← Κύπρος

Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Vilawan Mahiwan Noble κ.α., Αρ. Αγωγής: 802/10, 9/1/2013

Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Vilawan Mahiwan Noble κ.α., Αρ. Αγωγής: 802/10, 9/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 802/10 Marfin Popular Bank Public Co Ltd Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση και

  1. Vilawan Mahiwan Noble
  2. A. Chacholis Developers Limited Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 27.4.2012 Ημερομηνία: 9.1.
  3. Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 2 - Αιτητή: κ. Λάντος. Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση 2: κ. Α. Κουκούνης (για να ακούσει απόφαση η κα Πασιή). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, καταχωρήθηκε στις 14.6.
  4. Έγινε κατορθωτή η επίδοση στους εναγομένους 2 μόλις στις 9.12.
  5. Οι τελευταίοι, σε αντίθεση με τον 1ον αλλοδαπό εναγόμενο, καταχώρησαν εμφάνιση στις 23.12.2010 και την υπεράσπιση τους την 1.3.
  6. Ακολούθησε η καταχώριση τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος από την πλευρά των εναγόντων αφού εξασφαλίστηκε η άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο και ο εναγόμενος 2 καταχώρησε τελικά την τροποποιημένη υπεράσπιση του στις 30.3.
  7. Για σκοπούς συμπλήρωσης της εικόνας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι της παρούσας αίτησης προηγήθηκε καταχώριση εκ μέρους του εναγομένου 2 υπεράσπισης και ανταπαίτησης χωρίς την εξασφάλιση σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου. Τούτο οδήγησε την πλευρά του να επανέλθει, καταχωρώντας και προωθώντας στις 27.4.2012 την υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας επιζητείται ουσιαστικά η εξασφάλιση άδειας για τροποποίηση της υπεράσπισης του με την ενσωμάτωση σε αυτή ανταπαίτησης σε βάρος των εναγόντων. Ειδικότερα, επιζητείται η προσθήκη έξι νέων παραγράφων στην υπεράσπιση του που καταχωρήθηκε στις 30.3.2012 ως ακολούθως: «ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ
  8. Οι Εναγόμενοι 2 επαναλαμβάνουν όλους τους ισχυρισμούς των όπως διατυπώνονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και τους υιοθετούν για σκοπούς Ανταπαίτησης.
  9. Οι Εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν και/ή αμέλησαν και/ή παραβίασαν την εγκύκλιο και/ή τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας για την χορήγηση στεγαστικών δανείων σε μη κύπριους πολίτες και/ή αλλοδαπούς και/ή ευρωπαίους πολίτες και/ή προέβηκαν σε αξιολόγηση του Εναγομένου 1 για την οικονομική δυνατότητα του να εξοφλήσει το δάνειο του και/ή ότι έχει την οικονομική ευχέρεια να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το στεγαστικό δάνειο και/ή παραβίασαν και/ή δεν προστάτευσαν αυτούς Εναγομένους 2 που ήσαν πελάτες των παραβιάζοντας αυτούς κανόνες και/ή τη σχέση εμπιστοσύνης Τράπεζας - Πελάτη και/ή στήριξαν την χορήγηση του δανείου μόνο και μόνο στο αξιόχρεο των Εναγομένων 2 και όχι στην οικονομική δυνατότητα του Εναγομένου 1, με αποτέλεσμα να καθιστά τη Συμφωνία Εγγύησης άκυρη και/ή ακυρώσιμη εφόσον το δάνειο που χορηγήθηκε στον Εναγόμενο 1 χορηγήθηκε κατά παράβαση των κανόνων και/ή εγκυκλίων αυτούς Κεντρικής Τράπεζας.
  10. Δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 14/05/2008, το οποίο εκχωρήθηκε αυτούς Ενάγοντες δυνάμει Εγγράφου Εκχωρήσεως ημερ. 14/05/2008 και αυτούς ισχυρισμούς των Εναγόντων ότι αυτοί απέκτησαν τα δικαιώματα των από το αναφερόμενο Πωλητήριο Έγγραφο, ο Εναγόμενος 1 κατ΄ επέκταση πλέον οι Ενάγοντες οφείλουν αυτούς Εναγομένους 2 το ποσό των €112.767,20 αυτούς 31/05/
  11. Μετά την παρέλευση αυτούς εν λόγω ημερομηνίας το ποσό τούτο ή μέρος του ποσού τούτο θα έφερνε τόκο 7% ετησίως. Περισσότερες λεπτομέρειες αυτούς Συμφωνίας αυτούς θα αναφερθούν κατά τη δικάσιμο αυτούς αγωγής.
  12. Οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή, αλλά και με βάση αυτούς διατυπωθείσες αξιώσεις των στηρίζουν την απαίτηση των πάνω στο Συμβόλαιο αυτούς Εκχώρησης που υπέγραψαν με τον Εναγόμενο 1 και για το οποία έλαβαν γνώση οι Εναγόμενοι 2 και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες έχουν υποχρέωση να προβούν σε εξόφληση του τιμήματος.
  13. Οι υποχρεώσεις των Εναγόντων γίνονται με την παραδοχή που κάνουν στην Έκθεση Απαιτήσεως.
  14. Ενόψει όλων των ανωτέρω οι Εναγόμενοι 2 αξιώνουν κατά των Εναγόντων: Α. Ποσό €112.767,20 υπόλοιπο του τιμήματος αυτούς πώλησης αυτούς κατοικίας δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 14/05/
  15. Β. Τόκο 7% επί του εν λόγω ποσού των €112.767,20 από αυτούς 31/05/2009 και μέχρι εξόφλησης. Γ. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου δηλούσα ότι οι υπογραφές εγγύησης των Εναγομένων 2 που καλύπτει το στεγαστικό δάνειο Εναγομένου 1 είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Δ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον την ακύρωση των υπογραφών εγγύησης των Εναγομένων 2 που καλύπτει το στεγαστικό δάνειο του Εναγομένου 1 αυτούς όφελος των Εναγόντων. Ε. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου δηλούσα ότι με την έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων προς όφελος των Εναγόντων το ως άνω χρέος του Εναγομένου 1 θεωρηθεί ως εξοφληθέν και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 2 ως Εγγυητές ουδέν ποσό οφείλουν προς αυτούς. Στ. Έξοδα της Ανταπαίτησης.» Την υπό συζήτηση αίτηση η οποία προβάλλει ως νομικό υπόβαθρο τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.1 και Δ.48 θ.2, συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση της κας Γεωργίας Σκέντερη, ημερομηνίας επίσης 27.4.
  16. Στην ως άνω δήλωση της η κα Σκέντερη, δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους εναγομένους 2, αφού εξηγεί την πηγή της γνώσης της σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης στην περίπτωση που αυτή δεν στηρίζεται σε προσωπική γνώση, υποδεικνύει πως μετά την καταχώριση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και ενώ αναμένονταν από τους εναγόμενους 2 να δοθούν νέα στοιχεία για την ετοιμασία της τροποποιημένης υπεράσπισης, παρά τις οδηγίες των εναγομένων 2 για καταχώριση ανταπαίτησης από λάθος και/ή εκ παραδρομής του δικηγορικού οίκου στον οποίο η ίδια εργάζεται δεν είχε προστεθεί στην υπεράσπιση και η ανταπαίτηση. Υποδεικνύει παράλληλα ότι η αίτηση υποβάλλεται άμεσα μετά την καταχώριση της τροποποιημένης υπεράσπισης η οποία έλαβε χώρα στις 30.3.2012, χωρίς τα δικόγραφα να έχουν ακόμη συμπληρωθεί. Για σκοπούς καλύτερης και δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης, καταλήγει, είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ως η αίτηση. Οι ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση, καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση. Ένσταση η οποία εδράζεται επίσης στους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται πως: «
  17. Η ένορκος δήλωση της κας Γεωργίας Σκέντερη που υποστηρίζει την αίτηση των εναγόμενων 2 - αιτητών ημερομηνίας 27/4/2012 πάσχει και είναι παράτυπη και ως εκ τούτου η αίτηση των εναγόμενων 2 - αιτητών δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο. Δεν επεξηγείται από την πλευρά των εναγόμενων 2 - αιτητών γιατί δεν προβαίνουν οι ίδιοι οι εναγόμενοι 2 - αιτητές στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της παρούσας υπό εξέταση αίτησης τους και προβαίνει προς τούτο δικηγορική υπάλληλος εκ μέρους τους στην εν λόγω ένορκο δήλωση.
  18. Η ενόρκως δηλούσα παραπλανεί το Δικαστήριο ως προς το λόγο για την παρούσα τροποποίηση και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση τροποποίησης δεν γίνεται καθόλου με καλή πίστη. Οι εναγόμενοι 2 - αιτητές προσπάθησαν εκπρόθεσμα και παράτυπα να καταχωρήσουν Τροποποιημένη Υπεράσπιση στο τροποποιηθέν Κλητήριο Ένταλμα των εναγόντων, χωρίς να έχουν πάρει άδεια για επέκταση του χρόνου καταχώρησης του δικογράφου τους και χωρίς να έχουν προηγουμένως καταχωρήσει Ανταπαίτηση.
  19. Δεν προβάλλεται κανένας βάσιμος ή/και επαρκής λόγος στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 27/4/2012 που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης που να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους πρέπει να τροποποιηθεί το δικόγραφο της Υπεράσπισης και να προστεθεί ανταπαίτηση.
  20. Δεν προβάλλεται κανένας βάσιμος ή/και επαρκής λόγος στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 27/4/2012 που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης που να εξηγεί ή/και δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης των εναγομένων 2 - αιτητών.
  21. Με την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης ημερομηνίας 27/4/2012 επιχειρείται ουσιαστικά η καταχώρηση ενός νέου δικογράφου, αυτού της Ανταπαίτησης, με γεγονότα και αξιώσεις που δεν υπήρχαν στην προηγούμενη Υπεράσπιση των εναγομένων 2 - αιτητών, κάτι που δεν επιτρέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και από τη Νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων και κάτι που θα ήταν παράλογο και άδικο για την πλευρά των εναγόντων.
  22. Η αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 27/4/2012 αφορά σε ισχυριζόμενα γεγονότα τα οποία οι εναγόμενοι 2 - αιτητές γνώριζαν ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους 2 - αιτητές πριν από την ημερομηνία που είχαν καταχωρήσει την αρχική τους Υπεράσπιση και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση είναι έκδηλα, υπέρμετρα και αδικαιολόγητα καθυστερημένη και παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου που καθιερώνεται στο άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο η δίκη πρέπει να διεξάγεται μέσα σε εύλογο χρόνο. Τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα εκτροχιάσει τη δίκη και θα οδηγήσει σε υπέρμετρη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης.» Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης και οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει σε αυτές όπου κρίνεται τούτο σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας. Πριν από την ενασχόληση με τις ουσιαστικές πτυχές της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα, αισθάνομαι ότι είναι αναγκαίο, κατά προτεραιότητα, να απασχολήσει το Δικαστήριο το ζήτημα της δυνατότητας προώθησης του αιτήματος κατά τον τρόπο που τούτο προωθείται στην παρούσα περίπτωση. Είναι φανερό από τους λόγους ένστασης αλλά και από την ανάπτυξη των θέσεων και της επιχειρηματολογίας των εναγόντων -καθ' ων η αίτηση ενώπιων του δικαστηρίου, ότι δεν απασχόλησε την πλευρά τους, αυτό καθ' αυτό το περιεχόμενο της αιτούμενης τροποποίησης. Μόνο έτσι θα μπορούσε να εξηγηθεί, κατά την αντίληψη μου, το γεγονός ότι ενώ προβάλλονται διάφοροι λόγοι ένστασης (δικονομικοί αλλά και ουσιαστικοί), δεν φαίνεται να απασχολεί καθόλου αυτό καθ' αυτό το κείμενο της αιτούμενης τροποποίησης, πλην του γεγονότος ότι αφορά προσπάθεια εισαγωγής ανταπαίτησης, και αν αυτό, με τον τρόπο που προκρίνεται στην αίτηση, παρουσιάζεται με συντακτική ή γραμματική συνέπεια κατά τρόπο που θα μπορούσε με ασφάλεια να γίνει αντιληπτό και κατανοητό και ενσωματωμένο στις ήδη δικογραφημένες θέσεις του εναγομένου 2 να παρουσιάζει λογική συνέχεια και συνέπεια, ως επιβάλλεται να έχουν τα δικόγραφα. Σπεύδω να σημειώσω ότι είναι κατανοητή η προσπάθεια, μέσω της υπό συζήτηση αίτησης, εισαγωγής ανταπαίτησης από την πλευρά των εναγομένων αρ.2 σε βάρος των εναγόντων. Διακηρύσσεται άλλωστε τούτο στο αιτητικό της αίτησης. Ανταπαίτηση που σε γενικές γραμμές και εφόσον η ερμηνεία της είναι πράγματι όπως γίνεται κατανοητή από το Δικαστήριο, φαίνεται πως έχει να κάνει με τον τρόπο και την μεθοδολογία που ακολουθήθηκε από την ενάγουσα προκειμένου η τελευταία να παραχωρήσει δάνειο στον εναγόμενο αρ.1 επηρεάζοντας ταυτόχρονα τα δικαιώματα των εναγομένων αρ.2 κατά τον τρόπο που επιχειρείται να εξηγηθεί, ενώ ταυτόχρονα διεκδικείται, ανάμεσα σε άλλα, το υπόλοιπο τιμήματος πώλησης δυνάμει Πωλητηρίου Εγγράφου, ως επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι υπογραφές εγγύησης των εναγομένων αρ.2 που καλύπτουν το στεγαστικό δάνειο του εναγομένου αρ.1 είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Εξετάζοντας το κείμενο της αιτούμενης να ενσωματωθεί στις δικογραφημένες θέσεις της υπεράσπισης των εναγομένων αρ. 2 ανταπαίτησης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή φαίνεται να παρουσιάζει όχι μόνο συντακτικές αλλά και αδυναμίες στην εννοιολογική απόδοση των θέσεων, τέτοιες που καθιστούν την σαφήνεια των προβαλλόμενων θέσεων αν όχι τελείως ακατανόητη, τουλάχιστον δυσνόητη. Αισθάνομαι ότι το Δικαστήριο αλλά και η πλευρά των αντιδίκων των αιτητών, μόνο υποθέτοντας θα ήταν δυνατό να αντιληφθούν ποιες πραγματικά είναι οι θέσεις των εναγομένων αρ. 2 τις οποίες οι τελευταίοι θα ήθελαν να προβάλουν με την προτεινόμενη προς ενσωμάτωση στις δικογραφημένες θέσεις τους ανταπαίτηση. Η προτεινόμενη παράγραφος αρ. 15, για παράδειγμα, όπου αναφέρεται ότι: «Δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 14/05/2008, το οποίο εκχωρήθηκε αυτούς Ενάγοντες δυνάμει Εγγράφου Εκχωρήσεως ημερ. 14/05/2008 και αυτούς ισχυρισμούς των Εναγόντων ότι αυτοί απέκτησαν τα δικαιώματα των από το αναφερόμενο Πωλητήριο Έγγραφο, ο Εναγόμενος 1 κατ΄ επέκταση πλέον οι Ενάγοντες οφείλουν αυτούς Εναγομένους 2 το ποσό των €112.767,20 αυτούς 31/05/
  23. Μετά την παρέλευση αυτούς εν λόγω ημερομηνίας το ποσό τούτο ή μέρος του ποσού τούτο θα έφερνε τόκο 7% ετησίως. ....», δικαιολογεί πλήρως κατά την αντίληψη μου την ως άνω θέση. Δεδομένη είναι ασφαλώς η δυνατότητα κάθε διαδίκου να διαμορφώνει τις δικογραφημένες του θέσεις όπως επιθυμεί, (νοουμένου βέβαια πάντα ότι κινείται εντός των πλαισίων που καθορίζουν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί για το ζήτημα) ενώ ανάλογα καλείται να αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας ελλιπούς ή πλημμελούς δικογράφησης, είτε κατά την πρόοδο της διαδικασίας είτε κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του. Ωστόσο, στην συγκεκριμένη περίπτωση το Δικαστήριο, στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης τροποποίησης, καλείται ουσιαστικά να δώσει εκ των προτέρων την άδεια του για την διαμόρφωση των δικογραφημένων θέσεων της εναγομένης 2-αιτήτριας εταιρείας. Αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να ελέγχει τις ενώπιον του διαδικασίες, μη επιτρέποντας, τουλάχιστο το ίδιο και εκ των προτέρων, την δρομολόγηση και προώθηση δικαστικών διαδικασιών στη βάση ασαφών, δυσνόητων και με διφορούμενη σημασία δικογράφων, τα οποία εν πάση περιπτώσει παρουσιάζουν προβλήματα όπως αυτά πιο πάνω έχουν εντοπιστεί στην υπό εξέταση περίπτωση. Κάτι τέτοιο θα είχε σαν αποτέλεσμα την συνδρομή του ίδιου του Δικαστηρίου όχι μόνο στην αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς δικογράφηση αλλά και την συνδρομή του στα όποια προβλήματα θα προκύψουν εκ των πραγμάτων στην πορεία της διαδικασίας κατά παρέκκλιση και συνταγματικών επιταγών. Ενόψει των πιο πάνω η απόπειρα της εναγομένης αρ.2 εταιρείας για αναμόρφωση των δικογραφημένων θέσεων της, με τον τρόπο που παρουσιάζεται τουλάχιστο στην υπό εξέταση αίτηση της, εν τη γενέσει της είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, όντας αδύνατο να εγκριθεί από το Δικαστήριο και να επιτύχει. Παρά το γεγονός ότι η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου εκ των πραγμάτων σφραγίζει καταλυτικά την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης, το Δικαστήριο, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας θα προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας του αιτήματος, «υποθέτοντας» ή/και «θεωρώντας» ότι παρά την αδυναμία του προτεινόμενου κειμένου, η ουσία του αιτήματος είναι όπως πιο πάνω έχει καταγραφεί ότι το έχει αντιληφθεί. Στόχος και σκοπός της παρεχόμενης δυνατότητας για τροποποίηση των δικογραφημένων θέσεων κάθε πλευράς, είναι για να δοθεί η δυνατότητα επίλυσης του συνόλου των επιδίκων θεμάτων που κάθε φορά απασχολούν τους διαδίκους στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης αντιδικίας και ασφαλώς, η δημιουργία και η προσφορά δικονομικού πλαισίου, εντός του οποίου ο εκάστοτε διάδικος θα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση του στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης του. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, στην παράγραφο 272 αναφέρονται και τα πιο κάτω σε σχέση με τις αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την τροποποίηση ενός δικογράφου: "... this power maybe exercised for the purpose of determining the real question in controversy correcting any defect or error in the proceedings. The power provides the guiding principle of cardinal importance on the question of amendment on which the general practice of the court is founded that an amendment will be allowed if it can be made without injustice to the opposite party, and if it can be compensated for by costs. Lift to amend may be refused in there is or maybe prejudicial delay in making the application, or if the application is not made in good faith". Οι διατάξεις των Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίες αναφέρονται στη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, έχουν καταστεί αντικείμενο ανάλυσης και προβληματισμού σε πληθώρα αποφάσεων. Έχουν, συνακόλουθα, καθιερωθεί γενικές αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να καθοδηγείται στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Παραπέμπω ενδεικτικά στις σχετικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια των υποθέσεων: Σάββα & Co (T.M.T.) v. T.M.T. Agents

(1994)1 AAΔ 426, Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Christodoulou ν. Christodoulou κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα τέως από τον Πομό
(1992)1 ΑΑΔ 704, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 AAΔ (E) 33, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 ΑΑΔ 1608 και Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 1050 Clive Preece κ.α. ν. Νάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου Πολ. Έφεση 271/08 ημερ. 16.12.2011. Αισθάνομαι πραγματικά ότι παρέλκει η ανάγκη για αυτούσια επανάληψη του λόγους τους στα πλαίσια της παρούσας. Προσεγγίζοντας αιτήματα ως το υπό συζήτηση, δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου η πιο κάτω αναφορά του Δικαστή Bowen, στην πολύ παλαιά υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D. 700, η οποία επαναλήφθηκε σε σειρά άλλων, νεότερων αποφάσεων για το ζήτημα: "It is a well-established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. ... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace." Αποτελεί αξίωμα στο δικό μας σύστημα απονομής δικαιοσύνης, ότι η τροποποίηση των έγγραφων προτάσεων είναι επιτρεπτή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση πάντα ότι δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην αντίδικη πλευρά, υπό την έννοια ότι η ανεπανόρθωτη ζημιά δεν μπορεί να αντικατασταθεί με την καταβολή εξόδων βάση διαταγής του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) ο Δικαστής Νικήτας στην απόφαση του υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρετη αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει στον αντίδικο αδικία ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής." Ομοίως, ο τότε πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδης, (δικαστής όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Geto Ltd v. Πλοίου Μ/V Vladimir Vaslyayev
(1993)1 ΑΑΔ 714, κατέδειξε ως κυρίαρχο λόγο για την αντίκριση θεμάτων τροποποίησης, την παροχή της δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Όπως έχει υποδειχθεί μεταξύ άλλων στην υπόθεση Αλεξάνδρου Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111, είναι επιτρεπτή η τροποποίηση στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται ουσιαστικά να τεθούν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης. Ακόμα και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται με την τροποποίηση να εισαχθεί νέα βάση αγωγής είναι δυνατό τούτο να μην οδηγήσει, αναπόφευκτα, σε απόρριψη της σχετικής αίτησης. Οπωσδήποτε αυτό θα είναι το αποτέλεσμα, μόνο στην περίπτωση που με την προτεινόμενη τροποποίηση επέρχεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (ανωτέρω). Από τον λόγο των ως άνω αναφερόμενων αποφάσεων αλλά και το σύνολο των νομικών αυθεντιών που αφορούν το υπό συζήτηση ζήτημα, αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει τροποποίηση είναι ευρύτατη, ενώ όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Christodoulou, (ανωτέρω) η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και αν αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η προσέγγιση αυτή φαίνεται να συνάδει με εκείνη που διατυπώθηκε στην Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 ALL E.R. 754. Ως έχει υποδειχθεί άλλωστε στην υπόθεση Geto Ltd (ανωτέρω), κυρίαρχο λόγο στην αντίκριση θεμάτων τροποποίησης έχει η παροχή της δυνατότητας σε ένα διάδικο να προβάλει τους ισχυρισμούς του κατά τρόπο που ο ίδιος θεωρεί πλήρη και ολοκληρωμένο ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν πλήττονται τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, είναι ορθό και δίκαιο στην περίπτωση που διαπιστώνεται εσφαλμένη ή ελλειμματική παρουσίαση των δικογραφημένων θέσεων ενός διαδίκου να παρέχεται η δυνατότητα δικογραφικής αναδίπλωσης. Κατά τον ίδιο τρόπο, η τροποποίηση εκ μέρους του Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται, αν το τελευταίο πειστεί ότι αυτή γίνεται κακόπιστα, ή στην περίπτωση που επιτραπεί θα έχει σαν αποτέλεσμα πρόκληση μη ανατρέψιμης ζημιάς και αδικίας στην άλλη πλευρά. Το ζήτημα, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όπως χαρακτηρίστηκα υπέδειξε ο σεβαστός πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κος Αρτέμης, (Δικαστής ως ήταν τότε) στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Νικολάου (ανωτέρω): «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων.» Η σημασία του παράγοντα του χρόνου σε αιτήσεις όπως η υπό συζήτηση, έχει διατυπωθεί ως εξής από τον σεβαστό Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α. (ανωτέρω) στη σελ. 726. "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από την σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης....." Σε σχέση με τον παράγοντα χρόνο και την επιβαλλόμενη φιλελεύθερη προσέγγιση του ζητήματος, θεωρώ αναγκαίο να παραπέμψω στο λόγο της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1Α ΑΑΔ σελ. 44. Στην εν λόγω υπόθεση επιδιώχθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και απάντησης στην υπεράσπιση μετά από περίπου 12 χρόνια που εκκρεμούσε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για τροποποίηση έχοντας κάνει σαφή αναφορά στον παράγοντα του χρόνου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση, επέτρεψε την τροποποίηση τονίζοντας και τα ακόλουθα: "Αναφορικά με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με τη μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής "δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα" αλλά αποτελεί παράγοντα "ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση". Εντέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου στην Πολ. Έφεση 9520, ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφ΄ εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση." Γεγονός παραμένει πάντως ότι σε αντιδιαστολή με ότι ισχύει στις περιπτώσεις που δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία μίας υπόθεσης, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τα Δικαστήρια δεν επιτρέπουν με την ίδια ευκολία τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν πασιφανής από πριν αλλά ποτέ δεν ζητήθηκε. Τούτο γιατί, δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκείνες που καθιστούν μία τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, ο παράγοντας της καθυστέρησης, που απορρέει από το Συνταγματικό δικαίωμα των διαδίκων για εκδίκαση της υπόθεσης τους σε εύλογο χρόνο, (άρθρο 30.2 του Συντάγματος), εξετάζεται από ο Δικαστήριο και συνυπολογίζεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζεται η αρχή της διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο ώστε να προστατεύονται τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του αντιδίκου. (Βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημος Παραλήπτης κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 607). Παράτυπη χαρακτηρίζει η πλευρά των εναγόντων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, αφού αυτή φαίνεται να γίνεται όχι από τους διαδίκους - εναγόμενους αρ. 2, αλλά από τρίτο πρόσωπο, χωρίς να δίνεται μάλιστα οποιαδήποτε δικαιολογία προς τούτο. Συνακόλουθα, συμπληρώνουν, ελλείψει πραγματικού υπόβαθρου που να υποστηρίζει την αίτηση η τελευταία εκ των πραγμάτων καθίσταται θνησιγενής και υποκείμενη σε απόρριψη. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία η οποία συνοψίζει ουσιαστικά τις καλά καθιερωμένες αρχές της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο. (Βλ. Rybolovlev κ.α. v. Rybolovleva
(2010)1(Α) ΑΑΔ 82.) Ως υποδεικνύεται στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση: «.. θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Για να συμπληρώσει αμέσως πιο κάτω στην εν λόγω απόφαση του ο σεβαστός Δικαστής κ. Κληρίδης, ότι: «Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση θα πρέπει εξαρχής θα εντοπιστεί το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών που η δήλωση του συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση δεν είναι δικηγόρος. Πρόκειται για τρίτο άτομο, που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγομένους 2 - αιτητές και η οποία, όπως υποδεικνύει, εκ της θέσεως της γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από «ιδίαν και προσωπική γνώση» ενώ παράλληλα δηλώνει ότι είναι «δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους εναγομένους 2» να προβεί στην ένορκη δήλωση. Σπεύδω βεβαίως να σημειώσω πως και αν ακόμα η δικηγορική υπάλληλος «ταυτιζόταν» με τον ίδιο τον δικηγόρο, προς εξυπηρέτηση τούτο κατά τρόπο γενικότερο των αρχών που αναδεικνύουν ως ανεπιθύμητο να εμφανίζεται ως μάρτυρας γεγονότων ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, με δεδομένο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της, ειδικότερα το γεγονός ότι ουσιαστικά αναφέρεται σε γεγονότα που έχουν να κάνουν με πράξεις και παραλείψεις του δικηγορικού οίκου που εκπροσωπεί τους εναγομένους αρ. 2, αφού υποδεικνύεται πως παρά τις οδηγίες των εναγομένων αρ. 2 για καταχώριση ανταπαίτησης κατά των εναγόντων από λάθος και/ή εκ παραδρομής του γραφείου που η ίδια εργοδοτείται δεν προστέθηκε στην καταχωρηθείσα νομότυπα τελικώς υπεράσπιση τους και η ανταπαίτηση, αποτελεί τούτο κατά την αντίληψη μου εμφανή και καλό λόγο γιατί η ένορκη δήλωση γίνεται από το συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο και όχι από τους ίδιους τους διαδίκους - εναγομένους αρ.
  1. Είναι φανερό ότι η περί ου ο λόγος ομνύουσα είναι σε πολύ καλύτερη θέση να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τα γεγονότα τα οποία παρουσιάζονται στην ένορκη δήλωση προς υποστύλωση του αιτήματος. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, δεν περιλαμβάνονται εξειδικευμένοι λόγοι μέσω των οποίων να εξηγείται γιατί θα πρέπει να τροποποιηθεί το δικόγραφο κατά τον τρόπο που εισηγούνται οι εναγόμενοι 2 - αιτητές. Με δεδομένο ωστόσο ότι αυτούσιο το περιεχόμενο της αιτούμενης να προστεθεί ανταπαίτησης περιλαμβάνεται στο σώμα της αίτησης, αισθάνομαι ότι με άνεση επιτρέπεται στο Δικαστήριο να διαπιστώσει, απευθείας, εάν και κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η ενσωμάτωση της στις δικογραφημένες θέσεις των εναγόμενων αρ. 2, κατ΄ εφαρμογή των σχετικών με το ζήτημα αρχών. Στην υπό εξέταση περίπτωση, είναι φανερό κατά την αντίληψη μου ότι τα ζητήματα τα οποία επιχειρείται να ενσωματωθούν στις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων αρ. 2, έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα που αφορά η υπό συζήτηση αγωγή, κατά τρόπο που στην περίπτωση που επιτραπεί η ενσωμάτωση τους στις δικογραφημένες θέσεις των τελευταίων, θα δοθεί ουσιαστικά η ευκαιρία επίλυσης του συνόλου των διαφορών των διαδίκων πλευρών για το ζήτημα, ενώ παράλληλα θα αποτραπεί το ενδεχόμενο πολλαπλότητας νομικών διαδικασιών. Έχοντας κατά νου το πιο πάνω γενικότερο πλέγμα των νομικών αρχών που έχει τεθεί από τη νομολογία για σκοπούς καθοδήγησης, απασχολεί επίσης το θέμα του χρόνου υποβολής του υπό συζήτηση αιτήματος για τροποποίηση. Τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο; (Άρθρο 30.
  2. του Συντάγματος). Η διεξαγωγή της δίκης εξάλλου μέσα σε εύλογο χρόνο, αποτελεί, εκτός από συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή και υποχρέωση κάτω από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, άρθρο 6
(1). Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Έχει μεσολαβήσει ήδη η τροποποίηση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής εκ μέρους των εναγόντων ενώ με την άδεια του Δικαστηρίου ακολούθησε η καταχώριση της τροποποιημένης υπεράσπισης των εναγομένων αρ. 2 στις 30.3.2012. Σε διάστημα λιγότερο του ενός μηνός καταχωρήθηκε η υπό συζήτηση αίτηση τροποποίησης της καταχωρηθείσας υπεράσπισης. Και αν ακόμα στη συμπεριφορά των συνηγόρων των εναγόμενων αρ. 2 εντόπιζε κάποιος αβλεψία όσον αφορά τη μη συμπερίληψη στην υπεράσπιση που νομότυπα τελικά καταχωρήθηκε και της ανταπαίτησης, ως οι οδηγίες των πελατών τους, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση δεν θα μπορούσα να καταλήξω ότι το ζήτημα της παρέλευσης χρόνου, ειδικότερα από την καταχώριση της υπεράσπισης στις 30.3.2012 αλλά και γενικότερα από την καταχώριση της αγωγής και την επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος στους εναγομένους αρ. 2, μέχρι την προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, από μόνο του και υπό την προϋπόθεση πάντα ότι συντρέχουν όλες οι άλλες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα μπορούσε να αποκλείσει την αιτούμενη θεραπεία. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Geto Ltd (ανωτέρω), κυρίαρχο λόγο στην αντίκριση θεμάτων τροποποίησης έχει η παροχή της δυνατότητας σε ένα διάδικο να προβάλει τους ισχυρισμούς του κατά τρόπο που ο ίδιος θεωρεί πλήρη και ολοκληρωμένο ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις κατάλληλες περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν πλήττονται τα δικαιώματα της άλλης πλευράς είναι ορθό και δίκαιο στην περίπτωση που διαπιστώνεται εσφαλμένη ή ελλειμματική παράθεση των δικογραφημένων θέσεων ενός διαδίκου, να παρέχεται η δυνατότητα δικογραφικής αναδίπλωσης. Στα πλαίσια άλλωστε της εξουσίας του Δικαστηρίου να ελέγχει τις ενώπιον του Δικαστικές διαδικασίες, αισθάνομαι ότι στην περίπτωση που το υπό εξέταση αίτημα εγκρινόταν, μία μικρή σχετικά και πάντα ελεγχόμενη καθυστέρηση η οποία αναπόφευκτα θα επροκαλείτο συνεπεία της τροποποίησης δεν θα ήταν ικανή, από μόνη της, να πλήξει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ενάγουσας κατά τρόπο που θα υπαγόρευε την απόρριψη του αιτήματος. Το γεγονός εξάλλου ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει ακόμα αρχίσει, αποτελεί ένα ακόμη παράγοντα ο οποίος θα ενδυνάμωνε το αίτημα των εναγόμενων αρ. 2 - αιτητών, για να καταστεί δυνατή η αποσαφήνιση και ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων κατά τον στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και η αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Άλλωστε, το συνταγματικό δικαίωμα που περιγράφεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος κατοχυρώνει την εξασφάλιση δίκαιας δίκης και όχι την παρεμπόδισή της. Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και δεδομένα που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση, δεν έχω εντοπίσει εξάλλου στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να διαγνώσει κακοπιστία από την πλευρά των εναγόμενων αρ.2 - αιτητών σε σχέση με την υποβολή της παρούσας αίτησης. Θα μπορούσε κάποιος, ως πιο πάνω έχει ήδη εντοπιστεί, να διαπιστώσει αβλεψία εκ μέρους των δικηγόρων των εναγομένων αρ.2 όσον αφορά την ενσωμάτωση της ανταπαίτησης των τελευταίων στο δικόγραφο που καταχωρήθηκε για την πλευρά τους μετά την καταχώριση και επίδοση σε αυτούς του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, αλλά πάντως στη συμπεριφορά τους, όπως αυτή αναδύεται από το φάκελο της δικογραφίας και όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, δεν φαίνεται να υφέρπουν στοιχεία κακοπιστίας. Η παρέλευση δυόμιση περίπου ετών από την καταχώριση αρχικά του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής, η καταχώριση μόλις τον Νοέμβριο του 2011 του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος εκ μέρους των εναγόντων και η επίδοση του στους εναγομένους αρ. 2 στις 23/11/2011, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός μηνός από την καταχώριση της υπεράσπισης της οποίας η τροποποίηση επιζητείται με την υπό συζήτηση αίτηση από την πλευρά των εναγόμενων αρ.2, αποτελούν ασφαλώς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη. Με δεδομένο ότι δεν θα προκληθεί στην άλλη πλευρά οποιαδήποτε αδικία ή ζημιά η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με κατάλληλη διαταγή εξόδων, ενώ παράλληλα θα δοθεί στον διάδικο το δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις του κατά τρόπο επιτρεπτό, τακτοποιώντας το δικόγραφο του, αισθάνομαι ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν θα ορθωνόταν δικονομικά ή ουσιαστικά εμπόδια τέτοια, που δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν εάν εγκρινόταν το αίτημα. Σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα, θα αποτελούσε κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η όποια καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση δεν φαίνεται να επηρεάζει τη συνταγματική επιταγή για εκδίκαση των υποθέσεων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ούτε και προκύπτει ότι οι καθ΄ ων η αίτηση θα κινδύνευαν, στην περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα, να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, τέτοια που δεν θα μπορούσε να καλυφθεί με επιδίκαση εξόδων. Με δεδομένο δε ότι το στοιχείο της κακοβουλίας φαίνεται να ελλείπει από τη συμπεριφορά των εναγομένων αρ.2 - αιτητών, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης θα εθεωρείτο αρκούντως αιτιολογημένη. Έχοντας ήδη σημειώσει την εγγενή αδυναμία της υπό συζήτηση αίτησης να προωθηθεί, για τον λόγο που έχει εντοπίσει και υποδείξει το Δικαστήριο, αναπόδραστη είναι η κατάληξη για απόρριψη του αιτήματος. Ευρύτατες είναι οι παράμετροι άσκησης της δικαστικής ευχέρειας ως προς την επιβολή ή επιδίκαση εξόδων δικαστικών διαδικασιών. (Βλ. Δ.54 κ.επ. των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας). Δεν παραβλέπω ασφαλώς τον γενικό κανόνα που ισχύει σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση, πλην όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι ειδικά όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης και όχι τα προκληθέντα ή διαφυγόντα έξοδα συνεπεία της τροποποίησης, δεν επιδικάζονται πάντα, δικαιωματικά και ως αξίωμα στον αντίδικο αυτού που προωθεί την αίτηση. Αχρείαστες, κακόβουλες και εντελώς αδικαιολόγητες ενστάσεις, ανάλογα πάντα με τα περιστατικά που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, δυνατό να καθορίσουν τη στάση του Δικαστηρίου για το ζήτημα. Ο λόγος για τον οποίο το αίτημα απορρίφθηκε στην παρούσα περίπτωση, είναι παντελώς διάφορος από τους λόγους που η πλευρά των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση προέταξαν στην ένσταση τους. Οι τελευταίοι, αναλώθηκαν στην προβολή θέσεων οι οποίες ως πιο πάνω έχει εξηγηθεί, δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν ουσιαστικό ανάχωμα στην επιτυχία της αίτησης. Τούτο ασφαλώς από μόνο του, δεν θα ήταν δυνατό να αποστερήσει το δικαίωμα για έξοδα στην πλευρά που δεν είχε την ευθύνη για την εκτροπή της διαδικασίας μέσω της αίτησης. Στην υπό συζήτηση όμως περίπτωση, πέραν του γεγονότος ότι η αίτηση απορρίφθηκε, είναι φανερό ότι στην έκταση που τελικά έλαβε η εκτροπή συνέδραμε και η πλευρά των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι ενώ ευθύς εξαρχής και με ευκολία είχαν τη δυνατότητα να επισημάνουν την αδυναμία προώθησης του αιτήματος, ενόψει του προβλήματος που εντοπίστηκε από το Δικαστήριο, δεν τους απασχόλησε καν το ζήτημα. Αισθάνομαι, ότι τα ιδιαίτερα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δικαιολογούν όπως η κατάληξη για απόρριψη της αίτησης συνοδεύεται με ανάλογη προς αυτά διαταγή ως προς τα έξοδα. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.