Γιώργος Χριστοδούλου Επιφανείου ν. BLOOM DAY DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 309/07, 4/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:A200 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 309/07 Μεταξύ: Γιώργος Χριστοδούλου Επιφανείου από την Πάφο Ενάγοντα και
- BLOOM DAY DEVELOPMENTS LTD, από τη Λευκωσία
- COUNTRYLIFE HOMES LIMITED, από τη Λευκωσία
- Τίτου Πιτσιλίδη, από τη Λευκωσία Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερομηνίας 18.2.2013 --------------- Ημερομηνία: 4.10.2013 Για Εναγόμενους 1-Αιτητές: κ. Δανιήλ για κ. Π. Ευθυμίου Για Ενάγοντα-Καθ΄ ου η αίτηση: κα Ε. Πουλλά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι 1-Αιτητές εξαιτούνται: «
- Άδεια και/ή διάταγμα τροποποίησης της Ε/Υ ως ακολούθως: Α. Με την προσθήκη της παραγράφου 13Α μετά την παράγραφο 13 της Ε/Υ ως ακολούθως- «13Α - Χωρίς βλάβη και/ή επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η πράξη της πώλησης των ακινήτων από τον ενάγοντα εις την εταιρεία Bloomday Developments Ltd, είναι ακυρώσιμη, τότε οι εναγόμενοι αρ. 1 δικαιούνται σε επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλαν στον ενάγοντα, και το οποίο ωφελήθηκε εις βάρος των εναγομένων, δηλαδή το ποσό των 84.000 Λιρών Κύπρου και/ή, το ισόποσο του σε Ευρώ δηλαδή, 143.522.50 Ευρώ, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που καταβλήθηκε εις τον ενάγοντα το ποσό αυτό.» Β. Με την προσθήκη νέας παραγράφου 14Α μετά την παράγραφο 14 της Ε/Υ ως ακολούθως- 14A. ANTAΠΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΑΡ. 1 -------------------------------------- Οι εναγόμενοι αρ. 1 επαναλαμβάνοντας τα πιο πάνω ανταπαιτούν εναντίον του ενάγοντα- Α. Απόφαση για το ποσό των Λιρών Κύπρου 84,000 Λιρών Κύπρου, και/ή το ισόποσο του σε Ευρώ 143.522.50, ως ποσόν που ο ενάγοντας πήρε από τους εναγόμενους και/ή ωφελήθηκε εις βάρος τους από την συναλλαγή αυτή, πλέον νόμιμο τόκο από την πληρωμή του ποσού αυτού, μέχρι εξόφλησης» Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 Θ.1, 2 και 8, Δ.39, Δ.48 και στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως επίσης στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/
- Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χρίστου Σιμιλλίδη, δικηγόρου και συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου των Εναγομένων. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι στο στάδιο μελέτης και συζήτησης της υπόθεσης ενόψει της ακρόασης της κρίθηκε εκ μέρους των Εναγομένων και του δικηγόρου τους, ότι θα ήτο νομικά ορθότερο να καταχωρηθεί εκ μέρους τους ανταπαίτηση. Η ανάγκη αυτή, συνεχίζει, προέκυψε από το γεγονός ότι στην αγωγή 1667/06 το Δικαστήριο στην απόφαση του δεν έδωσε θεραπεία στους Εναγόμενους αν και εξέδωσε διάταγμα ακύρωσης της επίδικης συναλλαγής. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ακόμα ότι η αίτηση γίνεται έγκαιρα και προτού αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης, είναι καλόπιστη και καμία ζημιά ή και βλάβη θα προκληθεί στα συμφέροντα του Ενάγοντα, ο οποίος θα έχει το δικαίωμα να απαντήσει, τα δε δικηγορικά έξοδα που θα προκύψουν από την αίτηση αυτή θα καταβληθούν στους δικηγόρους του. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι με τη ζητούμενη τροποποίηση δίνεται το δικαίωμα στους Εναγόμενους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα με σκοπό τη διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης και ότι στην παρούσα περίπτωση συντρέχουν και συνυπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις να δοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ο Ενάγοντας-Καθ΄ ου η αίτηση κατεχώρησε ένσταση. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Θ.4, Δ.25 Θ.1 και Δ.48 Θ.1-9, στην πρακτική και τις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «(α) Οι ζητούμενες τροποποιήσεις έχουν γίνει σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και/ή προχωρημένο στάδιο και η τυχόν αποδοχή τους είναι αντίθετη με την υφιστάμενη νομοθεσία και νομολογία. (β) Οι ζητούμενες τροποποιήσεις ή και μέρος αυτών δημιουργούν προσθήκη νέας βάσης υπεράσπισης και/ή νέους επιπρόσθετους ισχυρισμούς που είναι αντίθετοι με την υφιστάμενη νομοθεσία και νομολογία. (γ) Οι ζητούμενες τροποποιήσεις ή και μέρος αυτών επηρεάζουν δυσμενώς τα κεκτημένα δικαιώματα (Vested rights) του Ενάγοντα σε βαθμό που είναι αντίθετες με την υφιστάμενη νομοθεσία και νομολογία. (δ) Οι ζητούμενες τροποποιήσεις ή και μέρος αυτών είναι αποτέλεσμα κακή τη πίστει ενεργειών (acting mala fide) από τους Εναγόμενους Νο.1/Αιτητές και αποκρύβουν από το Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα και κατά συνέπειαν κατά παράβαση της υφιστάμενης νομολογίας. (ε) Οι ζητούμενες τροποποιήσεις ή και μέρος αυτών θα αλλάξουν την γραμμή της υπεράσπισης σε τέτοιο βαθμό που οι ισχυρισμοί της ζητούμενης Υπεράσπισης συγκρούονται με τους ισχυρισμούς της υπάρχουσας Υπεράσπισης. (στ) Οι ζητούμενες τροποποιήσεις ή και μέρος αυτών προκαλούν αδικία και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα σε βαθμό που είναι αντίθετες με την υφιστάμενη νομοθεσία και νομολογία.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Κατερίνας Χατζηχαραλάμπους εκ των δικηγόρων του Ενάγοντα. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ότι διαφωνεί πλήρως με όσα γεγονότα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Χρ. Σιμιλλίδη και έρχονται σε αντίθεση με αυτά που αναφέρει η ίδια στη δική της. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε ενώ έχει ήδη ξεκινήσει η ακρόαση στην παρούσα αγωγή και ότι με αυτή ζητείται όπως αλλάξει εκ βάθρων η υπεράσπιση , πράγμα νομικά απαράδεκτο. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ακόμα τα ακόλουθα: «
- Με την αίτηση για τροποποίηση ζητείται να εισαχθεί ισχυρισμός «ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η πράξη της πώλησης των ακινήτων από τον Ενάγοντα στην εταιρεία Bloomday Developments Ltd, είναι ακυρώσιμη, τότε οι Εναγόμενοι Νο.1 δικαιούνται σε επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλαν στον ενάγοντα, και το οποίο ωφελήθηκε εις βάρος των εναγομένων, δηλαδή το ποσό των Λ.Κ.84.000.- και/ή το ισόποσο του σε Ευρώ δηλαδή €143.522,50, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που καταβλήθηκε στον Ενάγοντα το ποσό αυτό.», ενώ με την Έκθεση Απαίτησης δεν ζητείται όπως το Δικαστήριο κρίνει την πράξη μεταβίβασης από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη Νο.1 σαν ακυρώσιμη.
- Το εάν η πράξη μεταβίβασης των ακινήτων από τον Ενάγοντα στην Εναγομένη Νο.1 ήταν ακυρώσιμη κρίθηκε στην αγωγή 1667/06 του Ε.Δ.Πάφου, όπως και το τι ποσό πραγματικά πληρώθηκε από την Εναγομένη Νο1 στον Ενάγοντα με την απόφαση ημερ. 16/3/2012 την οποία εξέδωσε η Ανώτερη Επαρχιακή Δικαστής κ. Ρέα Λιμνατίτου.
- Η εν λόγω Δικαστής στην σελίδα 20 της απόφασης της αναφέρει: «Είναι λοιπόν σαφές κατά την κρίση μου με βάση τα πιο πάνω ότι τόσο το πωλητήριο έγγραφο όσο και τα πληρεξούσια έγγραφα είναι άκυρα και οι μεταβιβάσεις των ακινήτων επίσης άκυρες» και στην σελίδα 21 της απόφασης της αναφέρει «Παραμένει όμως το ποσό των Λ.Κ.64.000.- που η εταιρεία κατέβαλε στον Ενάγοντα, το οποίο με την ακύρωση των μεταβιβάσεων εξακολουθεί να είναι στην κατοχή του Ενάγοντα. Η εταιρεία-Εναγόμενοι Νο.1 δεν ανταπαιτούν οτιδήποτε εναντίον του Ενάγοντα ώστε να τεθούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί για το κατά πόσον ο Ενάγων δικαιούται το ποσό αυτό ή θα πρέπει να επιστραφεί στους Εναγομένους 1 και έτσι το θέμα αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί». Αντίγραφο της απόφασης κατατίθεται σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Αυτό που ζητείται με την παρούσα αγωγή αυτή είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτό που ζητείται είναι να αποφασισθεί ότι «η πράξη μεταβίβασης με την οποία τα ακίνητα τα οποία μεταβιβάστηκαν από το όνομα της Εναγομένης Νο.1 στο όνομα της Εναγομένης Νο.2 δυνάμει πώλησης με την Δήλωση Πώλησης 2140/06 κατά ή περί τις 3/10/06 είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη σαν παράνομη και/ή σαν αποτέλεσμα και/ή προιόν δόλιας μεταβίβασης και/ή σαν αντιπαροχή η οποία επάγηται και/ή ενέχει βλάβην στην περιουσία και/ή το πρόσωπο του Ενάγοντα και/ή σαν αντικείμενη στα χρηστά ήθη και/ή λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού και/ή προσπορισμού αθεμίτου οφέλους από μέρους των Εναγομένων Νο.1 & Νο.2 τη συνεργεία και/ή άλλως πως του Εναγομένου Νο.3 προς αποφυγή των υποχρεώσεων και/ή νομικών υποχρεώσεων και/ή ευθύνης των Εναγομένων Νο.1 & Νο.3 που απορρέουν από την αγωγή με αρ. 1667/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου».
- Με την αίτηση ζητείται όπως εισαχθούν ισχυρισμοί που θα είναι άνευ αντικειμένου γιατί το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αποφασίσει επί του θέματος γιατί δεν του ζητείται ούτε με την Έκθεση Απαιτήσεως, ούτε με την μέχρι σήμερα Υπεράσπιση και ούτε τίθεται τέτοιο θέμα και ούτε δύναται να τεθεί σε αυτή την διαδικασία ως έχει. Επίσης έχει αποφασισθεί ότι το ποσό που πληρώθηκε είναι Λ.Κ.64.000.- και όχι Λ.Κ.84.000.-.
- Επιπρόσθετα με αυτό που ζητείται με την τροποποίηση είναι ως να ζητείται δύο Δικαστήρια να αποφασίσουν για την ίδια σύμβαση εάν είναι άκυρη ή ακυρώσιμη και την στιγμή που έχει ήδη αποφασισθεί. Τι θα κάμει το παρόν Δικαστήριο, θα κάμει το Εφετείο του εαυτού του;
- Οι ζητούμενες τροποποιήσεις ή και μέρος αυτών επηρεάζουν δυσμενώς τα κεκτημένα δικαιώματα (Vested rights) του Ενάγοντα και προκαλούν αδικία και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα/Καθ΄ ου η αίτηση.» Αποτελεί ακόμα θέση της ενόρκως δηλούσας ότι με την αιτούμενη τροποποίηση αλλάζει η βάση και το υπόβαθρο της υπεράσπισης πράγμα ανεπίτρεπτο καθότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις ή μέρος τους θα αλλάξουν τη γραμμή της υπεράσπισης σε τέτοιο βαθμό που θα συγκρούεται με τους ισχυρισμούς της υπάρχουσας υπεράσπισης. Περαιτέρω οι αιτούμενες τροποποιήσεις έχουν γίνει σε πολύ προχωρημένο ή και καθυστερημένο στάδιο και τυχόν αποδοχή τους θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση και εκτροχιασμό του προγραμματισμού της ολοκλήρωσης της υπόθεσης η οποία καταχωρήθηκε πριν από έξι χρόνια γεγονός που καταδεικνύει την κακοπιστία των Εναγομένων. Η ασαφής διατύπωση, η γενικότερη στάση των Εναγομένων 1 όπως παρατηρείται μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αλλά και το ιστορικό της υπόθεσης ουσιαστικά ισοδυναμεί με απόκρυψη των πραγματικών τους θέσεων και αφήνει αρκετές υπόνοιες κακοπιστίας με αποτέλεσμα οι αιτούμενες τροποποιήσεις να γίνονται κακή τη πίστη. Ακόμα, οι Εναγόμενοι 1 παραλείπουν να αναφέρουν ότι έχουν καταχωρήσει έφεση κατά της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 16.3.
- Οι Εναγόμενοι 1, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, είχαν πολλές ευκαιρίες στο παρελθόν και πριν ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία να διορθώσουν τυχόν λάθη και παραλείψεις της υπεράσπισης (και δεν το έπραξαν). Τέλος, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα δημιουργηθεί στον Ενάγοντα αδικία ή και ανεπανόρθωτη ζημιά σε βαθμό που να μην θεραπεύεται με την επιδίκαση σε αυτόν των εξόδων της παρούσας αίτησης. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και την ένσταση. Έχω μελετήσει με προσοχή τις εισηγήσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Χρήστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρ. 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» Περαιτέρω στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου και άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ., στη σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Όσον αφορά τους λόγους ένστασης της πλευράς του Ενάγοντα ότι η αίτηση υποβάλλεται σε προχωρημένο στάδιο στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. V. A. & G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 44, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήτο ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δώδεκα και πλέον χρόνων. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η μελέτη του φακέλου της υπόθεσης καταδεικνύει ότι η ακρόαση της παρούσας αγωγής δεν έχει ξεκινήσει και επομένως οι σχετικοί λόγοι ένστασης δεν γίνονται δεκτοί. Όσον αφορά το ζήτημα της εισαγωγής νέας βάσης υπεράσπισης, το γεγονός της εισαγωγής νέας βάσης υπεράσπισης ή αγωγής δεν οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη της αίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ΄ εαυτού ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί (βλ. Saba & Co T.M.P. v. T.M.P. Agents και Χρίστου v. Αζά (ανωτέρω)). Όπως επίσης αναφέρεται στο Annual Practice
(1959)σελ. 627, το Δικαστήριο δεν θα αρνηθεί να επιτρέψει μια τροποποίηση απλά και μόνο επειδή εισάγει νέα υπόθεση. Θα το πράξει όμως εκεί που η τροποποίηση θα άλλαζε την αγωγή σε μια τελείως διαφορετικού χαρακτήρα η οποία και θα ήταν πολύ πιο ευχερές να περιλαμβανόταν σε μια τελείως νέα αγωγή. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 204/09, ημερ. 25.4.12, λέχθηκε πως όταν επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής η οποία δεν έχει παραγραφεί, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία. Σημειώνεται ακόμα ότι εφόσον οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται να προστεθούν (και η ανταπαίτηση) ζητείται να γίνουν άνευ βλάβης ή και επιπρόσθετα ή και διαζευκτικά των υφιστάμενων ισχυρισμών στην υπεράσπιση τότε δεν φαίνεται να έρχονται σε σύγκρουση με αυτούς. Περαιτέρω, δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχουν κεκτημένα δικαιώματα του Ενάγοντα τα οποία επηρεάζονται δυσμενώς. Το Δικαστήριο στην αγωγή 1607/06 Ε. Δ. Πάφου αποφάσισε ότι το πωλητήριο έγγραφο μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1 (Εναγόμενης 1 τόσο στην αγωγή εκείνη όσο και στην παρούσα) είναι άκυρο όπως και το πληρεξούσιο έγγραφο αλλά και η μεταβίβαση των ακινήτων επ΄ ονόματι των Εναγομένων
- Το Δικαστήριο προέβηκε σε αξιολόγηση μαρτυρίας, σε ευρήματα και έφτασε στην κατάληξη του. Από τη στιγμή όμως που έχει καταχωρηθεί έφεση δεν υπάρχει τελεσιδικία και επομένως οι Εναγόμενοι 1 μπορούν να θέσουν τους ισχυρισμούς τους εν σχέση με το ως άνω πωλητήριο έγγραφο ως επίσης να καταχωρήσουν ανταπαίτηση. Είναι γεγονός ότι στην παρούσα αγωγή δεν αξιώνεται η κήρυξη από το Δικαστήριο ως ακυρώσιμης της πράξης πώλησης των ακινήτων από τον Ενάγοντα στους Εναγόμενους
- Συμφωνώ ότι αυτό κρίθηκε στην αγωγή 1667/06 ως επίσης το ύψος του ποσού που πληρώθηκε από τους Εναγόμενους 1 στον Ενάγοντα. Από τη στιγμή όμως που λόγω της καταχώρισης έφεσης δεν υπάρχει τελεσιδικία και στην παρούσα αγωγή αξιώνεται να κηρυχθεί η πράξη μεταβίβασης με την οποία τα ακίνητα τα οποία μεταβιβάστηκαν από το όνομα των Εναγομένων 1 στο όνομα των Εναγομένων 2 δυνάμει πώλησης είναι άκυρη ή και ακυρώσιμη κ.λ.π., για να αποφασισθεί το ζήτημα αυτό θα πρέπει πρώτα να αποφασισθεί το κύρος της πράξης πώλησης μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων 1 αλλά και της μεταβίβασης των ακινήτων επ΄ ονόματι των Εναγομένων
- Συνεπεία των πιο πάνω κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης δεν μπορούν να γίνουν δεχτοί και η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Οι Εναγόμενοι-Αιτητές να καταχωρήσουν τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Ο Ενάγοντας-Καθ΄ ου η αίτηση να καταχωρήσει απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση εντός 15 ημερών από την επίδοση σ΄ αυτόν της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Τα έξοδα της αίτησης ως επίσης όλα τα έξοδα τα οποία καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται εναντίον των Εναγομένων 1-Αιτητών και υπέρ του Ενάγοντα-Καθ΄ ου η αίτηση και να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης. (Yπ.) ............... Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο