Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Dome Investments Public Company Limited, Αρ. Αγωγής: 446/07, 26/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 446/07 Μεταξύ: Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγουσα Και Dome Investments Limited Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής Δικαστηρίου ημερ. 20.7.12 Εναγομένης Μεταξύ: Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγουσα Και Dome Investments Public Company Limited Εναγομένης ---------------- Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Ενάγουσα: κα Ζ. Κυριακίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για την Εναγομένη: κα Eλ. Ανδρέου, για Αντώνης Ανδρέου & Σία. ------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Η Ενάγουσα με την παρούσα αγωγή αξιώνει από την Εναγομένη εταιρεία οφειλόμενα, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, ενοίκια με βάση αναθεώρηση μισθώματος στην οποία προέβη η Ενάγουσα. Συγκεκριμένα η Ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνει από την Εναγομένη Εταιρεία ποσό ΛΚ101.961,53, ως καθυστερημένα ενοίκια οφειλόμενα δυνάμει γραπτής Σύμβασης Μισθώσεως ημερ. 16/1/82 με βάση της οποίας η Ενάγουσα, Κυπριακή Δημοκρατία, ενοικίασε προς την Εναγομένη τεμάχιο κρατικής γης, όπως περιγράφεται στην παρα. 3 του κλητηρίου εντάλματος. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του κλητηρίου εντάλματος η ισχύς της Σύμβασης ήταν για περίοδο 33 ετών αρχομένης στις 16/1/1982 και λήγουσα στις 15/1/
- Κατόπιν αναθεώρησης του μισθώματος με βάση ρητό όρο της Σύμβασης για την περίοδο 16/1/2002 μέχρι 15/1/2007 αυτό αυξήθηκε από ΛΚ45.783,44 σε ΛΚ59.158,86 το χρόνο. Το νέο αναθεωρημένο μίσθωμα δεν έγινε αποδεκτό από την Εναγόμενη η οποία εξακολουθούσε να καταβάλλει το ποσό των ΛΚ45.783,44 το χρόνο, όπως ίσχυε την προηγούμενη πενταετία. Με την Υπεράσπιση της η Εναγόμενη Εταιρεία αμφισβητεί την ορθότητα της αναθεώρησης του ενοικίου και το δικαίωμα της Ενάγουσας να αξιώνει τέτοια αύξηση ενοικίου. Ισχυρίζεται δε ότι ουδέν ποσόν οφείλει στην Ενάγουσα και ότι καταβάλλει και/ή έχει καταβάλει όλα τα οφειλόμενα μισθώματα σύμφωνα με τους όρους της επίδικης Συμφωνίας ημερ. 16/1/
- ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλευρά της Ενάγουσας για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε συνολικά δύο
(2)μάρτυρες ως ακολούθως: ü Τον Μιχαλάκη Παντελή (ΜΕ1) και ü Τον Γιώργο Περικλέους (ΜΕ2). Από πλευράς Υπεράσπισης κατάθεσε ένας μόνο μάρτυρας, ο Μιχάλης Καπελλίδης (ΜΥ1). Μαρτυρία Μιχαλάκη Παντελή (ΜΕ1) Ο Μ.Ε. 1, ο οποίος είναι Α΄ Δασικός Λειτουργός εργαζόμενος στο Τμήμα Δασών, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίας εξέτασης του το ΕΓΓΡΑΦΟ 1 στο οποίο αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Þ Στις 16/1/1982 συνομολογήθηκε Σύμβαση Μίσθωσης δασικής γης μεταξύ της Κυβέρνησης και της Εναγομένης για σκοπούς ανέγερσης τουριστικού συγκροτήματος στην Αγία Νάπα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) Þ Η διάρκεια της μίσθωσης είναι για 33 χρόνια από 16/1/1982 μέχρι 15/1/2015 με δικαίωμα παράτασης της για δεύτερη και τρίτη περίοδο 33 χρόνων. Þ Το αρχικό μίσθωμα από το τέλος του 5ου μέχρι και του 10ου έτους από την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης για την περίοδο από 16/1/1987-15/1/1992 καθορίσθηκε σε ΛΚ15.300 το χρόνο. Εφαρμόστηκε, δηλαδή, ποσοστό 3% πάνω στην εκτιμημένη αγοραία αξία της γης (ΛΚ510.000) όπως αυτή υπολογίστηκε από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Μετά το πέρας της πρώτης δεκαετίας το μίσθωμα υπολογίστηκε με ποσοστό 5% πάνω στην ίδια αγοραία αξία της γης, ήτοι ΛΚ25.500 Για τις επόμενες πενταετίες, ήτοι από 16/1/1992 μέχρι 15/1/1997 και από 16/1/1997 μέχρι 15/1/2002 το μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε σύμφωνα με τον όρο 13 παράγρ.
(3)(α)(β) της Σύμβασης Μίσθωσης ανάλογα με τις μεταβολές του δείκτη Τιμών Λιανικής Πώλησης που εκδίδεται από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας ή ανάλογα με το ποσοστό αυξομείωσης των εγκεκριμένων από τον ΚΟΤ τιμολογίων ύπνου και φαγητού του ξενοδοχείου (half board) και εφαρμόστηκε το πιο ψηλό. Το μίσθωμα για την πενταετία 1997-2002 ανήλθε στις ΛΚ45.783,44, έγινε αποδεκτό από τη μισθώτρια εταιρεία και καταβαλλόταν κανονικά. Þ Σύμφωνα με τον όρο 13 παράγρ.
(3)(α) και (β) της σχετικής Σύμβασης έγινε νέα αναθεώρηση του μισθώματος το οποίο για την περίοδο 16/1/2002 μέχρι 15/1/2007 ανήλθε στο ποσό των ΛΚ59.158,
- Þ Με επιστολή του Διευθυντή Τμήματος Δασών ημερ. 4/4/2002 ειδοποίησαν την Εναγόμενη Εταιρεία ότι το ύψος του νέου αναθεωρημένου μισθώματος που θα ισχύει για την πενταετία από 16/1/2002 μέχρι 15/1/2007 ανέρχεται σε ΛΚ59.158,86 το χρόνο. Το νέο αναθεωρημένο μίσθωμα δεν έγινε αποδεκτό από την Εναγόμενη Εταιρεία, παρά το γεγονός ότι για την αναθεώρηση του ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία όπως και στις δύο προηγούμενες πενταετίες και η Εναγόμενη Εταιρεία συνέχισε να καταβάλλει το ποσό των ΛΚ45.783,44, όπως ίσχυε προηγουμένως. Þ Το συνολικό ποσό των οφειλομένων στο κράτος καθυστερημένων ενοικίων μέχρι τις 15/1/2007 μαζί με τους τόκους υπερημερίας ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ103.368,
- Τα οφειλόμενα καθυστερημένα ενοίκια ανέρχονται στο ποσό των ΛΚ66.877,10, ενώ οι τόκοι υπερημερίας μέχρι 15/1/2007 ανέρχονταν στο ποσό των ΛΚ36.491,
- Þ Η Εναγόμενη Εταιρεία μετά τις 22/7/2006 που κατέβαλε το ποσό των ΛΚ45.783,44 έπαυσε να καταβάλλει οποιοδήποτε μίσθωμα. Αναφερόμενος ο ΜΕ1 στην επίδικη Συμφωνία ανέφερε ότι η αρχική Σύμβαση ημερ. 16/1/82 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) τροποποιήθηκε με τη Συμφωνία ημερομηνίας 27/7/83 η οποία τιτλοφορείται «Έγγραφος Συμφωνία Οπισθογραφήσεως» (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στον όρο 13
(3)(α) και (β) της Συμφωνίας ως εκείνο που περιγράφει τον τρόπο αναθεώρησης του μισθώματος. Κληθείς να περιγράψει τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για αναθεώρηση του μισθώματος για την περίοδο από 16/1/2002 μέχρι 15/1/2007 ανέφερε ότι ζήτησαν από τον Διευθυντή Στατιστικής Υπηρεσίας να τους στείλει αύξηση του πληθωρισμού από την ημέρα που πληρώθηκε το μίσθωμα μέχρι την ημερομηνία αναθεώρησης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7), ενώ από τον ΚΟΤ ζήτησαν να τους σταλεί κατάσταση για τιμές ύπνου και φαγητού για το συγκεκριμένο ξενοδοχείο. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8). Αφού έλαβαν τα στοιχεία προχώρησαν στον υπολογισμό. Συγκεκριμένα με βάση τον όρο 13
(1)(α)(β) της Σύμβασης προχώρησαν στον υπολογισμό των μέσων τιμών στην κατάσταση του ΚΟΤ όπου αναφέρεται το minimum-maximum των τιμών για το διπλό δωμάτιο και αναπροσάρμοσαν την τιμή για ένα άτομο και συμπεριέλαβαν στην τιμή πρόσθετη επιβάρυνση για το Half Board που σημειώνεται στην κατάσταση και αναπροσάρμοσαν τις τιμές με βάση το ποσοστό μείωσης λόγω τουριστικής περιόδου π.χ. την περίοδο Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου τα ξενοδοχεία είχαν κάποιες εκπτώσεις. Αναπροσάρμοσαν, λοιπόν, τις τιμές για εκείνες τις περιόδους και για κάθε περίοδο που ήταν διαφορετικές οι τιμές, ενώ στην τουριστική περίοδο που δεν υπήρχε μείωση έπαιρναν τη μέση τιμή. Το ίδιο έγινε για τα τρία τελευταία χρόνια από την επικείμενη αναθεώρηση του μισθώματος. Την τιμή του κάθε χρόνου την πρόσθεσαν και έβγαλαν τη μέση τιμή για ένα χρόνο και είναι η τιμή Γ με βάση τη Σύμβαση. Εξήγησε ότι με βάση τη Σύμβαση και το σχετικό όρο αναπροσαρμογής του Μισθώματος το Α αντιπροσωπεύει το προβλεπόμενο ετήσιο μίσθωμα που είναι το 5% πάνω στην αγοραία αξία, ήτοι ΛΚ25.500, το Β αντιπροσωπεύει τη μέση τιμή ύπνου και φαγητού για τον πρώτο χρόνο που καταβλήθηκε μίσθωμα και το Γ αντιπροσωπεύει τη μέση τιμή ύπνου και φαγητού των 3 τελευταίων χρόνων. Με επιστολή της ημερομηνία 10/1/2002 η Ενάγουσα ενημέρωσε την Εναγομένη ότι το καθορισθέν ετήσιο μίσθωμα θα τύγχανε αναπροσαρμογής με βάση τον όρο 13
(3)(α) και (β) της Σύμβασης για την περίοδο από 16/1/2002 μέχρι 15/1/2007 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). Με επιστολή της ημερομηνίας 27/2/2002 η Ενάγουσα πληροφόρησε την Εναγομένη ότι το ύψος του μισθώματος είχε αναθεωρηθεί και ότι αυξήθηκε από ποσό ΛΚ45.783,44 σε ποσό ΛΚ66.464,88 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) για να γίνει στη συνέχεια σχετική διόρθωση του ποσού με την επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 4/4/2002 όπου η Εναγόμενη πληροφορείτο ότι το νέο αναθεωρημένο μίσθωμα θα ανέρχετο στο ποσό ΛΚ59.158,86 και όχι σε ποσό ΛΚ66.464,88 όπως εκ παραδρομής είχε αναφερθεί. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). Ερωτηθείς ο ΜΕ1 αν η Εναγόμενη είχε αποδεχθεί την αναθεώρηση του μισθώματος απάντησε ότι δεν είχε πει ότι δεν την αποδεχόταν αλλά συνέχισε να καταβάλλει το μίσθωμα της προηγούμενης πενταετίας και κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 απόδειξη είσπραξης από την Εναγόμενη για το ποσό των ΛΚ45.783,44 το οποίο αποτελούσε μέρος του αναθεωρημένου μισθώματος. Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 26/4/2006 κάλεσε την Εναγόμενη όπως καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια που προέκυπταν από τη διαφορά μεταξύ του αναθεωρημένου μισθώματος και αυτού που είχε καταβληθεί από την Εναγόμενη μέχρι τις 14/4/2006. Δεν υπήρξε ανταπόκριση και στάληκε και νέα επιστολή ημερομηνίας 10/5/2006 στην οποία επισυνάπτετο νέα κατάσταση με τα οφειλόμενα. Πριν τις 16.1.02 η Εναγομένη δεν είχε αμφισβητήσει με οποιονδήποτε τρόπο τους υπολογισμούς που έγιναν για την αναπροσαρμογή του μισθώματος εφόσον συνέχιζε να το καταβάλλει κανονικά. Ο ίδιος υπολογισμός της αναθεώρησης του μισθώματος που έγινε για την περίοδο 2002-2007 έγινε και για τις δύο προηγούμενες πενταετίες και η Εναγομένη κατέβαλλε το μίσθωμα κανονικά. Μετά το 2007 που η Εναγομένη ειδοποιήθηκε ότι έγινε νέα αναθεώρηση και αναπροσαρμογή του μισθώματος ούτε το μέρος που πληρώνετο προηγουμένως δεν κατέβαλλε στην Κυπριακή Δημοκρατία και έπαυσε μετά τις 22.7.06 να καταβάλλει οποιοδήποτε μίσθωμα. Ο ΜΕ1 τόνισε ότι με τον ίδιο τρόπο που είχε υπολογισθεί το μίσθωμα για την περίοδο από 2002 μέχρι 2007 έγινε η αναθεώρηση και τις δύο προηγούμενες πενταετίες και το μίσθωμα καταβλήθηκε κανονικά από την Εναγόμενη. Ερωτηθείς αν πριν τις 16/1/2002 η Εναγόμενη είχε αμφισβητήσει με οποιονδήποτε τρόπο τους υπολογισμούς που έκανε η Ενάγουσα για την αναθεώρηση του μισθώματος απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι όπως της το ζητούσαν η Εναγόμενη κατέβαλλε κανονικά το μίσθωμα. Αντεξεταζόμενος είπε ότι βασίστηκαν στις τιμές που έπαιρναν από τον ΚΟΤ και αφορούσαν συγκεκριμένο ξενοδοχείο και συγκεκριμένη περίοδο. Κρίθηκε ότι τις τιμές που ίσχυαν για τα ξενοδοχεία μπορούσε ως ο πιο αρμόδιος οργανισμός να τις δώσει ο ΚΟΤ. Δέχθηκε ότι σαν αρμόδιο Τμήμα έπρεπε να εφαρμόσουν τη φόρμουλα της Σύμβασης όπου διελαμβάνετο στο Γ η μέση τιμή ύπνου και φαγητού ή ο μέσος όρος τιμολογίων ύπνου και φαγητού. Ερωτηθείς κατά πόσο ζήτησαν τιμολόγια που εξέδωσε το DOME, απάντησε αρνητικά. Στην υποβολή ότι θα μπορούσαν να τα ζητήσουν, ο Μ.Ε.1 διερωτήθηκε γιατί τότε το DOME δεν ήλθε να τους πει ότι δεν συμφωνούσε με τον τρόπο αναθεώρησης και ήλθε στην τρίτη πενταετία να θέσει θέμα. Ερωτηθείς κατά πόσο ενώ μπορεί ο ΚΟΤ να δημοσιεύσει μια τιμή να υπάρξει μια ανατροπή που να υποχρεώσει το ξενοδοχείο να κάνει αναπροσαρμογή και μείωση των τιμών, απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς κατά πόσο σαν Τμήμα ερεύνησε κατά πόσο τα ξενοδοχεία χρεώνουν τις τιμές που δημοσιεύει ο ΚΟΤ, απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν στις αρμοδιότητες του να το κάνει εκτός από ό,τι προεβλέπετο στη Συμφωνία. Στην υποβολή ότι εφόσον στη Συμφωνία γίνεται αναφορά στο μέσο όρο των τιμολογίων ύπνου και φαγητού και ότι, άρα, είναι τα τιμολόγια που εκδίδονται από τα ξενοδοχεία που δείχνουν τη σωστή ή πραγματική τιμή και όχι εκείνα του καταλόγου του ΚΟΤ, ο Μ.Ε.1 διερωτήθηκε γιατί δεν τέθηκε το ζήτημα αυτό από την πρώτη πενταετία και δεν ήλθε το DOME να τους πει ότι έκαναν λάθος στις τιμές. Ερωτηθείς κατά πόσο οι Tour Operators προκρατούν αριθμό κλινών πριν να ξεκινήσει η τουριστική περίοδος και παίρνουν πιο χαμηλές τιμές, απάντησε ότι το άκουσε. Στην υποβολή ότι οι χρεώσεις ΚΟΤ δεν αντιπροσωπεύουν τις μέσες τιμές τιμολογίων ύπνου και φαγητού, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει τα τιμολόγια ξενοδοχείων και ότι πιθανόν να υπάρχουν διαφορές. Στην υποβολή ότι οι τιμές ύπνου και φαγητού αυξομειώνονται ανάλογα και με το πού βρίσκεται το δωμάτιο, ο Μ.Ε.1 ανάφερε ότι ζήτησαν τιμές για το συγκεκριμένο ξενοδοχείο και πήραν μέσες τιμές. Πρόσθεσε ότι για τον καθορισμό των minimum/maximum τιμών λήφθηκε υπόψη και το πιο αριστοκρατικό δωμάτιο αλλά και το πιο φθηνό δωμάτιο. Στην υποβολή ότι οι τιμές ΚΟΤ δεν ήταν ο σωστός τρόπος καθορισμού του Γ έχοντας υπόψη ότι υπήρχε η δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν τιμολόγια ύπνου και φαγητού και όχι ενδεικτικές τιμές ΚΟΤ, απάντησε ότι δεν γνωρίζει τι λαμβάνει υπόψη του ο ΚΟΤ και με ποιον τρόπο δίνει τιμές. Στην υποβολή ότι η χρέωση που έγινε από 28.12.01 είναι λάθος χρέωση και ότι δεν συνάδει με την εφαρμογή της Συμφωνίας, ο Μ.Ε.1 παρέπεμψε στον όρο 13
(3)και όρο 13
(2)τονίζοντας ότι το ετήσιο μίσθωμα είναι προπληρωτέο την 28η ημέρα του Δεκεμβρίου. Στην υποβολή ότι ο μέσος όρος τιμολογίων ύπνου και φαγητού για το 1999, 2000 και 2001 για το ξενοδοχείο DOME ήταν Λ.Κ.27.50 και όχι Λ.Κ. 43.50, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι αν γίνει σύγκριση με τις τιμές του ΚΟΤ υπάρχει διαφορά. Σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης του επανέλαβε ότι ελάβαν εγκεριμένες τιμές ύπνου και φαγητού που δημοσιεύονται στον τουριστικό οδηγό ΚΟΤ για συγκεκριμένα ξενοδοχεία και υπολόγισαν μέσες τιμές όπως αναφέρεται στη Συμφωνία. Στην υποβολή ότι η ερμηνεία από το Τμήμα του Μ.Ε.1 του όρου 13(β) για τον καθορισμό του Γ είναι αυθαίρετη και νομικά λανθασμένη, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι η Συμφωνία μιλά για εγκεκριμένες τιμές με βάση το Άρθρο 10 του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου και πρόσθεσε ότι οι τιμές δεν καθορίζονται αποκλειστικά και μόνο από τον ΚΟΤ αλλά σε συνεννόηση με το Διοικητικό Συμβούλιο και υπευθύνους ξενοδοχείων. Στην υποβολή ότι το Άρθρο 13 αναφέρεται σε τιμολόγια και όχι τιμές, ο Μ.Ε.1 διερωτήθηκε γιατί η Συμφωνία δεν αναφέρεται σε τιμές που θα ορίζει το ξενοδοχείο και να παίρνουν τα τιμολόγια. Μαρτυρία Γιώργου Περικλέους (Μ.Ε.2) Ο Μ.Ε.2 είναι Ανώτερος Τουριστικός Λειτουργός στον ΚΟΤ. Αφού αναγνώρισε τη Σύμβαση Μίσθωσης ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 και τη συμπληρωματική Συμφωνία ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 ανάφερε ότι κάθε 5 χρόνια το Τμήμα Δασών ζητά από τον ΚΟΤ να του κοινοποιήσουν εγκεκριμένες τιμές που ισχύουν για τη συγκεκριμένη περίοδο. Εξήγησε ότι οι εγκεκριμένες τιμές περιλαμβάνουν με βάση το Νόμο φόρους και τέλη και την τιμή διαμονής, τιμή προγεύματος και τιμή γεύματος (Η/Β). Στις τιμές αυτές επεσήμανε ότι συμπεριλαμβάνονταν επιβαρύνσεις. Οι τιμές δε αυτές δημοσιοποιούνται και αναρτούνται από το ξενοδοχείο στο reception του ξενοδοχείου όσο και σε κάθε δωμάτιο. Κληθείς να εξηγήσει τι σημαίνει εγκεκριμένες τιμές ανέφερε ότι είναι οι τιμές που εγκρίνονται με βάση το Άρθρο 10 του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμο, οι οποίες υποβάλλονται από τον επιχειρηματία του ξενοδοχείου και εγκρίνονται από τον ΚΟΤ και ισχύουν για συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Στο Τμήμα Δασών ο ΚΟΤ είχε δώσει τις τιμές που εγκρίθηκαν για την περίοδο που τους ζήτησε. Ο Μ.Ε. 2 αναγνώρισε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 επιστολή του ΚΟΤ προς το Διευθυντή Τμήματος Δασών στην οποία επισυνάπτονται αντίγραφα από 5 οδηγούς ξενοδοχείων για την περίοδο από 1997 μέχρι
- Κάθε ένα αντίγραφο αντιπροσωπεύει μια χρονιά και αναφέρονται για το συγκεκριμένο ξενοδοχείο οι τιμές που εγκρίθηκαν από τον ΚΟΤ με βάση το Άρθρο 10 του Νόμου περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων. Ερωτηθείς πώς υπολόγισαν τις συγκεκριμένες τιμές απάντησε ότι είναι οι τιμές που ζήτησε ο επιχειρηματίας να εγκριθούν και εγκρίθηκαν χωρίς ο ΚΟΤ να κάνει οποιαδήποτε υπολογισμό. Εξήγησε ότι ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε δωματίου γίνεται η παραλλαγή τιμών είτε minimum, είτε maximum. Για κάθε δωμάτιο καταχωρείται μία κάρτα η οποία αναρτάται στο πίσω μέρος της εισόδου του δωματίου και αναφέρεται η συγκεκριμένη τιμή. Δηλαδή κάποια δωμάτια έχουν την maximum τιμή και άλλα την minimum. Τις συγκεκριμένες τιμές τις έστειλε ο ΚΟΤ όταν του ζητήθηκε από το Τμήμα Δασών να τους κοινοποιήσει ο ΚΟΤ τις τιμές που είχαν εγκριθεί για εκείνη την περίοδο. Σε άλλη ερώτηση ο Μ.Ε. 2 ανάφερε ότι δεν μπορούσε το ξενοδοχείο να πουλά κάτω από τη minimum τιμή γιατί θα ανταγωνίζετο αθέμιτα την κατώτερη τάξη ξενοδοχείου των 3 αστέρων. Οι τιμές που αποστάληκαν από τον ΚΟΤ στο Τμήμα Δασών αντιπροσώπευαν την τιμές ύπνου και προγεύματος, τιμές ημιδιατροφής (Η/Β) και τιμές πλήρους διατροφής (F/B). Δίδονταν αναλυτικές τιμές γευμάτωv και ποσοστά έκπτωσης που θα μπορούσαν να δοθούν σε κάποια συγκεκριμένη περίοδο. Οι τιμές αυτές συμπεριελάμβαναν όλους τους φόρους και δικαιώματα υπηρεσίας. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε. 2 είπε ότι τότε οι τιμές ήταν υποχρεωτικές, ενώ σήμερα είναι ενδεικτικές και αρνήθηκε ότι τότε ήταν ενδεικτικές. Εξήγησε ότι ο βασικός λόγος που καθορίστηκαν οι minimum και maximum τιμές ήταν για την προστασία του πολίτη, του τουρίστα από υπερχρεώσεις και εκμετάλλευση εξ' ου και καθορίστηκαν κατώτατες και ανώτερες τιμές για να μπορεί να ελέγχει και να προστατεύει τους τουρίστες από επιτήδειους. Πρόσθεσε ότι σήμερα καθορίζονται όρια αλλά είναι ενδεικτικά των τιμών. Μαρτυρία Μιχάλη Καπελλίδη (Μ.Υ.1) Ο Μ.Υ.1 είναι Αρχιλογιστής της Εναγομένης Εταιρείας. Στα πλαίσια των καθηκόντων του είναι και ο έλεγχος πληρωμών που διενεργούνται από τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου με την ονομασία DOME στην Αγ. Νάπα. Το ξενοδοχείο κτίστηκε και λειτουργεί από το 1984 μέχρι και σήμερα ως ξενοδοχείο 4 αστέρων κατόπιν σχετικής άδειας του ΚΟΤ. Όσον αφορά το αξιούμενο από τους Ενάγοντες οφειλόμενο μίσθωμα, ο Μ.Υ.1 ανέφερε τα εξής:- Οι Εναγόμενοι δεν έφεραν ένσταση αλλά ούτε και διερεύνησαν την ορθότητα ή όχι της αύξησης που τους επιβλήθηκε για την περίοδο 1997-2002 και γι αυτό πλήρωσαν το επιβληθέν μίσθωμα χωρίς ένσταση ή οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Να σημειωθεί ότι το Τμήμα Δασών δεν αποκάλυπτε τη μέθοδο που ακολούθησε για την αύξηση του μισθώματος. Όταν, όμως, τον Απρίλιο του 2002 με την επιστολή ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 πληροφορήθηκαν ότι με την υπολογισθείσα από τους Ενάγοντες αύξηση το σύνολο του ετήσιου μισθώματος ανήλθε σε Λ.Κ.59.158,86 και, αφού είχε ξεκινήσει η σοβαρή μείωση τουρισμού στην Κύπρο, τότε οι Εναγόμενοι διαμαρτυρήθηκαν και έφεραν ένσταση στην επιβαλλόμενη αύξηση αφού δεν ήταν λογικό να υπάρχει αύξηση ενοικίου αφού υπήρξε μείωση στην τιμή των τιμολογίων. Η διεύθυνση των Εναγομένων αποφάσισε όπως μη προχωρήσει με την πληρωμή του αξιούμενου ποσού και δόθηκαν οδηγίες στον Μ.Υ.1 να συνεχίσει η πληρωμή του μισθώματος που επιβλήθηκε για τα έτη 1998-
- Παράλληλα έγιναν διαμαρτυρίες από τους Εναγόμενους και αμφισβητήθηκε η επιβληθείσα από το Τμήμα Δασών αύξηση (κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18 δέσμη επιστολών από Εναγόμενους ημερ. 22.5.03, 21.10.05, 27.3.06 και 14.9.06). Στα πλαίσια ετοιμασίας για την ακροαματική διαδικασία και, αφού δόθηκαν από τους Ενάγοντες οι λεπτομέρειες της μεθόδου που ακολούθησαν για τον υπολογισμό της αύξησης για τα έτη 2002 - 2007, ο Μ.Υ. 1 προέβη σε λεπτομερή μελέτη των στοιχείων που δόθηκαν από τους Ενάγοντες και διαπιστώθηκε ότι, με βάση τα εκδοθέντα από τους Εναγόμενους τιμολόγια σε σχέση με την παραχώρηση των δωματίων του ξενοδοχείου DOME κατά τα έτη 1999 - 2001 ο μέσος όρος ανέρχεται σε Λ.Κ.22.25 (περιλαμβανομένων φόρων και τελών). Εφαρμόζοντας δε τις πρόνοιες του όρου 13
(3)της Σύμβασης μίσθωσης το ετήσιο μίσθωμα θα έπρεπε να είναι της τάξης των Λ.Κ.32.458,52 ετησίως και όχι Λ.Κ. 59.158,86 που επιβλήθηκε. Οι Εναγόμενοι θεώρησαν και θεωρούν λανθασμένο τον τρόπο υπολογισμού του μέσου όρου τιμής των τιμολογίων με βάση τις τιμές που διαφημίζει ο ΚΟΤ. Οι πραγματικές τιμές τιμολογίων για την περίοδο 1999 - 2002 φαίνονται στα αντίγραφα των τιμολογίων που κατατέθηκαν (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16). Το ξενοδοχείο DOME συνεργαζόταν κατά τα επίδικα έτη 1999 - 2001 και συνεχίζει μέχρι σήμερα να συνεργάζεται με ταξιδιωτικούς πράκτορες του εξωτερικού οι οποίοι αγοράζουν πριν την κάθε σεζόν μεγάλα πακέτα και, κατ' επέκταση, πλείστα των τιμολογίων που εκδίδονται δεν πλησιάζουν την ελάχιστη τιμή δωματίου που διαφημίζει ο ΚΟΤ. Οι τιμές που δίδονται στον ΚΟΤ είναι ενδεικτικές και σε πολύ λίγες περιπτώσεις μεμονωμένων πελατών εκδίδονται τιμολόγια με βάση τις τιμές του ΚΟΤ. Συνεπώς, αφού οι Ενάγοντες ακολούθησαν τη μέθοδο αύξησης με βάση τις πρόνοιες του όρου 13
(3)(β) της Συμφωνίας και αφού ο μέσος όρος τιμής Γ που καθορίστηκε ήταν λανθασμένος ως άμεσο επακόλουθο ήταν και ο λανθασμένος υπολογισμός του συνολικού ετησίου μισθώματος για τα έτη 2002 -
- Οι Εναγόμενοι προέβηκαν στις ακόλουθες πληρωμές (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11) (α) Λ.Κ. 45.783,44 στις 10.04.03 (β) Λ.Κ. 45.783,44 στις 03.06.03 (γ) Λ.Κ. 45.783,44 στις 27.10.05 (δ) Λ.Κ. 45.783,44 στις 31.03.06 (ε) Λ.Κ. 45.783,44 στις 22.07.06 ΣΥΝΟΛΟ Λ.Κ.228.917,20 Με βάση την ορθή εφαρμογή του όρου 13 της Συμφωνίας Μίσθωσης και, συγκεκριμένα, εφαρμόζοντας τη μέθοδο υπολογισμού της αύξησης του μισθώματος με βάση τα στοιχεία του τιμάριθμου όπως παρουσιάστηκαν από τους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι είχαν συμβατική υποχρέωση όπως για τα έτη 2002-2007 καταβάλλουν ως μίσθωμα το ποσό των Λ.Κ.43.401 ετησίως. Το εν λόγω ετήσιο μίσθωμα κατέστη πληρωτέο στις 4.4.03 (αφού κατέστη πληρωτέο στις 4.4.02 δυνάμει του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 6), στις 16.1.03, 16.1.04, 16.1.05 και 16.1.
- Αφού υπολόγισαν τις ημερομηνίες των πληρωμών που έκαμαν οι Εναγόμενοι επιβάλλοντας 8% επιβάρυνση στα οφειλόμενα ποσά υπολόγισαν το σύνολο των επιβαρύνσεων στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.17.591,61, ενώ το συνολικό πληρωτέο ετήσιο μίσθωμα σε ποσό Λ.Κ.217.005 (Λ.Κ.43.401 Χ 5) με αποτέλεσμα να καταλήγει ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν μόνο μέρος των επιβαρύνσεων ύψους Λ.Κ.5.679,
- Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι ουδέποτε τους ζητήθηκε από οποιονδήποτε να επιθεωρήσει τα εκδοθέντα τιμολόγια τα οποία, εν πάση περιπτώσει, δηλώνονταν σε όλες τις αρμόδιες αρχές. Αν τους ζητείτο δεν θα αρνούνταν να δώσουν τέτοια στοιχεία ή να ληφθούν κατόπιν επιθεώρησης. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 και ερωτηθείς για τις αναπροσαρμογές του μισθώματος που είχαν γίνει, είπε ότι το αρχικό μίσθωμα ήταν Λ.Κ.15.300 το χρόνο. Αργότερα αυξήθηκε σε Λ.Κ.31,762 και εν συνεχεία σε Λ.Κ.45,.
- Αρνήθηκε ότι έγιναν οποιεσδήποτε προσπάθειες για μείωση του μισθώματος για την πενταετία 1997-
- Σε σχετική δε υποβολή ότι είχαν γίνει τότε προσπάθειες να μειωθεί το μίσθωμα απάντησε ότι, αν έγιναν, δεν το γνώριζε. Στη συνέχεια σε άλλη ερώτηση είπε ότι δεν έγινε απευθείας διαπραγμάτευση αλλά διάφορες προσπάθειες για μείωση του μισθώματος. Ερωτηθείς για το λόγο που έγιναν οι προσπάθειες αυτές, ο Μ.Υ.1 απάντησε ότι θεωρούσαν ότι το ύψος του μισθώματος σε σύγκριση με τις τιμές που η εταιρεία ή το ξενοδοχείο πωλούσε στους τουριστικούς πράκτορες του εξωτερικού ήταν ψηλό και ότι δεν συμβάδιζε με τις πραγματικές τιμές των τιμολογίων που υπέγραφαν στα συμβόλαια με τους τουριστικούς πράκτορες. Ερωτηθείς πώς οι Εναγόμενοι διαμαρτυρήθηκαν και έφεραν ένσταση στην αύξηση του ετήσιου μισθώματος τον Απρίλιο του 2002 σε Λ.Κ.59.158,86, ο Μ.Υ.1 απάντησε ότι αυτό έγινε με το να μη καταβάλλει η εταιρεία το ύψος του μισθώματος που ζήτησε το Τμήμα Δασών και να συνεχίζει να πληρώνει το μίσθωμα της προηγούμενης περιόδου. Ερωτηθείς αν διαμαρτυρήθηκε γραπτώς για το θέμα στο αρμόδιο Τμήμα, απάντησε αρνητικά. Το ίδιο απάντησε και στην ερώτηση αν έκανε προσπάθειες για να διαπραγματευθεί με το αρμόδιο τμήμα. Ερωτηθείς αν ζήτησε ποτέ από το αρμόδιο τμήμα οποιαδήποτε εξήγηση σε σχέση με τον υπολογισμό του μισθώματος για την επίδικη περίοδο, απάντησε αρνητικά. Σε ερώτηση αν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΚΟΤ είχε εγκρίνει τιμή ύπνου και φαγητού, ο Μ.Υ. 1 απάντησε καταφατικά. Δεν διαφώνησε με τις τιμές του ΚΟΤ τις οποίες χαρακτήρισε ως ενδεικτικές. Δέχθηκε ότι στην επίδικη Σύμβαση δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια για μείωση του μισθώματος σε περίπτωση μείωσης τουρισμού. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι αυτές τις τιμές που ο ΚΟΤ διαφημίζει είναι, απλώς, ενδεικτικές και ότι ο ΚΟΤ σε διάφορες εγκυκλίους κατά καιρούς επέτρεπε σε όλα τα ξενοδοχεία να παραχωρούν εκπτώσεις σε τουριστικούς πράκτορες του εξωτερικού. Αρνήθηκε ότι ο υπολογισμός των Εναγόντων ήταν ορθός και επανέλαβε ότι χρησιμοποίησαν κάποιες ενδεικτικές τιμές ενώ η Εναγόμενη χρησιμοποίησε τις ορθές τιμές. Στην υποβολή ότι οι Ενάγοντες χρησιμοποίησαν εγκεκριμένες τιμές, ο Μ.Υ.1 ανάφερε ότι οι Ενάγοντες δεν χρησιμοποίησαν τιμές τιμολογίου. Στην υποβολή ότι τα τιμολόγια (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16) που προσκόμισε ο Μ.Υ.1 δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αντιπροσωπευτικά για τους υπολογισμούς που έκανε με δεδομένο ότι λήφθηκαν υπόψη 2-3 τιμολόγια από 3 box-files για κάθε χρόνο και ότι ως παρονομαστή έλαβε υπόψη τον αριθμό των τιμολογίων διευκρίνισε ότι υπολόγισε το μέσο όρο κάτι και ότι δεν έχει σημασία ο παρονομαστής. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[1]. Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[2] Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.1 Αξιολογώντας εν πρώτοις τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 λέω από την αρχή ότι χαρακτηριζόταν για τη σαφήνεια και θετικότητα της. Ο Μ.Ε.1 με ξεκάθαρο τρόπο αφού αναφέρθηκε στην επίδικη Σύμβαση Μίσθωσης, η οποία είχε συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων στις 16.1.82, στη διάρκεια της και τη δυνατότητα που παρείχετο για παράταση, προχώρησε στη συνέχεια στο μίσθωμα της εξηγώντας ποιο ήταν το αρχικό μίσθωμα από το τέλος του 5ου μέχρι και του 10ου έτους από της ημερομηνίας υπογραφής της Σύμβασης για την περίοδο από 16.1.87 - 15.1.92 ως, επίσης, και στον τρόπο υπολογισμού του μισθώματος μετά το πέρας της πρώτης δεκαετίας. Ήταν σαφής ότι για τις επόμενες πενταετίες, ήτοι από 16.1.92 μέχρι 15.1.97 και από 16.1.97 - 15.1.2002 το μίσθωμα είχε αναπροσαρμοστεί με βάση το τι προνοούσε η σχετική Σύμβαση και παρέπεμψε στον σχετικό όρο της Σύμβασης εξηγώντας τον τρόπο εφαρμογής του για να υπολογισθεί το ύψος του μισθώματος. Ήταν ξεκάθαρος ότι ενώ η αναθεώρηση του μισθώματος που θα ίσχυε για την πενταετία από 16.1.02 μέχρι 15.1.07 έγινε αφού ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία όπως την περιέγραψε και στάληκε επιστολή του Διευθυντή Τμήματος Δασών ημερ. 4.4.02 ειδοποιώντας την Εναγομένη Εταιρεία για το νέο αναθεωρημένο μίσθωμα και ότι, ενώ η Εναγομένη εταιρεία για την πενταετία 1997 - 2002 που το μίσθωμα είχε ανέλθει στο ποσό των Λ.Κ. 45.783,44 αυτό έγινε αποδεκτό και το κατέβαλε κανονικά, εντούτοις η Εναγόμενη εταιρεία δεν έκανε αποδεκτό το νέο αναθεωρημένο μίσθωμα και συνέχισε να καταβάλλει το ποσό που ίσχυε προηγουμένως. Αναφέρθηκε, επίσης, με σαφήνεια στο συνολικό ποσό των οφειλόμενων καθυστερημένων ενοικίων μέχρι τις 15.1.07 μαζί με τους τόκους υπερημερίας όπως προέκυπταν αφού είχαν ληφθεί υπόψη όλα τα ποσά που είχε η Εναγομένη εταιρεία καταβάλλει. Ήταν απόλυτα σαφής και κατατοπιστικός σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την αναθεώρηση του μισθώματος για την περίοδο από 16.1.02 μέχρι 15.1.07 και απάντησε όλες τις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν δίδοντας κάθε αναγκαία επί του ζητήματος διευκρίνηση. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης κλήθηκε να απαντήσει και απάντησε σε σωρεία ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν δίδοντας σε κάθε περίπτωση άμεσες και ξεκάθαρες απαντήσεις. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης αφορούσε, βασικά, το κατά πόσο ο τρόπος που η Ενάγουσα είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει την επίδικη Σύμβαση σε σχέση με τον υπολογισμό του μισθώματος ήταν ο ορθός τρόπος υπολογισμού, ζήτημα για το οποίο ο Μ.Ε. 1 παρέμεινε σταθερός και συνεπής στη θέση του για τον τρόπο εφαρμογής της επίδικης Συμφωνίας επιμένοντας ότι ο σχετικός όρος της εν λόγω Συμφωνίας εφαρμόστηκε στην προκείμενη περίπτωση ορθά. Είναι φανερό ότι κατά την αντεξέταση δεν έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ως προς τα σχετικά με την υπόθεση πραγματικά γεγονότα αλλά η ορθότητα της ερμηνείας που δόθηκε στην επίδικη Συμφωνία από πλευράς της Ενάγουσας και κατά πόσο ο τρόπος εφαρμογής του όρου που αφορούσε τον τρόπο υπολογισμού του αναθεωρημένου μισθώματος συνήδε με την ορθή ερμηνεία της επίδικης Σύμβασης Μισθώσεως. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω επισημάνσεων, λέω ότι ο Μ.Ε.1 παρέμεινε αταλάντευτα σταθερός και συνεπής στη μαρτυρία του καθ΄ όλη τη διάρκεια της εξέτασης ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης η μαρτυρία του δεν διαφοροποιήθηκε, ούτε κλονίσθηκε σε οποιοδήποτε σημείο. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι το θέμα του κατά πόσο η επίδικη Συμφωνία έχει εφαρμοστεί κατά τρόπο που συνάδει με την ορθή ερμηνεία του σχετικού όρου που αφορά τον καθορισμό του μισθώματος είναι νομικό ζήτημα το οποίο θα εξετάσουμε σ΄ άλλο σημείο της Απόφασης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε. 2 Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Ε. 2, η οποία βασικά συνίστατο στο γεγονός ότι ζητείτο η Υπηρεσία του δηλαδή ο ΚΟΤ, από το Τμήμα Δασών με βάση την επίδικη Σύμβαση να κοινοποιήσει κάθε πέντε χρόνια τις εγκεκριμένες τιμές που ίσχυαν για συγκεκριμένη περίοδο για το υπό αναφορά ξενοδοχείο, λέω ότι ήταν σαφής και θετική και την αποδέχομαι πλήρως. Εξήγησε με ξεκάθαρο τρόπο την έννοια των εγκεκριμένων τιμών με βάση και τη σχετική νομοθεσία και πώς αυτές καθορίζονταν ως, επίσης, και το τι συμπεριελάμβαναν. Και αυτά τα αποδέχομαι πλήρως. Κατά την αντεξέταση η Υπεράσπιση προσπάθησε να θέσει ζήτημα για το κατά πόσο οι εγκεκριμένες από τον ΚΟΤ τιμές και τα ξενοδοχεία σε κάθε συγκεκριμένη περίοδο ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υποχρεωτικές ή ενδεικτικές και ο Μ.Ε.2 ήταν κατηγορηματικός ότι αυτές ήταν τότε υποχρεωτικές εξηγώντας ότι αυτό αποσκοπούσε στην προστασία του τουρίστα από υπερχρεώσεις και εκμετάλλευση, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι σήμερα, αν και καθορίζονται όρια τιμών, αυτά είναι, με τα σημερινά δεδομένα, ενδεικτικά. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.1 Εξετάζοντας στη συνέχεια το Μ.Υ.1 πρέπει να πω από την αρχή ότι στο πλείστο της μέρος αφορά τη διατύπωση της άποψης του μάρτυρα σε σχέση με το ποια θα έπρεπε να είναι η ερμηνεία της επίδικης Σύμβασης Μισθώσεως αναφορικά με τον καθορισμό του μισθώματος και πώς θα έπρεπε να εφαρμοστεί ο σχετικός, στην εν λόγω Σύμβαση, όρος. Μέσα δε στα πλαίσια της ερμηνείας που προωθήθηκε εκ μέρους της Εναγομένης εταιρείας ο Μ.Υ.1 προχώρησε και υπολόγισε το ετήσιο μίσθωμα για τα έτη 2002-2007 που, όπως διεφάνη, διαφέρει από τον τρόπο υπολογισμού που εφαρμόστηκε από πλευράς Ενάγουσας. Επισημαίνω, όπως ήδη αναφέρθηκε και ανωτέρω, ότι το ζήτημα της ερμηνείας του σχετικού όρου της επίδικης Σύμβασης Μίσθωσης αναφορικά με τον καθορισμό του μισθώματος συνιστά νομικό ζήτημα το οποίο θα εξετάσουμε σε άλλο σημείο της Απόφασης μέσα στα πλαίσια ερμηνείας της επίδικης Συμφωνίας. Για τα υπόλοιπα ζητήματα ο Μ.Υ.1 έδωσε την εκδοχή του για το λόγο που δεν υπήρξε από πλευράς Εναγομένης εταιρείας ένσταση ή διαμαρτυρία για το επιβληθέν για την περίοδο 1997-2002 μίσθωμα εξηγώντας ότι δεν είχε διερευνηθεί η ορθότητα ή όχι τότε της αύξησης που είχε επιβληθεί. Θεωρώ ότι για τα ζητήματα αυτά που αφορούν πραγματικά γεγονότα ο Μ.Υ.1 ήταν θετικός και ειλικρινής. Μάλιστα, κατά την αντεξέταση διευκρίνισε ότι σε σχέση με την αύξηση του μισθώματος που κοινοποιήθηκε από την Ενάγουσα τον Απρίλιο του 2002 δεν υπήρξε από πλευράς Εναγομένης εταιρείας γραπτή διαμαρτυρία, ούτε προσπάθεια για διαπραγμάτευση του ποσού αλλά ούτε και ζητήθηκε από το αρμόδιο Τμήμα οποιαδήποτε εξήγηση σε σχέση με τον υπολογισμό του μισθώματος για την επίδικη περίοδο. Εκείνο που έγινε, όπως εξήγησε, ήταν να συνεχίσει η Εναγομένη εταιρεία να καταβάλλει το μίσθωμα της προηγούμενης περιόδου. Όσον αφορά τους υπολογισμούς που έκανε ο Μ.Υ.1 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16) στη βάση αριθμού εκδοθέντων από την Εναγομένη εταιρεία τιμολογίων για να καθορίσει το μέσο όρο, θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι τα τιμολόγια που ο Μ.Υ.1 έλαβε υπόψη του είναι αντιπροσωπευτικά για τους υπολογισμούς που έκανε εφόσον έγινε μια επιλογή ορισμένων τιμολογίων για κάθε χρόνο. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι, αν και ο Μ.Ε. 1 στον οποίο τέθηκαν υπόψη τα σχετικά τιμολόγια και υπολογισμοί (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16), δέχτηκε ότι οι υπολογισμοί που είχαν γίνει για τα τιμολόγια εκείνα για τις συγκεκριμένες περιόδους που δόθηκαν ήταν σωστοί, ήταν σαφής ότι δεν μπορούσε να είναι βέβαιος ότι τα τιμολόγια αυτά αντιπροσωπεύουν τις μέσες τιμές γιατί πιθανόν να αντιπροσώπευαν είτε τις πιο χαμηλές, είτε τις πιο ψηλές τονίζοντας ξεκάθαρα ότι δεν μπορούσε να συμφωνήσει ότι τα συγκεκριμένα τιμολόγια που χρησιμοποιήθηκαν για τους υπολογισμούς που έγιναν ήταν ενδεικτικό δείγμα για τις μέσες τιμές. Θεωρώ ότι η πιο πάνω θέση του Μ.Ε.1 ήταν απόλυτα ξεκάθαρη και αιτιολογημένη σε αντίθεση με τη θέση που διατύπωσε ο Μ.Υ. 1 ότι δεν είχε σημασία ο αριθμός των τιμολογίων που είχαν χρησιμοποιηθεί εφόσον αυτός ήταν ο παρονομαστής που λήφθηκε υπόψη και ότι ανεξάρτητα από τον αριθμό των τιμολογίων για σκοπούς υπολογισμού του μέσου όρου, το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ να εξετάσω τις νομικές αρχές που διέπουν την ερμηνεία μιας Συμφωνίας όπως προκύπτουν από τη νομολογία. Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου μιας συμφωνίας, αποτελεί νομικό ζήτημα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο προσπαθώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας[3]. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας Συμφωνίας αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της Συμφωνίας. Στο σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, General Principles, 27η έκδοση, διαβάζουμε τα εξής σχετικά στις σελ. 586-587, παρα. 12-053: "The whole contract is to be considered Every contract is to be construed with reference to its object and the whole of its terms, and accordingly, the whole context must be considered in endeavouring to collect the intention of the parties, even though the immediate object of inquiry is the meaning of an isolated word or clause. 'It is a true rule of construction that the sense and meaning of the parties in any particular part of an instrument may be collected ex antecedentibus et consequentibus; every part of it may be brought into action in order to collect from the whole one uniform and consistent sense, if that may be done'. And so Lord Davey said in N.E. Railway v. Hastings, quoting Lord Watson: 'The deed must be read as a whole in order to ascertain the true meaning of its several clauses, and the words of each clause should be interpreted as to bring them into harmony with the other provisions of the deed if that interpretation does not violence to the meaning of which they are naturally susceptible'." Όπως έχει τονισθεί στη σχετικά πρόσφατη υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public Company Limited, Π.E. 272/08, ημερ. 17.10.11, οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη Συμφωνία στο σύνολο της. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε, επίσης, ότι για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια Σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών[4]. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.2)
(1998)1 Α.Α.Δ 2335: «Οδηγό για την ερμηνεία συμβατικών όρων αποτελεί το κείμενό τους, ορώμενο, όχι απομονωμένο, αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας στην οποία απαντάται. Όπως υποδείξαμε στην πρόσφατη απόφασή μας, στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ,
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, το κείμενο συμβατικής πρόνοιας, όπως εντάσσεται στο πλαίσιο της συμφωνίας, αποτελεί το θεμελιακό κανόνα ερμηνείας των συμβάσεων. Το κριτήριο, όπως επισημάναμε:- " ... . είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Mαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα." (Βλ., επίσης, Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499.)" Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο πλευρών διαπιστώνονται από το ίδιο το κείμενο μιας συμφωνίας. Πάγια ερμηνευτική αρχή είναι ότι η πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση μιας συμφωνίας, δηλ. των σκέψεων τους που για το σκοπό αυτό εξετάζεται συνολικά. Επαναλαμβάνω. Σκοπός της ερμηνείας εγγράφου είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Ως εκ τούτου, η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιου Ν. Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ 1809 στις σελ. 1815-1816: «Ένας βασικός κανόνας ερμηνείας ενός εγγράφου είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα (literal meaning), όπως είναι γενικά κατανοητές (Robertson v. French [1803] 4 East 130). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Beard v. Moira Colliery Co. ([1915] 1 Ch. 257), "Στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνηθισμένη ερμηνεία τους." Ο Lord Ellenborough C.J. στην υπόθεση Robertson v. French ([1803] 4 East 130, σ. 135 είπε ότι, "It is to be construed according to its sense and meaning as collected in the first place from the terms used in it, which terms are themselves to be understood in their plain, ordinary and popular sense unless they have generally in respect of the subject-matter, as by the known usage of trade or the like, acquired a peculiar sense different from the popular sense of the same words or unless the context evidently pointed out that they must in the particular instance and in order to effectuate the immediate intention of the parties to that contract be understood in some other and peculiar sense." Αναφορικά με το ίδιο θέμα ο Jessel M.R. στην υπόθεση Re Levy, ex p. Walton ([1881] 17 Ch.D. 746 τόνισε ότι, "The grammatical and ordinary sense of the words is to be adhered to, unless that would lead to some absurdity, or some repugnance or inconsistency with the rest of the instrument, in which case the grammatical or ordinary sense of the words may be modified, so as to avoid that absurdity and inconsistency, but no further." Στην Κύπρο η ερμηνεία του όρου ενός εγγράφου εξετάστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Θεολόγου και άλλος ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ.
(1998)1 Α.Α.Δ. 407 όπου ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δικαστής Πικής τόνισε ότι, "Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and another v. Holy Monastery of Ay. Neophytos [1982] 1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων."» Ερμηνεία επίμαχου όρου της Σύμβασης Μίσθωσης Κατά την άποψη μου ορθά έχει ερμηνευθεί από τους Ενάγοντες ο επίμαχος όρος όπως προνοείται στον όρο 13
(3)της Σύμβασης Μίσθωσης ο οποίος, επισημαίνω, παραπέμπει στο Άρθρο 10 του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμος. Για να τα θέσω πιο ξεκάθαρα, ο όρος 13
(3)(α) αναφέρεται προς το ποσοστό αυξομείωσης των βάση το Άρθρο 10 του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμο εγκεκριμένων Τιμολογίων ύπνου και φαγητού του ξενοδοχείου. Στο σημείο αυτό παραθέτω το Άρθρο 10 του Νόμου 40/69: «10.-
(1)Αι τιμαί των υπό των ξενοδοχείων παρεχομένων υπηρεσιών ύπνου και καταναλώσεως κυρίων και βοηθητικών γευμάτων ορίζονται διά ετησίαν περίοδον αρχομένην από της 1ης Ιανουαρίου εκάστου έτους, εκτός εάν ο Οργανισμός ήθελε καθορίσει ετέραν περίοδον, και παραμένουσι σταθεραί διαρκούσης της περιόδου ταύτης: ..................................
(2)Αι τιμαί ορίζονται παρ' εκάστης επιχειρήσεως επί τη βάσει των καθορισμένων κριτηρίων, κατά δωμάτιον ή διαμέρισμα ή ομάδος αυτών, δύνανται να παραλλάσσωσιν αναλόγως των χαρακτηριστικών εκάστου τούτων και εκτίθενται επί πινακίδος εις περίοπτον μέρος εκάστου δωματίου. Πλήρης πίναξ των τιμών αναρτάται, εις περίοπτον μέρος, εις τον χώρον της υποδοχής. ......................................
(3)Άμα τω ορισμώ των τιμών υπό εκάστης ξενοδοχειακής επιχειρήσεως, γνωστοποιούνται αύται προ εξ τουλάχιστον μηνών, προ της ενάρξεως της περιόδου δι' ην αύται ωρίσθησαν, εις τον Οργανισμόν.
(4)Δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένης υπό του Υπουργού δύνανται να περιορίζωνται αι σταθεραί τιμαί εντός ακραίων ορίων, ανωτάτων ή κατωτάτων ή και αμφοτέρων δι' έκαστον είδος των εν άρθρω 3, εδάφιον
(1), του παρόντος Νόμου αναφερομένων ξενοδοχειακών καταστημάτων ή τάξεων ξενοδοχείων, τούτο δε γνωστοποιείται εις αυτά δύο τουλάχιστον μήνας προ της ενάρξεως της περιόδου εν σχέσει προς την οποίαν θα ορισθώσιν αι τιμαί. Εντός των ακραίων τούτων ορίων ορίζονται αι σταθεραί τιμαί των ξενοδοχείων.
(5)...................................
(6).......................................» Δεν θεωρώ ότι στον εν λόγω όρο το μίσθωμα συνδέεται με τα τιμολόγια που εξέδιδε η Εναγομένη εταιρεία αλλά με τις εγκεκριμένες τιμές του ΚΟΤ, όπως αυτές καθορίζονται με βάση το Άρθρο 10 του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου. Εξού και η ρητή αναφορά στο εν λόγω Άρθρο με το οποίο καθορίζονται οι τιμές των ξενοδοχείων εντός ακραίων ορίων, ανωτάτων και κατωτάτων για κάθε ξενοδοχείο. Αν η Σύμβαση Μίσθωσης εννοούσε ότι ο υπολογισμός θα γινόταν στη βάση των τιμολογίων ξενοδοχείων που θα εξέδιδε σε κάθε περίπτωση το ξενοδοχείο θα το διελάμβανε ξεκάθαρα και δεν θα παρέπεμπε στο Άρθρο 10 του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου, ούτε θα γινόταν αναφορά σε εγκεκριμένα τιμολόγια. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να πω ότι με βάση το Λεξικό του Μπαμπινιώτη εγκεκριμένος σημαίνει «αυτός που έχει εγκριθεί .. με προφορική ή γραπτή δήλωση, πράξη κ.λ.π αρμόδιας αρχής, κρατικού ή άλλου επίσημου φορέα...». Επίσης, η λέξη «ίσχυαν» που αναφέρεται στον όρο 13
(3)(β) στα στοιχεία «Β» και «Γ» δεν μπορεί να έχει άλλο νόημα από του να σημαίνει τιμές οι οποίες εγκρίθηκαν με βάση το Άρθρο 10 του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμο του 1969 ως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα και όχι τιμολόγια τα οποία έχουν εκδοθεί. Είναι, κατά την άποψη μου, σαφές ότι το μίσθωμα στην προκειμένη περίπτωση όπως είναι διατυπωμένος ο όρος 13
(3)(α)(β) της Σύμβασης Μίσθωσης δεν συνδέεται ούτε με τα τιμολόγια που θα εξέδιδε το Συμβαλλόμενο μέρος, δηλ. ο μισθωτής που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η Εναγομένη εταιρεία, αλλά ούτε και με τα έσοδα που θα είχε το ξενοδοχείο της. Καταλήγω, υπό το φως των πιο πάνω, ότι ορθά η Ενάγουσα είχε λάβει υπόψη της τις εγκεκριμένες τιμές του ΚΟΤ η οποία ήταν η αρμόδια αρχή να δώσει τις συγκεκριμένες τιμές σύμφωνα και με το Άρθρο 10 του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου. Επαναλαμβάνω. Στην επίδικη Σύμβαση Μίσθωσης πουθενά δεν προνοείτο, ούτε καθορίζετο ότι για σκοπούς αναπροσαρμογής του μισθώματος θα έπρεπε να λαμβάνονταν υπόψη τα τιμολόγια που εξέδιδε ο μισθωτής, δηλ. στην προκειμένη περίπτωση η Εναγομένη εταιρεία. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης και υπό το φως των γεγονότων που αποτέλεσαν κοινό έδαφος αλλά και της ερμηνείας που δόθηκε από το Δικαστήριο στον επίμαχο όρο της επίδικης Σύμβασης Μίσθωσης, προχωρώ να διατυπώσω τα ευρήματα του Δικαστηρίου: Þ Η Ενάγουσα είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ενάγει μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δυνάμει και σύμφωνα με το Άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60). Þ Η Εναγόμενη είναι εταιρεία και ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου Done στην Αγία Νάπα. Þ Η Ενάγουσα με έγγραφη Σύμβαση Μισθώσεως ημερομηνίας 16.1.1982 ενοικίασε προς την Εναγόμενη εταιρεία τεμάχιο κρατικής γης στο χωρίο Αγία Νάπα, Επαρχίας Αμμοχώστου, εκτάσεως 25 στρεμμάτων και 2 προσταθίων (μέρος των τεμαχίων 53/1, 151, 196, 197.9 και 154.3 του Φ/Σχεδίου XLII &20.Ε.1, Ε.2, 21.W.1. WII) όπως καθορίζεται με κίτρινο χρώμα επί του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου το οποίο επισυνάφθηκε στην ως άνω Σύμβαση Μισθώσεως. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) Þ Η ισχύς της Σύμβασης ήταν για περίοδο 33 ετών αρχομένη την 16η Ιανουαρίου 1982 και λήγουσα την 15ην ημέραν του Ιανουαρίου, 2015. Η αρχική Σύμβαση ημερ. 16.1.82 τροποποιήθηκε με τη Συμφωνία ημερ. 27.7.83 η οποία τιτλοφορείται «Έγγραφο Συμφωνία Οπισθογραφήσεως» (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) Þ Όπως αναφέρεται στην εν λόγω Σύμβαση Μισθώσεως, άρθρο 13: (α) Στον όρο 13
(2)διαλαμβάνετο ότι το μίσθωμα θα καταβάλλεται ετησίως και θα είναι προπληρωτέον την 28ην ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου του πρώτου ετησίου μισθώματος καταβλητέου άμα τη σμπληρώσει πέντε ετών από της υπογραφής της Σύμβασης. (β) Στον όρο 13
(3)(α) διαλαμβάνετο ότι το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται ανά πενταετία της πρώτης αναπροσαρμογής γενησομένης άμα τη συμπληρώσει δέκα ετών από της υπογραφής της παρούσης Συμβάσεως ως εξής: (Ι) Άμα τη συμπληρώσει δέκα ετών από της υπογραφής της παρούσης Συμβάσεως το μίσθωμα καθορίζεται εις 5% επί της ιδίας αγοραίας αξίας της γης και αναπροσαρμόζεται αναλόγως προς τας μεταβολάς του Γενικού Δείκτου Τιμών Λιανικής Πωλήσεως του εκδιδομένου υπό της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας ή αναλόγως προς το ποσοστόν αυξομειώσεως των βάσει του άρθρου 10 των περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμων του 1969 έως 1974 εγκεκριμένων τιμολογίων ύπνου και φαγητού του ξενοδοχείου, οιονδήποτε είναι το υψηλότερον. (ΙΙ) Στον όρο 13
(3)(β) διαλαμβάνετο ότι προς εξεύρεσιν του ύψους του υπό αναπροσαρμογήν μισθώματος αναλόγως προς το ποσοστό αυξομειώσεως των εγκεκριμμένων Τιμολογίων ύπνου προγεύματος και ενός γεύματος (half board[5]) του ξενοδοχείου θα χρησιμοποιείται ο κατωτέρω τύπος: Α "Α" "X" A.Γ ------ = ------ ή ---------- Β Γ Β όπου: - Το "Α" αντιπροσωπεύει το υπό της παραγράφου
(3)του παρόντος όρου προβλεπομένου ετήσιον μίσθωμα, ήτοι ΛΚ25.
- - Το "Β" αντιπροσωπεύει τον μέσον όρον των τιμολογίων ύπνου και φαγητού, τα οποία ίσχυαν κατά το πρώτον έτος (από της καταβολής του μισθώματος) κατά το οποίον έλαβε χώραν καταβολή μισθώματος. - Το "Γ" αντιπροσωπεύει τον μέσον όρον των τιμολογίων ύπνου και φαγητού τα οποία ίσχυαν κατά το σύνολον της πενταετίας ήτις προηγήθη του υπολογισμού της αναπροσαρμογής του μισθώματος. Μετά την πρώτην πενταετίαν ως βάσις θα λαμβάνεται ο μέσος όρος των τριών τελευταίων ετών. - To "Χ" αντιπροσωπεύει το αναπροσαρμοσθέν σταθερόν ετήσιον μίσθωμα όπερ θα καταβάλλεται κατά την επομένην πενταετή περίοδο. Þ Το μίσθωμα θα καταβαλλόταν ετησίως και ήταν προπληρωτέον την 28ην ημέραν του μηνός Δεκεμβρίου του πρώτου ετησίου μισθώματος καταβλητέου άμα τη συμπληρώσει πέντε ετών από της υπογραφής της Σύμβασης. Þ Το αρχικό μίσθωμα από το τέλος του 5ου μέχρι και του 10ου έτους από την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης για την περίοδο από 16.1.87 μέχρι 15.1.92 καθορίστηκε σε Λ.Κ. 15.300 το χρόνο. Εφαρμόστηκε, δηλαδή, ποσοστό 3% πάνω στην εκτιμημένη αγοραία αξία της γης που ήταν Λ.Κ.510.000, όπως αυτή υπολογίστηκε από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Þ Μετά το πέρας της πρώτης δεκαετίας το μίσθωμα υπολογίστηκε με ποσοστό 5% πάνω στην ίδια αγοραία αξία της γης, ήτοι Λ.Κ.25.500 Þ Για τις επόμενες πενταετίες από 16.1.92 μέχρι 15.1.97 και από 16.1.97 μέχρι 15.1.2002 το μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε σύμφωνα με τον όρο 13, παραγράφοι 3(α) και (β) που διαλαμβάνει αναπροσαρμογή αναλόγως προς τις μεταβολές του Γενικού Δείκτη Τιμών Λιανικής Πώλησης που εκδίδεται από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας ή αναλόγως προς το ποσοστό αυξομείωσης των βάσει του Άρθρου 10 του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου εγκεκριμένων Τιμολογίων ύπνου και φαγητού του ξενοδοχείου (half board) και εφαρμόστηκε το πιο ψηλό. Þ Το μίσθωμα για την πενταετία 1997-2002 ανήλθε στις Λ.Κ.45.783,44 και καταβλήθηκε κανονικά από την Εναγόμενη Εταιρεία. Þ Για την περίοδο από 16.1.2002 μέχρι 15.1.2007 έγινε νέα αναθεώρηση του μισθώματος με βάση τον όρο 13 παράγρ. 3(α) και (β) της Σύμβασης Μίσθωσης και ανήλθε στο ποσό των Λ.Κ.59.158,
- Με επιστολή της ημερ. 10.1.02 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) η Ενάγουσα ενημέρωσε την Εναγομένη ότι το καθορισθέν ετήσιο μίσθωμα θα τύγχανε αναπροσαρμογής με βάση τον όρο 13
(3)(α) της Σύμβασης για την περίοδο από 16.1.2002 μέχρι 15.1.
- Με επιστολή της ημερομηνίας 27.2.2002 η Ενάγουσα πληροφόρησε την Εναγομένη ότι το ύψος του μισθώματος είχε αναθεωρηθεί και ότι αυξήθηκε από ποσό ΛΚ45.783,44 σε ποσό ΛΚ66.464,88 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) για να γίνει στη συνέχεια σχετική διόρθωση του ποσού με την επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 4.4.2002 όπου η Εναγόμενη πληροφορείτο ότι το νέο αναθεωρημένο μίσθωμα θα ανέρχετο στο ποσό ΛΚ59.158,86 και όχι σε ποσό ΛΚ66.464,88 όπως εκ παραδρομής είχε αναφερθεί. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). Þ Με επιστολή λοιπόν του Τμήματος Δασών ημερ. 4.4.02 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) ειδοποιήθηκε η Εναγομένη εταιρεία ότι το ύψος του νέου αναθεωρημένου μισθώματος που θα ίσχυε για την πενταετία από 16.1.2002 μέχρι 15.1.2007 ανέρχετο στο ποσό των Λ.Κ.59.158,86 το χρόνο. Το νέο αναθεωρημένο μίσθωμα δεν έγινε αποδεκτό από την Εναγομένη εταιρεία και η Εναγομένη εταιρεία συνέχισε να καταβάλλει το ποσό των Λ.Κ.45.783,44, όπως ίσχυε προηγουμένως. Þ Με επιστολή του Τμήματος Δασών ημερ. 26.4.06 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12) κλήθηκε η Εναγόμενη εταιρεία, όπως, χωρίς άλλη καθυστέρηση καταβάλει στο Διευθυντή Τμήματος Δασών τα οφειλόμενα ποσά. Þ Οι Εναγόμενοι προέβηκαν στις ακόλουθες πληρωμές: (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11) o (α) Λ.Κ. 45.783,44 στις 10.4.03 o (β) Λ.Κ. 45.783,44 στις 03.6.03 o (γ) Λ.Κ. 45.783,44 στις 27.10.05 o (δ) Λ.Κ. 45.783,44 στις 31.3.06 o (ε) Λ.Κ. 45.783,44 στις 22.7.06 ΣΥΝΟΛΟ Λ.Κ.228.917,20 Þ Μετά τις 22.7.06 η Εναγομένη εταιρεία έπαυσε να καταβάλλει οποιοδήποτε μίσθωμα. Þ Το συνολικό ποσό των οφειλομένων από την Εναγομένη εταιρεία καθυστερημένων ενοικίων και τόκων υπερωρίας μέχρι τις 15.1.07 ανήλθε σε Λ.Κ.103.368,70, εκ των οποίων το ποσό των Λ.Κ.66.877,10 είναι τα οφειλόμενα καθυστερημένα ενοίκια, και το ποσό των Λ.Κ.36.491,60 είναι οι τόκοι υπερημερίας. Þ Ο υπολογισμός τόσο των οφειλομένων καθυστερημένων ενοικίων όσο και του ποσού των τόκων υπερημερίας, προκύπτει από τον Πίνακα ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Þ Επισημαίνεται ότι με βάση την επίδικη Σύμβαση Μίσθωσης και, συγκεκριμένα, τον όρο 13
(2)το ενοίκιο είναι πληρωτέο την 28η Δεκεμβρίου του χρόνου που προηγείται της ημερομηνίας έναρξης της περιόδου ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την απαίτηση της εναντίον της Εναγομένης. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για το συνολικό ποσό των €176.615,91 (Λ.Κ. 103,368.70) πλέον νόμιμο τόκο[6] από την ημέρα έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, ήτοι 19.01.12 λαμβάνοντας υπόψη την καθυστέρηση που μεσολάβησε, ιδιαίτερα στο στάδιο της Ένορκης αποκάλυψης εγγράφων και έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\LENA-final decisions [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Παπακόκκινου κ.α. ν. Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, C + A Pelecanos Associates Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273 και Χ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174. [2] Δέστε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [3] Δέστε Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιο Ν. Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ 1809. [4] Δέστε Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου δια του Προέδρου αυτού Κίκη Κωνσταντίνου ν. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού δια του Γενικού Γραμματέα Γιώργου Παπά
(2002)1 Α.Α.Δ 518. [5] Όπως τροποποιήθηκε η σχετική φράση από την έγγραφο Συμφωνία Οπισθογραφήσεως ημερ. 27.7.83 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). [6] Δέστε Άρθρο 33
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60ως ετροποποιήθη μεταγενέστερα όπου διαλαμβάνεται ότι κάθε δικαστική απόφαση φέρει τόκο προς 8% ετησίως από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής εκτός αν συντρέχουν λόγοι που εξειδικεύονται στην επιφύλαξη της εν λόγω διάταξης. Δέστε, επίσης, CONQUEROR DEVELOPMENTS LTD v. DREAMLAND DEVELOPMENTS LTD Π.Ε. 11781 ημερ. 27.1.05 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο