θα είναι έξοδα στην πορεία της υπόθεσης. Εν΄ όψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, η αίτηση των εναγομένων ημερομηνίας 7/11/2012 καθίσταται άνευ αντικειμένου και απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο